Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Το «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ» στη δεκαετία του 1940

Τίτο-"Ασκήσεις"  επί Χάρτου
 του Β. Κόντη

Στόχος της άνακοίνωσης αύτης είναι να  εξετάσει, και να  άναλύσει το «Μακεδονικό Ζήτημα» στο πλαίσιο των βαλκανικών πολιτικών έξελίξεων στη δεκαετία του 1940.

Στην  περίοδο αυτή διακρίνει κανείς δύο χαρακτηριστικές φάσεις:

 στην  πρώτη φάση (Άπρίλ. 1941 Όκτώβρ. 1944) υπήρχε ένας άγώνας γιά έπικράτηση στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία άνάμεσα στις βουλγαρικές άρχές και στά γιουγκοσλαβικά και βουλγαρικά κομμουνιστικά κόμματα.


Η δεύτερη φάση (Νοέμβρ. 1944 Καλοκαίρι 1948) κυριαρχείται από τις φιλοδοξίες του Τίτο γιά μία ΝοτιοΣλαβική ομοσπονδία, γεγονός πού περιέπλεκε σημαντικά την κατάσταση στά Βαλκάνια και συνέδεε το όλο ζήτημα με το πρόβλημα τών έδαφικών διεκδικήσεων τών βαλκανικών κρατών.

Μετά τη γερμανική εισβολή στά Βαλκάνια, τον Απρίλιο του 1941, έπιτράπηκε στη Βουλγαρία να  καταλάβει από τη Γιουγκοσλαβία τα μακεδονικά έδάφη της και από την Ελλάδα το άνατολικό τμήμα της Μακεδονίας και τη Δυτική Θράκη.

 Η κεντρική και δυτική Μακεδονία ήταν κάτω από γερμανική και ιταλική κατοχή. Οι βουλγαρικές άρχές έκαναν κάθε προσπάθεια να  προσαρτήσουν τα έλληνικά και γιουγκοσλαβικά έδάφη και τα μεταχειρίζονταν σαν να  τα είχαν ήδη προσαρτήσει.
Στή βουλγαρική κατεχόμενη περιοχή ο έλληνικός πληθυσμός άποδεκατίσθηκε από μαζικές δολοφονίες και υποχρεωτικές μεταναστεύσεις.
 Η κίνηση αυτή άρχισε με την άφιξη τών βουλγαρικών στρατευμάτων πού ο άντικειμενικός τους σκοπός δέν ήταν να  προσηλυτίσουν το ντόπιο πληθυσμό, τη στιγμή πού οί Σλάβοι ήταν έλάχιστοι, άλλά να  τον έξαλείψουν και να  τον άντικαταστήσουν με Βούλγαρους έποίκους.

Τον Αύγουστο του 1941 ώς άποτέλεσμα τών βουλγαρικών διώξεων έμφανίσθηκαν στην  Άνατ. Μακεδονία οί πρώτες άνταρτικές μονάδες με το όνομα « Ελευθερία» και άνέλαβαν να  άντισταθούν στους εισβολείς.

Στά τέλη Σεπτεμβρίου, παρόλα αύτά οί Βούλγαροι προκάλεσαν ένα λαϊκό κίνημα στή Δράμα, στο Δοξάτο και στην Καβάλα, το όποιο τελείωσε με σφαγές του έλληνικού πληθυσμού, ένώ 30.000 άτομα μόνο διέφυγαν στη Θεσσαλονίκη:
άξιόπιστες πηγές έπισημαίνουν ότι 15.000 'Έλληνες σκοτώθηκαν 
και πάνω από 200.000 άτομα υποχρεώθηκαν να  έγκαταλείψουν την περιοχή.

Το σχέδιο της βουλγαρικής κυβέρνησης ήταν να  κάνουν την Άνατ. Μακεδονία και τη Δυτ. Θράκη να  φαίνονται ότι έχουν βουλγαρικό πληθυσμό και να  έξασφαλίσουν την τελική άπόδοση της περιοχής στη Βουλγαρία.

Οί Βούλγαροι, έπίσης, προσπάθησαν να  έπεκτείνουν τόν έλεγχό τους στη Δυτ. και Κεντρ. Μακεδονία.

Ο πρώτος άντικειμενικός στόχος ήταν ο προσηλυτισμός του μικρού άριθμού των Σλαβοφώνων, οί όποιοι ζούσαν στην  περιοχή τόν καιρό της γερμανικής εισβολής και είχαν δείξει άνοιχτά φιλοβουλγαρικά αισθήματα.
 ’Επιπλέον ένοπλα φιλοβουλγαρικά σώματα τρομοκρατούσαν τόν έλληνικό πληθυσμό. ’Άν και οί Γερμανοί κάλυπταν τις βουλγαρικές ένέργειες δέν έπέτρεπαν στους Βούλγαρους να  έπεκτείνουν την κυριαρχία στην  περιοχή.

Ενδεικτικό της άντίστασης, την όποια ο ελληνικός πληθυσμός πρόβαλε ένάντια στις βουλγαρικές ένέργειες, είναι το γεγονός ότι μόνο γύρω στίς 14.700 άτομα πήραν βουλγαρικές ταυτότητες, έτσι ώστε να  έχουν το πλεονέκτημα της βουλγαρικής προσφοράς, ότι μόνο Βούλγαροι θά παίρνουν προμήθειες τροφίμων, χορηγούμενες από το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό.

’Αντίθετα με την άντίστάση πού ή Βουλγαρία άντιμετώπισε στην  έλληνική Μακεδονία, οί Βούλγαροι χαιρετίσθηκαν στην  κατεχόμενη γιουγκοσλαβική Μακεδονία άρχικά με μεγάλο ένθουσιασμό, καθώς ιστορικοί δεσμοί ένωναν τόν πληθυσμό.

Η γενικότερη πολιτική των Βουλγάρων ήταν να  κερδίσουν τούς κατοίκους και να  προσαρτήσουν την περιοχή. Αύτό πάντως δέν έπιτεύχθηκε καθώς οί Βούλγαροι φέρονταν σαν κατακτητές, ήταν διεφθαρμένοι και άνίκανοι να  διοικήσουν5. αυτή την εποχή ένας πολύ σκληρός άνταγωνισμός άρχισε άνάμεσα στά γιουγκοσλαβικά και βουλγαρικά κομμουνιστικά κόμματα γιά τόν έλεγχο της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, και σημαντικό είναι ότι το τοπικό κομμουνιστικό κόμμα τάχθηκε με το μέρος των Βουλγάρων.

 Η ήγεσία των Γιουγκοσλάβων άνταρτών, έχοντας να  άντιμετωπίσει την άντίδραση των βουλγαρικών άρχών και των κομμουνιστών στη Μακεδονία, προσπάθησε να  πάρει τον έλεγχο της περιοχής με την οργάνωση ένοπλης άντίστασης.

Σέ αύτό το σημείο ή κατάσταση άλλαξε υπέρ τών Γιουγκοσλάβων καθώς οι Γερμανοί έπιτέθηκαν στη Σοβιετική 'Ένωση και ή Κομμουνιστική Διεθνής κάλεσε τον Αύγουστο του 1941 να  γίνουν έξεγέρσεις στην  κατεχόμενη Εύρώπη προκειμένου να  βοηθηθεΐ ο άγώνας τών Σοβιετικών ένάντια στη Γερμανία.

Αυτή την περίοδο, ήταν δύσκολο γιά το άδύναμο βουλγαρικό κομμουνιστικό κόμμα να  άναπτύξει στρατιωτικές έπιχειρήσεις έναντίον τών βουλγαρικών δυνάμεων κατοχής, ένώ ή γιουγκοσλαβική πλευρά οργάνωσε άνταρτικά σώματα υπό τη διεύθυνση του Λαζάρ Κολισέφσκι, τα όποια και έξαπέλυσαν τις πρώτες τους έπιθέσεις στά τέλη του 1941.

 Οι προσπάθειες αύτές, όμως, άπέτυχαν καθώς οι βουλγαρικές δυνάμεις κατόρθωσαν να  διαλύσουν τον κομματικό οργανισμό τών Γ ιουγκοσλάβων κομμουνιστών και να  συντρίψουν τις πρώτες μονάδες τών άνταρτών.

Η κατάσταση στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία παρέμεινε άμετάβλητη μέχρι τις αρχές του 1943 δταν οι Γιουγκοσλάβοι ξανααποπειράθηκαν να  οργανώσουν ένα κίνημα άντίστασης στη Μακεδονία. 'Ο Τίτο και οί άλλοι ήγέτες τών άνταρτών τον καιρό αύτό άποφάσισαν να  λύσουν το Μακεδονικό πρόβλημα με μία εντυπωσιακή ένωση όλης της Μακεδονίας (Γιουγκοσλαβικής, Βουλγαρικής και Ελληνικής) μέσα στο πλαίσιο μίας ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας. το σκεπτικό ήταν, ότι όλοι οί Σλαβόφωνοι στις τρεις επαρχίες της Μακεδονίας δέν ήταν Βούλγαροι ούτε Σέρβοι άλλά έθνολογικά «Μακεδόνες» και είχαν το δικαίωμα να  κερδίσουν την έλευθερία τους μέσα στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία.

Γιά την εφαρμογή αύτης της νέας πολιτικής ο Τίτο έστειλε τον Σβέτοζαρ Βουκμάνοβιτς-Τέμπο στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία γιά να  βεβαιώσει τον τοπικό πληθυσμό, ότι στο μελλοντικό γιουγκοσλαβικό κράτος θά έχουν αύτονομία και θά μπορούν να  χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα ελεύθερα. Έφόσον οί έθνικιστές της περιοχής είχαν σοβαρά άπογοητευθεΐ με τις βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής, ή προσέγγιση αύτή κέρδισε σοβαρή υποστήριξη.

 ’Επιπλέον το καλοκαίρι του 1943 ο Τέμπο ήρθε σέ έπαφή με άρχηγούς άνταρτών στην  Ελλάδα, ’Αλβανία και Βουλγαρία και τούς πληροφόρησε γιά το γιουγκοσλαβικό σχέδιο σχετικά με τη μεταπολεμική λύση του «Μακεδονικού Ζητήματος», χωρίς να  κάνει καμία άναφορά γιά κάποιες έδαφικές άλλαγές στη Μακεδονία.

 Ειδικά ο Τέμπο πρότεινε τη δημιουργία ένός βαλκανικού γενικού στρατηγείου, το όποιο θά συντόνιζε τίς δραστηριότητες τών άνταρτικών μονάδων.

Στους Σλαβόφωνους θά έπιτρεπόταν να  δημιουργήσουν τίς δικές τους πολιτικές οργανώσεις και ένοπλες μονάδες, οί όποιες θά μπορούσαν να  περνούν τα σύνορα και να  διεξάγουν στρατιωτικές έπιχειρήσεις στις γειτονικές χώρες.

 Ο άπώτερος στόχος του Τέμπο, ήταν να  μεταμορφώσει τούς με βουλγαρική καταγωγή Σλαβόφωνους σέ «Σλαβομακεδόνες».

* Η ήγεσία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ άπέρριψε την ιδέα γιά ένα βαλκανικό γενικό στρατηγείο, άλλά έπέτρεψε την οργάνωση τών Σλαβοφώνων μέσα σέ ένα Σλαβομακεδονικό Έθνικοαπελευθερωτικό Μέτωπο (ΣΝΟΦ) και τη δημιουργία ειδικών σλαβόφωνων ένοπλων μονάδων μέσα στους κόλπους του ΕΑΑΣ.
 Αύτές οί μονάδες προκάλεσαν πολλά προβλήματα στο ΕΑΑΣ κατά τη διάρκεια του 1944 και τον ’Οκτώβριο του ίδιου χρόνου ή 9η μεραρχία του ΕΑΑΣ άναγκάσθηκε να  έπιτεθεΐ έναντίον μονάδων της ΣΝΟΦ, πού τελικά άναγκάσθηκαν να  άποχωρήσουν στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία.

'Ύστερα από την άποχώρηση τών Γερμανών από την Ελλάδα (τέλος ’Οκτωβρίου 1944) ή Δυτ. και Κεντρ. Μακεδονία ήρθε κάτω από τον έλεγχο τών Ελλήνων.

Παρ’ όλα αύτά ή Άνατ. Μακεδονία και ή Δυτ. Θράκη έξακολούθησαν να  είναι υπό τη βουλγαρική κατοχή και μόνο έπειτα από έντονη βρετανική διαμαρτυρία στους Σοβιετικούς οί Βούλγαροι εκκένωσαν την περιοχή.
Μετά την άπελευθέρωση, ή έλληνική κυβέρνηση άπαίτησε να  δοθούν στην  ' Ελλάδα έδάφη από τη Νότια Βουλγαρία και αν ήταν δυνατό από τη Γιουγκοσλαβία.

Αυτές οί άπαιτήσεις μαζί με τίς έπιθυμίες του Τίτο να δημιουργήσει μία ενιαία Μακεδονία με την προσάρτηση τμημάτων της βουλγαρικής και της έλληνικής Μακεδονίας στη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας, περιέπλεξαν σημαντικά το «Μακεδονικό Ζήτημα».

 Μέχρι το Φθινόπωρο του 1944 το εδαφικό ζήτημα πού άφορούσε τη Βουλγαρία και Γιουγκοσλαβία φαινόταν να  είναι άπλά σέ τι βαθμό οί έλληνικές διεκδικήσεις θά ικανοποιούνταν. ’Έπειτα άπ ’ αυτή την ήμερομηνία, άκόμα και ή άποκατάσταση τών προπολεμικών έλληνικών συνόρων άρχισε να  άμφισβητεΐται.

Υπήρξε ένας άριθμός δηλώσεων από γιουγκοσλάβους άξιωματούχους, οί όποιοι διακήρυσσαν πώς το αυτόνομο κράτος της Μακεδονίας θά συμπεριλάμβανε τη Θεσσαλονίκη και έλληνικά έδάφη μέχρι τον ποταμό Νέστο.

 ’Επίσης άπέρριψαν τις έλληνικές άπαιτήσεις γιά έπέκταση τών έλληνικών συνόρων και κατηγόρησαν τις έλληνικές άρχές ότι κατεδίωκαν τούς  « Μακεδόνες μας» στη «Μακεδονία του Αιγαίου».

'Όταν οί Βούλγαροι κομμουνιστές πήραν την έξουσία, το Σεπτέμβριο του 1944, το μακεδονικό έγινε αύτόματα το κεντρικό ζήτημα στις σχέσεις τών κομμουνιστικών κυβερνήσεων της Σόφιας και του Βελιγραδιού. 

 Ο Τίτο συνηγορουσε υπέρ της ίδρυσης και από τα δύο κράτη μιας ένωμένης Μακεδονίας πού θά προσαρτατο στη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας.
Στις 7 Νοεμβρίου 1944 ο Βουκμάνοβιτς-Τέμπο δήλωσε ότι το σύνολο του μακεδονικού λαού έπιθυμούσε την πλήρη ένοποίηση της «Μακεδονίας του Αιγαίου» και της επαρχίας Πιρίν, σ’ ένα ομοσπονδιακό κράτος της Μακεδονίας και πρόσθεσε ότι, ταξιδεύοντας μέσα από το Πιρίν και τη «Μακεδονία του Αιγαίου», διαπίστωσε την έπιθυμία τών λαών τους να  ένωθούν με τη «μητέρα χώρα».
 Λίγες μέρες άργότερα, την 1η Νοεμβρίου ο ’Αλέξανδρος Ράνκοβιτς έλεγε ότι «γιά τή Μακεδονία ο μακεδονικός λαός έχει έπίσης άποφασίσει ότι ή χώρα του θά είσέλθει στη Γιουγκοσλαβική Όμοσπονδία. ’Έτσι τακτοποιείται ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα της έσωτερικής μας πολιτικής και ένα από τα έξαιρετικά σημαντικά προβλήματα της έξωτερικής πολιτικής μας.
 Σήμερα, κανείς στη Βουλγαρία ή στην  ' Ελλάδα δέν μπορεί να  έκφράσει καμιά διεκδίκηση γιά τη Μακεδονία, γιατί ή Μακεδονία δέν ύπόκειται πλέον στον κίνδυνο νά λεηλατηθεί από διάφορους Βαλκάνιους ήγεμονιστές και ιμπεριαλιστές.
 Είναι ένα έλεύθερο μέλος της έλεύθερης 'Ομοσπονδίας της Γιουγκοσλαβίας.

Ο Μακεδονικός λαός είναι ένας χωριστός λαός της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας».

Παρόλο πού ή Γιουγκοσλαβία και ή Βουλγαρία γενικά συμφωνούσαν στη λύση της ομοσπονδίας, υπήρχαν ωστόσο διαφορές σχετικά με τη μορφή πού θά έπαιρνε ή ομοσπονδία αύτή.

Οί Βούλγαροι είχαν την έλπίδα ότι θά συμμετείχαν με ίσους όρους, ένώ οί Γιουγκοσλάβοι έπιθυμουσαν να  ένωθεΐ ή Μακεδονία του Πιρίν με τη «Μακεδονική Δημοκρατία», πού άποτελούσε ήδη ένα από τα έξι τμήματα του γιουγκοσλάβικου κράτους, και ή υπόλοιπη Βουλγαρία να  προσαρτηθεΐ ως έβδομο τμήμα.

 Οί Βούλγαροι ήταν πρόθυμοι να  έπιτρέψουν την άνάπτυξη μιας κοινής έθνικής συνείδησης στη Βουλγαρία και τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, όπως σχέδιαζαν και οί Γ ιουγκοσλάβοι ήγέτες, άλλά δέν μπορούσαν να  συμφωνήσουν με τα γιουγκοσλαβικά σχέδια γιά την ομοσπονδία, παρά μόνο στη βάση της άπόλυτης βουλγαρογιουγκοσλαβικής ισότητας.

 Τόν ’Ιανουάριο του 1945 οί Βούλγαροι δήλωσαν ότι ήταν υπέρ μιας ομοσπονδίας στην  όποια οί δύο χώρες θά είχαν ίσα δικαιώματα και ότι έπιθυμουσαν μιά νοτιοσλαβική ομοσπονδία με κοινή κυβέρνηση και κοινή έθνική συνέλευση.

 Οί Γιουγκοσλάβοι όμως άπέρριπταν μιά τέτοια διευθέτηση και διατείνονταν ότι ο Στάλιν εύνοούσε την πρότασή τους γιά ένταξη της Βουλγαρίας στις άλλες δημοκρατίες.

 Στίς άρχές του 1945, καθώς οί διαφορές στο θέμα της ισοτιμίας δέν ήταν δυνατό να  ξεπεραστούν, τα άρχικά σχέδια γιά ομοσπονδιακή λύση παρουσιάστηκαν με τη δικαιολογία ότι ή ’Αγγλία και οί  Ηνωμένες Πολιτείες ήταν άντίθετες σ’αύτά.

Οί έπαφές του Φίτζροϋ Μακλίν με τόν Τίτο, τόν ’Ιανουάριο του 1945 γιά το θέμα της Μακεδονικής ομοσπονδίας, άποκάλυψαν πολύ καθαρά ότι ο Τίτο είχε άντιληφθεΐ πόσο λεπτή ήταν ή φύση των εσωτερικών και τών έξωτερικών προβλημάτων πού θά προέκυπταν και έτσι, πρός το παρόν, είχε άποφασίσει να  είναι ιδιαίτερα προσεχτικός στους χειρισμούς του.

Στις 12 Ίανουαρίου ο Τίτο δήλωσε ρητά στο Μακλίν ότι, στη συγκεκριμένη στιγμή, δέν ένέκρινε μιά γιουγκοσλαβοβουλγαρο-άλβανική ομοσπονδία.

 Οί σχέσεις με τη Βουλγαρία είχαν βελτιωθεί, άλλά θά χρειαζόταν άκόμη λίγος χρόνος πριν ο γιουγκοσλαβικός πληθυσμός μπορέσει να  ξεχάσει τη φριχτή συμπεριφορά τών Βουλγάρων κατά τα τρία τελευταία χρόνια. 

 Ο Τίτο ήταν άποφασισμένος να  κάνει ο,τι μπορούσε γιά να  άναπτύξει στενότερες σχέσεις άνάμεσα στη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία, άλλά πρός το παρόν δέ θά έπέμενε γιά την ομοσπονδία.

' Η άμερικανική και ή βρετανική κυβέρνηση παρακολουθούσαν την κατάσταση και τίς δηλώσεις γιά αύτόνομη Μακεδονία και ίδρυση ομοσπονδίας με άρκετή έπιφύλαξη.
Παρόλο πού ή Βρετανία θά εύνοουσε μιά ομοσπονδία όλων τών Βαλκανικών κρατών, πού θά περιλάμβανε και την Τουρκία, δέν εύνοουσε μιά άποκλειστική ένωση ή ομοσπονδία μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας, γιατί ή λύση αυτή θά άπομόνωνε την Ελλάδα και θά έθετε σέ κίνδυνο τη δική της θέση στά Βαλκάνια, και άκόμη γιατί θά έδινε τη δυνατότητα στη Βουλγαρία, πού και στους δυο παγκόσμιους πολέμους είχε ταχθεί με το μέρος της Γερμανίας, να  άπαλλαγεΐ από τίς συνέπειες τών πράξεών της.

Σέ σχέση με τη Μακεδονία, ή βρετανική κυβέρνηση ήταν έτοιμη να  άποδεχτεΐ την προοπτική της ίδρυσης μιας ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας, άλλά δέ θά έπιθυμούσε το κράτος αύτό να  διεκδικήσει έδάφη πού άνήκαν στη Βουλγαρία ή τήν  Ελλάδα, με το έπιχείρημα ότι αύτές οί περιοχές ήταν « Μακεδονικές».

Από την πλευρά της, ή άμερικανική κυβέρνηση θεωρούσε ότι οί όροι «μακεδονικό έθνος, Μακεδονικό κράτος» και «μακεδονική έθνική συνείδηση» ήταν καθαρά δημαγωγία πού δέν άντιπροσώπευε καμιά έθνική ούτε πολιτική πραγματικότητα, ένώ στην  άναβίωσή τους έβλεπε συγκαλυμένες έπιθετικές διαθέσεις έναντίον της Ελλάδας. 

 Η πολιτική της άμερικανικής κυβέρνησης ήταν άντίθετη πρός κάθε άναβίωση του Μακεδονικού Ζητήματος σέ σχέση με την Ελλάδα.

Οί Αμερικανοί υπογράμμιζαν ότι τό έλληνικό τμήμα της Μακεδονίας κατοικούνταν από άμιγή έλληνικό πληθυσμό και ότι ο έλληνικός λαός ήταν σχεδόν ομόφωνα άντίθετος στη δημιουργία μακεδονικού κράτους.

 Κάθε ισχυρισμός γιά σοβαρή έλληνική συμμετοχή σέ μιά τέτοια άναδιάταξη του πολίτικου χάρτη θά ήταν άσύστατος. ' Η άμερικανική κυβέρνηση θά θεωρούσε υπεύθυνη κάθε κυβέρνηση ή ομάδα κυβερνήσεων πού θά άνεχόταν ή θά ένεθάρρυνε άπειλητικές ή επιθετικές πράξεις τών «Μακεδονικών δυνάμεων» έναντίον της Ελλάδας.

 Οί Αμερικανοί υποστήριζαν την άποψη ότι τα προπολεμικά σύνορα της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας και της ' Ελλάδας στην  περιοχή της Μακεδονίας πρέπει να  θεωρηθούν ώς νόμιμα και ότι ή άναθεώρησή τους θά έπιτρεπόταν μόνο στην  περίπτωση πού θά ταυτιζόταν με την έλεύθερη έκφραση της θέλησης τών άμεσα ένδιαφερομένων πληθυσμών και θά άναγνωριζόταν διεθνώς ώς μέρος του γενικού διακανονισμού της ειρήνης, Σέ σχέση με τη νοτιοσλαβική ομοσπονδία, οί ’Αμερικανοί θεωρούσαν ότι θά ήταν μάλλον ένας παράγοντας άναταραχής παρά σταθερότητας στη νοτιοανατολική Εύρώπη, γιατί τα γειτονικά, μή σλαβικά κράτη, συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας, θά τη θεωρούσαν σαν άπειλή κατά της άσφάλειάς τους.

Οί άμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών ήταν ενήμερες ότι οί Γιουγκοσλάβοι δέ θά τολμούσαν να  έπιτεθουν στην  Ελλάδα, άλλά θά ένθάρρυναν, αν έβρισκαν πρόθυμους σλαβόφωνους να  δημιουργήσουν προβλήματα σέ βάρος της έλληνικής κυβέρνησης, έλπίζοντας να  πείσουν την παγκόσμια κοινή γνώμη ότι ή περιοχή ήταν κυρίως σλαβική και επρεπε να  ένωθεΐ με τη Γιουγκοσλαβία.
Τό θέμα μιας γιουγκοσλαβοβουλγαρικής ομοσπονδίας, όπως σημειώθηκε, είχε άναβληθεΐ στις άρχές του 1945, έπανήλθε όμως στο προσκήνιο άμέσως μετά την έπιστροφή του Γκεόρκι Δημητρόφ από τη Μόσχα στη Βουλγαρία, το Νοέμβριο του 1945.

Ο Δημητρόφ εύνοούσε τη συνένωση της βουλγαρικής και της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, και τη δημιουργία μιας αύτόνομης Μακεδονίας, πού θά έντασσόταν σέ μιά γιουγκοσλαβοβουλγαρική ομοσπονδία.

 Στις 6 Δεκεμβρίου 1945, σέ λόγο του ένώπιον της Εθνικής Εθνοσυνέλευσης στη Σόφια, τόνισε ότι ή λύση του Μακεδονικού προβλήματος βρισκόταν «όχι στη διαίρεση της Μακεδονίας, ούτε σέ έναν άγώνα γι’αύτήν, άλλά έξαρτιόταν από τη θέληση του λαού τους, ή πλειοψηφία του όποιου είχε άποκτήσει έλευθερία και ισότητα στά πλαίσια της ' Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας».

Η θέση του Δημητρόφ δέχτηκε άνοιχτή κριτική από τούς άντιπολιτευόμενους σοσιαλδημοκράτες, οί όποιοι στην  έφημερίδα τους «Σβόμποντεν Ναρόντ» τόνισαν το γεγονός ότι μιά έλεύθερη ομοσπονδία μπορούσε να  σχηματιστεί μόνο μεταξύ άνεξάρτητων και ίσων:
 ...Οι σχέσεις μεταξύ των κρατών δέν πρέπει να  οικοδομούνται πάνω στην  εμπιστοσύνη σ΄αυτήν ή την άλλη προσωπικότητα ή στό προσωρινό πολιτικό σύστημα. το ομοσπονδιακό σύστημα δέ, χτίζεται ορθολογικά και σέ μιά σταθερή βάση.

Είναι φανερό ότι αντιμετωπίζει τη Μακεδονία όχι σαν ενα αυτόνομο κράτος, άλλά σαν μιά επαρχία. 
Η τάση είναι να  οργανώνεται το καθετί σέ μιά βάση υπέρτατου συγκεντρωτισμού, με το κέντρο του στό Βελιγράδι. Ή κεντρική κυβέρνηση είναι το παν, οι άλλοι τίποτα. και το σημαντικό είναι ότι το νέο καθεστώς δέν άναγνωρίζει καμιά βουλγαρική μειονότητα, και οι Βούλγαροι βρίσκονται υπό διωγμό....

' Η ήγεσία του βουλγαρικού κομμουνιστικού κόμματος βρισκόταν σέ δύσκολη θέση: ’Αντιμετώπιζε ισχυρή άντίδραση, τόσο έξω όσο και μέσα στό κόμμα, ώστόσο δέν ήθελε να  δυσαρεστήσει τη Γιουγκοσλαβία.

Πράγματι, στις 9-10 Αύγούστου 1946, ή Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος Βουλγαρίας, σέ μιά προσπάθειά της να  ικανοποιήσει τη Γιουγκοσλαβία, άποφάσισε τη μελλοντική ένωση της βουλγαρικής και γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, άλλά δέν έκανε αυτή την άπόφαση γνωστή δημόσια.
Πριν από την άπόφαση της 10ης Αύγούστου, ο Αμερικανός άντιπρόσωπος στη Σόφια θεωρούσε ότι ή κατάρα της νέας Βουλγαρίας ήταν το Μακεδονικό Ζήτημα: 

...δυστυχώς γιά τη Βουλγαρία πολλοί από τούς ηγέτες της, όχι μόνο στην  πολιτική ζωή, άλλά σέ όλα τα πεδία τής πνευματικής δραστηριότητας και στο στρατό και ανάμεσα στους ριζοσπάστες πολιτικούς και τούς επαναστάτες, είχαν ξεκινήσει οι πιο πολλοί από τη Μακεδονία παρά από τη Βουλγαρία.
Ακόμη και με την κομμουνιστική κυβέρνηση, τα πράγματα ήταν περίπου τα ϊδια.
'Ο Δημητρόφ, ο Τράικο Κοστόφ, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ο Βοϋλκο Τσερένκοψ, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και ο Άντόν Γιοϋγκοφ, υπουργός ’Εσωτερικών, ήταν παιδιά της Μακεδονίας.
Βασικός παράγοντας της Νότιας Σλαβικής Ενωσης θά ήταν ή ένωση της βουλγαρικής, γιουγκοσλαβικής και ελληνικής Μακεδονίας σέ μιά αυτόνομη πολιτεία μέσα σέ μιά ομοσπονδία πού θά άρχιζε από την Τεργέστη και θά εφτανε ώς το Αιγαίο και τη Μαύρη Θάλασσα....

 Η Νοτιοσλαβική 'Ομοσπονδία άποτελουσε μιά σοβαρή άπειλή γιά την Ελλάδα. 

Η βρετανική κυβέρνηση είχε ειδοποιήσει τούς Βουλγάρους ότι δέν τούς άναγνώριζε το δικαίωμα να  μεταφέρουν κανένα τμήμα του βουλγαρικού εδάφους στη Γιουγκοσλαβική  Ομοσπονδία χωρίς τη συγκατάθεση τών Ηνωμένων Εθνών.

 Στις 16 ’Ιουλίου, ωστόσο, το γεγονός ότι ο Τίτο, σέ μιά ομιλία του στην  Cettinje, μίλησε γιά την έγκαρδιότητα τών βουλγαρογιουγκοσλαβικών σχέσεων και τη δυνατότητα να  γίνουν οί σχέσεις αύτές άκόμη στενότερες, υστέρα από την υπογραφή τών συνθηκών ειρήνης, έπιβεβαίωσε την έντύπωση τών Βρετανών, ότι πραγματικά υπήρχε ή ιδέα μιας 'Ομοσπονδίας.

 Βέβαια, οί ’Άγγλοι και οί Αμερικανοί, στά πλαίσια της Συμμαχικής ’Επιτροπής ’Ελέγχου στη Βουλγαρία, μπορούσαν να  έμποδίσουν την προσχώρηση τών Βουλγάρων στην  ομοσπονδία. το πρόβλημα ωστόσο ήταν πώς θά μπορούσαν να  προλάβουν το σχέδιο αύτό έπειτα από την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης.
Οί Βρετανοί νόμιζαν πώς ήταν πολύ άπίθανο, ότι όποιαδήποτε άμεση διαμαρτυρία έκ μέρους τους θά μπορούσε να  έμποδίσει την ίδρυση μιας τέτοιας ομοσπονδίας από τη στιγμή πού οί ένδιαφερόμενες κυβερνήσεις την είχαν άποφασίσει.
Κάθε διαμαρτυρία επρεπε να  έρθει στον ’Οργανισμό 'Ηνωμένων ’Εθνών, όπου μπορούσε να  υποστηριχτεί ότι μιά τέτοια μονόπλευρη ένωση θά άποτελουσε κίνδυνο γιά τήν ειρήνη, γιατί θά ήταν μιά διαρκής άπειλή γιά την άνεξαρτησία της ' Ελλάδας.

Η άναγνώριση του «μακεδονικού» χαρακτήρα της περιοχής Πιρίν από τούς Βουλγάρους κομμουνιστές συνάντησε μεγάλη άντίδραση στη Βουλγαρία.
Ο άντιπολιτευόμενος τύπος υπήρχε άκόμη και κατέκρινε έντονα τις εξελίξεις στη Μακεδονία. το βουλγαρικό κομμουνιστικό κόμμα κατηγορήθηκε ότι πρόδωσε τα έθνικά βουλγαρικά ιδεώδη με την άναγνώριση της «μακεδονικής» εθνότητας.

 ’Αξιοσημείωτο είναι ότι πρόσφατα ή Τσόλα Ντραγκοΐτσεβα, μέλος της Κεντρικής ’Επιτροπής του ΚΚΒ, θέλοντας να  δικαιολογήσει τη θέση της τότε βουλγαρικής κυβέρνησης, άναφέρει:...

Θά ήθελα να  έπαναλάβω ότι ή πίεση εκ μέρους της Γιουγκοσλαβίας, εκείνο τόν καιρό, ήταν υπερβολική και άσκήθηκε σέ μιά στιγμή πού τη Βουλγαρία τη μεταχειρίζονταν άκόμη σαν δορυφόρο της Χιτλερικής Γερμανίας και επρεπε να  ύποστει ενα μέρος τών συνεπειών της ήττας. 

Ηταν μιά περίοδος κατά την όποια δέν είχαμε άκόμη συνάψει καμιά συνθήκη ειρήνης. Οι Γιουγκοσλάβοι ήγέτες, έλισσόμενοι επιδέξια, κατόρθωσαν να  επιβάλουν την εθνικιστική τους άντίληψη σχετικά με την οργάνωση της Μακεδονίας.

Έμεις δέν είχαμε τότε άλλη εκλογή παρά να  συμφωνήσουμε πάνω σέ ορισμένες άνεπιθύμητες και άδικες υποχωρήσεις.

Ακριβώς αύτό το χαρακτήρα έχουν οι άποφάσεις πάνω στό Μακεδονικό Ζήτημα πού πάρθηκαν στη 10η ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΒ το 1946, παρά τη θέλησή του και σέ άντίθεση πρός τίς αρχές του δικαίου και της δικαιοσύνης....

Είναι πιθανό ότι οί βουλγαρικές παραχωρήσεις πάνω στό ζήτημα της Μακεδονίας έγιναν επειδή ή Βουλγαρία επιδίωκε να  έχει τη γιουγκοσλαβική υποστήριξη στις διαπραγματεύσεις πού γίνονταν στό Παρίσι γιά τίς συνθήκες της ειρήνης και ότι κατέβαλλε κάθε προσπάθεια να  άποφύγει όποιαδήποτε ένέργεια πού θά δυσαρεστούσε το Βελιγράδι.

Εξάλλου και ή Γιουγκοσλαβία υποστήριζε τίς βουλγαρικές διεκδικήσεις στη Δυτική Θράκη και άρνιόταν να  δεχτεί από τη Βουλγαρία άποζημίωση 25.000.000 δολ., πού προβλεπόταν με τη συνθήκη ειρήνης.
Τά σχέδια γιά τη μακεδονοποίηση της περιοχής του Πιρίν άρχισαν στά τέλη του 1946. τα κυβερνητικά και κομματικά όργανα βρίσκονταν κάτω από σταθερό βουλγαρικό ελεγχο, άλλά την ϊδια περίοδο Γιουγκοσλάβοι «Μακεδόνες» δρούσαν στην  περιοχή με τη συγκατάθεση των Βουλγάρων γιά την ενίσχυση της έθνικής «μακεδονικής» συνείδησης. 

Στίς άρχές Φεβρουάριου 1947, σέ δημοσκόπηση πού εγινε στη Μακεδονία του Πιρίν, οί περισσότεροι κάτοικοι της περιοχής ήθελαν να  ονομάζονται «Μακεδόνες» και οχι Βούλγαροι.

Μιά συνέλευση μακεδονικών έπιτροπών και έταιρειών της Βουλγαρίας, πού εγινε στίς 18 Μαΐου 1947 στη Σόφια, θεωρήθηκε από τούς Βρετανούς ώς ένδειξη ότι οί γιουγκοσλαβικές άπόψεις είχαν έπικρατήσει στίς μακεδονικές υποθέσεις, πού στό σημείο αύτό φαίνονταν να  κατευθύνονται από τα Σκόπια.

'Η βρετανική κυβέρνηση, θέλοντας να  έμποδίσει την ίδρυση ένός μακεδονικού κράτους, ζήτησε από την άμερικανική κυβέρνηση να  διασαφηνίσει δημόσια ότι είχε γνώση του σχεδίου και ότι ήταν άντίθετη πρός αύτό.
 Οί Αμερικανοί θεώρησαν ότι ή βρετανική πρόταση ήταν πρόωρη και ήττοπαθής και ότι οχι μόνο δέ θά περιόριζε τούς κινδύνους του, άλλά θά εκανε ένδεχομένως την ίδρυση ένός μακεδονικού κράτους να  φαίνεται σαν διπλωματική ήττα των δυτικών δημοκρατιών.
Το Στέητ Ντηπάρτμεντ θεωρούσε ότι το κύριο σημείο του μακεδονικού προβλήματος ήταν ή σχέση του με τη διατήρηση της έδαφικής άκεραιότητας της Ελλάδας, πράγμα πού άποτελούσε και τόν κύριο στόχο τών ΗΠΑ και την αίτια γιά τη βασική τους άντίθεση στην  ίδρυση του «μακεδονικού» κράτους.

Ένα τέτοιο κράτος, άν δημιουργούνταν με την άναδιάρθρωση τών γιουγκοσλαβικών και τών βουλγαρικών συνόρων δέ θά προκαλούσε καμιά άντίρρηση έκ μέρους τών ’Αμερικανών.

Οί κομμουνιστικές χώρες τών Βαλκανίων μπορόύσαν να  διευθετήσουν δπως τούς άρεσε το θέμα και ήταν άμφίβολο ότι όποιαδήποτε ένέργεια, μέσω τών Ηνωμένων ’Εθνών ή με άλλο τρόπο, θά τούς άπέτρεπε, άν αύτές και ή ΕΣΣΔ ήταν άποφασισμένες γιά κάτι τέτοιο.

 Οί ’Αμερικανοί, άν και δέν εύνοουσαν τα σχέδια, δέν μπορούσαν να  τα έμποδίσουν. 'Ο κύριος στόχος τους, έπομένως, ήταν να  έξασφαλίσουν τη διατήρηση τών συνόρων της Ελλάδας από τίς άπαιτήσεις τών γειτόνων της και από τη σοβιετική πίεση στο Αιγαίο.

φόσον ή άκεραιότητα της Ελλάδας άπειλούνταν, είτε από τη διείσδυση τών άνταρτών είτε από την ίδρυση ένός μακεδονικού κράτους, ή άμερικανική κυβέρνηση θά έπαιρνε ολα τα άναγκαϊα μέτρα γιά να  άντιμετωπίσει όποιαδήποτε κατάσταση θά προέκυπτε.

' Η Μακεδονική 'Ένωση και 'Ομοσπονδία υπήρξε το κύριο θέμα της συζήτησης μεταξύ του Τίτο και του Δημητρόφ κατά τη διάσκεψη του Μπλέντ στις 30 Ιουλίου 1 Αύγούστου 1947.
Την έποχή έκείνη ήταν πλατιά διαδομένη ή άποψη ότι οί συναντήσεις στο Μπλέντ άποτελούσαν ένα σημαντικό βήμα πρός την ίδρυση μιας γιουγκοσλαβοβουλγαρικής ομοσπονδίας.

Κατά τίς έκτιμήσεις τών Βρετανών, ή παρουσία του στρατηγού Στέριν Γκεοργκίεφ Άτανασόφ, ειδικού στά θέματα του άνταρτοπόλεμου, και του ύπουργού τών ’Εσωτερικών Άντόν Γιουγκοφ στη βουλγαρική άποστολή σήμαινε πώς ένας από τούς σκοπούς της συνδιάσκεψης του Μπλέντ ήταν ο συντονισμός της βοήθειας πρός τούς 'Έλληνες άντάρτες και ή συζήτηση τών προβλημάτων της βουλγαρικής και της γιουγκοσλαβικής μειονότητας στις δύο πλευρές τών συνόρων.

Ο Δημητρόφ, σέ συνάντησή του με τον ανταποκριτή του «Ριζοσπάστη» στίς 24 ’Ιουλίου, διέψευσε τίς φήμες γιά το σχηματισμό μιας βαλκανικής ομοσπονδίας και δήλωσε ότι ή Βουλγαρία και ή Γιουγκοσλαβία θά έκλειναν μιά συνθήκη φιλικής συνεργασίας και άμοιβαίας βοήθειας, και ότι σκοπός της σλαβικής ένότητας ήταν ή ύπεράσπιση τών σλαβικών χωρών από την άπειλή της ξένης έπέμβασης.

 Η δήλωση του Δημητρόφ έδειξε ότι ή γιουγκοσλαβοβουλγαρική ομοσπονδία θά μπορούσε να  έπιτευχθεΐ σταδιακά και ότι ή προσπάθεια θά άρχιζε με μιά συνθήκη άμοιβαίας βοήθειας. Πραγματικά, ή έπίσημη άνακοίνωση πού έκδόθηκε την 1η Αύγούστου υπογράμμιζε ότι οί δύο κυβερνήσεις είχαν υπογράψει μιά σειρά από συμφωνίες πού προέβλεπαν τη στενή οικονομική συνεργασία, τή σταδιακή δημιουργία μιας τελωνειακής ένωσης και την άμοιβαία βοήθεια και δράση ένάντια στις προκλήσεις τών Ελλήνων μοναρχοφασιστών.

Ωστόσο, ή άνακοίνωση δέν άνέφερε τίποτε σχετικό με την ομοσπονδία. Μόνο μετά τη ρήξη της Κομινφόρμ με τον Τίτο, ο ίδιος ο Δημητρόφ δήλωσε ότι οί δύο κυβερνήσεις είχαν μείνει σύμφωνες γιά μιά σειρά μέτρων πού άφορουσαν την ύπό ίδρυση ομοσπονδία.

Κατά τη διάρκεια τών συζητήσεων στό Μπλέντ, ο Δημητρόφ έπέμενε, ότι ή ένοποίηση της Μακεδονίας θά μπροουσε να  επιτευχθεί μόνο μέσω μιας ομοσπονδίας.

 Ο Δημητρόφ προσπάθησε να  έπανορθώσει τίς λανθασμένες άποφάσεις της 10ης ολομέλειας του Αύγούστου 1946.
 ’Έτσι, στό προσχέδιο πού συμφωνήθηκε, προβλεπόταν ή προσάρτηση της περιοχής του Πιρίν στη Δημοκρατία της Μακεδονίας του γιουγκοσλάβικου κράτους, μετά την ί'δρυση της ομοσπονδίας και όταν άνάμεσα στά δύο κράτη δέν θά υπήρχαν σύνορα.

Η Βουλγαρία θά άποζημιωνόταν γιά την άπώλεια της περιοχής του Πιρίν παίρνοντας τίς επαρχίες πού ή ίδια είχε παραχωρήσει στη Γιουγκοσλαβία υστέρα από τον A' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Δυστυχώς, άκόμη και σήμερα δέν είναι σαφές ποιοι ήταν οί άκριβεΐς όροι της συμφωνίας, δηλαδή αν υπήρχε κάποια μυστική άπόφαση πού άναφερόταν στην  προσάρτηση έλληνικού έδάφους στην  Ομοσπονδία.

’Έχει διατυπωθεί ή υπόθεση ότι ή συμφωνία του Μπλέντ άναφερόταν στό έλληνικό πρόβλημα και ότι ή Γιουγκοσλαβία θά έπαιρνε, έκτος από τη βουλγαρική, και την έλληνική Μακεδονία, ένώ ή Βουλγαρία θά άποζημιωνόταν με τη Δυτική Θράκη. 

Σέ άντάλλαγμα, οί 'Έλληνες κομμουνιστές θά είχαν την άπεριόριστη βουλγαρική και γιουγκοσλαβική υποστήριξη στον άνταρτοπόλεμο έναντίον της έλληνικής κυβέρνησης.

Η υπόθεση αυτή άντιστοιχεΐ πρός τίς γιουγκοσλαβικές φιλοδοξίες της έποχής, άλλά δέν έχει έπιβεβαιωθεΐ από άλλες μαρτυρίες.

 'Ο υφυπουργός Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας Μπέμπλερ είχε ομολογήσει στους Βρετανούς οτι οί άντάρτες έπαιρναν όπλα και πυρομαχικά από τούς δορυφόρους.

 Είναι άξιοσημείωτο ότι ή γιουγκοσλαβική κυβέρνηση πίστευε πώς ή άμερικανική βοήθεια πρός την 'Ελλάδα δέν ήταν άρκετά μεγάλη ή άρκετά γρήγορη, γιά να  είναι άποτελεσματική, και πώς ένα σημαντικό μέρος της βοήθειας το καρπώνονταν οί "Ελληνες πολιτικοί, ένώ το υπόλοιπο μάλλον έπρεπε να  ξοδεύεται γιά την προμήθεια τροφίμων παρά γιά βασικό έξοπλισμό.

Εξάλλου, οί Γιουγκοσλάβοι περίμεναν ότι σύντομα θά ’ρχόταν ή οικονομική κατάρρευση τών ΗΠΑ και το οριστικό τέλος του καπιταλισμού και έτσι στην  ' Ελλάδα, χωρίς την άμερικανική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια, θά άλλαζε το κοινωνικό καθεστώς.

 Ο ’Αμερικανός πρεσβευτης στό Βελιγράδι Κάνον είχε τη γνώμη ότι ο βασικός στόχος της συνδιάσκεψης στό Μπλέντ δέν ήταν να  θέσει τα θεμέλια γιά μιά βαλκανική ομοσπονδία, άλλά μάλλον να  έπεκτείνει τόν πόλεμο νεύρων κατά της ' Ελλάδας και να  έπιχειρήσει, με διακηρύξεις γιά ένότητα, άδελφοσύνη και οικονομική συνεργασία τών Σλάβων, να  πείσει την κοινή γνώμη ότι οί χώρες της Βαλκανικής, κάτω από τα προστατευτικά φτερά της Σοβιετικής 'Ένωσης, είχαν να  προσφέρουν κάτι καλύτερο από το σχέδιο Μάρσαλ.

 Οί άποφάσεις του Μπλέντ δέν προκάλεσαν μεγάλη έκπληξη στους Βρετανούς. ' Η συμφωνία άπλώς άποκάλυψε αύτό πού ήταν σχεδόν βέβαιο ότι γινόταν έδώ και καιρό.
 Η συνδιάσκεψη έδωσε την εύκαιρία γιά μιά έπίδειξη πνεύματος άλληλεγγύης και γιά μιά έντονη άντιπαράθεση στό αύξανόμενο ένδιαφέρον τών ΗΠΑ γιά τήν  Ελλάδα6.

Άπό ύπάρχουσες πηγές γιά τη συνδιάσκεψη του Μπλέντ φαίνεται ότι ή Βουλγαρία και ή Γιουγκοσλαβία συμφώνησαν να  δημιουργήσουν τίς προϋποθέσεις γιά την 'Ένωση της Μακεδονίας.
Στην  πρώτη φάση, το μοναδικό πρόβλημα πού είχαν να  έπιλύσουν, άφορουσε στις διαδικασίες γιά την προσάρτηση της Μακεδονίας του Πιρίν στη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία.

 Η Βουλγαρία δέν ήθελε να  γίνει ή ένωση άμέσως, έπειδή πίστευε ότι ο βουλγαρικός λαός δέν είχε προετοιμαστεί κατάλληλα, πολιτικά και ψυχολογικά.
Γι αύτό το λόγο, οί Βούλγαροι, παρόλο πού δέν έκλειναν καμιά συμφωνία, έπέτρεπαν σέ Γιουγκοσλάβους καθοδηγητές γιά πολιτιστικά θέματα να  δρουν στην  περιοχή του Πιρίν και δέχτηκαν από τη Γιουγκοσλαβία έναν άριθμό δασκάλων της «μακεδονικής γλώσσας και ιστορίας» γιά την ϊδια περιοχή.

 Επιπλέον, Βούλγαροι από την περιοχή του Πιρίν στάλθηκαν όχι μόνο στά Σκόπια γιά να  μάθουν «μακεδονικά», άλλά και στο Βελιγράδι και στο Ζάγκρεμπ, πιθανόν γιά εύρύτερη μόρφωση.

 Στις 27 Νοεμβρίου, με πρωτοβουλία του Τίτο, υπογράφτηκε στη Σόφια μιά γιουγκοσλαβοβουλγαρική Συνθήκη Φιλίας, Συνεργασίας και Αμοιβαίας Βοήθειας.

 Στο σημείο αύτό τα σχέδια γιά τη Μακεδονική 'Ομοσπονδία κινδύνεψαν να  ματαιωθούν. το κείμενο της Συνθήκης άφορουσε την προσέγγιση, τη συνεργασία και την άμοιβαία βοήθεια, άλλά παράλληλα έδινε έμφαση και στην  άνεξαρτησία τών δύο χωρών ο Δημητρόφ μιλούσε γιά άδελφότητα και ένότητα, ένώ ο Τίτο ότι άντικείμενο της συνδιάσκεψης δέν ήταν ή γιουγκοσλαβοβουλγαρική ομοσπονδία, της όποίας τα προβλήματα ήταν μόνο τυπικά, άλλά ή στενή συνεργασία τών δύο χωρών.

Δέν έχει άκόμη διευκρινιστεί γιά ποιούς λόγους οί Βούλγαροι ήταν πρόθυμοι να  συμφωνήσουν άκόμη και με την πρόταση γιά ίδρυση γιουγκοσλαβοβουλγαρικής ομοσπονδίας.

 ’Έχει διατυπωθεί ή υπόθεση ότι ο Δημητρόφ δέν είχε άποφασίσει αν θά έπρεπε να  δεχτεί τη γιουγκοσλαβική ήγετική θέση στά Βαλκάνια, άλλά ότι προσπάθησε να  διατηρήσει φιλικές σχέσεις με το Βελιγράδι και να  κερδίσει χρόνο, διαπραγματευόμενος τήν ένωση, ένώ προάσπιζε άγρυπνα τα συμφέροντα της Βουλγαρίας, ιδιαίτερα σέ σχέση με τη Μακεδονία.

 Καμιά βουλγαρική κυβέρνηση δέν μπορούσε να  παραχωρήσει τη Μακεδονία του Πιρίν, χωρίς να  πάρει κάποιο άνάλογο άντάλλαγμα. 

Όπως σημείωσε ή βρετανική άποστολή στη Σόφια, είναι πολύ πιθανόν ότι ή Βουλγαρία ήταν πρόθυμη να  παραχωρήσει τη Μακεδονία του Πιρίν, μόνο αν έπαιρνε ώς άντάλλαγμα έδάφη πού θά της πρόσφεραν διέξοδο μέσα από το έλληνικό έδαφος στό Αιγαίο.

Το γεγονός όμως ότι ή Βουλγαρία δέν μπόρεσε να  πάρει τη Δυτική Θράκη καθώς και ή ρήξη Τίτο-Στάλιν τον Ιούνιο του 1948 έπισφράγισαν το τέλος τών προσπαθειών γιά τη βουλγαρογιουγκοσλαβική ομοσπονδία.

Τελειώνοντας θά ήθελα να  τονίσω ότι στη δεκαετία του 1940 «Τό Μακεδονικό Ζήτημα» ήταν ένας κυρίαρχος παράγοντας στην  πολιτική τών Βαλκανικών κρατών και χρησιμοποιόταν σαν ένας πολιτικός μοχλός γιά την προώθηση τών έθνικών συμφερόντων τών ένδιαφερομένων δυνάμεων, όπου ή Γιουγκοσλαβία έπαιρνε την πρωτοπορία με τη δημιουργία της «Μακεδονικής Εθνότητας». 

Αύτό το τεχνητό δημιούργημα είχε μεγάλη έπίδραση στις έξελίξεις στά Βαλκάνια κατά τη διάρκεια άλλά και μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δημιούργησε τίς άναγκαΐες συνθήκες γιά να  επιχειρήσει ή Γ ιουγκοσλαβία να  λύσει το «Μακεδονικό Ζήτημα» πρός όφελός της.

Έτσι, ή ένοποίηση της Μακεδονίας, πού υποστήριζαν οί Γιουγκοσλάβοι, θά συνέβαλλε στην  έπέκταση της έπιρροής τους στά Βαλκάνια και θά ένίσχυε τούς ισχυρισμούς του Βελιγραδιού, ότι υπήρχε μιά ξεχωριστή «Μακεδονική ’Εθνότητα».


3 σχόλια:

cummulus είπε...

9Καλησπέρα φίλε. Όλη το παρασκηνιακό σχέδιο των βορείων γειτόνων γιά τήν Μακεδονία, σέ μιά καί μόνο ανάρτηση.

Yauna Takabara είπε...

Καλησπέρα Αδελφέ.
Λίγο μακροσκελής η Ανάρτηση, αλλά αξίζει να την διαβάσει κανείς!!!

cummulus είπε...

Μακροσκελής, άλλά ένδιαφέρουσα.