Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Γεωργίου Μόδη: Η Φλώρινα επί Τουρκοκρατίας.

Καπετάν Βαγγέλης Στρεμπρενιώτης,
εκ του χωρίου Ασπρόγεια Φλωρίνης
Γ. X. ΜΟΔΗ

Διάλεξις δοθείσα την 12ην Απριλίου 1968
 εις την αίθουσαν της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών 
υπό την αιγίδα του Συλλόγου Φλωρινιαίων ’Αθηνών.

Ή Φλώρινα δεν είχε εκκλησίαν ίσαμε το 1835.

 Οι άνθρωποι εκκλησιάζονταν σε γειτονικά χωριά, όπου παντρεύονταν, βαπτίζονταν, κηδεύονταν.

Το 1835, όπως γράφει στα απομνημονεύματά του ο Φλωρινιώτης οπλαρχηγός Λάκης Πύρζας, ένας καλός Αλβανός πασάς τους έδωσε την άδεια να κτίσουν εκκλησίαν αλλά έξω και μακρυά από την πόλι.

 Δεν έπρεπε να μολύνεται η ατμοσφαίρα της με ψαλμωδίες απίστων.

Φανατικοί Τούρκοι αποτελούσαν την μεγάλην πλειοψηφία των κατοίκων της.

Ρίχθηκαν οι άνθρωποι στην δουλειά μεγάλοι και μικροί, άνδρες και γυναίκες.
Αλλά τη νύχτα οι Τούρκοι χαλνούσαν ότι με τόσους κόπους έφιαναν οι ραγιάδες την ημέρα. Και μιά μεγάλη επιτροπή από μπέηδες και χοτζάδες αγάδες διαμαρτυρήθηκε έντονα στον πασά που είχε δώσει την άδεια από δική του πρωτοβουλία χωρίς Σουλτανικόν φερμάνι.

Ό Πασάς τους ρώτησε.

Έχουν οι γκιαούρηδες σχολείον;
Έχουν, απάντησαν.
Δεν είναι το σχολείον περισσότερο επικίνδυνο από μιαν εκκλησίαν όπου απλώς ο Αλλάχ λατρεύεται;
Είναι.
Τότε πως αφίνετε το σχολείο και θέλετε να εμποδίσετε την εκκλησίαν;
Μα το σχολείο υπάρχει από πολύ παληά χρόνια.

Είχε δημιουργηθή αμφισβήτησις αν υπήρχαν Ελληνικά σχολεία στην Μακεδονία τον 18ον αιώνα. 

Όπως φαίνεται από το βιβλίο του Μπράγκωφ, που θα μας απασχολήση και αργότερα, παραδέχονται και οι Βούλγαροι ότι λειτουργούσαν το 1760 Ελληνικά σχολεία στη Θεσσαλονίκη, το Άγιον Όρος, τη Μοσχόπολι, Βέρροια και κατά συγκατάβασι στην Κοζάνη και Καστοριά.
Αλλά αφού  η Φλώρινα με τον φτωχό και λιγοστό Χριστιανικό πληθυσμό της διατηρούσε τότε περίπου σχολείον είμπορεί να θεωρηθή βέβαια ότι υπήρχαν σχεδόν παντού. Ό Φυλακτός, πού υπηρέτησε γυμνασιαρχης έπι Τουρκοκρατίας και εις Κορυτσάν και Σέρρας, γραφει ότι υπήρχε σχολείο στην Κορυτσά το 1730 και εις Σέρρας πολύ παλαιότερα.

Στά αρχεία της Βενετίας βρήκε ο κ. Μέρτζος επιστολές του 1690 εμπόρων από την Θεσσαλονίκη, την Μοσχόπολι, την Καστοριά, την 'Αχρίδα και την.... Μηλόβιστα.
Άναφέρονται σε εμπορικά ζητήματα αλλά δεν έχουν ορθογραφικά η συντακτικά λάθη.
'Έμαθαν οι σπουδασταί τους τα δύσκολα Ελληνικά γράμματα με την έπιφοίτησι του ‘Αγίου Πνεύματος και μάλιστα ξενόφωνα μέρη όπως η Μηλόβιστα πού είναι χωμένη σε μιά βαθειά ρεμματιά του Περιστεριού. Άσφαλώς πέρασαν από σχολείο.

Ή Φλώρινα απέκτησε περί το 1845 και Μητροπολίτη.

Έγινε έδρα της Μητροπόλεως Μογλενών και Φλωρίνης. το 1720 έτούρκεψε ο Μητροπολίτης Μογλενών δηλαδή Καρατζόβας και Άλμωπίας και Αριδαίας. Μαζύ του έτούρκεψαν και πολλά χωριά. Άφού δεν τους έπροστάτευσαν από της τρομακτικές πιέσεις τών Τούρκων οι αγιοι, ο Χριστός, η Παναγία πήγαν και αύτοί με τους ισχυροτέρους!... το παράδειγμα είχαν δώση οι Αλβανοί. Δικαιολογούσαν τις άθρόες εξισλαμίσεις με την θεωρία «όπου το σπαθί έκεί και η θρησκεία».
 Οι Τούρκοι σ’ αμοιβή διωρίσαν τον έξομώτη Μητροπολίτη Μουφτή της Λάρισσας πού ήταν τότε η περισσότερο Τουρκική πόλη της Εύρωπαίκής Τουρκίας. Άλλα εκείνος αργότερα μετάνοιωσε και μιά μέρα άντί να ειπη στο τζάμι «Ένας είναι ο Αλλάχ και Μωάμεθ ο προφήτης του» είπε.

Ένας είναι ο Αλλάχ και ο Χριστός είναι ο προφήτης του!

«Οι Τούρκοι τον κομμάτιασαν αμέσως και στο τάφο του έγραψαν: Νί μπιζήμ νί σιζήν. Ουτε δικός μας ουτε δικός σας »!

Το περίεργο είναι ότι οι διάδοχοι του μητροπολίτου δια τον φόβο των νεοφωτίστων Μουσουλμάνων φανατικωτέρων πάντοτε εγκατεστάθηκαν εξω από την επαρχίαν Μογλενών στην Κατράνιτσα πρώτα, έπειτα στην Κρέμσα το τραγικό Μεσοβούνι της κατοχής και έπειτα στο Εμπόριο της Πτολεμαί'δος και τελικά στην Φλώρινα. τΗταν δηλαδή περιπλανώμενοι Ιουδαίοι και κλωτσοσκούφί τών Τούρκων. 'Έτσι βρέθηκε η Φλώρινα πρωτεύουσα επαρχίας της όποίας πολλά χωριά περί την Γευγελήν και την Γουμένιτσαν απέχουν 150 χιλιόμετρα ενώ άλλα χωριά σε μισή ώρα απόστασι από την Φλώρινα υπαγοντο στη Μητρόπολι Καστορία !...

Δεν έχομε ακριβείς πληροφορίες γιά τα γεγονότα του 1821 στην Φλώρινα.

Βέβαιον είναι ότι τότε καταστράφηκαν δυο μικρά χωριά πάνω από την Φλώρινα Καλογερίτσα και Μπαστροβίτσα ώς και ότι πολλοί από πολλά χωριά πήραν μέρος στον αγώνα. 25 π. χ. από την Κέλλη πού αγωνίσθηκαν στη Νάουσα και ακολούθησαν έπειτα τους Καρατάσιο και Γάτσο στην νότιον Ελλάδα και άλλοι από τον Άκριτα πού δούλευαν στη Ζάκυνθο και την άλλη Επτάνησο ώς πριονάδες και από εκεί διεκπεραιώθηκαν στον έπαναστημένο Μωριά και την Ρούμελη. Ό Ζούρκας από τη Νέβεσκα πολέμησε 7 χρόνια τότε και το 1830 εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη αφοΰ άλλαξε δια λόγους άσφαλείας το όνομά του εις Μεσολογγίτην, ε/γονός του ήταν ο δημοσιογραφος Βασίλειος Μεσολογγίτης. ’Αλλά ήτο δυνατόν να εύρεθή μόνος στη μαχόμενη Ελλάδα;

Ένα σπάνιο βιβλίο « Αίγλη εν ζοφώ » του Άντωνιάδη αναγραφει σε υπερκαθαρεύουσαν ότι το 1867 στην ακμή της Κρητικής έπαναστάσεως συγκροτήθηκε σ’ ενα μοναστήρι της Φλωρίνης, της Κλαδοράχης ίσως η της 'Αγίας Τριάδος Πισοδερίου. συνέδριο πού αποφάσισε την κήρυξιν έπαναστάσεως στην περιοχή. το Έλληνικόν Προξενείον Μοναστηριού φαίνεται, την εμπόδισε.

Το 1878 όμως ξέσπασε σοβαρώτατο έπαναστατικόν κίνημα.

Είχαμεν ακούσει ότι τότε ολόκληρο Τουρκικό ταγμα πετσοκοπήθηκε πάνω απ’ την Φλώρινα στην Βίγλα του Πισοδερίου. ’Αλλά δεν υπήρχαν γραπτά κείμενα.

Μονάχα ενας... αρχικομιτατζής ο Πάντο Κλιάσεφ το μνημονεύει με το όνομα « ανταρσία ».

Βρέθηκαν ευτυχώς στα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών από τον κ. Κωφόν εκθέσεις του Προξενείου Μοναστηριού της εποχής εκείνης πού χύνουν απλετον φώς.
Όταν αρχισε και προχώρησε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος κατάλαβαν οι δικοί μας στη Θεσσαλονίκη ότι δεν άρκούσαν τα υπομνήματα και ψηφίσματα, πού είχαν υποβληθή απ’ όλ η τη Μακεδονία στην διεθνή Διάσκεψι, πού είχε συγκροτηθή στην Κωνσταντινουπολι γιά να προλάβη τον Ρωσοτουρκικόν πόλεμο και έχρειάζετο να χυθή όχι μόνο μελάνη άλλά και αίμα. Συνεδρίασαν λοι

πόν 50 πρόκριτοι στην Μητρόπολι Θεσσαλονίκης τη μιά μέρα και άλλοι τόσοι την άλλη, των οποίων τα ονόματα αναγραφει στο βιβλίο του ο Γκιπολάς και αποφάσισαν την έπανάστασι... Άλλα έπανάστασι με αυτούς τους δρους δεν μπορούσε να είναι παρά φιάσκο, θεωρήθηκε όμως υπόλογος δεν ξεύρω γιατί ενας νεαρός φοιτητής ο όποιος ενώ περπατούσε μιά μέρα στη Θεσσαλονίκη κοντά στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου δέχθηκε ξαφνικά στο καλοχτενισμένο κεφάλι του από μιά γυναίκα ενα βάζο γεμάτο άκαθαρσίες και μιά ταινία με την επιγραφήν: « Εις τον Εφιάλτην του Όλύμπου »...

Αποβιβάσθηκαν όμως 15 Φεβρουάριου 1878 από δυο ατμόπλοια στην παραλία του Λιτοχώρου 450 άνδρες παιδιά παλαιών Μακεδόνων αγωνιστών και ένας Γερμανός εθελοντής υπό την αρχηγίαν του λοχαγού Δουμπιώτη, υίου αρχηγού στην έπανάστασι της Χαλκιδικής.

Μπήκαν στο Λιτόχωρο, αιχμαλώτισαν Τούρκους αστυνομικούς και υπαλλήλους και κυρίευσαν το φρούριο του Πλαταμώνα.

Συνήρθαν έπειτα αντιπρόσωποι πολλών χωριών και εξέλεξαν « Προσωρινή Κυβέρνησι της Μακεδονίας » υπό τον ιατρόν Καραβαγκον η οποία με υπομνήματα στούς Πρόξενους της Θεσσαλονίκης, έζήτησε την ενωσι με την « μητέρα Ελλάδα ».

Άλλά η έπανάστασις γρήγορα κατεστάλη στο αίμα και τή στάχτη πολλών χωριών. 
Μάλιστα είχε παρατηρηθή στη Μακεδονία μεγαλύτερος ενθουσιασμός και ζωηρότερη προθυμία γιά τον αγώνα και από την Θεσσαλία και την "Ήπειρο, όπως γραφει ο Σμυρναίος δημοσιογραφος Σείζάνης πού είχε πάρει ένεργόν μέρος.

Ή Τουρκία είχε συνάψει ανακωχήν με τον Ρωσικό στρατό και διέθετε πλέον πολλά στρατεύματα.
Τότε επτά γυναίκες Βλάχων κτηνοτροφών από το Σέλι, των οποίων ο! άνδρες είχαν δράξη τα όπλα ρίχθικαν σ΄ ενα γκρεμό γιά να μή πέσουν στα χέρια τών Τούρκων.
 Μονάχα ο Σείζάνης, αναφέρει ότι τρεις γυναίκες Βλάχων κτηνοτροφών ρίχθηκαν στον γκρεμό.

Εύτυχώς ο άντιστράτηγος έ. ά. κ. Δασκαλόπουλος και ο άντ)ρχης εν αποστρατεία κ. Σωκράτης Λιάκος διέσωσαν τα ονόματά τους καθώς κα) ενα δημοτικό τραγούδι της εποχής εκείνης πού ελεγε
 « Φλεβάρης δεν κουσούριασε Μάρτης δεν έμπήκε και όλη η Βλαχιά μαζώχθηκε να φέρη το Ρωμαίκό ». 

Σημειωτέον ότι οι Ρουμάνοι τότε διαμαρτύρονταν εναντίον της σχεδιαζομένης προσαρτήσεως της Θεσσαλίας όπου υπήρχαν πολλοί Βλάχοι καθαρότατοι, κατ΄ αύτούς Ρουμάνοι, πού προτιμούσαν την Τουρκίαν με τους ζαπτιέδες, τους δεκατιστάς, τους Γκέγκηδες, τους μπασιμπουζούκους!...

Αι επτά εκείνες εθνομάρτυρες γυναίκες τους έδωσαν την αποστομωτικήν απάντησι.
Τήν ίδια εποχή ειχεν έκραγή στην Δυτική Μακεδονία και ιδιαίτερα στην ορεινή περιφέρεια Φλώρινας — Καστορίας επαναστατικό κίνημα πολύ διαφορετικώτερο.
Αύτοδύναμο από εντοπίους αρχηγούς και οπλίτες χωρίς καμμιά από πουθενά ένίσχυσι, συνεχίσθηκε όλ ο το 1878 και δεν εσβησε ουτε το 1879 καί το 1880 και 1881.

Σπουδαιότεροι αρχηγοι που αναφέρει ο Πρόξενος, ήσαν ο  Δημ. Νταλίπης από την Μπέσφινα η Σφήκα που απέθανε στην Αθήνα φουστανελοφόρος κασαπης ειδικευμένος στα τραγιά, ο  Βασίλης Ζούρκας νικητής σ’ όλες τις συγκρούσεις που μπήκε τον Ιανουάριον 1879 μέσα στη Λάρισα και απήγαγε το χαρέμι του πασά, το όποιον απελευθέρωσε όταν αφέθηκαν ελεύθερες οι δικές μας γυναίκες, πού κρατούσαν οι Τούρκοι.

Φαίνεται ότι ήταν από τη Νέβεσκα.

Άναφέρονται επίσης αρχηγοί ο Κόλε Γκίζας η Κοβρίσκος, ο Μανθόπουλος, Καραγεώργης, Στέφος, Άνδρέου και άλλοι.
Τά προξενικά έγγραφα επιβεβαιώνουν την καταστροφή στη Βίγλα του τάγματος πού ειχεν ξεκινήση από το Μοναστήρι εν πομπή και παρατάξει καθώς και τον αφοπλισμό ενός λόχου κοντά στην Περικοπή.

Μπήκαν έξ άλλου στούς μουσουλμανικούς μαχαλάδες του Λαιμού και ενός άλλου χωρίου της Πρέσπας πού είναι τώρα Γιουγκοσλαυίκό και αφού  τους πλιατσκολόγησαν πήραν σκλάβους 16 Τουρκαλβανούς πού ήσαν πάνοπλοι και πολεμικώτατοι.
Τούτο σημαίνει ότι ενέπνεαν οι έπαναστάται τόσον τρόμο και δέος ώστε έπαγωσαν και δεν πρόβαλαν καμμιάν άντίστασι.
Στήν περιφέρεια Βοίου πάλιν οι επαναστάτες προκάλεσαν με ύβριστικά γράμματα τους Τούρκους και τους κατατρόπωσαν όταν πήγαν πρός συνάντησί τους.

Άλλοι μεγάλοι και έξοχοι οπλαρχηγοί ήσαν τότε ο ήρωίκός ΆΘαν. Μπούφας ο όποιος έξώπλισε με έξοδα ίδικά του 150 άνδρες και ένεφανίσθη εις το Πισοδέρι όπως γραφει ο Πρόξενος.

Έτσάκισε ενα μπουλούκι Αλβανούς πού έσερνε αμέτρητο κοπάδι ζώα πλιατσκολογημένα στην Θεσσαλία και κρέμασε από το σαρίκι του τον Ίμπραίμ Χότζα.

Ήταν ο εφημέριος Παπαγιάννης, πού έχήρεψε και επειδή δεν μπορούσε να πάρη δεύτερη συμβία έτούρκεψε και έγινε Χότζας!.. 

“Ηταν ο λαμπρός Λεωνίδας από την Σαμαρίνα, υιός μεγάλου αρχιτσέλιγκα και απόφοιτος της Ζωσιμαίας των Ίωαννίνων, καθώς και η καπετάνισσα Περιστέρα από τή Σιάτιστα. Αναγκάσθηκε ν΄ ακολουθήση τον οπλαρχηγόν άδελφόν της και όταν εκείνος σκοτώθηκε τον αντικατέστησε.

Ό Μητροπολίτης Σιατίστης καταφερε να της δοθή χάρις, έγινε δεκτή στην Σιάτιστα μετά φανών και λαμπάδων και όταν πήγαν ξαφνικά οι Τούρκοι να την πιάσουν τους έξέφυγε απ’ τα χέρια σάν άληθινή περιστέρα και κατέφυγε στην Θεσσαλία όπου πεζότατα παντρεύθηκε.

Ό Πρόξενος αναφέρει ότι 24 χωριά των Κορεστίων μεταξύ Φλώρινας και Καστοριάς και πολλά άλλα ήσαν έτοιμα να ξεσηκωθούν και να ενωθούν με τους έπαναστάτας άλλά περίμεναν την σχετική διαταγή την όποίαν επρεπε να εκδώση η Ελληνική κυβέρνησις μέσον του Προξενείου. Αί κυβερνήσεις όμως παραζαλισμένες έξ αιτίας των γεγονότων του Ρωσοτουρκικου πολέμου και επιπόλαιες, ενώ στρατολογούσαν άψε σβυσε από κάθε καρυδιάς καρύδι δια να τους στείλουν με σώματα στην Θεσσαλία και την 'Ήπειρο, άδιαφόρησαν όλότελα δια το υφιστάμενο ήδη μεγάλο κίνημα στην Δυτική Μακεδονία το όποιον με ολίγην ήθικήν ιδίως ένίσχυσιν μπορούσε να πάρη τάς διαστάσεις γενικής έπαναστάσεως.

Πρότασις μάλιστα του Προξένου να σταλουν στους έπαναστάτας σ’ ενα σημείο τών μακρυνών συνόρων πολεμοφόδια έμεινεν χωρίς απάντησιν, ώς τόσον εγραψεν ο Πρόξενος δι΄ αυτους:
« Θέλουσιν και άξιουσιν να ώσι όργανα του Προξενείου »!
Γεγονός είναι ότι το κίνημα εκείνο ήτο πολύ διαρκέστερο από το Ήλιντεν ( το Βουλγαρικό της 20 Ιουλίου 1903 ) και καθόλου κατώτερο. Οι Βούλγαροι όμως το διαλάλησαν στα ιέσσαρα άκρα του κόσμου ήμείς δε σκεπάσαμε το ίδικό μας με τον βάρβαρο πέπλο της λήθης.

Τότε επίσης ο οπλαρχηγός Ναούμης από την Ίεροπηγή της Καστορίας, απήγαγε τον Τούρκον καίμακάμην της Φλώρινας.

Μπήκαν μέσα στην πόλι μιά νύχτα πού έώρταζαν οι Τούρκοι το ραμαζάνι, επιασαν τον καίμακάμη και τον έσυραν μαζί τους και πρός χαιρετισμόν τών Τούρκων ερριξαν μίαν ομοβροντίαν στον άέρα. το γεγονός ήτο συγκλονιστικόν δια τους Τούρκους και ρωμηούς.

Ό καίμακάμης ειχεν εύρυτάτην εξουσίαν. το τραγούδι του « Ναούμης πάει στην Φλώρινα » τραγουδιέται και χορεύεται εις όλη την Δυτικήν Μακεδονίαν και σήμερα. Φαίνεται ότι δεν ήταν όλότελα αγράμματος.
Μέ έβεβαίωσαν ότι υπαρχει επιστολή του με την όποίαν ζητούσε να όρισθή πληρεξούσιος από την Μακεδονίαν στην Έθνοσυνέλευσιν πού έφερε τον βασιλέα Γεώργιον.

Άπό άλλο Προξενικόν έγγραφον προκυπτει ότι είχαν συλληφθή πολλοί χωρικοί από τις περιοχές Φλώρινα και Μορίχοβον ώς συγγενείς επαναστατών.

Οι Μητροπολίται Φλώρινας και Μοναστηριού ενεργούσαν δια την αποφυλάκισίν των.

Άλλο Προξενικόν έγγραφο του 1876 όταν είχε συγκροτηθή στην Πόλι διεθνής διάσκεψις δια να ματαιώση τον απειλούμενον Ρωσοτουρκικόν πόλεμο, αναφέρει ότι στον καζά Καστοριάς επί υπερεκατόν χωριών υπήρχαν σε δυο μόνον Βούλγαροι ολίγοι και στον καζά—δηλαδή την επαρχίαν—Φλώρινας μόνον εις εξ.

Μέ τους αριθμούς αυτούς συμφωνούν πληρέστατα και τα απομνημονεύματα του αρχικομιτατζή Πάντο Κλιάσεφ ο όποιος ομολογεί ότι εις το 1900 μόνον σε δυο χωριά της επαρχίας Καστοριάς ( Ντέμπενι και Μπόμπιστα ) υπήρχε Βουλγαρική πλειοψηφία.

Το 1888 εγιναν πολλές συλλήψεις στην Καστοριά, την Κλεισούρα ( καπου 17 ), την Νέβεσκα, την Φλώρινα, στο Μοναστήρι και ακόμα στην Αχρίδα και τή Θεσσαλονίκη. Ή σαν τα « Πηχεωνικά ». Είχαν κατασχεθή δηλαδή στο σπίτι του δάσκαλου Πηχεών στην Καστοριά επιστολές του του ‘Ελληνικού Προξενείου Μοναστηριού και χρηματαποστολή του. Επίσης περιήλθε στα χέρια της Τουρκικής άστυνομίας και επιστολή του γιατρού Άργυροπούλου πού μιλούσε γιά 50 τουφέκια, πού έπρεπε να σταλουν σ΄ έναν όπλαρχηγό.

 Οι Τούρκοι αναστατώθηκαν, κατάρτισαν αμέσως με Σουλτανικό Διάταγμα στο Μοναστήρι ειδικό στρατοδικείο εις το όποιον και παρέπεμψαν όλους με την κατηγορία της έσχάτης προδοσίας, ότι δηλαδή εργάζονταν γιά να προσαρτηθή το Βιλαέτι Μοναστηριού στο « Γιουνανιστάν » ( Ελλάδα ).

Έγιναν πολλές ενέργειες από τους ιδικούς μας και έχρησιμοποιήθηκαν μέσα πού είχαν πολλήν πέρασι στους Τούρκους και έτσι το στρατοδικείο αθώωσε τους περισσότερους. Άπέθαναν στην εξορία οι Μοναστηριώτες Πίσχας και Σιώμος και ξέφυγε από την Συρία, όπου ειχεν έξορισθή ο Πηχεών και ήρθε στην Αθήνα.

Θύμα των «Πηχεωνικών» έπεσεν και ο Φιλιππίδης μαζί με τον Ήπειρώτη φίλο του Πασχίδη.

Γεννήθηκε στη Μηλόβιστα όπου κατέφυγε ο πάππος του με μιά ντουζίνα παιδιά το 1805 όταν υπέκυψε η Νάουσα στα στρατεύματα του Άλή πασά τών Ίωαννίνων ύστερα από πολιορκία πέντε μηνών. Έχρημάτισε δάσκαλος στη Φλώρινα το 1867 και εξελίχθηκε αργότερα στην Γερμανία σε μεγάλο φιλόλογο με γενικώτερη έκτίμησι στούς φιλολογικούς κύκλους.

 Έγραψε πάμπολλες μελέτες σε Γερμανικές Εγκυκλοπαίδειες και περιοδικά καθώς και την ιστορία της Έπαναστάσεως της Νάουσας του 1822.

Του έγινε πρότασις να διορισθή καθηγητής στο Πανεπιστήμιο το 1888 δεν δέχθηκε όμως γιατί έφυγε με Γερμανικήν αποστολήν γιά μελέτες στην Μικρά ’Ασία. Άλλά μόλις αναχώρησε ενα Ουγγρικό περιοδικό πού έβγαινε Γαλλικά στην Βουδαπέστη ( REVUE D’ORIENT ) δημοσίευσε έναν άληθινό Φιλιππικό έναντίον του.

Τον χαρακτήρισε « μεγαλοίδεάτη Έλληνα », « αρχιεπαναστάτην», «δημόσιον κίνδυνο γιά την Τουρκία» κλπ. Και μιά μέρα πού έβγαινε απ΄ το Πατριαρχείο, βρέθηκε απομονωμένος πολύ καιρό σ’ ένα φοβερό άστυνομικό μπουντρούμι.

Αναστατώθηκαν οι Γερμανοί, έπέμβηκε η Γερμανική Πρεσβεία και η Γερμανική Κυβέρνηση του Βίσμαρκ.
Οι Τούρκοι αναγκάσθηκαν να του προσφέρουν χάριν. Αυτός όμως σάν γνήσιος δάσκαλος δεν την δέχθηκε ζήτησε ν’ αναγνωρισθή η άθωότης του και ότι επομένως άδικα ταλαιπωρήθηκε. ’Έτσι βρέθηκε τώρα στο ερημικό Φεζάν της Άφρικανικής Τριπολίτιδας όπου ο φίλος του Πασχίδης αφισε τα κόκκαλα.

Το καταπληκτικό είναι ότι η REVUE της Βουδαπέστης εξακολούθησε να δημοσιεύη άνταποκρίσεις από την ’Αθήνα, το Μοναστήρι και από τήν... Κλεισούρα γραμμένες από όργανα της Ρουμανικής προπαγάνδας και τών Αύστριακών Προξενείων πού ήσαν δριμύτατα κατηγορητήρια κατά του Φιλιππίδη και του πλήθους τών φυλακισμένων στο Μοναστήρι και υποδίκων ενώπιον του έκτάκτου στρατοδικείου. Τούς εμφάνιζαν έπαναστάτας, ταραχοποιούς, Τουρκομάχους κλπ.

Οι παληανθρωποι αύτοί περίμεναν να παρασύρουν με αύτές τές άτιμίες τον βλαχόφωνο πληθυσμό, προκρίτους τών οποίων φυλακισμένους πάσχιζαν να στείλουν στη Τουρκική κρεμάλα!!

Ητο φανερόν ότι η Αύστροουγγρική πολιτική προσπάθησε ν’ αποτρέψη την προσοχή του Ρουμανικού λαου από την γειτονική Τρανσυλβανία όπου υπήρχαν δύο και πλέον εκατομμύρια γνήσιοι Ρουμάνοι, στη μακρυνή Μακεδονία, όπου οι λίγοι Κουτσοβλάχοι ήσαν ανέκαθεν ταυτισμένοι με τον Ελληνισμό και πάντα συνυφασμένοι μαζύ του.

Και έρχόμεθα τώρα στην εμφάνιση περί το 1900 του Βουλγ. Κομιτάτου και των κομιτατζήδων στην Δυτική Μακεδονία.

Πρέπει εύθύς να τονισθή ότι η Φλώρινα και η επαρχία της άντέδρασαν κατά των κομιτατζήδων, ένωρίτερα και ζωηρότερα από κάθε άλλην περιοχήν και μαζι με την επαρχίαν Καστορίας έδωσαν τα πρώτα και περισσότερα θύματα.

Πάντο Κλιάσεφ
Υπάρχουν ευτυχώς τα απομνημονεύματα του αρχικομιτατζή Πάντο Κλιάσεφ, πρώην Βουλγαροδασκάλου, πού έξεδόθησαν το 1925 στη Σόφια από το Βουλγαρικόν Ινστιτούτο. Έχουν έπομένως και την σφραγίδα της επίσημότητος. Όμολογεί ούτος οτι ήδη τον Ιούνιο 1899 έδολοφονήθησαν δύο νοικοκυραίοι της Βασιλειάδας ( Ζαγορίτσανης ) Μισιρλής και Δημητριάδης, πού γύριζαν άνυποπτοι από το παζάρι, από τους βουλγαροδασκάλους Ποποτράίκωφ και Ρόζεν πού εξακολούθησαν να διδάσκουν στο σχολειό τους το « ού φονεύσεις».

Ό Ποποτράίκωφ προβιβάσθηκε αργότερα αρχηγός του Κομιτάτου της έπαρχίας Καστορίας και ξεκαθαρίσθηκε το 1903 από τον Κώττα.

Ό Κλιάσεφ άνομολογεί άτελείωτη σειρά άλλων σφαγών παπάδων, προκρίτων, δασκάλων, πού τους κατονομάζει και δεν τους κατηγορεί κάν ώς προδότας άλλά μόνον ώς γραικομανείς «γραικομάνους ».

 Στήν ίδια Βασιλειάδα κατακρεουργήθηκε κατά τον αγριώτερο τρόπο μέσα στο μεσοχώρι ο « στυλοβάτης του Ελληνισμού » Καραμάιας από τον αρχικομιτατζή και πρώην έπίσης Βουλγαροδάσκαλον Κούζωφ ο όποιος ενα χρόνο αργότερα κυκλώθηκε κά τραυματίσθηκε από στρατιωτικόν απόσπασμα και αύτοκτόνησε μαζι με τήι ερωμένη του Βουλγαροδασκάλα. Δημοδιδάσκαλοι και καθηγητές ήσαν οι αρχηγοί του Κομιτάτου και τών περισσότερων συμμοριών του.
Στον Πολυπόταμο της Φλώρινας έσφαγιάσθηκε ο εφημέριος Παπακωνσταντίνος. Ε
ίχεν επάνω του και 80 χρυσές λίρες του χωρίου γιά τον Τούρκο ενοικιαστή της δεκά της, πού έκαμαν φτερά και αναγκάσθηκε το χωριό να μάση άλλα χρήματα.

Τόσο το παράκαμαν οι κομιτατζήδες ώστε, όπως γραφει πάλιν ο Κλιάσεφ, τον χειμώνα του 1902 όλα τα χωριά εκτός από δύο τους έκλεισαν τήι πόρτα και η κομιτστζιδική Επιτροπή Μοναστηριού τους σύστησε να κατα φύγουν στην φιλόξενη.... Ελλάδα.

Ή Φλώρινα έσχημάτισε από το 1902 πενταμελή «Επιτροπήν Άμύνης: όπως γραφει στα απομνημονεύματά του ο οπλαρχηγός αργότερα και δεξι χέρι του Παύλου Μελά Λάκης Πύρζας.

Άποτελείτο από τον

Λάκη Πύρζα,
Τέγον Σαπουντζήν,
Γεώργιον Λουκάν,
Πέτρον Χατζητάσην
και εναν άλλον.

Κατώρθωσαν να παρακολουθούν συνεδριάσεις της Επιτροπής του Κομιτάτου τη Φλώρινας. Ώτακουστούσαν συστηματικά.

’Αλλά κάποια όργάωωση έστω υποτυπώδης υπήρχε πάντοτε στη Φλώρινα καθώς και στο Μοναστήρι, τήν άνοιξι π. χ. του 1897 εικοσιοκτώ νέοι Μοναστηριώτες τών καλιτέρων οικογενειών μεταξύ τών οποίων ο βιομήχανος Καζάσης και ο καθηγητής Νάκας είχαν προμηθευθή όπλα και φουστανέλλες γιά να βγουν άντάρτες με αρχηγό τον Κώττα που ήταν τότε ενας άσημος χωρικός σ’ ενα μακρινό και απόμερο χωριό του οποίου ούτε η ύπαρξις ήταν γνωστή στο Μοναστήρι.

 Πώς λοιπόν και που τον βρήκαν; Είναι ολοφάνερο πως καποια όργάνωσις της Φλώρινας τον είχε συστήση που ήξερε μάλιστα πολύ καλά να κρίνη πρόσωπα και πραγματα.

Στήν επαρχία της Φλώρινας αρχισε η πρώτη ένοπλη άντίδρασις κατά τών κομιτατζήδων.

Τήν εγκαινίασε ο Κώττας.

 Οι 28 Μοναστηριώτες παράτησαν τα άρματωλικά τους σχέδια σάν έμαθαν τα χάλια μας στον πόλεμο του 1897.
 Ό Κώττας όμως αρχισε εύθύς να καθαρίζη τον ενα πίσω από τον άλλο Τουρκοαλβανούς, αγάδες και μπέηδες, τρομερούς τυραννίσκους του αγροτικου πληθυσμού. Έγινε το ίνδαλμά του.
Όπως μου είπε ο σεμνός Κρητικός οπλαρχηγός Θύμιος Καούδης οι χωρικοί τον είχαν σάν Θεό.

Το 1900 τον βρήκαν οι κομιτατζήδες ενθρονισμένο στα Κορέστια (άνάμεσα Φλώρινα και Καστοριά ).
Τον πλησίασαν, τον ύμνησαν, τον δοξολόγησαν, τόν προσκύνησαν και τόν Σεπτέμβριον της ίδιας χρονιάς, όπως πάλιν γραφει ο Κλιάσεφ, τόν πυροβόλησαν πισώπλατα και άτιμώτατα γιά να τόν ξεκάμουν « κατά διαταγήν του Κεντρικού Κομιτάτου. »
Κομιτατζήδες  Τσακαλάρωφ-Κλιάσεφ (καθιστοί)

 Ό Κώττας τραυματίσθηκε άρκετά σοβαρά και όταν θεραπεύθηκε τους κήρυξε τόν πόλεμο. Τέσσαρα όλα χρόνια πολέμησε κατά του Κομιτάτου και της Τουρκικής αυτοκρατορίας! Οι κομιτατζήδες του έστησαν απειρίαν ένεδρών και παγίδων, όπως πάλιν γραφει ο Κλιάσεφ, άλλά ο γερόλυκος τών βουνών τους ξέφευγε πάντοτε. Και σάν μεσαιωνικός βαρώνος κρατούσε υπό την κυριαρχίαν του τα περισσότερα χωριά τών Κορεστίων.

Επίσης έκήρυξε τόν πόλεμο στο Κομιτάτο ο καπετάν Βαγγέλης από τα Άσπρόγεια ( Στρέμπρενο ). Είχε πάει εθελοντής στόν πόλεμο του 1897, τραυματίσθηκε στη μάχη του Βελεστίνου και όταν γύρισε στην Πόλι, όπου δούλευε, τόν έξώρισε η Τουρκική άστυνομία στην γενέτειρά του. Έκεί τόν πλησίασαν οι ανθρωποι του Κομιτάτου τόν εξύμνησαν και τόν ώνόμασαν αρχηγόν. Σάν είδε όμως τα καμώματα και τα εγκλήματά τους τους απεκήρυξε.

Μιά νύχτα πλήθος κομιτατζήδες κύκλωσαν το σπίτι του.
 Ό Βαγγέλης με τόν Χρήστο Παναγιωτίδη η Μαλέτσκον άμύνθηκε, βάρεσε μερικούς και στο τέλος τους κυνήγησε. Μιά ομάδα κομιτατζήδων πού έπεχείρησε να άνεβή από το πίσω μέρος του σπιτιού στην στέγη γιά να βάλη φωτιά δέχθηκε δύο χούφτες κόκκινο πιπέρι απ’ την άδελφή του Σοφία στα μάτια...

Στο Φλάμπουρο επίσης σχηματίσθηκε σώμα από τόν παληό αγωνιστή Κόλε Πίνη και στο Λέχοβο άλλη ομάδα υπό τόν Ζήση Δαμάλιο γιά την προστασία του χωρίου.


Δυστυχώς τον Μαίο 1904 ο καπετάν Βαγγέλης επεσε σ΄ ένέδρα κομιτατζήδων και τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς ο Κώττας αιχμαλωτίσθηκε σε μιάν κρυπτη από Τουρκικό απόσπασμα. Προδόθηκε δ΄ άκατανοήτους λόγους από ανθρωπο που έπρεπε να τον φυλαγη σάν κόρη οφθαλμού.
Χάθηκαν δυσυχώς δύο αρχηγοί που Θά ήσαν άνεκτίμητοι όταν αρχισε συστηματικός ο ένοπλος αγώνας μας.

Χωριά της Φλώρινας κυρίως έπισκέφθηκε την άνοιξι του 1904 επιτροπή υπό τον τότε λοχαγό Άλεξ. Κοντούλην, από τους Παύλον Μελά, τον ’Αναστ. Παπούλαν τον τραγικόν αρχιστράτηγο στην Μικά Άσία, τον Πάνο Κολοκοτρώνη, πού έπεσε ταγματάρχης στον Έλληνοβουλγαρικόν πόλεμο του 1913.

Ειχε σταλή από την Έλληνικήν Κυβέρνησι να μελετήση την κατάστασι στη Μακεδονία.
 Πήγε στον Κώττα, το Πράσινο, το Τρίγωνο, το Αντάρτικό, στις Καρυές της Πρέσπας.
Έκεί απεχώρησε με πολλή δυσφορία ο Παύλος Μελάς γιατί τον ανακάλεσε επειγόντως η Κυβέρνησις κατόπιν διαμαρτυρίας της Τουρκικής Πρεσβείας.

"Έφερε το σχετικό κρυπτογραφικό γράμμα του Προξενείου Μοναστηριού ενας « μισότρελλος κουρελής » όπως γραφει ο Μελάς.

Σταμάτησαν τότε και τα τόσον εύγενικά όσον και διαφωτιστικά γράμματά του πρός την σύζυγό του.
Άν έλειπαν τα απόμνημονεύματα του Λάκη Πύρζα πού είχε γίνει το δεξί του χέρι και ο πλέον έμπιστος συνεργάτης του δεν θα ξεύραμε τι απόγινε η υπόλοιπος επιτροπή.
Άπό αύτά μαθαίνουμε ότι πήγε στον Πολυπόταμο, την Τριανταφυλλιά, την Δροσοπηγή, το Φλάμπουρο, τα ’Ασπρόγεια, όπου συναντήθηκε με τον καπετάν Βαγγέλη, το Λέχοβο.
Παντού έπεσκέφθηκαν σχολεία, έκκλησιάσθηκαν σε εκκλησίες, ώμίλησαν σε συγκεντρώσεις χωρικών χωρίς να ενοχληθούν από Τούρκους η κομιτατζήδες, σά να βρίσκονταν στην παληά Ελλάδα.
Οί Βούλγαροι αν ήξευραν σε ποιο άκριβώς μέρος βρίσκονταν θα είχαν στείλη σίγουρα τα στρατιωτικά αποσπάσματα.
Ό Πύρζας περιγραφει πως στο Λέχοβο και το Βογατσικό υπέγραψαν οι τρεις αξιωματικοί την κοινή εκθεσι, πως ο Παπούλας και ο Κολοκοτρώνης συνέταξαν κρυφά άλλην άντίθετη, με αποτέλεσμα να μονομαχήσουν στην Άθήνα Μελάς και Κολοκοτρώνης.

 Οι Παπούλας και Κολοκοτρώνης ήσαν απαισιόδοξοι.
Αλλά τί ήθελαν, γ Ορισαν τόσα χωριά τόσον καιρό σάν να εκαμναν επιθεώρηση χωρίς να ενοχληθούν από κανένα. Ό Παπασταύρος του Πισοδερίου όταν πήγε στο Αντάρτικό να τους χαιρετήση με το τουφέκι στον ώμο αρχισε άντι παντός άλλου να τραγουδάη το « το λυγερόν και κοφτερόν σπαθί μου ».
Ό μουχτάρης της Μικρολίμνης είπε του Κοντούλη στις Καρυές. Τώρα πού μας θυμήθηκε ο βασιλιάς μας δώσατε μας όπλα και έννοια σας. Πολλοί όταν τους πρωτοείδαν δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τα δάκρυα. "Ηθελαν να τους υποδεχθούν σε Τούρκικο έδαφος με σημαίες και μουσικές!...
Δέν εχομε καιρό βέβαια ν" άσχοληθούμε με την έξέλιξι του αγώνος στην περιφέρεια της Φλώρινας. Είμπορώ όμως και πρέπει ν" αναφέρω τις θυσίες του τόπου.

Στήν Σκοπιά έσφαγιάσθηκαν δυο παπάδες και ενας τρίτος απαγχονίσθηκε από τους Γερμανούς γιατί το ήθελαν οι Βούλγαροι του Κάλτσεφ.

Στον Πολυπόταμο άλλοι, δυο ο Παπαγιάννης και τέσσαρες χωρικοί παρασύρθηκαν σε κομιτατζήδικη παγίδα με ενα ψεύτικο γράμμα, πού προήρχετο δήθεν από Έλληνα οπλαρχηγόν. Μέ την ίδια μέθοδο εξοντώθηκε ένωρίτερα και ο Παπασταύρος του Πισοδερίου.

Στήν Περικοπή άλλοι δύο παπάδες βρήκαν τραγικόν θανατο. Πλήθος άλλοι παπάδες μΕμονωμένοι είχαν την ίδια τύχη στα Άσπρόγεια, το Ξινό—Νερό, τους Ψαράδες, τα Χάλαρα, το Πισοδέρι, την Ιτιά και άλλου.
Τού εφημερίου Άμμοχωρίου Παπαίωανεικίου του έκοψαν τα δύο αύτιά! Αμέτρητοι είναι και οι χωρικοί πού έπεσαν από το μαχαίρι τών ελευθερωτών κομιτατζήδων. Στον Αετό μιά νύχτα έσφαγιάσθησαν 5 άνδρες και δυο γυναίκες, στις Λεπτοκαρυές 4, στις Κάτω Κλεινές ο , στον Άγιο Γερμανό 5, άλλοι τόσοι στην Ιτιά, Βεύη, Κέλλη.

 Έπτά Νεβεσκιώτες πού γύριζαν από την Φλώρινα στο χωριό τους ψήθηκαν σ’ ενα φούρνο.

Έπτά Λεχοβίτες πού γύριζαν από το παζάρι του Αμυνταίου στο χωριό τους χάθηκαν στον δρόμο μαζί με τα άλογά τους σάν να άνοιξε και τους καταπιε η γή.

Δέν υπαρχει σχεδόν χωριό πού να μήν εχη τους έθνομάρτυρές του.

 Είναι μία χρυσή βίβλος, γραμμένη με αίμα και δάκρυα. Πυρπολήθηκαν το 1907 το Φλάμπουρο και το Κρατερό το όποιο είχε καή το 1903 από τους Τούρκους και το 1947 ξανακάηκε από τους συμμορίτες!

 Σέ μιά γενεά τρεις πυρπολήσεις!....

Στήν Φλώρινα είχε εγκατασταθή τότε ώς διευθυντής τών σχολείων και του οικοτροφείου ο Βασίλειος Μπάλκος δήμαρχος αργότερα και βουλευτής της Πρέβεζας. Είχε φορέσει ράσα πού του πήγαιναν και παρουσίαζε την γυναίκα του γιά άδελφή.

Καπετάν Βασίλειος Πανουσόπουλος
Τόν Σεπτέμβριο 1904 ήλθε στην Φλώρινα ώς δάσκαλος με Ελληνικό διαβατήριο και άλλο όνομα (Βαλτετσώτης) ο τότε ανθυπίλαρχος και έπειτα στρατηγός Βασίλειος Πανουσόπουλος.

 Δέν ένοχλήθηκε καθόλου γιατί ο τότε άστυνομικός ( κομισέρ Γρηγόρ-έφέντης ) Γρηγόριος Νικολαίδης έμπορος σε λίγο και δήμαρχος Αμυνταίου δεν τόν άνέφερε στον άστυνομικόν διευθυντή ( μπας πολίτς ) πού αγαπούσε πολύ το ούζο. Πήρε τα μαθήματα της γεωγραφίας, της αριθμητικής και την γυμναστικήν, η οποία όμως και τόν έπρόδωσε.

Τήν άνοιξι του 1905 μία μέρα ο καίμακάμης, ο εισαγγελέας, ο άστυνομικός διευθυντής και άλλοι επίσημοι Τούρκοι άνέβηκαν στον λόφο πάνω απ’ την Φλώρινα και έπιναν το ούζο με τους ανάλογους μεζέδες.
 Χρέη γκαρσόνι ών έκτελούσαν χωροφύλακες.
Κατά κακήν τύχην εκαμνε εκείνη την ώρα γυμναστικήν ο Πανουσόπουλος κοντά στην αύλή τών δυο καινούργιων και ώραίων σχολείων πού είχαν άνεγερθή στο μεγάλο οικόπεδο του Ίζέλ πασά.
 Τά ζωηρά και έντονα παραγγέλματά του αναστάτωσαν τους Τούρκους.

Ό καίμακάμης είπε του αρχιαστυνόμου να του παρουσιάση την άλλη μέρα στο γραφείο του τον παράξενο αυτόν δάσκαλο που εγύμναζε στρατιωτικά τα γκιαουρόπαιδα.

Και αποκαλύφθηκε ότι ήταν Έλληνας υπήκοος μεταμφιεσμένος σίγουρα αξιωματικός....
Διατάχθηκε να φυγή αμέσως στο Γιουνανιστάν ( Ελλάδα ) Ό Πανουσόπουλος έφυγε  μά γιά το Πισοδέρι και τα βουνά όπου σχημάτισε άνταρτικό σώμα....

Έξ άλλου ο Φλωρινιώτης δάσκαλος Θεόδωρος Ναούμ είχε καθιέρωση ιδικό του σύστημα σχολικής βαθμολογίας.

 Έβαζε δεκάρια ( βαθμόν άριστα ) στα παιδιά που έσπαγαν κανένα Βουλγάρικο κεφάλι....

Έτσι πήρε δυο « δεκάρια » ο δικηγόρος τώρα εδώ κ. Αλκιβιάδης Παπαγεωργίου.
Τά παιδιά όμως το παράκαμαν.
Μπήκαν μιά μέρα στο Βουλγαρικό σχολείο και τα έκαμαν γυαλιά καρφιά!
Ησαν πολλαπλάσια από τα Βουλγαρόπαιδα.

Στο Παρίσι, κυκλοφόρησε το 1905 ένα Γαλλικό βιβλίο με τον τίτλο « Οι Χριστιανικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας ».
'Αναγραφει κατά εθνικότητα τους χριστιανούς κάθε χωρίου και κάθε πολιτείας. Συγγραφεύς του φέρεται καποιος « Μπράγκο », υπό τον όποιον όμως έκρύβετο ο αρχιγραμματεύς της Βουλγαρικής Εξαρχίας Μήσεφ.

Οι αριθμοί επομένως που δίνει είναι επίσημοι της εξαρχίας.

Γιά την Φλώρινα αναγραφει ο Μπραγκωφ — Μήσεφ
800 Βουλγάρους και 
3.544 « Ελληνίζοντας » η Γραικομάνους.

 Ύστερα δηλαδή από πεντάχρονη δράσι του Κομιτάτου ο Ελληνικός πληθυσμός της Φλώρινας το 1905 ήταν σχεδόν πενταπλάσιος του Βουλγαρικού κατά την ομολογίαν αυτού του αρχιγραμματέως της Βουλγαρικής Εξαρχίας. 

Σύμφωνα με την ίδια στατιστική ο Ελληνικός πληθυσμός υπερείχε πολύ του Βουλγαρικού όχι μόνο και στις άλλες Μακεδονικές πόλεις αλλά και στο Μοναστήρι, στο Κρούσοβο, την Στρώμνιτσα, την Δοίράνη, το Μελένοικο, που έμειναν έξω από τα Ελληνικά σύνορα.

Και δεν ήσαν βέβαια το στόμα της άληθείας οι αριθμοί της Βουλγαρικής Εξαρχίας.


Μ1ΧΑΗΛ ΠΑΓΙΑΡΕΣ
Ό Γάλλος δημοσιογραφος Μισέλ Παγιαρές, όπως γραφει στο βιβλίο του « το Μακεδονικό πρόβλημα », διαπίστωσε στην Ανατολική Μακεδονία με την βοήθεια τών Γάλλων και Άγγλων αξιωματικών και οργανωτών της χωροφυλακής ότι οι Έλληνες κάτοικοι ήσαν πολύ περισσότεροι από τους αριθμούς του Βούλγαρο—Γαλλικού βιβλίου.

Τήν άνοιξι του 1909 μόλις γύρισα από την ’Αθήνα στο Μοναστήρι με κάλεσαν στο Προξενείο ο τότε υπολοχαγός και έπειτα γνωστός στρατηγός Άλέξ. Μερεντίτης και ο λοχαγός και πολιτευόμενος Ντεργερές — έπολιτεύοντο τότε φανερά οι αξιωματικοί και η κυβέρνησις Βενιζέλου το απαγόρευσε — μου έζήτησαν να έλθω το καλοκαίρι στην Φλώρινα αντιπρόσωπός τους με την ιδιότητα του γραμματέως της Μητροπόλεως και με τον μεγάλο μισθό τών τριών εικοσοφραγκων τον μήνα....

Δέχθηκα έλαφρα τή καρδία αν και ήξερα ότι είχε συλληφθή ο προκάτοχός μου Δημήτριος Λαμπράκης, ο ιδρυτής του «Βήματος», με τον όρο να φύγω τον Όκτώβριο δια να συνεχίσω τις σπουδές μου.

Δέν έβαζαν Φλωρινιώτη γιατί υπήρχαν αντιζηλίες και αντιθέσεις.

Ό Μητροπολίτης όμως Σμάραγδος εφερνε αντιρρήσεις.
Ζήτησε να φορέσω ράσα, πραγμα άνόητον. Στο τέλος έπιέσθη και υπεχώρησε. Αλλά άνεχώρησε αμέσως και απουσίασε δύο μήνες.
 Έγώ εγκαταστάθηκα στη Μητρόπολι.

Υπήρχε ενα μικρό βαρελάκι με εξαίρετο κρασί το όποιον το αδέιασα.
 Όταν γύρισε και είδε την άλλη μέρα, ήμερα παζαριού να μπαινοβγαίνουν στην Μητρόπολι πρόσωπα που δεν είχαν εκεί ξαναπατήση και έμαθε ότι είχαμε μπάσει και όπλα, με κάλεσε και μου είπε ταραγμένος:

Βρε παιδί μου. Δέν λυπάσαι τον εαυτό σου, δεν λυπάσαι την χήρα μητέρα σου, δεν λυπάσαι και εμένα;
Τί έχετε να πάθετε σεις, Σεβασμιώτατε;
Νά. Άναγκάσθηκα να κοντέψω μιά πιθαμή το ράσο μου.
Και τί σχέσι έχω εγώ με το ράσο σας; !
Τί σχέσι; ! Άφ" ότου ήρθες από τον φόβο και την αγωνία επεσε τόσο η κοιλιά μου, ώστε αναγκάσθηκα να κοντέψω το ράσο.
 Φύγε παιδί μου το καλό που σου θέλω να εχης και την ευχή μου. Άλλοιώς....

"Ήθελε να είπή ότι αν δεν τον άκουα θα ειχα την κατάρα του.
Ήταν ενας ξανθός γίγας, καλός και αγαθός άλλά δειλός.
 Γιά το κρασί δεν είπε τίποτε. Έγώ δεν έφυγα. Αυτός ξαναέφυγε.

Είχαμε τότε στην περιοχή της Φλώρινας μικρό σώμα από τρεις άνδρες με αρχηγό τον Γεώργιο Μακρή από τα Γρεβενά.

 Κυκλώθηκε μιά μέρα σ΄ ενα σπίτι της Κάτω Ύδρούσας από τουρκικό απόσπασμα.
 Ό Μακρής πυροβόλησε στο στόμα του γιά ν΄ αυτοκτονήση άλλά απλώς παραμορφώθηκε.

 Έπειδή φοβηθήκαμε μήπως ο ενας από τους τρεις προέβαινε σε αποκαλύψεις, οπότε θα πλημύριζαν αί φυλακές, έφροντίσαμε να τους φυγαδεύσουμε τή νύχτα του « ντουλουμπά », της επετείου της Νεοτουρκικής μεταπολιτεύσεως, 10 "Ιουλίου.

Τούς έδώσαμε λίμαν, περίστροφα, έβάλαμε και δυο να τους περιμένουν στο ποτάμι άλλά ο υποπτος έδείλιασε.
Εύτυχώς δεν έπρόδωσε και το καλοκαίρι του 1911 απελύθησαν όλοι, όταν ο Σουλτάνος εκαμε το ταξείδι « προσκύνημα » στο Μοναστήρι το « λίκνον της Νεοτουρκικής ελευθερίας ».

Άπελύθησαν τότε και ο Δημ. Λαμπράκης και ο Άλέξ. Μερεντίτης, ο όποιος ειχεν επίσης συλληφθή παρά την διπλωματικήν του άσυλίαν την όποίαν δεν έσεβάσθησαν οι Νεότουρκοι.

 Ό στρατηγός Μουσταφά πασά πού ήταν Κρητικός και φίλος του πατέρα του Λαμπράκη, όταν πήγε στην φυλακή Μοναστηριού να διαβάση το Διάταγμα της χάριτος του είπε.
«Κύτταξε παιδί μου να μή ξανάρθης στην Μακεδονία γιατί σε 400 χρόνια μιά φορά ήρθε ο Σουλτάνος στο Μοναστήρι ».

Ό Σμάραγδος γύρισε μετά ενα μήνα. Και την δεύτερη μέρα μπήκε αναστατωμένος στο γραφείο μου.
Ό καιμακάμης του είχεν ειπή ότι ο κομιτατζής ψευτογραμματεύς του είχε το θράσος και να υβρίζη στις εφημερίδες τές αρχές. 
Έγώ άρνήθηκα καλή τή πιστει. Άλλά κατά το βραδάκι ο Μητροπολίτης εξαλλος μου εδειξε ενα φύλλο της  «Αλήθειας» Θεσσαλονίκης.

Τί είχε συμβή;

Πριν ενα περίπου μήνα είχαν συλλάβει οι Τούρκοι καπου 50 Φλαμπουριώτες τους οποίους έκακοποίησαν βαρβαρώτατα.
Έγώ εσπευσα να τα γράψω στην εφημερίδα με την υπογραφή « ενας διαβάτης ».

Διά να ξεύρουν δέ ότι ήτο σοβαρά η πηγή έσημείωσα στην άκρη « Γεώργιος Μόδης Γραμματεύς της Ίερας Μητροπόλεως Μογλενών και Φλωρίνης ».

Ή εφημερίδα, αγνωστο δια ποιον λόγον, εδημοσίευσε τόσον αργά το δριμύ κατηγορητήριό μου με φαρδειά πλατειά την ιδιότητα και το όνομά μου!

Ό Μητροπολίτης δικαίως τώρα έξεστόμιζε κατάρες.
 Έγώ έφυγα αμέσως μ’ ενα άμάξι στο Μοναστήρι όπου και κρύφθηκα 10 ήμερες.

 Φαίνεται όμως ότι αί κατάρες του έπειασαν γιατί εμεινα άγαμος και ανυπαντρος.



Δεν υπάρχουν σχόλια: