Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Μακεδονική Γη: Το ελληνικώτατο βυζαντινό Μελένικο (bul. Мелник).

Μελένικο, αρχές του 20ου αιώνα.

 ΕΙΡΗΝΗΣ ΣΠΑΝΔΩΝΙΔΟΥ

Μηνιαία Επιθεώρηση ΗΩΣ
1960 



Το ελληνικώτατο βυζαντινό Μελένικο, που βρισκόταν καμμιά 30 χιλμ. βόρεια απ'  τα σύνορα της Κούλας, σήμερα πιά είναι για τον Ελληνισμό μόνο κάποιος θρύλος κι η ανάμνησή του ένας ζωντανός καϋμός για τους στρατιώτες μας, που το γνώρισαν το 1913 κι ένα κάρβουνο αναμμένο στις καρδιές των λίγων σκόρπιων παιδιών του. 

Την ύπαρξή του έσβυσε η συνθήκη του Βουκουρεστίου, που το παραχώρησε το 1913 στη Βουλγαρία, από  δε τα ανθρώπινα απομεινάρια του, που είχαν καταφύγει στο Ντεμίρχισσαρ, λίγοι μόνο επέζησαν στην ξένη κυριαρχία του 1916-18. 

Κι όμως, απομονωμένο εκεί πάνω στις δυτικές ριζοβουνιές του Όρβήλου, αποκομμένο απ'  όλους τους δικούς του και ζωσμένο από  άλλόφυλους, είχε κατορθώσει—σκυθρωπό και πεισματάρικο, γαντζωμένο στις πλαγιές του φαραγγιού του-να κρατήσει επί εκατοντάδες χρόνια αμάλαγη τη φυλετική του οντότητα, τον ελληνικό πολιτισμό του.

Άλλά ας προβούμε λοιπόν στη σκιαγράφηση της ανήσυχης ύπαρξης, της σκοτεινής μοίρας του μικρού βυζαντινού Άκρίτη, με λίγα λόγια παρμένα κυρίως από  τη μονογραφία του Μελενικιώτη Π. Σπ. Σπανδωνίδη («Μελένικος» Θεσσαλ. 1930), άλλα κι από  στοματικές οικογενειακές παραδόσεις.

Η ύπαρξη του Μελένικου, καθ'  όσα μπορούμε να ξέρουμε, αρχίζει γύρω στο 800-810. 

Όχυρώνοντας τότε τα βόρεια σύνορά τους, οι Βυζαντινοί έκτισαν, φαίνεται, και στη φυσικά οχυρώτατη θέση του Μελενίκου, ένα φρούριο, κοντά του δε ιδρύθηκε και μια αποικία, που δε μπόρεσε όμως  να κρατηθεί. 
Από  το 904-1014 (ως φρούριο δίχως αποικία) βρίσκεται στα χέρια των Βουλγάρων.

Το 1014, κατά μίαν εκστρατεία του εναντίον των Βουλγάρων, 
ο Βουλγαροκτόνος καταλαβαίνει το φρούριο του Μελενίκου και εγκαθιστα εκεί Βυζαντινή φρουρά. 

Κατά τα τέλη του 12ου αιώνα αποικείται το Μελένικο από  Έλληνες της Φιλιππούπολης, στους οποίους προσθέτονται — άγνωστο πότε — Κρήτες από  των Σφακιών κυρίως τα μέρη.


Από  το 1204 1246 το εξουσιάζουν πρώτα ο ανεξάρτητος Βούλγαρος ήγεμόνας Σθλάβος κι υστέρα οι Βούλγαροι βασιλιάδες απ'  εύθείας

 Το 1246, όταν ο αυτοκράτορας της Νικαίας Βατάτσης καταλαβαίνει τη Μακεδονία, ο 'Έλληνας προύχων του Μελένικου, Νικόλαος Μαγκλαβίτης, πείθει τους συμπατριώτες του να παραδοθούν στους Βυζαντινούς με τα περίφημα αυτά λόγια : 

«ο τε γαρ ήμέτερος χώρος τη των Ρωμαίων προσήκει άρχή . . . ήμεις δε πάντες εκ Φιλιππουπόλεως όρμώμεθα, καθαροί το γένος Ρωμαίοι».

 Και προσέρχονται τότε προς τους Βυζαντινούς υπέρ 500 «άνδρες εύσταλεις τε και έντιμοι κ'  ακ μόνης της θέας και αίδούς τε και τιμής άξιοι. (Π. Σπανδ. σ. 21=Άκροπολίτης I 80-83).

Από  το 1246-1342 το Μελένικο μένει στα χέρια των Βυζαντινών, κι εμφανίζεται έκτοτε συχνά σα σημαντική, αρχοντική και πλούσια οχυρωμένη πόλη στη Βυζαντινή Ιστορία γενικά, κι ειδικά στην Ιστορία των τότε εμφυλίων σπαραγμών. 
Την ευημερία κι αριστοκρατία του μαρτυρούν άλλωστε εύγλωττα οι θαυμαστές εκκλησιές και τα αρχοντικά σπίτια της εποχής εκείνης, που σώζονταν ως το 1913 και για τις όποιες θα γίνει λόγος σε μια υποσημείωση.

Επίσης γίνεται τότε το Μελένικο μητροπολιτική έδρα (πρώτος γνωστός μητροπ. Μελενίκου είναι το 1315 κάποιος  Ιωάννης και τελευταίος ο Κωνσταντίνος Β', που δολοφονήθηκε στις 25 ' Ιουν. 1913 στο Ντεμίρχισσαρ από  τους Βουλγάρους).

’Επί Καντακουζινού ο Σέρβος στρατηγός Χρέλης καταλαβαίνει το Μελένικο το 1342 και το έξουσιάζει (εν όνόματι του Σέρβου κράλη Στεφάνου Ουρεσιν Γ΄) ως το 1350, έτος του θανάτου του.
Από  το 1350 το κατέχει ο Σέρβος κράλης Ντουσάν και μετά το θάνατο του Ντουσάν το εξουσιάζει από  το 135571 ο ανεξάρτητος δεσπότης ' Ιωάννης Ούγκλεσης.

Το 1371 το καταλαβαίνουν παροδικά οι 'Έλληνες, και γύρω στα 1373, μαζί με την υπόλοιπη ανατολική Μακεδονία, τουρκεύει και το Μελένικο.

Έκτοτε η ιστορία του μένει άγνωστη, αν εξαιρέσουμε μια λεηλασία του από  το Σιαμπάν Γκέκα κατά τη γνωστή εκστρατεία του Άλή-πασα το 1804 εναντίον των χαιντούκιδων και σπαντίδων της Μακεδονίας.

Θα είχε κατά κάθε πιθανότητα την ιδια μοίρα με τα περισσότερα παράμερα και ξεχασμένα βουνήσια χωριά των γκιαούριδων :
 «όχι αρκετά για να ζήσει, πάρα πολλά ώστε να πεθάνει». (Pas assez pour vivre, trop pour mourir). 

Πάντως θα είχε στήσει κι αύτό, όμοια με την υπόλοιπη 'Ελλάδα, το γνωστό βουβό αγώνα πείσματος και αντοχής, άφού το βλέπομε—μαζύ πάλι με την άλλη Ελλάδα—να ξεθαρρεύεται κι αύτό και να άναζεί, όταν στα μέσα, και κυρίως προς το τέλος του 18ου αιώνα, οι όροι της ύπαρξης των υποδούλων γίνονται κάπως πιο υποφερτοί.

Αρχίζουν τότε κι ανθούν στο Μελένικο το εμπόριο κι η βιομηχανία και φέρνουν τον πλούτο και την ευμάρεια στον τόπο. 
Από  το 1750-1880 περίπου γίνεται έντονη παραγωγή κι εξαγωγή μέταξας και μεταξωτών και λειτουργούν ως 30 περίφημα βυρσοδεψεία. 
Τότε επίσης, αλλά κυρίως απ'  το 1880 κι ύστερα—οπόταν ατονούν πια οι πάνω δύο βιομηχανίες—αρχίζει στα πέριξ η καλλιέργεια της αμπέλου.

 Κι έμειναν ξακουστά σ’ όλη τη Μακεδονία τα θαυμάσια Μελενικιώτικα κρασιά, ρακιά και κονιάκια (που τα φύλαγαν μέσα σε περίεργα σπήλαια σκαλισμένα στους βράχους τις όνομαστές «τρυπιτές») κι απ'  τα όποια τον καλό καιρό κάναν εξαγωγή πάνω από  2.000.000 οκάδες το χρόνο.

Με την καλοπέραση και την πρόοδο ξυπνούν τότε στο Μελένικο—όπως ξύπνησαν κατά την ίδια εποχή και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας—το ευρύτερο εμπορικό πνεύμα κι η νοσταλγία μιας καλύτερης ζωής.

Κι αρχίζουν, απ'  το τέλος προπάντων του 18ου αιώνα, να μεταναστεύουν οι Μελενικιώτες στη Ρουμανία κι Αύστρουγγαρία (Βιέννη, Βουκουρέστι, Μπρασοβό, Γιούργεβο κλπ.), απ'  τη μια μεριά για να διαθέσουν εκεί καλύτερα τα προιόντα του τόπου τους, η και για να εμπορευθούν γενικά σε ευρύτερη κλίμακα (συνήθως με μέγιστη επιτυχία), απ'  την άλλη μεριά πάλι, για να ζήσουν στα ξένα πιο ελευθέρα, πιο εξησφαλισμένα, πιο κοντά στον πολιτισμό και στα γράμματα. 

(Είναι δε γνωστό ότι κατά την ίδια εποχή υπήρχαν η σχηματίστηκαν έξω από  την Ελλάδα σειρά από  μικρές λαμπρές εστίες Ελληνισμού, ελληνικής θρησκείας, πατριωτισμού, εμπορίου και γραμμάτων

Επίσης ξέρομε πόσο, απ'  τη μια μεριά, ευεργετικά αντανακλούσε στις ιδιαίτερες πατρίδες τους ο πλούτος κι η επιρροή των ξενιτεμένων, πόσο πάλι, από  την άλλη, η ελεύθερη ελληνικώτατή τους σκέψη επιδρούσε πάνω στους ραγιάδες συμπατριώτες τους και πόσο τόνωναν τα καταδυναστευμένα φρονήματα των υποδούλων τα φλογερά κηρύγματα που φτάναν απ’ την ξένη).

Από  τους Μελενικιώτες μετανάστες που από κτησαν μεγαλεία και πλούτη στο εξωτερικό αναφέρω μόνον παροδικά, μεταξύ άλλων, τους Ντουντούμιδες στη Βιέννη (από  το 1810 κι έκειθε), τους Χριστομάνιδες (Χρηστός Μάνος) στη Βιέννη (1790 κι έκειθε), το Ζλατάνο στο Μάντσεστερ Αγγλίας (1883), το Σαφράνο στο Μπρασοβό (1865) κλ. χλ. 
Σταματώ όμως  με ιδιαίτερη ευχαρίστηση μπροστά στα ξενιτεμένα παιδιά του Μελενίκου που διακρίθηκαν η δοξάστηκαν στα γράμματα.
Πολυζωίδης Αναστάσιος (1802-1873) 


Κι αναφέρω έδώ τους έξης :

Ηλιάδης Μανασσής : άρχισε τις σπουδές του στο Βουκουρέστι κοντά στον Τουρναβίτη ( 1752-69), σπούδασε ιατρική στην Πάδουα και Βολόνια, δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Βουκουρεστίου φιλοσοφία, στάλθηκε από  τον Άλεξ.  Υψηλάντη στην ' Ιταλία για να τελειοποιηθεί στα φυσικομαθηματικά και γίνηκε το 1780 διευθυντής της άκαδημίας του Βουκουρεστίου.

Παλλατίδης Άναστ. : γνωστός λόγιος στη Βιέννη (| 1848).

Πολυζωίδης Άναστ. : σπούδασε στη Γερμανία, συμπολέμησε το 21 με τον Μαυροκορδάτο, γίνηκε υπουργός, πρόεδρος Αρείου Πάγου, ήταν γνωστός συγγραφέας και πολυγράφος και, ως εχθρός του Καποδίστρια, εκδότης του περίφημου «Απόλλωνος» της "Ύδρας.

Βασματζίδης Ίωάν. : σπούδασε στη Γερμανία, ίδρυσε λύκειο στην Πόλη, ήταν συγγραφέας κλ. κλ.

Από  την οικογένεια Χριστομάνου, πάλι, που ανάφερα πιο πάνω, είναι γνωστοί και πασίγνωστοι οι άδελφοί Κώστας Χριστομάνος ως συγγραφέας και διευθυντής θεάτρου κι ο 'Αναστάσιος Χρ. ως έξέχων γιατρός, καθηγητής Πανεπιστημίου και ύπουργός.

 Στο ίδιο το Μελένικο πάλι, θρησκευτική μπορούμε να πούμε είναι η προσήλωση στα γράμματα : 

λειτουργεί τυπογραφείο (από  το 1840), υπάρχει μια καλή βιβλιοθήκη, και διδάσκουν στα σχολεία δόκιμοι δάσκαλοι σαν τους αρχιδιδάσκαλους Καλαμπακίδη, που σπούδασε στη Βιέννη (στα 1830-40 και 1847-50), τον Κωνστ. Σπανδωνίδη), (στα 1840-47 και 185051) και σαν τον υποδιδάσκαλο Ιωάννη Βασματζίδη (βλ. άνω) (στα 1850-53).


Σύνθημα : η απόλυτη εχεμύθεια, η υποκρισία, η μεταμφίεση στους λόγους, στο πρόσωπο και στις πράξεις, το μυστήριο.

Κοινό γνώρισμα : η ασάλευτη πίστη, η απόλυτη εθελοθυσία, η ένδοξη ανωνυμία των αγωνιζομένων. 

Επίσης η αδυσύπητη εκείνη σκληρότητα, το τυφλό εκείνο μίσος που χαρακτηρίζει τους εκάστοτε φανατικούς μιας ιδέας  ή μιας πίστης και κάνει τον καθένα τους να μοιάζει, κατά το ωραίο ρηθέν του Gobineau, «με μια μπούκα πυροβόλου διαρκώς στραμμένη κατ'  επάνω σου».

Μέσα σε τόσες κακές μοίρες κακότυχων χωριών και πολιτειών, η τύχη του Μελένικου υπήρξε από  τις χειρότερες :

 η ευημερία του ξυπνούσε την πλεονεξία, η πνευματική του ανωτερότητα τη ζήλεια, η επίμονη προσήλωτή του στον Ελληνισμό το μίσος των ανθρώπων των κομιτάτων, που δεν έπαυαν να του επιτίθενται και να ερεθίζουν εναντίον του τα πλήθη των Σλάβων και Βουλγαρόφωνων που το έζωναν από  παντού.

Η μόνωσή του μέσα στα από μακρά φαράγγια του το καταστούσαν άλλωστε φυσικό στόχο δράσης για τους κατα σειράν μικρούς η μεγάλους κομιτατζίδες της περιοχής.

 Κι αρχίζει η μακριά διαδοχή από  πιέσεις, επιδρομές, κακώσεις, φόνους, πυρπολήσεις μέσα στην πολιτεία και στα περίχωρά της, όπου κάθε δυνατότητα καλλιέργειας της γης και των αμπελιών αποκλείστηκε για τους Έλληνες.
Ο Γιάννε Σαντάνσκι

Η τρομοκρατία φτάνει στο κατακόρυφό της με τον «αρχικομίτη» Σαντάνσκη
τη μάστιγα αυτή του Θεού, 
που ενεργούσε μάλλον για ατομικό του λογαριασμό 
(η κεντρική κυβέρνηση και τα κομιτάτα τον είχαν αποκηρύξει και καταδικάσει) 
και δεν άφησε γύρω στο 1905 — 12 Μελενικιώτικη ψυχή να σταθεί σε χλωρό κλαρί.

Την 24η ' Οκτ. 1912, κατά το Βαλκανικό πόλεμο, μπαίνει στο Μελένικο ο Βουλγάρικος στρατός.

Στις 30 ' Ιουνίου 1913—Άναστάσεως ήμέρα ! — το καταλαβαίνει, σαν πρώτος, ένας έλληνικός λόχος έθελοντών.

 Κι αντικρύζει τότε έκπληκτος μια πολιτεία, που παρ'  όλη τη μόνωση κι εγκατάλειψή της, τις πιέσεις, τους κατατρεγμούς και τις αθρόες μεταναστεύσεις των απελπισμένων κατοίκων, 
μέτρα ακόμα 
(σ'  ένα σύνολο από  570 οικογένειες
520 ελληνικώτατες οικογένειες με καθαρώτατη ελληνική γλώσσα και βαθύτατη εθνική συνείδηση
μια πολιτεία που έχει 
3 σχολειά και 
12 δασκάλους, 
βιβλιοθήκη 
σαράντα περίπου εκκλησιές κι 
ένα μητροπολίτη, 
ανεκτίμητους βυζαντινούς ναούς κι 
αρχοντικά του 13—14ου αιώνα, 
οικογένειες με πανάρχαια βυζαντινά ονόματα, 
ολόκληρο πλούτο από  
ζωντανές ελληνικές παραδόσεις, 
μύθους, 
παραμύθια, 
έθιμα και 
λαικά τραγούδια, 
ένα Μελένικο, 
σε μια λέξη, 
που έχει να επιδείξει τεράστιο απολογισμό παλιού και νέου ελληνικού πολιτισμού.

Κι είναι αλήθεια ακατανόητο το μυστήριο της ελληνικής ψυχής και ρίγος σεβασμού κι ευλάβειας σε κυριεύει μπρος σε τόση αντοχή, εγκαρτέρηση και πίστη, τόση βαθειά προσήλωση στα πάτρια. Αυτό όμως  που κάνει τον αγώνα των σκλαβωμένων (η και ξενιτεμένων) Ελλήνων τόσο εξαιρετικό κι εγγενή είναι, ότι δεν παύουν να έχουν βαθιά—αν κι όχι πάντα ξεκάθαρα—τη συνείδηση, πως υπερασπιζόμενοι τον Ελληνισμό τους δε μάχονται απλώς ένα κοινό αγώνα για την φυλετική τους ύπαρξη, αλλά άτι πολεμούν για ένα ανώτερο πολιτισμό και για τη διατήρηση του ανθρωπισμού τους.


Εξαιρετικό κι ανώτερο επίσης είναι, άτι σχεδόν πάντα (αν εξαιρέσεις κυρίως τη στερεολλαδίτικη κλεφτουριά) δεν αμύνεται 6 Έλληνας με πυρ και σίδερο, αλλά με όπλα καθαρώς πνευματικά και ψυχικά.

Γιά να επιστρέψουμε πάλι στην αφήγηση μας : το τέλος του Μελένικου ήταν απαισίως απλό, ωμό και ραγδαίο.

Ούτε καιρός να κλάψουν δεν τους δόφηκε, όταν η συνθήκη του Βουκουρεστιού το παραχώρησε στη Βουλγαρία κι όταν, με ξεριζωμένη την καρδιά, απεφάσισαν οι κάτοικοι όμόφωνα στις 30 Ιουλίου 1913 νάφίσουν τον τόπο τους και να παν στην Ελλάδα.

 Ούτε τους έμεινε καν η παρηγοριά να φύγουν ήσυχοι, παίρνοντας μαζί τους τα ιερά και τα άγαθά τους.

Ο Σαντάνσκης η μάστιγα του Θεού
Ο  Σαντάνσκης, που βρισκότανε στις γειτονιές, βλέποντας πως μόνο ένας ελληνικός λόχος φρουρεί το Μελένικο
κυκλώνει με καμμιά πεντακοσαριά Βουλγάρους άτακτους την πολιτεία   γίνεται πανικός, (μια επικουρία ευζώνων αποστέλνεται, αλλά φτάνει πολύ αργά), κι ο πληθυσμός φεύγει τρομοκρατημένος, άρον άρον, κακήν-κακώς, και, κρατώντας τα πάντα, δίχως να στρέψει το μάτι, ξεχύνεται προς τα ελληνικά σύνορα, όπου τον υποδέχεται η φτώχεια, η μαύρη εγκατάλειψη και ... η χολέρα που θέριζε τότε εκεί.

Μόνο είχαν προφτάσει κι έσυραν, πριν φύγουν, τους χοντρούς πείρους απ'  τα βαγένια κι απ'  τους πελώριους «κουρίτους» των 30.000 όκάδων, κι επί ώρες ολόκληρες ο «Τοπταντζής», («Τοπταντζής = ο έμπορος χοντρικής αγοράς, αυτός που τα παίρνει όλα. 
Ετσι ώνόμασαν κοροιδευτικά το ρέμμα, γιατί με κάθε κατεβασιά μεταμορφωνόταν σε επικίνδυνο χείμαρρο που παράσερνε τα πάντα) το ξερόρεμμα που χωρίζει στα δυό την πολιτεία, κυλουσε κύματα κύματα προς τα κάτω το ξακουστό, κόκκινο, στυφό, Μελενικιώτικο κρασί.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.         Στα Βυζαντινά κείμενα βρίσκομε τον τύπο :
 ο Μελένικος, 
του Μελενίκου, 
ο Μελενίκος. 

Αλλού διαβάζουμε : 
ο Μελενοίκος, 
ο Μελάνικος, ακόμη και : 
Menelik

Εγώ άκουα τους δικούς μου να λεν σχεδόν αποκλειστικά «το Μελένικο», σπάνια «το Μελενίκο» και σττανιώτατα «ο Μελενίκος» η «ο Μελένικος» η «ο Μελνίκος» (= Μιλνίκους). 
Η όνομασία φαίνεται να είναι σλαυική : Melnik
Κατά άλλους πάλι παράγεται απ'  το : μέλας οικος. (Βλ. Π. Σπανδ. σ. 158 κ. ε.)

2.         Τόσο για τις σπουδαίες Βυζαντινές εκκλησίες και τις μοναδικές Βυζαντινές κατοικίες του 13ου και 14ου αιώνα, που υπήρχαν μέσα στο Μελένικο, όσο για τα μοναστήρια των περιχώρων γράφουν πολλά και θαυμαστά ο P. Perdrizet. («Melnik et Rosno» Bull. Borr. Hell. I III 1907) και ο général de Beylé (L’ Habitation Byzantine 1902).

Όλα αυτά καταστράφηκαν συθέμελα απ'  τους Βουλγάρους το 1913.

Επίσης κάηκε η παλιά κι ωραιότατη μητρόπολη του Μελένικου απ’ τους κομίτες λίγο πριν το 1900.

Παλιά Βυζαντινά οικογενειακά αφθονούσαν στο Μελένικο :
 Κουροπαλάτης,
 Φλάμπουρας η Μπάμπουρας,
Δούκας,
Λάσκαρις,
Μπούντιμος,
Παλλατίδης,
Σπαντούνης, (Σπανδωνής, Σπανδωνίδης, Άσπαντούνης, Σπαντουνίνης, πβ. Spandugino;) Τσικαντέλης,
Τσίτσκος κλπ. (βλ. Π. Σπανδ. σ. 86 και σ. 97)


Σημειώνω ακόμα, πως οι παλιοί Μελενικιώτες ήξεραν ακόμα να λεν πολλά για τα χαλασμένα αρχοντικά και το ερειπωμένο φρούριο του τόπου τους, για «χρυσούς Βασιλιάδες πάνω σε περγαμινή», για αρχαία εικονίσματα, για μύθους παλιούς και για θρύλους, για χίλια χαμένα και ξεχασμένα πράγματα, που ανάδιναν τη βαριά μυρωδιά Βυζαντινισμού, θυμιατού και φεουδαρχικού μεγαλείου.

 Επίσης προσθέτω, άτι κι η θρησκοληψία και το εμπορικό πνεύμα των Μελινικιωτών κι ο τρόπος κατά τον όποιο «εθεράπευαν τα γράμματα» είχαν μια Ιδιάζουσα Βυζαντινή χροιά και μπορώ να πω το ίδιο γενικά για το χαρακτήρα και τη νοοτροπία των Μελενικιωτών που γνώρισα η που μου περιέγραψαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: