Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Η ΜΕΙΖΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ: ΒΟΡΕΙΑ Ή ΑΝΩ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ.

Κωνσταντίνου Βακαλόπουλου
Ανάρτηση στα αγγλικά







" Ιστορία της Μακεδονίας (1354-1833)"

Την εποχή αυτή η Άνω Μακεδονία, 
η οποία υπάγεται σήμερα 
στην Γιουγκοσλαβία 
και Βουλγαρία,
 είναι σχεδόν έρημη, 
όπως γράφει και ο Beaujour, 
αν εξαιρέση κανείς ορισμένες πόλεις και χωριά που κατοικούνταν από Τούρκους, Σλάβους, Αλβανούς και 'Έλληνες η Έλληνοβλάχους.

Πολλές και ποικίλες, ασύνδετες όμως μεταξύ τους, πληροφορίες για την μετά το 1800 περίοδο βρίσκουμε στα τουρκικά έγγραφα, που δημοσίευσε το 'Ιστορικό Ίνστιτουτο των Σκοπίων.



 Οι πληροφορίες αυτές είναι χρήσιμες σε συνάρτηση με άλλες.
 Πάντως χαρακτηριστικές είναι εκείνες που αναφέρονται στον αναβρασμό και στις κινήσεις διαφόρων αλβανικών στρατιωτικών σωμάτων, που απειλούν να ξεχυθούν προς την σημερινή γιουγκοσλαβική Μακεδονία’ επίσης εκείνες που μιλούν για τα προστατευτικά μέτρα της Πύλης, για την άδικη κατανομή των φόρων, ώστε το βάρος να πέφτη στους φτωχούς, για τις εισπράξεις των ποικίλων φόρων, για την διάθεση των προϊόντων, για την συνεχή προσέλευση ραγιάδων στο Ίσλάμ κ.λ. 
Αρμένιος και Εβραίος.
Ενδιαφέρουσες ακόμη είναι οι πληροφορίας για την οικονομική δραστηριότητα γενικά των κατοίκων της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, Τούρκων, Αλβανών, Σέρβων, Βουλγάρων, Ελλήνων, Εβραίων (βλ. τύπους Αλβανών, Εβραίων και Αρμενίων στις είκ.).
Αλβανοί

'Η οικονομική ανάπτυξη του τόπου συνεχίζεται παρά τους συνεχείς φόβους που δοκιμάζουν οι κάτοικοι από την γειτονία της ταραγμένης Αλβανίας και τις εισβολές διαφόρων ληστρικών ομάδων της.

Στα 1787 ο αντάρτης πασάς της Σκόδρας Μαχμούτ, γιός του Μεχμέτ, αναστατώνει την Αλβανία και τις γειτονικές χώρες  . 

Απειλεί να βαδίση προς την περιοχή Μοναστηριού και την πρωτεύουσά της, όπου κατοικούν 10-12.000 κάτοικοι, οι περισσότεροι Τούρκοι.

 Ο μουτεσελίμης της Θεσσαλονίκης καταθορυβείται και ζητεί την βοήθεια του πασά της Θεσσαλονίκης. Αλλά και οι Θεσσαλονικείς είναι κατατρομαγμένοι, γιατί θρυλείται οτι ο πασάς της Σκόδρας μετά την κατάληψη του Μοναστηριού θα βαδίση εναντίον της Θεσσαλονίκης.
 Τούς φόβους των μεγαλώνει και η παρουσία στην πόλη 3.000 Αλβανών, που είναι μόνιμα εγκατεστημένοι εκεί, αλλά οι όποιοι θα επωφεληθούν από την προσέγγιση του συμπατριώτη τους πασά για να πάρουν το μέρος του 4 Φαίνεται ότι έγιναν ορισμένες συγκρούσεις στην περιοχή Μοναστηριού, γιατί στις 18 Ιουνίου στάλθηκαν στην Θεσσαλονίκη με συνοδεία 90 Αλβανοί αιχμάλωτοι από το σώμα του Μαχμούτ πασά  .

Βρισκόμαστε στις παραμονές του νέου ρωσοτουρκικού πολέμου 1787-1792, και οι αναταραχές μέσα στην Θεσσαλονίκη συνεχίζονται εξ αίτιας των αυθαιρεσιών των κακοποιών στοιχείων σε βάρος των χριστιανών και Εβραίων  . Με την έναρξή του επιδεινώνεται η κατάστασή τους, γιατί τους επιβάλλονται νέες φορολογικές και άλλες επιβαρύνσεις  . 

Κατά την διάρκεια του πολέμου, τον Απρίλιο του 1790, κάνει την εμφάνισή του στον Θερμαικό κόλπο ο γνωστός Έλληνας κουρσάρος καώ παλαιός αξιωματικός του ρωσικού στρατού Λάμπρος Κατσώνης, ο όποιος αποβιβάζεται και λεηλατεί χωριά των παραλίων .

Επίσης στα 1791 και 1792 αναστατώνεται η βόρεια Αλβανία και η ΒΔ Μακεδονία από τις αλληλομαχίες των 'Αλβανών μπέηδων και από τις αντάρτικες κινήσεις του Μαχμούτ πασά. 
Οι κάτοικοι των περιοχών υποφέρουν πολλά από  την παραμονή των αλβανικών και τουρκικών στρατευμάτων στα χωριά τους, από  τις ποικίλες αυθαιρεσίες, που φθάνουν ως τους έμπρησμούς σπιτιών, όπως μαρτυρεί ο κώδικας της εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου της Στρούγγας. 
Αποτέλεσμα, η μεγάλη ακρίβεια που πέφτει στην περιοχή.

Τον Δεκέμβριο του 1793 διαδίδεται στην Θεσσαλονίκη ότι ο Μαχμούτ πασάς εχει νικήσει τον στρατό του σουλτάνου και έχει από κεφαλίσει τον κεχαγιά του μπεηλέρμπεη της Ρούμελης. Οι κάτοικοι της Μακεδονίας είναι και πάλι κατατρομαγμένοι από  την φήμη ότι ο νικητής Αλβανός πρόκειται να βαδίση  εναντίον της Θεσσαλονίκης.

Η αναρχία αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να παραλύση η κίνηση του εμπορίου της Θεσσαλονίκης με το Μοναστήρι, Αλβανία, Βοσνία και Βιδίνι.

Αλλά και οι καταπιέσεις και καταχρήσεις και αυτών ακόμη των εντεταλμένων με την τήρηση της τάξης ανώτατων τοπικών αρχών επιτείνουν την αναρχία.

 Έτσι π.χ. καταγγέλλεται και κατακρίνεται ο καιμακάμης Μοναστηριού στα 1800 Χατίρ ζαδέ Σείδ Σελίμ, γιατί είχε αμελήσει να φυλάξη τα στενά προς την Αλβανία, με αποτέλεσμα να ξεχυθούν άτακτες αλβανικές ομάδες πρός A και να λεηλατήσουν την περιοχή του Πρίλεπ. 'Ο ίδιος ο καιμακάμης ιδιοποιούνταν φόρους του δημοσίου και συνεργαζόμενος με κακοποιούς ζουσε σε βάρος του πληθυσμού καταστρέφοντάς τον οικονομικά  .

Αλλά και αργότερα δεν παύουν οι επιθέσεις των αλβανικών ληστρικών ομάδων. 

Έτσι το καλοκαίρι του 1803 οι 150 άνδρες του Μπανούς από  την Κολόνια και του Νουρεκές από την Πρεμετή επιτίθενται στο χωρίο Γραντέσνιτσα του καζά Πρίλεπ, λεηλατούν και καίουν τα σπίτια του, σκοτώνουν δύο σειμένηδες (φρουρούς), τραυματίζουν δύο χωρικούς και σκλαβώνουν 19 άλλους  . Κοντά σ’ αυτά, αν προστεθούν οι συνεισφορές για την διατροφή των στρατιωτών, καθώς και οι διάφοροι φόροι και οι καταχρήσεις των εισπρακτόρων  , αντιλαμβάνεται κανείς την ατμόσφαιρα της εποχής. Γιά ν’ αντιμετώπιση τις υπέρογκες δαπάνες της η Πύλη κατά την διεξαγωγή των πολέμων στα διάφορα μέτωπα, αναγκάζεται ν’ αυξήση τον κεφαλικό φόρο (τζιζιέ ) : 
των φορολογουμένων της πρώτης κατηγορίας κατά 40 παράδες, της δεύτερης κατά 30 και της τρίτης κατά .

Αλλά και άλλες χρηματικές επιβαρύνσεις επιβάλλονται συχνά με μορφή δανείων, που βέβαια — όταν μάλιστα είναι αλλεπάλληλες — φέρνουν σε δύσκολη οικονομική θέση τους έμπορους και τεχνίτες  . Όλα αυτά βέβαια έχουν τον αντίκτυπο τους στην συνεχή αύξηση των τιμών στα ειδη της πρώτης ανάγκης  . 

Η κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Τουρκία και συγκεκριμένα στην Μακεδονία — με την επίδραση των ναπολεόντειων πολέμων — συνεχώς επιδεινώνεται, ιδίως από  το 1800 κε.

 Ο ερεθισμός των πνευμάτων των σκλαβωμένων βαλκανικών λαών, η τάση προς ανεξαρτοποίηση του Πασβάνογλου πασά του Βιδινίου και η εμφάνιση παντού κλεφτών και χαιντούκων, μουσουλμάνων και χριστιανών, είναι ασφαλώς ο λόγος, που στις 10 Ιουλίου 1801 ο σουλτάνος Σελίμ Г' ανανεώνει για δύο ακόμη χρόνια την παραχώρηση δικτατορικής σχεδόν εξουσίας στον βαλή της Ρούμελης Χατζή Μεχμέτ πασά. 

Όνομαστοί μουσουλμάνοι χαιντούκοι, όπως 
ο Καρά Φείζ, 
ο Άχμετζίκ, 
ο Ίσά όγλού, 
ο Χατζή Μουσά όγλου, 
ο Καφλή Σελίμ και 
ο Άλή Μουλά, 
αναστατώνουν διάφορες περιοχές  , με αποτέλεσμα να επιβαρύνωνται οι χωρικοί και με συνεισφορές σε χρήματα και προϊόντα για την πληρωμή και διατροφή των στρατιωτών που προορίζονται για την καταπολέμηση της αναρχίας  .

'Ο σουλτάνος για ν’ αντιμετωπίση την κατάσταση, αναγκάζεται στις 28 Ιανουαρίου 1803 να εμπιστευθή στον γνωστά για την σκληρότητά του ’Αλή πασά των Ίωαννίνων το μεγάλο αξίωμα του Ρούμελη βάλεση. Πραγματικά ο Άλή πασάς έτοιμάζεται να κάνη την σχετική επιθεώρηση στους καζάδες από  το Μοναστήρι ως το Κιουστεντίλ και στέλνει τις σχετικές εντολές για την εξεύρεση των τροφίμων και την πληρωμή των αναγκαίων στρατιωτικών μισθών  .

Οι δαπάνες βέβαια επιφορτίζονται στους κατοίκους, κυρίως στα εσνάφια των έμπορων. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι ο καζάς του Μοναστηριού επιβαρύνεται με 26.033 πιάστρα, του Κίτσεβο με 7.302, της Φλώρινας με 1.359, των Βοδενών (’Έδεσας ) 28.850, της Δοιράνης με 1.890 και του Τίκβες έπίσης με 1.890  . 

Πάντως στις αρχές του 1804, συγκεκριμένα στις 17 Φεβρουάριου, βαλής της Ρούμελης διορίζεται ο Ίμπραιμ πασάς, o όποιος διαδέχεται, φαίνεται, τον  Αλή πασά.
  
2.         Ενδιαφέροντες από  οικονομική και πολιτιστική άποψη είναι ιδίως οι ελληνοβλαχικοί οικισμοί, οι όποιοι εξελίσσονται σε μικρές εμπορικές κωμοπόλεις και άργότερα σε πόλεις. 

Μέσα σ’ αυτούς τους οικισμούς, 
που βρίσκονται σήμερα στην νότια Γιουγκοσλαβία, 
ζη ενας σημαντικός ελληνοβλαχικός πληθυσμός, 
σπαρμένος μέσα σε περιοχές κατοικούμενες από  Τούρκους, Αλβανούς και Σλάβους, 
ο όποιος εργάζεται και εμπορεύεται, 
αλλά δεν αποδημεί με τον ίδιο ρυθμό, 
με τον όποιο αποδημούσαν οι Έλληνες της Νότιας Μακεδονίας.
Το Μοναστήρι. Γενική άποψη.
Προς σημαντικό κέντρο εξελίσσεται, το Μοναστήρι, που άλλοτε, κατά την εποχή του Χατζή Κάλφα (μέσα 17ου αι. ), κατοικούνταν από  Βουλγάρους

Κατά τον 18ο αι. και ιδίως μετά την λεηλασία και καταστροφή της Μοσχόπολης, στα 1769, πολλοί κάτοικοί της κατέφυγαν — ανάμεσα σε άλλες πόλεις και κωμοπόλεις των ελληνικών και ξένων χωρών — και στο Μοναστήρι, καθώς και στα Βελεσά και στο Βελιγράδι .

Στο Μοναστήρι υπάρχει ασφάλεια, γιατί είναι ένα αρκετά σημαντικό στρατιωτικά κέντρο, ένα επίκαιρο σημείο στην Άνω Μακεδονία, ιδίως ως προς την απόκρουση των αλβανικών ομάδων, που ξεχύνονται προς λεηλασία των γειτονικών χωρών. Γι αυτο και τα σχετικά τουρκικά αρχεία της περιοχής είναι αρκετά πλούσια. 
Στο Μοναστήρι οι Μοσχοπολίτες έγιναν τα πιο ζωτικά μέλη της ελληνικής κοινότητας .

Επακολουθεί η ελληνική επανάσταση του 1770, που ανοίγει περισσότερο τις αρπακτικές ορέξεις των αλβανικών στρατιωτικών σωμάτων και ληστρικών ομάδων, που βρίσκονταν σε αέναη κίνηση. 
'Η κατάσταση αυτή κινεί τους κατοίκους πολλών χωριών προς μεγαλύτερα και πιο ασφαλή κέντρα, προ πάντων προς το Μοναστήρι. 
Από  ένα τουρκικό κατάλογο χριστιανών μπακάληδων του Μοναστηριού της 12ης Ιουλίου 1801, που δημοσιεύθηκε τελευταία, διαπιστώνουμε πως πολλοί από  τους 25 αναφερόμενους επαγγελματίες έχουν ελληνικά η βλαχικά οικογενειακά επίθετα.

'Η συρροή αυτή κατοίκων προς το Μοναστήρι συνεχίζεται και αργότερα, κατά τα τέλη του 18ου αι. και αρχές του 19ου αι., ιδίως από την περιοχή της Φλώρινας, προς μεγάλη θλίψη του άγιάν (προκρίτου) της Μουσταφά, ο οποίος βλέποντας την ερήμωση και τις ζημιές των ισχυρών ασφαλώς του τόπου από την έλλειψη των εργατικών χεριών είχε αρχίσει να παίρνη διάφορα καταπιεστικά μέτρα έναντίον των από δήμων αυτών, έστω και αν ακόμη είχαν περάσει 15 20 χρόνια, αφότου είχαν φύγει από τις πατρίδες τους. 

Γι’ αυτό στις 23 Μαρτίου 1803 το διβάνι της Ρούμελης τον ειδοποιεί να πάψη να ενοχλή εκείνους που απουσιάζουν από την πατρίδα τους περισσότερο από 10 χρόνια αλλιώς τον άπειλει με καθαίρεση και αύστηρές ποινές  . 
Οι αποδημίες όμως αυτές των απελπισμένων χωρικών είναι πολύ συχνές και δεν αναστέλλονται με καταπιεστικά μέτρα.

Οι αλλεπάλληλες αυτές μετακινήσεις και επιδράσεις των βλαχόφωνων αυτών Ελλήνων αλλοιώνουν βαθμιαία την εθνολογική σύνθεση του βουλγαρικού πληθυσμού του χωριού, όπως ήταν άλλοτε το Μοναστήρι, και το μεταβάλλουν σ’ ένα αξιόλογο εμπορικά κέντρο, σε μια σημαντική πόλη ( βλ. είκ. 137), όπου συνεχώς κερδίζουν έδαφος οι Έλληνες και η ελληνική γλώσσα

Στις αρχές του 19ου αι. το Μοναστήρι είναι η συνηθισμένη έδρα του Ρούμελη βαλεσή   και στα 1820 την μεταφέρουν εδώ οριστικά από την Σόφια.

 Επίσης είναι η έδρα του ορθόδοξου μητροπολίτη Πελαγονίας, της οποίας η αρχαία ονομασία σώζεται στον εκκλησιαστικό τίτλο κατά πανάρχαια παράδοση.

Ξακουστοί είναι οι Έλληνες γιατροί του Μοναστηριού, όπως π.χ. ο χειρούργος Άγγελής στα 1817, στον όποιο έχουν πλήρη εμπιστοσύνη και οι Τούρκοι ακόμη.

 Επίσης αναφέρεται στα 1835 ο μεγαλέμπορος Χατζή Γιώργης Ντισκότζας, ο όποιος 
« ασχολείται με το εμπόριο της Ευρώπης, Περσίας και Ινδιών». 

Ο μεγαλέμπορος αυτός με σουλτανικό φιρμάνι γίνεται μπερατλής, δηλαδή «προστατευόμενος». Ο ίδιος επίσης κατορθώνει να εκδοθή παρόμοιο φιρμάνι η καλύτερα μπεράτι και για τον ένα από τους δύο υπηρέτες του, τον Χατζή Δημήτρη  .

Στις αρχές του 20ου αι. είναι έντονη η οικονομική και εκπαιδευτική δράση των Ελλήνων του Μοναστηριού.

Η ελληνική κοινότητα έχει λαμπρό νοσοκομείο, παρθεναγωγείο και νηπιαγωγείο, από δωρεές των ξενιτεμένων στην Αίγυπτο αδελφών Δημητριού.

Το Μοναστήρι λοιπόν αποβαίνει ένα κέντρο ελληνικό με ακτινοβολία που ξεχύνεται σε μια ομάδα χωριών και πόλεων με ελληνικές κοινότητες, ενωμένες σφιχτά μεταξύ τους. 

Πολλοί ήταν οι λόγοι που συνετέλεσαν στην δημιουργία στενών δεσμών ανάμεσα σ’ αυτές τις κοινότητες : η γεωγραφική τους θέση, η κοινή τους σκλαβιά καθ’ όλη την διάρκεια της τουρκοκρατίας και τα κοινά τους αισθήματα, τα προσανατολισμένα προς την Ελλάδα. 

Οι πόλεις και τα χωριά, που υπάγονταν εκκλησιαστικά στις μητροπόλεις Πελαγονίας, Πρεσπών και Αχριδών, και όπου υπήρχαν ανθηρές ελληνικές κοινότητες ήταν το 
Μεγάροβο, 
Κρούσοβο, 
Νιζόπολη, 
Τίρνοβο, 
Γκόπεσι, 
Μηλόβιστα  , 
Γιαγκοβέτσι, 
Άνω Μπέλιτσα, 
Κάτω Μπέλιτσα, 
Περλεπές, 
Βελεσά, 
Σκόπια, 
Ρέσνα, 
Αχρίδα, κ.α. 

Επίσης την ακτινοβολία του Μοναστηριού δέχονταν τα μεικτά με βλαχόφωνους και σλαβόφωνους χωριά Λάχτση, Μπούκοβο (βλ. είκ.), Μπρούσνικ,
Ντίχοβο, που οι κάτοικοί τους είχαν ελληνική συνείδηση.
 
Μονή Μπουκόβου (Μοναστήρι)
 Πάντως στις περιοχές Ρέσνας, Στρούγγας και Δίμπρας (βλ. χάρτη 12) επικρατεί η σλαβική η, όπως λέγει ο Κοσμάς Θεσπρωτός, η «σθλαβονική» η και αλλιώς, η βουλγαρική.

 Μολαταύτα μέσω της εκκλησίας υφίστανται την ελληνική πολιτιστική επίδραση.

Απόδειξη είναι ο κώδικας του 'Αγ. Γεωργίου της Στρούγγας, στον όποιο οι διάφορες ιστορικές καταγραφές μεταξύ 1792-1860 είναι γραμμένες στα ελληνικά. 
Υπάρχουν όμως και μερικά σημειώματα με το τοπικό σλαβικό ιδίωμα, αλλά με ελληνικά γράμματα.

Η Αχρίδα εξακολουθεί την εποχή αυτή να έχη κάποια σπουδαία θέση.

Έχει 3 εκκλησίες, άλλα 6 τζαμιά, μολονότι οι κάτοικοί της είναι σχεδόν μισοί μουσουλμάνοι και μισοί χριστιανοί (συνολικά 1.300 οικογένειες)  . 
Στα 60 όμως χωριά της Αχρίδας πλειοψηφεί ο αλβανικός πληθυσμός.

3.         Συνυφασμένη με το Μοναστήρι πρέπει να θεωρηθή η ιστορία των συνεχόμενων σχεδόν χωριών του Μεγαρόβου και Τιρνόβου. 
Στο Μεγάροβο κατοικούσαν κατά τα μέσα του 18ου αι. 3-6 μόνο σλαβόφωνες οικογένειες.

Μετά την επανάσταση του 1770, συγκεντρώθηκαν και εδώ πρόσφυγες από  το βλαχόφωνο χωριό Λινοτόπι και τα αλβανόφωνα Κολόνια, Μπιθκούκι, που προσπαθούσαν να γλυτώσουν από  την αρπακτική μανία των τουρκαλβανικών στιφών. Οι πρόσφυγες ασχολούνταν με την ραπτική και το εμπόριο και κατά δεύτερο λόγο με την χρυσοχοϊκή και την κτηνοτροφία  .

Πριν ακόμη από  το 1800 είχαν κτίστη πολλά και ωριαία σπίτια και 13 νερόμυλοι. 
Εκεί έφθασε την ίδια εποχή από  την Κωνσταντινούπολη ο Οικονόμος Παπαδημήτριος και αγόρασε από τον Σείδ Ρουστέμ το μέρος του βουνού που βρίσκεται επάνω από την κωμόπολη με το δάσος του, ίσως μάλιστα και τα λιβάδια της περιοχής. 

Ο Οικονόμος Παπαδημήτριος εκτελούσε και χρέη δασκάλου. 
Επίσης ως δάσκαλος αναφέρεται και κάποιος Μωρόκης, που δίδασκε γύρω στα 1800  .
Στις αρχές του 19ου αι. το Μεγάροβο ήταν ιδιοκτησία του Σείδ Ρουστέμ μπέη, καιμακάμη στο Μοναστήρι . 
Η παράδοση για την ιδιοκτησία του διατηρούνταν ζωντανή ως τις αρχές του αιώνα μας  .
Από  τις υπογραφές ορισμένων κατοίκων του Μεγαρόβου σε μια αίτηση τους, γραμμένη στις 24 Δεκεμβρίου 1807, διαπιστώνουμε την πλειονότητα των ελληνικών και βλαχικών ονομάτων τους. 
Εκεί αναγράφονται ο Παπά Θόδωρος, ο Παπά Θανάσης, ο Κώστας Γιώργης, ο Μιχάλης Ναούμ, ο Γεράσιμος Στέργιος κ.α.  .

Αργότερα, Τουρκαλβανοί επωφελούμενοι από  τον θάνατο του Αλή και την δημιουργία νέων ανωμαλιών, 
κάνουν νέες επιδρομές εναντίον των βλαχόφωνων χωριών 
και καταστρέφουν την Γράμμουστα, 
κτισμένη στους νότιους πρόποδες του Γράμμου, 
κωμόπολη σημαντική με 3.000 περίπου οικογένειες
που ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία.

 Δέκα περίπου οικογένειες της τσελιγκάδων, καθώς και μερικές οικογένειες από  το Μπιθκούκι, εγκαθίστανται στο Μεγάροβο. 
Αργότερα, στα 1845, η οικογένεια Δόγα προσκαλεί 10-15 οικογένειες αρβανιτοβλάχικες βοσκών από  τον Γράμμο, για να βόσκουν τα κοπάδια της. Έτσι λήγει ο κύκλος συνοικισμού του Μεγαρόβου.
Το Τίρνοβο συνοικίστηκε κατά την παράδοση, στις αρχές του 18ου αι., ενώ η εκκλησία του κτίστηκε στα 1815.

Καί αυτού οι κάτοικοι ήταν κυρίως πρόσφυγες από  τις βορειοδυτικές κωμοπόλεις και χωριά της ελληνικής Μακεδονίας και Ηπείρου, οι ίδιοι ακριβώς που συνοίκισαν και το Μεγάροβο. Το Τίρνοβο εξελίσσεται αργότερα, κατά τα τέλη του 19ου αι., σε ωραία ελληνική κωμόπολη με επιβλητικά εκπαιδευτήρια  .

Θέλοντας ακριβώς ν’ αρνηθή αυτή την ελληνικότητα του πληθυσμού του Τιρνόβου ο εκδότης του δευτέρου τόμου των «Τουρκικών Εγγράφων» του Ινστιτούτου Εθνικής Ιστορίας Σκοπίων σχολιάζει με τα έξης μια αίτηση των κατοίκων του χωριού, γραμμένη μεταξύ 1805-1808 

«Από  τα ονόματα που περιέχονται σ’ αυτο το έγγραφο φαίνεται ότι ο πληθυσμός του χωριού Τίρνοβο από τελούνταν από  Βλάχους και Μακεδόνες» .

Και αυτό για να μη μνημονευθή καθόλου το όνομα Έλληνες. 

Και όμως οι ονομαζόμενες δύο εθνότητες Βλάχοι και Μακεδόνες είναι ανύπαρκτες

Οι Βλάχοι ήταν ενσυνείδητοι Έλληνες, όπως το ομολογούν και οι ίδιοι οι παλαιότεροι Γιουγκοσλάβοι επιστήμονες, και αυτός ακόμη ο Βλάχος Πόποβιτς, όπως είδαμε.
 Έπειτα, κάτω από το  ονομα «Μακεδόνες» πρέπει ν’ αναζητηθούν, έκτος από  τους 'Έλληνες και Σλάβους, και Άρβανιτόβλαχοι.

Καί οι περισσότεροι απ’ αυτούς, αν οχι όλοι, είχαν επίσης ελληνική συνείδηση. Καλά θα ήταν ο έκδοτης να δημοσίευε και φωτοτυπία αυτού του εγγράφου, για να γίνη καλύτερος ο έλεγχος των ονομάτων των Τιρνοβιτών, αν και η καταγραφή τους στα τουρκικά δεν είναι πάντοτε ακριβής.

Παρόμοιος τουρκικός κατάλογος των κατοίκων της Μηλόβιστας της 27ης Απριλίου 1824 μας πληροφορεί ότι οι υπογραφόμενοι διόριζαν ως deruhdeci (πληρεξούσιό) τους ως προς την καταβολή φόρων τον γνωστό μας Σείδ Ρουστέμ μπέη  . 
Το αξίωμα αυτό, που το αναλάμβαναν κυρίως πλούσιοι μουσουλμάνοι, καταργείται στις 24 Αυγούστου 1830 με διαταγή του Ρούμελη βαλεσή, εξ αιτίας των αυθαιρεσιών και των καταχρήσεων των αξιωματούχων αυτών.
Κρούσοβο. Άποψη της ανατολικής πλευράς.

4.         ’Από τα άλλα χωριά με ζωηρή ελληνική συνείδηση μνημονεύουμε το Κρούσοβο, που συνοικίστηκε και αυτό κατά το δεύτερο μισό του 18ου αι., υστέρα από την ελληνική επανάσταση του 1770. 

Ήταν ένα αφανές χωριό, πιο από μακρυσμένο από τα άλλα, Β. του Μοναστηριού, με υψόμετρο 1300 μέτρα. 

Στο χωριό αυτό, τσιφλίκι του Κερίμ μπέη της Αχρίδας, κατοικούσε στις αρχές μικρός αριθμός οικογενειών.

 Οι πρώτοι που μετοίκισαν στο χωριό συνάντησαν μια μόνο σλαβόφωνη οικογένεια. 

Οι υπόλοιποι κάτοικοι ήταν βλαχοποιμένες που έμεναν εκεί μόνο το καλοκαίρι, ενώ τον χειμώνα κατέβαιναν χαμηλότερα.
Στα 1769-1779, αλλά και αργότερα, άρχισαν να φθάνουν στο άσημο χωριό κάτοικοι από διάφορες κωμοπόλεις και χωριά της Ν. Μακεδονίας, Ηπείρου και Αλβανίας (Νικολίτσα, Μοσχόπολη, Σαμαρίνα, Λινοτόπι κ.λ.), για να γλυτώσουν από τις καταστρεπτικές επιδρομές και τις καταπιέσεις των Τουρκαλβανών  . 
’Ανάμεσά τους υπήρχαν και λίγοι ελληνόφωνοι, οι όποιοι με την πάροδο του χρόνου αφομοιωθήκαν από τους βλαχοφώνους και αλβανοφώνους  .

Οι πρώτοι που κατέφυγαν στο Κρούσοβο, μερικές οικογένειες από την Νικολίτσα, ήταν φιλήσυχοι βιοτέχνες που ασχολούνταν κυρίως με την χρυσοχοϊκή και την ραπτική. 

Οι Νικολιτσιάνοι επέδρασαν στον χαρακτήρα και των άλλων εποίκων, που ήταν πιο τραχείς εξ αιτίας της ζωής τους στα βουνά  .
Αργότερα έφθασαν στο Κρούσοβο οικογένειες από  το Λινοτόπι και την Γράμμουστα.

Οι τελευταίοι, νομάδες κτηνοτρόφοι, κατοίκησαν στα άκρα του Κρουσόβου, για να μπορούν πιο εύκολα να εξασφαλίζουν την τροφή των κοπαδιών τους.
Η μετανάστευση συνεχίστηκε και επί του Άλή πασά των Ίωαννίνων  .

Στην δυτική πλευρά του Κρουσόβου σχηματίστηκε νέα συνοικία από αλβανόφωνες οικογένειες που ήλθαν από  το Μπιθκούκι και την Όπάρα έχοντας επικεφαλής τους ιερείς τους Ευστάθιο και Γιαννάκη. 
Ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο. 
Αργότερα εξ αιτίας της επαφής τους με τους άλλους συγχωριανούς των έπαψαν να είναι αλβανόφωνοι  .
Το ρεύμα αυτό της μετανάστευσης το διαπιστώνουμε και από αίτηση κατοίκων του Κρουσόβου γραμμένη στις 22 Ίανουαρίου 1807, κάτω από την οποία υπογράφονται κάτοικοι, προερχόμενοι είτε από γνωστές βλαχόφωνες περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας και Αλβανίας είτε και από ελληνόφωνες. 
Έτσι π.χ. βλέπουμε τα ονόματα 
Παπά Δημήτρης, 
Παπά Στέργιος, 
Χατζή όγλού Θωμά, 
Χατζή Σιμός, 
Παπά Οικονόμου Δήμος, 
Σαχίνης, Πέτρος Σίμου κ.λ., 
καθώς και άλλα που άντιπροσωπεύουν τεχνίτες από βλαχόφωνες περιοχές, από το Λινοτόπι, Βηρτιάνικ, Κλεισούρα, Νέβεσκα (Νυμφαίο), Σαμαρίνα, Όπάρα, Ντέμπαρ κ.λ.  . Καί του έγγράφου αυτού θα επρεπε να δοθή φωτοτυπία από τον έκδοτη.

'Ένα αρκετά μεγάλο κατάλογο των ονομάτων των οικογενειών του Κρουσόβου, κατά τον τόπο της καταγωγής τους, δίνει ο Πόποβιτς  .

Στο ΒΔ τμήμα του Κρουσόβου εγκαταστάθηκαν οι λεγόμενοι Μιάκοι, από την Λαζαρόπολη της Β. Μακεδονίας, εποχιακοί κτίστες που έφευγαν και εργάζονταν το καλοκαίρι στις Σέρρες, την Δράμα η τα περίχωρά τους, για να επιστρέψουν τον χειμώνα στα σπίτια τους.

 Από το 1880 άρχισαν ν’ αποδημούν στην Βουλγαρία, όπου οι κτίστες μετά τον ρωσοτουρκικού πόλεμο του 1877-1878 έβρισκαν εύκολα δουλειά, γιατί με την ίδρυση του βουλγαρικού κράτους οι οικοδομικές εργασίες πήραν εκεί ένα γοργό ρυθμό.

Άπό τότε όλοι οι Μιάκοι επηρεαζόμενοι από τα βουλγαρικά σχολεία και την προπαγάνδα άρχισαν ν’ αφομοιώνωνται βαθμιαία.

Γενικά οι περισσότεροι άνδρες του Κρουσόβου ξενιτεύονταν, γιατί το έδαφος ήταν τραχύ και άγονο και η θέση του χωριού απόκεντρη. 
Οι λόγοι αυτοί ευνοούσαν την ανάπτυξη του επιχειρηματικού πνεύματος των κατοίκων. 
Έτσι στην πόλη που άδειαζε έμεναν μόνο γυναίκες, μικρά παιδιά και γέροι.

 Οι άνδρες έφευγαν για τις άλλες χώρες της οθωμανικής αυτοκρατορίας η και για το εξωτερικό αναζητώντας καλύτερη τύχη. 
Σκορπίζονταν στο Μοναστήρι, Περλεπέ, Κίτσεβο, Σκόπια, Θεσσαλονίκη, Αχρίδα, Κορυτσά, Ιωάννινα, Σέρρες, Δράμα, Κωνσταντινούπολη κ.α. 

Η δραστηριότητά τους στο εξωτερικό έφθανε ως την Σερβία, την Ρουμανία, Βουλγαρία, Αίγυπτο. Λιγότεροι ξενιτεύονταν στην Αυστρία, Ρωσία, Ιταλία, Αμερική και μερικοί έφθαναν ακόμη ως την Αβησσυνία, Αυστραλία και Ινδίες.

Ο ελληνικός πληθυσμός του Κρουσόβου την εποχή της ακμής του υπολογιζόταν σε 18.000. 

Τον βρίσκουμε όμως κάπως μειωμένο κατά τον χρόνο της καταστροφής του, στις αρχές του 20ου αιώνα, 14.000, εξ αιτίας της αθρόας εξόδου των κατοίκων του προς το Μοναστήρι, Θεσσαλονίκη, Σκόπια, Κωνσταντινούπολη, Αθήνα κ.α.  
.
Το Κρούσοβο διαιρούνταν σε 12 συνοικίες που σχηματίζουν ημικύκλιο από ΒΑ προς ΝΑ: 
1) Στρούγγας, 
2) Χατζημπούσα, 
3) Σαλανα, 
4) Γενικκλησέ, 
5) ’Αρναούτ, 
6) Κόλε Νάλτσε, 
7)Μεζιλτζή, 
8) Κουρί, 
9) Όστρίλτσας, 
10) Κουπρί, 1
1) Μπιρίνας, 
12) Μοναστηριού .

Τα σπίτια του Κρουσόβου ήταν ολα λιθόκτιστα, εκτός από πολύ λίγα πλινθόκτιστα.

 Πολλά ήταν τα διώροφα και τριώροφα με 4-8 δωμάτια, υπόγεια και ευρύχωρη αυλή. Τον χειμώνα όλα γενικά ήταν κρύα  . 
Σχετικά ο Πόποβιτς γράφει τα εξής ενδιαφέροντα : 

«Όλα σχεδόν τα σπίτια είναι ευρύχωρα, με πατώματα και αρκετά δωμάτια άνετα, με ωραία διαρρύθμιση και πολλά παραθυράκι όλα αυτά μαρτυρούν ακόμη και σήμερα την ευημερία του παλιού Κρουσόβου. 
Μερικά από τα σπίτια είναι σαν μικρά ανάκτορα, διακοσμημένα με ωραία σαλόνια και εξώστες. 
Επάνω στις βαριές πόρτες που οδηγούν προς την αυλή η στο επάνω μέρος της πρόσοψης (του σπιτιού) υπάρχουν συνήθως, σαν είδος οικοσήμου, μονογράμματα, που τα συγκρατούν από τις δύο πλευρές δυό πουλιά η δυό λιοντάρια η δυο άλογα. 
Συνήθως αναγράφουν και το έτος κατά το όποιο κτίσθηκε».

Οι δρόμοι της πόλης ήταν στενοί και ακανόνιστοι. 
Στο κέντρο της, κοντά στην εκκλησία, γινόταν παζάρι ως τις αρχές τουλάχιστο του 20ου αι. — ασφαλώς κατά παράδοση παλαιά — δυό φορές την εβδομάδα, Δευτέρα και Πέμπτη.

Η κίνησή του όμως ήταν περιορισμένη. Έκεί πουλιούνταν κυρίως γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα των περιχώρων. 
Οι γυναίκες ασχολούνταν με την κατασκευή σαγιακιών, καλτσών και χαλιών (κιλίμια, φλοκάτες, κουβέρτες), που τα έκαναν εξαγωγή στον Περλεπέ, Κίτσεβο, Σκόπια, Μοναστήρι .

Όπως και στις άλλες ελληνικές κοινότητες, έτσι και στο Κρούσοβο φρόντιζαν για την μόρφωση των νέων

Φυσικά δεν υπήρχαν ιδιαίτερα σχολεία. 
Σαν αίθουσες παραδόσεων χρησίμευαν τα σπίτια των διδασκάλων, οι όποιοι όμως είχαν ατελή μόρφωση. 
Η μόνη τους φιλοδοξία ήταν να διδάξουν στα παιδιά ανάγνωση η αποστήθιση θρησκευτικών κειμένων (Ψαλτήρι, Όκτώηχο). 
Οι δάσκαλοι πληρώνονταν από τους γονείς των μαθητών ένα πολύ μικρό ποσόν έπαιρναν επί πλέον και ποσότητα καύσιμης ύλης για το σπίτι τους και για την αίθουσα, όπου έκαναν τα μαθήματά τους.

Έκτος από τα γραμματοδιδασκαλεία που λειτουργούσαν σε κάθε συνοικία, υπήρχε και ένα κεντρικό, στο σπίτι του Ίγγελίζη, που όμως δεν διέφερε βασικά από  τα άλλα. 
Αργότερα, όταν άνέλαβε την διδασκαλία ο εμπειρικός γιατρός Χριστόδουλος Παπαιωάννου, από το Ζαγόρι της Ηπείρου, σημειώθηκε κάποια πρόοδος, γιατί εισήγαγε την άλληλοδιδακτική μέθοδο  .

Άπό το 1860, όπως αναφέρει ο Πόποβιτς, λειτουργούσε και ήμιγυμνάσιο, στο όποιο, τα πρώτα χρόνια, φαίνεται, φοιτούσαν και απόφοιτοι του δημοτικού σχολείου Μοναστηριού . 

Γενικά η επίδραση της ελληνικής παιδείας είναι έντονη και διαχέεται τόσο από το σχολείο, όσο και από την εκκλησία.

Σύμφωνα με παλιά παράδοση λειτουργούσε κι εδώ εκκλησιαστικό δικαστήριο. 
Πρόεδρός του ήταν αργότερα, μετά το 1879, ο μητροπολίτης Πρεσπών και Αχριδών, που είχε μεταφέρει την έδρα του εκεί. 
Στο έργο του βοηθούσαν τον μητροπολίτη τρεις κληρικοί που εκλέγονταν από  την ολομέλεια των ιερέων.

5.         'Υπολείμματα των Κουτσοβλάχων 
και των άλλων Ελλήνων 
υπάρχουν ακόμη ως σήμερα στο 
Κρούσοβο, 
Τίρνοβο, 
Μεγάροβο, 
Νιζόπολη, 
Γκόπεσι, 
Μηλόβιστα, 
Γιάγκοβατς στην περιοχή Πρέσπας, και 
Άνω και Κάτω Μπέλιτσα στην περιοχή Αχρίδας. 

Επίσης υπάρχουν στο 
Μοναστήρι, 
Σκόπια και 
Βελιγράδι, 
και πολύ λίγοι στην Αχρίδα, 
Δίβρη, 
Βελεσά, 
Γευγελή, 
Ρέσνα, 
Περλεπέ 
και άλλου. 

Ακόμη ως τις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, έποχή καταπιέσεως των μειονοτήτων στην Γιουγκοσλαβία, ο Πόποβιτς ομολογούσε ότι μέσα στο Μοναστήρι ζούσαν 3-4.000 Κουτσόβλαχοι «μαζί με τους Έλληνες», στα Σκόπια 2-3.000 και στο Βελιγράδι περίπου 2.500 2 —αριθμοί άσφαλώς πολύ κατώτεροι από την πραγματικότητα.

Ο ίδιος γράφει επί λέξει τα έξης περίεργα :

«Στο Μοναστήρι θεωρούν ως επί το πλείστον τους εαυτούς των ως 'Έλληνες, στις υπόλοιπες όμως πόλεις του κράτους μας ως Σέρβους».

 Έμμεσα δηλαδή αφήνει να διαφανή ότι ο ίδιος — Κρουσοβίτης — αισθάνεται τον εαυτό του ως Σέρβο. Αναλυτικά, όσα γράφει σχετικά με την διανομή των Κουτσοβλάχων μέσα στην προπολεμική Γιουγκοσλαβία, έχουν ως έξης:

«Είναι δύσκολο να προσδιορισθή πόσοι είναι οι Κουτσόβλαχοι στο κράτος μας και από το γεγονός ότι στις πόλεις δύσκολα ομολογούν ότι είναι Κουτσόβλαχοι. 

Στο Μοναστήρι θεωρούν ως επί το πλείστον τους εαυτούς των ως 'Έλληνες, αλλά στις υπόλοιπες πόλεις του κράτους μας ως Σέρβους. 

Κατά τον Έρδελιάνοβιτς υπάρχουν περίπου 9.000. 

Από τα στοιχεία όμως .που συγκεντρώσαμε, 
οι Κουτσόβλαχοι είναι πιθανόν περισσότεροι, 
12.000-15.000, και είναι μοιρασμένοι σε διάφορους συνοικισμούς, ως έξης : 
Στο Κρούσοβο ύπαρχουν γύρω στους 1.500.

Στην Μηλόβιστα περίπου 200, στο Μεγάροβο περίπου 100, στο Γκόπεσι περίπου 50. 

Στο Μοναστήρι (μαζί με τους 'Έλληνες) περίπου 3.000-4.000. 

Στα Σκόπια 2.000-3.000, στο Βελιγράδι περίπου 2.500 και στα υπόλοιπα μέρη περίπου 3.000. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν έχουν ξεχωριστό δικό τους συνοικισμό. 

Στο Κρούσοβο από τελουν μόλις το μισό μέρος του πληθυσμού, και στις πόλεις, όπως το Βελιγράδι, Σκόπια και Μοναστήρι, άσήμαντο 
Αύτό είναι από φασιστικός παράγοντας έκτός από τους άλλους που ίσως δεν είναι λιγότερο σημαντικοί. 
Είναι μετρημένες οι ημέρες των Κουτσοβλάχων ως ξεχωριστής εθνολογικής ομάδας. Θα επιζήσουν για 40-50 χρόνια, αλλά όχι περισσότερο».

Γενικότερα για τον εκσερβισμό των Ελλήνων ενδιαφέροντα είναι όσα σύντομα γράφει η Μαρία Συμεών

 «... Οι Σέρβοι δεν ηνείχοντο τους 'Έλληνας εις τας κυριωτέρας δημοσίας θέσεις.

'Ως εκ τούτου το ελληνικόν στοιχείον ήρχισε να εκσερβίζεται, και κατά πρώτον ήλλαξε τα ελληνικά ονόματα και τα έτρεψεν ρπί το σερβικώτερον.

 Τοιουτοτρόπως ο ελληνικής καταγωγής πρωθυπουργός της Σερβίας επί ηγεμόνος Μίλαν Όβρένοβιτς, ο Δρ Βλάκαν Τζόρτζεβιτς ήλλαξε το άνομα του και από 'Ιπποκράτης Γεωργιάδης το έκανε Βλάδαν Τζόρτζεβιτς. 
'Ως συγγραφεύς είχε γράψει και ένα ελληνοσερβικόν σύγγραμμα. 

'Ο διάσημος συγγραφεύς κωμωδιογράφος Μπράνισλαβ Νούσιτς ήτο Έλλην και ώνομάζετο προηγουμένως Αλκιβιάδης Νούσιας

Ο κατάλογος των εκσερβισθέντων ονομάτων είναι ογκωδέστατος. . . »  .

Ποιά ήταν η πραγματικότητα στο πρόσφατο ακόμη παρελθόν στις νότιες βαλκανικές χώρες είναι δυνατόν να το συμπεράνη κανείς, όταν λάβη υπ’ όψη του όσα έγραφε ο Σέρβος ανθρωπογεωγράφος Cvijic, που γνώριζε πολύ καλά την κατάσταση. 
Τα λόγια τα έχουμε κιόλας παραθέσει στην αρχή του βιβλίου, αλλά είναι ανάγκη να μνημονευθούν εδώ ακόμη μια φορά.


«Οι βυζαντινές πολιτιστικές επιδράσεις ήταν πολύ ισχυρότερες στις πόλεις των νότιων βαλκανικών χωρών, όπου διατηρούνται ακόμη ως σήμερα έδώ ο βυζαντινο-άρομουνικός (δηλ. βλάχικος) πολιτισμός άδραξε και τον πληθυσμό των χωριών. 

Σ’ αυτό συνέβαλαν κυρίως τα ακόλουθα αίτια. 
Στις νότιες περιοχές βρισκόταν ένας πολυαριθμότερος παρά τώρα έλληνικός και άρομουνικός πληθυσμός χωριών. . .».

Όσο για το εθνικό φρόνημα των Βλάχων, το όποιο σε πολλά μέρη του βιβλίου του ο Πόποβιτς το παρουσιάζει ως ρευστό και ως μη ελληνικό, αναγκάζεται να γράψη τα παρακάτω, προσπαθώντας να μειώση την παρουσία των Ελλήνων :

 Οι δικοί μας «Έλληνες» είναι στην πραγματικότητα εξελληνισμένοι Κουτσόβλαχοι και Κουτσόβλαχοι προερχόμενοι από καθαρά κουτσοβλαχικές περιοχές, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν

«'Έλληνες, όχι όμως από την Ελλάδα, αλλά — όπως οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τις χώρες αυτές — από την μισοβάρβαρη Μακεδονία, ’Ήπειρο και Θεσσαλία».

Οι Κουτσόβλαχοι όμως αυτοί, καθώς και γενικά οι κάτοικοι της Μακεδονίας, ήταν τόσο προσανατολισμένοι προς την Ελλάδα και προς τον κόσμο των ιδεών της, ώστε κάποτε οι πιο πλούσιοι να διακοσμούν τα σπίτια τους με θέματα ζωγραφικής εμπνευσμένα απ’ αυτήν.

 «Και όμως δεν πρέπει να αρνηθούμε ότι οι Κουτσόβλαχοι αισθάνονταν τους εαυτούς των Έλληνες και ότι στην πραγματικότητα ήταν οι φορείς της ελληνικής γλώσσας, του τρόπον ζωής και του πνεύματος στην Δύση, επομένως και σε μας».

Πολύ χαρακτηριστικά για τον κόσμο των ιδεών των κατοίκων της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας είναι όσα παραθέτει ο ίδιος ο Πόποβιτς, βασιζόμενος στον σλαβόφιλο Weigand: 


«Ο λαός μας της Μακεδονίας, ακόμη ως και πριν από λίγα χρόνια, έκλινε προς την ελληνική ιδέα κυρίως αυτό ίσχυε για τους Κουτσοβλάχους. 


Όταν σε μια περίπτωση στον Περλεπέ 
ένας ιερέας μας λειτούργησε στην σλαβική γλώσσα,
ξεσηκώθηκαν οι Κουτσόβλαχοι του Περλεπέ 
και αμέσως στην θέση του έφεραν άλλον από ένα μοναστήρι,
 ο όποιος γνώριζε την ελληνική,
 επειδή δεν ήθελαν να επιτρέψουν 
να κατασπιλωθή η εκκλησία με σλαβική ιεροτελεστία».

 Αυτό και μόνο το επεισόδιο είναι μια άμεση και θετική μαρτυρία για τα αισθήματα των κατοίκων απέναντι της Ελλάδος και των Ελλήνων.

'Η τύχη των Ελλήνων αποδήμων, των εγκατεστημένων στις γιουγκοσλαβικές χώρες, είναι η κοινή τύχη όλων των Αμάδων, που περιβάλλονται από ξένες προς την εθνικότητά τους πολιτικές συνθήκες. Άλλοι γρήγορα και άλλοι αργά συνταυτίζονται με το περιβάλλον τους τόσο το πολιτιστικό, όσο και το εθνικό. Ιδίως οι οικονομικές σχέσεις, οι μεικτοί γάμοι και ο. συγκεντρωτικός χαρακτήρας των νέων κρατών επισπεύδουν την αφομοίωση των ξένων αυτών στοιχείων  .

Εντόπιοι σλαβόφωνοι, αλλά με ελληνική συνείδηση ήταν οι Στρωμνιτσιώτες
που κατοικούσαν στο νότιο άκρο μιας εύφορης πεδιάδας 
και στους πρόποδες πέντε λόφων της ΝΔ Βουλγαρίας. 
Αξιόλογες κωμοπόλεις κοντά στην Στρώμνιτσα 
 ήταν το Νευροκόπι
η Ντόλια και 
το Πετρίτσι
όπου παράγονταν ο περίφημος καπνός.

Σλαβόφωνα επίσης χωριά, αλλά με ελληνική συνείδηση, ήταν η Έλεουσα, Γάμπροβο, Κολέσινο, Μακρύοβο και Ζούμποβο.

 Να είναι άραγε οι κάτοικοί τους τα εκσλαβισμένα γλωσσικά υπολείμματα Ελλήνων, που αναφέρονται, όπως είδαμε, κατά τον 14ο αι. ότι βρίσκονταν στην περιοχή εκείνη «αναμίξ» με Μυσούς (Βουλγάρους);

Πάντως γεγονός είναι ότι η ελληνική γλώσσα διατηρήθηκε μόνο στο Μελένικο, που βρίσκεται επάνω σ’ έναν αλπικό γκρεμό.

 Το Μελένικο βρίσκεται στο μεγάλο δρόμο που οδηγεί στις Σέρρες, με τις όποιες συνδέεται εμπορικά.

Οι Έλληνες κάτοικοί του βρίσκονται σε στενές σχέσεις με τους ομογενείς των Σερρών.
Έχει πολλές βιοτεχνίες όπλων και χρυσοΰφαντων υφασμάτων.

Εκεί γίνεται κ

άθε χρόνο και εμποροπανήγυρη, που ζωηρεύει την εμπορική του κίνηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: