Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

ΟΙ ΣΛΑΒΟΦΩΝΟΙ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ.The Slavophones of Macedonia.

Βασίλειος  K. Γούναρης
Vasilis K. Gounaris
Καθηγητής στον Τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, 
Λαογραφίας και Kοινωνικής Ανθρωπολογίας
ΙΔΡΥΜΑ  ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ
(οι φωτογραφίες  επιλογές Yauna)
The Slavophones of Macedonia.

 The course of intégration into the Greek nation-state.

The purpose of this study is to define the social, economic and political Parameters which determined the attitude of the Christian Slavic-speaking population of Macedonia towards the Greek nation-state.


 It is also an attempt to elucidate the course of intégration without the use of racial terms which are found in abundance in bibliography.

The séparation of the Slavophones into two factions, the pro-Bulgarian Exarchians and the Graecomans devoted to the Ecumenical Patriarch, was a slow process which was influenced by pre-existing social and economic cleavages and political events rather than ethnie différences.


 This process of “nationalisation”, in spite of the bloody conflicts and the perennial propa- gandas, had not been completed by the end of the Balkan Wars (1913). 
However, this initial stage of involvement with the nation-state, either positive or negative, determined to a high degree the subséquent attitude of the Slavophones towards Greece.

This pattern did not change much until World War II. The administrative and ideological inefficiency of the Greek state, especially of low-ranking civil servants, who often interpreted linguistic and cultural deferences as a contest of the Greek national sovereignty had a tremendous impact on Slavophone peasants: Instead of appeasing, the state mechanism perpetuated the feelings of fear, insecurity, and mistrust. 


Moreover, the pressing political and diplomatie situation forced parties and governments into hasty handling which reinforced the fears of the non-Greek-speaking peasants. 

Fear and local passions were maintained by and proved extremely useful for political parties which were anxious to secure the bloc vote of the various groups and classes residing in Greece’s new provinces. 

Finally confrontation with the refuges from Asia Minor and the contiguous financial, political and social problems increased the locals’ sense of desertion and alienated a part of them from the Greek state. 

However, the Contemporary observer should note that in spite of the barriers that domestic and foreign policy tended to erect between the various population groups, the process of ethnie differentiation, as sources testify, regarded only a small percentage of the Slavophone population of Greek Macedonia.


Η πορεία της ενσωμάτωσης στο ελληνικό εθνικό κράτος, 1870-1940 


Κεντρική θέση μέσα στο ευρύ πλαίσιο των διπλωματικών προβλημάτων που συνθέτουν το Μακεδονικό Ζήτημα κατέχει το θέμα της εθνολογικής ταυτότητας της Μακεδονίας.

 Το ερώτημα αυτό απασχόλησε τη διεθνή κοινότητα σχεδόν παράλληλα με τη δημιουργία του Μακεδονικού Ζητήματος, αμέσως μετά τη λήξη του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1877-78.

Η προσπάθεια των μεγάλων δυνάμεων στο Λονδίνο και στο Βερολίνο να δημιουργήσουν ένα νέο συνοριακό καθεστώς στα Βαλκάνια έφερε για πρώτη φορά στο προσκήνιο την παντελή σχεδόν έλλειψη εθνογραφικών δεδομένων για την Ευρωπαϊκή Τουρκία, ενώ παράλληλα κατέδειξε τη βαρύτητα που θα μπορούσαν να έχουν μελλοντικά τέτοιου είδους επιχειρήματα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων .

Όπως ήταν επόμενο, η αξιοποίηση της εθνογραφικής παραμέτρου άρχισε να απασχολεί τις βαλκανικές πρωτεύουσες ενόψει της αναμενόμενης διπλωματικής διευθέτησης του Μακεδονικού Ζητήματος, που αποτελούσε την τελευταία ουσιαστικά φάση του Ανατολικού Ζητήματος .

Μάλιστα, με δεδομένη την αδυναμία των βαλκανικών κρατών να δώσουν άμεση και δυναμική λύση στο πρόβλημα της οθωμανικής κληρονομιάς, η ως τότε ανύπαρκτη εθνογραφική επιχειρηματολογία προσέλαβε σημαντικές διαστάσεις και συγχρονίστηκε απόλυτα με τις απαιτήσεις της εξωτερικής πολιτικής των επίδοξων κληρονόμων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ιδιαίτερα από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι το Β ' Παγκόσμιο Πόλεμο για το σκοπό αυτό στρατεύτηκε πλήθος
εθνογράφων και 
δημοσιογράφων, 
χαρτογράφων και 
γεωγράφων, 
ανθρωπολόγων και 
ιστορικών 
που εκπόνησαν πολυάριθμες σχετικές μελέτες πολλές φορές κατά παραγγελία .


Η χρησιμότητα των μελετών αυτών για το σύγχρονο ερευνητή είναι περιορισμένη, λόγω των τεραστίων μεθοδολογικών προβλημάτων αλλά και των ιστορικών συγκυριών που υπονόμευαν την εγκυρότητα των συλλεγομένων πληροφοριών. 

Οι παρερμηνείες των στοιχείων, ασυνείδητες ή σκόπιμες, η άγνοια των πολυσύνθετων εθνογραφικών δεδομένων της Μακεδονίας, οι διαφορετικές μέθοδοι απεικόνισης και, κυρίως, η αυθαίρετη επιλογή κριτηρίων κατάταξης κατέστησαν επισφαλή τη χαρτογράφηση των πληθυσμιακών ομάδων .

Τα επίσημα δημογραφικά στοιχεία του Οθωμανικού κράτους, στο βαθμό που θα μπορούσαν να θεωρηθούν αδιάβλητα, προσφέρουν μόνον αβέβαιες και στιγμιαίες ενδείξεις για τον εθνικό προσανατολισμό των υπηκόων του σουλτάνου στα τέλη του 19ου αιώνα, εφόσον, βέβαια, γίνει αποδεκτή η σχετική συνάφεια θρησκείας και εθνικής συνείδησης .

Ακόμη και η συλλογή επιπρόσθετων στοιχείων, για τις γλωσσικές, εκκλησιαστικές και εκπαιδευτικές προτιμήσεις των Χριστιανών της Μακεδονίας, που θα μπορούσαν να φωτίσουν εν μέρει την κατάσταση, δεν λύνει το πρόβλημα. 

Οι προσπάθειες καταγραφής τέτοιων πληροφοριών είχαν κοινή χρονική αφετηρία με την εκδήλωση των αλυτρωτικών επιδιώξεων των βαλκανικών κρατών και επομένως επηρεάζονταν, κατά κανόνα, από διάφορες εθνικές σκοπιμότητες και διιστάμενους θεωρητικούς προσανατολισμούς .

Η ιστορία αυτή των σκόπιμων και πολύπλευρων παραποιήσεων συνεχίστηκε και μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ουσιαστικά παρακολούθησε όλες τις κυμάνσεις του Μακεδονικού Ζητήματος.

 Ιδιαίτερα συνδέθηκε μάλιστα με το θέμα της ανταλλαγής των πληθυσμών στα μεσοπολεμικά χρόνια, οπότε εξακολουθούσε να υπάρχει η προσδοκία —ή ο κίνδυνος— συνοριακών μεταβολών στα Βαλκάνια .

Οι αναχρονιστικές ερμηνείες, που συχνά συγχέουν τα φυλετικά με τα εθνοτικά κριτήρια, οι ποικίλες ιδεολογικές καταβολές και οι σκοπιμότητες συντέλεσαν στην περαιτέρω στρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας . 

Σήμερα, η πιστή αναπαράσταση του εθνογραφικού χάρτη της Μακεδονίας του 19ου αιώνα (ίσως και του 20ού) είναι ανέφικτη και φυσικά δεν μπορεί να στηρίξει —αν ποτέ μπόρεσε— οποιαδήποτε πολιτική ή εθνική επιχειρηματολογία. 

Αλλωστε, κατά παράδοση, η ιστορική αλήθεια για τη Μακεδονία ελάχιστα ενδιέφερε, ιδιαίτερα όταν δεν συμπορευόταν με την πολιτική και τα οράματα των βαλκανικών κρατών.

Ωστόσο, η παραποίηση της εθνογραφικής εικόνας της Μακεδονίας από στατιστικής πλευράς δεν δημιουργεί κάποιο δυσαναπλήρωτο κενό για τον ιστορικό.

 Η συνειδητοποίηση των εθνοτικών διαφορών από το μεγαλύτερο μέρος του μακεδονικού πληθυσμού, που ζούσε ακόμη μέσα στη σύνθετη «ρωμαίικη», ελληνορθόδοξη πολιτιστική παράδοση, έγινε κυρίως μέσα από την εμφάνιση και τη διάδοση των εθνικών προπαγανδών . 

 Ουσιαστικά είναι απίθανο να υπήρξε κατά το 19ο αιώνα αποκρυσταλλωμένη εθνογραφική εικόνα για ολόκληρη τη Μακεδονία.

Σκοπός, λοιπόν, της μελέτης αυτής δεν είναι η ερμηνεία της νεότερης ιστορίας της Μακεδονίας με βάση έννοιες που εισήχθησαν εσπευσμένα, με τρόπους προπαγανδιστικούς ή και βίαιους και που φυσικά στερούνται αναδρομικής ισχύος,
αλλά ο προσδιορισμός των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών παραμέτρων που καθόρισαν τη στάση του χριστιανικού σλαβόφωνου πληθυσμού έναντι του ελληνικού εθνικού κράτους στην πορεία των ιστορικών γεγονότων μέχρι το Β ' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σύμφωνα με τις σχετικά έγκυρες βρετανικές πηγές, το μεγαλύτερο μέρος του χριστιανικού πληθυσμού του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας, της «Μείζονος Μακεδονίας», όπως και αν οριστεί η περιοχή αυτή, δεν ήταν ελληνόφωνο .

 Η ελληνόφωνη ζώνη κάλυπτε χονδρικά τις περιοχές νοτίως της Καστοριάς, της Έδεσσας, των Γιαννιτσών, του Κιλκίς, των Σερρών και της Δράμας. 

Στην προς βορράν του νοητού αυτού ορίου περιοχή κυριαρχούσαν διάφορα σλαβικά ιδιώματα διαφόρων βαθμών συγγενείας με τη βουλγαρική, ιδιαίτερα στη βόρεια ζώνη, 
δηλαδή βορείως του 
Μοναστηριού, της 
Στρώμνιτσας και του 
Μελενίκου. 

Φυσικά ούτε η ελληνόφωνη 
ούτε η σλαβόφωνη ζώνη 
ήταν συμπαγής, αφού διακόπτονταν από πλήθος ετερόγλωσσων νησίδων.


Μολονότι σε προγενέστερες εποχές οι Σλαβόφωνοι αυτοί προσδιορίζονταν και με το εθνικό επίθετο «Σέρβοι» , στο 19ο αιώνα χαρακτηρίζονταν κυρίως ως «Βούλγαροι» .

Ακόμη και στα τέλη της δεκαετίας του 1860 οι Βρετανοί Πρόξενοι αποκαλούσαν το σύνολο των Σλαβοφώνων της Μακεδονίας «Βουλγάρους» .

 Αν και ανιστόρητη, ωστόσο η χρήση του όρου είχε μια τρέχουσα ερμηνευτική σημασία.

Αναφερόταν κυρίως στη μη ελληνική γλώσσα του πληθυσμού, αλλά ταυτόχρονα είχε σταδιακά αποκτήσει και κάποια οικονομική και πολιτιστική χροιά.

Οι «Βούλγαροι», κατά τη μαρτυρία Βρετανού προξένου, ήταν πιστοί υπήκοοι, φιλειρηνικοί και βολικοί, ζητούσαν μόνον δικαιοσύνη, χρηστή διοίκηση και αμερόληπτη φορολογία. Για κάθε άλλο θέμα είτε είχαν άγνοια είτε αδιαφορούσαν .

Πραγματικά η συντριπτική πλειοψηφία του σλαβόφωνου στοιχείου των πεδινών και των υψιπέδων ήταν αγρότες, καλλιεργητές τσιφλικιών, οργανωμένοι μερικές φορές σε πολυεστιακές οικογένειες  με βασική εξαίρεση μέρος του πληθυσμού των ορεινών της δυτικής Μακεδονίας, όπου οι γεωφυσικοί περιορισμοί είχαν στρέψει πολλούς στην υλοτομία, την κτηνοτροφία και την οικοδομική.

Οι περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες των κοινοτήτων τους και η αναγκαιότητα της παιδικής εργασίας φαίνεται ότι, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1860, αν όχι και αρκετά αργότερα, οπότε άρχισε η εισροή σοβαρών χρηματικών ενισχύσεων από το εξωτερικό, δεν επέτρεπαν την τακτική λειτουργία σχολείων, πολύ δε περισσότερο εθνικά προσανατολισμένων εκπαιδευτηρίων.

Το γεγονός, βέβαια, αυτό δημιουργούσε οξύτατη αντίθεση με τα ευπορότερα ελληνόφωνα, βλαχόφωνα και αλβανόφωνα ημιαστικά και αστικά κέντρα, όπου η εκπαιδευτική παράδοση μερικές φορές χανόταν στα μεσαιωνικά χρόνια, ενώ από τα μέσα του 19ου αιώνα προετοιμαζόταν συστηματικά από έμπειρους δασκάλους μορφωμένους στην Αθήνα η ενσωμάτωση του πληθυσμού στην ελληνική εθνική ιδεολογία .

Φυσικά το σύνολο των Σλαβοφώνων υπαγόταν θρησκευτικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, βασικό φορέα της ελληνικής γλώσσας και της ορθόδοξης παράδοσης. 

Όμως η κρατούσα στην Ελλάδα αντίληψη, τουλάχιστον τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, ότι, δηλαδή, λόγω της ορθόδοξης πίστης τους, οι Σλαβόφωνοι της Μακεδονίας είχαν ασπασθεί και τη νεοπαγή ελληνική εθνική ιδεολογία, παρέβλεπε την ευρύτατη δυσαρέσκεια των εξαθλιωμένων σλαβόφωνων αγροτικών κοινοτήτων, λόγω των υπερβολικών οικονομικών απαιτήσεων μερικών μητροπολιτών .

Αναμφίβολα, από τις αρχές του 19ου αιώνα, ένα μέρος αυτού του σλαβόφωνου πληθυσμού είχε ενσωματωθεί στην ελληνική επαναστατική κίνηση 
και ίσως λιγότερο στο νεοελληνικό εθνικισμό.

 Ωστόσο η έκταση της συμμετοχής αυτής, έως την ελληνική εξέγερση του 1878, δεν θα πρέπει να υπερεκτιμάται.

 Είναι σαφές ότι τα ελληνικά κινήματα για λόγους στρατηγικούς αναζήτησαν ερείσματα κυρίως στη Χαλκιδική, την Πιερία και τη νοτιοδυτική Μακεδονία, στις περιοχές της Κοζάνης και των Γρεβενών, δηλαδή σε μέρη όπου οι Ελληνόφωνοι αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία.

Ακόμη και η επανάσταση του 1821-22, γεωγραφικά τουλάχιστον, δεν φαίνεται να επεκτάθηκε σε μεγάλο μέρος της σλαβόφωνης Μακεδονίας, όπως αυτή ορίστηκε παραπάνω, χωρίς βέβαια να υποτιμάται η συνεισφορά περιώνυμων σλαβόφωνων οπλαρχηγών .

Οι παρατηρήσεις αυτές φυσικά δεν σημαίνουν ότι ο σλαβόφωνος πληθυσμός της Μακεδονίας είχε εκδηλώσει στο σύνολό του, ή έστω τμηματικά, φιλοβουλγαρικές τάσεις, το αντίθετο μάλιστα. 

Μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο η Ρωσία επέκτεινε την πανσλαβιστική της εκστρατεία στο μακεδονικό χώρο υποστηρίζοντας τη βουλγαρική εθνική ιδέα . 

Τόσο ο γλωσσικός παράγοντας όσο και ο γεωγραφικός ήταν με το μέρος της.

Η Ελλάδα, αποκομμένη στα νότια της Βαλκανικής, όχι μόνο δεν είχε συλλάβει τη σοβαρότητα των εξελίξεων στη Μακεδονία και την αναγκαιότητα της αντιπροπαγάνδας, αλλά είχε επιπλέον να αντιμετωπίσει τις σοβαρές διπλωματικές συνέπειες της Κρητικής εξέγερσης του 1866.

 Το 1870 προστέθηκε ένας ακόμη αποφασιστικός παράγοντας υπέρ της βουλγαρικής πλευράς. 

Η Πύλη νομιμοποίησε τη βουλγαρική εξαρχική εκκλησία, η οποία δυό χρόνια αργότερα αποσχίστηκε από το Πατριαρχείο και επίσημα πλέον πρόσφερε μια εναλλακτική λύση στους πληθυσμούς που επιθυμούσαν να απαλλαγούν από την εξάρτησή τους από την Κωνσταντινούπολη.

Παρά ταύτα η πρόοδος της βουλγαρικής προπαγάνδας την περίοδο 1870-1878 
ήταν ορατή μόνον στις περιοχές βορείως της Αχρίδας,
του Μοναστηριού,
της Στρώμνιτσας και του 
Μελενίκου και σε μικρότερο βαθμό στις περιοχές του 
Κιλκίς και της Πελαγονίας .

Όμως το Συνέδριο του Βερολίνου (1878) άλλαξε ριζικά τον πολιτικό χάρτη των Βαλκανίων.

 Η ίδρυση της Ηγεμονίας της Βουλγαρίας και το βουλγαρικό επαναστατικό κίνημα στην Κρέσνα έθεταν πλέον το ελληνικό κράτος προ σοβαρών πολιτικών ευθυνών.

Η μέθοδος της υποκίνησης επαναστατικών κινημάτων, που για δεκαετίες είχε εφαρμοστεί πιστά στη Μακεδονία, φαινόταν ότι είχε εξαντλήσει τις δυνατότητές της.

Άλλωστε, η εξέλιξη της επανάστασης του 1878 έδειξε ότι το ελληνικό κράτος δεν θα έπρεπε προς το παρόν να στηρίζει υπερβολικές επαναστατικές ελπίδες πάνω στους ψυχολογικά απροετοίμαστους και ανεκπαίδευτους αγρότες, ιδιαίτερα στα πεδινά της Μακεδονίας. 

Η χρησιμοποίηση ανοργάνωτων και πεινασμένων ληστανταρτών έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την εύθραυστη αγροτική οικονομία και, το σημαντικότερο, πυροδοτούσε έναν ανεξέλεγκτο κύκλο αγρίων τουρκικών αντιποίνων.

Η αναγκαιότητα έργου υποδομής ήταν πασιφανής και οι συγκεκριμένοι στόχοι παγιώθηκαν κατά την επόμενη δεκαετία: ενίσχυση της εθνικής εκπαίδευσης και της εκκλησίας, οικονομική ενίσχυση των υποδούλων και δημιουργία δικτύου πληροφοριών .

Τα χρόνια όμως που ακολούθησαν ήταν κάθε άλλο παρά ευνοϊκά για την πραγματοποίηση αυτών των στόχων.
Η δυσκολία συντονισμού ανάμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και στο υπουργείο των Εξωτερικών της Ελλάδος δημιουργούσε αρκετά ακανθώδη προβλήματα στο θέμα του προσανατολισμού της εθνικής πολιτικής.

 Η αποτυχημένη επιστράτευση του 1885-86 και η ήττα του 1897 έδειξαν τις περιορισμένες δυνατότητες του στρατεύματος, τη στιγμή που οι τουρκικές και βουλγαρικές ένοπλες δυνάμεις έδρεπαν δάφνες στα πολεμικά πεδία.

Η οικονομική δυσπραγία του ελληνικού δημοσίου περιέστελλε αποφασιστικά την υλοποίηση κάθε μεγαλεπήβολου εκπαιδευτικού και οικονομικού σχεδίου για τη Μακεδονία, ενώ ο ανώτερος κλήρος δεν συνέλαβε πάντοτε έγκαιρα τα σημεία των καιρών .

Έτσι, παρά την εντυπωσιακή πρόοδο της ελληνικής εθνικής εκπαίδευσης στη Μακεδονία, οι μορφωτικές και προσηλυτιστικές πρωτοβουλίες της βουλγαρικής κυβέρνησης, της Εξαρχίας και των διαφόρων συνεργαζομένων βουλγαρομακεδονικών συλλόγων βρήκαν κι αυτές ανταπόκριση μεταξύ των Σλαβοφώνων. 

Σημαντικό έργο στον τομέα αυτό, άλλωστε, γινόταν και στη Βουλγαρία, όπου μετά το 1878 κατέφευγε ετησίως αυξανόμενος αριθμός σλαβόφωνων εποχιακών μεταναστών και υποτρόφων μαθητών από όλες τις περιοχές της Μακεδονίας .

Πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 1890, η βουλγαρική διείσδυση ήταν ορατή σ’ ολόκληρη τη σλαβόφωνη ζώνη, ακόμη και στα νοτιότερα τμήματά της.

 Σύμφωνα με έναν υπολογισμό το 1891
στην περιοχή Καστοριάς 13 μόνο σλαβόφωνα χωριά (σε σύνολο 53) είχαν προσχωρήσει στην Εξαρχία και
στην περιοχή Μοναστηριού 24 από τα 100.

Το 1894 οι αριθμοί είχαν αυξηθεί σε 26 και 42 αντίστοιχα .

 Όπως ήταν επόμενο, η ελληνική στρατιωτική ήττα στον πόλεμο του 1897, η παρουσία του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου και η σταδιακή χρησιμοποίηση ενόπλων ομάδων από βουλγαρικής πλευράς επιτάχυνε τους προσηλυτιστικούς ρυθμούς.

 Μολονότι ξένος παρατηρητής επεσήμανε τον καταλυτικό ρόλο των εκκλησιαστικών οικονομικών αιτημάτων, ωστόσο φαίνεται ότι η διαδικασία του προσηλυτισμού στη βουλγαρική εθνική ιδέα ήταν περισσότερο πολύπλοκη από ό,τι υπαινίσσεται η παρατήρηση αυτή.

 Ο Έλληνας πρόξενος στο Μοναστήρι παρατήρησε το 1902 ότι, παράλληλα με τις απειλές των συμμοριών,
βασική αιτία για τα αναπτυσσόμενα φιλοβουλγαρικά αισθήματα των Σλαβοφώνων
 ήταν το γεγονός ότι
 οι Βούλγαροι μονοπωλούσαν πλέον την επαναστατική αντιτουρκική ιδεολογία .

  Σε μια άλλη έκθεσή του ο Έλληνας πρόξενος εφιστούσε προσοχή στο έργο των βουλγαρικών ανταρτικών ομάδων στα χωριά.

«Εκεί παίζεται το εν Μακεδονία εθνικόν ημών μέλλον και εκείθεν θα προέλθη θάττον η βράδιον ο κίνδυνος της επαναστάσεως» . 

Τι ακριβώς συνέβη μέσα σ’ αυτές τις κοινότητες δεν είναι ακόμη εξακριβωμένο.

 Σίγουρο πάντως είναι ότι εκτός από τα παράπονα για ορισμένους μητροπολίτες, την κατήχηση και το χρηματισμό, 
ο βουλγαρικός προσηλυτισμός βασίστηκε, 
ίσως σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι πιστεύουμε,
στις εσωτερικές κοινοτικές και ποικίλες κοινωνικές αντιθέσεις,
αλλά και στην αντιπαράθεση αυτοχθόνων και ετεροχθόνων .

Επίσης αποφασιστικό ρόλο έπαιξε η στάση των εντοπίων καπεταναίων, ανθρώπων με εξαιρετική επιρροή λόγω της ελλείψεως κρατικής ασφάλειας, των εντοπίων κληρικών και των δασκάλων .

Παρά την αριθμητική αύξηση του εξαρχικού στοιχείου θα πρέπει να τονιστεί και η ταυτόχρονη συνειδητοποίηση και περιχαράκωση των πατριαρχικών σλαβόφωνων παρατάξεων —ολοκλήρων κονοτήτων μερικές φορές—, των φανατικών Ελλήνων ή «Γραικομάνων», που εκδήλωσαν την αντίθεσή τους με τη συντήρηση ελληνικών σχολείων και πατριαρχικών εκκλησιών.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η κατεύθυνση της επαναστατικής ιδεολογίας που καλλιεργήθηκε την περίοδο αυτή στους Σλαβοφώνους 
ήταν γνήσιο δημιούργημα του βουλγαρικού εθνικισμού. 

Βέβαια, τυπικά, το μακεδονικό αυτονομιστικό κίνημα υπήρχε από το 1893, αλλά η σύνδεσή του με τη βουλγαρική εθνική ιδεολογία ήταν σαφέστατη, όπως και ο συγκεκριμένος ρόλος που έπαιξε στο πλαίσιο της βουλγαρικής εξωτερικής πολιτικής .

Δεν μπορεί φυσικά να αρνηθεί κανείς την ύπαρξη μιας ολιγάριθμης élit Σλαβοφώνων της Μακεδονίας που διαχώριζε, ως ένα σημείο, τις πολιτικές επιδιώξεις της και από τη Βουλγαρία και από την Ελλάδα.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός υπάρξεως μακεδονικής εθνικής ιδεολογίας με λαϊκό έρεισμα είναι εντελώς ανυπόστατος.

 Είναι ίσως χαρακτηριστικά τα λόγια τοπικού οπλαρχηγού των Κορεστίων, του καπετάν Κώττα, που για μερικά χρόνια συμπαρατάχθηκε με την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ):

«Πάντες είμεθα αδελφοί Χριστιανοί και ως αληθινοί Χριστιανοί πρέπει και Έλληνες και Αλβανοί και Βλάχοι και Βούλγαροι να βοηθώμεν αλλήλους ίνα κερδίσωμεν εκείνο το οποίον ηρχίσαμεν. Διότι ο αγών είναι ιερός και το κέρδος κοινόν» (δηλαδή η ελευθερία της Μακεδονίας) .

 Οι Μακεδόνες, ως ξεχωριστή εθνοτική ομάδα ή κοινωνική τάξη, απούσιαζαν εντελώς από τα σχέδια των πρωτοπόρων της ΕΜΕΟ. 

Αλλωστε, το γεγονός αυτό έγινε σαφές λίγο αργότερα.

Κατά την περίοδο 1900-1903, ενόψει της προετοιμασίας επαναστατικού κινήματος, η βουλγαρική πίεση προς τους Σλαβοφώνους κορυφώθηκε.

 Μέσα σ’ ένα κλίμα γενικής αναρχίας, βουλγαρικές ανταρτικές ομάδες πλαισιωμένες από πολυάριθμους εντόπιους ενόπλους, κατάφεραν, άλλοτε με κηρύγματα και πιό συχνά με απειλές και οικονομικούς εκβιασμούς, να εξουδετερώσουν τον παραδοσιακό συντηρητισμό και να εξασφαλίσουν την τυπική προσχώρηση πολυαρίθμων σλαβόφωνων κοινοτήτων στην Εξαρχία.

Όταν όμως έφτασε η ώρα της εξέγερσης, τη μέρα του Προφήτη Ηλία του 1903, το σύνθημα
 «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες»
 δεν στάθηκε ικανό να προκαλέσει ένα γενικό ξεσηκωμό του σλαβόφωνου στοιχείου. 

Παρά τις υποσχέσεις για βουλγαρική και ρωσική βοήθεια, οι περισσότεροι εντόπιοι είχαν σαφή επίγνωση του τεράστιου κινδύνου και των επαπειλούμενων τουρκικών αντιποίνων, όπως τα είχαν γνωρίσει άλλωστε και το 1878.

Η ανυπαρξία ισχυρής επαναστατικής διάθεσης και ιδεολογίας στα 1903, παρά τις στατιστικές που εμφανίζουν σημαντικό αριθμό επαναστατημένων εξαρχικών χωριών, είναι ενδεικτική των ποικίλων μη ιδεολογικών αιτίων που είχαν οδηγήσει τις σλαβόφωνες κοινότητες στην προσωρινή ή μόνιμη εγκατάλειψη του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Πάντως, η απουσία ιδεολογικών κινήτρων ανάγκασε τα στελέχη της ΕΜΕΟ να προχωρήσουν σε οικονομικές υποσχέσεις (παραγραφή χρεών και αναδασμός) που, βέβαια, με δεδομένη την αδυναμία της Πύλης να εφαρμόσει κάποιο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, αποτελούσαν για τους σλαβόφωνους κολήγους πολύ πιο ουσιαστικό δέλεαρ από ό,τι η «ανεξάρτητη Μακεδονία».

 Μάλιστα, επειδή ούτε τα οικονομικά συνθήματα έφεραν τον επιθυμητό γενικό ξεσηκωμό των Σλαβοφώνων, οι προσπάθειες των επαναστατών στράφηκαν ανοικτά προς την πρόκληση τουρκικών αντιποίνων με επιθέσεις εναντίον μουσουλμανικών πληθυσμών .

Το κίνημα του Ίλιντεν, όπως ονομάστηκε,
 πέτυχε να διεθνοποιήσει τη βουλγαρική άποψη για το Μακεδονικό Ζήτημα 
και κυρίως να καταστήσει τους Βούλγαρους αδιαφιλονίκητους διεκδικητές του ευρύτερου γεωγραφικού μακεδονικού χώρου. 

Έτσι, κατά το ξεκίνημα της ελληνικής αντεπίθεσης, το καλοκαίρι του 1904, οι οιωνοί ήταν κάθε άλλο παρά αίσιοι.

Οι αιματηρές συγκρούσεις μιας δεκαετίας είχαν σίγουρα οδηγήσει στη σύμπηξη δυο ευδιάκριτων πυρήνων στις σλαβόφωνες κοινότητες:
 ενός βουλγαρικού ή Εξαρχικού και ενός ελληνικού ή Πατριαρχικού.

Οι δύο αυτοί πυρήνες —ουσιαστικά επρόκειτο για δυο πολιτικές παρατάξεις, τους «Ελληνίζοντες» και τους «Βουλγαρίζοντες»—
 αν και ομόγλωσσοι ή ακόμη και συγγενικοί,
χωρίζονταν πλέον από σοβαρές, κατά τόπους ίσως αγεφύρωτες, διαφορές, πολύ οξύτερες από αυτές που είχαν προκαλέσει την αρχική τους διάσταση. 

Παράλληλα είχε δημιουργηθεί κλίμα κοινωνικής και οικονομικής ανασφάλειας, ευνοώντας την προσχώρηση του υπόλοιπου χριστιανικού πληθυσμού προς την ισχυρότερη πλευρά, η οποία αναμενόταν ή διατεινόταν ότι θα εξασφάλιζε την προστασία της αγροτικής κοινότητας.

Στο κλίμα αυτό η πορεία των πραγμάτων ήταν προδιαγεγραμμένη.
Ο βουλγαρικός πυρήνας, ως ισχυρότερος στρατιωτικά, αν όχι και οικονομικά, είχε όλη την άνεση χρόνου να εξολοθρεύσει συστηματικά τα ελληνικά ερείσματα και να πετύχει τη σταδιακή προσχώρηση στην Εξαρχία όλων των κοινοτήτων .

Παύλος Μελάς
Αυτή ακριβώς η δεκαετία των πιέσεων και της τρομοκρατίας δημιούργησε τα σημαντικότερα προβλήματα που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τα πρώτα ελληνικά σώματα που εμφανίστηκαν στη Μακεδονία.

Ο Παύλος Μελάς, ρομαντικός ευπατρίδης, αρνήθηκε να δράσει με τους ίδιους κανόνες.

 Οι ήπιες μέθοδοί του έγιναν αντικείμενο κριτικής και θεωρήθηκαν αναποτελεσματικές.

Βραχυπρόθεσμα σίγουρα έσφαλε και το σφάλμα του αυτό, να μην υιοθετήσει τις σκληρές κλέφτικες μεθόδους, το πλήρωσε με τη ζωή του.

Μακροπρόθεσμα όμως ο Μελάς είχε δίκιο, γιατί αποδείχθηκε ότι η τρομοκρατία, αν και φαινομενικά επιτάχυνε το σχηματισμό εθνικών στρατοπέδων, ουσιαστικά παρέτεινε τη ρευστότητα των εθνικών αισθημάτων και πολλαπλασίαζε τις περιπτώσεις του κρυπτοπατριαρχισμού και του κρυπτοεξαρχισμού.

Οι διάδοχοι του Μελά, με τη σειρά τους, κατάλαβαν εύκολα ότι μια δεκαετία απρόσκοπτης βουλγαρικής δράσης και πέντε αιώνες τουρκοκρατίας χωρίς συστηματική εκπαίδευση, είχαν αναστείλει το σχηματισμό εθνικής συνείδησης.

 Ωστόσο, ούτε αυτοί ούτε οι Βούλγαροι αντίπαλοί τους διέθεταν πλέον το χρόνο για να δουν τα αποτελέσματα μιας μακροπρόθεσμης εκπαιδευτικής εκστρατείας.

 Έτσι το άνοιγμα και το κλείσιμο των σχολείων και των εκκλησιών, η λειτουργία στα ελληνικά ή στα σλαβικά, ο εμπρησμός των εκκλησιαστικών βιβλίων, οι δολοφονίες επώνυμων στελεχών της αντίπαλης παρατάξεως, οι δηώσεις χωριών, η προσφορά καταλυμάτων στους αντάρτες, όλα απέκτησαν συμβολικό μάλλον χαρακτήρα παρά ουσιαστικό μέσα σε τέσσερα χρόνια (1904-1908) αδυσώπητου ανορθόδοξου πολέμου ένοπλων ομάδων .

Σημασία είχε κυρίως η μεταστροφή των στατιστικών δεδομένων, η οποία θα επέτρεπε στη μια από τις δυο χώρες να διεκδικήσει πειστικά τη Μακεδονία ή μέρος αυτής σε εύθετο χρόνο.

Το καλοκαίρι του 1908, όταν οι Νεότουρκοι υποσχέθηκαν την παροχή συνταγματικών δικαιωμάτων στους υποδούλους Χριστιανούς,
η ελληνική πλευρά μπορούσε να καυχηθεί 
ότι χάρη στην αποφασιστικότητα των Μακεδονομάχων
 και τη σθεναρή υποστήριξη 
σλαβόφωνων, 
βλαχόφωνων και 
αλβανόφωνων πυρήνων 
είχε αντιστρέψει την εικόνα που είχαν δημιουργήσει οι καλοοργανωμένες βουλγαρικές δραστηριότητες σε τριάντα χρόνια. 

Θα μπορούσε ακόμη να ισχυριστεί με αρκετά σοβαρά επιχειρήματα ότι η δημιουργία ενός πλαισίου σχετικής ασφαλείας και ο τερματισμός του βουλγαρικού εθνικοαπελευθερωτικού μονοπωλίου λειτούργησαν ως καταλύτες για την οριστική τοποθέτηση σημαντικού αριθμού ουδετέρων Σλαβοφώνων στο ελληνικό στρατόπεδο, που πρόβαλλε πλέον ως ο πιθανότερος κληρονόμος της Μακεδονίας.

Κατά την τετραετία των Νεοτούρκων (1908-1912) οι συνταγματικές ελευθερίες προετοίμασαν μια ακόμη κονίστρα αντιπαραθέσεων: την πολιτική.
Βέβαια, οι πολιτικές διαμάχες κατά την περίοδο αυτή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η συνέχεια του ένοπλου αγώνα και των εθνικών διαφορών με ειρηνικότερα μέσα .

Φυσικά οι ένοπλες συγκρούσεις δεν σταμάτησαν ολοσχερώς, όμως η εξακολούθηση της δράσης των εντοπίων πατριαρχικών σωμάτων διαφύλαξε με σχετική επιτυχία τα ελληνικά κέρδη της προηγούμενης τετραετίας .

Την οριστική σφραγίδα της ελληνικής επιτυχίας έθεσαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, οι οποίοι κατοχύρωσαν την ελληνική παρουσία σε μεγάλο μέρος της μεσαίας σλαβόφωνης ζώνης.

Ωστόσο, η ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος δεν σήμαινε και την αυτόματη αφομοίωση όλου του εντόπιου πληθυσμού στην ελληνική εθνική ιδεολογία. 

Στην ελληνική δυτική Μακεδονία οι Σλαβόφωνοι αντιπροσώπευαν ποσοστό μεγαλύτερο από τα 3/4 του πληθυσμού και σίγουρα και στις υπόλοιπες παραμεθόριες περιοχές τα ποσοστά δεν ήταν χαμηλότερα.

Είναι δύσκολο να διαγνωστούν αναδρομικά οι προθέσεις αυτού του πληθυσμού, ιδιαίτερα αυτών που συνέχιζαν να διαφοροποιούνται από τους Έλληνες μέχρι την παραμονή των Βαλκανικών Πολέμων.

Βέβαια, η βουλγαρική ήττα στο Β ' Βαλκανικό Πόλεμο διευκόλυνε σημαντικά τις ελληνικές επιδιώξεις.

Εύκολα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι οι ρευστών εθνικών φρονημάτων πληθυσμοί κινήθηκαν αυτόματα προς την ισχυρότερη ελληνική πλευρά εγκαταλείποντας μαζικά τις φιλοβουλγαρικές διαθέσεις, δημόσια τουλάχιστον.

Παράλληλη ήταν και η πορεία των βουλγαροφρόνων, δηλαδή των πρώην Εξαρχικών, κατοίκων κάτω από την άμεση απειλή αντεκδικήσεων, αφού η συμμαχία Ελλάδος-Βουλγαρίας δεν υφίστατο .

Το ελληνικό κράτος διέθετε πλέον και τυπικά και ουσιαστικά την άνεση να προωθήσει στην ελληνική Μακεδονία την πολυπόθητη ενσωμάτωση όλων των πληθυσμιακών ομάδων στην ελληνική εθνική ιδεολογία, όμως τα αποτελέσματα ως την έκρηξη του A ' Παγκοσμίου Πολέμου φαίνεται πως δεν ήταν τα αναμενόμενα.

Μετά από μακρά δουλεία και έναν σκληρό αγώνα οι Έλληνες της Μακεδονίας προσδοκούσαν άμεση αντιστροφή των ρόλων κυριάρχου-υποδούλου, η οποία θα επέτρεπε την τακτοποίηση των λογαριασμών που εκκρεμούσαν με Μουσουλμάνους και Εξαρχικούς .

Αρχειακές πληροφορίες πιστοποιούν ότι ιδιαίτερα το διάστημα που προηγήθηκε του A ' Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς οι πρώτοι πρόσφυγες έκαναν την εμφάνισή τους, οι πιέσεις των Πατριαρχικών προς τους πρώην Εξαρχικούς αλλά και προς του Μουσουλμάνους ήταν αφόρητες .

Την πολιτική αυτή προωθούσαν μερικά παλαιά στελέχη του ελληνικού Κομιτάτου, αλλά και πολλοί καιροσκόποι, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν τις αδυναμίες των δημόσιων υπηρεσιών και την άγνοια των κομμάτων, για να προωθήσουν προσωπικά, τοπικά ή μικροκομματικά συμφέροντα .

Η ανάδειξη των τοπικών αυτών τυραννίσκων και ο παραγκωνισμός των παραδοσιακών τοπικών αρχόντων, με αφορμή ή πρόσχημα αμφίβολα μερικές φορές εθνικά φρονήματα περιόρισαν τις προσδοκίες πολλών Σλαβοφώνων και ιδιαίτερα των βουλγαροφρόνων από το ελληνικό κράτος.

Εξάλλου η διατήρηση των περισσοτέρων εξαρχικών ιερέων στην υπηρεσία τους προσέφερε ένα εναλλακτικό πόλο συσπείρωσης, του οποίου η επιρροή δεν έπρεπε να υποτιμάται.

Τις αρνητικές αυτές εντυπώσεις ενίσχυσαν περαιτέρω η ακαταλληλότητα των δημόσιων υπαλλήλων και η περιορισμένη παροχή υπηρεσιών.
 Η υποβάθμιση των παλαιών κοινοτικών αρχών σε συνδυασμό με την οριστική αναστολή όλων των εκπαιδευτικών, θρησκευτικών και κοινωνικών βοηθημάτων από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ελλάδα, τα οποία για δεκαετίες στήριζαν τον ελλειμματικό προϋπολογισμό των κοινοτήτων, οδήγησε σε ξαφνική οικονομική καθίζηση.
Η αδυναμία του κράτους να αναλάβει αμέσως τα δημόσια έργα και την κοινωνική πρόνοια ή να προχωρήσει σε ρύθμιση του φλέγοντος αγροτικού ζητήματος  δημιούργησε οξύ κοινωνικό πρόβλημα ιδιαίτερα σε όσους είχαν υποστεί αβαρίες τα προηγούμενα χρόνια και ζούσαν μέχρι το 1912 επιδοτούμενοι .

Από την άλλη, διατηρήθηκαν παλαιοί και ελάχιστα δημοφιλείς θεσμοί όπως η αγγαρεία και η τροφοδοσία των χωροφυλάκων (κότα-πίτα). 
Το κυριότερο όμως πρόβλημα ήταν η αδρανοποίηση της εκπαίδευσης σε μια περίοδο που θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικό αφομοιωτικό έργο .
Φυσικά το πολιτικό κόστος το χρεώθηκε αποκλειστικά η κυβέρνηση Βενιζέλου, η οποία βρισκόταν στην εξουσία ως την άνοιξη του 1915.
Έτσι, αν ληφθούν υπόψη και οι έντονες κοινωνικές διαμάχες που είχαν εκδηλωθεί στα αστικά κέντρα, φαίνεται απόλυτα φυσιολογικός ο σαφής προσανατολισμός των Σλαβοφώνων προς το Λαϊκό κόμμα αμέσως μετά την εκδήλωση της διάστασης Κωνσταντίνου-Βενιζέλου, ήδη από το 1915 .

Αλλά και οι εξελίξεις των επόμενων χρόνων δεν απάλυναν τις αρνητικές εντυπώσεις για τη βενιζελική πολιτική.
Βέβαια οι Φιλελεύθεροι θα μπορούσαν δικαιολογημένα να επικαλεστούν τα σοβαρά εμπόδια που αντιμετώπισαν στη Μακεδονία λόγω της εμπόλεμης κατάστασης.

Ουσιαστικά ο σλαβόφωνος τομέας της δυτικής Μακεδονίας αποτελούσε τα μετόπισθεν του μακεδονικού μετώπου και ήταν επίσημα χαρακτηρισμένος ως πολεμική ζώνη.
Έτσι τα εγγενή προβλήματα περιπλέχθηκαν με τα ακανθώδη θέματα της συμμαχικής στρατιωτικής παρουσίας και των παρεπομένων της σύρραξης.
Οι οικονομικές δυσχέρειες ήταν βέβαια το πρώτο φυσικό επακόλουθο.
Η αποκοπή της Μακεδονίας από τη Θεσσαλία, οι επιτάξεις ζώων από το γαλλικό στρατό, η υποχρεωτική εργασία στα δημόσια έργα, η τραγική κατάσταση των δρόμων και των επικοινωνιών, η απουσία γεωπόνων, η μερική επιστράτευση σε μια περιοχή που από την αρχή του αιώνα μαστιζόταν από λειψανδρία και η έλλειψη στοιχειώδους τεχνικής υποδομής, δημιούργησαν μια εικόνα πλήρους εγκατάλειψης .

Η εικόνα της εκπαίδευσης, όπως παρατηρήθηκε και παραπάνω, ήταν εξίσου αρνητική, όχι μόνον εξαιτίας της αδυναμίας συντηρήσεως σχολείων και δασκάλων, αλλά και λόγω των ατελειών του εκπαιδευτικού συστήματος.
 Όταν συναντήθηκε ο αντιπρόσωπος της Προσωρινής Κυβέρνησης, ο Παύλος Καλλιγάς, με το διδασκαλικό προσωπικό της Φλώρινας, νόμισε ότι βρέθηκε εμπρός σε ομάδα επαιτών.

Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί, μη μπορώντας να καλύψουν τις ανάγκες των πολυμελών οικογενειών τους με τους γλίσχρους μισθούς τους, ήταν ταυτόχρονα —ή, μάλλον, κυρίως— χειρώνακτες γεωργοί. 
 Αυτή ήταν η μια όψη του νομίσματος της εκπαίδευσης.
Η άλλη, η πιό επικίνδυνη και υπονομευτική για τους ελληνικούς στόχους, ήταν ο σχολαστικισμός, ο οποίος, κατά τα γραπτά του Καλλιγά,
«... κατόρθωσε με τα ωά και τα κάνιστρα να μας κάμη να χάσωμεν και τα αυγά και τα καλάθια εν Μακεδονία...» .

Τα εκκλησιαστικά προβλήματα δεν ήταν λιγότερα και η βαρύτητά τους δεν ήταν ασήμαντη, λόγω της παραδοσιακής και έντονης θρησκευτικότητας των αγροτών.

Οι μητροπολίτες, πολλές φορές προσκολλημένοι στις παλαιές παραδόσεις, δεν μπορούσαν —οι φιλοβασιλικοί δεν ήθελαν καν— να εμπνεύσουν την εμπιστοσύνη στο νέο καθεστώς.
Ορισμένοι μητροπολίτες απελάθηκαν, αλλά τα προβλήματα δεν τελείωναν εκεί.

Ο κατώτερος κλήρος και μερικοί ηγούμενοι μονών δεν ήταν πολύ καλύτεροι.
Η ισχυρή παράδοση χρηματισμού και τα κρυπτοεξαρχικά αισθήματα ορισμένων ελάχιστα συντελούσαν στην ομαλή προσαρμογή των ποιμνίου τους στην ελληνική πραγματικότητα.

Παράλληλα προβλήματα δημιουργούσαν κάποιοι αμφιβόλων εθνικών φρονημάτων κοινοτικοί άρχοντες, ενώ οι εντόπιοι Λαϊκοί πίεζαν συστηματικά τους στρατεύσιμους να μην καταταγούν στο στρατό της Αμύνης .

Η οικονομική δυσπραγία, οι πιέσεις για κατάταξη και οι ανεξέλεγκτες δραστηριότητες των γαλλικών και ιταλικών δυνάμεων ήταν επόμενο να επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα των εθνικών προπαγανδών.

 Οι Ιταλοί στο δικό τους τομέα επιχειρήσεων προσπάθησαν να μεταβάλουν τους «ρουμανίζοντες» της Πίνδου σε «ιταλίζοντες» και υποκίνησαν εκδηλώσεις υπέρ της αυτονομίας της Πίνδου .

Πιο σοβαρά προβλήματα εκδηλώθηκαν στο γαλλικό τομέα, στην επαρχία Γρεβενών, όπου οι παλαιοί ρουμανίζοντες, λόγω της γαλλομάθειάς τους, έσπευσαν να συνεργαστούν με το γαλλικό στρατό.

Ο Γάλλος διοικητής, επικαλούμενος τη συμμαχία με τη Ρουμανία, τους συμπεριφέρθηκε ευνοϊκά με αποτέλεσμα να αναζωπυρωθεί η ρουμανική προπαγάνδα πέραν των ανεκτών ορίων. Σε παράλληλες ενέργειες προέβησαν και οι «αλβανίζοντες» ενισχυμένοι από την Αλβανική Λέσχη της Θεσσαλονίκης .

Όμως η σοβαρότερη απειλή δημιουργήθηκε στη σλαβόφωνη ζώνη, όπου παρατηρήθηκε αναθέρμανση των φιλοβουλγαρικών αισθημάτων των πρώην Εξαρχικών

Όπως ήταν επόμενο τέτοια αισθήματα εκδηλώθηκαν πρώτα στην περιοχή της Φλώρινας, η οποία καταλήφθηκε για ένα διάστημα από το βουλγαρικό στρατό. 

Μετά τη συμμαχική προέλαση, ορισμένοι κάτοικοι, που είχαν προφανώς εκδηλωθεί ανοικτά εναντίον του ελληνικού κράτους, ακολούθησαν το βουλγαρικό στρατό στην υποχώρησή του. 
Πολλοί από αυτούς επανήλθαν αργότερα ομιλώντας πλέον, 
όχι το εντόπιο ιδίωμα, 
αλλά την καθαρεύουσα βουλγαρική και 
προπαγανδίζοντας υπέρ της αυτονομίας της Μακεδονίας. 

Θέσεις υπέρ της αυτονομίας εξέφραζαν και οι πολυάριθμοι Βούλγαροι αιχμάλωτοι, ιδίως οι αξιωματικοί, οι οποίοι σταδιακά συγκεντρώθηκαν στην περιοχή της Φλώρινας και της Βεύης, καθιστώντας έτσι εμφανείς τους πραγματικούς στόχους της αιτούμενης αυτονομίας .

Η σύλληψη και η εκτόπιση όσων Ελλήνων υπηκόων είχαν καταταγεί στο βουλγαρικό στρατό ή είχαν λιποτακτήσει ήταν, λόγω των πολεμικών συνθηκών, επιβεβλημένη, όμως γενικότερα μέτρα δεν ελήφθησαν, παρά τη μακροπρόθεσμη απειλή, για να αποφευχθεί από τη μια η διεθνής κατακραυγή και από την άλλη η καταστροφική αποψίλωση του τόπου από αγρότες .
Την ίδια περίοδο στο χώρο των Σλαβόφωνων, κάτω από γαλλική κάλυψη, έλαβε διαστάσεις και ο προσηλυτισμός στη σέρβική εθνική ιδεολογία .

Μέσα στο δυσμενές αυτό πλαίσιο, που συνέθεταν αφενός η οικονομική στενότητα και αφετέρου οι ιδιόρρυθμες πολεμικές συνθήκες, η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε ελάχιστα περιθώρια για ελιγμούς.

Οι σφοδρές πολιτικές αντιπαραθέσεις σε συνδυασμό με τη δραστηριοποίηση των εθνικών προπαγανδών ανάγκασαν τους Φιλελευθέρους να υποχωρήσουν στις τοπικές πιέσεις και να ευνοήσουν τη ρουσφετολογική πολιτική στη δυτική Μακεδονία.
Ωστόσο οι υποχωρήσεις αυτές ελάχιστα ευνόησαν τελικά τη διεύρυνση των βενιζελικών ερεισμάτων, αφού, ακόμη και στην περίοδο της συμμαχικής στρατιωτικής παρουσίας, η πολιτική διαφοροποίηση των εντοπίων είχε εκδηλωθεί δειλά με τη μορφή φιλοαντατικής, αλλά αντιβενιζελικής πάντοτε, μακεδονικής κινήσεως.
 Τέτοιες τοπικιστικές κινήσεις, με δεδομένα τα πολιτικά και τα στρατιωτικά αδιέξοδα, στις αρχές τις δεκαετίας του 1920 φαίνεται ότι απέκτησαν ιδιαίτερη δημοτικότητα ανάμεσα στους αγροτικούς πληθυσμούς.
Προσέλαβαν μάλιστα τη χροιά αγροτικών πολιτικών σχηματισμών σε μια προσπάθεια ανάδειξης εντόπιων ανεξάρτητων υποψηφίων .

Η συσσωρευμένη δράση ποικίλων προπαγανδών στη Μακεδονία κατά τον A ' Παγκόσμιο Πόλεμο και η γενικότερη αδυναμία του κράτους, λόγω των ειδικών συνθηκών, να εφαρμόσει μια συνεπή πολιτική ιδεολογικής αφομοίωσης ήταν εμφανές ότι υπονόμευαν την εθνική συνοχή.

Ακόμη, η απαράδεκτη στάση των εντοπίων πολιτικών παραγόντων, ιδίως όσων είχαν καταξιωθεί για την αντιβουλγαρική τους δράση, ελάχιστα βοηθούσε στην ομαλή ένταξη των πρώην εξαρχικών αγροτών στον ελληνικό εθνικό κορμό . 
Οι διαφοροποιήσεις στην πολιτική με γνώμονα το τοπικό συμφέρον ήταν τα πρώτα ανησυχητικά προανακρούσματα άλλων δυσάρεστων φαινομένων που δεν άργησαν να εκδηλωθούν με την υποκίνηση των γειτονικών κρατών.
 Ωστόσο η εκδήλωση τέτοιων φαινομένων περιορίσθηκε από δύο διπλωματικά γεγονότα, τις συνθήκες του Νεϊγύ και της Λωζάννης.

Στις 27 Νοεμβρίου 1919, με την υπογραφή της ελληνοβουλγαρικής σύμβασης του Νεϊγύ, όλοι οι Έλληνες και Βούλγαροι πολίτες που ανήκαν σε εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες μπορούσαν να μεταναστεύσουν εκατέρωθεν υπό την εποπτεία μικτής διακρατικής επιτροπής. 

Μπορούσαν, δηλαδή, οι Σλαβόφωνοι, δηλώνοντας βουλγαρική εθνικότητα,
να μεταναστεύσουν στη Βουλγαρία ή αλλού ρευστοποιώντας μάλιστα τις περιουσίες τους. 

Οι ίδιοι όροι ίσχυσαν και για τους Ελληνόφωνους της Βουλγαρίας. 
Για να δοθεί μια οριστική λύση στο πρόβλημα η σύμβαση συμπεριέλαβε και όλους όσους είχαν μεταναστεύσει την τελευταία εικοσαετία.
Τον Αύγουστο του 1920, μετά τη Συνθήκη των Σεβρών, τα άρθρα του Νεϊγύ απέκτησαν ισχύ και για την νεοαποκτηθείσα Θράκη. 

Ωστόσο οι ρυθμίσεις αυτές δεν τέθηκαν σε εφαρμογή παρά μόνον κατόπιν της Συνθήκης της Λωζάννης, το φθινόπωρο του 1923, η οποία οριοθέτησε επίσημα και την υποχρεωτική ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών.
Στο διάστημα που μεσολάβησε, η ελληνοβουλγαρική ανταλλαγή καρκινοβατούσε καθώς, σε αντίθεση με τους Έλληνες, οι Βούλγαροι ήταν εξαιρετικά απρόθυμοι να μεταναστεύσουν.

Γι’ αυτό επανειλημμένα παρατάθηκε η ισχύς της σύμβασης προκειμένου να υπερνικηθούν οι δισταγμοί των βουλγαριζόντων Σλαβοφώνων,
τους οποίους φαίνεται ότι η ΕΜΕΟ συστηματικά ενεθάρρυνε να παραμείνουν στην Ελλάδα .

Ουσιαστικά τη Μακεδονία είχαν εγκαταλείψει έως τότε μόνον όσοι είχαν ακολουθήσει το βουλγαρικό στρατό στο διάστημα 1913-1919 —κατά μια εκτίμηση υπολογίζονταν περίπου σε 15.000, αλλά πιθανότατα ήταν πολύ περισσότεροι —, αλλά και αυτοί, μετά από προτροπές του βουλγαρικού κράτους, δεν είχαν προχωρήσει σε ρευστοποίηση των περιουσιών τους.

 Βέβαια, σύμφωνα με τις βρετανικές εκθέσεις,
οι ελληνικές αρχές δεν είχαν εξωθήσει τους βουλγαρικούς πληθυσμούς σε μετανάστευση,
 με εξαίρεση ορισμένες περιοχές της κεντρικής Μακεδονίας. 

Οι αρχές στη Φλώρινα και την Καστοριά προσπαθούσαν μάλιστα να συντηρήσουν φιλικές σχέσεις με τη μειονότητα αυτή, αλλά το έργο τους πολλές φορές παρεμποδιζόταν από την ανάρμοστη συμπεριφορά των χωροφυλάκων καθώς και από το γενικότερο κλίμα δυσπιστίας που ακόμη δεν είχε ξεπεραστεί.

Προβλήματα διαβίωσης σε σλαβόφωνα χωριά δημιουργούσε μερικές φορές και η απαγόρευση της οπλοφορίας, καθώς η ληστεία ακόμη ενδημούσε και οι ανάγκες για ένοπλη άμυνα ήταν αυξημένες .

Οι δυσχέρειες αυτές φαίνεται ότι πολλαπλασιάστηκαν την περίοδο 1923-1930 λόγω τριών κυρίως γεγονότων:

της εγκατάστασης των προσφύγων, 
της υιοθέτησης από την Κομμουνιστική Διεθνή του συνθήματος της «ανεξάρτητης Μακεδονίας» και της υπογραφής του πρωτοκόλλου Πολίτη-Καλφώφ.

 Όπως ήταν επόμενο, η μαζική έλευση προσφυγικών πληθυσμών προκάλεσε τεράστιες αναστατώσεις και δημιούργησε χαώδη προβλήματα, τα οποία επέβαλλαν άμεσες ρυθμίσεις.
 Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πίεση του χρόνου, η στενότητα του τόπου και ο υπερβολικός ζήλος των οργάνων του δημοσίου μηχανισμού και του εποικισμού προκάλεσαν κατά τόπους δυσαρέσκειες και δημιούργησαν μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά που προσπάθησαν να επιλύσουν .

Η μαζική εγκατάσταση προσφύγων σε σλαβόφωνα χωριά, χωρίς να ελέγχεται η επάρκεια γης και στέγης, με γνώμονα μερικές φορές τοπικά μικροκομματικά συμφέροντα, υπονόμευσε εξαρχής τις σχέσεις γηγενών και προσφύγων.
Αν και πολλές φορές η αβλεψία των υπαλλήλων ήταν υπεύθυνη για τις περιπλοκές, ωστόσο κατά περιοχές έγιναν και συνειδητές πλέον προσπάθειες για την εξώθηση των συνειδητοποιημένων βουλγαροφρόνων πληθυσμών στη μετανάστευση.

Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύτηκαν κατάλληλα τόσο οι Βούλγαροι όσο και οι Σέρβοι, που εργάζονταν ήδη συστηματικά για να αναπτύξουν μειονοτική συνείδηση στους σλαβόφωνους πληθυσμούς εντός της Ελλάδος και αλυτρωτικές διαθέσεις σε όσους μετανάστευαν στη Βουλγαρία . 

Συνολικά 53.000 Σλαβόφωνοι εγκατέλειψαν τη Μακεδονία και τη Θράκη μετά τον А' Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ παράλληλα αναχώρησαν 348.000 Μουσουλμάνοι.

Το πληθυσμιακό κενό υπερκάλυψαν περίπου 500.000 Μικρασιάτες και Πόντιοι, που εγκαταστάθηκαν στην ύπαιθρο και 300.000 στις πόλεις, ενώ από τη Βουλγαρία την ίδια περίοδο ήρθαν 30.000 Έλληνες πρόσφυγες.

Τέλος, 80.789 Σλαβόφωνοι επέλεξαν ως τόπο παραμονής τους την Ελλάδα, σύμφωνα με την επίσημη ελληνική απογραφή του 1928.

Το ποσοστό τους επί του συνόλου του πληθυσμού της Μακεδονίας δεν έφτανε το 6%  και, παρά τις κριτικές που έχουν ασκηθεί για την ακρίβεια της απογραφής αυτής , είναι εξαιρετικά αμφίβολο και ελεγχόμενο αν το ποσοστό αυτό, σύμφωνα με τις υπάρχουσες αρχειακές μαρτυρίες, θα μπορούσε να υπερβαίνει το 10-11%, δηλαδή περίπου τις 160.000, αν προσμετρηθούν βέβαια και οι δίγλωσσοι .

Ωστόσο, ενώ η αμοιβαία μετανάστευση έτεινε να αποσοβήσει ειρηνικά και οριστικά το μειονοτικό, η κατάσταση περιπλέχθηκε εκ νέου,
 όταν το Νοέμβριο του 1924 το ΚΚΕ, παρά τις αντιδράσεις ορισμένων μελών του, 
αποδέχθηκε τη διακήρυξη της Κομιντέρν για «ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία» .

 Η απόφαση αυτή του ΚΚΕ συνέδεσε στη συνείδηση μεγάλου μέρους του ελληνικού πληθυσμού τους βουλγαρίζοντες της Μακεδονίας με τους Κομμουνιστές, παρά το γεγονός ότι οι Σλαβόφωνοι υποστήριζαν συστηματικά σ’ όλο το μεσοπόλεμο τους Λαϊκούς .

Ήταν επόμενο η εσωτερική αυτή απειλή να οξύνει τις τοπικές αντιπαραθέσεις και τα πνεύματα, ιδιαίτερα όσων είχαν προσφέρει εθνικές υπηρεσίες στη Μακεδονία και ανησυχούσαν για την τύχη της, λόγω των συνεχών βουλγαρικών επιδρομών και των μεθοριακών επεισοδίων.

Οι ανησυχίες αυτές αποκτούσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στο πλαίσιο του προωτοκόλλου Πολίτη-Καλφώφ, που είχε προηγηθεί το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς.

Σύμφωνα με το πρωτόκολλο αυτό, που υπέγραψαν οι δυο υπουργοί των εξωτερικών,

 η Ελλάδα αποδεχόταν 
ότι οι Σλαβόφωνοι της δυτικής Μακεδονίας συνιστούσαν βουλγαρική μειονότητα

 παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι πολλοί από αυτούς, όχι μόνο είχαν επιλέξει οικειοθελώς την ελληνική εθνική ταυτότητα, 

αλλά είχαν ήδη πιστοποιήσει την επιλογή τους αυτή με τη δράση τους στο Μακεδονικό Αγώνα και στους πολέμους της περιόδου 1912-1922. 

Η ελληνική αυτή αδεξιότητα προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Σερβίας, η οποία, ανησυχώντας για τις μοιραίες συνέπειες που θα είχε η ανακίνηση παρομοίου θέματος εντός των δικών της συνόρων, κατήγγειλε την ελληνοσερβική συνθήκη συμμαχίας του 1913
  και ζήτησε την αναγνώριση των Σλαβοφώνων ως σερβικής μειονότητας. 


Εξίσου άμεση ήταν η αντίδραση και του ελληνικού πολιτικού κόσμου που τελικά, μερικούς μήνες αργότερα, οδήγησε στην άρνηση επικύρωσης του πρωτοκόλλου από τη Βουλή .

Παρόμοιες εξελίξεις σημειώθηκαν και κατά την περίοδο της δικτατορίας του Πάγκαλου (1925-26).

Ο Πάγκαλος, μέσα στο δυσμενές κλίμα που είχε δημιουργήσει η επέμβασή του στη Βουλγαρία και κάτω από της πιέσεις του Βελιγραδιού,
αναγνώρισε την ύπαρξη σερβικής μειονότητας στη Μακεδονία. 

Μετά την ανατροπή του Πάγκαλου, οι σχετικές συμβάσεις απορρίφθηκαν από το ελληνικό κοινοβούλιο. 

Στα επόμενα χρόνια, κατά τη διακυβέρνηση της χώρας από την κυβέρνηση Βενιζέλου (1928-32),
η Σόφια συνέχισε να πιέζει για την αναγνώριση μειονότητας στη Μακεδονία. 

Οι προτάσεις αυτές φαίνεται ότι δεν άφησαν αδιάφορο τον Βενιζέλο, εφόσον βέβαια η Βουλγαρία θα ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί το αμετάβλητο των βαλκανικών συνόρων.

Τον Οκτώβριο του 1930, στη Βαλκανική Συνδιάσκεψη των Αθηνών, το θέμα της Μακεδονίας ήταν επίσημα εκτός ημερησίας διατάξεως, αλλά στο περιθώριο των συζητήσεων ο Βενιζέλος κράτησε μια μάλλον διαλλακτική στάση.
Όμως τα σχέδια αυτά δεν βρήκαν και πάλι ανταπόκριση στο Βελιγράδι (Δεκέμβριος 1930), που αρνήθηκε να αποδεχθεί ρυθμίσεις οι οποίες θα διευκόλυναν βουλγαρικές παρεμβάσεις στα νότια της χώρας .

Για την ερμηνεία των διπλωματικών αυτών παλινδρομήσεων πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι μόνον η διπλωματική παράμετρος και ο βαλκανικός περίγυρος, αλλά να σταθμιστεί προσεκτικά η κατάσταση στις αγροτικές περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας, όπου σοβαροί παράγοντες τροφοδοτούσαν τη δυσαρέσκεια των Σλαβοφώνων.

Καταρχήν πρέπει να παρατηρηθεί ότι μετά την αμοιβαία ελληνοβουλγαρική μετανάστευση ο συντριπτικός όγκος του σλαβόφωνου πληθυσμού εντοπιζόταν πλέον στις περιοχές Φλώρινας και Καστοριάς. 

Οι βασικοί λόγοι ήταν δύο•

α) Οι περιοχές αυτές δεν συνόρευαν με τη Βουλγαρία και έτσι η μετανάστευση προς την κατεύθυνση αυτή ήταν σχετικά δύσκολη και

β) Οι περιοχές Φλώρινας και Καστοριάς ήταν σε μεγάλο ποσοστό ορεινές και οι απαλλοτριώσιμες —πρώην τουρκικές— εκτάσεις δεν ήταν ιδιαίτερα εκτεταμένες.

 Έτσι ο καλλιεργήσιμος χώρος για προσφυγικές αγροτικές εγκαταστάσεις ήταν περιορισμένος σε σύγκριση με την ανατολική και κεντρική Μακεδονία.

Αλλωστε, σε ορισμένα μέρη του οροπεδίου της Φλώρινας, όπου η μετανάστευση στο Νέο Κόσμο είχε αρχίσει από τις αρχές του αιώνα και τα εμβάσματα ήταν μεγάλα, σημαντικό μέρος τουρκικών τσιφλικιών είχε εξαγοραστεί εγκαίρως από τους εντοπίους και έτσι η απαλλοτρίωση της γης ήταν πλέον αδύνατη .

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Νομάρχη Φλώρινας, στου οποίου τη δικαιοδοσία περιλαμβανόταν και η Καστοριά, ο σλαβόφωνος πληθυσμός της περιοχής το 1930 ήταν 76.370 άτομα —προφανώς συμπεριλαμβανομένων των διγλώσσων— σε σύνολο 125.722 κατοίκων .

Η διάγνωση των εθνικών φρονημάτων του πληθυσμού αυτού, εφόσον υπήρχαν, ήταν βέβαια μια εξαιρετικά λεπτή υπόθεση και καμιά εκτίμηση δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκαιρη. 

Ο Νομάρχης Καλλιγάς ισχυριζόταν ότι, με βάση τη στάση τους στο Μακεδονικό Αγώνα και στον A ' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι «ρευστών φρονημάτων» Σλαβόφωνοι ξεπερνούσαν τις 60.000.

 Επεσήμανε όμως ότι από αυτούς οι περισσότεροι —35.000 περίπου —, αν και δεν τηρούσαν θετική στάση απέναντι στην ελληνική εθνική ιδεολογία, ωστόσο δεν ήταν πρόθυμοι να δραστηριοποιηθούν εναντίον της Ελλάδος, και κατέληγε
«...θα ανήκωσιν όμως εις εκείνον το έθνος όπερ συστηματικός και ενδελεχώς υπέρ αυτών μεριμνά και όπερ θα εργασθή πραγματικώς ίνα προσεταιρισθή αυτούς». 

Οι υπόλοιπες 25.000, κατά τις εκτιμήσεις των νομαρχών της περιοχής, αποτελούσαν κανονική «βουλγαρική μειονότητα», 
ανήκαν κατά κανόνα στην τάξη των ευπορότερων χωρικών 
και είχαν σαφή ανθελληνική δράση. 

Επρόκειτο για προκρίτους που είχαν προσηλυτιστεί από παλαιά στην Εξαρχία, ήταν οικονομικά αυτόνομοι και διέθεταν την οικονομική άνεση να ταξιδεύουν συχνά στη Βουλγαρία. 

Η άρνηση των βουλγαριζόντων αυτών να μεταναστεύσουν επιβεβαιώνει έμμεσα την άποψη ότι υπήρχε σαφής γραμμή της ΕΜΕΟ κατά της μαζικής και ολοκληρωτικής εγκατάλειψης των ελληνικών εδαφών. 

Από την άλλη όμως πλευρά, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται και η φυσιολογική απροθυμία των πλέον ευπόρων αγροτών να εγκαταλείψουν τα ευμεγέθη κτήματά τους σε αντίθεση με την άμεση φυγή των χρεωμένων και ακτημόνων συντοπιτών τους .

Η κατακλείδα πάντως, σχετικά με το ρόλο της κρατικής μέριμνας στο θέμα της αφομοίωσης, ήταν το σημαντικότερο μέρος της έκθεσης του Καλλιγά, αφού άλλωστε οι αριθμητικοί υπολογισμοί του αφενός δεν είναι επαληθεύσιμοι, αφετέρου προϋποθέτουν σταθερότητα των φρονημάτων για 10-15 χρόνια υπό αντίξοοες συνθήκες.

Η αφομοίωση αυτών των 25.000 Σλαβοφώνων ήταν δύσκολη, γιατί έτρεφαν, κατά τον Καλλιγά, ισχυρές φιλοβουλγαρικές διαθέσεις.

Όμως η ελαστικότητα της εθνικής συνειδήσεως των υπολοίπων —λίγων δεκάδων χιλιάδων— ήταν απόλυτα φυσιολογική για παραμεθορίους πληθυσμούς, οι οποίοι βρίσκονταν στο στόχαστρο εθνικών προπαγανδών επί μισό τουλάχιστον αιώνα.

Είναι χαρακτηριστική της ρευστότητος συνειδήσεως, αλλά και της εύκολης μεταστροφής, η παρατήρηση του Καλλιγά ότι ολόκληρα χωριά είχαν προσέλθει στο ελληνικό εθνικό στρατόπεδο, γιατί γόνοι επιφανών οικογενειών είχαν γίνει αξιωματικοί του ελληνικού στρατού στη διάρκεια των πολέμων .

Είναι λοιπόν εύλογο το ερώτημα γιατί προχωρούσε με τόσο βραδύ ρυθμό η αποδοχή της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας από αυτή τη μικρή σχετικά γλωσσική ομάδα.

 Οι Σλαβόφωνοι της εποχής ήταν γενικά συντηρητικοί, όπως συνήθως συμβαίνει με ανάλογες γλωσσικές ομάδες, και διακρίνονταν ακόμη για τη συμπαγή κοινωνική τους δομή.

Οι μικτοί γάμοι, ιδιαίτερα στα αμιγή σλαβόφωνα χωριά, ήταν —και εξακολούθησαν να είναι για πολλά χρόνια— περιορισμένοι

Στις λίγες περιπτώσεις που πραγματοποιούνταν τέτοιοι γάμοι, τα εισερχόμενα στην πατριαρχική οικογένεια μέλη ήταν προσφυγοπούλες που αφομοιώνονταν εύκολα γλωσσικά κάτω από την καθοριστική παρουσία του pater familiae.

Η εκπαίδευση λοιπόν των παιδιών αδυνατούσε να φέρει σημαντικά αποτελέσματα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα.
 Αλλά και στις οικονομικές συναλλαγές η πάτριά ήταν από τη φύση της αυτάρκης και εσωστρεφής, γι’ αυτό απέφευγε συστηματικά να έρθει σε συναλλαγή με το ελληνικό δημόσιο .

Ακόμη τα συγκοινωνιακά προβλήματα, σε συνδυασμό με το βαρύ δυτικομακεδονικό χειμώνα, η υπανάπτυξη στις καλλιέργειες, οι χαμηλές τιμές των γεωργικών προϊόντων, η απουσία δημοσίων έργων και πρωτοβουλιών, τα κενά των δημοσίων υπηρεσιών ερμηνεύονταν από τους εντοπίους ως ένδειξη εγκατάλειψης της περιοχής, ενίσχυαν τα επιχειρήματα όσων ισχυρίζονταν ότι οι Σλαβόφωνοι αποτελούσαν εθνική μειονότητα και διευκόλυναν την εξαγορά των εθνικών συνειδήσεων .

Είναι ίσως χαρακτηριστικό ότι από το 1919 έως το 1923 το ποσοστό χορήγησης γεωργοκτηματικών δανείων στην κεντρική και δυτική Μακεδονία, όπου τα εξαγώγιμα προϊόντα σπάνιζαν, κυμάνθηκε γύρω στο 4%.
Την ίδια περίοδο στη σταφιδοπαραγωγό Πελοπόννησο και την καπνοπαραγωγό ανατολική Μακεδονία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν πάνω από 30% .

Η ελλιπής παιδεία δεν βοηθούσε βέβαια στη διάκριση της αλήθειας από τα ψεύδη, παρά τη σοβαρή πρόοδο που είχε σημειωθεί από την εποχή του A ' Παγκοσμίου Πολέμου.
Η έλλειψη σχολικών κτηρίων ήταν σοβαρότατη, ακόμη και σε σύγκριση με τα γειτονικά κράτη.

Ο αριθμός των νηπιαγωγείων δεν ήταν επαρκής και οι αρνητικές επιπτώσεις στην εκμάθηση της ελληνικής εμφανέστατες.
Το επίπεδο των δασκάλων σε πολλές περιπτώσεις ήταν χαμηλό.
Αν μάλιστα προέρχονταν από τη νότιο Ελλάδα, δύσκολα κέρδιζαν την εμπιστοσύνη των κατοίκων.
 Η μέση εκπαίδευση χειμαζόταν από την έλλειψη διδακτικού προσωπικού. Έτσι οι πιθανότητες των αποφοίτων να εισαχθούν σε κάποια ανώτερη σχολή ήταν περιορισμένες και φυσικά η κοινωνική ανέλιξη του πληθυσμού βράδυνε .

Τα κενά στην εκπαίδευση δεν μπορούσε φυσικά να τα καλύψει η εκκλησία.
Αρκετοί εφημέριοι κοινοτήτων, περίπου 50, ήταν πρώην εξαρχικοί ιερείς.
 Σε 40 χωριά δεν υπήρχαν καθόλου ιερείς. 
Οι αρχιερατικοί επίτροποι είχαν καταργηθεί.
 Οι περιοδείες των αρχιερέων είχαν περιοριστεί σημαντικά.
Επιπλέον είχε επιτραπεί η λειτουργία παλαιοημερολογίτικων εκκλησιών σε 40 περίπου χωριά, τα οποία δεν δέχονταν το νέο ημερολόγιο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι κάτοικοι των χωριών αυτών επισκέπτονταν συχνά τη Σερβία, προκειμένου να γιορτάσουν μαζί με τους συγγενείς τους τις μεγάλες γιορτές και φυσικά γίνονταν φορείς της σερβικής ιδεολογίας, η οποία, όπως παρατηρήθηκε, συνέχισε να υφίσταται κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920.

 Ο Καλλιγάς παρατηρούσε ότι οι συνέπειες των εκκλησιαστικών αυτών προβλημάτων δεν ήταν αμελητέες, καθώς, λόγω της πολιτιστικής υπανάπτυξης, οι σλαβόφωνοι χωρικοί ήταν προσηλωμένοι στους ιερείς τους .

Το ζήτημα, εξάλλου, της οριστικής διανομής κλήρων τα χρόνια αυτά (1933-34) άγγιξε σε μερικές περιπτώσεις τα όρια ανοικτής σύγκρουσης μεταξύ προσφύγων και εντοπίων .
Απ’ όσα στοιχεία είναι διαθέσιμα φαίνεται ότι σε πολλές περιπτώσεις, όχι όμως κατά κανόνα, η αδικία σε βάρος των εντοπίων ήταν καταφανής.

Αρκετοί έχασαν τα κτήματα που καλλιεργούσαν ή διεκδικούσαν, επειδή δεν μπορούσαν να προσκομίσουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά, ενώ η απαλλοτρίωση κοινοτικών βοσκοτόπων δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στους κτηνοτρόφους.
Λόγω των συνεχών διενέξεων, πρόσφυγες και εντόπιοι γεωργοί βρίσκονταν σε απελπιστική οικονομική κατάσταση, γεγονός που ενίσχυε τη θέση των αγροτοπατέρων, οι οποίοι υπόσχονταν στους χρεα>μένους παραγραφή των χρεών .

 Αλλά και σε πολλά αμιγή σλαβόφωνα χωριά η πληθυσμιακή αύξηση σε συνδυασμό με την ανυπαρξία κοινοτικών γαιών, την ακαταλληλότητα των εδαφών και τη γενικότερη αδυναμία ανάπτυξης εναλλακτικών οικονομικών πόρα)ν οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στον υποσιτισμό .
Προβλήματα στην πορεία της αφομοίωσης δημιουργούσε και η δυσανάλογη προς τον πληθυσμό αποδημία στο εξωτερικό, κυρία>ς στις ΗΠΑ και τον Καναδά και δευτερευόντως στην Αυστραλία.

Ολόκληρος ο μεταναστευτικός κύκλος, ο οποίος ήταν συνήθως τριετής, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με τις βουλγαρικές επιδιώξεις. 

Εκμεταλλευόμενη τους περιορισμούς που έθεταν οι μεταναστευτικές αρχές ορισμένων χωρών για Έλληνες μετανάστες ή για ανήλικους, η ΕΜΕΟ ενεθάρρυνε συστηματικά, ως πρώτο στάδιο, την αποδημία από την ελληνική Μακεδονία στη Βουλγαρία.

 Εκεί οι σλαβόφωνοι μετανάστες εφοδιάζονταν με βουλγαρικά διαβατήρια κατόπιν ενεργειών της ΕΜΕΟ, η οποία με τη μέθοδο αυτή ενίσχυε το κύρος της και εξασφάλιζε έσοδα. 

Ο δεύτερος κύκλος της προπαγάνδας ήταν οργανωμένος στο χώρο υποδοχής ήδη από τις αρχές του αιώνα και βέβαια ευνοούνταν σημαντικά από την εχθρική στάση πολλών ελληνικών παροικιών προς τους σλαβόφωνους Έλληνες.

Ήταν επόμενο, λοιπόν, μετά από τριετή κατήχηση μερικοί μετανάστες να επιστρέφουν στη Μακεδονία εκβουλγαρισμένοι. Το πρόβλημα απασχολούσε σοβαρά τις ελληνικές αρχές, αλλά καμιά από τις λύσεις που προτάθηκαν (προπαγάνδα στο εξωτερικό ή αποβολή ιθαγένειας) δεν φαίνεται να εφαρμόστηκε .

Ως τελευταία αιτία της βραδείας αφομοιώσεως πρέπει να αναφερθεί η εκμετάλλευση του όλου ζητήματος από τα ελληνικά κόμματα, τα οποία δεν κατόρθωσαν να υιοθετήσουν ενιαία εθνική πολιτική σε αυτό το θέμα.
Ήδη αναφέρθηκε ότι τις προτιμήσεις των Σλαβοφώνων εξαρχής συγκέντρωνε το Λαϊκό Κόμμα, εξαιτίας κυρίως της ταύτισης των Βενιζελογενών κομμάτων με τους πρόσφυγες .

Μάλιστα η υπόδειξη ως υποψηφίων βουλευτών στη δυτική Μακεδονία επιφανών Μακεδονομάχων προσπόρισε επιπλέον κέρδη ανάμεσα στους φανατικούς ελληνόφρονες, τους «Γραικομάνους», που έβλεπαν τους παλαιούς ήρωές τους ως εγγύηση της ασφάλειάς τους. 

Η άμεση και άνετη υπερκέραση των Φιλελευθέρων ενέπλεξε διαδοχικά και αυτό το κόμμα στο φαύλο κύκλο του ρουσφετιού και της πολιτικής πατρωνείας, αλλά με ελάχιστα σταθερά κέρδη.

 Στη δεκαετία του 1930 οι Λαϊκοί κατάφεραν με χαρακτηριστική ευκολία να εξαργυρώσουν προς όφελος τους τη δυσαρέσκεια των εντοπίων προς τους πρόσφυγες, υποσχόμενοι ακόμη και την παροχή μειονοτικών δικαιωμάτων .

 Σε αντίθεση με το ΚΚΕ που απέτυχε να εξασφαλίσει σημαντικά πολιτικά οφέλη στο χώρο των Σλαβοφώνων, παρά τις αμφιλεγάμενες θέσεις του για το Μακεδονικό, 
ουσιαστικά κέρδη είχε η «Μακεδονική Ένωση» το 1935 και το 1936 (με το όνομα «Μεταρρυθμιστικό Εθνικό Κόμμα») υπό την ηγεσία του Σωτηρίου Γκοτζαμάνη. 

Το κόμμα αυτό, που αποτελούσε τοπική παραφυάδα των Λαϊκών, επέσυρε πλήθος κατηγοριών, αδίκων τις περισσότερες φορές, όπως δείχνει η λεπτομερής ανάλυση των αποτελεσμάτων, αλλά κατάφερε τελικά να εκλέξει τέσσερις βουλευτές το 1936 .

Αν και όλα τα κόμματα προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν κομματικά τις ιδιομορφίες του σλαβόφωνου πληθυσμού, ωστόσο κανένα δεν μπόρεσε να υλοποιήσει τις συγκροτημένες προτάσεις του Νομάρχου Φλώρινας Παύλου Καλλιγά, που συνιστούσε διακριτικότητα, πολλά έργα, πατρική στοργή, αποφασιστικότητα και δικαιοσύνη .

Αντίθετα, στην περίοδο της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά
 εφαρμόστηκαν σκληρά μέτρα γλωσσικής αφομοίωσης των 85.000 περίπου απογραμμένων Σλαβοφώνων , μέτρα που, όπως φαίνεται, 
ορισμένοι κρατικοί λειτουργοί είχαν εισηγηθεί από τις αρχές της δεκαετίας . 

Η πολιτική αυτή και ο ανεξέλεγκτος τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκε, όπως ήταν επόμενο, προκάλεσαν ευρύτατη δυσαρέσκεια η οποία είτε αναβίωσε είτε αναζωπύρωσε λανθάνοντα φιλοβουλγαρικά αισθήματα σε μερίδα του σλαβόφωνου πληθυσμού . 

Οι συνέπειες των επιλογών αυτών δεν άργησαν να εκδηλωθούν στα ταραγμένα χρόνια που ακολούθησαν .

Συμπερασματικά, πρέπει να σημειωθεί ότι η διάσπαση των Σλαβοφώνων σε δύο εθνικά στρατόπεδα, των βουλγαριζόντων Εξαρχικών και των Γραικομάνων Πατριαρχικών, ήταν μια εξαιρετικά αργή διαδικασία που βασίστηκε στην πολιτική συγκυρία και στα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα του 19ου και του 20ού αιώνα και όχι σε προϋπάρχουσες εθνοτικές διαφορές.

Η διαδικασία αυτή, παρ’ όλες τις συγκρούσεις και τις πολυετείς εθνικές προπαγάνδες δεν είχε ολοκληρωθεί κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας.

Προσδιόρισε όμως σε μεγάλο βαθμό τη θέση των δύο παρατάξεων μέσα στο ελληνικό εθνικό κράτος κατά την περίοδο του μεσοπολέμου.

Συγκεκριμένα προσέλαβε το χαρακτήρα της περιθωριοποίησης όλων αυτών των σλαβόφωνων πληθυσμών, όχι μόνο των Εξαρχικών, που η προηγούμενη αρνητική ή έστω ευμετάβλητη στάση τους έναντι της Ελλάδας τους ενέτασσε στην κατηγορία των πολιτών με «ύποπτα εθνικά φρονήματα».

Αν και αρκετές φορές η αίσθηση της περιθωριοποίησης ήταν υποκειμενική, ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέπεται μια σειρά από αίτια που αντικειμενικά εμπόδισαν την αφομοίωση της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας.

Η διοικητική και η ιδεολογική ανεπάρκεια του ελληνικού κράτους, ιδίως των κατώτερων δημοσίων λειτουργών, που πολλές φορές ερμήνευαν τις γλωσσικές και πολιτιστικές διαφορές ως αμφισβήτηση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας, είχε τεράστιο συναισθηματικό κόστος.

Η πιεστική πολιτική και διπλωματική κατάσταση εξανάγκαζε κόμματα και κυβερνήσεις σε βεβιασμένους χειρισμούς που ενίσχυαν τους φόβους των σλαβόφωνων αγροτών.

 Τέλος, η αντιπαράθεση εντοπίων και προσφύγων και τα συναφή οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα (τοπικές κοινοτικές διαμάχες, ανταγωνισμοί για κοινωνική άνοδο, διανομή κλήρων κ.λπ.) επέτειναν τα αισθήματα της εγκατάλειψης.
Ωστόσο δεν θα πρέπει επίσης να διαφεύγει της προσοχής του σύγχρονου παρατηρητή ότι, παρά τις δυσκολίες που επισημάνθηκαν, η διαδικασία της περιθωριοποίησης και της σταδιακής σύμπηξης διαφοροποιημένης εθνοτικής ταυτότητας —στο βαθμό που η εξέλιξη αυτή προχώρησε κατά τα μεσοπολεμικά χρόνια— αφορούσε, εφόσον δεχτούμε τη μαρτυρία του νομάρχη Καλλιγά, μόνον μικρό ποσοστό του σλαβόφωνου πληθυσμού της Μακεδονίας, περίπου 15%, δηλαδή 25.000 άτομα.

Οι αριθμοί αυτοί —αν βέβαια γίνει αποδεκτό ότι τα όρια μιας διαμορφούμενης εθνοτικής μειονότητας μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια— προέρχονται από εκτιμήσεις, αναφορές και στατιστικές που ο τρόπος καταγραφής τους τις καθιστά κάθε άλλο παρά ακριβείς και φερέγγυες.

Ωστόσο σαν τάξη μεγέθους φαίνεται ότι δεν απέχουν πολύ από την πραγματικότητα, τουλάχιστον αν κρίνουμε με βάση τα μεγέθη της ταραγμένης δεκαετίας του 1940 .

 Για τους υπόλοιπους Σλαβόφωνους, την πλειοψηφία, η πλήρης αποδοχή της νεοελληνικής εθνικής ταυτότητας και του εθνικού κράτους δεν ήταν περισσότερο προβληματική απ’ ό,τι των άλλων, μη ελληνόφωνων πληθυσμιακών ομάδων, που ενσωματώθηκαν καθυστερημένα στο ελληνικό κράτος .

Δεν υπάρχουν σχόλια: