Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Εθνότητες της Μακεδονίας: Οι Βούλγαροι.

René Ristelhueber

 A History of the Balkan Peoples
Ιστορία των Βαλκανικών Λαών.
Μετ. Αναστασία Μεθενίτη-Δ. Στεφανής.

 (οι φωτογραφίες επιλογή Yauna)


(Σημ. Yauna: Ο René Ristelhueber ήταν Γάλλος Διπλωμάτης και συγγραφέας. 
Κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμιου Πολέμου  εργάστηκε σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα και στη συνέχεια ως Ύπατος Αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη.) 

Οι Βούλγαροι ονομάζονται συνήθως Σλάβοι. 

Γενικά τους θεωρούν τέτοιους.
Είναι όμως;

Από άποψη εθνικής καταγωγής η απάντηση είναι αρνητική• έχουν όμως εκσλαβιστεί.


Όπως σε πολλές περιπτώσεις, οι πρώτες εποχές της ιστορίας τους περιβάλλονται ακόμη από κάποια αβεβαιότητα.

Φαίνεται ότι προήλθαν από ένα λαό ταρταρικής καταγωγής που έφτασε από την Ασία κατά αλλεπάληλα κύματα ακολουθώντας τους Ούνους και τους Αβάρους, των οποίων η εγκατάσταση ανέρχεται στον 2ο αιώνα, αλλά σταθεροποιείται οριστικά τον 5ο.

Πιθανόν να είχαν για εδάφη τις στέπες στις όχθες του Δον και του Βόλγα, στα βόρεια της Μαύρης Θάλασσας.
Οι Βούλγαροι λοιπόν θα συγγένευαν με τους Ούγγρους και τους Φινλανδούς.

Σιγά σιγά αυτοί οι νομάδες, των οποίων οι σταθμεύσεις άρχισαν λίγο πολύ να επιμηκύνονται, προχώρησαν προς τη δύση καταλαμβάνοντας τη Βεσαραβία.

Γύρω στο 679 ένας από τους αρχηγούς τους, ο Ασπαρούκ (ή Ισπαρίκ), διασχίζει το Δούναβη επικεφαλής των ορδών του για να εγκατασταθεί στην περιοχή που προοριζόταν να γίνει κατοικία τους. 
Κάποιοι βούλγαροι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι οι πρόγονοί τους έφθασαν εκεί πριν από τους Σλάβους, οι οποίοι στη συνέχεια αφομοιώθηκαν απ’ αυτούς.

 Ότι αντιθέτως οι Βούλγαροι βρήκαν εκεί πληθυσμούς σλαβικής καταγωγής ήδη εγκατεστημένους φαίνεται πρόδηλο και ότι αρκετά γρήγορα αφομοιώθηκαν απ’ αυτούς. 

Αν και διατήρησαν τα εθνικά τους προσόντα του θάρρους και της αντοχής και κράτησαν ορισμένα από τα έθιμά τους που είχαν φέρει από την Ασία,
δεν άργησαν να υιοθετήσουν τα ήθη και μάλιστα τη γλώσσα αυτών από τους γειτόνους τους που ήταν πιο εκπολιτισμένοι από τους ίδιους. 

Με την ανάμειξη των δύο στοιχείων, παρά τη σπουδαιότητα του όγκου τους υπέστησαν τη σλαβική επίδραση σε σημείο που να ξεχάσουν εντελώς το πρωταρχικό τους ιδίωμα και να αυτοαποκαλοΰνται Σλάβοι.

Με τους διαδόχους του Ασπαροΰκ, οι νεοφερμένοι ξεχύθηκαν προς το νότο και ήλθαν σε επαφή με την Ανατολική Αυτοκρατορία.

Από τότε άρχισε ανάμεσα σε Έλληνες και Βουλγάρους μια σειρά πολλών αγώνων χωρίς τέλος ούτε έλεος που η ηχώ τους αντηχεί ακόμη τώρα.

Γρήγορα οι Έλληνες έγιναν κληρονομικός εχθρός και η Κωνσταντινούπολη αντικείμενο εθνικών φιλοδοξιών. 
Όμως το Βυζάντιο, πανούργο και ικανό στις δολοπολοκίες, ήξερε να αμύνεται όχι μόνο με τα όπλα, αλλά με τις διακρίσεις που συντηρούσε στους εχθρούς του χάρη σε βοηθήματα που απένεμε επίτηδες για να επιμηκύνει ένα είδος φεουδαρχικής αναρχίας.

Οι Βούλγαροι έγιναν γρήγορα ένας ισχυρός λαός. 

Ασπαρούχ Χάν 
Το Χανάτο του Ασπαρούχ

Από την αρχή του 9ου αιώνα ο Κρούμος, ένας από τους αρχηγούς τους, αφού απώθησε τους Αβάρους και επανέφερε σε υποταγή τους ευγενείς, επιχείρησε να εγκαταστήσει κληρονομική μοναρχία.

Αυτός πρώτος στήριξε την τάξη με νόμους και ανέπτυξε το εμπόριο.
Κυβερνώντας με πυγμή έναν πληθυσμό αξιοσέβαστο λόγω δύναμης, αποφάσισε να επιτεθεί στο Βασιλέα.
Αφού έγινε κύριος της αρχαίας ρωμαϊκής Σαρδικής (Σόφια), οδικό κόμβο και στρατηγικό κέντρο, επέφερε σοβαρή ήττα στον αυτοκράτορα Νικηφόρο.

Ο ελληνικός στρατός εκδικήθηκε καίγοντας την περιοχή, αιφνιδιάστηκε όμως στα στενά των Βαλκανίων και συνθλίφθηκε, ο αυτοκράτορας σκοτώθηκε και ο Κρούμος γιόρτασε τη νίκη του πίνοντας μέσα στο κρανίο του εχθρού του.

 Ακολουθώντας τη ροή των επιτυχιών του άρχισε κιόλας το 813 να πολιορκεί την Κωνσταντινούπολη και μάλιστα προετοιμαζόταν για την έφοδο όταν ο θάνατος τον πήρε ξαφνικά.
Οι Βυζαντινοί χάρηκαν πολύ που σώθηκε η πρωτεύουσά τους και ο βουλγαρικός στρατός απομακρύνθηκε με αντίτιμο κάποια δώρα.
Περίπου αυτή την εποχή ο χριστιανισμός με την ακτινοβολία του γύρω από την ελληνική Αυτοκρατορία άρχισε να κάνει σοβαρές προόδους σ’ αυτές τις περιοχές.

Δύο αδελφοί, οι απόστολοι Κύριλλος και Μεθόδιος, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον προσηλυτισμό των Σλάβων. 
Η ανάμνησή τους έμεινε τόσο ζωντανή και το γόητρό τους τόσο μεγάλο που όλοι αυτοί οι λαοί τους λατρεύουν με τον ίδιο τρόπο.

 Καταγόμενοι απ’ τη Θεσσαλονίκη, είχαν μεταφράσει τη Βίβλο στη σλαβική γλώσσα μέσω ενός καινούριου αλφάβητου, της λεγόμενης κυριλλικής γραφής, που παρουσιάζει πολλές αναλογίες με το ελληνικό αλφάβητο. 

Η επιτυχία της αποστολής τους στους πληθυσμούς της περιοχής του Δον τους οδήγησε να προσπαθήσουν να εξαπλώσουν το έργο τους της διάδοσης του ευαγγελίου μέχρι τη Μοραβία όπου βρίσκονταν άλλοι σλαβικοί πληθυσμοί, οι οποίοι εκδήλωναν την ίδια ανάγκη γλωσσικής προσαρμογής για να διεισδύσουν στην έννοια των ιερών θρησκευτικών βιβλίων.

Μ’ αυτή την ευκαιρία διέσχισαν τη Βουλγαρία που τότε την κυβερνούσε ο Βόρης, ο πρώτος από τους εθνικούς της ήρωες.

Ο τσάρος Βόρης Борис I
Υπό την επιρροή αυτού του θρησκευτικού κύματος και παρακινημένος από την αδελφή του που είχε προσεγγίσει το χριστιανισμό από την εποχή της αιχμαλωσίας της στην Κωνσταντινούπολη, ο Βόρης, αισθανόμενος απομονωμένος στο κέντρο ενός κόσμου που σιγά σιγά γινόταν χριστιανικός, αποφάσισε να ασπασθεί τη νέα πίστη, περισσότερο από έναν αιώνα πριν απ’ τη θρησκευτική μεταστροφή των ρώσων ηγεμόνων.

 Το παράδειγμά του αμέσως ακολουθήθηκε, αφού όσοι έδειχναν ανυπακοή κινδύνευαν να βαπτιστούν στο αίμα.
Επιθυμώντας όμως να δώσει στη χειρονομία του πολιτικές συνέπειες, ταλαντεύτηκε για κάποιο διάστημα μεταξύ Ρώμης και Βυζαντίου.
Αυτοί οι δύο θρησκευτικοί πόλοι, χωρίς να έχουν ακόμη χωριστεί από το μέγεθος ενός σχίσματος, ήδη απέκλιναν και ανταγωνίζονταν για να επεκτείνουν την επιρροή τους.

Η φιλοδοξία του βούλγαρου αρχηγού ήταν να ιδρύσει μια ανεξάρτητη εθνική Εκκλησία. 

Διαπραγματεύτηκε με τη Ρώμη θέτοντας πολλά ερωτήματα στον Πάπα, ο οποίος έστειλε δυο επισκόπους για να προχωρήσουν σε επιτόπια έρευνα. Προσέκρουσαν σε απαιτήσεις που τους έκαναν να γυρίσουν στη Ρώμη.

Εχριστινιανισμός των Βουλγάρων
Έτσι το 846, ο Βόρης, ήδη εντυπωσιασμένος από τη μεγαλοπρέπεια της Αυλής του Βυζαντίου, αποφάσισε να επιλέξει υπέρ της ελληνικής Εκκλησίας διαλέγοντας για ανάδοχο τον ίδιο τον αυτοκράτορα. 
Αμέσως οι θρησκευτικές αρχές της Κωνσταντινούπολης έσπευσαν να στείλουν μέλη του κλήρου της για να κηρύξουν το ευαγγέλιο στη χώρα.

Αυτή ήταν η αρχή μιας πνευματικής επιρροής της οποίας η αποκλειστική και απαιτητική επικράτηση έμελε στη συνέχεια να αποκαλυφθεί ιδιαίτερα επιζήμια για την εθνική ανάπτυξη της Βουλγαρίας. Μπορούμε να κατηγορήσουμε τον Βόρη;

Η Ρώμη βρισκόταν μακριά και παρουσιαζόταν σχολαστική στην άποψη του δόγματος• το Βυζάντιο ήταν πιο κοντά, ισχυρό και δειχνόταν βολικό.

Όσο για τον Βόρη, αφού έφθασε στην κορυφή της δύναμής του, προπορεύτηκε κατά επτά αιώνες από το παράδειγμα του Καρόλου του Ε' παραιτούμενος από την εξουσία για να μπει σε μοναστήρι το 888.

Λίγα χρόνια αργότερα, οργισμένος με τις προσπάθειες του μεγαλύτερου γιου του να επαναφέρει την ειδωλολατρεία, βγαίνει από την απόσυρσή του για να τον εκδιώξει απ’ το θρόνο και να εγκαταστήσει στη θέση του το νεότερο αδελφό του, Συμεών.
Μετά απ’ αυτό ξαναπήρε τη θε'ση του ανάμεσα στους μονάχους.
Τσάρος Συμεών, Цар Симео̀н I Велѝки
Σ’ αυτόν το δεύτερο γιο, τον Συμεών τον Μεγάλο (893-927), φυλάχθηκε η δόξα να φέρει στο απόγειό της την πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία. 

Μεγαλωμένος στην Κωνσταντινούπολη, ήταν τότε ένας νεαρός είκοσι πέντε χρόνων, καλλιεργημένος, καλός γνώστης των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων, ενώ διακρινόταν για την ευγένεια του χαρακτήρα του, την ευθύτητα του πνεύματός του και την αυστηρότητα της ζωής του.

Οι αναμνήσεις της νεότητάς του τον είχαν κάνει να συλλάβει το όνειρο να αντικαταστήσει τον αυτοκράτορα της Ανατολής και να στεφθεί ο ίδιος Βασιλεύς. Μπαίνει σε πόλεμο με το πρόσχημα ενός τελωνειακού ζητήματος, ένδειξης της ανάπτυξης του βουλγαρικού εμπορίου απ’ αυτή την εποχή. Τρομοκρατημένο το Βυζάντιο από την πολιορκία του, ύστερα από μια λαμπρή νίκη των εχθρών του, καλεί τους Ούγγρους σε βοήθειαη εμφάνισή τους στα μετόπισθεν του βουλγαρικού στρατού υποχρεώνει τον Συμεών να υποχωρήσει.

Ο Συμεών επωφελείται από μια εικοσαετή ανακωχή που ακολούθησε για να δώσει στην πατρίδα του ισχυρή ανάπτυξη και να την κάνει να προοδεύσει στην κατεύθυνση του πολιτισμού.

Η ανάπτυξη της γεωργίας και του εμπορίου προκάλεσαν μια ευημερία που δεν είχε γνωρίσει ακόμη, ενώ συγχρόνως, χάρη στην ελληνική συνεισφορά που προστέθηκε στην παλιά σλαβική βάση, εκδηλώθηκε πνευματική άνθιση που οφειλόταν στην επιρροή της Εκκλησίας και στις επιτελούμενες από τους μοναχούς εργασίες στα μοναστήρια που είχαν πολλαπλασιασθεί.
Χάρτης της Βουλγαρίας επί Τσάρου Συμεών (927 μΧ).
Στην Πρεσλάβα, στην καρδιά της Μακεδονίας, ο Συμεών ιδρύει την πρωτεύουσά του. 

Σύμφωνα με την παράδοση, μπορούσε κανείς να θαυμάσει εκεί εκκλησίες και παλάτια επενδυμένα με μάρμαρο, και στολισμένα με τοιχογραφίες που ο πλούτος τους ανταγωνιζόταν σε πολυτέλεια και λαμπρότητα την αυτοκρατορική πόλη.

Αλλά ο πόλεμος ξέσπασε εκ νέου.

Παρά τη σέρβική παρέμβαση, που αρχικά υποχρέωσε ένα τμήμα του βουλγαρικού στρατού σε υποχώρηση, πρόσφερε στη συνέχεια στον Συμεών τόσες επιτυχίες, ώστε το 921 αυτοανακηρύχθηκε τσάρος των Βουλγάρων και αυτοκράτορας των Ελλήνων, τίτλος που του αμφισβητήθηκε από τους γείτονές του αλλά τον οποίο οι διάδοχοί του θα εξακολουθούν να φέρουν με ευχαρίστηση.

 Έχοντας κατακτήσει τη Θεσσαλονίκη και έπειτα την Αδριανούπολη, ανανέωσε τα κατορθώματα του Κρούμου αφού ήλθε με τη σειρά του να πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη.
Η πρωτεύουσα ήταν υπό τη σκέπη ισχυρών τειχών, αμυνόμενη με φοβερούς καταπέλτες και, ακόμη πιο σπουδαίο ίσως, κυβερνώμενη από επιδέξιους πολιτικούς. Για μια ακόμη φορά ένος βοΰλγαρος αρχηγός, νιώθοντας ανήσυχος για την ασφάλεια των συνόρων του, που βρίσκονταν απογυμνωμένα, θα προτιμήσει μάλλον να διαπραγματευθεί παρά να πολεμήσει και η πόλη για μια ακόμη φορά θα γλυτώσει μια έφοδο. Ίσως πρέπει επίσης να δούμε σ’ αυτές τις απότομες παραιτήσεις, κατά τα φαινόμενα ασυνάρτητες, μια έλλειψη καρτερίας εκ μέρους στρατιωτών που δείλιαζαν να συνεχίσουν τη μάχη και επιθυμούσαν να γυρίσουν στις αγροτικές δουλειές τους.

Πάντως η πολεμική προσπάθεια του Συμεών στράφηκε προς βορρά κατά των βαρβάρων της περιοχής του Δούναβη, έπειτα προς δυσμάς εναντίον των Σέρβων, των οποίων μεγάλο μέρος της χώρας υπέταξε, ώστε να βασιλεύσει σε μια Αυτοκρατορία που εκτεινόταν από την Αδριανούπολη ως τις όχθες του Δρίνου και του Μοράβα.
 Ποτέ άλλοτε η Βουλγαρία δεν υπήρξε τόσο απέραντη και τόσο ισχυρή.
Κατά τη διάρκεια αυτής της βασιλείας, περισσότερο από τριάντα χρόνια, η Βουλγαρία κυριάρχησε στο μεγαλύτερο τμήμα των Βαλκανίων.

Αυτόν τον άγριο πολεμιστή, τον αυταρχικό αρχηγό, διαδέχθηκε ο γιος του Πέτρος του οποίου η βασιλεία (927-969) υπήρξε τόσο μακροχρόνια όσο και δυστυχισμένη.

Ηγεμόνας νέος, αδύναμος, ειρηνιστής και θεοσεβής, κατευθυνόταν από την ελληνικής καταγωγής γυναίκα του. Στερημένη από σταθερό εξοπλισμό, και ελλείψει αρχηγών με αξία, η Βουλγαρική Αυτοκρατορία έδινε ήδη δείγματα παρακμής.

 Ο δραστήριος Νικηφόρος Φωκάς που κατηύθυνε τότε τις τύχες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, έκρινε την στιγμή ευνοϊκή για να ξαναρχίσει τον αγώνα. 

Από την πλευρά τους οι Ούγγροι είχαν ξαναρχίσει τις εχθροπραξίες, ενώ οι Σέρβοι επωφελούνταν από τις περιστάσεις για να επαναστατήσουν και να επανακτήσουν την ανεξαρτησία τους.

Τότε λοιπόν, οργισμένοι από την παρακμή στην οποία βυθιζόταν η ένδοξη αυτοκρατορία του Συμεών, πατριώτες από το Τίρνοβο ξεσηκώθηκαν εναντίον του Πέτρου έχοντας συγκεντρωθεί υπό τις διαταγές ενός ευγενή της περιοχής που ονομαζόταν Σισμάν.

Αυτός αφού ανακηρύχθηκε τσάρος των Βουλγάρων το 963, κυριάρχησε στα δυτικά της χώρας από την πλευρά της Μακεδονίας και της Αλβανίας.
Η Βουλγαρία βρέθηκε μοιρασμένη ανάμεσα σε δύο αντίπαλες δυναστείες.

Αυτή η παρακμή επισπεύστηκε από την περίεργη αίρεση των Βογομίλων, από το όνομα του δημιουργού της, που εξαπλώθηκε γρήγορα και αύξησε κι άλλο τη σύγχυση στη χώρα. 

Παρά το μυστικισμό του αυτό το δόγμα που διαχώριζε το πνεύμα από την ύλη, το παροδικό από το αιώνιο και επέβαλε στους πιστούς του μια σκληρή πειθαρχία αναπτύχθηκε με την ίδια επιτυχία στα Βαλκάνια, στη Βουλγαρία ιδιαιτέρως, όπου αντιπροσώπευε μια εθνικιστική αντίδραση κατά της επιρροής της ελληνικής Εκκλησίας. 

Με τις κάπως επαναστατικές και ήδη σε κάποιο βαθμό μηδενιστικές τάσεις της, που ωθούσαν τους οπαδούς της να αρνηθούν την υπακοή στην εκκλησία -η εξουσία ήταν σύμφωνα με αυτήν δημιούργημα του διαβόλου υπήρξε αντικείμενο μακροχρόνιων διώξεων.

Η επιτυχία της επιβεβαιώθηκε σε τέτοιο σημείο που η αίρεση εξαπλώθηκε μέχρι τη Δύση, κυρίως στη Γαλλία όπου γεννήθηκε το παρακλάδι των Αλβιγίων.

Ο Νικηφόρος Φωκάς αποφάσισε να εκμηδενίσει οριστικά ό,τι απέμενε από τη δύναμη του Πέτρου στην ανατολική Βουλγαρία.

 Έβαλε να μαστιγώσουν και να διώξουν τους βουλγάρους πρέσβεις που ήλθαν να του ζητήσουν το φόρο που είχε επιβληθεί από την εποχή του Βόρη.

 Για να εξασφαλίσει την επιτυχία της εκστρατείας του, κάλεσε σε βοήθεια τους Ρώσους, οι οποίοι έμελε αργότερα να αποκτήσουν πολύ σημαντική επιρροή στη Βαλκανική Χερσόνησο.

Αυτοί έφθασαν από τη θάλασσα το 967 και για πρώτη φορά εμφανίστηκαν στις εκβολές του Δούναβη υπό την καθοδήγηση του ηγεμόνα του Κιέβου, Σβιατοσλάβου, αρχηγού άξεστου και αιμοχαρούς.

Οι νεοφερμένοι έκαμψαν την αντίσταση του αδύναμου Πέτρου, έπειτα προχώρησαν με τόσο γρήγορο βήμα, που ο αυτοκράτορας βιάστηκε να κλείσει ειρήνη με τους Βουλγάρους από φόβο μήπως δει τους ανδρείους συμμάχους του να απειλούν την ίδια του την ασφάλεια.

Ευτυχώς για την Ανατολική Αυτοκρατορία, μια ευκαιριακή επίθεση των Πετσενέγων υποχρέωσε τους Ρώσους να κάνουν μεταβολή για να απωθήσουν αυτή την απειλή εισβολής.
Ο διάδοχος του Νικηφόρου Φωκά που δεν ήταν άλλος από το δολοφόνο του, τον Ιωάννη Τσιμισκή, τους κατεδίωξε ενώ αποσύρονταν ερημώνοντας τη χώρα. Καθώς ο νέος αυτοκράτορας επέστρεφε θριαμβευτής στο Βυζάντιο συνοδευόμενος από τους δύο γιους του Πέτρου που είχαν γίνει υποτελείς του, οι τελευταίοι Ρώσοι ξαναπερνούσαν τα σύνορα. Αλλά κρατούσαν απ’ αυτές τις περιοχές και από τη γλυκύτητα του κλίματός τους ένα αλησμόνητο ενθύμιο, ανάλογο με αυτό που είχαν διατηρήσει οι Γερμανοί από την Ιταλία, ύστερα από τις επιδρομές τους πέρα από τις Αλπεις. Ερεθισμένη από ένα συναίσθημα λαιμαργίας, αυτή η ανάμνηση θα μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά διασχίζοντας τα χιόνια των ρωσικών στεπών.

Μετά τις νίκες του Ιωάννη Τσιμισκή η ανατολική Βουλγαρία έγινε επαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Στερημένος από το θρόνο του ο Βόρης ο Β', διάδοχος του τσάρου Πέτρου, εμφανιζόταν πλέον ως απλός αυτοκρατορικός αξιωματούχος. Απέμενε το δυτικό τμήμα στα χέρια του Σισμάν και των διαδόχων του που μετά από διάφορες μεταναστεύσεις είχαν οριστικά εγκαταστήσει την πρωτεύουσά τους στην Οχρίδα, στα όρια της Αλβανίας, όπου είχε σχηματιστεί μια σκληρή εστία αντίστασης κατά της ελληνικής κυριαρχίας•

Απ’ αυτό το βασίλειο, που εκτεινόταν ακόμη από την Αδριατική μέχρι το Δούναβη, θα αναδεικνυόταν ένας μονάρχης του οποίου η ένδοξη βασιλεία έθεσε εκ νέου σε κίνδυνο τον ελληνικό κόσμο.

Αυτός ο ρόλος επιφυλάχθηκε στον Σαμουήλ (997-1014), δεύτερο γιο του Σισμάν, δραστήριο ηγεμόνα, πείσμονα και ενεργητικό, αλλά σκληρό, ο οποίος τοποθετείται ανάμεσα στους μεγάλους ηγεμόνες της βουλγαρικής εποποιίας.

Τσάρος Σαμούλ.
Αφού δολοφόνησε ορισμένους από τους συγγενείς του και από τα μέλη των ευγενών, εξασφάλισε μια εξουσία χωρίς αμφισβήτηση και ανέπτυξε τις κατακτήσεις του μέχρι το Βελιγράδι προς βορρά και κατά μήκος της Αδριατικής προς νότο.

Στη συνέχεια επιτέθηκε στον τότε Αυτοκράτορα της Ανατολής, Βασίλειο τον Β', αφού ο αγώνας κατά των Ελλήνων ήταν για έναν βούλγαρο αρχηγό επιτακτική αναγκαιότητα

Αρχικά η τύχη τού ήταν τόσο ευνοϊκή ώστε, νικητής στα περίχωρα της Σόφιας, προχώρησε προς τη Θεσσαλονίκη και κατέλαβε τη Θεσσαλία.

 Η επίθεση που εξαπέλυσε εναντίον του ο Βασίλειος ο В' σταμάτησε απότομα ύστερα από την προδοσία των στρατηγών και από μια επανάσταση που ο απόηχός της έφτασε στην Κωνσταντινούπολη.

Σε πλήρη υποχώρηση, ο ελληνικός στρατός απειλήθηκε να περικυκλωθεί από τους εχθρούς του που καιροφυλακτούσαν στα υψώματα που δέσποζαν πάνω από τα στενά περάσματα, τόσο που ο ίδιος ο αυτοκράτορας κινδύνευσε πολύ να μη βγει άθικτος απ’ αυτό το άσχημο μονοπάτι.

Έχοντας καταλάβει τη Βοσνία, τη Σερβία και ένα τμήμα της Μακεδονίας, ο Σαμουήλ βρέθηκε επικεφαλής μιας Αυτοκρατορίας, της οποίας η έκταση πλησίαζε εκείνη του Συμεών στο απόγειό της.
Αλλά η τύχη είναι μεταβλητή.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Μεθυσμένος για εκδίκηση, ο Βασίλειος ο Β' ανέλαβε με πείσμα πολλές εκστρατείες εναντίον του τρομερού αντιπάλου του. 
Βασίλειος Βουλγαροκτόνος
Στη διάρκεια της τελευταίας ο Σαμουήλ, του οποίου τα εδάφη μειώνονταν στενεύοντας τον κύκλο, δέχθηκε με τη σειρά του ολοκληρωτική ήττα.

Ο Βασίλειος έκανε τότε να πληρωθεί ακριβά η άσχημη συμπεριφορά που είχε επιβληθεί στους στρατιώτες του.

Η παράδοση λέει ότι διέταξε να τυφλώσουν δεκαπέντε χιλιάδες αιχμαλώτους, τους οποίους απέστειλε στον Σαμουήλ αλυσοδεμένους κατά σειρές των εκατό, οδηγοΰμενους από έναν απ’ αυτοΰς, στον οποίο η υπηρεσία του ως οδηγού τον ωφέλησε να χάσει μόνο το ένα μάτι.

Αυτά τα απαίσια κατορθώματα, η φρίκη των οποίων επίσπευσε το θάνατο του Σαμουήλ, συνετέλεσαν στο να απομενηθεί στον αυτοκράτορα ο κολακευτικός γι’ αυτόν τίτλος του Βουλγαροκτόνου, του "εξολοθρευτή των Βουλγάρων".

Έπειτα, από νίκη σε νίκη, παρά την επίμονη αντίσταση κάποιων ευγενών που είχαν καταφΰγει στα βουνά, μεταξύ των οποίων ο μυθικός Κράκρα, έφθασε μέχρι την Οχρίδα. Εκεί έγινε κύριος του Θησαυρού, συνέλαβε τα μέλη της βασιλικής οικογένειας και τα οδήγησε σε αιχμαλωσία στην Κωνσταντινούπολη.

Το έτος 1018 σημειώνει το θρίαμβο του Βυζαντίου και την κατάκτηση της δυτικής Βουλγαρίας, αφού λίγο πριν είχε κατακτηθεί η ανατολική Βουλγαρία
Παύοντας από τότε να αποτελεί ανεξάρτητο κράτος, νικημένη από τα όπλα και από τις δολοπλοκίες, η χώρα υποβάλλεται σε πολιτική προστασία που, ενώ στην αρχή σεβόταν αρκετά τα τοπικά έθιμα, παίρνει ένα χαρακτήρα ολοένα και πιο καταπιεστικό.

Η ψευδαίσθηση της αυτόνομης Εκκλησίας καταργείται για να παραχωρήσει τη θέση της στη διοίκηση των ελλήνων επισκόπων. 

Όσο για τους ευγενείς Βουλγάρους που είχαν προσαχθεί στην Κωνσταντινούπολη, τους γέμισαν με τιμές, ώστε πολλοί απ’ αυτούς να ξεχάσουν τις δυστυχίες της πατρίδας τους.

Ελλείψει συνοχής και μιας σειράς δραστήριων αρχηγών,
η πρώτη Αυτοκρατορία που έλαμψε δυο φορές στη βασιλεία του Συμεών και του Σαμουήλ με τόση λαμπρότητα, ώστε να απειλήσει να θαμπώσει τη δόξα του Βασιλέα, βυθίστηκε σε αναρχία την οποία επιδείνωνε
η διαλυτική επιρροή του ελληνικού κλήρου και η διαίρεση που συντηρούσε η πάντα θαλερή αίρεση των Βογομίλων. 

Οι Βούλγαροι δεν ήταν οι μόνοι που υπέστησαν αυτή την τύχη.
Καθώς οι Σέρβοι αλλά και οι Κροάτες είχαν επίσης νικηθεί, ολόκληρη η Βαλκανική Χερσόνησος βρέθηκε τότε υπό την κυριαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Στη ροή του 11ου αιώνα, αυτές οι περιοχές δέχθηκαν πολλές επιδρομές:

των Πετσενέγων,
των Κουμάνων,
των Νορμανδών του Γυισκάρδου και του Βοημόνδου, χ
ωρίς να αναφέρουμε τη διέλευση των Βαλκανίων από το στρατό των πρώτων Σταυροφόρων.

Κάθε φορά δινόταν στους υποδουλωμένους Βουλγάρους η ευκαιρία να σχεδιάσουν μια κίνηση εξέγερσης. 

Αλλά πολύ αδύναμοι, με έλλειψη ενότητας, το μόνο που κατόρθωναν ήταν να υποταχθούν στο βυζαντινό ζυγό, ενώ μερικοί από τους επιδρομείς τους εγκαθίσταντο ανάμεσα τους σε απομονωμένες ομάδες.

Για 170 χρόνια αυτή ήταν η κατάσταση. 

Η βουλγαρική χώρα ήταν διαιρεμένη σε επαρχίες διοικούμενες ή μάλλον εκμεταλλευόμενες χωρίς αιδώ από τους έλληνες διοικητές. 

Η επιρροή του Βυζαντίου γινόταν εξίσου αισθητή μέσα από τη μεσολάβηση της Εκκλησίας που βρισκόταν όσο ποτέ άλλοτε στα χέρια του φαναριώτικου κλήρου.

 Αναρωτιέται κανείς αν μετά από τόσο μακροχρόνιο ΰπνο η Βουλγαρία θα κατόρθωνε ποτέ να ξυπνήσει.

Και όμως το 1186, χάρη στην αδυναμία της Ανατολικής Αυτοκρατορίας και στην απειλή των Ούγγρων και των Νορμανδών που βάραινε στα σύνορά της, το θαύμα γίνεται.

Ξεσπά μία εξέγερση στην αρχαία πόλη Τίρνοβο, θαυμαστά οχυρωμένη από τη (ρύση για να μετατραπεί σε ισχυρό μέρος προστατευμένο από το ελικοειδές και βαθύ ρεύμα ενός ποταμού.

Τσάρος Ασέν ο Α΄.
Δύο αδέλφια γνωστά με τα ονόματα Πέτρος και Ιωάννης Ασέν, απόγονοι του Σισμάν, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι,
 πιθανότερα όμως πρώην βοσκοί βλάχικης καταγωγής 
επωφελούνται από τη γενική δυσαρέσκεια για να επαναστατήσουν.

 Γρήγορα συγκεντρώνουν γύρω τους ευγενείς και χωρικούς που δυσφορούν κατά του ελληνικού ζυγού.

Το κύμα των ξεσηκωμένων μεγαλώνει.

Είναι ένα απότομο εθνικό ξύπνημα. 

Σ’ αυτή την πατριωτική κίνηση χρειάζεται ένας αρχηγός:
 αυτός θα είναι ο Ιωάννης Ασέν που στέφεται τσάρος των Βουλγάρων και των Ελλήνων

Μια από τις πρώτες πράξεις του είναι να αντικαταστήσει με άνθρωπο της εκκλησίας της επιλογής του τον απεσταλμένο από το Βυζάντιο αρχιεπίσκοπο.
 Έπειτα στρατολογεί τους Κουμάνους, συμμαχεί με τους Σέρβους και προτείνει μάλιστα τη συνδρομή του στους Σταυροφόρους στον αγώνα τους εναντίον της Ανατολικής Αυτοκρατορίας.

Απατημένο από την εύκολη καταστολή των προηγούμενων εξεγέρσεων, το Βυζάντιο αμέλησε ακόμη περισσότερο να αντιμετωπίσει δυναμικά αυτήν εδώ η οποία, υπό τη διεύθυνση ενός αυτοκράτορα εκθηλυσμένου, αποδυναμώθηκε από διαφθορά, στο μέσο δολοπλοκιών των αντιπάλων στρατηγών.

Πάντα ο ελληνικός στρατός ξαφνιαζόταν που είχε να πολεμήσει αντιπάλους αποφασισμένους οι οποίοι σκαρφαλώνοντας σε υψώματα κυλούσαν βράχους, παρενοχλούσαν μ’ έναν πόλεμο ενέδρας στον οποίο ο ίδιος ο Ισαάκιος Κομνηνός παραλίγο να αιχμαλωτιστεί στο πέρασμα Στάρα Ζαγκόρα.

Ύστερα από διάφορες εναλλαγές, οι εξεγερμένοι έκαναν τόσο μεγάλες προόδους που ο Ιωάννης Ασέν μπορούσε να ελπίζει να δει τους βουλγάρους στρατιώτες να πολιορκούν για τρίτη φορά τα τείχη της Κωνσταντινούπολης.

Τη στιγμή που θα άγγιζε αυτόν τον τόσο ποθητό στόχο, έπεσε κτυπη μένος από κάποιο δολοφόνο πληρωμένο μάλλον από τον Βασιλέα. Τουλάχιστον η περιοχή από το Δούναβη ως τη Θράκη είχε απελευθερωθεί από τη βυζαντινή κυριαρχία•

Ο πρόωρος θάνατος του Ιωάννη Ασέν δεν εμπόδισε να συνεχιστεί το έργο του όχι τόσο από τον ήπιο Πέτρο, που σε λίγο υπήρξε θύμα φόνου και αυτός επίσης, αλλά από έναν άλλο από τους αδελφούς του που οι Έλληνες χρονικογράφοι έκαναν γνωστό με το όνομα Καλογιάννη, "ο καλός Γιάννης". 

Στην ομορφιά του πρόσθετε μια σκληρότητα που έπρεπε να ήταν εξαιρετική αφού εντυπώσιασε τους συγχρόνους του που δύσκολα συγκινούνταν σ’ αυτό το θέμα.

Καταδιώκοντας με άγριο μίσος τους Έλληνες τους οποίους γνώριζε καλά,
αφού είχε μεγαλώσει ανάμεσά τους, 
είχε θέσει όλη του την ενεργητικότητα και ικανότητα, που διέθετε σε μεγάλο βαθμό, στην προσπάθεια να ξαναφτιάξει την αυτοκρατορία του Συμεών.

Για την επίτευξη αυτού του σκοπού συμμάχησε με αυτούς που μπορούσαν να ευνοήσουν τα σχέδιά του, Κουμάνους, Βογομίλους ή Σταυροφόρους.

Ένα απρόβλεπτο γεγονός ήλθε τότε να αναταράξει την Ανατολή.

Το 1204 οι Σταυροφόροι κτυπούν άγρια τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κυριεύοντας την Κωνσταντινούπολη όπου έμελε να κυβερνήσουν περισσότερο από μισό αιώνα.

Ο Καλογιάννης θεώρησε σωστό να στραφεί προς τη Ρώμη ζητώντας να στεφθεί τσάρος, τίτλος που το Βυζάντιο του αρνιόταν.

 Η χειρονομία του προκάλεσε την αποστολή ενός καρδινάλιου στο Τίρνοβο, ο οποίος σε μεγάλη τελετή τον έστεψε "Βασιλέα των Βουλγάρων και των Βλάχων", όπως γράφει ο Βιλλεαρδουίνος.

Σε ένδειξη αναγνώρισης η βουλγαρική Εκκλησία συνδεόταν επίσημα με τη λατινική Εκκλησία, αλλά χωρίς να φροντίσει να τροποποιήσει τίποτα ούτε από τη λειτουργία ούτε από την οργάνωσή της.
Για να τονίσει αυτή την κίνηση μεταστροφής προς τον καθολικισμό, ο Καλογιάννης επιχείρησε επίσης μια προσέγγιση με τη λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης.

 Αλλά γεμάτοι από περιφρόνηση γι’ αυτόν το βάρβαρο, οι Σταυροφόροι απώθησαν απερίσκεπτα τα πρώτα διαβήματα του.
Κακό που τους βρήκε.
Με τη βοήθεια των παλιών εχθρών του, των Ελλήνων, αλλά και των Κουμάνων, ο Καλογιάννης τους επιφέρει σοβαρή ήττα κοντά στην Αδριανούπολη.

Ο αυτοκράτορας Βαλδουίνος πέφτει αιχμάλωτος στα χέρια του.
Τον μεταχειρίστηκε με σεβασμό ή τον βασάνισε και τον πέταξε στο ποτάμι;
Οι περιστάσεις του τέλους του παραμένουν μυστήριες.

Ακόμη και σήμερα ένας από τους οχυρωματικούς πύργους στο Τίρνοβο φέρει το όνομα "Πύργος του Βαλδουίνου".

Η προσπάθεια προσέγγισης με τους Λατίνους που επιχειρήθηκε από τον Καλογιάννη είχε ως αποτέλεσμα οι Ορθόδοξοι να του συμπεριφερθούν σαν Αποστάτη. Άλλωστε δεν άργησε, παρ’ όλη τη νίκη του, να πέσει θύμα ενός απ’ αυτούς τους φόνους οι οποίοι αυξάνονται στη διάρκεια εκείνης της αιματηρής εποχής. Η ανάμνηση αυτού του τόσο αποτελεσματικού στη δράση του αρχηγού έμεινε πολύ δημοφιλής στη χώρα.

Μετά από μια ταραχώδη περίοδο εξαιτίας των καβγάδων που έγιναν γύρω από τη διαδοχή και μιας καινούριας καταδίωξης των Βογομίλων, η Βουλγαρία γνώρισε πάλι ένδοξες μέρες με τον Ιωάννη Ασέν τον В'.

Γενναίος πολεμιστής και σοφός κυβερνήτης, υπήρξε ένας μεγάλος ηγεμόνας, φωτισμένος, δίκαιος και ανεκτικός.
Η μακρόχρονη διακυβέρνησή του (1218-1241) σημειώνει μια ανανέωση της εξουσίας και της ευημερίας.
Η Βουλγαρία στα χρόνια του Καλογιάννη
Η δεύτερη Βουλγαρική Αυτοκρατορία την οποία έφθασε στο απόγειό της εκτεινόταν από το Δούναβη, τη Μαύρη θάλασσα, το Αιγαίο και την Αδριατική, περιελάμβανε κυρίως την Αλβανία, την παλιά Σερβία, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και τη Θράκη με την Αδριανούπολη.

Παρά τις τεράστιες αυτές κατακτήσεις, ο Ιωάννης Ασέν ο Β' βρήκε το χρόνο να βοηθήσει στην ανάπτυξη του εμπορίου, το οποίο έγινε τόσο ανθηρό ώστε οι Βενετοί και οι Γενουάτες έρχονταν να ανταλλάξουν προϊόντα με τους υπηκόους του στο λιμάνι Ραγούζα. Ξανάδωσε στην πρωτεύουσα του, Τίρνοβο, την παλιά της αίγλη.

 Σ’ αυτή την τοποθεσία όπου η φύση στόλισε μ’ ένα σπάνιο τοπίο, υψώνονταν κάστρα, παλάτια, εκκλησίες, μια από τις οποίες σώζει ακόμη επιγραφή που υμνεί τα κατορθώματά του και απαριθμεί "τους λαούς που υποτάχθηκαν στην εξουσία του".
Τόσο μεγάλο ήταν το γόητρό του που οι γείτονές του ηγεμόνες επιζητούσαν σχέσεις επιγαμίας με την οικογένεια του.
Ο ίδιος είχε νυμφευθεί την κόρη του βασιλιά της Ουγγαρίας από τις κόρες του η μία είχε παντρευθεί το βασιλιά της Σερβίας, η άλλη έναν βυζαντινό πρίγκηπα.

Μόνο ο λατίνος Αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης επέμενε να μην εγκαταλείψει την υπερήφανη επιφύλαξή του.
Τσάρος Ιβάν Ασέν ο Β΄, Иван Асен II

Ο Ιωάννης Ασέν ο В' τον εκδικήθηκε όταν ήρθε να πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη, η έλξη της οποίας παρέμενε ακατανίκητη. Η γηραιά αυτοκρατορική πόλη είδε και πάλι να συγκεντρώνονται κάτω από τα τείχη της οι βουλγαρικές ορδές, αλλά αυτή τη φορά είχαν στο πλευρό τους τους Έλληνες ως συμμάχους. Αφορισμένος από τον Πάπα εξαιτίας της συμμαχίας του με τους σχισματικοΰς, ο Ιωάννης Ασέν δίστασε να προχωρήσει άλλο και έκλεισε ειρήνη με τους Λατίνους.

Αυτή η εμπειρία τον προέτρεψε να διακόψει οριστικά με τη Ρώμη για να δημιουργήσει μια ανεξάρτητη, εθνική Εκκλησία.

 Η γενναιόδωρη φροντίδα του τον έκαναν να ιδρύσει ένα μεγάλο αριθμό μοναστηριών, κέντρων ανάπτυξης της πνευματικής ζωής.

Συνεισέφερε επίσης στον εμπλουτισμό των μοναστηριών του Αγίου Όρους και του Ρίλα, όπου βρίσκονταν φυλαγμένα τα λείψανα του Αγίου Ιωάννη Ρίλσκι, προστάτη της Βουλγαρίας.

Όπως ο θάνατος του Σαμουήλ είχε σημάνει το τέλος της πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, ο θάνατος του Ιωάννη Ασέν του В' σημείωσε την αρχή της παρακμής της δεύτερης που είχε λάμψει με ορμή τόσο ζωηρή, όσο και εφήμερη.

 Η αύξουσα επιρροή των βυζαντινών ηθών που είχαν εισαχθεί στην αυλή των τσάρων είχε συμβάλει σ’ αυτή την πτώση.

Η Βουλγαρική Αυτοκρατορία αναστημένη, στη συνέχεια αυξημένη από τους Ασέν, χάρη στις κατακτήσεις τους, αλλά και στο οργανωτικό τους πνεύμα, θρυμματίστηκε λίγο λίγο στο μέσο αναρχίας, καβγάδων και φόνων. 
Το αποτέλεσμα των προσπαθειών τους κατασπαταλήθηκε.
 Μέχρι την προοδευτική τουρκική εισβολή εκτείνεται για περισσότερο από έναν αιώνα μια περίοδος άκρως συγκεχυμένη.

Λίγα ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά μπορούν να παρατηρηθούν εκτός από αυτά μιας σταθερής παρακμής.

Σπάνια σ’ αυτές τις περιοχές, στερημένες ακόμη από θεσμούς και παραδόσεις, η τύχη των λαών βρέθηκε τόσο συνδεδεμένη με την αξία των αρχηγών.

Ελλείψει ανθρώπων του ύψους του Συμεών, του Σαμουήλ, και των Ασέν, η Βουλγαρία είδε τη μοίρα της να παραδέρνει σε χέρια τόσο ανίκανα όσο και εγωιστικά.

 Ύστερα από μία διαδοχή οικογενειακών δραμάτων και εθνικών ηττών, οι τελευταίοι αντιπρόσωποι της δυναστείας, απαρνούμενοι την εξουσία, εξαιτίας μιας περίεργης ειρωνείας της τύχης θα αναζητούσαν καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη, την ύπαρξη της οποίας είχε στο παρελθόν θέσει σε κίνδυνο ο ηρωισμός των προγόνων τους.

Ερχόμενοι σε επαφή με τον βυζαντινισμό και την παρακμή του, οι άξεστοι Βούλγαροι, οι οποίοι, προτού γνωρίσουν τον πολιτισμό, έπεφταν από τη βαρβαρότητα στην αβρότητα, 
πέρασαν απότομα από την ισχύ στην πτώση.

Οι Βούλγαροι διάλεξαν τότε για αρχηγό έναν Σέρβο, τον Κωνσταντίνο, εγγονό του Στέφανου Νεμάνια, ηγεμόνα της γειτονικής χώρας. 

Για νά δώσουν στην επιλογή του την εμφάνιση μιας δυναστικής συνέχειας, με την άνοδό του στο θρόνο (1258) νυμφεΰθηκε μια απόγονο των Ασέν.

Ενώ οι Βούλγαροι είχαν στο παρελθόν κυριαρχήσει στη Σερβία, ήταν η σειρά τους να υποστούν την υπεροχή της.
Επιπλέον είχαν να διεξαγάγουν δριμείς αγώνες, στο βορρά εναντίον των Ούγγρων που προσέβαλλαν τα σύνορά τους, στο νότο εναντίον των Ελλήνων, την εχθρότητα των οποίων δεν είχε αφοπλίσει η πολιτική επιγαμίων.
Σε επιστέγασμα της δυστυχίας, οι σφετεριστές που διαπληκτίζονταν για το στέμμα σε μια ατμόσφαιρα συνωμοσιών και δολοφονιών ζήτησαν εντελώς απερίσκεπτα τη βοήθεια των Τούρκων.
Από τη μια πλευρά, χάρη στη βοήθεια μιας γυναίκας, ένας τυχοδιώκτης, πρώην βοσκός, ο Ιβαΐλο, κατόρθωνε να πάρει την εξουσία, ενώ απ’ την άλλη ισχυροί Βογιάροι, όπως ο Σβιατισλάς, σύζυγος μιας βυζαντινής πριγκίπισσας, προσέδιναν στο θρόνο ένα ορισμένο μεγαλείο.

Τέλος σ’ έναν απόγονο των Σισμάν, τον Μιχαήλ, ισχυρό αφέντη στην περιοχή του Βιδινίου έτυχε ο θλιβερός κλήρος, στο μέσο της αυξανόμενης αναρχίας, να κλείσει την ιστορία της ανεξάρτητης Βουλγαρίας αντιμετωπίζοντας την επικίνδυνη Αυτοκρατορία των Σέρβων.

Η σταθερότητα ενός εξοπλισμού που έλειπε από το γείτονά του, του επέτρεψε να αυξηθεί γρήγορα. Η στιγμή είχε φτάσει που από τους δύο λαούς, τους Σέρβους σε πλήρη άνθιση, τους Βουλγάρους σε πλήρη παρακμή, ο ένας όφειλε να υποταχθεί στον άλλο.

Τον Ιούλιο του 1330, ο Στέφανος Ούρος ο Γ' συνάντησε στο Κιουστεντίλ το βουλγαρικό στρατό, ο οποίος τράπηκε σε άτακτη φυγή, ο τσάρος Μιχαήλ σκοτώθηκε και τα φρούριά του έπεσαν το ένα μετά το άλλο. 

Στο εξής, διατηρώντας την εύθραυστη πρόσοψη μιας δυναστείας φαινομενικά εθνικής, η Βουλγαρία υποτάχθηκε στην αδιαμφισβήτητη κυριαρχία των Σέρβων μέχρι τη στιγμή που ο μεγάλος ήρωάς τους του μεσαίωνα
Το Βασίλειο του Στέφανου Ντουσάν.
ο Δουσάν ο Ισχυρός, 
θα ανακηρυχθεί τσάρος των Σέρβων, των Ελλήνων και των Βουλγάρων 
που έγιναν υποτελείς του.

Αυτή η κυριαρχία πρόκειται να επιμηκυνθεί καμιά τριανταριά χρόνια μέχρις ότου αρχίζει να προβάλλει η απειλητική σκιά που τούρκου κατακτητή.

 Όχι μόνο η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά όλοι οι λαοί των Βαλκανίων διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο.

Ανίκανοι να ενωθούν μπροστά στον κοινό κίνδυνο, συνεχίζουν τις διαμάχες τους.

Στη Βουλγαρία, στις πολιτικές διχόνοιες προστίθενται οι θρησκευτικές διαμάχες υποκινούμενες από την επιμονή του βογομιλισμού.

Από την πλευρά της, η σέρβική εξουσία δεν επιβίωσε του Δουσάν.

Η Αυτοκρατορία του τεμαχίστηκε, ενώ οι Τούρκοι εισδύοντας λίγο λίγο στα Βαλκάνια έφθασαν το 1382 μέχρι τη Σόφια.
Ο επικείμενος κίνδυνος προκάλεσε μια εγρήγορση στους Σλάβους, αλλά έμελε να πληρώσουν ακριβά τις πρώτες τους επιτυχίες.
Ο σουλτάνος Μουράτ, συγκεντρώνοντας ισχυρό στρατό, απώθησε τους Βουλγάρους και γυρνώντας στη συνέχεια εναντίον των Σέρβων τους αντιμετώπισε στην πεδιάδα του Κοσσυφοπεδίου όπου τους συνέθλιψε.

Η αξιομνημόνευτη νίκη του το 1389 έθεσε ολόκληρη τη Χερσόνησο στο έλεος των Οθωμανών. 

Τρία χρόνια μετά, το Τίρνοβο, προς στιγμήν αντίπαλος της Κωνσταντινούπολης κυριεύθηκε εξ εφόδου, πρρπολήθηκε, τα πλούτη του καταστράφηκαν, οι αρχηγοί του σφαγιάσθηκαν ή εξορίστηκαν. Η κατάρρευση του τελευταίου πολιτικού βουλγαρικού ίχνους επέφερε την κατάργηση του Πατριαρχείου που μειώθηκε σε απλή επισκοπή εξαρτώμενη από την Κωνσταντινούπολη.

Η Βουλγαρία έπαψε να υπάρχει.

Ακολούθησε βαθύ σκοτάδι.

Για περίπου πέντε αιώνες, το ένδοξο παρελθόν της Βουλγαρίας δεν αποτελεί ούτε καν ανάμνηση. 

Όταν προς τα μέσα του 19ου αιώνα οι κάτοικοί της θα αρχίσουν να κινούνται, το όνομα της χώρας τους είχε ξεχαστεί.

Από όλους τους βαλκανικούς λαούς οι Βούλγαροι ένιωσαν σκληρότερα τον οθωμανικό ζυγό.

Οι Ρουμάνοι ήταν απομακρυσμένοι και σχετικά προστατευμένοι από το φράγμα του Δούναβη.

Οι Σέρβοι έβρισκαν στα βουνά τους ένα απροσπέλαστο καταφύγιο.
Η ευστροφία τους και ο πολυμήχανος χαρακτήρας τους επέτρεψαν σε κάποιο βαθμό στους Έλληνες να απαλύνουν την τύχη τους.

Αντιθέτως οι πιο κοντινοί της Κωνσταντινούπολης Βούλγαροι, βρίσκονταν εγκλεισμένοι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ξεκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο.

Σ’ αυτόν τον τραχύ και πολεμικό λαό η κυριαρχία των ευγενών, απαιτητικών και φιλοπόλεμων, είχε αφήσει μια καλή ανάμνηση στην αγροτική μάζα.

Από τη στιγμή που εξαφανίστηκαν ή εξορίστηκαν οι αρχηγοί της, αυτή βρέθηκε αποδιοργανωμένη, υποχρεωμένη να υποταχθεί.

Κάποιοι απ’ αυτούς ασπάστηκαν την πίστη του Ισλάμ: αυτοί είναι οι Πομάκοι, οι μουσουλμάνοι Βούλγαροι που βρίσκονται κυρίως στην περιοχή της Ροδόπης. 

Οι νέοι στρατολογήθηκαν δια της βίας στη φρουρά των Γενιτσάρων.
Γενικώς ο λαός υποτάχθηκε με τη συνήθη μοιρολατρεία της Ανατολής.

Οι Τούρκοι εγκατέστησαν στη Σόφια έναν belerbey της Ρωμυλίας, καινούριας ονομασίας της αρχαίας Βουλγαρίας, η οποία υποδιαιρέθηκε σε καμιά εικοσαριά περιοχές ή σαντζάκια.

Όσο η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρέμενε ισχυρή η εξουσία της δειχνόταν ελάχιστα επιθετική.

Οι Τούρκοι ενδιαφέρονταν μάλιστα για την ευημερία της χώρας, κατασκευάζοντας δρόμους και επιζητώντας να αναπτύξουν το εμπόριο.
Τέλος έδειξαν αξιοσημείωτη ανεκτικότητα προς την Εκκλησία.

Εδώ όπως κι αλλού, η κατάσταση τροποποιήθηκε στο βαθμό που η ισχύς του σουλτάνου έφθινε και τα στρατεύματά του, συναντώντας δυσκολίες, άρχισαν να οπισθοχωρούν διαμέσου της Ανατολικής Ευρώπης.

Τότε, προς το τέλος του 17ου αιώνα, αγγαρείες, φόροι, δασμοί έγιναν πιο δυβάσταχτοι και πήραν έναν αυθαίρετο χαρακτήρα στα χέρια λειτουργών όλο και πιο διεφθαρμένων και δεσποτικών.
Η τύχη των χριστιανών των ραγιάδων έγινε άθλια.

Στην πολιτική καταπίεση της τουρκικής διοίκησης ερχόταν να προστεθεί η πνευματική επιρροή του ελληνικού κλήρου. 

Μετά την κατάργηση του Πατριαρχείου στο Τίρνοβο, όλος ο βουλγαρικός κλήρος όφειλε να υποταχθεί στην εξουσία της φαναριώτικης εκκλησίας. 

Αυτή όριζε τους εκκλησιαστικούς που προοριζόταν να ασκήσουν το λειτούργημά τους σ’ αυτές τις περιοχές όπου ήλεγχε όλη τη θρησκευτική ζωή.

Η Δογματική διδασκόταν στην ελληνική. 

Οι εκκλησιαστικοί, πολύ πιο εξελιγμένοι απ’ τη λαϊκή μάζα, σε μια χώρα πάντοτε πολύ υπάκουη προς την Εκκλησία, ασκούσαν την επιρροή τους όχι μόνο στη θρησκευτική ζωή, αλλά σ’ όλη την πνευματική ζωή.

Η διεύθυνση των σχολείων ήταν ανατεθειμένη σ’ αυτούς.

Θεώρησαν καθήκον τους να τα εξελληνίσουν. 

Η ελληνική έγινε η υποχρεωτική γλώσσα κάθε ανθρώπου κάπως καλλιεργημένου,
η βουλγαρική βρισκόταν εγκατελειμμένη σαν επαρχιακή γλώσσα καλή μόνο για αμαθείς χωρικούς. 

Το να αναγνωρίζεται κανείς ως Βούλγαρος αποτελούσε ομολογία κατωτερότητας, 
τους ευχαριστούσε αντιθέτως να περνούν για Έλληνες. 

Οι δυστυχείς χωρικοί αναγκάζονταν να απαγγέλλουν προσευχές που το νόημα τους διέφευγε.

 Ακόμη και το κυριλλικό αλφάβητο είχε καταργηθεί για να αντικατασταθεί με την ελληνική γραφή.

 Ο φαναριώτικος κλήρος, μη αρκούμενος να επιβάλει την παιδεία του, 
αγωνίστηκε άγρια για την εξαφάνιση των λειψάνων του αρχαίου βουλγαρικού πολιτισμού. 

Παλαιά χειρόγραφα, εικόνες με επιγραφές στη σλαβονική ρίχτηκαν στις φλόγες.

Ο βανδαλισμός έφθασε μέχρι να καταστρέψει τους πολύτιμους τόμους της βιβλιοθήκης του Αγίου Όρους και να υπόσχεται ανταμοιβές σε όποιον κατήγγελλε τις κρυψώνες όπου στεγάζονταν ακόμη τα απαγορευμένα βιβλία.

Εν ολίγοις ένας ξένος κλήρος κατόρθωσε τόσο αποτελεσματικά να σκοτώσει την ψυχή ενός λαού και να τον απεθνικοποιήσει ώστε ακόμη και το 1834, 
ένας άγγλος ταξιδιώτης που διέσχιζε τη Βουλγαρία 
και ρώτησε τους περαστικούς για την εθνικότητά τους, 
τους άκουσε να απαντούν ότι ήταν Έλληνες.

Ακριβώς όπως τα δημόσια λειτουργήματα, αγοράζονταν και τα εκκλησιαστικά αξιώματα.

Οι ωφελούμενοι προσπαθούσαν να αποκτήσουν εισοδήματα κάνοντας τους ενορίτες να πληρώνουν φόρους και εισφορές με τη συνενοχή του πασά.

Οι Βούλγαροι που είχαν ήδη λεηλατηθεί απ’ τους Τούρκους, 
το ξανάπαθαν απ’ τους Έλληνες,
 οι οποίοι ολοκλήρωναν το έργο των προηγουμένων.

Τέτοια φαινόμενα εξηγούν τη διάθεση των Βουλγάρων αυτής της εποχής, συχνά περισσότερο εχθρικών απέναντι στους Έλληνες παρά στους Τούρκους.

Όσο κι αν εξαλείφθηκε η εθνική συνείδηση στη διάρκεια των πολλών αυτών αιώνων υποταγής, εμφανίζονταν πότε πότε σποραδικές επαναστατικές κινήσεις, κυρίως κάθε φορά που η τουρκική κυριαρχία δεχόταν πλήγματα είτε από τους Ούγγρους, είτε από τους Βενετούς, είτε από τους Αυστριακούς, είτε τέλος από τους Ρώσους.

Ύστερα από την αποτυχία της απόπειράς τους οι εξεγερμένοι έτρεχαν να βρουν καταφύγιο στις γειτονικές χώρες, ιδίως στη Βλαχία.

Αυτές οι πράξεις ανταρσίας προέρχονταν τις περισσότερες φορές απ’ αυτούς τους πατριώτες ληστές, τους Χαϊντουτους, που η λαϊκή παράδοση περίεβαλε με λαμπρό φωτοστέφανο. 

Καταφεύγοντας στα δάση και στα βουνά έπεφταν ξαφνικά πάνω στα τουρκικά στρατεύματα, σκότωναν κάποιους αξιωματούχους, έσπερναν σύγχυση, και στη συνέχεια εξαφανίζονταν και πάλι στα δύσβατα καταφύγιά τους.

Εκεί περίμεναν το σύνθημα των συνενόχων τους που τους δήλωνε την ευκαιρία για ένα άλλο χτύπημα.

 Όταν έφθανε ο χειμώνας έθαβαν σε κάποια κρυψώνα όπλα και εφόδια περιμένοντας τον ερχομό της άνοιξης και εμφανίζονταν ξανά στα χωριά τους με την όψη ήσυχων χωρικών.

 Τα λαϊκά παραμύθια και τραγούδια εξύμνησαν τα κατορθώματα αυτών των ηρώων, πραγματικών ανταρτών, οι οποίοι μπροστά στους αδιάκοπους κινδύνους και περιφρονώντας τα βασανιστήρια συμβόλιζαν τη θέληση αντίστασης κατά του κατακτητή.
ο Χαιντούκος
Ντόντσο Βατάχ Βοεβόδας,
Дончо ВАТАХ войвода

Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Ντούτσο Βατάχ που εδώ κι έναν αιώνα περίπου,
"προστατευμένος απ’ τις νεράιδες που απομάκρυναν τα βόλια από πάνω του",
 έσπερνε τον πανικό μεταξύ των Τούρκων.

Ανάμεσά τους βρίσκονταν κάποτε και γυναίκες, όπως εκείνη η Αμαζόνα του τέλους του 18ου αιώνα που έγινε αρχηγός συμμορίας.

Συνέβαινε επίσης σ’ αυτοΰς τους πατριώτες να εμφανίζονται σε έντονο βαθμό σαν ληστές, κατά το παράδειγμα εκείνων που την ίδια εποχή ήταν συγκεντρωμένοι γΰρω από τον Πασβάνογλου. Επρόκειτο για έναν καταπληκτικό τύπο τυχοδιώκτη.

Έχοντας αποκόψει ένα αληθινό φέουδο στην περιοχή Βιδινίου κάτω από τη μύτη του Σουλτάνου, είχε γίνει ανεξάρτητος και σκεφτόταν κιόλας να βαδίσει κατά της Κωνσταντινούπολης. Χρειάστηκε ένας στρατός όχι λιγότερος από 100.000 άνδρες και τρεις εκστρατείες για να υποτάξουν αυτόν το φοβερό επαναστάτη.

Η φλόγα του πατριωτισμού δεν συντηρούνταν μόνο από τους Χαϊντούτους. 

Ξαγρυπνούσαν κι άλλοι μην αφήνοντάς την να σβήσει, αλλά με έναν ιδιαίτερα ξεχωριστό τρόπο: 
ήταν οι μοναχοί.

 Προς το τέλος του 18ου αιώνα, πολλοί ανάμεσά τους φρόντισαν να αναβιώσουν μέσα από τα γραπτά τους το ένδοξο παρελθόν της χώρας τους και να το κάνουν να ξαναζήσει στο πνεύμα του λαού.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα μοναστήρια αναδείχθηκαν σε φρούρια του βουλγαρικού πατριωτισμού.
Γενικά όμως η Βουλγαρία ήταν υποταγμένη.
Μόνο στις αρχές του 19ου αιώνα εμφανίζονται κάποιες επιθυμίες ακόμη αρκετά αόριστες για ανεξαρτησία.
Εκείνοι οι ελάχιστοι που συντηρούσαν το όνειρο αυτό αντιλαμβάνονταν την αναγκαιότητα μιας υποστήριξης.
Από πού έπρεπε να την ελπίζουν;

Από την πλευρά της Αυστρίας ή από την πλευρά της Ρωσίας;

Πάντως οι περιστάσεις συνέβαλαν ώστε απ’ όλες τις βαλκανικές εθνικότητες η βουλγαρική βρέθηκε η πρώτη που συντρίφτηκε και η τελευταία που χειραφετήθηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: