Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Μακεδονική Γη: ΣΤΡΩΜΝΙΤΣΑ (bul.Стру̀мица).O Μακεδονικός Αγώνας, η Απελευθέρωση και ο Εκπατρισμός των κατοίκων της.

Ο Στρωμνιτσιώτης Γραικομάνος Μακεδονομάχος
Παντελής Παπαιωάννου
(Καπετάν Νικοτσάρας)
Ο εκπατρισμός, 
η μεγαλύτερη από τις συμφορές.
   (Εκάβη του Ευριπίδη).



ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΠΟΝΗ
Μηνιαία Επιθεώρηση ΗΩΣ
1960 
(οι φωτογραφίες επιλογή Yauna)

Ως είναι γνωσχόν, πόθος διακαής των  Σλάβων ήτο και παραμένει η  έξοδος προς χό Αιγαίον.
Διά να φθάσουν όμως εις αυτό έπρεπε να προπαρασκευάσουν τον δρόμον επί δύο αξόνων με βάσιν έξορμήσεως την Σόφιαν. Οι άξονες ούτοι ήσαν:

α') άξων: Σόφια Νευροκόπι Δράμα Καβάλα και
β') άξων: Σόφια Στρώμνιτσα Δοϊράνη Θεσσαλονίκη.

Αμέσως μετά τό 1878 κατώρθωσαν να αποσπάσουν από την  Ορθοδοξίαν τα προς Β. της Στρωμνίτσης μέχρι βουλγαρικών συνόρων χωρία, ως και τά νοτίως του, Μπέλες μέχρι Θεσσαλονίκης της περιοχής του Άβρέτ Χισάρ, του σημερινού δηλαδή νομού Κιλκίς.

Ή συνέχεια του άξονος αυτού διεκόπτετο από τον Ελληνισμόν της Στρωμνίτσης, ο οποίος δεν ελύγισε και εμεινε διά τούς Βουλγάρους το άπαρτο κάστρο μέχρι του 1913,
 δια την πείσμονα δέ αύτήν αντίστασίν της, οι Βούλγαροι απεκάλουν την Στρώμνιτσαν «προκλέτα», δηλαδή κατηραμένην


Έστρεψαν λοιπόν τά ιοβόλα βέλη των κατά του Ελληνισμού αυτής.

Οπως όμως η οροσειρά του Μπέλες, που εκτείνεται από τον   Αξιόν μέχρι του Στρυμόνος, από δυσμάς προς ανατολάς, φράσσει τον ρούν των έκ βορρά χειμάρρων και έκτρέπει αυτούς προς τον Στρυμόνα, ούτως ο Ελληνικός Εθνικός Βράχος της Στρωμνίτσης θραύει την ορμήν τών από βορρά λυσσωδών κυμάτων τών Βουλγάρων και δέν έπιχρέπει την ενωσιν του άξονος Σόφιας Θεσσαλονίκης.

Διά να επιτύχουν οι Σλάβοι την εκπόρθησιν του φρουρίου τούτου ετοποθέτησαν ως αρχιερατικόν Έπίτροπον της Εξαρχίας εις Στρώμνιτσαν κατά το 1892 ενα περιβόηχον καταστάντα διά την σατανικότητά χου Γεράσιμον.

H πρώτη του  επιτυχία ύπήρξεν η  ίδρυσις τή συνδρομή τών Τούρκων, βουλγαρικού δημοτικού σχολείου, με μαθητάς από τά χωρία.

Εκκλησίαν δεν ειχον οι Βούλγαροι, δι΄ αυτό δέ και μετέτρεψαν μίαν χορταποθήκην είς παρεκκλήσιον.

Την μεγάλην σημασίαν που απέδιδον οι Βούλγαροι εις την Στρώμνιτσαν την απέδειξαν και με την ϊδρυσιν εις αυτήν Έπισκοπής.


ΙΙράγματι την μίαν έκ των επισκοπικών εδρών που επέχυχαν οι Βούλγαροι μετά το 1897 διά τας πόλεις της Μακεδονίας προώρισαν διά την Στώμνιτσαν. Ούτως ο μέχρι τότε αρχιερατικός επίτροπος Γεράσιμος εχειροχονήθη εις επίσκοπον.

Ή πρώτη ενέργεια του νέου επισκόπου εξεδηλώθη με την αναζήτησιν γηπέδου εις το κέντρον της πόλεως δι’ ανοικοδόμησιν εκκλησίας.

Πράγματι ηγόρασε προς τον σκοπόν τουτον οικίαν εις κεντρικόν σημείον και πλησίον της εκκλησίας του Άγ. Δημητρίου.

Ευθύς όμως αμέσως η  Ελληνική κοινότης ηγόρασεν άπαντα τα γειτονικά προς την οικίαν αυτήν κτίσματα και περιώρισε την βουλγαρικήν ιδιοκτησίαν εις μόνην την έκτασιν του οικοπέδου της αρχικώς αγορασθείσης οικίας.

 Ούτως έσβυσαν τα όνειρα ανοικοδομήσεως μεγαλοπρεπούς ναύ των σχισματικών.
 
Έκ παραλλήλου η  Ελληνική κοινότης προέβαινεν εκάσχοχε δραστηρίως εις ενεργείας και εματαίωνε την έκδοσιν φιρμανίου προς ανοικοδόμησιν υπό των Βουλγάρου εκκλησίας.

Όταν όμως επεκράτησαν οι Νεότουρκοι, των οποίων στενοί συνεργάται ήσαν οι Βούλγαροι, επέτυχον ούτοι την σχετικήν άδειαν.

Επειδή όμως επήλθον οι βαλκανικοί πόλεμοι, δεν ηξιώθησαν  οι Βούλγαροι να λειχουργήσουν εις ιδικήν των εκκλησίαν, η  οποία ηύρίσκετο υπό κατασκευήν εις τον περιωρισμένον χώρον, τον εζωσμένον από όλας τας πλευράς από ιδιοκτησίας της 'Ελληνικής κοινότητος.

Ο επίσκοπος της Εξαρχίας ήτο το κέντρον ενεργείας του Βουλγαρικού κομιτάτου, κατά τον άρξάμενον δε ένοπλον αγώνα εκείνος κατηύθυνε την δράσιν.

Εις την Στρώμνιτσαν δέν ευρον απήχησιν,αι προπαγανδιστικαί ενέργειαι προς συμμετοχήν εις το περιβόητον Ίλιντεν ούτε και εις αυτούς τους προσχωρήσαντας εις την Εξαρχίαν.

 Εις την περιφέρειαν Στρωμνίτσης είχεν αποσταλή ως αρχηγός και οργανωτής των κομιτατζήδων Βούλγαρος υπαξιωματικός του βουλγαρικού στρατού, ο Χρήστος Τσερνοπέεφ.  
  
Η τσέτα του Χρήστου Τσερνοπέεφ (Христо Чернопеев)
Ούτος αρχικώς ανενόχλητος περιήρχετο την ύπαιθρον, την οποίαν και οργάνωσε συστηματικά, και ούτως ήρχισεν η  τρομοκρατία με όλα τα επακόλουθά της.
Τη συνδρομή των οπαδών του και τη ανοχή των τουρκικών αρχών εισήρχετο σχεδόν ανενόχλητος, κατέλυεν εις τας οικίας οπαδών του, άλλα και εκβιαστικώς εις οικίας Ελλήνων, διά να εκθέτη αυτούς ως υποθάλποντας την ανταρσίαν.

Ταύτα βέβαια προ της ενάρξεως της διαπράξεως δολοφονιών. Οι  αρμόδιοι παράγοντες της Ελληνικής κοινότητος ενημέρωνον περί της σοβαράς ταύτης κτήσεως τους εν Θεσσαλονίκη Αρμοδίους.

Οι ίδιοι αντέδρων με όλα τα μέσα που ήτο δυνατόν να διαθέσουν παρά ταις Τουρκικαις αρχαίς, η  κατάστασις όμως ολοέν και εχειροτέρευε δια τον Ελληνισμόν.

Τα εκτελεστικά όργανα του Βουλγαρικού κομιτάτου ήσαν πάνοπλα και υπό αρχηγόν πεπειραμένον.
Αι απειλαί περί φόνων ήρχισαν να εκτοξεύωνται κατά των αντιδρώντων και κυρίως κατ’ εκείνων, οι όποιοι ηρνούντο να συντρέχουν οικονομικώς τον ληστρικόν αγώνα των.

Ύπό την επήρειαν αυτής της καταστάσεως ο  Έλλην Βασίλειος Ζωγράφος, ο επικληθείς Ντελή Βασίλης δια το ζωηρόν του χαρακτήρος του, έλαβεν αυτοβούλως την απόφασιν να κτυπήση την κεφαλήν της βουλγαρικής οργανώσεως, δηλαδή αυτόν τούτον τον επίσκοπον.

Ημέραν τινά του  Απριλίου 1904, ενω ο επίσκοπος Γεράσιμος ηυρίσκετο εις την αυλήν της κατοικίας του επυροβολήθη από τον Ντελή Βασίλην από το παράθυρον παρακειμένου μαγειρείου.
Δυστυχώς η  σφαίρα ςπέτυχε το καλυμαύχι αντί της κεφαλής.
Ούτως εσώθη ο επίσκοπος.

Ό δράστης συνελήφθη και μετήχθη εις τας φυλακάς του Επταπυργίου
Θεσσαλονίκης. Κατόπιν όμως συντόνων ενεργειών του Ελληνικού Προξενείου αφέθη ελεύθερος υπό τον όρον να παραμείνη εις Θεσσαλονίκην.

Οι Βούλγαροι βαρέως φέροντες την προσβολήν, η  οποία τους έγινεν, εδολοφόνησαν τον Μάϊον 1904 τον Χαρίτωνα Λιώτην, υιόν εμπόρου, διότι ο πατήρ Παντελής παρά τας πολλάς οχλήσεις και πιέσεις ηρνήθη να καταβάλη το ζητούμενον χρηματικόν ποσόν διά τας ανάγκας του Βουλγαρικού κομιτάτου.

Ο Στρωμνιτσιώτης Μακεδονομάχος
Νικόλαος Αγγειοπλάστης.
 Η πράξις αύτη των Βουλγάρων εξηρέθισε την νεολαίαν. 
Αμέσως με πρωτοβουλίαν του ενθουσιώδους πατριώτου Νικολάου Αγγειοπλάστου κατηρτίσθη ο πυρήν εθνικής μυστικής οργανώσεως, της οποίας τα πρώτα οργανωτικά μέλη ωρκίσθησαν εις την οικίαν του Αγγειοπλάστου.

 Την ενέργειαν των ταύτην ανέφερον εις τον τότε μητροπολίτην Γρηγόριον, μετέπειτα εθνομάρτυρα Κυδωνιών, όστις ηυχήθη επιτυχίαν του σκοπού των ευλογήσας την οργάνωσιν.

Τα μόνα όπλα που διέθετεν η  ελληνική νεολαία ήσαν αι δίκοποι μάχαιραι, τα μόνα τα οποΐα ηδύνατο να προμηθευθή εκ της αγοράς της Στρωμνίτσης, ενώ τα εκτελεστικά όργανα των Βουλγάρων ήσαν πάνοπλα.

Πλην της τελείας οργανώσεως των Βουλγάρων ο  Ελληνισμός είχε να αντιμετώπιση και την δράσν των Ρώσσων άξιωματικών, οι οποιοι έγκατασταθέντες τον Ιούνιον 1904 προς παρακολούθησή της εφαρμογής των αποφασισθεισών ύπό των Μ. Δυνάμεων μεταρρυθμίσεων, επεδόθησαν εις την εκ του ασφαλούς ενίσχυσιν των Βουλγάρων κατά του Ελληνισμού.

 Κατά των παρανόμων και σκανδαλωδών αυτών ενεργειών των Ρώσσων διεμαρτυρήθησαν τηλεγραφικώς οι  Έλληνες προς πάσας τας αρχάς, τόσον τας τουρκικάς, όσον και τας των Μ. Δυνάμεων ςν Θεσσαλονίκη και δι’ αυτοπροσώπου παρουσιάσεως πολυμελούς επιτροπής ενώπιον του Χιλμή πασά, καίτοι διά της ενεργείας των αυτής εξέθετον εις άσφαλή κίνδυνον την ζωήν των.

Τον Οκτώβριον 1904 έξ ενέδρας εντός της πόλεως δολοφονείται εν μέλος της νεολαίας μας, ό Νικόλαος Παπακωνσταντίνου, τραυματίζεται δέ έλαφρώς ο Αγγειοπλάστης, όστις διεσώθη χάρις εις την ψυχραιμίαν και γενναιότητα που επέδειξεν, αντεπιτεθείς κατά των δολοφόνων.
Την άνοιξιν του 1905 έδολοφονήθη ο έν Στρωμνίτση  Έλλην υπήκοος Σπ. Κούρτης.

Τήν 7ην Αύγούστου 1905 γίνεται απόπειρα δολοφονίας του μητροπολίτου Γρηγορίου, καθ' ήν ήμέραν έπέστρεφεν από περιοδείαν εις τα χωρία.

Ετραυματίσθη ο ίππος του, ενώ ο ίδιος έπεσεν άνευ απευκταίου, ετραυματίσθη όμως ο αρχιμανδρίτης Μιχαήλ ευτυχώς ελαφρώς.

Τα αλλεπάλληλα αυτά εγκλήματα κατασυνεκίνησαν την κοινωνίαν της Στρωμνίτσης, όπως και τους έν Θεσσαλονίκη αρμοδίους του Ελληνικού Προξενείου, άλλ'  ένεκα της φύσεως του εδάφους και του απομεμονωμένου του κέντρου τούτου, ήτο αδύνατος η  δι’ ενόπλων ομάδων ενίσχυσίς του.

 Ούτως ο Ελληνισμός της Στρωμνίτσης επάλαιε μόνος του άνευ αρμοδίου αρχηγού, ακαθοδήγητος.

Κατά τον Σεπτέμβριον 1905 κατώρθωσε τέλος η  κεντρική υπηρεσία Θεσσαλονίκης να προωθήση ως διευθυντήν των Σχολείων Στρωμνίτσης τον τότε υπολοχαγόν Βλάσιον Τσιρογιάννην υπό το ψευδώνυμον Βλάσης Ντάλης.

 Έν τω προσώπω τούτου η  νεολαία και γενικώτερον ο Ελληνισμός εύρε τον κατάλληλον αρχηγόν, καθ’ όλα άξιον διά την μορφήν υπό την οποίαν διεξήγετο ο άγων έν Στρωμνίτση.

 Ό αρχηγός εύρε νεολαίαν άοπλον, αλλά ωργανωμένην και πλήρη ενθουσιασμού και πίστεως εις τον αγώνα και πρόθυμον εις θυσίας.

Με συνδεδυασμένην ενέργειαν κοινοτικών αρχόντων, αρχηγού και νεολαίας η  κατάστασις ήλλαξεν άρδην.

 Νέα ορκωμοσία της νεολαίας έγινε παρουσία του αρχηγού εις ειδικήν συγκέντρωσιν έν τη οικία του τότε διδασκάλου Χαραλάμπους Καραμανώλη, νυν Προέδρου της Εθνικής Οργανώσεως Μακεδονομάχων «Παύλος Μελάς» Θεσσαλονίκης.

Ύπελείπετο τώρα η  εξεύρεσις τρόπου καταρτισμού ανταρτικού σώματος προς προστασίαν του Ελληνισμού της υπαίθρου.

Ή μεγαλυτέρα δυσκολία διά την προμήθειαν όπλων υπερεπηδήθη διά της πατριωτικής βοήθειας και συνεργασίας των Ελλήνων σιδηροδρομικών υπαλλήλων και του Λεωνίδου ΙΙαπαδιονυσίου, επιλέκτου μέλους του πρώτου πυρήνος της οργανώσεως της νεολαίας, ο όποιος, ως εργαζόμενος εις τας φορτοεκφορτώσεις εμπορευμάτων εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν Ούδόβου (Στρωμνίτσης), εχρησιμοποίησε Τούρκους αγωγιάτας διά την μεταφοράν σιδηρικών, προοριζομένων διά τους έμπορους Στρωμνίτσης.

Κάποτε ένας αγωγιάτης επονηρεύθη, ήνοιξεν ένα κιβώτιον και έλαβεν ένα βραχύκανον γκρά με τα ανάλογα φυσίγγια και μετέφερε το φορτίον εις Στρώμνιτσαν, εις τον παραλήπτην.

Οταν επέστρεψεν εις τον σταθμόν να παραλάβη νέον αγώγι, ανεκοίνωσεν εις τον Λεωνίδαν το γεγονός, αυτός όμως ενέκρινε την πράξιν του αγωγιάτου:

«Αφού σου χρειαζόταν, καλά το πήρες» του είπε.
Εις την υπόθεσιν αυτήν δεν εδόθη συνέχεια από τον Τούρκον.
Τούρκοι ήσαν και πολλοί άλλοι σύνδεσμοι.


Ως αρχηγός του ανταρτικού σώματος προεκρίθη ο Παντελής Παπαιωάννου, 
υιός ιερέως του χωρίου Κολεσίνου, γνώστης της περιοχής του Μπέλλες. 
Ούτος ήτο έμπειρος πολεμιστής, 
διακριθείς εις τον αγώνα του Βάλτου των Γιανιτσών, 
όπου μαζί με τον Καπετάν Γκόνον εκ Γιανιτσών
aπετέλουν την κλείδα του αγώνος.

Τελικώς τον Αύγουστον 1907 κατωρθώθη ο καταρτισμός ανταρτικού σώματος υπό αρχηγόν τον ΙΙαπαϊωάννου με το ψευδώνυμον Νικοτσάρας.

Δύσκολον ήτο το έργον του Νικοτσάρα.

Ηρχισε την οργάνωσιν εις τα χωρία. Οι Βούλγαροι κατεταράχθησαν, διότι εγνώριζον τας ικανότητας του Νικοτσάρα. Δυστυχώς κατόπιν προδοσίας περιεκυκλώθη υπό τουρκικού στρατού, επολέμησεν όμως επί 4ωρον μέχρις εξαντλήσεως των πυρομαχικών του.

Οταν δέ επείσθη ότι επρόκειτο να εμπρησθή το καταφύγιόν του υπό των Τούρκων, απεφάσισε να διαφύγη.

Κατά την εξοδόν του εφονεύθη με δύο εκ των οπαδών του.

Την θέσιν του κατέλαβεν αμέσως ο Χαράλαμπος Μπουφίδης, πρώτος εξάδελφός του, κατά πάντα άξιος.
O Στρωμνιτσιώτης Μακεδονομάχος
 Χαράλαμπος Μπουφίδης 
(καπετάν Φουρτούνας)
-καθιστός, δεύτερος από αριστερά- και το σώμα του
Μέ το ψευδώνυμον Φουρτούνας, ο πράος, ο σεμνός, ο ολιγόλογος, άλλ΄ αποφασιστικός ούτος άνθρωπος, με το μικρόν ανταρτικόν του σώμα κατέφερε καίρια κτυπήματα κατά των Βουλγάρων, αφού πρωτίστως εφόνευσεν επί του τάφου του Νικοτσάρα τον καταδότην.

Το σώμα του ενισχύθη και από ομάδα νέων εκ της πόλεμος Στρωμνίτσης, υπό ομαδάρχην τον Δημ. Τσιτσίμην.

Το Μπέλες περιήλθεν υπό την κυριαρχίαν του ελληνικού ανταρτικού σώματος, εντός ολίγων εβδομάδων. Κατά τον χειμώνα 1907-1908 οι βουλγαρίζοντες χωρικοί του κάμπου, ηναγκάσθησαν να καύσουν φράκτας των χωραφιών των, διότι το βουνό ήτο δι΄ αυτούς απηγορευμένον προς ξύλευσιν από τα αμούστακα παλληκάρια του Φουρτούνα.

Ή ανακήρυξις του Τουρκικού Συντάγματος εύρε τον  Ελληνισμόν της Στρωμνίτσης ακμαιότατον, με ηθικόν αμείωτον, άνευ της παραμικράς απωλείας της επιρροής του.
Τα ανταρτικά σώματα αμνηστευθέντα παρουσιάσθησαν εις τας πόλεις.

Διά την αξίαν του υπό των Στρωμνιτσιωτών διεξαχθέντος αγώνος κατά του Βουλγαρισμού, ομιλούν αί εκθέσεις των αρμοδίων και υπευθύνων διά το διαμέρισμα τούτο του Προξενείου Θεσσαλονίκης.

Ιδού ένα βραχύ απόσπασμα τοιαύτης εκθέσεως:

«Το διαμέρισμα Στρωμνίτσης, το βορειότερον της περιφερείας ημών, είναι εν τούτοις το μάλλον ακμαίον από απόψεως εθνικού φρονήματος μεταξύ πάντων των ξενοφώνων.

Αί Βουλγαρικαί ενέργειαι έτεινον να εξασθενήσωσι την επιρροήν τοΰ Ελληνισμού, ώστε να υφίσταται κίνδυνος να απολέσωμεν το παν εν τω διαμερίσματι τούτω τω αποτελούντι σπουδαιότατον πρόχωμα του εν τη περιφερείς Θεσσαλονίκης Μακεδονικού Ελληνισμού, και ο κίνδυνος ούτος καθίστατο σοβαρώτερος εκ της αδυναμίας του να προστατεύσωμεν και ενισχύσωμεν τους ήμετέρους πληθυσμούς, της προκυπτούσης εκ του απομεμονωμένου και απομεμακρυσμένου του διαμερίσματος, περιβαλλομένου υπό εχθρικών πληθυσμών».

Δεν παρήλθε πολύς καιρός από της ανακηρύξεως του Τουρκικού Συντάγματος και εξεδηλώθησαν τα μισελληνικά αισθήματα των Νεοτούρκων, συνεργαζομένων με τους Βουλγάρους.
 Ό Ελληνισμός ως ήτο ηνωμένος ανθίστατο διά των νομίμων μέσων κατά των πιέσεων.
Ή νεολαία κατόπιν συνεννοήσεως με τον τότε λοχαγόν Τσιρογιάννην, διευθύνοντα τα γραφεία του Κομιτάτου εν Άθήναις, συνέπηξεν απολύτως μυστικήν οργάνωσιν με σκοπόν να περιλάβη εις τας τάξεις της όλους τους αποφασιστικούς νέους, εις τρόπον ώστε έν καιρω να δράση κατά τας οδηγίας των Αθηνών.

Н οργάνωσις ήτο άγνωστος εις τους διοικούντας την κοινότητα.

Παράρτημά της ιδρύθη και εν Θεσσαλονίκη με σκοπόν την εξάπλωσιν της οργανώσεως εις άλλας περιοχάς. Επήλθον οι βαλκανικοί πόλεμοι κατά τους οποίους η  νεολαία ετήρησε τας υποσχέσεις των πάππων της, τας δοθείσας κατά το 1878.

Αν και η  Στρώμνιτσα ετέλει υπό βουλγαρικήν κατοχήν, οι νέοι καθ’ ομάδας ενετάχθησαν εις τας τάξεις του ελληνικού στρατού, ήτοι άλλοι μεν εις ομάδας ανταρτικάς, άλλοι δε ως οδηγοί του ελληνικού στρατού από Δοϊράνης μέχρι βουλγαρικών συνόρων.

Ειδικόν ανταρτικόν σώμα εξεκαθάριζε τα μετόπισθεν του στρατού από φωλεάς κομιτατζήδων.

Η έπ΄ αιώνων αναμενομένη ημέρα της απελευθερώσεως ανέτειλε.


Ήτο 24 Ιουνίου 1913, όταν απόσπασμα ιππικού του ελληνικού στρατού εισήλθεν εις την Στρώμνιτσαν.

Χαράς ευαγγέλια.

 Ή πόλις πλημμυρισμένη εις το κυανόλευκον υποδέχεται τους ελευθερωτάς.

Οι καμπάνες της εκκλησίας κτυπούν χαρμοσύνως, ενώ έξαλλοι από χαράν οι Στρωμνιτσιώται εναγκαλίζονται τους έλευθερωτάς:

Χαιρετισμός της ημέρας είναι το «Χριστός Ανέστη».

Ό νικηφόρος ελληνικός στρατός συνεχίζων την προέλασίν του προς τα παλαιά βουλγαρικά σύνορα συνάπτει εις την πεδιάδα της Στρωμνίτσης μάχην εκ συναντήσεως.
  
Αιχμαλωτίζεται ένα τάγμα Βουλγάρων με 22 πυροβόλα.

Επακολουθούν νέαι ενθουσιώδεις εκδηλώσεις των κατοίκων.
  
Ή χαρά όμως των Στρωμνιτσιωτών διήρκεσε μόλις ένα μήνα, διότι την 26ην Ιουλίου υπεγράφη η  συνθήκη ειρήνης εις το Βουκουρέστιον διά της οποίας επεδικάζετο η  Στρώμνιτσα εις τους Βουλγάρους και κατεδικάζοντο οι Στρωμνιτσιώται να αλλάξουν τον τουρκικόν ζυγόν με τον βουλγαρικόν, ύπό τον όποιον όμως ήτο βεβαία η  εξολόθρευσίς των.

Η απόφασις αύτη ετηλεγραφήθη υπό του στρατηλάτου βασιλέως Κωνσταντίνου προς τον μητροπολίτην Στρωμνίτσης Αρσένιον.

Η θλιβερά αγγελία συνεκέντρωσε τους κατοίκους προ τής
Μητροπόλεως, όπου και απεφασίσθη η  αποχώρησις των κατοίκων και η  πυρπόλησις της πόλεως, διά να μή παραλάβουν οι Βούλγαροι την τόσον «προκλέτα» δι΄ αυτούς Στρώμνιτσαν, αλλά μόνον το ερείπια της.

Κατ’ αρχάς έκαστος οικογενειάρχης, ο διαθέτων ίδια μεταφορικά μέσα, μετέφερε την οίκογένειάν του προς την Δοϊράνην και εκείθεν προς Θεσσαλονίκην.
Ύπό τού έλλην. Στρατηγείου διετέθησαν τα μεταγωγικά του Γ' Σώματος Στρατού, ήτοι υποζύγια, κάρρα και όσα αυτοκίνητα διέθετεν ο στρατός.

 Συνεχή άλυσσον από βοϊδάμαξα και ύποζύγια παρουσίαζεν η  οδός Στρωμνίτσης Δοϊράνης, μήκους 60 περίπου χιλιομέτρων.
Εις ούδενός το πρόσωπον παρετηρήθη κατήφεια χαρούμενα πρόσωπα αντίκρυζε κανείς.
 Ήτο μία εικών πρωτοφανής.

Αξιωματικοί και οπλΐται της τελευταίας ελληνικής φρουράς εθαύμαζον την τοιαύτην πατριωτικήν και αποφασιστικήν ενέργειαν των Στρωμνιτσιωτών.

Ημην αυτόπτης μάρτυς, διότι εύρέθην εις Στρώμνιτσαν ως εύελπις τότε, βοηθών τον Δήμαρχον εις την κατανομήν των μεταφορικών μέσων αναλόγως των άναγκών έκάστης οίκογενείας.

Ή 10η Αύγουστου 1913 είχεν ορισθή ως ημέρα άφίξεως των Βουλγάρων.

Οι Στρωμνιτσιώται, αφού συναπεκόμισαν όλα τα ιερά κειμήλια και όσας οικοσκευάς ηδύναντο να μεταφέρουν διά των εις την διάθεσιν των τεθέντων υπό του έλλην. στρατού μεταφορικών μέσων, έθεσαν πυρ εις πολλά σημεία της πόλεως και εντός ολίγων ωρών η  πόλις έγινε παρανάλωμα τού πυρός, τας φλόγας του οποίου εθεώντο οι Στρωμνιτσιώται από τα υψώματα της προς Δοϊράνην αγούσης οδού.

Αν και ημέρα παραδόσεως της πόλεως εις τους Βουλγάρους είχεν δρισθή η  10η Αύγουστου, εν τούτοις αυτοί μόλις την 19ην Αύγουστου παρουσιάσθησαν διά να παραλάβουν από τον ελληνικόν λόχον τα ερείπιά της, όταν πλέον είχον παύσει να αναδίδωνται καπνοί.

Κατά το από 10ης μέχρι 19ης Αυγούστου διάστημα συνεπληρώθη η  έξοδος των κατοίκων εκ της πόλεως προς την έλευθέραν Ελλάδα.

Ή πράξις αύτη των Στρωμνιτσιωτών αποτελεί υψηλόν παράδειγμα πατριωτισμού και αδουλώτου φρονήματος, εκ των ολίγων τα οποία αναφέρει η  ελληνική ιστορία.

Λέγομεν δε τούτο διότι υπερέχει και της παρομοίας πράξεως των αρχαίων Φωκαέων.

Ο Ηρόδοτος διηγείται ότι ούτοι εγκαταλείποντες την πατρίδα των, δια να μη δουλωθώσιν εις τους ΙΙέρσας, εξέφερον ισχυράς κατάρας κατά παντός, όστις θα έμενεν οπίσω, έρριψαν δέ και σιδηρούν μύδρον εις την θάλασσαν ορκισθέντες ότι τότε μόνον θα έπιστρέψουν εις την πατρίδα των, όταν ο μύδρος ανέλθη εις την επιφάνειαν.

 Έν τούτοις κατά την κρίσιμον στιγμήν του οριστικού απόπλου, υπέρ τους ημίσεις εκ των αστών «έλαβεν» όπως λέγει ο 'Ηρόδοτος «πόθος τε και οίκτος της πόλεως και των ηθέων, ψευδίορκοι δέ γενόμενοι απέπλεον οπίσω εις Φώκαιαν».

Οι Στρωμνιτσιώται όχι μόνον δεν εψευδώρκισαν, 
αλλά καταπνίξαντες τον φυσικόν και ανθρώπινον αυτόν πόθον και οίκτον προς την πόλιν, 
έθεσαν πυρ
 εις τας πατρικάς των οικίας,
 εις τας οικίας όπου εγεννήθησαν και εμεγάλωσαν και έζησαν.

Ηδη έγκατεστημένοι εις την ελευθέραν Ελλάδα, οι μεν εις Κιλκίς, 
οι δε εις Θεσσαλονίκην, 
δεν έπαυσαν να ενθυμούνται την γην των πατέρων των 
και τρέφουν πάντοτε τον υποκάρδιον πόθον ότι η  Στρώμνιτσα θα γίνη ελευθέρα.

Ουδέν δέ ωραιότερον υπάρχει
από τον δίκαιον πόθον ενός λαού.


Δεν υπάρχουν σχόλια: