Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Ελληνική Μακεδονική Γη: Γευγελή (Гевгелија), ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟΤΗΣ

Φιλόπτωχος Αδελφότης Γευγελής (1904).

 του Ιωάννου Ξανθού
Συνταξιούχου Δημοδιδασκάλου
και ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΥ

"ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΕΓΕΛΗΣ ΚΑΙ 
ΕΘΝΙΚΗ ΔΡΑΣΙΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΑΥΤΗΣ
 ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΞ ΧΩΡΙΩΝ"
Θεσσαλονίκη 1954

Οι κάτοικοι της Γευγελής και των πέριξ χωρίων ως και οι κάτοικοι της Βορείου Μακεδονίας ώμίλουν μίαν γλώσσαν εις διαφόρους ιδιωτισμούς, έχουσαν λέξεις διαφόρων εθνικοτήτων εκ των οποίων πλείστας όσας έλληνικάς ως και μερικάς Δωρικής και Ομηρικής διαλέκτου ακόμη έκτων οποίων, άλλαι μέν, προφέρονται άπαράλλακτα, ως προφέρονται εις την έλληνικήν, άλλαι δε έχουν άλλάξει την αρχήν η την κατάληξιν της λέξεως π. χ. εφθασα—φτασάχ, κίνησα=κινησάχ, άρέσω=άρέσαμ, πίνω —πίαμ, σίτος=ζίτο κ.τ.λ.

Άλλ΄ έκτος των εις την γλώσσαν αυτήν ευρισκομένων ελληνικών λέξεων εκ των οποίων έχω συλλέξει άνω των 350 και των οποίων πίνακα κατ΄ άλφαβητικήν σειράν παραθέτω κατωτέρω ύπάρχουν πολλαί λέξεις Τουρκικαί, Άγγλικαί, Γαλλικαί, Γερμανικαί, Ίταλικαί, Βουλγαρικοί και Σερβικαί,
 από τάς όποίας έσχηματίσθη το ανάμικτον τούτο γλωσσικόν ιδίωμα το μολύνον το Μακεδονικόν όνομα.

Έν πάσει περιπτώσει είναι μια γλώσσα, η οποία δεν δύναται να νοηθή καλώς, ούτε από Έλληνας, ούτε από Βουλγάρους, ούτε και από Σέρβους.

Δια τούτο οι μεν Έλληνες της παλαιάς Ελλάδος δυστυχώς, άποκαλουν τους Έλληνας της Μακεδονίας Βουλγάρους και οι όποιοι κάμνουν το μεγαλύτερον έγκλημα διά την Ελλάδα χωρίς να έμβαθύνουν εις την σημασίαν του ούσιωδεστέρου τούτου ζητήματος,
 οι δε Βούλγαροι και Σέρβοι άποκαλουν αυτούς Γκραικομάνους άποδίδοντες τοιουτοτρόπως την πραγματικήν έθνικότητα των Μακεδόνων.

Ή γλώσσα, η όμιλουμένη εις τα Βόρεια τμήματα της Μακεδονίας, δεν είναι βουλγαρική ως πολύ κακώς την άποκαλουν, άλλ΄ είναι κράμα γλωσσών το όποιον έσχηματίσθη κατά τάς διαφόρους έπιδρομάς των διαφόρων λαών π. χ. Βουλγάρων, Φράγκων και Ενετών κατά τάς Σταυροφορίας.

Οί Βούλγαροι έπιδρομείς και μετανάσται, οι όποιοι επί έκατόν και πλέον έτη έλεηλάτουν και έρήμωναν τα τμήματα ταυτα, προσεπάθουν να προσαρμόσουν την γλώσσάν των κατά τον τρόπον των εντοπίων Ελλήνων δηλαδή των Μακεδόνων Ελλήνων, οι όποιοι ήσαν κατά πολύ άνώτεροι των έπιδρομέων εις τον πολιτισμόν.

 Οι δε 'Έλληνες έχασαν την γλώσσάν των χάριν των νεοελθόντων ξένων, οι όποιοι ήσαν άνίκανοι να έκμάθουν την έλληνικήν γλώσσαν, διότι ήσαν κατωτέρας διανοητικής δυνάμεως.

 Μή νομίση δε κανείς, ότι μια γλώσσα δυσκόλως μεταβάλλεται.
Όχι, πολύ εύκόλως μάλιστα. Τούτο άπεδείχθη τρανότατα και πασιφανέστατα κατά το πρόσφατον παρελθόν ήτοι προ 30-35 ετών εκ της άλλαγής καθεστώτος μερών τινων της Μακεδονίας, των ύπό της Ελλάδος άπελευθερωθέντων και ύπό της Σερβίας καταληφθέντων τοιούτων.
Ό αύτός λαός με την αύτήν γλώσσαν έντός μιας δεκαετίας μετεμόρφωσεν αύτήν, καί, όσοι έμειναν ύπό την Σερβικήν κατοχήν ήρχισαν να προσαρμόζουν αύτήν πρός την Σερβικήν γλώσσαν, όσοι δε εμειναν ύπό την έλληνικήν κατοχήν ήρχισαν να προσαρμόζουν αύτήν πρός την έλληνικήν.

Δηλαδή πολλαί λέξεις και πολλά ονόματα άντικειμένων, ενώ προ του 1912-13 έπροφέροντο με το έπιτόπιον γλωσσικόν ιδίωμα, από το 1914-15 και έντευθεν αί αύταί λέξεις και αί αύταί όνομασίαι προφέρονται με έλληνικήν μεν προφοράν ύπό των εις την Ελλάδα εύρισκομένων ξενοφώνων Μακεδόνων, με την Σερβικήν δε των εις την Σερβίαν εύρισκομένων.

Κατωτέρω παραθέτομεν μερικάς έκ των μειαβληθέντων λέξεων εις την Ελλάδα άρτζουβάλ=άναφορά, μαχκιμέ=δικαστήριον, καδίατα=:είρηνοδίκης, πούλ=χαρτόσημον κ.ο.κ. Αί αύταί λέξεις εις την Σερβίαν προφέρονται Σερβιστί.

Οι Έλληνες της περιφερείας Γευγελής και των λοιπών τμημάτων της Βορείου Μακεδονίας, ώμιλουσαν μεν το είρημένον ανάμικτον γλωσσικόν συνονθύλευμα, ήσαν όμως Έλληνες, διότι είχον τα αύτά ήθη και έθιμα, τα αύτά αισθήματα και ήσαν πιστοί και άκλόνητοι εις τα πατροπαράδοτα ιδεώδη.

Αλλά και αι έκκλησίαι και τα σχολεία των άποδεικνύουν, ότι ήσαν έλληνικά.
Ούδαμου και εις κανέν χωρίον εύρισκε κανείς εκκλησίαν η σχολείον, εις τα όποια να έχρησιμοποιήθη βουλγαρική η σέρβική γλώσσα προ του 1878.


Απεναντίας το 1920 οπουδήποτε της περιφερείας Γευγελής και των άλλων τμημάτων της Μακεδονίας άν ζητούσε κανείς να εύρη γέροντας άνω των πεντήκοντα έτών, οι όποιοι να γνωρίζουν ανάγνωσιν και γραφήν, αυτή θα ήτο έλληνική.

Όπουδήποτε και εις όποιονδήποτε χωρίον και άν ζητούσε κανείς ιερείς ήλικίας άνω των πεντήκοντα έτών, οι όποιοι να έχρησιμοποίησαν μίαν γλώσσαν με την όποίαν έκτελουσαν τάς διαφόρους ιεροτελεστίας και τα μυστήρια, αυτή θα ήτο έλληνική.

'Όλαι αι εικόνες των εκκλησιών είχον αρχικώς έλληνικά γράμματα τα όποια άργότερον οι κομιτατζήδες τα άντικατέστησαν με βουλγαρικά, άλλ’ άτέχνως, ως τούτο διεπίστωσα την 26 Όκτωβρίου 1914 εις τάς εικόνας της έκκλησίας του χωρίου Δογάνι (Σλώπ).

 Οι Βούλγαροι διά να έκβουλγαρίσουν και την έκκλησίαν του ως άνω χωρίου, εσκέπασαν τα έλληνικά γράμματα με ελαιόχρωμα και έγραψαν επάνω εις αύτά βουλγαρικά.

 'Όταν όμως άπεφάσισαν να άντικαταστήσουν τα βουλγαρικά γράμματα με έλληνικά των εικόνων της ως άνω έκκλησίας έξεκόλλησε το έλαιόχρωμα και άνεφάνησαν τα έλληνικά γράμματα.

Έκ των άνωτέρω άποδεικνύεται ότι εις τα βόρεια τμήματα της Μακεδονίας ήτοι Μοναστηριού, Γευγελής, Στρωμνίτσης Δοϊράνης και Μελενίκου ύπήρχε Ελληνισμός, τον όποιον οι κομιτατζήδες ηθελον να έκβουλγαρίσουν με κάθε σατανικόν μέσον.

Τό ότι οι κάτοικοι των τμημάτων τούτων της Μακεδονίας ήσαν 'Έλληνες προ αιώνων, το μαρτυρουν και ξένοι ιστορικοί, χρονογράφοι, πολιτικοί και έκπρόσωποι κρατών  ακόμη.

Ό Σέρβος έπιστήμων και γεωγράφος Α. Τρινεγκόρσκυ γράφει.
 «'Όλη η Μακεδονία ζυμώθηκε πολλούς αιώνας με τον έλληνοβυζαντινόν πολιτισμόν». (Μακεδον. ’Αγών Γ. Μόδη).

Ό Βυζαντινός χρονογράφος Νικηφ. Γρηγοράς (ΚΣΙ § νδ) κατά τον ΙΔ΄ αιώνα

περί των Ελλήνων της Μακεδονίας γράφει «Ρωμαίους μεν είναι Μυσσούς δ’ όνομάζεσθαι» δηλαδή 'Έλληνες μεν είναι άλλά Βούλγαροι ονομάζονται. 

Ή μαρτυρία αυτή η όποια έγράφη κατά τα ετη 1350-1360 και εις έποχήν κατά την όποίαν ούδεμία ιδέα περί έθνολογικών ζητημάτων ύπήρχεν εις την Έλληνικήν Χερσόννησον είναι σπουδαία, διότι δι’ αυτής άποδεικνύεται, ότι κατά την έποχήν εκείνην δεν ύπήρχον Βούλγαροι εις τα βόρεια τμήματα της Μακεδονίας και οι κάτοικοι αύτών ήσαν 'Έλληνες, οι όποιοι πάντοτε συμπολεμουσαν με τους Βυζαντινούς έναντίον των Βουλγάρων.

Ό σπουδαίος Όθωμανός χρονογράφος Χατζή Κάλφας γράφει, ότι μετά την κατάκτησιν της Θράκης και Μακεδονίας ύπό των Τούρκων, ούδεμίαν άλλην έθνικότητα εύρήκαν άλλά μόνον την Έλληνικήν

Οί δέ Σουλτάνοι από την έποχήν, κατά την όποίαν έγκατεστάθησαν εις Άδριανούπολιν, ως επίσημον όργανον (γλώσσαν) των άνακοινώσεων και των διαταγών αύτών πρός απαντας τους χριστιανούς μετεχειρίσθησαν την Έλληνικήν γλώσσαν.

 Έάν δέ δεν είχε την ύπεροχήν η Ελληνική γλώσσα, άλλ’ η βουλγαρική, άσφαλώς θα μετεχειρίζοντο αύτήν.

Έάν ύπήρχον εις την Μακεδονίαν και Βούλγαροι δεν θα μετεχειρίζοντο και την βουλγαρικήν;

Ό Τρινεγκόρσκυ και όλοι οι έπιστήμονες της Σερβίας άναγνωρίζουν
 την Μακεδονίαν με την σημερινήν Έλληνικήν Μακεδονίαν με μόνην έπέκτασιν εις την Γευγελήν μέχρι των Σιδηρών πυλών (Στόβαι Ντεμίρ Καπού) και την Στρώμνιτσαν. 
(Μακεδονικός ’Αγών, Γ. Μόδη).

Ό έκπρόσωπος της βουλγαρικής Εξαρχίας ο Μπρέγκωφ, καθώς και οι έκπρόσωποι του βουλγαρικού κράτους ο Σιώπωφ και ο Ντραγκάνωφ γράφουν,
 ότι το 1860 εις όλην την έκτασιν των περιφερειών Μοναστηριού, Γευγελής, Στρωμνίτσης, Εδέσσης και Μελενίκου δεν ύπήρχε βουλγαρικόν σχολειον
(Μακεδονικός ’Αγών, Γ Μόδη).

Ό ερευνητής της 'Ιστορίας κ. Μέρτζιος άνεκάλυψεν εις τα άρχεια της Βενετίας έκθέσεις και αναφοράς των Βενετών προξένων Θεσσαλονίκης, ως και έπίσημα έγγραφα Βενετών διπλωματών, ακόμη δέ και ίδίωτικάς έμπορικάς έπιστολάς των διαφόρων μερών της Μακεδονίας του 1750-1795 και λέγει ότι
όλα αύτά τα άμέτρητα έγγραφα ήσαν γραμμένα εις Έλληνικήν γλώσσαν και ώμιλούσαν μόνον περί Ελλήνων ραγιάδων,οί όποιοι έφορολογουντο, κατεδιώκοντο και έτυραννουντο
(Μακεδονικός Άγων, Γ. Μόδη).

Ακόμη δε σπουδαιότερον είναι, ότι εις την Αύστρουγγαρίαν ύπήρχον Έλληνικαί κοινότητες, αί όποιοι άπετελουντο από μετανάστας έκ Μακεδονίας και συγκεκριμένως από τάς περιφερείας

Καστορίας, Κοζάνης, Ναούσης, Βέροιας, Θεσσαλονίκης, Μοναστηριού, Εδέσσης, Γευγελής, Δοϊράνης και Μελενίκου 
(Σπυρίδ. Λάμπρος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Ή Μακεδονία τού έξωτερικού).

Οί πρώτοι Βούλγαροι Σλαυολόγοι ο Ντομπροσύτσκυ και ο Κοτατάρ ώμολόγησαν το 1814 ο πρώτος και το 1815 ο δεύτερος, ότι

οι κάτοικοι των τμημάτων Μοναστηριού, Γευγελής και Στρωμνίτσης 
ήσαν 'Έλληνες την έθνικότητα 
και ότι οι όμιλούντες την δήθεν βουλγαρικήν γλώσσαν, διά να γράψουν έπιστολάς, πιστοποιητικά, συμφωνητικά κ.τ.λ. μετεχειρίζοντο τους χαρακτήρας του Ελληνικού άλφαβήτου
('Ιστορ. του Ελληνισμού Κλ. Νικολαίδου).

 Τούτο είναι άληθέστατον και πραγματικόν και τούτο συνέβαινε.

Κατωτέρω παραθέτω εν άδιάψευστον μαρτύριον του 1870.

 Είναι εν ίδιωτικόν έγγραφον, συμφωνητικόν διαμοιρασμου κτηματικής περιουσίας, το όποιον έχω άνά χείρας σήμερον.

Είναι μια Βαβυλωνία, κακογραμμένον και άνορθόγραφον.

’Ιδού τούτο ως εχει :

1870 μαρτίου 22

 ιάς μπένα η ή κάτα ζά τάτκαβατα στόκα στιό ημαχμε σοί άδιλίχμε στιό νί παδνά να δέλουτ, σί ζέμε. σέγα άλατζιάκ βερετζέκ κάλμαδι.

 (αί τρεις τελευταιαι λέξεις είναι τουρκικαί).
έγώ ο χριστό λίνκο μαρτυρώ έγώ
 ο στοιάν ιάνο μαρτυρώ
έγώ ο μάρκος μαρτυρώ
έγώ ο χριστός ήλία μαρτυρώ.
έγώ ο ίοσίφις στόϊκου

 Ή έρμηνία του έγγράφου αύτου είναι η έξής :
1870 Μαρτίου 22 
Έγώ η Μπένα και η Κάτα την κτηματικήν πατρικήν περιουσίαν την όποίαν εϊχαμεν την έμοιράσαμεν εις το άναλογουν μας μερίδιον. 
Τώρα καμμία δοσοληψία μεταξύ μας δεν υπάρχει.

Οί μάρτυρες υπογράφουν Ελληνιστί και άκριβώς τούτο είναι η έκμυστήρευσις και η ένδόμυχος έκδήλωσις της έθνικότητος των Μακεδόνων αύτών.

Άλλα διατί να άνατρέχωμεν εις το μακρυνόν παρελθόν και να μή δώσωμεν προσοχήν εις το πρόσφατον τοιούτον κατά το 1900-1912;

Κατά τα ετη ταυτα εις όλα τα σχολεία της Μακεδονίας, κατά τάς σχολικάς των τελετάς εις τους διαλόγους και θεατρικάς παραστάσεις έχρησιμοποιουσαν έλληνικάς έθνικάς ένδυμασίας την φουστανέλλαν και ένδυμασίας Έλληνίδος βοσκοπούλας.

 Ένώ πέραν του Ντεμίρ Κάπου (Σιδηράς πύλας) έχρησιμοποιουσαν άλλας ένδυμασίας, ξένας πρός την έλληνικήν.

Ωσαύτως όταν έπρόκειτο να διενεργηθη έρανος εις είδος (σίτον, κριθήν, βάμβακα κ.τ.λ.) ύπέρ άνεγέρσεως ναού η σχολείου η και άλλου φιλανθρωπικού σκοπού, νέοι 20 -30 έσχημάτιζον ομάδα χορευτών ένδεδυμένων διά της ελληνικής έθνικής ένδυμασίας της φουστανέλλας, περιήρχοντο χωρία τινά, χορεύοντες τη συνοδεία της έγχωρίου μουσικής.

Τά δύο ταυτα γεγονότα, καίτοι έκ πρώτης όψεως φαίνονται, ότι είναι άσήμαντα και άνάξια λόγου, έξεταζόμενα όμως από ιστορικής άπόψεως, είναι ζητήματα ύψίστης σημασίας και τρανοτάτη άπόδειξις της Έλληνικότητος του πληθυσμού της Μακεδονίας.

Επειδή δε ώμιλείτο το κράμα τούτο της γλώσσης, δεν έπεται ότι η γλώσσα αυτή ήτο η ιδία από της άρχαιοτάτης έποχής.
 Κάθε άλλο.
Ή πρώτη γλώσσα και εις τα βόρεια ταυτα τμήματα της Μακεδονίας ήτο έλληνική και αυτό το άποδεικνύουν τρανότατα τα διάφορα άρχαία μνημεία και τα άνασκαπτόμενα μάρμαρα, τα όποια έχουν Ελληνικά γράμματα, εις ούδέν δέ μέρος της Μακεδονίας εύρέθη μνημειον η μάρμαρον με βουλγαρικήν η και σερβικήν γλώσσαν.

Τά δέ μνημεία και τα μάρμαρα ταυτα είναι η άδιάψευστος και η άπαράγραπτος διαθήκη περί της έλληνικότητος όλη ς της Μακεδονίας, η οποία έλληνικότης άνεγνωρίσθη και έπεκροτήθη και ύπό
 πάντων των μελών του έν Θεσσαλονίκη συγκροτηθέντος τον Απρίλιον του 1953 Βυζαντινολογικου συνεδρίου κατά την έπίσκεψιν εις τα άνά την Μακεδονίαν μνημεία Βυζαντινής έποχής, εις έκφωνηθέντα λόγον υπό του Βέλγου καθηγητου Βυζαντινολόγου κ. Γκρέγκουαρ.

Είναι πασίγνωστον, ότι η γλώσσα εις την έθνικότητα δεν παίζει ούδένα ρόλον, ως τούτο παρατηρείται εις πλειστα κράτη του κόσμου, π. χ., εις την Ελβετίαν, όπου εις τα βόρεια τμήματα αυτής όμιλείται η Γερμανική γλώσσα, εις τα Δυτικά η Γαλλική και εις τα Νότια η Ιταλική, όμως ούτε Γερμανοί είναι, ούτε Γάλλοι, ούτε και Ιταλοί, άλλ΄ είναι Ελβετοί την έθνικότητα. 

Εις την Κρήτην οι Τούρκοι ώμιλούσαν Έλληνικά, ήσαν όμως Τούρκοι.
 Οί 'Έλληνες της Μικράς Άσίας ομιλούν τουρκικά, είναι όμως 'Έλληνες.

Έν ένι λόγω είναι άποδεδειγμένον ότι ούχί η γλώσσα, άλλ’ η έθνική συνείδησις άποτελεί το κύριον έθνικόν γνώρισμα ένός λαού.

Τούτο άπεδείχθη κατά τον Μακεδονικόν άγώνα κατά τον όποιον ιερείς και πολίται πάσης κοινωνικής τάξεως ουδόλως γνωρίζοντες την έλληνικήν γλώσσαν, έπολέμησαν με άσπονδον μίσος και με άπαράμιλλον φανατικότητα έναντίον των κομιτατζήδων, όπως και κατά την Βυζαντινήν έποχήν.

Οί ξενόγλωσσοι αύτοί Μακεδόνες έπροτίμησαν ν΄ άποθάνουν ως 'Έλληνες παρά να άλλάξουν την έλληνικήν έθνικότητά των.

Τό ύπό των κατοίκων της Βορείου Μακεδονίας όμιλούμενον κράμα γλωσσών, έπεκράτησε να λέγεται Μακεδονική γλώσσα, όχι  ότι είναι αύτή καθ’ έαυτή Μακεδονική, άλλά διότι όμιλείται αυτη μόνον εις την Μακεδονίαν και δεν όμιλείται ουτε εις την Βουλγαρίαν ουτε εις την Σερβίαν.
.......
Κατόπιν των άνωτέρω πολυαρίθμων Ελληνικών λέξεων, που βλέπει κανείς Βουλγαρικήν γλώσσαν;

Άλλα πλήν των άνωτέρω Ελληνικών λέξεων όλαι αί όνομασίαι των έκκλησιαστικών έπίπλων, ιερών σκευών, ιερών άμφιων και άλλων άντικειμένων παραμένουν αί Έλληνικαί τοιαυται και τούτο άποδεικνύει, ότι πρό του 1870 εις τα βόρεια ταύτα τμήματα υπήρχε Ελληνισμός και τοιουτρόπως έπεκράτησε να όνομάζωνται ταυτα μεν την Έλληνικήν ονομασίαν.

Πώς λοιπόν ισχυρίζονται και που βασιζόμενοι οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι  ακόμη  και ζητουν να είναι τα τμήματα ταυτα Βουλγαρικά η και Σέρβικά;

Έάν οι κάτοικοι Μοναστηριού, Γευγελής, Στρωμνίτσης,Δοϊράνης και Μελενίκου ήσαν βούλγαροι,
 διατί τότε η Βουλγαρία ώργάνωσε και έξαπέστειλε τα ένοπλα σώματα τους κομιτατζήδες και έπεζήτουν τον διά της μαχαίρας και του περιστρόφου βίαιον έκβουλγαρισμόν αύτών;

Και άφου έξαπέστειλεν αύτούς, διατί οι κάτοικοι των τμημάτων τούτων δεν τους έδέχθησαν με χαράν και άγαλλίασιν και με άνοικτάς άγκάλας, άλλ΄ άντετάχθησαν σθεναρώς και διά των δπλων  ακόμη  έναντίον των κακούργων αύτών ; 
’Άρα ;
διότι ήσαν 'Έλληνες.

Άκόμη σπουδαιότερον διατί το 1878 τα τμήματα Μοναστηριού, Γευγελής, Στρωμνίτσης, Δοϊράνης και Μελενίκου έξηγέρθησαν κατά της συνθήκης του Άγ.Στεφάνου,διά της όποίας η Ρωσία έπεζήτει να ύποτάξη ταυτα είς την Βουλγαρίαν; 

Διότι η είδησις της ύπογραφής της παραδόξου ταύτης συνθήκης άνά τάς πόλεις των περιφερειών της Μακεδονίας, έξήγειρε τον φανατισμόν και το έθνικόν αίσθημα των Ελλήνων, οι όποιοι κατά χιλιάδας περιεκύκλωσαν τα Προξενεία και τάς Μητροπόλεις πρός διαμαρτυρίαν και έκινήθησαν πρός έπανάστασιν και έζήτησαν όπλα παρά του Προξενείου Θεσσαλονίκης, το όποιον ανευ δυσταγμου τίνος διεμοίρασεν είς γενναίους και τολμηρούς 'Έλληνας των περιφερειών, μέχρι Τίκφες (Ράδινα).

Έξ άλλου ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ιωακείμ κατόπιν του γεγονότος τούτου συνεκάλεσε μυστικήν συνεδρίασιν προυχόντων και παραγόντων και έν συνεννοήσει μετά του Προξένου έξελέγησαν έπιτροπαί πρός σύνταξιν καταλόγων συνεισφοράς ύπέρ του Άγώνος.

Πρός δέ άπεστάλησαν έπιστολαί είς προκρίτους πόλεων των επαρχιών, πρός συμμετοχήν εις έπαναστατικόν άγώνα.

Τοιαύτη έπιστολή άπεστάλη και εις Γευγελήν πρός τους Χατζηζαφείριον και Δημ. Κυβερνίδην την 8 Ίανουαρίου 1878. 

Τό κίνημα της έπαναστάσεως καθ’ όλην την Μακεδονίαν άπέτυχε λόγω έκτάκτων μέτρων των τουρκικών Αρχών, πλήν του Όλύμπου, όπου εκαμε ίκανήν πρόοδον λόγω της τοποθεσίας.
(Νικ. Γκαρπολας Πώς η Μακεδονία παρέμεινε Έλληνική).

Έάν οι κάτοικοι των τμημάτων τούτων ήσαν βούλγαροι δεν θα έπανηγύριζον και δεν θα εύλογουσαν την συνθήκην ταύτην η οποία θα ηνωνε αύτούς με την Βουλγαρίαν;

Και δεν είναι παράξενον αύτοί οι λεγόμενοι βούλγαροι να διαμαρτύρωνται και να μή δέχωνται την ενωσίν των με την Βουλγαρίαν;

 Ναι δεν δέχονται, διότι ήσαν ‘Έλληνες, και 'Έλληνες με φανατισμόν, καίτοι ώμίλουν το άνάμικτον γλωσσικόν ιδίωμα.

Ό Επιθεωρητής των έν Μακεδονία βουλγαρικών σχολείων ο Κίντσεφ την 6ην Φεβρουάριου 1899 ελεγεν «εις την Μακεδονίαν εχομεν να παλαίσωμεν όχι τόσον έναντίον των τούρκων, δσον έναντίον του Ελληνισμού.

Όλίγον άργότερον την 20ην Απριλίου 1899 ο εις Σκόπια έμπορικός πράκτωρ της Βουλγαρίας ο Ρίζωφ εγραψεν άνοικτήν έπιστολήν πρός τον τότε Ηγεμόνα της Βουλγαρίας Φερδινάνδον, η όποια άπροκαλύπτως ελεγε:
«παρ΄ όλην την ιδρυσιν σχολείων και έκκλησιών έν Μακεδονία, ούδέν κατωρθώσαμεν. Επομένως είναι άνάγκη να έφαρμοσθώσιν άλλα μέσα. Συμμορίαι, φόνοι, δυναμίτις».
(Ίστορ. του Ελληνισμού Κλ. Νικολαίδου).

Τέλος έάν οι κάτοικοι της περιφερείας Γευγελής ήσαν βούλγαροι, διατί τότε όταν κατά τον πρώτον παγκόσμιον πόλεμον 1914-1918 τους άπέσυρον από την πολεμικήν ζώνην Γευγελής — Δοϊράνης και τους ώδήγησαν εις την Βουλγαρίαν Βάρναν, Πλεύναν, Φιλιππούπολιν, κ.τ.λ. ως ομήρους μετά την λήξιν του πολέμου έζήτησαν έπιμόνως να έπανέλθουν είς την Ελλάδα και δεν παρέμειναν είς την Βουλγαρίαν;

Τήν άπάντησιν άφήνομεν να μας δώσουν οι βούλγαροι και οι άμφιβάλλοντες περί της Έθνικότητος των κατοίκων των βορείων τμημάτων της Μακεδονίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: