Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία: Η Ελληνική Μητρόπολη του Νευροκοπίου-Goze Deltschev- Гоце Делчев(1870-1908)

Το ελληνικό σημερινό  Νευροκόπι λεγόταν παλαιότερα Ζίρνοβο, 
μετέπειτα Κάτω Νευροκόπι 
και σήμερα καταχραστικά μόνο Νευροκόπι.
Το πραγματικό Νευροκόπι μετονομάστηκε σε Gotse-Deltsev, Гоце Делчев.

                                                                                                                                                          Στάθη Χρ. Κουζούλη,
                                                                                                                                    «ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ»

Η ΕΠΑΡΧΙΑ ΝΕΥΡΟΚΟΠΙΟΥ 
Τοπογραφικά

Θέση:

Το Νευροκόπι πολιτικά ήταν υποδιοίκηση (Καζάς), 
υπαγόμενη στη διοίκηση (Σατζάκ) Σερρών,
η οποία με τη σειρά της υπαγόταν στο Νομό (Βιλαέτ) Θεσσαλονίκης,
έναν από τους τρεις Νομούς της Μακεδονίας (Μοναστηριού και Σκοπίων οι δύο άλλοι Νομοί).

Εκκλησιαστικά ήταν Επαρχία που ανήκε στην τρίτη στήλη και κατείχε την 69η σειρά του Συνταγματίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Όρια:

 Η Επαρχία αυτή είχε στα βόρειά της τη Ροδόπη, στα νότια την Επαρχία Σερρών, από την οποία χωριζόταν με το Καρά Δάγ (κλάδο του Ορβήλου όρους), στα Ν.Α. την Επαρχία Δράμας και στα δυτικά την Επαρχία Μελενίκου, από την οποία χωριζόταν με τον Όρβηλο (Πιρίν, τουρκιστί).

Περιλάμβανε δύο τμήματα:


Το βόρειο τμήμα της, το οποίο γεωγραφικά ανήκει σήμερα στη Βουλγαρία και που αποτελούσε προέκταση, ανατολικά, της βόρειας γεωγραφικής ζώνης της Μακεδονίας.
 Στη ζώνη αυτή κατοικούσαν σλαβόφωνοι πληθυσμοί κυρίως, οι οποίοι με την ίδρυση της Εξαρχίας το 1870 προσχώρησαν στο Σχίσμα.

Το νότιο τμήμα της, το σημερινό Κ. Νευροκόπι με την ευρύτερη περιοχή του, που αποτελούσε προέκταση, επίσης ανατολικά, της μεσαίας γεωγραφικής ζώνης της Μακεδονίας.

Εδώ κατοικούσαν πληθυσμοί, που από αιώνες ήταν ελληνικοί και φυσικά πατριαρχικοί.

Σ’ αυτό το ευαίσθητο σημείο, στη συνοριακή γραμμή μεταξύ Ελληνισμού και βουλγαρισμού, έδρασε ανενόχλητη για 30 ολόκληρα χρόνια (1870-1900) η βουλγαρική προπαγάνδα, η
οποία επεδίωκε να οδηγήσει βίαια τους ελληνικούς πληθυσμούς στην Εξαρχία, για να μπορεί να ελπίζει, στην πραγμάτωση του ονείρου της, που ήταν η ίδρυση της Μεγάλης Βουλγαρίας.

Εδώ, στη γη του Ζιρνόβου, μπροστά από τα σύνορα της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας το 1901-1907 συγκρούσθηκε ο Ελληνισμός με την ένοπλη βουλγαρική πλευρά: και η αντίσταση των κατοίκων του, δασκάλων, ιερέων, προκρίτων και απλών ανθρώπων του χωριού, έκρινε την τύχη της περιοχής του, όπως αυτή έχει σήμερα.

Όνομα: 

Ονομάζεται Νευρόκοπος, Νευροκόπιον και Νευροκόπι. 
Το όνομα φαίνεται πως προήλθε, μας πληροφορεί ο Κώστας Χ"Δημητρίου, αρχιδιάκονος και ιεροκήρυκας της μητρόπολης Νευροκοπίου το 1900, από την επίδραση που έχουν στα νεύρα και το κλίμα του, τα οποία στην κυριολεξία κόβουν την αναπνοή κατά τους βαρείς χειμώνες, προπαντός εκείνων, που δεν είναι εξοικειωμένοι με αυτά.

(Κατά σύμπτωση και το Κάτω Νευροκόπι, όπου κατέφυγαν 23 οικογένειες Νευροκοπινών ως πρόσφυγες το 1913, έχει το ίδιο κλίμα, με υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι και χαμηλές τους χειμερινούς μήνες, οι οποίες αγγίζουν τους 20°C υπό το μηδέν).

Το όνομα Νευροκόπος αντικατέστησε το όνομα άλλης πόλης, γνωστής ως Ουλπία, Χριστόπολη και τελευταία Νικόπολη. 

Μέχρι σήμερα η εκεί θέση των ερειπίων στη μία όχθη του Νέστου ποταμού ονομάζεται Νικόπολη. (Το ίδιο όνομα φέρουν και άλλες πόλεις, στην Ήπειρο, στο Δούναβη, στη Βουλγαρία, στην Ουκρανία, στη Μικρασία και στην Αίγυπτο). (Β. Λαούρδα «Η μητρόπολη Νευροκοπίου 19001907», σ. 54. Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, τ. 9, σ. 820).

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΝΕΥΡΟΚΟΠΙΟΥ

Α. Οι αρχιερείς, οι οποίοι θήτευσαν και ποίμαναν την επισκοπή, αρχιεπισκοπή και έπειτα μητρόπολη Νευροκοπίου, ήταν οι:

1.    Σαμουήλ. Άγνωστη είναι η χρονολογία της θητείας του.
2.    Ιωάσάφ. 1575-1578 και 1593-1597. Αναφέρεται ως μητροπολίτης Νευροκοπίου και το 1564.
3.    Διονύσιος. Εντοπίζεται το 1593.
4.    Ανανίας. Εντοπίζεται το 1606 και το 1608.
5.    Άνθιμος Α'. Εντοπίζεται το 1608 και το 1609.
6.    Δανιήλ Α'. 1611-1622.
7.    Δανιήλ Β'. 1622-1626.
8.    Άνθιμος Β'. Εντοπίζεται το 1628.
9.    Νικηφόρος Α'. Εντοπίζεται το 1643.
10.    Σισώης. Τον Ιούλιο του 1655 καθαιρείται από τον Πατριάρχη Ιωαννίκιο Β'. Τον ίδιο μήνα και έτος εκδίδεται τόμος συνοδικός από τον ίδιο Πατριάρχη (Ιωαννίκιο Β'), για την ένωση των μητροπόλεων Νευροκοπίου και Ζιχνών. 
(Βλ. Β. Κ. Πασχαλίδη «Δράμα 7000 χρόνια, μελέτες για την πόλη και την περιοχή της, Προϊστορία  Ιστορία  Πολιτισμός», σ. 251, 252).

Το έτος 1663 εβδομήντα χωριά της επαρχίας Νευροκοπίου αποσπάστηκαν από την εκκλησία.
 Έτσι, μίκραινε η Επαρχία και ο Πατριάρχης Διονύσιος, Λαρισαίος στην καταγωγή, συνένωσε την Επαρχία Νευροκοπίου με αυτή των Ζιχνών και Φιλίππων και αποτέλεσε την Επαρχία Δράμας.

Το Νευροκόπι εξακολουθούσε να αποτελεί μέρος της Επαρχίας Δράμας μέχρι το 1882.
 Το επόμενο έτος (1883), επί πατριαρχίας Ιωακείμ του Γ, η Επαρχία Νευροκοπίου αποσπά στηκε από την Επαρχία Δράμας, για τους λόγους που αναφέ ρονται στη συνέχεια του πονήματος.

 Αφού ενώθηκε με την αυτοδιοίκηση Ρασλοκίου, η οποία ώς τότε αποτελούσε τμήμα της μητρόπολης Σαμακοβίου, που, ουσιαστικά η μητρόπολη αυτή έπαψε να υπάρχει από την ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας,στην οποία υποτάχθηκε, ανακηρύχθηκε σε Αρχιεπισκοπή, υπαγόμενη κατ’ ευθείαν στο Οικ. Πατριαρχείο με το όνομα:
«Αρχιεπισκοπή Νευροκόπου και Ρασλοκίου».

Το 1883 πρώτος αρχιεπίσκοπος της αρχιεπισκοπής «Νευροκοπίου και Ρασλοκίου» έγινε ο Ιγνάτιος.

Εκλέχθηκε στις 27.10.1882. Ήταν τότε 70 ετών και καταγόταν από τη Ρόδο. Πέθανε στο Νευροκόπι μετά από ένα και πλέον έτος (Μάρτιος 1884) από την εγκατάστασή του εκεί.

Ο Χρύσανθος  ήταν δεύτερος αρχιεπίσκοπος Νευροκοπίου και Ρασλοκίου. Εκλέχθηκε στις 31.1.1885 και έφθασε στο Νευροκόπι το Μάϊο του ίδιου έτους.

Έγινε δολοφονική απόπειρα εναντίον του από σχισματικό του χωριού Άνω Σιγκιρτή. 

Το 1887 παραιτήθηκε με την πικρία ότι το Πατριαρχείο δεν μπορούσε να το βοηθήσει οικονομικά, για να μπορέσει να αντιπαρατεθεί με τη βουλγαρική προπαγάνδα και αναχώρησε από το Νευροκόπι.

Κατέληξε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμεινε ως το 1888, οπότε εκλέχθηκε μητροπολίτης Λέρου και Καλύμνου και στη συνέχεια έγινε μητροπολίτης Κορυτσάς.

Κατά το έτος 1888 η Επαρχία Νευροκοπίου ανακηρύχθηκε σε Μητρόπολη.

Ως πρώτος μητροπολίτης της Μητρόπολης Νευροκοπίου χρημάτισε ο Γρηγόριος (1888-1891).

Ο Γρηγόριος καταγόταν από ένα βουλγαρόφωνο χωριό της Κομπανίας. 
Συνεργάστηκε με τους Βουλγάρους και προσχώρησε στην Εξαρχία.

 Με την προδοτική του αυτή συμπεριφορά έβλαψε ανεπανόρθωτα τον Ελληνισμό της περιοχής και την Ορθοδοξία.

Το 1891 παύθηκε από τον Πατριάρχή Νεόφυτο Η'.

Δεύτερος μητροπολίτης έγινε ο Νικηφόρος (1892-1894)  από τη Μάδυτο, πρώην μητροπολίτης Λατίτσης. Το επώνυμό του ήταν Λεβανταρίδης.

Στις 17 Ιουνίου 1896 ψηφίσθηκε τρίτος μητροπολίτης Νευροκοπίου ο Νεόφυτος.
 Εγκαταστάθηκε στο Νευροκόπι το 1897. Έμεινε εκεί ώς τον Ιούνιο του 1900.
Ακολούθησαν οι μητροπολίτες:

Νικόδημος, μητροπολίτης Νευροκοπίου από το 1900 μέχρι το 1903, οπότε παραιτήθηκε και αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη.

Θεοδώρητος, μητρολίτης Νευροκοπίου από το 1903 μέχρι το 1907, καταγόμενος από τις Σέρρες και είχε το επώνυμο Βασματζίδης. Σημαντική πνευματική και πολιτική προσωπικότητα με αξιόλογη εθνική και θρησκευτική δράση.

Δαμασκηνός, (1907-1924). Έγραψε την ιστορία της Μονής Εικοσιφοίνισσας το 1896.

Φιλόθεος, μητροπολίτης Νευροκοπίου από το 1924 μέχρι το 1935, οπότε παραιτήθηκε. Έφερε το επώνυμο Λουκίδης.

Ευγένιος, μητροπολίτης Νευροκοπίου από το 1935 μέχρι το 1936, οπότε παραιτήθηκε. Έφερε το επώνυμο Θεολόγου ή Βακάλης.

Βασίλειος, μητροπολίτης Δράμας και Νευροκοπίου από το 1938 μέχρι το 1941.

Γεώργιος Παπαγεωργιάδης, εκλέχτηκε μητροπολίτης Νευροκοπίου το 1942 και παραιτήθηκε το 1945.
 Δεν πήγε στην έδρα του, γιατί η επαρχία του βρισκόταν υπό βουλγαρική κατοχή (1941-1944).

Αγαθάγγελος Τσαούσης, στις 19 Οκτωβρίου 1945 εκλέχθηκε μητροπολίτης Νευροκοπίου. Διατήρησε τον τίτλο του αυτό μέχρι το Σεπτέμβριο του 1952, οπότε ονομάστηκε μητροπολίτης Νευροκοπίου και Ζιχνών.
 (Β. Λαούρδα, «Η Μητρόπολη Νευροκοπίου 19001907», σ. 48, 55, 56, 57’ Β. Πασχαλίδη, ό.π., σ. 252, 253' Φ. Τριάρχη, «Ιστορία του Ν. Δράμας», σ. 157).

Β. Οι μητροπολίτες που ποίμαναν τη μητρόπολη Νευροκοπίου και Ζιχνών ήταν οι:

Μακάριος, το 1655 μόνο για λίγους μήνες. Πέθανε το ίδιο έτος.

Κοσμάς, εμφανίζεται ως μητροπολίτης Ζιχνών και Νευροκοπίου το 1655.

Γερμανός, μητροπολίτης Δράμας, Φιλίππων, Ζιχνών και Νευροκοπίου το 1663.

Νεόφυτος, μητροπολίτης Δράμας, Φιλίππων, Ζιχνών και Νευροκοπίου το 1674.

Δαμασκηνός μητροπολίτης Δράμας, Φιλίππων, Ζιχνών και Νευροκοπίου το 1689.

Παρθένιος Β', μητροπολίτης Δράμας, Φιλίππων, Ζιχνών και Νευροκοπίου το 1721.

Αγαθάγγελος Τσαούσης, μητροπολίτης Ζιχνών και Νευροκοπίου από το 1952 μέχρι το 1966.

Χειροτονήθηκε Επίσκοπος στις 4.11.1945 στο μητροπολιτικό ναό Αθηνών από του μητροπολίτες, Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, Καστοριάς Νικηφόρο, Κασσάνδρας Καλλίνικο και Έδεσσας Διονύσιο. Τοποθετήθηκε στη μητρόπολη Νευροκοπίου το 1945, διορίστηκε τοπο ηρητής στην μητρόπολη Ζιχνών και όταν εκδόθηκε ο συνοδικός τόμος για τη συγχώνευση των δύο μητροπόλεων των Ζιχνών και του Νευροκοπίου εκλέχθηκε μητροπολίτης Ζιχνών και Νευροκοπίου.
 Δίδαξε στη Δράμα και στη Θεσσαλονίκη θρησκευτικά ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση.

Σπυρίδων Κυβετός 1966.
Διακρίνεται για το αξιόλογο εκκλησιαστικό και συγγραφικό του έργο.

Από το 1953 η νέα μητρόπολη Ζιχνών και Νευροκοπίου, σύμφωνα με το Νόμο 2315 του 1953, διατηρεί δύο έδρες. Τη Νέα Ζίχνη, που είναι η χειμερινή διαμονή του μητροπολίτη (1η Οκτωβρίου  30η Ιουνίου) και το Κ. Νευροκόπι, που είναι η θερινή διαμονή του μητροπολίτη (1η Ιουλίου  30 Σεπτεμβρίου).

(Α. Καραθανάση, «Ο Ελληνισμός και η μητρόπολη Νευροκοπίου κατά τον Μακεδονικό Αγώνα», σ. 46' Β. Πασχαλίδη, ό.π., σ. 253).


Προπύργια του Ελληνισμού

Τα σπουδαιότερα χωριά  της μητρόπολης Νευροκοπίου κατά το έτος 1885 ήταν:

Το Κουμανίτσι (Δασωτό σήμερα) ήταν ένα τσιφλίκι που βρισκόταν νότια της πόλης του Άνω Νευροκοπίου και σε 6 ώρες απόσταση απ’ αυτό.

Το Ζίρνοβο (Κ. Νευροκόπι σήμερα), νότια και αυτό του Άνω Νευροκοπίου και σε απόσταση 7 ωρών ποδαρόδρομο.

Το Τερλίσι (Βαθύτοπος σήμερα), 6 ώρες απόσταση, νότια του Άνω Νευροκοπίου.

Το Μοναστηρτζίκ (Καράκιοϊ τουρκ., Κατάφυτο σήμερα) απέχει 10' απόσταση από το Τερλίσι.

Κ. Βροντού, 8 ώρες νότια του Νευροκοπίου και

το Τσερέσοβο (Παγονέρι σήμερα), ΝΑ του Νευροκοπίου και σε απόσταση 10 ωρών.

Οι 65 και πλέον κοινότητες πιστές στο πατριαρχείο, οι οποίες συγκροτούσαν τη μητρόπολη Νευροκοπίου, είτε για λόγους γλωσσικούς είτε γιατί εξηναγκάσθηκαν βίαια από τους Βουλγάρους κομιτατζήδες, προσχώρησαν στο Σχίσμα.

 Έτσι, χάθηκε κάθε επικοινωνία τους με την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό.

Τελευταία θύματα της οργανωμένης βουλγαρικής προπαγάνδας, η οποία διέθετε και χρήματα πολλά και άλλα μέσα, υπήρξαν τα χωριά, Κουμανίτσι, Τερλίσι, Λόφτσα (Ακρινό σήμερα), Μοναστηρτζίκ, όλα της περιοχής Ζιρνόβου, οι κάτοικοι των οποίων από τη συνεχή ασκούμενη βία, που διαπραττόταν σε βάρος τους, δεν άντεξαν και υπέκυψαν στο βουλγαρισμό.

 Ήδη από το 1900 δε γίνεται πλέον λόγος για τα χωριά αυτά. Σ’ αυτά η ορθόδοξη φωνή έπαψε να ακούγεται από τη δράση της εξαρχικής τρομοκρατίας.

Έτσι, τα μόνα κέντρα Ελληνισμού, τα οποία διασώζονταν, με το λυκόφως του 19ου και το λυκαυγές του 20ου αιώνα ήταν:

α) Το Νευροκόπι, έδρα της μητρόπολης και το Παπάς Τσιαΐρ, που σήμερα γεωγραφικά βρίσκονται στο βουλγαρικό έδαφος.

β) Στην περιοχή Ζιρνόβου, το ίδιο το Ζίρνοβο και οι Κοινότητες Κ. Βροντού, Στάρτιστα και Τσερέσοβο.

Αυτές οι έξι κοινότητες με πληθυσμό 350-370 οικογένειες αποτελούσαν την Ορθόδοξη Επαρχία του Νευροκοπίου.

Ήταν οι μόνες κοινότητες, όπου ο Ελληνισμός, που υπερείχε συντριπτικά έναντι των σχισματικών, έδινε τη διπλή μάχη του και εναντίον της βουλγαρικής προπαγάνδας (1870-1900) και κατά της ένοπλης (1901-1907) δράσης του δολοφονικού βουλγαρικού κομιτάτου.

Ήταν οι μόνες ορθόδοξες κοινότητες, οι οποίες, «έχοντας το ρόλο, τότε και τώρα του ακρίτα του Ελληνισμού»  αγωνίσθηκαν με πάθος ώς το 1913 κατά της εξαρχικής εχθρότητας και βίας.

Γι αυτό μπόρεσαν να μείνουν προσηλωμένες στα Εθνικά ιδεώδη, στον Ελληνισμό και στην Ορθοδοξία, ενσαρκώνοντας με τους αγώνες και τις θυσίες τους το βαθύτερο νόημα της ιστορικής τους επιταγής.

Στο παρόν πόνημα θα γράψουμε για τα προπύργια αυτά του Ελληνισμού, με όσα στοιχεία μπορούσαμε να έχουμε στη διάθεσή μας.
Κυρίως, θα αναφερθούμε στις ορθόδοξες κοινότητες Κ. Βροντούς, Ζιρνόβου, Στάρτιστας και Τσερεσόβου, ως οι σημαντικότερες εστίες του Ελληνισμού που απέμειναν στο Ζίρνοβο και στην περιοχή του και που αποτελούν τη ζώσα ιστορία της Επαρχίας (Κ. Νευροκοπίου σήμερα), για την περίοδο 1870-1913, οπότε και η ελληνοβουλγαρική διαμάχη έκλεισε οριστικά.

«Η οριστική καταδίκη του Ελληνισμού του Παπάς Τσαΐρ, του Νευροκοπίου (Άνω) και της ευρύτερης περιοχής του σφραγίστηκε με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913 Ιούλιος). 

Τότε οι Νευροκοπηνοί, οι Μελενικιώτες και οι Στρωμνιτσιώτες εγκατέλειψαν τις πατρογονικές εστίες και εγκαταστάθηκαν στην ελεύθερη Μακεδονία και ιδιαίτερα στην περιοχή του Κιλκίς».


Ακόμη θα επισημάνουμε τις δραματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έζησαν οι κάτοικοι των κοινοτήτων αυτών στην προσπάθειά τους να αναχαιτίσουν το βουλγαρικό μαχαίρι και τα μαρτύρια, στα οποία επί σειρά ετών υποβλήθηκαν από τους Βουλγάρους, που μπορεί ο αναγνώστης μας να παρακολουθήσει μέσα από τις γραμμές αυτής της συγγραφής.

Λόγοι ύπαρξης της ανεξάρτητης Μητρόπολης Νευροκοπίου

Οι σπουδαιότεροι λόγοι, που επέβαλαν την ύπαρξη της ανεξάρτητης μητρόπολης Νευροκοπίου, σημειώνει (1010-1903) ο Άγιος μητροπολίτης Δράμας και Σμύρνης αργότερα Χρυσόστομος (Καλαφάτης) στον κώδικα της Δημογεροντίας Νευροκοπίου, κατά την επίσκεψή του εκεί, όταν είχε την ποιμαντορία της μητρόπολης, ήταν:


1.    - Η επίκαιρη θέση την οποία κατείχε το Νευροκόπι. Απο- τελούσε φυσικό οχύρωμα, και πρόχωμα κατά του Σχίσματος που, σημειωτέον, είχε έδρα στο Νευροκόπι και διέθετε πλούσιους πόρους. 
Αν κατάφερνε το Σχίσμα να διαρρήξει το Νευροκόπι, την ακρόπολη αυτή του Ελληνισμού, θα περνούσε μέσα από την πεδιάδα του Ζιρνόβου και το στενό πέρασμα του Γιουρετζεκίου (Γρανίτης σήμερα) σην πεδιάδα της Δράμας. Τότε, το κέντρο του διεξαγόμενου θρησκευτικού αγώνα θα μεταφερόταν σε κρισιμότερο σημείο και έδαφος, κάτι που θα ήταν ολεθριότατο για τα συμφέροντα του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.

2.     Η πτώση του Νευροκοπίου θα είχε αναπόφευκτα άσχημο αντίκτυπο και δυσάρεστες συνέπειες στο ηθικό των Ελλήνων της Επαρχίας Σερρών και Δράμας, των οποίων το φρόνημα θα κλονιζόταν.

3.     Η ύπαρξη μητροπολίτη στο Νευροκόπι, πίστευε ο Χρυσόστομος, θα τόνωνε το ηθικό και το φρόνημα εκείνων, οι οποίοι, ύστερα από σκληρούς αγώνες και θυσίες, κατάφεραν να μείνουν πιστοί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, παρά τις απειλές του βουλγαρικού κομιτάτου.
Τους λόγους αυτούς, που συνηγορούσαν υπέρ της ύπαρξης ανεξάρτητης μητρόπολης στο Νευροκόπι, τους διατύπωσε πρώτος όλων ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ', μια από τις σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες κατά το δέυτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. ΓΥ αυτό το λόγο απόσπασε το 1882 την Επαρχία Νευροκοπίου από την Επαρχία Δράμας και την ανακήρυξε Αρχιεπισκοπή το 1883 και σε μητρόπολη το 1888, η οποία αριθμούσε υπέρ τις 60 χριστιανικές κοινότητες. (Β. Λαούρδα, ό.π., 254256* Αθ. Καραθανάση, ό.π., σ. 59).

Ο Βουλγαρισμός στο Νευροκόπι

Μέχρι το 1872, δηλαδή μέχρι την εποχή που δημιουργή θηκε το μακεδονικό ζήτημα και συνήλθε η Ιερά Σύνοδος των Ορθοδόξων Ιεραρχών του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία κήρυξε τη βουλγαρική εκκλησία σχισματική, σ’ όλες τις βόρειες επαρχίες της Μακεδονίας και σ’ αυτές του Σατζακίου (διοίκησης) Σερρών δεν γινόταν κανένας λόγος, ή μάλλον δεν υπήρχε θέμα εθνότητας και γλώσσας.

Όλοι, Έλληνες και Βούλγαροι, συνυπήρχαν μονιασμένοι και αγαπημένοι σε μια κοινότητα: την Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα. 

Εκκλησιάζονταν όλοι στην ίδια εκκλησία και τα παιδιά τους φοιτούσαν στο ελληνικό σχολείο.

Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό αυτό που έγραψε ο Ρώσος ιστορικός συγγραφέας Colombisky:

«Κατά το 1839 ακόμη ουδείς των κατοίκων των πόλεων της Βουλγαρίας και της Ανατολικής Ρωμυλίας εθεώρει εαυτόν Βούλγαρον, ουδέ ήθελε να ομιλήσει την βουλγαρικήν γλώσσαν, τουναντίον εμίσουν παν το βουλγαρικόν».

Κι ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η ομολογία, που κάνει, στο βιβλίο του «La Macedoine, L’ Etat Pesend du Bulgarisme», πολύ αργότερα, το 1885, ο Βούλγαρος συγγραφέας Officoff, φανατικός οπαδός της Μεγάλης Βουλγαρίας του Αγίου Στεφάνου, η οποία ανατράπηκε στο Βερολίνο από την ομώνυμη Συνθήκη:

«Το μεγαλύτερο μέρος της βουλγαρικής Μακεδονίας δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωμένην εθνικήν συνείδησιν κι αν η Ευρώπη επέτρεπεν εις τον μακεδονικόν λαόν να εκλέξει εθνότητα είμαι βέβαιος ότι η πλειονότης αυτών θα εξέφευγεν εκ των χειρών ημών. 
Εξαιρουμένων των βορείων διαμερισμάτων οι πληθυσμοί των άλλων περιφερειών είναι έτοιμοι ίνα ενδίδοντες και εις την ελαχίστην πίεσιν δηλώσωσι ότι δεν είναι Βούλγαροι, ότι αναγνωρίζουν το Πατριαρχείο και προτιμούν τα Ελληνικά Σχολεία και τους Έλληνας καθιηγητάς».

 Και να σκεφτεί κανείς ότι αυτά γράφονταν στην πιο κρίσιμη περίοδο του 1880-85, τότε που η βουλγαρική προπαγάνδα, ανενόχλητη, οργίαζε στη Μακεδονία.

Μπορίς Σαράφης του Πέτρου
Την ιδέα  του βουλγαρισμού στην Επαρχία Νευροκοπίου την εισήγαγαν, δυστυχώς, εξαγορασθέντες από τη βουλγαρική προπαγάνδα, Έλληνες δάσκαλοι και ιερείς. 

Αυτοί ηγήθηκαν της κίνησης εκβουλγαρισμού του ελληνικού στοιχείου με άκρατο μισελληνισμό και φανατισμό, 
με προεξάρχοντα τον Πέτρο Σαράφωφ (Πέτρο Σαράφη).

Ο Πέτρος Σαράφης καταγόταν από το χωριό Γαϊτανίνα. 

Ήταν Έλληνας δάσκαλος και πατέρας του μετέπειτα περιβόητου αρχηγού του βουλγαρικού κομιτάτου Μπόρις Σαράφωφ, ο οποίος σκόρπισε τον όλεθρο και το θάνατο για πολλά χρόνια. 

 Τυφλό όργανο του βουλγαρικού κομιτάτου και του Πανσλαβισμού, ο Σαράφωφ εργάστηκε υπέρ της βουλγαρικής ιδέας μαζί με τους:
παπαΧαρίτωνα (πενθερό του) από τη Λιμπάχοβα, τον παπαΑθανάσιο από τη Στάρτιστα και τους Έλληνες δασκάλους Γιώργο Στοΐδη και Γιώργο Αθανασίου.

Ατυχώς, αυτοί οι τελευταίοι υπηρέτησαν, ο πρώτος στο Ζίρνοβο, στη Δράμα και στην Τσατάλτζα (Χωριστή σήμερα) και ο δεύτερος οτο Νευροκόπι και στις Σέρρες.

Φανατισμένοι πανσλαβιστές, οι πέντε εξωμότες αποτέλεσαν μια σπείρα πολύ επικίνδυνη για τον Ελληνισμό του Νευροκοπίου.

Η σπείρα αυτή εγκαταστάθηκε στο Νευροκόπι.
Εκεί, αφού κατάφερε να ξεγελάσει τους προύχοντες, Ηλία Δούκα, τους τρεις αδελφούς Ασταρτζή (ο Ιωάννης ο μικρότερος αδελφός αργότερα αποκήρυξε το Σχίσμα), τον Απόστολο Σμιλιά και άλλους, δημιούργησε, με το πέρασμα του χρόνου, με τη βία που ασκούσε στους ελληνικούς πληθυσμούς, μια κατάσταση καθόλου ευοίωνη για το μέλλον του άτυχου Ελληνισμού της Επαρχίας Νευροκοπίου.

Η πίεση αυτή του Σαράφωφ επί του ελληνικού πληθυσμού, κατέληξε στο να λάβει μορφή έντονης ένοπλης βίας από το 1901, όταν εγκαταστάθηκε στο Ζίρνοβο ο Δ. Δουκώφ (Δ. Δούκας), ταγματάρχης του βουλγαρικού στρατού.

Φανατισμένος, κι αυτός, βούλγαρος προπαγανδιστής, με βάρβαρα αισθήματα, ύπουλος και δόλιος, εφοδιασμένος με τα απαραίτητα χρηματικά ποσά και άλλα μέσα, οργάνωσε και εξόπλισε τους σχισματικούς της περιοχής, κάτω από την πλήρη αδιαφορία των τουρκικών αρχών.

 Έτσι, με την ανοχή των τουρκικών αρχών, άρχισε ένας αγώνας προκειμένου να καμφθεί το φρόνημα των Ελληνορθοδόξων, οι οποίοι βίωναν τον τρόμο και την απειλή για τη ζωή τους καθημερινά.
Ήταν τότε, που στο μητροπολιτικό θρόνο του Νευροκοπίου είχε εγκατασταθεί ο μητροπολίτης Νικόδημος.
Απελπισμένος ο άξιος εκείνος ιεράρχης και απογοητευμένος από τη βάρβαρη συμπεριφορά του βουλγαρικού κομιτάτου, που καθημερινά συγκρουόταν με το ελληνικό στοιχείο, για να του αρπάξει την εκκλησία και το σχολείο και ανήσυχος για την τύχη του Ζιρνόβου, το οποίο κινδυνεύει να χαθεί, γράφει (1902) προς το Οικ.
Πατριαρχείο:

«... Είχον γράψει εις την Χ.Θ.Π. πολλάκις ότι οι Βούλγαροι τόσον μυστικώς εργάζονται ώστε ουδείς των ημετέρων δύναται να τους εννοήσει και τόσον επιτυχώς καθ’ όσον θυσιάζουν και προσωπικόν και ικανόνχρήμα χάριν του σκοπού των. Είχον γράψει εις την Μεγάλην Εκκλησίαν ότι εάν εκβουλγαρισθεί το Ζίρνοβο, η Επαρχία Νευροκοπίου θα απολεσθή καθ’ όσον θα μείνει με 50 οικογένειες εις Νευροκόπιον, 95 εις Τσερέσοβον, 120 εις Παπα Τσιαΐρ και ταύτας επί πέντα μήνας κατ’ έτος, καθ’ όσον το χειμώνα καταβαίνουσι εις διάφορα θερμά μέρη και 25 οικογενείας εις Στάρτιστα».

Δεν υπάρχουν σχόλια: