Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία: Ελληνικές Μακεδονικές επαναστατικές κινητοποιήσεις του 18ου αιώνα.

Ρήγας Φεραίος και η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.
Η απελευθέρωση της Ελλάδος (Liberazione della Grecia)

Κωνσταντίνος Απ. Βακαλόπουλος
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
(1354-1833)
ΤΑΡΑΧΕΣ ΣΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ
TOΥ ΡΩΣΟΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
(1768-1774).

          Για τον αντίκτυπο από την επιδείνωση των ρωσοτουρκικών σχέσεων και κατόπιν από τον πόλεμο τού 1768-1774 στην ηπειρωτική Μακεδονία πολύ χαρακτηριστικές ειδήσεις μας δίνει ο Βενετός πρόξενος Θεσσαλονίκης.

 Συγκεκριμένα τον Μάρτιο του 1768 γράφει ότι κοινοποιείται διαταγή του  σουλτάνου για την συγκέντρωση όλων των σπαχήδων της Ρούμελης και την αναχώρησή τους για το Άζόφ, επίσης τον Ιούλιο γράφει ότι ο μπεηλέρμπεης της Ρούμελης ξεκίνα απο την έδρα του, το Μοναστήρι, προς την Βοσνία συνοδευόμενος από πολλούς πασάδες και πολύ στρατό και ότι προετοιμάζεται με πυρετώδη δραστηριότητα για τις προμήθειές του σε πυρομαχικά και άλλα εφόδια. 

Επίσης τον 'Οκτώβριο του  ίδιου χρόνου διατάσσονται διάφοροι μπέηδες της Κεντρικής Μακεδονίας, ο Μεχμέτ μπέης των Γενιτσών, ο Χασάν αγάς της Κατερίνης, ο Χαμπενδέρογλου του  Κιλκίς, ο μπέης της Έδεσας και ο Καραμάν της Αχρίδας, να στρατολογήσουν πεζούς και ιππείς 
και να βαδίσουν υπό τις διαταγές του  τελευταίου στο Ιάσιο της Μολδαβίας. 
Επίσης για να εξασφαλιστή η επάρκεια σιτηρών στην οθωμανική αυτοκρατορία, απαγορεύει ο σουλτάνος την εξαγωγή τους  .

 Με την έναρξη του  ρωσοτουρκικοϋ πολέμου 
αρχίζουν και οι αλλεπάλληλες και 
ποικίλες επιβαρύνσεις και καταπιέσεις των Τούρκων  
σε βάρος κυρίως των ελληνικών κοινοτήτων της Θεσσαλονίκης 
και των γύρων χωριών. 


Στην πόλη φθάνουν ο ένας μετά τον άλλο διάφοροι Τούρκοι υπάλληλοι, οι οποίοι και διαβιβάζουν στην ελληνική κοινότητα τις ολοένα και μεγαλύτερες απαιτήσεις των κυριάρχων . 

Κατά τα τέλη Δεκεμβρίου 1768 κοινοποιείται σουλτανική διαταγή του  Νοεμβρίου στους Έλληνες της Θεσσαλονίκης και της περιοχής
 να παραδωσουν τα όπλα τους μέσα σε τρεις μέρες• 
για τους παραβάτες ορίζεται ποινή θανάτου. 

Αξιοσημείωτο είναι ότι κατά την εφαρμογή του  μέτρου αυτού  στα γύρω χωριά σημειώνεται κάποια αντίσταση.
Η διαταγή αυτή ανακαλείται τον επόμενο μήνα, δηλαδή τον Ιανουάριο του 1769, οπότε ασφαλώς θα είχαν αφοπλισθή οι κάτοικοι.

Τον Σεπτέμβριο του  1769 λιποτάκτες Τούρκοι γυρίζουν πίσω στις πατρίδες τους, στα χωριά της Μακεδονίας, και λυμαίνονται την ύπαιθρο : 
λεηλατούν, κακοποιούν και σκοτώνουν τους διαβάτες, που δεν συνοδεύονται από φρουρά . 

Τον Ιανουάριο του  1770 με την είσοδο του  ρωσικού στόλου στην Μεσόγειο και την άφιξή του στα πελοποννησιακά παράλια, οι Τούρκοι, φοβούμενοι επίθεσή του αποφασίζουν να ενισχύσουν την φρούρηση της πόλης, πράγμα που γίνεται με νέα οικονομική επιβάρυνση των χριστιανών ραγιάδων . 

Τον Ιούνιο επιστρατεύονται οι πολεμικοί Γιουρούκοι της Μακεδονίας και αποστέλλονται ως φρουροί στα κάστρα της Πελοποννήσου . 
Η τάξη μέσα στην πόλη κλονίζεται εξ αιτίας των αυθαιρεσιών των γενιτσάρων  και η κατάσταση επιδεινώνεται μετά την είδηση της καταστροφής του  τουρκικού στόλου από τον ρωσικό στον Τσεσμέ .

Γενίτσαροι
Ακολουθεί, κατά τον Μάιο του  1771, η στρατολογία 1.500 γενιτσάρων και προτρέπονται οι νέοι μουσουλμάνοι ν’ αδράξουν τα όπλα και να διευθυνθούν προς τα στρατόπεδα.
Οικονομικά επιβαρύνονται οι πιο πλούσιοι και οι Ντονμέδες(οι γνωστοί μας ιουδαιομουσουλμάνοι οπαδοί του  Σαμπαται Σεβή.

Την αναταραχή την εντείνει η εμφάνιση πειρατικών καραβιών μέσα στον Θερμαικό κόλπο , τα όποια φαίνεται ότι συχνά δρουν εν συνεννοήσει με πράκτορες Έλληνες των παραλίων.

 Έτσι π.χ. καταγγέλονται οι κάτοικοι και κυρίως οι δημογέροντες του  Πλαταμώνα ότι πρέπει να γνώριζαν τους πειρατές που λήστεψαν καράβι Βενετών υπηκόων, γιατί άπό εκεί εξόρμησαν και εκεί κατέφυγαν μετά την διάπραξη της πειρατείας.
Ακαταστασία και αυθαιρεσία βασιλεύει και σε ορισμένες μεγάλες επαρχιακές πόλεις, όπως π.χ. στις Σέρρες, όπου ο βοεβόδας τους και ο αγιάν (πρόκριτος) Μουσταφά αγάς ζαντέ, για να προλάβουν να πουλήσουν σε τιμές υψηλές το βαμβάκι, το κύριο προιόν της πεδιάδας των Σερρών, ρυθμίζουν οι ίδιοι την τιμή του και αναγκάζουν τους αντιπροσώπους των ξένων εμπορικών οίκων με απειλές να το αγοράσουν με την τιμή αυτή  .
2.       Κατά την διάρκεια επίσης του πολέμου ο  Αλβανός αρχηγός Μεχμέτ πασάς της Σκόδρας, επωφελούμενος από την αναστάτωση αποκτά μεγάλη δύναμη στην Αλβανία, Δυτική Μακεδονία και Σερβία και καταπιέζει τους πληθυσμούς των χωρών αυτών.
 Μάταια ο σουλτάνος προσπαθεί να τον κολακέψη και να τον καταπραύνη, ονομάζοντάς τον βεζίρη
Τα αλβανικά στρατιωτικά σώματα και οι ληστρικές ομάδες βρίσκονταν σε αδιάκοπη κίνηση. 

Μέσα στην αναρχία που βασίλευε ιδίως στην ΒΔ Ελλάδα ήταν επόμενο οι ανθηρές πόλεις και κωμοπόλεις της να κινούν το άπληστο μάτι των Τουρκαλβανών. 
Γι’ αυτό οι κοινοτικοί άρχοντες ζητούσαν να τεθούν κάτω από την προστασία ισχυρών μπέηδων πληρώνοντας σ’ αυτούς ένα ορισμένο χρηματικά ποσό, που συχνά δεν ήταν σε θέση να το εξοφλήσουν με αποτέλεσμα να ξεσπούν στην ράχη τους πολλά κακά.
 Σε τέτοιες τραγικές στιγμές οι κάτοικοί βρίσκονταν στην ανάγκη να συμψηφίσουν το χρέος (μπόρτζι), πουλώντας κοινοτικά η και ιδιωτικά κτήματα η και να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους.

 Η απειλή λοιπόν των «μπορτζιλήδων», όπως ονομάζονταν οι μπέηδες εκείνοι, ήταν αίτια να διαλύωνται ολόκληροι συνοικισμοί. 
Πολλοί τότε πλούσιοι εμπορευόμενοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και να εγκατασταθούν οριστικά στους τόπους του εξωτερικού, όπου άλλοτε είχαν πλουτίσει, στην Βενετία ή στην Αυστρία και Ουγγαρία. 

Έτσι άρχισε ν’ αραιώνη ο πληθυσμός της Μοσχόπολης και η εμπορική της κίνηση να μαραίνεται. Στα 1768 και 1769 η κατάσταση γίνεται απελπιστική.
 Ο φόβος και η αγωνία συνέχουν τόσο πολύ τις ψυχές των κατοίκων, ώστε αποφασίζουν να εγκαταλείψουν κρυφά την πόλη.

Έτσι στις 2 Σεπτεμβρίου άρχισε η τραγική έξοδος των κατοίκων, που βάσταξε τρεις ολόκληρες μέρες με αποτέλεσμα να μη μείνει «ούτε σκυλί εις την χωράν», όπως αναφέρει σημείωμα της μονής του Προδρόμου. 
Μόλις έγινε γνωστή η έξοδος σμήνη Αλβανών ληστών χυθήκαν μέσα στην πόλη και λεηλάτησαν τα αρχοντικά και τις εκκλησίες της. 

Οι κάτοικοί της σκορπίστηκαν και εγκαταστάθηκαν οριστικά σε διάφορα μέρη, 
Κορυτσά,
 Ιωάννινα, 
Δελβινάκι, 
Αμπελάκια, 
Θεσσαλονίκη, 
Πήλιο, 
Σέρρες, 
Μοναστήρι, 
Βελεσα, 
Βελιγράδι, 
Βουδαπέστη, 
Βιέννη 
και τόνωσαν την οικονομική ζωή των νέων πατρίδων τους. 

Αρκετές όμως οικογένειες ύστερα από πέντε μήνες άρχισαν να ξαναγυρίζουν στην πατρίδα τους, αφού περιπλανήθηκαν και δεv μπόρεσαν να καταλήξουν οριστικά κάπου 
Εκατό περίπου οικογένειες εγκαταστάθηκαν στην Χρούπιστα, όπου επιδόθηκαν στην κατασκευή χονδρών μάλλινων υφασμάτων και στην γεωργία. 

Το χωρίο αυτό αριθμούσε κατά τις αρχές του επόμενου αιώνα 2.000 κατοίκους, από τους οποίους τα 2/3, δηλαδή 1.300 περίπου ήταν μουσουλμάνοι .
 Επομένως, οι Μοσχοπολίτες, υπερκάλυψαν τους Βουλγάρους, τους μόνους χριστιανούς που υπήρχαν εκεί, όπως είδαμε να μας αναφέρει ο Χατζή Κάλφα πριν από έναν αιώνα  .
Πολλοί επίσης Μοσχοπολίτες εγκαταστάθηκαν στην Κλεισούρα, την γνωστή ως Βλαχοκλεισούρα  .

Την εποχή εκείνη τουρκαλβανικά στίφη λήστεψαν και .ερήμωσαν τα βλαχόφωνα χωριά της περιοχής Γράμμου, 
Νίτσα, 
Νικολίτσα, 
Λινοτόπι, 
Βιρτιάνικ 
και ανάγκασαν τους κατοίκους να διευθυνθούν προς το εσωτερικό της Μακεδονίας και να ιδρύσουν νέους συνοικισμούς σε απόμερους τόπους. 

Έτσι οι περισσότεροι Νιτσιώτες και Νικολιτσιώτες συνοικίστηκαν στο Κρούσοβο, ενώ οι Λινοτοπίτες με λίγους αλβανόφωνους της Κολόνιας και του  Μπιθκουκίου πήγαν στο Μεγάροβο. Κρουσοβίτες, Μεγαροβίτες και άλλοι βλαχόφωνοι ενισχύουν έπειτα με την προσέλευσή τους τους Μοσχοπολίτες του  Μοναστηριού. 
Οι βλαχόφωνοι αύτοί ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο των μάλλινων ειδών, την ραπτική και την χρυσοχοική. 
Στο Μοναστήρι μάλιστα είχαν δική τους αγορά, το Βλαχ Τσαρσί .
Πολλά έγγραφα , παραδόσεις, τραγούδια και «ενθυμήσεις» αναφέρονται στην εποχή αυτή της τουρκοκρατίας. 
Η φράση «κλαύσατε πάντες εσείς όπου έρχεσέσθε κατόπι μας», που βρήκα κάτω από μια μεγάλη «ενθύμηση» της 20ης Ιουλίου 1785 στο Μηναίον του Ιουλίου του  ναού του  'Αγίου Αθανασίου της Σαμαρίνας και η οποία αναφέρεται στις επιδρομές των Αλβανών, φανερώνει όλη την στυγνή απελπισία και απόγνωση των κατοίκων της υπαίθρου για την φρικτή εκείνη έποχή. 
Αλλη «ενθύμηση», γραμμένη στο ίδιο βιβλίο ύστερα από ένα χρόνο ακριβώς, δείχνει πόσο είναι ανακουφισμένοι οι κάτοικοι που κατόρθωσαν να πληρώσουν το «μπόρτζι» τους στους Τουρκαλβανούς ασφαλώς Όσμάν μπέη και Γιουσούφ αγά  .

Ακόμη και μέσα στο μοναστικό περιβάλλον του Αγίου Όρους η ειρήνη έχει διασαλευθή.
 Και την αιτία την δίνουν οι ίδιοι οι μοναχοί και ισχυροί Φαναριώτες. 
Ο σουλτάνος, παίρνοντας αφορμή από τις διενέξεις των μοναστηριών μεταξύ τους, Ίβήρων και άλλων μοναστηριών, προ πάντων όμως μεταξύ Λαύρας και Βατοπεδίου, στέλνει στα 1764 στο Άγιον Όρος επίσημο απεσταλμένο, ο οποίος κάνει απογραφή των μοναχών και επιβάλλει — κοντά στον κεφαλικό φόρο και στην δεκάτη—και άλλους πρόσθετους φόρους. 
Η οικονομική κατάσταση των μονών χειροτερεύει μετά το 1770, έτσι που στα 1777 το χρέος του Αγίου Παντελεήμονος, Κασταμονίτου, Έσφιγμένου και Διονυσίου στο τούρκικο δημόσιο ανεβαίνει στις 150.000 γρ. και διατάσσεται η πληρωμή του με τόκο 5% . Η οικονομική ανέχεια συνεχίζεται και στα επόμενα χρόνια .

3.       Ποιά ήταν η συμμετοχή των  Ελλήνων της Μακεδονίας στην επανάσταση της Πελοποννήσου και στις ρωσικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο ;

 Κατά την εποχή αυτή οι 'Έλληνες του Βορρά όχι μόνο συμμερίζονται τα αισθήματα των αδελφών τους του νότου, αλλά και πρωταγωνιστούν για την πραγμάτωση των προαιωνίων εθνικών τους πόθων. 

Έτσι ο Γεώργιος Παπαζώλης από την Σιάτιστα,
 λοχαγός της αυτοκρατορικής φρουράς της Αικατερίνης Β' της Ρωσίας,  
με τις περιπαθείς διηγήσεις του για τα δεινά των ραγιάδων όχι μόνο κατορθώνει να κινήση το ενδιαφέρον των τριών αδελφών Όρλώφ, και προ πάντων του  Γρηγορίου, εύνοουμένου της τσαρίνας, αλλά και να σταλή στην Ελλάδα, για να προετοιμάση την επανάσταση του 1770  .

 Επίσης ας σημειωθή ότι ιδιαίτερος γραμματέας ενός από τους Όρλώφ αναφέρεται ο Μοσχοπολίτης Αθανάσιος Βαινάκης  .
Στην ελληνική επανάσταση του  1770 έλαβαν μέρος, 
εκτός από τον γέρο Ζιάκα των Γρεβενών  
 και οι Θεσσαλομακεδόνες Ζήδρος και Λάζος του Ολύμπου και 
Μπλαχάβας των Χασίων και μετά την συντριβή της εξακολούθησαν τους αγώνες τους με αποτέλεσμα να εξαναγκάσουν τους κυριάρχους των να τους χορηγήσουν αμνηστεία. 

Οι οπλαρχηγοί αυτοί εξουσίαζαν όλη την περιοχή, 
που εκτείνεται από την Έδεσα ως τα Τρίκαλα
 και από τα Σέρβια ως την Κατερίνη και τον Πλαταμώνα.

 Για τον Ζήδρο μάλιστα αναφέρεται ότι δεν επέτρεπε να περιέρχωνται Τούρκοι και Αλβανοί οπλοφόροι την περιοχή Έλασσόνος Όλύμπου. 
Ακόμη στα 1808, την εποχή που πέρασε από εκεί ο περιηγητής Leake, του έδειχναν έξω από τον Κοκκινοπλο τον τάφο ενός ’Αλβανού οπλαρχηγού, που είχε σκοτωθή πολεμώντας εναντίον των κλεφτών του Όλύμπου  .

Μετά το 1770 δρουν στις περιοχές Όλυμπου και Γρεβενών ο πολυτραγουδημένος κλέφτης Δημ. Τότσκας και οι τρεις γιοί του Κυριάκος, Στέργιος και Βαρκής με τους οπαδούς των . '
Ο Τότσκας προσέβαλε στην Πίνδο 3.000 Αλβανούς, που επέστρεφαν από την Πελοπόννησο με αιχμαλώτους και λάφυρα στις πατρίδες τους, ελευθέρωσε τα γυναικόπαιδα και άρπαξε τα λάφυρα. Δολοφονήθηκε αργότερα κατ’ εντολή του Κούρτ πασά στα Δερβίζιανα της Ηπείρου, όπου ως τα τέλη του  19ου αι. σωζόταν ακόμη ο τάφος του  .
Ακόμη και μερικοί κάτοικοι της Θεσσαλονίκης είναι πιθανόν ότι πήραν μέρος στον πόλεμο στο πλευρά των Ρώσων.
 Όπως αφηγείται ο Αθανάσιος 'Υψηλάντης, ο συγγραφέας των «Μετά την άλωσιν», πλέοντας στα 1778 ως διερμηνέας του  τουρκικού στόλου στον Εύξεινο συνάντησε κατά τύχη στην ναυαρχίδα του ένα Έλληνα σκλάβο από την Θεσσαλονίκη• 

«Τον ηρώτησα», γράφει, «γιατί εσκλαβώθη, και απεκρίθη, διότι ήμουν με τους Μοσχόβους• αλλ’ ακούσας ότι οι τοιούτοι να εσυγχωρήθησαν, δεν έφυγα να πηγαίνω εις το Κρίμη, και τώρα είναι υπέρ τους 60 νησιώτας εις τα γαλιόνια σιδηροδέσμιοι δι’ αυτήν την αιτίαν» .

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Δεν μου φαίνεται σωστό ότι στη Χρούπιστα κατοικούσαν Βούλγαροι, όταν πήγαν οι Μοσχοπολίτες. Το πιθανότερο είναι να ήταν Έλληνες σλαβόφωνοι. Προσοχή σε αυτά που γράφετε.