Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Οι Μακεδόνες και η Επανάσταση 1821: Έλληνες Αρματολοί στη τουρκοκρατούμενη Μακεδονία.


Ο Μακεδόνας Κλεφταρματολός Νικοτσάρας
του  I. Κ. ΒΑΣΔΡΑΒΕΛΛΗ 
Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών

 .....
 Διά πρώτην φοράν ερευνάται η σκοτεινή αυτή περίοδος της εθνικής μας ιστορίας εις την Βόρειον Ελλάδα και είναι ευτύχημα ότι διεσώθησαν και εν συνεχεία εμελετήθησαν τα τουρκικά αρχεία της Θεσσαλονίκης και της Βέροιας Ναούσης, εκ των οποίων τόσαι πολύτιμοι πληροφορίαι είδον το φως της δημοσιότητος.

Από την ατελείωτον σειράν των  αρματολών και κλεφτών, οίτινες παρελαύνουν εις τα επίσημα ταύτα έγγραφα της Τουρκοκρατίας, 
διαπιστούται μαζί με τα άλλα και 
η απόλυτος υπεροχή του ελληνικού στοιχείου 
εις την Κεντρικήν, Δυτικήν και Άνατολικήν Μακεδονίαν,
 εις τα τμήματα δηλαδή εκείνα, ατινα μετά πολυετείς αιματηρούς έθνικούς άγώνας, 
περιήλθον εις το ελληνικόν κράτος,
 του όποιου αποτελούν αναπόσπαστον έδαφος,
 τμήμα μόνον του παλαιού ελληνικού χώρου,
 όπου έγεννήθησαν, 
έζησαν και εμεγαλούργησαν οι Βόρειοι Ελληνες.
Είναι επίσης καταφανές, και τούτο σημειούται ιδιαιτέρως ενταύθα, ότι εις τας προαναφερθείσας περιοχάς, 
ούδείς Σλάβος αρματολός η κλέφτης εμφανίζεται, 
παρ' όλον ότι εις τας πεδινάς περιοχάς υπήρχον
 Βούλγαροι δουλοπάροικοι των Τούρκων,
 ανταλλαγέντες κατά το έτος 1924 με τους Έλληνας της Ανατολικής Ρωμυλίας. 
 ................................

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΚΟΙ ΑΝΔΡΕΣ
 ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ 
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟΝ
(ΑΡΜΑΤΟΛΟΙ, ΚΛΕΦΤΕΣ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΤΑΙ)

Μέχρι προ τίνων ετών δεν υπήρχε μελέτη, ασχολουμένη με την προεπαναστατικών οργάνωσιν και δρασιν των πολεμικών ανδρών της Μακεδονίας κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας.

Αι ελάχισται και συγκεχυμέναι πληροφορίαι εις τινα συγγράμματα ούδέν το συγκεκριμένον προσέφερον εις την ίστορίαν των χρόνων έκείνων και μόνον, όταν έδημοσιεύθησαν τα ιστορικά Αρχεία Μακεδονίας των χρόνων της Τουρκοκρατίας , είδον το φως της δημοσιότητος έπίσημοι πληροφορίαι επί του θέματος τούτου.

 Βάσει των αρχειακών τούτων κειμένων και άλλων τινών πληροφοριών, εδημοσίευσα κατά το έτος 1950 σχετικήν έργασίαν επί του θέματος των  αρματολών και κλεφτών της Μακεδονίας , αργότερον δε και έτέραν διά την πειρατείαν εις τα παράλια της Μακεδονίας κατά την ιδίαν χρονικήν περίοδον .
Κατά το μεσολαβήσαν έκτοτε διάστημα είδον το φως της δημοσιότητος και άλλαι τινές πληροφορίαι, ως και συγγράμματα και μελέται ξένων και Ελλήνων συγγραφέων, αιτινες προσέφερον και νέον ιστορικόν ύλικόν επί του θέματος.
 Εν όψει των ανωτέρω έσκέφθην να ερευνήσω εξ ύπαρχής το όλον θέμα δημοσιεύων την παρούσαν έργασίαν, άπηλλαγμένην όμως των ιστορικών έκείνων τουρκικών εγγράφων, άτινα περιέλαβον εις την πρώτη ν μου έργασίαν, εις την οποίαν απλώς παραπέμπω. 'Έχω την ελπίδα ότι η δημοσιευομένη ήδη μελέτη μου θα συμβάλη έπιτυχώς εις την έρευναν του όλου θέματος εν τη νεοελληνική ιστορική περιόδω, η γνώσις της οποίας είναι ελλιπής, ως καλώς γνωρίζουν οι άσχοληθέντες επί τούτω.

Η πολεμική παράδοσις των ορεινών κατοίκων της Μακεδονίας, υφισταμένη ως γνωστόν από των παλαιοτάτων χρόνων  κυρίως ως σύστημα ασφαλείας της ύπαίθρου χώρας, ηύνόησε την ανάπτυξιν πολεμικών άνδρών κατά το διάστημα της Τουρκοκρατίας. Δεν εχομεν εισέτι στοιχεία, εκ των οποίων ν' αποδεικνύηται ποία ήτο η κατάστασις των ορεινών πληθυσμών της Μακεδονίας κατά την εισβολήν και κατάκτησιν των βαλκανικών χωρών από τους Τούρκους, αν ύφίστατο θεσμός τις παρόμοιος ορεινών φυλάκων των στενωπών (ντερβένια) η άλλος τις θεσμός αρματολών, ως ούτος έξειλίχθη περαιτέρω και ως θα διαλάβωμεν εις την παρούσαν εργασίαν. 
Ο Μακεδόνας Αγωνιστής Κασομούλης Νικόλαος
 Ο εκ των ιστοριογράφων της επαναστάσεως του 1821 και εκ Μακεδονίας καταγόμενος Νικόλαος Κασομούλης  ανάγει τους αρματολούς, στηριχθείς εις διηγήσεις και παραδόσεις παλαιών αρματολών, εις χρόνους προγενεστέρους του Σκεντέρμπεη (1405-1468), νομίζομεν όμως ότι θα ήμεθα πλησιέστερον προς την αλήθειαν, αν δεχθώμεν ότι ο θεσμός αύτός συνεστήθη η άνασυνεστήθη υπό των Τούρκων  υπό την μορφήν του αρματολισμού (Martoloz) δια την ασφάλειαν της υπαίθρου χώρας, δεινοπαθούσης από την δρασιν των κλεφτών και άλλων άτιθάσσων στοιχείων η και κακοποιών κατά τους πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας.

Πριν όμως προχωρήσωμεν εις την ανάπτυξιν του θέματος του αρματολισμού εν Μακεδονία, κρίνομεν σκόπιμον να έξετάσωμεν εν συντομία, πως εμφανίζεται ο θεσμός ούτος τόσον εις την κυρίως Ελλάδα, όσον και εις τους βορείους αυτής γείτονας κατά το διάστημα της Τουρκοκρατίας.

 Κατά τας τουρκικάς πηγάς και τους Τούρκους συγγραφείς, τόσον εις την Μακεδονίαν όσον και εις την άλλην Ελλάδα, προυπήρχον αρματολοί, δηλαδή στρατιώται (Milisin) ονομαζόμενοι αρματολοί εις την υπηρεσίαν  των Ενετών , οιτινες κατά μίαν εκδοχήν υπήρχον και κατά τους Βυζαντινούς χρόνους.
Αρματολοί

Κατά τον Αύστριακόν συγγραφέα Barbar , οι σχηματισμοί των  αρματολών συνεστήθησαν από τον σουλτάνον Μουράτ τον Β', τον πορθητήν της Θεσσαλονίκης, κατά το έτος 1421, καίτοι άλλοι Τούρκοι συγγράφεις δέχονται προγενεστέρας χρονολογίας. 
Ως προκύπτει από χειρόγραφα των ετών 1486 και 1490, ευρεθέντα εις Βοσνίαν, υπήρχον αρματολοί εις τα παράλια της Δαλματίας φυλάσσοντες τα εκεί τουρκικά φρούρια, έναντίον των οποίων έπετίθεντο οι Ενετοί. Αρματολοί έπίσης υπήρχον εις την Βοσνίαν, την Άλβανίαν και την Βουλγαρίαν εις την υπηρεσίαν  των Τούρκων.

Εις μίαν παρέλασιν θριαμβευτικήν του Φερχάτ πασά εις την Κωνσταντινούπολη/ (1575) συμμετείχον και αρματολοί, φέροντες επί της κεφαλής των επιμήκη έρυθρα καλύμματα (κιουλάχ).

Εις την Βουλγαρίαν υπήρχον αρματολοί κατά το έτος 1661 έκτελούντες καθήκοντα φρουρών.

Οι περισσότεροι εξ αυτών ήσαν Τούρκοι, αλλ΄ υπήρχον και τίνες Βούλγαροι.

Κατά την εκστρατείαν των Τούρκων έναντίον της Βιέννης (1683), εις τους αρματολούς είχεν ανατεθή η δίωξις των κλεφτών (χαιντούκ).

Κατά το έτος 1721 μαζύ με τους πανδούρους (φύλακας) υπήρχον και αρματολοι εις τους καζάδες Ίστιμάν, Άβρέτ Χισάρ (περιοχή Κιλκίς), Πετριτσίου, Βαρδαρίου, Νευροκοπίου, Βοδενών (Εδέσσης), Πιρότ, Βέροιας, Σόφιας, Βερκοβίτσης, Ραζλούκ, Τατάρ Παζαρτζίκ, Κομοτινής, Μπαλατά, Δράμας, Μπρέζνικ, Κούκλοβο(;), Σερρών, Δούπνιτσας, Φιλιππουπόλεως, Μελενίκου, Ζίχνας, Πραβίου, Καβάλας, Σιρισνίκ(;), Κιουστεντίλ, Ναούσης, Άλή Τσελεμπή και Σαμακόβου. 

Εις την Μακεδονίαν και την Βουλγαρίαν οι αρματολοι εύρίσκοντο εις 30 καζάδες και έχρησιμοποιούντο ως στρατιώται δια να φυλάττουν τα σύνορα (όροφύλακες).

Από εν φερμάνιον του σουλτάνου 'Αχμέτ του Γ' προκύπτει ότι είχε διαταχθή η διάλυσις των  αρματολών και των πανδούρων, ένεκα διαφόρων ύπερβασιών αύτών, και η αντικατάστασίς των διά στρατιωτών των φυλακίων (ντελμπέντει).

Ο Γερμανός ιστορικός Anhegger ύποστηρίζει ότι, παρά την διαταγήν ταύτη ν του 'Αχμέτ, οι Ελληνες αρματολοι δεν διελύθησαν, αλλά ενεφανίσθησαν συντόμως εις διάφορα επαναστατικά γεγονότα που ελάμβανον χώραν. Η διαπίστωσις αύτη είναι καθ' όλα άληθής και θ' αποδειχθή κατά την περαιτέρω ανάπτυξιν του θέματος εκ των παρατεθησομένων κατωτέρω νέων στοιχείων.

Μετά την διαπίστωσιν (κατά τας τουρκικάς πηγάς, και η Τουρκία ήτο το κυρίαρχον κράτος εις τα Βαλκάνια) ότι υπήρχον εντόπιοι αρματολοι χριστιανοί εις την Βοσνίαν, την Δαλματίαν, την Σερβίαν και την Βουλγαρίαν, θα ίδωμεν εν γενικαίς γραμμαίς τους Έλληνας αρματολούς, όπως εμφανίζουν τούτους οι Τούρκοι συγγράφεις.
 
Εις την ελληνικήν περιοχήν της παλαιάς Εύρωπαικής Τουρκίας υπήρχον αρματολοί προ της τουρκικής κατακτήσεως, του θεσμού τούτου άνασυσταθέντος υπό των Τούρκων εις τας περιφερείας Άξιού και 'Αλιάκμονος, μέχρι των κόλπων της Κορίνθου και της Άρτης.

Οι σπουδαιότεροι εξ αυτών ήσαν οι της περιφερείας 'Αγράφων, έχοντες δικαίωμα να όπλοφορούν από της εποχής του σουλτάνου Μεχμέτ του Β'.

Αρματολοί εφύλαττον την στενωπόν της Καστοριάς εις τον δρόμον μεταξύ Δυρραχίου και Θεσσαλονίκης, ως και την στρατιωτικήν οδόν Λαρίσης -Μοναστηρίου.
Η διαφύλαξις των στενωπών (ντερβένια) της Πίνδου, μεταξύ Ηπείρου και Θεσσαλίας, είχεν ανατεθή εις τους αρματολούς των Αγράφων.

Οι εκχριστιανισθέντες Αλβανοί των Μεγάρων, οι κατοικούντες τα 5 μεγάλα χωρία, τα Δερβενοχώρια, έφύλαττον την στενωπόν Κιθαιρώνος και Χαιρώνειας μέχρι του Κορινθιακού κόλπου, εκκαθαρίζοντες τας περιφερείας από τους Έλληνας κλέφτες. 

Οι κλέφτες  που κατέφευγον εις τα βουνά ήσαν οπαδοί της ανεξαρτησίας και εθνικοί ήρωες κατά τας ελληνικάς αντιλήψεις.

Κατά τους Τούρκους ήσαν λησταί, αλλ' απετέλουν άξιόλογον άντίπαλον διά την όθωμανικήν κυριαρχίαν. Οι αρματολοι, συνεργαζόμενοι πολλάκις με τους κλέφτες και τους επαναστάτας, έδημιούργησαν μίαν κατάστασιν άμφιβολίας και έκκρεμότητος εις τους Τούρκους, όπως μαρτυρεί εν δημοτικό τραγούδι διά τον αρματολόν και εν συνεχεία κλέφτην Νικολόν Τζοβάραν του έτους 1672 , που υπήρξεν αρματολός εις τον Λούρον και κλέφτης εις το Καρπενήσι, άλλά και μία χαρακτηριστική άπάντησις του Φώτου Τζαβέλλα (υπό μορφήν δημοτικού τραγουδιού) προς τον Τεπελενλή Άλή πασάν .

Τα ορεινά της Ρούμελης αρχικώς είχον διαιρεθή εις 14 αρματολίκια , αργότερον περιωρίσθησαν εις 10-12, ηύξήθησαν δε εκ νέου εις 17, εξ ων τα 4 εύρίσκοντο εις την περιοχήν του Όλύμπου.

Οι αρματολοί απετελούντο, από απόψεως σωματικής διαπλάσεως, από τους πλέον ισχυρούς άνδρας της Ελλάδος, ορεσίβιους, κυνηγούς κ.λ.π. 

Είς την Ελλάδα ήσαν απαντες χριστιανοί, 
ένεκα της συνθέσεως του πληθυσμού,
 ενώ εις τας άλλας περιφερείας της Εύρωπαικής Τουρκίας οι μουσουλμάνοι αρματολοι απετέλουν την πλειοψηφίαν.

Οι αρματολοι ωργανωμένοι εις μίαν ημιστρατιωτικήν οργάνωσιν, ένοπλοι και διάγοντες βίον ανεξάρτητον εις τας όρεινάς περιοχάς, ήσαν διά το ελληνικόν έθνος άξιόλογος δύναμις, μη δυναμένη να καταπολεμηθή εύκόλως, ως τούτο απεδείχθη κατά τον Ρωσοτουρκικόν πόλεμον του 1736.

Η διαταγή διαλύσεως των  αρματολών υπό του 'Αχμέτ Γ', ως διέλαβον άνωτέρω, κατά το έτος 1721 εις τας περιοχάς Κομοτινής, Καβάλας, Πραβίου, Βεροίας και Σερβίων, των οποίων κατά πλειονότητα οι κάτοικοι ήσαν χριστιανοί (Ελληνες), δεν έσχεν ικανοποιητικά αποτελέσματα διά την τουρκικήν διοίκησιν. Κατά το τέλος του 18ου αιώνος άφηρέθησαν από τους Έλληνας αρματολούς περιοχαί, όπως εις τα Σέρβια η στενωπός Λαρίσης Μοναστηρίου (Σαρανταπορον). 

Η δυναμική αυτή πολιτική εφηρμόσθη και από τον Κούρτ Αχμέτ πασάν, όστις διετέλεσεν επί 15 έτη έπόπτης των ντερβενίων (ντερμπεντάτ ναζήρ). Η εξασθένησις όμως των  αρματολών επέφερε την ενίσχυσιν των κλεφτών και τοιουτοτρόπως ειχομεν συγκρούσεις αύτών, δηλαδή των συνεργαζομένων αρματολών και κλεφτών της Ελλάδος με τους Τουρκαλβανούς.

Κατά την ελληνικήν έπανάστασιν του 1821 πρώτοι οι αρματολοί συμμετέσχον εις αύτήν και οι καπετανέοι τούτων διεκρίθησαν ως αρχηγοί του επαναστατικού στρατού.

Εν οψει των άνωτέρω, βραχύτατα εκτεθέντων, θα έκθέσωμεν εις την παρούσαν μελέτην τα πορίσματα της έρεύνης μας επί των αρχείων της Τουρκοκρατίας εν Μακεδονία .

 Η μελέτη των αρχείων αυτών έφερεν εις το φως επίσημα έγγραφα της τουρκικής διοικήσεως εν Μακεδονία, 
εκ των οποίων αποδεικνύεται ότι ο θεσμός των αρματολών, 
απάντων ελληνικής καταγωγής, 
εμφανίζεται εν τη Βορείω Ελλάδι κατά το έτος 1627 ,
 δηλαδή 56 έτη προ της ναυμαχίας εν Ναυπάκτω, 
καθ' ην διάφοροι έξεγέρσεις εσημειώθησαν εν Μακεδονία κατά των Τούρκων, 
λίαν αίματηραί όμως διά τον ελληνισμόν .

Γενεσιουργός αιτία, διά την οποίαν εθεσπίσθη ο θεσμός των  αρματολών κατά την Τουρκοκρατίαν, ως εμφανίζεται εκ των αρχειακών τούτων έγγράφων, είναι η δίωξις της ληστείας.

 Φορεύς της ληστείας είναι ο κ λ έφτης.
 
Έσκιά τον απεκάλουν οι Τούρκοι, 
χαιντούκ οι Σλάβοι, οι βόρειοι γείτονες της Μακεδονίας.

 Είς την συλλογήν των τουρκικών έγγράφων, που έδημοσίευσα, οι κλέφτες αποκαλούνται
 από την τουρκικήν διοίκησιν
 λησταί, κακούργοι, επαναστάται.


Θ' άσχοληθώ δι' ολίγων με τον κλέφτην, διά τον όποιον πολύς ρομαντισμός επεκράτησεν και αχαλίνωτος αφέθη η φαντασία των παλαιοτέρων ιστοριογράφων, περιηγητών και λογοτεχνών, οιτινες έθιξαν το σκοτεινόν εισέτι τούτο κεφάλαιον της εθνικής μας ιστορίας.

Η βιαία μετατροπή της ατομικής ιδιοκτησίας των Ελλήνων, ευθύς μετά την Τουρκοκρατίαν, εις σουλτανικήν και η διανομή αυτής διά νομήν και διακατοχήν εις ισχυρούς Τούρκους φεουδάρχας,
 ιδία γόνους των κατακτητών (έβλιάι φατιχάν) διαπρέψαντας εν πολέμω, 
αλλά και η επακολουθήσασα εγκατάστασις εις τας πεδιάδας της Μακεδονίας Τούρκων άγροτών εκ της περιοχής του 'Ικονίου της Μικράς 'Ασίας (Κονιαλήδες Κονιάροι),
 έζημίωσαν τα μέγιστα τον Ελληνα της ύπαίθρου, αποζώντα εκ της εκμεταλλεύσεως της γης, εθεωρήθησαν δε ως αρπαγή της πατρικής κληρονομιάς και του οικογενειακού μόχθου.

 Παράλληλα προς την απώλειαν της ιδιοκτησίας και τα άλλα αγαθά της ανθρωπίνης ζωής, η τιμή, η σωματική άκεραιότης, η ασφάλεια, εύρέθησαν εις την άπόλυτον διάθεσιν των άπλήστων Τούρκων φεουδαρχών. 
Αν δε τα υπό του Πορθητου (Φατίχ) και των διαδόχων του σουλτάνων παραχωρηθέντα προνόμια  έσχον εύεργετικήν τινα έπίδρασιν εις τους κατοίκους των άστικών κέντρων, εις τον άγρότην και τον βοσκόν ελαχίστην έσχον απήχησιν.

Οι Ελληνες αυτοί της ύπαίθρου, ιδία των ορεινών περιοχών, ανυπότακτοι και φιλελεύθεροι, μη ανεχόμενοι την διοικητικήν αύθαιρεσίαν και την κατάχρησιν των οργάνων της πολιτείας, αντελήφθησαν ταχέως ότι καθίστατο άδύνατος η απονομή της δικαιοσύνης υπό δουλείαν

Καί ως να μη ήρκουν αυτά τα αφάνταστα δεινά, επεξετάθη μετ' ολίγας δεκαετηρίδας και ο θεσμός του παιδομαζώματος (ντεβσιρμέ), εκ των σκληροτέρων δοκιμασιών, αιτινες έπεβλήθησαν εις τους Χριστιανούς της Βαλκανικής Χερσονήσου από τους Τούρκους. 

Το παιδομάζωμα, περί του οποίου θα διαλάβωμεν κατωτέρω, υπήρξε λίαν όδυνηρόν διά την ελληνικήν οίκογένειαν και επιβλαβέστατον διά την ελληνικήν φυλήν.

Οι ορεινοί κάτοικοι της Μακεδονίας,
 παράλληλα προς την πολεμικήν τέχνην, 
επεδίδοντο και εις την ληστείαν και την ζωοκλοπήν,
υπολείμματα της οποίας έχομεν διαπιστώσει μέχρι των τελευταίων δεκαετηρίδων . 

Η ληστεία όμως γέννα την ανυποταξίαν, όπου δε ο δυνάστης αρπάζει την ίδιοκτησίαν, προσβάλλει την τιμήν, έπιβάλλει δυσβάστακτον φορολογίαν, ώθεί τον φύσει άνυπότακτον όρεινόν κάτοικον εις την ληστείαν εξ ανάγκης, αλλά και εις το έγκλημα της έκδικήσεως .

Υπό τας συνθήκας λοιπόν αύτάς πολλοί κάτοικοι των ορεινών περιοχών και των ορεινών προσβάσεων ήρχισαν να έγκληματούν κατά των οργάνων της έξουσίας, να φυγοδικούν, να ληστεύουν και τελικώς να τρέπωνται εις τα όρη, καταδιωκόμενοι υπό των αποσπασμάτων διώξεως.


 Έγένοντο λοιπόν φυγόδικοι, κατήρχοντο εις τας πεδιάδας και επετίθεντο εις τας όρεινάς διαβάσεις (ντερβένια) κατά των διερχομένων ιδιωτών η καραβανιών, ελάμβανον βιαίως την τροφήν των, τον ίματισμόν, ανταποδίδοντες τα ισα εις τον κατακτητήν. 

Αυτός ο  κ λ έ φ τ η ς,
 όπως τον απεκάλει ο ελληνικός λαός, 
ο ληστής, ο ζωοκλέπτης, 
ο οποίος εκ παραλλήλου προς τον Τούρκον εφόνευεν
 ενίοτε και τον συγχωριανόν του ,
 ο μη σκεπτόμενος παρά τον εαυτόν του και την οίκογένειάν του,
 ο αγωνιζόμενος διά την προσωπικήν του έλευθερίαν και συντήρησιν, 
είναι το πρώτον κύτταρον
και εν συνεχεία 
ο πρόδρομος του αγωνιστου της επαναστάσεως του 1821.

Η δημιουργηθεισα και συνεχώς αύξανομένη άνταρσία αύτη 
εις τα βουνά της Μακεδονίας 
ήρχισε να παρεμβάλλη σοβαρά προσκόμματα εις την τουρκικήν διοίκησιν, 
μη δυναμένην να έπιβάλη τάξιν και ασφάλειαν εις το έσωτερικόν, 
άλλά και ύποχρεωμένην ν  αντιμετωπίζη έξωτερικούς κινδύνους .

Προ της καταστάσεως ταύτης ήναγκάσθησαν οι Τούρκοι να προσλάβουν εκ των ιδίων κλέφτικων ομάδων τους πλέον επιφανεις, άλλά και άλλους Χριστιανούς, διαθέτοντας αιγλην τινά και έπιβολήν εις τας όρεινάς περιοχάς, κυρίως εκ των κτηνοτροφικών περιοχών (Βλάχους) εις την υπηρεσίαν  διώξεως της ληστείας και της φυλάξεως των ντερβενίων και γενικώτερον της ύπαίθρου, παραχωρήσαντες εις αύτούς διάφορα προνόμια. 

Ανέθεσαν λοιπόν οι Τούρκοι, φρονίμως σκεφθέντες, την διατήρησιν της δημοσίας άσφαλείας της ύπαίθρου εις τους ιδίους άνυποτάκτους πληθυσμούς, την οποίαν αύτοί δεν είχον κατορθώσει να επιτύχουν. 

Αύτοί είναι οι λεγόμενοι αρματολοί. 

Η τουρκική διοίκησις τους έξέλεξε διά την δίωξιν των κλεφτών .

 Μέτρον σοφόν διά τον κατακτητήν, το όποιον όμως προεκάλεσεν ομηρικούς άγώνας μεταξύ  αρματολών και κλεφτών και το κεφάλαιον τούτο της ιστορίας δειται ιδιαιτέρας ερεύνης.


Οι πρώτοι Ελληνες αρματολοι 
εμφανίζονται εν Μακεδονία 
κατά τας τουρκικάς πηγάς  το έτος 1627
 εις την περιοχήν Βεροίας Ναούσης, 
έντεταλμένοι την δίωξιν της ληστείας εις την ύπαιθρον.

 Τα δημοσιευθέντα παρά του γράφοντος τουρκικά έγγραφα είναι τα παλαιότερα, εξ όσων γνωρίζομεν, και μοναδικά εν Ελλάδι επί του θέματος των αρματολών, δικαιούμεθα όμως να συμπεράνωμεν ότι υπήρχον εις την περιφέρειαν αύτήν και παλαιότεροι αρματολοι. 

Η περιφέρεια Βεροίας Ναούσης εμφανίζεται ως η πρώτη αρματολική περιφέρεια εν τη Μακεδονία, 
άλλά και όλοι οι παρελαύνοντες αρματολοι και κλέφτες
 εις τα δημοσιευόμενα επίσημα έγγραφα είναι Ελληνες, 
φέρουν ονόματα ελληνικά, 
 παρ' όλον ότι την έποχήν εκείνην υπήρχον εις την περιοχήν αυτήν Σλάβοι (Βούλγαροι). 

Σλάβοι αρματολοί και χαιδούκοι (κλέφτες) έδρων βορειότερον .


Κατά το έτος 1628 διορίζονται παρά της τουρκικής διοικήσεως έτεροι 12 αρματολοι Ελληνες με αρχιαρματολόν τον Δήμον Νίκου και με προορισμόν την φύλαξιν του ντερβενίου Μεγάλου 'Αγιάννη της Βεροίας. 

Παρ' όλα όμως τα μέτρα ασφαλείας της τουρκικής διοικήσεως το ντερβένιον τούτο προσβάλλεται  από 70 κλέφτες, οιτινες φέροντες και σημαίας (μπαιράκ) έλήστευσαν καραβάνιον από Εβραίους και Ελληνας έμπορευομένους, μεταβαίνοντας εις την έμποροπανήγυριν της 'Ελάσσονος. 

Κατά την από του 1660 έως το έτος 1700 περίοδον οι άρχικλέφτες του Βερμίου και των Πιερίων Περδικάρης, Πολύζος η καπετάν Καλόγηρος, εκ Ναούσης αμφότεροι, Παναγιώτης Γράφας από το Κουστοχώρι της Βεροίας, καπετάν Μπαλαμπάνης, εκ της αύτής περιοχής, και Ανδρέας Σερμπέτης, επί κεφαλής ομάδων κλεφτών αναστατώνουν κυριολεκτικώς τόσον την τουρκικήν διοίκησιν, όσον και τους κατά τεκμήριω διώκτας των αρματολούς, με διαρπαγάς και ληστείας, ματαίως δε αγωνίζεται η τουρκική διοίκησις να έπιβάλη την τάξιν. 

Το προσωπικόν γόητρον του αρματολού, άδυνατούντος να έκτελέση άνειλημμένας ύποχρεώσεις, προσεβάλλετο εκ της δράσεως των οργανωμένων κλεφτών.
 Έπηκολούθουν ως εκ τούτου μάχαι μεταξύ  αρματολών και κλεφτών και αρκετοί κλέφτες εξωντώνοντο η συλλαμβανόμενοι αιχμάλωτοι κατεδικάζοντο κατά κανόνα εις τον δι' άγχόνης θάνατον μετά συνοπτικήν διαδικασίαν παρά του τουρκικού δικαστηρίου της Βεροίας.

Βλέπομεν εκ της αναγνώσεως των τουρκικών εγγράφων ότι το Βέρμιον και τα Πιέρια προηγούντο εις τον αρματολισμόν και την κλεφτουριάν των άλλων περιφερειών . 

Τούτο οφείλεται καθ' ήμάς, έκτος του πολεμικού χαρακτήρος των ορεσιβίων Μακεδόνων, και εις την σύστασιν του έδάφους της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας , διότι αι άλλεπάλληλοι και συνεχόμεναι όροσειραί υπήρξαν άνέκαθεν τα κατάλληλα ορμητήρια και καταφύγια, άτινα ως εκ των εδαφικών άνωμαλιών και της πυκνής βλαστήσεως δχηυκόλυνον την διαφυγή ν των κλεφτών, καθιστώντα δύσκολον και την διωξιν αύτών.

Κατά τα έτη 1682 και 1683 οι κλέφτες της Βορείου και Κεντρικής Μακεδονίας δρουν ομαδικώς κατά της τουρκικής διοικήσεως και περιφερόμενοι έφιπποι και πεζή προκαλούν τοιαύτας άναστατώσεις , ώστε η τουρκική διοίκησις ήναγκάσθη να ζητήση την συνδρομήν των  αρματολών και να λάβη σκληρά μέτρα κατά των κλεφτών και των περιοχών αύτών, άλλά και να έπιβάλη βαρείας ποινάς εις πάντα Τούρκον, ο οποίος έξηναγκάσθη η έπιέσθη και τελικώς ήνέχθη την υπό των κλεφτών δημιουργηθεισαν κατάστασιν.

Εκ των πληροφοριών του Αρχείου Βεροίας διαπιστούται διά πρώτην φοράν η ύπαρξις Ελλήνων κλεφτών εις την Βόρειον Μακεδονίαν, άλλά και η συνεργασία αυτών με κλέφτες της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας. 

Χαρακτηριστικόν της συνεργασίας και της δράσεως των κλεφτών αυτών υπήρξεν η έπίθεσις, την οποίαν ένήργησαν έναντίον εμπορευομένων, μεταβαινόντων εις τας εμποροπανηγύρεις της Μοσχοπόλεως, Δόλιανης και Ελάσσονος, τους οποίους και απεγύμνωσαν.

 Κατά την ιδίαν έποχήν, ένεκα των πολλών ύπερβασιών της τουρκικής διοικήσεως, πολλοί κάτοικοι του χωρίου Μηλιά  των Πιερίων Όλύμπου έτράπησαν όμαδικώς εις τα όρη, πυκνώσαντες τας τάξεις των κλεφτών.
 Οι Τούρκοι εκδικούμενοι διήρπασαν τα περιουσιακά αγαθά των κατοίκων του χωρίου τούτου και έξετόπισαν τας συζύγους και τα τέκνα των εις άλλας έπαρχίας.
 Δεν παρήλθεν όμως πολύ διάστημα και ήναγκάσθησαν να χορηγήσουν άμνηστείαν γενικωτέρας μορφής, υπό την προυπόθεσιν ότι οι κλέφτες θα μετενόουν και θα έπέστρεφον εις τα χωρία των, με την υπόσχεσιν περαιτέρω ειρηνικής διαβιώσεως.

Κατά το έτος 1699 έξεδόθη αύτοκρατορικόν φιρμάνιον , εκ του όποιου προκύπτει ότι οι διοριζόμενοι Ελληνες αρματολοι είσέπραττον παρανόμως παρά των διερχομένων εκ των ντερβενίων εμπόρων και διαβατών φόρον διαβάσεως (μπάτσι μουρούρ) και ότι παραπονα των αδικουμένων είχον φθάσει μέχρι της Υψηλής Πύλης, ήτις θορυβηθείσα διέταξε τον μουτεσαρίφην Θεσσαλονίκης, έχοντα ευρυτάτην διοικητικήν δικαιοδοσίαν επί των καζάδων 'Ιωαννίνων, Λαρίσης, Σερβίων, Δοιράνης, Γρεβενών, Γενιτσών, Στρωμνίτσης, Μοναστηρίου, Περλεπέ και Κιοπρουλού, 
να αντικαταστήση τους Ελληνας αρματολούς διά Τούρκων. 

Ο μουτεσαρίφης Χασάν πασάς, μη εύρίσκων προφανώς Τούρκους καταλλήλους και προθύμους να διάγουν τον τραχύν και έπικίνδυνον βίον του αρματολού, έθεώρησε σκόπιμον να προσλάβη 'Αλβανούς ως αρματολούς . 

Οι Αλβανοί όμως, είθισμένοι εις την ληστείαν , εντός ολίγων ετών έξειλίχθησαν εις τυράννους όλων εκείνων των περιφερειών, άδικοπραγούντες και ληστεύοντες άδιακρίτως τους κατοίκους, την ασφάλειαν των οποίων, αφελώς σκεπτομένη η τουρκική διοίκησις, είχεν έμπιστευθή εις αύτούς.
 
'Ιδιαιτέρως εστράφησαν κατα των Ελλήνων χωρικών, οίτινες άδυνατούντες να υπομείνουν τους εκβιασμούς, τας διαρπαγάς και τα άλλα δεινά, άτινα ύφίσταντο παρά των οργάνων αυτών άσφαλείας της παραπαιούσης διοικήσεως, 
ήναγκάζοντο να καταφεύγουν όμαδικώς εις τα ορεινά κρησφύγετα της Μακεδονίας, πυκνούντες τας τάξεις των κλεφτών και επιδιδόμενοι εις άντεκδικήσεις. 

Οι Έλληνες αρματολοί απωλέσαντες τα αρματολίκιά των 
ηνώθησαν μετά των κλεφτών και άμφότεροι έστράφησαν κατά των 'Αλβανών  αρματολών και ντερβεναγάδων, επιδιώκοντες αφ' ένός ν' αποδείξουν αύτούς ανικάνους προς την τουρκικήν διοίκησιν και αφ' έτέρου ν' άμυνθούν κατά των ύπερβασιών των.

  'Έκτοτε νομίζω ότι χρονολογείται ο συνεχής άνταγωνισμός μεταξύ των πολεμικών άνδρών των βουνών της Μακεδονίας και των 'Αλβανών, οίτινες ύπεισήλθον βαθμηδόν και κατ' ολίγον εις την έσωτερικήν διοίκησιν του τουρκικού κράτους , ιδία εν Δυτική Μακεδονία άρχικώς και αργότερον εν τη Κεντρική και 'Ανατολική, και απεκορυφώθη κατά τους χρόνους του 'Αλή Τεπελενλή

Αργότερον, ως θα ιδωμεν εν συνεχεία, οι 'Αλβανοί αρματολοι έδιώχθησαν παρά της τουρκικής διοικήσεως, αλλ' ο ανεπιθύμητος αύτός παραγων, τον οποίον οι Τούρκοι εκόσμουν με τας χειροτέρας ύβρεις , απαξ ύπεισελθών εν τη εσωτερική διοικήσει του τουρκικού κράτους, δεν ήτο εύκολον ν' απομακρυνθή.

Αρχομένης της ανοίξεως του έτους 1705 είχε διαταχθή διά σουλτανικού φιρμανίου η στρατολογία νέων χριστιανοπαίδων προς πύκνωσιν των τάξεων των γενιτσαρικών έστιών (γεντσαρίν ότζακλαρή). 

Είς το φοβερόν αύτό μέτρον του παιδομαζώματος, ως γνωστόν, υπέκειντο όλοι οι υπό τον όθωμανικόν ζυγόν διαβιούντες χριστιανικοί λαοί της 'Οθωμανικής Αύτοκρατορίας.

 Ο σιλιχτάρης των ανακτόρων 'Αχμέτ Τσελεμπή  μετέβη εις την Νάουσαν, ινα στρατολογήση εκ της πόλεως αύτής πεντήκοντα έπιλέκτους μικρούς ελληνόπαιδας, προοριζομένους διά γενιτσάρους, αλλ' οι κάτοικοι της Ναούσης όχι μόνον άντέδρασαν κατά της στρατολογίας των τέκνων των, αλλ' έχοντες επί κεφαλής τον αρματολόν Ζήσην Καραδήμον μετά των δύο υιών του και των οπαδών του, συνεπλάκησαν μετά των Τούρκων, εφόνευσαν τον στρατολόγον και τους συνοδεύοντας αυτόν και ακολούθως, ανερχόμενοι εις έκατόν, ετράπησαν εις τα πέριξ της πόλεως δασώδη όρη, έπιτιθέμενοι έκειθεν κατά των Τούρκων και διασαλεύοντες την τάξιν. 

Ο μπεηλέρμπεης της Ρούμελης απέστειλε προς καταδίωξιν του σώματος του Καραδήμου τον μπουλούκμπασην της Βεροίας Ρετζέπ αγά, ήγούμενον έπιλέκτου και σοβαράς δυνάμεως Τούρκων στρατιωτών.

Οι αντίπαλοι συνεκρούσθησαν μετά του σώματος του Καραδήμου πλησίον του ποταμού της Ναούσης 'Αραπίτσα, η δε έπακολουθήσασα μάχη υπήρξε λυσσώδης και σκληρά κατά το τουρκικό ν έγγραφον. 

Οι Τούρκοι επεχείρησαν δι' ύπερτέρων δυνάμεων να έπιτύχουν την κύκλωσιν του ελληνικού σώματος, χωρίς να το κατορθώσουν.

 Ο Καραδήμος παρά την κρατεράν άμυναν, εύρισκόμενος προ ύπερτέρων δυνάμεων τακτικού τουρκικού στρατού, ήναγκάσθη να ύποχωρήση μαχόμενος προς τας δυσπροσίτους κορυφάς του Βερμίου, κατά την ύποχώρησιν όμως έφονεύθη μαχόμενος και μία ομάς αρματολών, εις την οποίαν εύρίσκοντο οι δύο υιοί του και εξ οπαδοί, ήχμαλωτίσθη, των ύπολοίπων διαφυγόντων τελικώς. 

Οι αίχμαλωτισθέντες μετεφέρθησαν εις την Βέροιαν και έδικάσθησαν υπό του ίεροδικείου της πόλεως, προεδρεύοντος του καδή Χαλήλ έφέντη, με την κατηγορίαν της ένοπλου στάσεως, άνθρωποκτονίας και ληστείας.

 Η καρτεροψυχία, το θάρρος και η τόλμη των κατηγορουμένων υπήρξαν παροιμιώδεις και άντάξιαι της παραδόσεως των Ελλήνων κλεφτών.
 Όπως διαλαμβάνει το διασωθέν πρακτικόν της δίκης «ετόλμησαν να διακηρύξουν δια των ακαθάρτων χειλέων των ότι είμεθα αρματωλοι και διακηρυττομεν τα φρονήματά μας». 

Κατεδικάσθησαν απαντες εις τον δι' άγχόνης θάνατον,εκρεμάσθησαν εις τον διασωζόμενον εισέτι ιστορικόν πλάτανον της Βεροίας, αι δε αποκοπεισαι κεφαλαί των, κατά μακάβριον τουρκικόν έθιμον, απεστάλησαν εις τον βαλήν της Ρούμελης. 
Ταυτοχρόνως συνελήφθησαν εις την Νάουσαν και την περιοχήν αι οίκογένειαι του αρματολικού αύτου σώματος, 40 άνδρες και 29 γυναίκες, και μετήχθησαν εις τας φυλακάς της Θεσσαλονίκης. 

Η τουρκική αύτή δίωξις του Καραδήμου έστοίχισε κατά τας τουρκικάςπηγάς 74.387 χρυσά γρόσια, ποσόν σοβαρόν διά την έποχήν έκείνην.

Το θάρρος του ελληνικού αρματολικού σώματος της Ναούσης και η έπίθεσις κατά των Τούρκων στρατολόγων, άλλά και η άρνησις να παραδώσουν τα τέκνα των, τα προοριζόμενα διά γενιτσάρους, αποτελει μοναδικό ν φαινόμενον εις την ίστορίαν του αρματολισμού εν Ελλάδι, εξ όσων γνωρίζω. 

Είς τας ψυχάς των άνδρείων αυτών πολεμιστών, άρνουμένων να συμμορφωθούν εις τας έπιταγάς κράτους απεράντου και ισχυρού, όπως ήτο τότε η 'Οθωμανική Αύτοκρατορία, το όποιον είχεν ήδη από 200 και πλέον έτών έπιβάλει αύτό το σκληρόν μέτρον του παιδομαζώματος (ντεβσιρμέ), η ένοπλος άντίστασις και εν συνεχεία η έπίθεσις, αποδεικνύουν άναντιρρήτως την απαράδεκτον συμπεριφοράν του δυνάστου, τον πόθον της έλευθερίας και την ένοπλον όργάνωσιν του ελληνικού λαού προς αποτίναξιν του ζυγού της δουλείας. 

Είναι τα σπέρματα μιας κυοφορουμένης και οργανουμένης επαναστάσεως, διότι έκτοτε, ως θα ίδωμεν εν συνεχεία, εις τα βουνά της έλευθερίας καταφεύγουν όμαδικώς οι καταδυναστευόμενοι Ελληνες και σφυρηλατούνται έκεί, εις την έλευθέραν Ελλάδα, τα όνειρα και αι έλπίδες του δουλεύοντος Γένους.
Μεταξύ των έτών 1710 και 1711 Ελληνες αρματολοι και κλέφτες, καθώς και 'Αλβανοί, ιδιαιτέρως δρώντες, αλλά και συνεργαζόμενοι, έπιτίθενται τόσον εις την περιοχήν Μοναστηρίου και την Ηπειρον, όσον και εις τους καζάδες Εδέσσης και Γενιτσών εναντίον ντερβενίων και χωρίων και έπιφέρουν μεγάλας καταστροφάς .

Ο μπεηλέρμπεης της Ρούμελης, εύρισκόμενος εν Σόφια, διετάχθη να περιοδεύση την Ρούμελην  και να προβή εις ώργανωμένην έκστρατείαν κατά των  αρματολών και κλεφτών Ελλήνων και 'Αλβανών. Αι έπιδρομαί αύται συμπίπτουν χρονολογικώς με την κατά των Τούρκων επίθεσιν των Ρώσων, επί Πέτρου του Μεγάλου, όστις διά προκηρύξεών του προσεπάθησε να έξεγείρη τους λαούς της Βαλκανικής Χερσονήσου κατά της Τουρκίας ύποσχεθείς πολλά ανταλλάγματα.
Αι προκηρύξεις εκείναι επηρέασαν  τον ελληνικόν λαόν, το δε όνομα του αύτοκράτορος της Ρωσίας έμνημονεύετο εις τας ελληνικάς έκκλησίας, άλλά και οι Ελληνες υπόδουλοι από την όρθόδοξον Ρωσίαν πολλά προσεδόκουν. 
H ήττα όμως των Ρώσων παρά τον Προύθον, δεν υπέσχετο τότε την αναμενομένην συνδρομήν .

 Παρ' όλον ότι έλλείπουν περισσότεραι πληροφορίαι διά την έποχήν έκείνην, πρέπει να όμολογηθή ότι έκτοτε οι Ελληνες αρματολοι και κλέφτες, ήρχισαν να συνειδητοποιούν την ίδέαν, ότι δεν απέχει πολύ η εποχή κατά την οποίαν, όργανούμενοι και βοηθούμενοι από την χριστιανικήν Ρωσίαν, θα επετύγχανον διά της συνδρομής της μίαν ήμέραν την απελευθέρωσιν της πατρίδος.

Ο αναβρασμός των Ελλήνων κλεφτών της Μακεδονίας εξακολουθεί και μετά την λήξιν του ρωσοτουρκικού πολέμου, διότι κατά το έτος 1714 διά σουλτανικού φιρμανίου  διετάχθη συστηματική εκστρατεία διά τακτικού στρατου και γενιτσάρων εναντίον των κλεφτών της περιοχής Γενιτσών και Εδέσσης προς αποκατάστασιν της σοβαρώς διασαλευθείσης τάξεως εις την ύπαιθρον.

Φαίνεται όμως ότι παρ΄ όλην την δίωξιν των κλεφτών, ούτοι εξηκολούθουν να έπιδρούν επί της δημοσίας ζωής, ιδίως των κοινοτήτων, ώστε να μη έπιτρέπουν τον διορισμόν κοινοτικών αρχόντων και φυλάκων των χωρίων και των κτημάτων, αν δεν ήσαν της έγκρίσεως αυτών, ασκούντες εν είδος κατασκοπείας και συνεργαζόμενοι με τους άλλους κλέφτες .

 Τοιούτοι φύλακες εν Ναούση κατά το έτος 1717, προοριζόμενοι να φυλάττουν την πόλιν, άλλά προερχόμενοι εκ των παλαιών κλεφτών, είσέβαλον εν καιρώ νυκτός εις το κατάστημα του Ίεροδικείου της περιτειχισμένης πανταχόθεν αύτής πόλεως και αγνοήσαντες τας διαταγάς του έγερθέντος εκ του ύπνου ίεροδίκου Μεχμέτ, άπηλευθέρωσαν ένα δούλον, άφήρεσαν χρήματα του Τουρκικού Δημοσίου και άνήρπασαν τα πράγματα του ίεροδίκου. 

Καί ναι μεν διά φιρμανίου διετάχθη ο ίεροδίκης Θεσσαλονίκης να λάβη τα ένδεδειγμένα μέτρα διά την αποκατάστασιν της τάξεως και την άπόδοσιν των διαρπαγέντων, άλλά το έπεισόδιον αύτό μαρτυρεί εύγλώττως πόσον οι κλέφτες και αρματολοί επηρέαζον την δημοσίαν ζωήν της ύπαίθρου χώρας.
Άνωτέρω έξεθέσαμεν ότι κατά το έτος 1699 είχον αντικατασταθή οι Ελληνες αρματολοί δι' 'Αλβανών, έκδοθέντος προς τούτο σουλτανικού φιρμανίου, αλλ' η διαγωγή των 'Αλβανών και η άντίδρασις του ελληνικού στοιχείου, δεν έπέφερον τα άναμενόμενα υπό της τουρκικής διοικήσεως αποτελέσματα και η τάξις εις την ύπαιθρον χώραν διεταράχθη.  

Προς αντιμετώπισιν της δημιουργηθείσης καταστάσεως, κατά μήνα Ίανουάριον του έτους 1722, εξεδόθη νέον αύτοκρατορικόν φιρμάνιον απευθυνόμενον προς τον βεζίρην της Ρούμελης 'Οσμάν πασάν, διαμένοντα εις Νύσαν της Γιουγκοσλαβίας, όστις διετάσσετο να μεταβή εις την Ρούμελην και να προβή εις τον διορισμόν φυλάκων των ντερβενίων (αρματολών) ύποδεικνυομένων υπό των ραγιάδων κατοίκων των βιλαετίων της Ρούμελης, εις άλλα δε ντερβένια, όπου δεν υπήρχεν ανάγκη να διορισθούν αρματολοί,να φυλάττουν οι ιδιοι ραγιάδες και να λαμβάνωνται γενικώτερα μέτρα, ώστε να έπανέλθη η διασαλευθείσα τάξις και ασφάλεια.

Έπί τι διάστημα απακατεστάθη διά των ληφθέντων μέτρων ποιά τις τάξις, άλλά κατά το έτος 1747 εμφανίζεται εις την περιοχήν Βεροίας και Ναούσης ώργανωμένον σώμα κλεφτών Ελλήνων υπό την αρχηγίαν του Γούτα , καταγομένου εκ Κατρανίτσης (νύν Πύργοι) της δυτικής πλευράς του Βερμίου, το όποιον έπροξένησε μεγάλας φθοράς εις περιουσιακά αγαθά Τούρκων και Ελλήνων, επιχειρήσαν δι' ένέδρας ν' απαγάγη Τούρκους άξιωματούχους και τελικώς, αφ' ου έπέδραμε κατά του χωρίου Σέλι του Νοτίου Βερμίου, απεσύρθη εις την περιοχήν Κατρανίτσης.

 Μετά τινα έτη εις την περιοχήν Καιλαρίων (Πτολεμαίδος) Κοζάνης έτερον σώμα Ελλήνων κλεφτών υπό τον αρχικλέφτην Μόκον, τον Μακρυγιάννην, Θεοδόσιον και άλλους περί τους τεσσαράκοντα, συμπλακέν με καταδιωκτικόν άπόσπασμα, υπέστη σο βαράς άπωλείας εις νεκρούς, άναγκασθέν να έγκαταλείψη την περιοχήν. 
Την ιδίαν τύχην έσχον και οι κλέφτες του Βερμίου Μάρκος και Σάρκος.
Μετά μικράν αναπαυλαν, οι κλέφτες του Βερμίου και των Πιερίων ήρχισαν νέαν δρασιν . 
Οι αρχικλέφτες Κατσαούνης, Σεντέφκος, Χρήστος, Μανώλης και Σαβράνος, επί κεφαλής ισχυρών ομάδων κλεφτών διατρέχουν όλόκληρον την όρεινήν έκείνην περιοχήν, μαχόμενοι έπιτυχώς προς τα τουρκικά καταδιωκτικά αποσπάσματα και τους ντερβεναγάδες. 

Την έποχήν έκείνην δεν υπήρχε μακεδονικόν βουνόν χωρίς τον κλέφτην του και ούτε ορεινή περιοχή, εις την οποίαν η τουρκική έξουσία να δύναται ν' ασκήση και υποτυπώδη διοίκησιν.

Το Βέρμιον, ο Όλυμπος, τα Πιέρια, το Καιμακτσαλάν, τα Χάσια, η περιοχή των Γρεβενών, έκλεφτοκρατούντο απολύτως, οι δε Τούρκοι ματαίως ήγωνίζοντο με τα ολίγα αποσπάσματα και τα άλλεπάλληλα και συγκρουόμενα φιρμάνιά των, να καταπνίξουν την διαρκώς αύξανομένην κίνησιν των άνυποτάκτων ελληνικών ορεινών πληθυσμών, προάγγελον μιας γενικωτέρας και ώργανωμένης έξεγέρσεως εις το μέλλον. 

Διανύομεν μίαν εποχήν, κατά την οποίαν δεν συναντώμεν αρματολούς εις την υπηρεσίαν  της τουρκικής διοικήσεως, διότι και αύτοί, Ελληνες πατριώται, μισούντες τον τύραννον, είχον μεταπηδήσει εις την τάξιν των κλεφτών. 

Καί εις επίρρωσιν των όσων έκθέτομεν ενταύθα, θα περιγράψωμεν μίαν τοιαύτην σύμπραξιν  αρματολών και κλεφτών, μοναδικήν εις τα χρονικά του αρματολισμού και της κλεφτουριάς εις την Ελλάδα.

Συμφώνως προς σχετικόν φιρμάνιον  του έτους 1765, διετάχθη ο βαλής της Θεσσαλονίκης βεζίρης Κιοπρουλού Ζαντέ 'Αχμέτ πασάς, να προβή εις την λήψιν δραστικών μέτρων διώξεως των κλεφτών, διότι μεγάλαι δυνάμεις αυτών υπό την άρχηγίαν των αρχικλεφτών Πατραζίκ (Υπάτης), Πλαταμώνος (Ολύμπου), Ελάσσονος, Τρικκάλων, Σερβίων, Βεροίας και άλλων περιοχών, 
υπό τον καπετάν Σαλαμούραν του Πλαταμώνος,
 τους καπετανέους Κόλιον, Λάζον, Κατσαούνην και Βοζίκην της περιφερείας 'Ελάσσονος, 
τους καπετανέους Μίχον, Μάρκον και Κώσταν της περιφερείας Σερβίων,
τον καπετάν Τσώμην του Δομοκού, 
τους καπετανέους Άστεριάδην, Μπάμπον, Βέχαν και Σταμούλην της περιφερείας Τρικκάλων,
τους καπετανέους Μπέλικαν και Μπράκον της περιφερείας Βεροίας,
τους καπετανέους Κοντογιάννην και Δημήτριον Παπάζογλου εκ Γούρας 
και τον Μήτρον από το Πατρατζίκ (Ύπάτην), 
τους καπετανέους μικρόν Ζήδρον και Τσολάκ (Τσολάκογλου;), 

έπέδραμον κατά των χωρίων του 'Ολύμπου, συνέλαβον αιχμαλώτους, διά τους οποίους έζήτησαν λύτρα προς απελευθέρωσιν, τελικώς δε κατέλαβον το τσιφλίκιον Κάλλιανη περί τον 'Αλιάκμονα ποταμόν, εφόνευσαν και ετραυμάτισαν πολλούς, διήρπασαν τρόφιμα, έπιπλα και άλλα διάφορα αντικείμενα , τα όποια φορτώσαντες επί 94 ήμιόνων άνεχώρησαν. 
Πρόκειται περί επιδρομής κατά τσιφλικιού Τούρκων τιμαριούχων, αλλ' ο τρόπος της οργανώσεως και επιθέσεως τόσον πολυπληθούς σώματος κλεφτών με άρχηγούς τους καλυτέρους πολεμικούς άνδρας των περιφερειών έκείνων πολλά υπέσχετο διά το μέλλον.

 Βεβαίως η επιδρομή είχε ληστρικόν χαρακτήρα, αλλ' ως και εν άρχή του παρόντος έξεθέσαμεν, η ληστεία υπήρξεν εκ των κυριωτέρων έλατηρίων της άνταρσίας των ορεινών περιοχών. 
Τούτο άλλωστε έξηκολούθησε παραλλήλως προς άλλα έπιτεύγματα και μέχρι των άρχών της επαναστάσεως του 1821, διότι οι άνδρες αύτοί ήσαν υποχρεωμένοι ως εκ του βίου, τον όποιον διήγον, να διατρέφωνται εκ διαρπαγών και ληστειών και να συντηρούν τας οικογενείας των εξ αύτών.
Κατά τον επί της αύτοκρατείρας Αικατερίνης της Β' ρωσοτουρκικόν πόλεμον και την ατυχή επανάστασιν της Πελοποννήσου, η Μακεδονία δεν έμεινεν άμέτοχος. 

Έκινήθησαν τόσον ο πληθυσμός των μικροαστικών κέντρων και της ύπαίθρου, όσον και οι αρματολοι και κλέφτες των βουνών. 
Ο εκ των Ρώσων πρακτόρων και εκ Σιατίστης καταγόμενος Γεώργιος Παπαζώλης , άξιωματικός του πυροβολικού του ρωσικού στρατου και εκ των κυρίων ύποκινητών της επαναστάσεως της Πελοποννήσου, καθ' ύπάρχουσαν εν τη Δυτική Μακεδονία παράδοσιν,
προσεκάλεσεν εις την Πελοπόννησον τους αρχικλέφτες Ζιάκαν της περιοχής Γρεβενών και Γιάννην Φαρμάκην από το Βλάτσι, Θειον του αγωνιστου του 1821.

Πέραν της παραδόσεως ταύτης οι αρχικλέφτες  του 'Ολύμπου Ζήδρος, Λαπας και Λάζος έκινήθησαν κατά των Τούρκων εις τας περιφερείας των, άλλά καταδιωχθέντες συστηματικώς υπό των τουρκικών στρατευμάτων, 
άτινα φοβούμενα γενικωτέραν έξέγερσιν των Ελλήνων είχον πλημμυρίσει την Μακεδονίαν, υπεχώρησαν διαρκώς μαχόμενοι και έφθασαν εις το Αίτωλικόν της Ακαρνανίας, πλην του σώματος του Ααπα, το όποιον κατέφυγεν εις τον Άσπροπόταμον (Άχελώον). 

Πολιορκηθέντες υπό των Τούρκων ο Ζήδρος και ο Λάζος εις το Αίτωλικόν, ήγωνίσθησαν σκληρώς επί τρίμηνον σχόντες με: γάλας άπωλείας, άλλά προσβληθέντες εν συνεχεία υπό της έπιδημίας της εύλογίας κατώρθωσαν τελικώς, ελάχιστοι εξ αύτών, να σωθούν και με άρχηγόν τον Πάνον Ζήδρον να έπιστρέψουν εις τα ορμητήρια του 'Ολύμπου και των Πιερίων.

Κατά το έτος 1772 άφίχθη εις την Μακεδονίαν ο ιατρός Σωτήριος Λευκάδιος, πράκτωρ των Ρώσων, αποσταλείς υπό του Ρώσου ναυάρχου Σπυριντώφ ,
 ινα έξεγείρη τους Έλληνας κατά των Τούρκων.

 O Λευκάδιος, εν συνεννοήσει με τους πολεμικούς άνδρας της Μακεδονίας, 
κατήρτισε σώμα εκ 300 πολεμιστών, 
το όποιον διεκρίθη αργότερον κατά την πολιορκίαν της Βηρυττού, μεταφερθέν υπό των Ρώσων, και ακολούθως προσεταιρίσθη τον επίσκοπον Εδέσσης Μελέτιον, τον Βεροίας Δανιήλ και άλλους έπισκόπους ύπαγομένους εις την μητρόπολιν Θεσσαλονίκης . 

Συνήλθον μάλιστα εις σύσκεψιν άρχικώς εν Ναούση και εν συνεχεία εν Κοζάνη οι άνωτέρω έπίσκοποι καθώς και ο Καμπανίας Θεόφιλος, ο Πλαταμώνος Διονύσιος, ο Σερβίων και Κοζάνης Θεόφιλος, ο Πέτρας Ολύμπου Αθανάσιος και ο Κίτρους Ιγνάτιος, συμφωνούντος και του Αρδαμερίου Διονυσίου. 
Κατά την συγκροτηθείσαν σύσκεψιν μετά των προκρίτων της περιοχής απεφασίσθη να δεχθούν τας προτάσεις του Λευκαδίου και εν συνεργασία μετά των  αρματολών καθώρισαν 25 στρατιωτικά (αρματολικά) σώματα να έξεγερθούν εν καιρώ κατά των Τούρκων. 

Οι κυρίως πρωταγονισταί μητροπολίται Εδέσσης και Βεροίας έσπευσαν να γνωρίσουν τας αποφάσεις των συνελεύσεων εις τον Λευκάδιον. 
Δεν γνωρίζομεν την έκτασιν, την οποίαν έλαβεν η δημιουργηθεισα κίνησις, έλλείψει άλλων πληροφοριών, αλλ' οι πληθυσμοί της Μακεδονίας έδεινοπάθησαν τότε. 
Οι Τούρκοι φοβούμενοι, μετά την ναυμαχίαν του Τσεσμέ, μήπως ο ρωσικός στόλος εμφανισθή προ της Θεσσαλονίκης, επρότεινον την σφαγήν των Ελλήνων  και προς έξουδετέρωσιν των μηχανορραφιών αυτών απεφάσισαν να μεταφέρουν εις την Θεσσαλονίκην 500-600 Γιουρούκους, κατετυράννησαν τους Έλληνας, έφόνευσαν άρκετούς και μεταξύ αυτών και ένα ήγούμενον, έπιβαλόντες βαρυτάτας φορολογίας και διαρπάσαντες πλείστας περιουσίας.

Η δημιουργηθεισα κατάστασις ετερματίσθη διά της ύπογραφείσης μεταξύ Ρώσων και Τούρκων συνθήκης του Κιουτσούκ Καιναρτζή (1774), 
διά της οποίας πλείστα προνόμια, ιδία θρησκευτικά, και εύρειαι άμνηστείαι παρεχίορήθησαν εις τους έξεγερθέντας Ελληνας.

 «Το Ελληνικόν Έθνος, γράφει ο αείμνηστος Παπαρρηγόπουλος , εγίνωσκεν αύτομάτως πως την τε ταυτότητα των συμφερόντων τούτων μέχρι τινός και την από του σημείου τούτου διάστασιν αύτών. Όθεν ελάμβανε μεν τα όπλα οσάκις εύρισκε συμμάχους οιουσδήποτε, έγκαταλειπόμενον δε παρ' αυτών έθλίβετο βεβαίως και ήλεγχε τους στρέψαντας αύτώ τα νώτα, αλλ' ύφιστάμενον μαρτυρικώς τας συνεπείας της μονώσεώς του, δεν έμνησικάκει κατ΄ ούδενός, άλλά δοθείσης περιστάσεως έπιτηδείας να δράξη τα όπλα, έστω και επί συμπράξει των προ μικρού έγκαταλειπόντων αύτό, δεν έδίσταζε να επαναλάβη τον προαιώνιον και πεπρωμένον άγώνα κ.λ.π.».
Εν πάση περιπτώσει, εκ των εξεγέρσεων αυτών, έστω και ατυχών, ήρχισε φανερώς να συνειδητοποιήται εις τα ελληνικά βουνά, άλλά και εις τα άστικά κέντρα και τον όρθόδοξον κλήρον η ιδέα της έλευθερίας, αλλά και να διαγράφηται ο ρόλος τον όποιον θα διεδραμάτιζον έφεξής οι αρματολοι και κλέφτες, αποτελούντες άξιόλογον δύναμιν του ύποδούλου έθνους.
Ο ανωτέρω μνημονευθείς αρχικλέφτης της Μακεδονίας Πάνος Ζήδρος, κατήγετο από την περιφέρειαν Γρεβενών, όπου άκόμη διασώζονται τα ερείπια του «πύργου του Ζήδρου». 

Έσυγγένευεν εκ μητρός με τον διάσημον Θεσσαλόν αρματολόν Βλαχάβαν. 
Κατεπολέμησεν ιδιαιτέρως τους Τούρκους τιμαριούχους, το δε σώμα του απετελείτο από κλέφτες των διαφόρων ορεινών περιοχών της Μακεδονίας.
 'Έχαιρε μεγάλης φήμης και ύπολήψεως μεταξύ των καπετανέων της Μακεδονίας. 
Δεν γνωρίζομεν δυστυχώς περισσοτέρας λεπτομερείας περί της δράσεώς του. Άπέθανεν από φυσικόν θάνατον  άφήσας διάδοχον τον υίόν του Φώτην, στερούμενον όμως των πολεμικών άρετών του πατρός του.
Κατά την έποχήν του Ζήδρου εμφανίζονται εις το στόμα του λαού τα πρώτα λαικά τραγούδια της ηρωικής έκείνης εποχής εν Μακεδονία.
 Παλαιότερα ήρωικά προιόντα της λαικής μούσης δεν κατωρθώσαμεν ν'άνεύρωμεν.
Θα παραθέσωμεν εδώ το τραγούδι του Ζήδρου. όπως το διέσωσεν ο Fauriel .

Ο Ζίδρος κάμνει την χαράν, χαράν για τον υιό του
 Έκάλεσε την κλεφτουριάν, τα δώδεκα πρωτάτα, 
Τον Λαπαν δεν έκάλεσε, το μαύρον ψυχοπαίδι. 
Κ΄ όλοι πηγαίνουν κέρασμα κριάρια με κουδούνια 
Κ' ο Λαπας παγ' άκάλεστος με ζωντανόν άλάφι,
 'Σ τ ασήμι και 'σ το μάλαμα και 'σ το μαργαριτάρι.
 Κανένας δεν τον λόγιασεν από τους καλεστάδες
 Η Ζίδραινα τον λόγιασεν από το παραθύρι, 
Πάλε η μαύρη Ζίδραινα, η μαύρη παραμάννα
 «Καλώς τον Λαπαν πω 'ρχεται μ΄ άλάφι στολισμένον! 
Στρώστε του Λαπα στον όντάν, του Τρίψα  στην
κρεββάταν,
Στρώστε και των παλληκαριών απ' όλα τα πρωτάτα».
Ο άναφερόμενος εις το τραγούδι κλέφτης Λαπας, περί του οποίου έγράψαμεν άνωτέρω, κατήγετο από το Λιτόχωρον του 'Ολύμπου. 
Από μικρός ήκολούθησε το σώμα του Ζήδρου, έγινε πρωτοπαλλήκαρόν του και αργότερον έσχημάτισεν ίδιαίτερον σώμα κλεφτών μαζύ με τον συνεργάτην του Τρίψαν.

 Δεν έχομεν πληροφορίας διά την προηγουμένην του δρασιν, άλλά κατά τα Όρλωφικά, καταδιωχθείς από τα τουρκικά καταδιωκτικά αποσπάσματα των Τρικκάλων, κατέφυγεν εις τον Άσπροπόταμον , έπιδείξας τοιαύτην δραστηριότητα κατά των Τούρκων, ώστε δι' έκδοθέντος σουλτανικού φιρμανίου διετάχθησαν αι τουρκικαί αρχαί 'Ιωαννίνων και Τρικκάλων να προσκομίσουν τον Λαπαν εις Κωνσταντινούπολιν ζώντα η νεκρόν.
 Ο 'Αλβανός Σουλειμάν Τζιαπάρη, φίλος του Λαπα, εις την οίκίαν του οποίου εις το χωρίον Μαργαρίτι εύρισκε καταφύγιον ο καταδιωκόμενος Λαπας, φοβηθείς από την έπικήρυξιν του σουλτάνου, παρέδωσεν άμφοτέρους τους κλέφτες Λαπαν και Τρίψαν εις τους απεσταλμένους του βαλή των Ιωαννίνων Κολιό πασά, ινα μεταφέρουν τούτους εις 'Ιωάννινα.

Κατά την μεταφοράν των ειδοποιηθέντες οι Σουλιώται του Γεωργίου Μπότσαρη, επετέθη σαν μεταξύ Παραμυθίας και Ιωαννίνων κατά της τουρκικής συνοδείας, ίνα έπιτύχουν την απελευθέρωσιν, άλλά κατά την έπακολουθήσασαν συμπλοκήν, ο μεν Τρίψας εφονεύθη, αλλ' ο Λαπας κατώρθωσε να διαφύγη. Το έπόμενον έτος 1785, σχηματίσας εκ νέου σώμα από έκατόν πεντήκοντα κλέφτες, ήρχισε και πάλιν την δράσίν του εις την περιοχήν Άσπροποτάμου, διωχθείς όμως συστηματικώς και ύποχωρών μαχόμενος, προσεπάθησε να έγκατασταθή εις τον Κόζιακαν της Πίνδου, νοτιοδυτικώς των Γρεβενών, αλλ' οι Τούρκοι έπέτυχον να κυκλώσουν το σώμά του. Έπιχειρήσας να διασπάση τον κλοιόν έφονεύθη κατά την έφοδον, άφήσας εις το σώμα του διαδόχους τον Στουρνάρην, Βλαχοθόδωρον και Πλιάσκαν.
Από τα πρωτοπαλλήκαρα του Πάνου Ζήδρου προέρχεται και άλλος άμφίβιος αρματολός κουρσάρος ο Γκέγκας, όστις υπήρξεν αρματολός της περιοχής Κατερίνης, καταγόμενος καθ' όλας τας ύπαρχούσας πληροφορίας από το Λειβάδι.


«Ο Γκέκας έκατέβαινε μέσα στα δυο πλατάνια,
με τα πουλιά κουβέντιαζε και με τα χελιδόνια
«τάχα πουλιά να ίατρευθώ  τάχα πουλιά να γιάνω;
Σα θέλης Γκέκα μ΄ ίατρειά, σα θέλης, Γκέκα, να γιάνης,
πάρε ψηλά τον "Ολυμπο, ψηλά τα κλεφτοβούνια,
έκεί μοιράζουν τα χωριά, τα δώδεκα τζεφλίκια.
Τσάρας παίρνει τη Ράψανη, Γιάννης τον Πλαταμώνα*
Γκέκα μου, παρ5 τον "Ολυμπο με τα πολλά τζεφλίκια.
Δεν θέλω έγώ τον "Ολυμπο με τα πολλά τζεφλίκια,
μον' θέλω γω τη θάλασσα με τα πολλά καίκια,
να παίρνω Τούρκους σκλάβους μου και Τουρκοπούλες σκλάβες,
να φερν5 άμάξι το φλωρί κι' αμάξι το λογάρι,
να μού γεμίζουν την ποδιά όλο μαργαριτάρι».


Έδρασεν εις τον Όλυμπον ως αρματολός και κατέλιπε καλάς αναμνήσεις εις τους συντρόφους του διά την άνδρείαν και τον χαρακτήρα του. 

Λεπτομερείας περί της εν Όλύμπω δράσεώς του δεν έχομεν, άλλά μεταξύ των ετών 1787-1790 ο Γκέγκας έξώπλισε μέγα σκάφος, έπεβίβασε παλαιούς κλέφτες και άλλους θαλασσινούς, συνέλαβε δε και έλεηλάτησε εις τον Θερμαικόν κόλπον τουρκικόν έμπορικόν σκάφος πλήρες σίτου. 

Κατόπιν του πειρατικού αύτου κρούσματος, τα γαλλικά έμπορικά σκάφη, που κατ' έξοχήν την έποχήν έκείνην, ένεκα των πολεμικών γεγονότων, διεξήγον το θαλάσσιον έμπόριον και τας μεταφοράς, μερίμνη του εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτου της Γαλλίας Choiseul-Gouffier, συνωδεύοντο υπό πολεμικών σκαφών διά την ασφάλειαν έπιβατών και φορτίου. 'Εν βρίκιον γαλλικόν των 8 πυροβόλων εστάλη προς δίωξιν του Γκέγκα, ο όποιος, κινδυνεύων να συλληφθή, έπυρπόλησε το πειρατικόν σκάφος, διά να μη περιέλθη εις χείρας των Γάλλων, χωρίς όμως να παραιτηθή και των πειρατικών του έπιχειρήσεων, διότι μετ' ολίγον ήχμαλώτισε σκάφη, Ελλήνων μάλιστα πλοιοκτητών, και ήρχισεν εκ νέου τας πειρατικάς του ενεργείας, άναγκασθείς όμως τελικώς να έγκαταλείψη ταύτας, ένεκα της υπό των Γάλλων συνεχούς διώξεώς του και να τραπή εις τα Μακεδονικά βουνά, πλέον εύπρόσιτα εις την κλέφτικην είδικότητά του. 

Οι Τούρκοι όμως τον κατεδίωξαν συστηματικώς και τον ήνάγκασαν να έγκαταλείψη την Μακεδονίαν και να τραπή προς την Πάργαν η Πρέβεζαν, ένθα και έφονεύθη η άπέθανε κατά το έτος 1790 περίπου.
Σύγχρονος του Ζήδρου είναι ο Λάζος (Έξαρχος;), γενάρχης της μεγάλης οικογενείας των  αρματολών Λαζέων καταγομένων από το Λειβάδι του 'Ολύμπου. 

Οι Λαζέοι προσέφερον άναριθμήτους ύπηρεσίας κατά τον προεπαναστατικόν και επαναστατικόν άγώνα και εκ της οικογενείας ταύτης κατάγεται ο εκ των πρωταγωνιστών του επαναστατικού κινήματος των 'Ηγεμονιών του Δουνάβεως Γεωργάκης 'Ολύμπιος.
Ο γενάρχης Λάζος υπήρξεν από τους επιφανεστέρους κλέφτες των βουνών της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Η λαική μούσα διέσωσε χαρακτηριστικό κλέφτικο τραγούδι , όπου έξυμνείται η προσωπικότης του διασήμου αύτου άρχικλέφτη:

«Τρεις περδικούλες κάθουνταν εις την Μηλιάν  επάνω*
Είχαν τα νύχια κόκκινα και τα φτερά γραμμένα.
Μυρολογούσαν κ' έλεγαν, μυρολογούν και λέγουν
 «Θεέ μου τι να γίνηκεν ο έξαρχος  ο Λάζος; 
Πούταν στον κόσμο ξακουστός, στον κόσμο ξακουσμένος.
 Λάζε μου, τι δεν φαίνεσαι τούτο το καλοκαίρι;
 Να περπατής αρματωλός, το μαύρο καβαλάρης*
 Να λάμπουν τα τσαπράζιά σου, τα φλωροκαπνισμένα, 
Δωδεκ' άράδες τα κόμπια στα ρούχινα γελέκια,
 Νάχης και στο σπαθάκι σου χούφτα μαλαγματένια, 
Να κρούη ο ήλιος την αύγήν, να κρούη το μεσημέρι».
Ο πρωτότοκος υιός του Λάζου ωνομάζετο Γιάννης, αυτός υπήρξε και ο διάδοχος εις το αρματολίκι, οι δε άλλοι τρεις άδελφοί του ώνομάζοντο Λιόλιος, Δήμος και Κώστας . 
Υπήρξαν όμως και άλλοι Λαζέοι εκ της αύτής οικογενείας, όπως μας πληροφορεί διασωθέν δημοτικό τραγούδι .

«του Νίκου πεφτ' η Ποταμιά, του Χρήστ' η Άλασσώνα,
 Ο Τόλιος καπετάνεψε φέτος στην Κατερίνη
 Καί το μικρό Λαζόπουλο πήρε την Πλαταμώνα»
Κατά την αύτήν Εποχήν δρούν εις την περιφέρειαν Γρεβενών μέχρι Σαμαρίνας 
οι άρχικλέφτες 
Καραλής, 
Τότσκας, 
Νάκας και Γιάννης Πρίφτης.

 Ο Καραλής πολλάκις έξεδίωξε τους 'Αλβανούς ντερβεναγάδες από τα χωρία του 'Ολύμπου, ο δε Τότσκας με πρωτοπαλλήκαρον τον Νάκαν, κατετρόπωσαν έπανειλημμένως τα αποσπάσματα του Κούρτ 'Αχμέτ πασα, άρχηγού των ντερβενίων (ντερβεντάτ ναζήρ) της δυτικής Ρούμελης και επί κεφαλής 160 κλεφτών έπετέθη κατά 2.000 Αλβανών, έπιστρεφόντων μετά τα Όρλωφικά εκ Πελοποννήσου και μεταφερόντων αιχμάλωτα περί τα 1000 γυναικόπαιδα και πλούσια λάφυρα. 

Η επίθεσις έγινε πλησίον των χωρίων Σμίξη και Θαλπέη της περιοχής Γρεβενών, οι δε 'Αλβανοί ύποστάντες σοβαράς απώλειας εκ του αιφνιδιασμού, έγκατέλειψαν τα γυναικόπαιδα και τα λάφυρα και οι ύπολειφθέντες έτράπησαν εις φυγήν .

Ο αγωνιστής του 1821 Χριστόφορος Περραιβός εις τα «Απαντά» του συμπεριέλαβε και το τραγούδι του Τότσκα και του Νάκα.

 Ο Νάκας με τον Τσολάκην, άλλον κλέφτην της περιοχής Γρεβενών, έσκέπτοντο να προσκυνήσουν τον ντερβέναγαν της περιοχής, που είχε συλλάβει τας οικογενείας των.
 Ο Τότσκας τους ήμπόδισε να παραδοθούν, διότι ήτο πεπεισμένοςοτι οι Τούρκοι όχι μόνον δεν 0α άπηλευθέρωνον τας οικογενείας των, άλλά θα έκρέμων και τους ιδίους.
 Εύτυχώς εις μίαν συμπλοκήν οι αρματολοί ούτοι επέτυχον να αιχμαλωτίσουν δύο σημαίνοντας Τούρκους άξιωματούχους άνταλλάξαντες αύτούς με τας οικογενείας των.
«Εψές προψές έδιάβαινα 'πο κλεφτικά λημέρια Κι' άκουσα, 
πως έρμήνευε Τότσκας τα παλληκάρια*

 «Παιδιά μ΄ αν θέλτε λεβεντιά κ' έλεύθερα να ζήτε, 
Βάλτε τσηλίκι στην καρδιά και σιδηρά στα πόδια. 
Κρασί ποτέ μη πίνετε, ύπνο μην αγαπάτε, 
Ο ύπνος είναι θάνατος και το κρασ' είναι πλάνος». 

Γυρίζ' ο Νάκας και τον λεγ', λέγει τον καπετάνο*
«Μπιζέρισαν, βαρέθηκαν, Τότσκα μ' , τα παλληκάρια, 
Της νύχτας το περπάτημα, τσ' αύγής το καραούλι, 
Θέλουν να προσκυνήσουνε σ΄ αύτόν τον ντυβιτάρη, 
Πούναι βαλής στα Γρεββενά, ντερβέναγας στα Χάσια». 

 «Παιδιά μ', αν θέλτε κόψιμο και θέλτε να χαθήτε, 
Ελάτε να σας κόψω ΄γω και να σας παραχώσω, 
Να δώσω και μνημόσυνα εις όλους τους παπάδες*
 Ν' άκούσουν χώραις και χωριά, χωριά και βιλαέτια, 
Να πουν ο Τότσκας λύσσαξε και τρωγ' τα παλληκάρια». 
Τον λόγο δεν άπέσωσε, η όμιλιά βαστούσε, 
Το καραούλ' έφώναξε, το καραούλι κράζει*

 «Πολλή Τουρκιά μας έρχεται, μπέιδες και άγάδες,
 Άφήτέ τους, ας έρχονται κ΄ ήμεις τους καρτερούμε. 
Πιάστε, παιδιά, το στένωμα, βάλτε τους μες στην μέση, 
Κι' άπέ γιουρούσι κάμετε, σφάξετε τους άγάδες.
 Να διούν του Τότσκα το σπαθί, του Νάκα το τουφέκι,
 Βοήθ' Άιλιά του Μπουρμπουτσκό  κι' από την Σαμαρίνα, 
Τούς Τούρκους να χαλάσωμε, τσ' έχτρούς της πίστεώς μας,
 Πού τυραννούν τ άδέλφιά μας, πού σφάζουν τα παιδιά μας» .

Παράλληλα με τους άνωτέρω, έδρασαν εις την περιοχήν Βλάστης, Σιατίστης, Καστορίας, Κοζάνης μέχρι της 'Εδέσσης
 οι εκ Βλάστης καταγόμενοι αρματολοί 
Βράκας και Ντόκος .

Πολυάριθμα υπήρξαν τα άνδραγαθήματά των και η δράσις των αφήκεν έποχήν εις την Δυτικήν Μακεδονίαν. 

Δεν γνωρίζομεν λεπτομερείας περί της δράσεώς των, αλλ' έδολοφονήθησαν άμφότεροι μεταξύ των έτών 1785-1790 εις την γεννέτειράν των υπό του άδελφού των Γαλάνη δι' άγνωστον αίτίαν, έκτοτε δε ούδείς αρματολός η σημαίνων κλέφτης ήδυνήθη να σταθή εις την έντεύθεν του Αλιάκμονος όρεινήν περιοχήν από ΓΙισοδερίου μέχρι Σιατίστης (ΒίτσιΣινιάτσικον) .
Άλλος αρματολός εκ της πέραν του 'Αλιάκμονος Δυτικής Μακεδονίας είναι ο Γιάννης Πρίφτης η Παπανικολάου από την κτηνοτροφικήν κωμόπολιν της Δυτικής Μακεδονίας, την Σαμαρίναν, καταγόμενος . 

Εναλλάσσων, όπως κατά κανόνα συνέβαινε με τους επιφανεστέρους Ελληνας πολεμιστάς της έποχής, τον ρόλον του αρματολού με τον του κλέφτη, έστάθη άμείλικτος διώκτης των άλβανικών συμμοριών, των 'Αλβανών ντερβεναγάδων και όλων των Τούρκων δυναστών της περιφερείας του, οι δε ραγιάδες αύτόν είχον προστάτη ν διά την περιστολή ν των ύπερβασιών των άσκουμένων υπό άπλήστων φεουδαρχών. 
Συλλαβών μεταξύ Κερασόβου και Σαμαρίνας τον Άλβανόν Χασάν αγαν, έκρέμασε από εν δένδρον εις τον δρόμον ως παράδειγμα, διά να τρομοκρατήση τους 'Αλβανούς, οι όποιοι μάλιστα παροιμιωδώς έφοβέριζον τα άτακτούντα τέκνα των με το 
«έρδε Γιάννη Πρίφτε δε τε πρέι κόκα»-
θα έλθη ο Γιάννης του Πρίφτη να σε πάρη το κεφάλι.
Ο Παπανικολάου διηγείται ότι ο 'Αλβανός κακοποιός Έλιούζ ειχεν ένεργήσει έπιδρομήν εις την περιοχήν Κοζάνης, έλαφυραγώγησε διάφορα χωρία, διήρπασε ποίμνια από το Περιβόλι και ήτοιμάζετο να πράξη τα ίδια και εις την Σαμαρίναν.
 Ο Γιάννης Πρίφτης αντιμετώπισε τον Έλιούζ  νικηφόρος και μετά τριήμερον μάχην, έξηνάγκασε τούτον να αποσυρθη εις την Άλβανίαν. Ο Πρίφτης έδολοφονήθη εξ αντιζηλίας από συμπατριώτην του εις την Σαμαρίναν.
Οι επιστρέφοντες εκ της Πελοποννήσου μισθοφόροι της Τουρκίας Αλβανοί, μετά την καταστολήν της Επαναστάσεως έκει (Όρλωφικά) διεσκορπίσθησαν εις ολόκληρον την Κεντρικήν, ιδία δε εις την Δυτικήν Μακεδονίαν, διαπράττοντες φόνους, ληστείας, διαρπαγάς και έκβιασμούς κατά των Ελλήνων.

 Ιδιαιτέρως οι άρχηγοί των Μπίκο και Μπεκίρ Τζογαδόρος, ο μετέπειτα άρχισωματοφύλαξ του Άλή Τεπελενλή, και ο Νουμάν, έλεηλάτησαν τας περιοχάς Όστρόβου, Φλωρίνης, Εδέσσης και Κοζάνης (Σαρηγκιόλ) ληστεύσαντες τα πάντα.
Ο σουλτάνος, αγανακτήσας διά την αύτόχρημα ληστρικήν δρασιν των συμμοριτών αυτών που είχεν έξαποστείλει έναντίον της δυστυχούς Πελοποννήσου, έξέδωκε έπανειλημμένως διαταγάς διά την περιστολήν του κακού άνευ όμως αποτελέσματος. 
Τελικώς άπέστειλε τον ναύαρχον Τζεταερλή Γαζή Χασάν πασάν, όστις αποβιβασθείς εις την Καβάλαν και πορευθείς προς νότον κατώρθωσε και τη συνεργασία των Ελλήνων  αρματολών να έκκαθαρίση την Μακεδονίαν,Θεσσαλίαν και Πελοπόννησον από τους επιδρομείς αύτούς .

Ως άνωτέρω έξεθέσαμεν, μετά τον θάνατον του Ζήδρου και λόγω της ακαταλληλότητος του υίού του Φώτη, διεδέχθη αύτόν εις το αρματολίκι ο Πάνος Τσάρας, εις εκ των καλυτέρων πολεμιστών του. 

Η διαδοχή όμως αύτη προεκάλεσε το μίσος του συντρόφου του Βλαχοθόδωρου, όστις και απεσχίσθη άκολουθούμενος από ολίγους άνδρας και έσχημάτισε ίδιαίτερον σώμα.
 Ο Τσάρας κατήγετο από την περιοχήν Χασίων της Δυτικής Μακεδονίας• ήτο γενναίος πολεμιστής και τιμίου χαρακτήρος, αλλ' έστερείτο πολιτικότητος και δυσκόλως προσηρμόζετο προς τας περιστάσεις .  

Ως εκ τούτου ήλθε ταχέως εις σύγκρουσιν με τους κοτζαμπασήδες, τινές των οποίων, προς προαγωγή των οικονομικών των συμφερόντων, προσεπάθουν κατά τινα τρόπον να συμβιβάζωνται με την τουρκικήν διοίκησιν και τους Αλβανούς ντερβεναγάδες, τους οποίους είχε διορίσει ο Άλή Τεπελενλή πασάς, γενικός έπόπτης των ντερβενίων της Ρούμελης και λίαν αγαπητός την έποχήν έκείνην εις τον σουλτάνον.
 Οι κοτζαμπασήδες της περιοχής Ελάσσονος, συνεννοηθέντες με τον δυσηρεστημένον Βλαχοθόδωρον, επί τη υποσχέσει ότι θα έπειθον τον Άλή Τεπελενλή ν να διορίση αύτόν αρματολόν της περιοχής, απεφάσισαν να δολοφονήσουν τον Πάνον Τσάραν. 
Ο Βλαχοθόδωρος επιτυχών κατάλληλον εύκαιρίαν, καθ' ην απουσίαζον οι οπαδοί του Τσάρα, έδολοφόνησε πλήξας αύτόν εκ των όπισθεν, καθ' ην στιγμήν είσήρχετο εις την οίκίαν του, παρουσιάσας δε διορισμόν του Άλή Τεπελενλή, ανέλαβε το αρματολίκι.
Τα τέκνα του δολοφονηθέντος Τσάρα, Κώστας και Νίκος, καθώς και οι οπαδοί του, ήναγκάσθησαν τότε να καταφύγουν εις το γειτονικόν αρματολίκι των Λαζέων, όπου εύρον φιλοξενίαν και προστασίαν. 

Έκει ώμοσαν έκδίκησιν κατά του δολοφόνου και διά να παρουσιάσουν τον Βλαχοθόδωρον άνίκανον εις την τουρκικήν διοίκησιν, ήρχισαν να προβαίνουν εις φοβεράς ληστείας και ταραχάς καθ' όλην την έκτασιν του αρματολικιού, τας οποίας δεν κατώρθωσαν να εμποδίσουν ο Βλαχοθόδωρος, οι φίλοι του κοτζαμπασήδες ως και οι συμπράττοντες μετ' αυτών Αλβανοί ντερβεναγάδες.
 
Ο δεύτερος υιός του Πάνου Τσάρα, ο Νίκος Τσάρας, ο διάσημος καταστάς ως κλέφτης και πειρατής Νικοτσάρας, άνέλαβεν εν τω μεταξύ δράσιν, έξελιχθείς ταχέως εις άρχηγόν περιωπής και κύρους.  

Εύγνώμων προς τους προστάτας του αρματολούς Λαζέους, άφελής και γενναίος, αποφασιστικός, με άρίστην συμπεριφοράν προς τους συμπολεμιστάς του, περιφρονών τον δολοφόνον του πατρός του Βλαχοθόδωρον, είχε γενικωτέρας βλέψεις και έτρεφε μεγάλα όνειρα. 
Ζηλωτής των κατορθωμάτων του θαλασσομάχου Λάμπρου Κατσώνη και του Καπετάν Άνδρίτσου , πατρός του 'Οδυσσέως 'Ανδρούτσου, αντετάχθη εις τα σχέδια του 'Αλή Τεπελενλή, έπιθυμούντος να κυριαρχήση επί της Θεσσαλίας και της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας διά της υποταγής η έξοντώσεως των πολεμικών άνδρών των περιοχών αύτών. Τινές εκ των  αρματολών συνεβιβάσθησαν η ύπετάγησαν, αλλ' ο άγέρωχος Νικοτσάρας με τους τέσσαρας άδελφούς Λαζέους, συγκεντρωθέντες εις περιοχήν τινα του 'Ολύμπου,
 απεφάσισαν την εναρξιν αγώνος συστηματικού και αποφασιστικού κατά του 'Αλή Τεπελενλή.

Προς τούτο εθεώρησαν σκόπιμον να μεταφέρουν τας οικογενείας των προς ασφάλειαν εις τας Βορείους Σποράδας  (Σκόπελον και Σκίαθον) και την χερσόνησον της Κασσάνδρας, αύτοί δε δρώντες κατά ξηράν και θάλασσαν, κατά τας περιστάσεις, κατέστησαν έντός ολίγου το φόβητρον των Τούρκων και των 'Αλβανών ντερβεναγάδων .
Κατά το έτος 1795, ο Νικοτσάρας επί κεφαλής των οπαδών του ενήργησεν επιδρομήν εις τας ακτάς του Παγασητικού κόλπου, συνέλαβεν όσα πλοιάρια εύρεν έκει και έξωπλίσας ταύτα ήρχισε ν' ασκή την πειρατείαν, έπιτιθέμενος και λαφυραγωγών διερχόμενα πλοία και παραλίους οικισμούς. O τουρκικός στόλος έξήλθεν εις καταδίωξιν, αλλ' αύτοί καλύπτοντες τα πλοιάριά των με πρασινάδας κατώρθωνον ν' αποβιβάζωνται εις την ξηράν και να διαφεύγουν.
Ο σουλτάνος ήναγκάσθη να λάβη αύστηρά μέτρα διώξεως  κατά των άμφιβίων αυτών πολεμιστών και διέταξε τον μουτεσαρίφην του σαντζακίου 'Ιωαννίνων 'Αλή Τεπελενλή πασάν και τον αρχιναύαρχον βεζίρην Χουσείν πασάν να καταδιώξουν και έξοντώσουν τους πειρατάς.

 Ο Τούρκος άρχιναύαρχος απέστειλεν εναντίον των ταχύπλοα καταδιωκτικά, τα λεγόμενα «κυρλαγκίτς» (χελιδόνια), τα όποια έπέτυχον να συλλάβουν τα πειρατικά, κενά όμως κλεφτών, οιτινες κατώρθωσαν να διαφύγουν πλην πέντε, οιτινες συλληφθέντες απεκεφαλίσθησαν.
Ο Νικοτσάρας, μετά την άπώλειαν των πειρατικών, έπανελθών εκ νέου εις τον Όλυμπον έπανήρχισε την δράσίν του, εις εποχήν κατά την οποίαν οι υιοί του Άλή Τεπελενλή Βελή και Μουχτάρ, οι όποιοι είχον άναλάβει την δίωξιν και διάλυσιν των  αρματολών του 'Ολύμπου, δεν είχον κατορθώσει να παρουσιάσουν σημαντικάς επιτυχίας. 

Εξ άλλου ένεκα των προστριβών, τας οποίας είχε δημιουργήσει ο Άλή Τεπελενλής με τους Γάλλους εις την Πρέβεζαν και την Πάργαν, δεν ήτο πρόσφορον το έδαφος και δι' άγώνας κατά των ίσχυροποιηθέντων  αρματολών της περιοχής του Όλύμπου και της Δυτικής Μακεδονίας.

 Πονηρώς σκεπτόμενος ο Αλβανός σατράπης, απεφάσισε να συνδιαλλαγή με τους αρματολούς και ν' αναγνωρίση τα αρματολίκιά των, επιφυλασσόμενος να στραφή εις πρώτην εύκαιρίαν εναντίον των. 

Προς την κατεύθυνσιν ταύτην παρώτρυναν τον Τεπελενλήν οι Αλβανοί ντερβεναγάδες και άλλοι προστατευόμενοι, αντιλαμβανόμενοι ότι δεν ήτο τότε εύκολος η διάλυσις των ισχυρών αρματολικών σωμάτων.

Είς την περίστασιν αύτήν ο Νικοτσάρας ήρνήθη ν' άναλάβη προσωπικώς το αρματολίκι του διά λόγους γοήτρου και απεσύρθη εις την πατρίδα του, αφού διεμοίρασεν αύτό μεταξύ των οπαδών του Ταμπάκη, Μάντζαρη, Κυριάκου και Γούλα Δράσκου. 

Ο Μακεδόνας αρματολός
Καρατάσος Τάσος

Ο Μακεδόνας αρματολός
Γάτσος Αγγελής
Οι Λαζέοι έκράτησαν τα ιδικά των, 
ο Ραδενιώτης της Κατερίνης,
 ο Τσακνάκης του Πλαταμώνος, 
ο Τζαχείλας της Ραψάνης, 
ο Μπιζιώτας των Σερβίων, 
ο Σαλταπήδας την περιοχήν Χασίων, 
ο Καρατάσιος της Βεροίας και 
ο Γάτσος της 'Εδέσσης.


Δεν παρήλθεν όμως πολύ διάστημα και ο πολεμιστής του 'Ολύμπου επετέθη δι' άγνωστον αίτίαν κατ' άξιωματούχου της αύλής του Τεπελενλή, άφησεν αύτόν ημιθανή και παραλαβών ολίγους πιστούς συντρόφους του, διωκόμενος δε κατά πόδας από τα όργανα του 'Αλή, κατέφυγεν εις τον Βάλτον και εκείθεν διά Ραδοβιζίου, Τζουμέρκων και Άσπροποτάμου, έφθασεν εις τον Όλυμπον, σκοπών ν' άρχίση νέους άγώνας κατά του Τεπελενλή .
Κατά το έτος 1804 αι διπλωματικαί σχέσεις Ρωσίας και Τουρκίας ήσαν εκ νέου τεταμέναι. 

Οι Ελληνες αρματολοί και ο ελληνικός λαός ήρχισε και πάλιν ν' άναθαρρή παρ' όλας τας απογοητεύσεις και τα παθήματα του παρελθόντος. 

Είναι η εποχή, κατά την οποίαν παρατηρείται έντονωτάτη επαναστατική κίνησις μεταξύ των  αρματολών και κλεφτών της Στερεάς Ελλάδος, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας.

 Η Ρωσία ποικιλοτρόπως υπεκίνει κατά της αντιπάλου της Τουρκίας όχι μόνον τους Έλληνας πολεμικούς άνδρας και τον ελληνικόν λαόν, άλλά και τους βορείους γείτονας της Βαλκανικής Χερσονήσου, αποβλέπουσα πρωτίστως εις πολιτικά ώφέλη .

Οι Ελληνες πολλά άνέμενον εκ του μέλλοντος να έκκραγή ρωσοτουρκικού πολέμου, διότι η Ρωσία υπήρξε κατά την έποχή ν έκείνην μόνιμος προστάτης της έλευθερίας και της 'Ορθοδοξίας.

 Ο Νικοτσάρας, συμπράττων με τους φίλους του Λαζέους και διιδών εύνοικήν την κατάστασιν, άναδιοοργάνωσε ταχέως το σώμα του και προέβη εις την έκδίωξιν όλων των Αλβανών ντερβεναγάδων, αλλ΄ η έπακολουθήσασα συνεννόησις μεταξύ Ρώσων και Τούρκων , άφησεν έκθετον την τοιαύτην αρματολικήν έξέγερσιν και ο Άλή Τεπελενλής απεφάσισε να τους έξολοθρεύση την φοράν αύτήν . 

Καί ναι μεν εντός ολίγου επανήρχισαν αι έχθροπραξίαι μεταξύ Ρώσων και Τούρκων και ρωσική μοίρα υπό τον ναύαρχον Δημήτριον Σενιάβιν είχε καταπλεύσει εις το Αιγαίον, αλλ" ο Αλής απέστειλε μεγάλας δυνάμεις εις τον Όλυμπον, αιτινες ήνάγκασαν τον Νικοτσάραν και τους άλλους πολεμικούς άνδρας της περιοχής να έπιβιβασθούν πλοιαρίων και να καταφύγουν εις τας βορείους Σποράδας αποφασισμένοι να συνεχίσουν τον αγώνα.
Ο Σενιάβιν, καταλαβών την νήσον Τένεδον  κατά το έτος 1807, αφ' ου προηγουμένως κατεναυμάχησε τον τουρκικόν στόλον, έκάλεσε διά προκηρύξεώς του τους Ελληνας αρματολούς να ενισχύσουν τον άγώνα, ύποσχεθείς πλείστα άνταλλάγματα . 

Φαίνεται δε ότι πολλοί αρματολοι, και ιδιαιτέρως Στερεολλαδίται και Μακεδόνες, έσπευσαν τότε εις την Τένεδον και αντέστησαν έρρωμένως κατά την μετά την αποχώρησιν των Ρώσων έπιχειρηθείσαν άνακατάληψιν της νήσου υπό των Τούρκων .

Διεσώθη ρίμα συνταχθείσα από τον εκ Κύμης της Εύβοιας έμποροπλοίαρχον Τ. Δ. Ξουρήν, παρευρεθέντα εις την Τένεδον, της οποίας παραθέτομεν άπόσπασμα, χαρακτηρίζον τα γεγονότα της εποχής εκείνης.
Οι Μακεδόνοι πλέον καλοί και πλέον διαλεγμένοι 
και στο ντουφέκι είμαστε όλοι μαθημένοι και στο σπαθί 
καλύτερα είμαστε σπουδασμένοι. 
Οι Τούρκοι είναι περισσοί, μεις λίγοι Μακεδόνοι, 
πάλιν δεν τους φοβούμαστε,
 τ' αύτί μας δεν ιδρώνει. 
Όλη η Πόλη να έλθή με τη Γενιτσαρία δεν είναι τρόπος 
να έβγή με τη Μακεδονία.
Οι Μακεδόνες ξακουστοί στον κόσμο παινεμένοι 
μόλον τον Τούρκο πολεμούν σήμερον οι καύμένοι
Οι Μακεδόνες σήμερον θέλουν να άρχινήσουν 
κορμία και κεφάλια την χώραν να γεμίσουν
 ως τον λαιμόν να έρθουνε όλοι τους 
εις το αίμα οπίσω δεν γυρίζουνε τα έχουν όρκωμένα. 
Τα τούρκικα σαν είδανε Συνέβης πως ριβάρει 
κανένα δεν έπρόφθασε άγκουρα να σαλπάρη.
Η προκήρυξις του Σενιάβιν και η κάθοδος των Ρώσων εις την Βλαχίαν, άλλά και ο ένθουσιασμός, όστις κατέλαβε τους Έλληνας αρματολούς, δεν ήτο δυνατόν ν' άφήση ανεπηρέαστον τον τόλμηρον και πολλά διαλογιζόμενον Νικοτσάραν. Δεν είναι έξηκριβωμένον, αν μετέβη αύτοπροσώπως εις την Τένεδον η έπεκοινώνησε δι΄ απεσταλμένων με τον Σενιάβιν.
 Δεν είναι έπίσης έξηκριβωμένον, αν ο Νικοτσάρας έκτος της άναταραχής, την οποίαν έπεφύλασσεν εις τους Τούρκους, ως κατωτέρω θα έκτεθή, έσκόπει να κατευθυνθή εις την Σερβίαν προς ένίσχυσιν της υπό τον Καραγιώργην εκκραγείσης επαναστάσεως των Σέρβων  η και προς τας Ηγεμονίας του Δουνάβεως, ινα ένωθή με τους ύπηρετούντας συμπατριώτας του εις τα στρατεύματα των Ηγεμονιών.

Τεθείς επί κεφαλής αρματολικού σώματος συγκειμένου
 εκ Μακεδόνων, 
Θεσσαλών, 
Στερεοελλαδιτών και
 τίνων 'Αλβανών  και έπιβιβασθείς
πλοιαρίων εις τας βορείους Σποράδας, 
άφίχθη εις τον κόλπον του 'Ορφανού, 
πιθανώς πλησίον του χωρίου Σταυρός της Χαλκιδικής,
 ένθα άναπετάσας τας σημαίας του κατηυθύνθη προς Ζίχναν  και Βέτερναν, 
σκοπών έκείθεν να διαβή τον Αίμον. 
Η έπιχείρησις αύτή κατά την γνώμην μας έγένετο μάλλον κατά τας άρχάς της άνοίξεως του 1807, έποχήν κατάλληλον δι εκστρατείαν , καίτοι εις τας οροσειράς της Κερκίνης και του Μποζ Νταγ άργεί η τήξις των χιόνων, ως συνέβη και εν προκειμένω.
Το έγχείρημα υπήρξε γενναίου άνδρός άπόφασις αλλ' έξαιρετικά τόλμηρον. 
Οι Τούρκοι έγκαίρως άντελήφθησαν τας κινήσεις του σώματος του Νικοτσάρα, 
παρ' όλον ότι διήλθε κατά την πορείαν του
 εκ πυκνοκατωκημένων άμιγώς ελληνικών περιοχών της 'Ανατολικής Μακεδονίας.

 Ο βαλής των Σερρών Ισμαήλ μπέης συνεκέντρωσεν όλας τας διαθέσιμους δυνάμεις του τουρκικού στρατού, θορυβηθείς εκ του μη άναμενομένου αύτου αιφνιδιασμού του Νικοτσάρα, εις περιοχήν μάλιστα εις την οποίαν είχεν έκλείψει ο αρματολισμός, και έπετέθη κατά του αρματολικού σώματος έξαναγκάσας τον Νικοτσάραν να δώση μάχην εις τας διόδους του όρους Μενοικέως νοτιοανατολικώς του Μποζ Νταγ και βορείως των Σερρών και της Ζίχνας (ύψόμ. 1768-1903).

 Η μάχη υπήρξε σκληρά και διήρκεσεν επί τριήμερον, διεξαχθείσα υπό δυσμενείς συνθήκας εν μέσω χιόνων.
 Αι υπέρτεραι τουρκικαί δυνάμεις, άνερχόμεναι εις οκτώ χιλιάδας άνδρας, προσεπάθησαν να κυκλώσουν και να αιχμαλωτίσουν τους αντιπάλους.

 Εν τούτοις ο Νικοτσάρας επέτυχε να διαφύγη, διασπάσας ξιφήρης τον σχηματισθέντα κλοιόν και να καταφύγη εις την ώραίαν ελληνικήν κωμόπολιν Ζίχναν
Προσβληθείς εν συνεχεία και έκεί και ύποστάς βαρείας άπωλείας, στερούμενος δε πυρομαχικών και βλέπων ματαίαν πάσαν ελπίδα, άλλά και άαντίστασιν εκ της οποίας έκινδύνευε να έξοντωθή όλόκληρον το σώμα του, κατώρθωσε και πάλιν ν' απαγκιστρίοθή και κατηυθύνθη εις το Πράβι ('Ελευθερούπολιν) .
Κατά την προς Έλευθερούπολιν υποχώρησιν ο Νικοτσάρας εύρεν την γέφυραν του ποταμού Άγγίτη άλυσσόδετον και φρουρουμένην από Τούρκους, έναντίον των οποίων επιτεθείς επέτυχε την διάλυσιν αυτών και θραύσας άκολούθως την άλυσσον διά του περιφήμου σιδηρού πελέκεως, από τον όποιον δεν απεχωρίζετο, έφθασε τελικώς εις τον κόλπον του 'Ορφανού. 

Μη εύρών όμως τους Ρώσους, όπως ύπελόγιζεν, κατώρθωσε να διασωθή με μίαν εκατοντάδα περίπου πολεμιστών  και να καταφύγη εις την φιλόξενον χερσόνησον του  Αγιωνύμου Όρους, όπου εύρε περίθαλψιν από τους μοναχούς. 

Παραμείνας εκεί επί δεκαπενθήμερον και άναρρώσας εκ των τραυμάτων του, έπέτυχεν έπιβιβασθείς πλοίων να φθάση με τους συντρόφους του εις τας Βορείους Σποράδας .

Αυτό υπήρξεν το αποτέλεσμα της παρατόλμου και άτυχους, άλλά πράγματι λίαν τόλμηράς εκείνης εκστρατείας ενός εκ των διασημοτέρων αρματολών της Ελλάδος.

 Δεν είναι έξηκριβωμένα τα αιτια της εκστρατείας εκείνης, 'ίσως όταν δημοσιευθούν αι ρωσικαί πηγαί να έχωμεν άφθονώτερον και λεπτομερέστερον ύλικόν, αλλ' όμως δικαιούμεθα να συμπεράνωμεν ότι έκστρατεία αρματολών, μοναδική εις το είδος της εις τα χρονικά του αρματολισμού, διενεργουμένη μακράν των συνήθων ορμητηρίων, δεν ήτο δυνατόν να διεξαχθή αν δεν υπήρχε δύναμις ισχυρά έχουσα συμφέροντα πολιτικά καταφανή και τοιαύτη δύναμις ήτο μόνον η Ρωσία.
Είς τας Βορείους Σποράδας έγένετο σύσκεψις πολλών  αρματολών οιτινες είχον συγκεντρωθή έκεί ένεκα του ρωσοτουρκικού πολέμου, εν οις και ο αργότερον ήγέτης της Πελοποννήσου κατά την έπανάστασιν του 1821 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης  άφιχθείς εκ Ζακύνθου, όπου ύπηρέτει ως ταγματάρχης υπό τους Άγγλους, αποφασισθείσης της ενάρξεως πειρατικού άγώνος κατά των Τούρκων.
Διαπιστούμεν εδώ την πρώτην σύμπραξιν Ελλήνων  αρματολών από διαφόρους ελληνικάς περιοχάς και μάλιστα σύμπραξιν διά θαλασσίας έπιχειρήσεις, καίτοι οι πλείστοι των άμφιβίων αυτών πολεμιστών ήσαν ορεινοί. 

Εκ της συμπράξεως αύτής θα προκύψουν σπουδαία ωφέλη διά τον μετέπειτα άγώνα, διότι άρχίζει βαθμηδόν να συνειδητοποιήται η συνεργασία των πολεμικών άνδρών της Ελλάδος διά μίαν συνδυασμένην επαναστατικήν ένέργειαν κατά του κυριάρχου ως έξεδηλώθη 14 έτη βραδύτερον.
Είς την Σκίαθον συνεκροτήθησαν πειρατικοί στολίσκοι με αρματολούς επιφανείς των προεπαναστατικών χρόνων: 

Τον Γιάννην Σταθάν από τον Βάλτον της Αιτωλοακαρνανίας, 
τον Νικοτσάραν, 
Μπλαχάβαν,
 Λαζέους, 
Τζαχείλαν και Καζαβέρην από τον 'Όλυμπον και τα Πιέρια, 
τον Βασίλην Ρομφέην από την Νάουσαν, 
Μπιζιώταν και Σύρον από τα χωρία των Χασίων και άλλους. 

Είς τα πειρατικά  σκάφη έδόθησαν τα ονόματα 
«"Ασπρη Θάλασσα» (Αιγαίον), 
«Κασσάνδρα», 
«Όλυμπος», 
«Νάουσα», 
«Βάλτος»,
 «Μοριάς», 
«Σκιάθος». 


ΕικόναΑρχηγός των πειρατικών αυτών σκαφών άνηγορεύθη ο Σταθάς με ύπαρχηγόν τον Νικοτσάραν.

 Διά πρώτην φοράν κατά την Τουρκοκρατίαν ύψώθη ελληνική σημαία επί σκαφών κυβερνωμένων από Έλληνας πολεμιστάς και πληρώματα. 

Ητο κυανή με λευκόν σταυρόν εις το μέσον. 

Τα διακριτικά χρώματα, τα έξαρτήματα των πλοιαρίων και αι στολαί των πληρωμάτων ήσαν κατάμαυρα, όπως έσυνήθιζον οι πειραταί της εποχής.
Κατ' άρχάς, οι πειρατικοί αύτοί στολίσκοι διενήργησαν αποβάσεις εις τας ακτάς του Θερμαικού κόλπου και την χερσόνησον της Κασσάνδρας, έλεηλάτησαν τα τουρκικά χωρία και τα άγροκτήματα, έσφαξαν κατοίκους, διήρπασαν τρόφιμα και άλλα ειδη και εν γένει έρήμωσαν και έπυρπόλησαν τα πάντα.
Τρομοκρατία διεχύθη εις την περιοχήν έκείνην και πρωτοφανείς βιαιότητες διεπράχθησαν εις την Κασσάνδραν και το Βόρειον Αιγαίον. 

Οι πειραταί έξεδικούντο τους Τούρκους διά τα σκληρά μέτρα, τα όποια είχε λάβει η τουρκική διοίκησις κατά των αρματολών, αποσκοπούσα εις την πλήρη συντριβήν των.

Οι Τούρκοι απέστειλαν εναντίον των Ελλήνων πειρατών ισχυράν μοιραν πολεμικών σκαφών, αποτελουμένην από 2 φρεγάτας, 2 πλοία με όλμους και τινα μόστικα υπό τον πλοίαρχον Κιουτσούκ 'Αλή Σκαντρίλ, ίνα προσβάλη την Σκίαθον, ήτις έχρησιμοποιείτο ως πειρατικόν όρμητήριον.

 Οι Έλληνες, εύρεθέντες προ ύπερτέρων σκαφών άρτίως έξωπλισμένων και διαβλέποντες τον κίνδυνον του αφανισμού, έζήτησαν έπειγόντως την συνδρομήν της εις την νήσον Σύρον ναυλοχούσης άγγλικής φρεγάτας «Sea Horse» κυβερνωμένης υπό του πλοιάρχου John Stuart, όστις έσπευσε προθύμως εις βοήθειάν των. 

Η Αγγλία διετέλει κατά την περίοδον εκείνην εις έμπόλεμον κατάστασιν προς την Τουρκίαν. Έπηκολούθησε ναυμαχία διήμερος, την 5-6 Ιουλίου 1807 πλησίον της νήσου Σκοπέλου, κατά την οποίαν έθαυμάσθη ο ήρωισμός και η έπιτηδειότης του Άγγλου πλοιάρχου.
 'Αλλά και οι Ελληνες πειραταί πανταχόθεν επιτιθέμενοι επέφερον σύγχυσιν εις τον τουρκικόν στόλον. 

Τελικώς η τουρκική αρχηγίς Bendere Tjafer ύποστάσα σοβαράς βλάβας ύπεχρεώθη εις παράδοσιν, ο δε υπόλοιπος τουρκικός στόλος έγκαταλείψας την ναυμαχίαν απεμακρύνθη προς τον Έλλήσποντον διωκόμενος.

Μετά την ναυμαχίαν ταύτην ο Νικοτσάρας ήγούμενος 300 κλεφτών απεβιβάσθη πλησίον του Λιτοχώρου, σκοπών να συνέχιση τους αγώνας κατά των καταδιωκτικών αποσπασμάτων του Άλή Τεπελενλή, άτινα είχον κατακλύσει όλας τας περί τον Όλυμπον περιοχάς, τρομοκρατήσαντα τους κατοίκους, τινάς των οποίων είχον έξαναγκάσει να συνεργάζωνται μετ' αύτών. 

Πλησίον του Λιτοχώρου συνεπλάκη με ίσχυρόν τουρκοαλβανικόν άπόσπασμα, έτρεψεν εις φυγήν την μίαν πτέρυγα και ενώ ητοιμάζετο να επιτεθή κατά της άλλης, εβλήθη εξ ενέδρας εις το ύπογάστριον βαρύτατα. 
Με την διακρίνουσαν αύτόν παροιμιώδη ψυχραιμίαν και ένώ οι οπαδοί του έμάχοντο μέχρι των έσπερινών ώρών αποκρύπτοντες τον τραυματισμόν, απεσύρθη εις το πλοιάριόν του,
 όπου και εξέπνευσε. 
Την σορόν του μετεκόμισαν οι συμπολεμισταί του εις την νήσον Σκίαθον, ένθα έθαψαν κρυφίως τον άρχηγόν εις την μονήν της Εύαγγελιστρίας κατά μήνα Τούλιον του 1807.
Ο θάνατος του επιφανούς αύτου πολεμιστού εδημιούργησε κενόν δυσαναπλήρωτον μεταξύ των  αρματολών της Μακεδονίας.

 Η προσωπική του επιβολή, το γόητρον μεταξύ των πολεμικών άνδρών, η μυθική άνδρεία, η άκεραιότης του χαρακτήρος και ο φόβος που είχεν εμπνεύσει εις τους κατά τα άλλα άνδρείους Τουρκαλβανούς του Τεπελενλή, είχον κατά πολύ συμβάλει εις την καλλιέργειαν του επαναστατικού πνεύματος μεταξύ των Ελλήνων της περί τον Όλυμπον και Πιέρια περιοχής.

 Έάν ο προώρως απωλεσθείς πολεμιστής αυτός έζη κατά τους χρόνους της επαναστάσεως του 1821, θα ανεδεικνύετο μεταξύ των έξεχουσών στρατιωτικών φυσιογνωμιών της έποχής έκείνης,
 των οποίων τόσην ανάγκην είχεν η Ελλάς και ιδιαιτέρως η Μακεδονία.

Καθ΄ ην εποχήν ο Νικοτσάρας και οι άλλοι αρματολοι του 'Ολύμπου άνθίσταντο γενναίως κατά της εκστρατείας των στρατευμάτων του Άλή, αποσκοπούντος εις την έξόντωσιν των Ελλήνων αρματολών, βορειότερον, εις το Βέρμιον, ο 'Αλβανός σατράπης, επεκτείνων τη ανοχή των Τούρκων το πασαλίκιόν του, προσέβαλε την Νάουσαν. 

Την πόλιν αύτήν του Βερμίου, ακμάζουσαν την εποχήν της Τουρκοκρατίας, ύπερησπίζετο ο αρματολός Βασίλης Ρομφέης, εκ των παλαιών και πεπειραμένων κλεφτών τηςεποχής έκείνης,
 με ύπαρχηγόν τον Καρατάσιον, 
οιτινες επί κεφαλής δύο χιλιάδων Ναουσαίων, απέκρουσαν τα στρατεύματα του Τεπελενλή. 

Η Νάουσα ήτο περιτειχισμένη και οι κάτοικοι αύτής πλαισιούμενοι από εμπειροπολέμους κλέφτες, αντέστησαν ερρωμένως εις τας επιθέσεις των Τουρκαλβανών.
Οι μπέηδες της Θεσσαλονίκης, οι έχοντες άγροκτήματα πλησίον της Ναούσης, ύπεσχέθησαν την συνδρομήν των εις τους πολιορκουμένους Ναουσαίους, άλλά δεν έξεπλήρωσαν τας ύποχρεώσεις των.
Επί τέσσαρας και ήμισυ μήνας διήρκεσεν η πολιορκία της Ναούσης, ο δε Ρομφέης στενώς πολιορκηθείς υπό πολλαπλασίων έχθρικών δυνάμεων, στερούμενος των πάντων και άδυνατών τελικώς να άνθέξη, απεφάσισεν, όπως μας πληροφορεί ο Cousinery, Γάλλος πρόξενος  κατά τους χρόνους εκείνους εις Θεσσαλονίκην, 

«την γενναίαν έκείνην εξοδον, ήτις έδίδαξε την εξοδον του Μεσολογγίου τον 1826.
  Έξήλθον κατά σκοτεινήν νύκτα διά μέσου των πολιορκητών φονεύσαντες πολλούς και φονευθέντες πολλοί, ζωγρηθέντες δε περισσότεροι, μόλις 1.500 έφθασαν εις θεσσαλονίκην».

 Η πόλις έλεηλατήθη υπό των 'Αλβανών, πολλοί κάτοικοι ήχμαλωτίσθησαν, άρκετοί έσφάγησαν, η δε σύζυγος του Ρομφέη μετά του μικρού της υιού αιχμαλωτισθείσα απεστάλη εις 'Ιωάννινα. 

Ο Ρομφέης κατώρθωσε με τον εκ των προυχόντων της πόλεως Ζαφειράκην Λογοθέτην και εύαρίθμους οπαδούς του να διαφύγη εις την Χαλκιδικήν και ο Καρατάσιος εις τον Όλυμπον ένωθείς με τους Λαζέους.
Περισσοτέρων πληροφοριών διά την έποχήν έκείνην στερούμεθα, άλλά η λαική μούσα διέσωσε χαρακτηριστικόν δημοτικό τραγούδι: 

«Βάστα καύμένη Νιάουστα τ' Άλή πασά τ' άσκέρι όπως βαστούν τα Γιάννενα χειμώνα καλοκαίρι.
 Τι να βαστάξω η ορφανή και πως να νταγιαντήσω δεν είναι μια δεν είναι δυο δεν είναι τρεις και πέντε μον' είναι μήνες τέσσαρες και μέρες δεκαπέντε. 
"Αιντε Ντελή Ζαφείρη μου, Μπράχο και Κωνσταντίνε μου».
Το έργον του φονευθέντος Νικοτσάρα εις την περιοχήν του 'Ολύμπου ανέλαβον να συνεχίσουν οι συμπατριώται και φίλοι του Λαζέοι  της μεγάλης αρματολικής οικογενείας, 
ένισχυθέντες και με τους οπαδούς του Νικοτσάρα, Ταμπάκην, Μάντζαρην και Γούλαν Δράσκον. 

Δυστυχώς η καταστροφή του σώματος του Θεσσαλού αρματολού Βλαχάβα παρά το Καστράκι της Καλαμπάκας  κατά τον μήνα Μάιον του 1808 ανέτρεψε τα σχέδια των Λαζέων, οιτινες, μη δυνηθέντες ν' αντισταθούν αποτελεσματικώς κατά των χιλιάδων 'Αλβανών του υίού του Τεπελενλή Μουχτάρ πασά των Τρικκάλων, ύπεχώρησαν εις την παραλίαν του 'Ολύμπου και έπιβάντες πολυαρίθμων πλοιαρίων, υπό τα όμματα και εις άπόστασιν βολής από των Τουρκαλβανών , απεσύρθησαν διά πολλοστήν φοράν εις την Σκιάθον και την Σκόπελον, 
σύνηθες καταφύγιον των Μακεδόνων και Θεσσαλών  αρματολών και κλεφτών.
Έπί μίαν διετίαν ο Λάζος με τους άδελφούς του καθώς και άλλοι αρματολοι της Μακεδονίας, μεταξύ των οποίων και ο Γιάννης Φαρμάκης από το Βλάτσι της Δυτικής Μακεδονίας, άσπονδος έχθρός του Τεπελενλή, έξοπλίσαντες πλοιάρια, επεδόθησαν εις την πειρατείαν, αναμένοντες άνευ ελπίδος την προέλασιν των ρωσικών στρατευμάτων προς Νότον μετά την υπ' αυτών κατάληψιν της Σούμλας εν Βουλγαρία .

 Οι Τούρκοι απέστειλαν εναντίον αύτών, τον Χαλήλ μπέην επί κεφαλής πολεμικών σκαφών καθώς και τον Χατζή Χουσείν, αρχηγόν των σάλιων (μικρών πλοιαρίων) της Θεσσαλονίκης. 

Ούτοι, καταδιώκοντες τους πειρατάς, επέτυχον να τους αποκλείσουν εις την μικράν νήσον Σπετσοπούλαν . 
Έκει φαίνεται ότι επήλθεν συμβιβασμός, μεσολαβήσει του τούρκου αρχιναυάρχου βεζίρη Χατζή Άλή, έπετράπη δε τόσον εις αύτούς, άνερχομένους εις 600 περίπου, όσον και εις τους διαμένοντας εις τας Βόρειας Σποράδας συντρόφους των μετά των γυναικόπαιδων ο επαναπατρισμός, επί τη ύποσχέσει ότι έφεξής θα διήγον ήσύχως. Τα πειρατικά, κατασχεθέντα υπό των Τούρκων, παρεδόθησαν εις τον τουρκικόν αύτοκρατορικόν ναύσταθμον .
Μετά την κατά το έτος 1812 έπελθούσαν είρήνην μεταξύ Ρώσων και Τούρκων, την καταστολήν του υπό τον Καραγιώργην επαναστατικού κινήμιατος των Σέρβων και την έπίθεσιν των Εύρωπαικών Δυνάμεων κατά της Γαλλίας, εκ της οποίας έκινδύνευον οι εις την γαλλικήν υπηρεσίαν  εις Ήπειρον και Επτάνησα ύπηρετούντες αρματολοι, οι Μακεδόνες αρματολοι και κλέφτες ήρχισαν ν' απογοητεύωνται. 

Τόσων ετών θυσίαι και άγώνες ήρχισαν να καταποντίζωνται εις τα πολιτικά συμφέροντα και τας διαμάχας των Εύρωπαικών Δυνάμεων και οι εν επαναστάσει υπό δουλείαν εύρισκόμενοι Ελληνες και Σέρβοι πολεμισταί έγκατελείποντο εις την τύχην των άπροστάτευτοι.
Μέρος των Μακεδόνων πολεμιστών, ανερχομένων εις οκτακοσίους, απεφάσισαν να συνδιαλλαγούν μετά του 'Ισμαήλ μπέη των Σερρών, όστις έχαιρε καλής φήμης και δεν εύρίσκετο εις αγαθάς σχέσεις με τον Τεπελενλήν. 

Μεταξύ αυτών εύρίσκοντο οι οπαδοί του Νικοτσάρα, Ταμπάκης, Δράσκος και Μάντζαρης, οι Στέργιος και Θανάσης Μπιζιώτας, καθώς και ο Γιάννης Φαρμάκης .
 Οι Λαζέοι, ο Νικόλαος Τσακνάκης, ο Νικόλαος Κατερινιώτης, πατήρ του μετέπειτα αρματολού των Πιερίων Διαμαντή Νικολάου, ο Γεώργιος Σύρος (Συρόπουλος), αρματολός των Σερβίων, και οι αδελφοί Τζαχείλα, απεφάσισαν να συγκεντρωθούν εις τον 'Όλυμπον συνδιαλλασσόμενοι εν ανάγκη με τον Τεπελενλή.

 Καί πράγματι ο ΛιόλιοςΛάζος μετέβη μετ' ολίγον εις τα 'Ιωάννινα ως αντιπρόσωπος των εναπομεινάντων  αρματολών τού'Ολύμπου, αλλ' ο Βελή πασάς υιός του Τεπελενλή, κατά το έτος 1813, ένεργών κατ' έντολήν του πατρός του, έκστρατεύσας διά νυκτός, κατέλαβεν αίφνιδιαστικώς το χωρίον Μηλιά των Πιερίων, όπου είχε συγκεντρωθή ολόκληρος η οικογένεια των Λαζέων, κατέσφαξε τον Δήμον Λάζον με τους συντρόφους του, άμυνθέντας κατά την κατάληψιν της Μηλιάς, μετέφερε τας οικογενείας ως αιχμαλώτους εις Λάρισαν, ενώ ως εκ συμφώνου εις τα 'Ιωάννινα ο Τεπελενλής κατεκρεούργει τον Κώσταν Λάζον, διαφυγόντων μόνον του Λιόλιου Λάζου, του δωδεκαετούς Τόλιου, υίού του αποθανόντος εν τω μεταξύ Γιάννη Λάζου, και τίνων συντρόφων του, οιτινες μετά μεγάλας περιπετείας κατώρθωσαν να συγκεντρωθούν εις τας Βορείους Σποράδας επαναρχίσαντες την πειρατείαν.
Κατ' αύτόν τον τρόπον ο Άλή Τεπελενλής, αφ' ης διωρίσθη έπόπτης των ντερβενίων της Ρούμελης (ντερβεντάτ ναζήρ), κατά το έτος 1783, έθεσεν ως σκοπόν του να καταστρέψη τους αρματολούς και κλέφτες, οιτινες προέβαλον άντίστασιν, μη συμμορφούμενοι με τας έπιταγάς του.
Αποκτήσας μεγάλην ίσχύν εν τω μεταξύ και άναλαβών μαζί με τους υιούς του Βελή και Μουχτάρ τα πασαλίκια των 'Ιωαννίνων και των Τρικκάλων, έπεδίωξε να φέρη εις πέρας το άρξάμενον έργον του διά της έξοντώσεως η αντικαταστάσεως των Ελλήνων  αρματολών με Αλβανούς ντερβεναγάδες. 

Είς αύτήν την περίστασιν μετεχειρίσθη, έκτος της συστηματικής διώξεως, την προδοσίαν και τον δόλον, που τόσα δεινά και καταστροφάς έπροξένησαν εις τους Ελληνας αρματολούς και κλέφτες2. Με το σύστημα αύτό ο Τεπελενλής έπέτυχε να έξοντώση το μεγαλύτερον μέρος των  αρματολών και κλεφτών της Βορείου Ελλάδος.
Είς την Μακεδονίαν η δράσις αύτη του Τεπελενλή άρχεται κυρίως από του έτους 1805, αν και η τοπική ιστορία και η παράδοσις αναφέρει και προηγούμενα παραδείγματα. 

Πάντως εις την Μακεδονίαν δεν άνευρίσκομεν, πλην μιας περιπτώσεως (Βλαχοθόδωρον) συνεργάτας του Τεπελενλή αρματολούς, διότι το μίσος τόσον των πολεμικών ανδρών, όσον και του λαού, ήτο μέγα. 
Οσοι κατώρθωσαν να διασωθούν, ήσαν οπαδοί παλαιών αρματολών, διδαχθέντες την πολεμική ν τακτικήν από τον Ζήδρον, τους Λαζέους, τον Βλαχάβαν, τον Νικοτσάραν.

Ήσαν μεν ύποδεέστεροι αυτών εις την πολεμικήν τέχνην, άλλά και πατριώται καλοί απεδείχθησαν, ώρισμένοι δε εξ αύτών, μυηθέντες υπό της εν τω μεταξύ εμφανισθείσης Φιλικής Εταιρείας, προσέφερον μεγάλας ύπηρεσίας εις την πατρίδα, όταν εξερράγη ο απελευθερωτικός άγών του 1821.

Τοιουτοτρόπως κατά τας παραμονάς του άγώνος του 1821 είχον περισωθή εις την Μακεδονίαν και εις διαφόρους περιοχάς οι κατωτέρω αγωνισταί:

 Είς την Νάουσαν ο πατήρ Καρατάσιος με τους υιούς του Τσιάμην, Γιαννάκην και Κωτούλαν και με άρκετούς κλέφτες,
 εις την περιοχήν Εδέσσης το σώμα του 'Αγγελή Γάτσου
εις τον Κολινδρόν και την Καστανιάν το σώμα του Καπετάν Διαμαντή 'Ολυμπίου, που είχε διαδεχθή τον πατέρα του, όστις είχε κληρονομήσει το αρματολίκι από τον Γκέγκαν, συνεργάτην του Λαπα

Θ. Ζιάκας
Με τον Διαμαντήν συνέπραττον και οι άδελφοί του Κώστας, Δήμος και Χαρίσης με 150 οπαδούς εις τα Σέρβια, Καταφύγι κ.λ.π., 
ο Γεώργιος Σύρος (Συρόπουλος), του οποίου ο πατήρ ήτο εκ των ψυχογυιών του Ζήδρου, 
εις την Μηλιάν των Πιερίων ο Γούλας Δράσκου και ο Κωνσταντίνος Μπίνος
εις τον Όλυμπον ο Μήτρος Διάκος (Λιακόπουλος), οι Τζαχειλέοι και ο Ψαροδήμος,
 εις τα Γρεβενά ο Ζιάκας, 
εις την Καλαμαριάν και εν συνεχεία εις τας Ηγεμονίας του Δουνάβεως ο Γιάννης Φαρμάκης, στενός φίλος του άλλου πολεμιστου των Ηγεμονιών Γεωργάκη 'Ολυμπίου καταγομένου εκ της οικογενείας των  αρματολών Λαζέων. 

Υπήρχον επίσης εις το Βέρμιον και τα μικρά σώματα των κλεφτών Καμπίτη, Μαλάμου, Κατσαούνη, Δεληγιάννη, Πετσάβα, Σιούγκαρα και Ραμαντάνη.
Είς την Χαλκιδικήν δεν συνηντήσαμεν αρματολούς και κλέφτες και ούτε εις την περιοχήν Νιγρίτας Σερρών Δράμας κατά τας παραμονάς της επαναστάσεως. 

Διά την Χαλκιδικήν έχομεν να τονίσωμεν ότι δεν ηύνόει την ανάπτυξιν του αρματολισμού και της κλεφτουριάς η σύστασις του εδάφους. 
Τα παράλια όμως έχρησιμοποιήθησαν κατ' έπανάληψιν από τους 'Ελληνας πειρατάς, ως άνωτέρω έξέθεσα, διότι οι καλοί πατριώται της Χαλκιδικής είχον πάντοτε αίσθημα ζωηρόν και ακμαίον.
Εις την έργασίαν αύτήν έξεθέσαμεν βάσει των πηγών εν συντομία τον βίον και την δράσιν των κλεφτών και  αρματολών της Μακεδονίας.

 Διά πρώτην φοράν ερευνάται η σκοτεινή αύτή περίοδος της έθνικής μας ιστορίας εις την Βόρειον 'Ελλάδα και είναι εύτύχημα ότι διεσώθησαν και εν συνεχεία έμελετήθησαν τα τουρκικά άρχεία της Θεσσαλονίκης και της Βέροιας Ναούσης, εκ των οποίων τόσαι πολύτιμοι πληροφορίαι είδον το φως της δημοσιότητος.
Από την ατελείωτον σειράν των  αρματολών και κλεφτών, οιτινες παρελαύνουν εις τα επίσημα ταύτα έγγραφα της Τουρκοκρατίας, 
διαπιστούται μαζί με τα άλλα και 
η απόλυτος ύπεροχή του ελληνικού στοιχείου 
εις την Κεντρικήν, Δυτικήν και Άνατολικήν Μακεδονίαν,
 εις τα τμήματα δηλαδή εκείνα, ατινα μετά πολυετείς αιματηρούς έθνικούς άγώνας, 
περιήλθον εις το ελληνικόν κράτος,
 του όποιου αποτελούν άναπόσπαστον έδαφος,
 τμήμα μόνον του παλαιού ελληνικού χώρου,
 όπου έγεννήθησαν, 
έζησαν και έμεγαλούργησαν οι Βόρειοι Ελληνες.
Είναι επίσης καταφανές, και τούτο σημειούται ιδιαιτέρως ενταύθα, ότι εις τας προαναφερθείσας περιοχάς, 
ούδείς Σλάβος αρματολός η κλέφτης εμφανίζεται, 
παρ' όλον ότι εις τας πεδινάς περιοχάς υπήρχον
 Βούλγαροι δουλοπάροικοι των Τούρκων,
 άνταλλαγέντες κατά το έτος 1924 με τους Ελληνας της Ανατολικής Ρωμυλίας. 

Αντιθέτως διεπιστώσαμεν λίαν σημαντικήν δρασιν Αλβανών  αρματολών και κλεφτών, είτε μεμονωμένως δρώντων, είτε εκμισθουμένων παρά της τουρκικής διοικήσεως διά την έξόντωσιν των Ελλήνων  αρματολών και κλεφτών εις την Βόρειον Ελλάδα.

'Ως διελάβομεν και εν άρχή του παρόντος κεφαλαίου, το ένστικτον της αυτοσυντηρήσεως των ορεινών πληθυσμών της Μακεδονίας, ρεπόντων εκ παραδόσεως εις τον ελεύθερον και ανεξάρτητον βίον, υπήρξε το πρωταρχικόν αίτιον, κατά το όποιον άρχικώς μεμονωμένα άτομα και συν τω χρόνω μεγαλύτερος άριθμός έξήρχοντο εις τα όρη και μετεβάλλοντο εις κλέφτες, συντηρούμενα εκ της ληστείας και της διαρπαγής. 

Είς αύτούς προσετίθεντο συν τω χρόνω και διάφοροι φυγόδικοι, άναγκαζόμενοι να διαπράξουν άδικήματα ένεκα των στερήσεων και υπερβασιών της σκληράς τουρκικής διοικήσεως, μεταξύ των οποίων το φοβερόν παιδομάζωμα και αι δυσβάστακτοι φορολογίαι, ήσαν εκ των κυριωτέρων αιτιών.

Η κατάστασις αύτή έδημιούργησε την άνταρσίαν των βουνών κατά της άρχής. 
Έστερείτο γενικωτέρας οργανώσεως και εθνικών ελατηρίων συνειδητών, αλλ' εις την ψυχήν αυτών των κατατρεγμένων άνθρώπων ο Τούρκος ήτο ο δυνάστης, ο άρπαξ, ο σφετεριστής των άνθρωπίνων αγαθών. 

Ως τοιούτον άντελαμβάνοντο αύτόν όχι μόνον οι κλέφτες των βουνών, άλλά ολόκληρος ο ελληνικός λαός. 

Συνεπώς παρ' όλον ότι οι κλέφτες δεν έλήστευον παρακινούμενοι από έθνικά έλατήρια, εν τούτοις το έργον περιεβάλλετο με συμπάθειαν από το μεγαλύτερον τμήμα του ελληνικού λαού, διά τον όποιον ο κλέφτης και εν συνεχεία ο αρματολός ήσαν συνώνυμα με τον έθνικόν αγωνιστήν.
Αύτοί οι άνθρωποι διάγοντες περιπετειώδη ζωήν, εν μέσω συνεχών κινδύνων και διώξεων, ήσαν υποχρεωμένοι να μάχωνται συνεχώς και να καλλιεργούν το πολεμικόν πνεύμα της φυλής.

 Σκληροί και άτίθασοι από τον τρόπον της ζωής και τας φοβεράς περιπετείας ήσαν άνδρειοι εις τας μάχας, ταχύτατοι εις το βάδισμα και άεικίνητοι, εύσταλεις εις το σώμα, διαπλάσαντες με την πάροδον του χρόνου εν σύνολον από χαρίσματα σωματικά, 
το όποιον ο λαός έχαρακτήρισε με την λέξιν «λ ε β ε ν τ ι ά».


Έκεί λοιπόν, εις τα βουνά της Μακεδονίας, εδημιουργειτο μία πολεμική παράδοσις από κλέφτες και αρματολούς και εν ίδιόρρυθμον σχολείον πολεμικής τακτικής.
.......

Δεν υπάρχουν σχόλια: