Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΙΛΙΝΤΕΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Η ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ ΤΟΥ ΙΛΙΝΤΕΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ,

μέρος 1

του Σπυρίδωνα Σφέτα


Περιοδικό Ελληνικά Θέματα της Εταιρείας των Μακεδονικών Σπουδών

Στις διμερείς σχέσεις Ελλάδας-Βουλγαρίας μετά το Συνέδριο του Βερολίνου (1878) κυριαρχούσαν τρία βασικά ζητήματα. Η τύχη του Ελληνισμού της Ανατολι¬κής Ρωμυλίας, η άρση του βουλγαρικού σχίσματος και η οροθέτηση των σφαιρών επιρροής της Ελλάδας και της Βουλγαρίας στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο. Και τα τρία ζητήματα ήταν στενά συνδεδεμένα.

Η Ελλάδα είχε κατανοήσει ότι η ημιαυτό¬νομη Ανατολική Ρωμυλία ήταν μακροπρόθεσμα μια χαμένη υπόθεση, αλλά αποφά¬σισε να στηρίξει τον εκεί Ελληνισμό (60.000) ως αντίρροπη δύναμη στις βουλγαρικές διεκδικήσεις επί της Μακεδονίας.



Η ελληνική θέση για τη Μακεδονία ήταν σαφής: η Ελλάδα διεκδικούσε την ιστορική Μακεδονία (το σημερινό ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας και τη γραμμή Αχρίδας-Μοναστηρίου-Στρώμνιτσας-Μελενίκου) και πάντοτε ανέμενε από τη Βουλγαρία την εκδήλωση ενδιαφέροντος για τον καθο¬ρισμό της διαχωριστικής γραμμής.


Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν πρόθυμο να προβεί σε άρση του βουλγαρικού σχίσματος, υπό τον όρο ότι ο Βούλγαρος Έξαρχος θα εγκατέλειπε την Κωνσταντινούπολη, θα εγκαθίστατο στη Σόφια και η δικαιοδο¬σία του θα περιοριζόταν στη Βουλγαρική Ηγεμονία και την Ανατολική Ρωμυλία. Η Μακεδονία με την ευρύτερη σημασία του όρου θα παρέμενε στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου το οποίο δεν είχε αντίρρηση να τοποθετήσει Βούλγα¬ρους επισκόπους σε επαρχίες που πλειοψηφούσε το σλαβικό στοιχείο, επιτρέποντας την τέλεση της θείας λειτουργίας στην εκκλησιαστική σλαβονική. Αυτό σήμαινε ότι ο Βούλγαρος Έξαρχος δεν θα μπορούσε να διεκδικεί τη χορήγηση σουλτανικών βερατιών για εξαρχικούς επισκόπους στη Μακεδονία. Αλλά το Πατριαρχείο κινού¬νταν στο πλαίσιο της οικουμενικής του πολιτικής, ενώ η Εξαρχία ήταν πολιτικός θεσμός με ένα σαφή βουλγαρικό εθνοκεντρικό χαρακτήρα, σε πλήρη αρμονία με τις απώτερες βουλγαρικές βλέψεις στη Μακεδονία. Για τον λόγο αυτό ο Έξαρχος Josef I απέρριψε τις προτάσεις του Ιωακείμ του Γ κατά την πρώτη του θητεία (1878-¬1884) για τις προϋποθέσεις της άρσεως του βουλγαρικού σχίσματος. Ο Έξαρχος παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς σύνοδο, και προσπαθούσε πάντα να εξασφαλίσει επισκοπικές θέσεις στη Μακεδονία.

Η επίσημη Βουλγαρία την περίοδο της διακυβέρνησης του ηγεμόνα Aleksander Battenberg (1879-1886) άφηνε αόριστα να εννοηθεί ότι δεν απέρριπτε προκαταβολικά την ιδέα της κατανομής της Μακεδο¬νίας σε σφαίρες ελληνικής και βουλγαρικής επιρροής, αλλά επικαλούνταν πάντα την «εθνολογική γραμμή», χωρίς όμως να τη συγκεκριμενοποιεί. Εκτός των παραλίων, η Βουλγαρία φαινόταν γενικά απρόθυμη να αναγνωρίσει ελληνικές διεκδικήσεις στη μακεδονική ενδοχώρα. Η πραξικοπηματική προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας από τη Βουλγαρική Ηγεμονία (Σεπτέμβριος 1885) και η εφαρμοσθείσα πολιτική του εκβουλγαρισμού των Ελλήνων ψύχραναν περισσότερο τις σχέσεις Αθήνας-Σόφιας. Η πολιτική της διατήρησης καλών σχέσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία που εγκαινίασε ο Βούλγαρος Πρωθυπουργός Stefan Stambulov (1887-1894) αποσκο¬πούσε στη βουλγαρική διείσδυση στη Μακεδονία μέσω της έκδοσης σουλτανικών βερατιών για Βούλγαρους επισκόπους και της κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής Σόφιας-Κιούστεντιλ-Σκοπίων. Ο Stambulov αντιτάχθηκε στα ρωσικά σχέ¬δια μετατροπής της Βουλγαρίας σε ρωσικό προτεκτοράτο και έτσι δεν αποκατα¬στάθηκαν οι ρωσο-βουλγαρικές διπλωματικές σχέσεις που διακόπηκαν στις 6 Νοεμ¬βρίου 1886, μετά την αποπομπή του Battenberg (Αύγουστος 1886) και την απόρ¬ριψη από τους Βούλγαρους του υποψηφίου της Ρωσίας ως ηγεμόνα της Βουλγαρίας, του γεωργιανού πρίγκιπα Nikolaj Migrieli. Η Βουλγαρία θα αποβεί το πεδίο του ανταγωνισμού Αυστρο-Ουγγαρίας-Ρωσίας.

Λόγω ρωσικού βέτου η Υψηλή Πύλη δεν αναγνώρισε τον Ferdinand του Σαξωνικού Κοβούργου ως ηγεμόνα της Βουλ¬γαρίας, τον οποίο είχε εκλέξει η Μεγάλη Βουλγαρική Εθνοσυνέλευση (6.7.1887). θι απειλές του Stambulov ότι θα εκδιώξει τους Έλληνες Μητροπολίτες από τη Βουλ¬γαρία και δεν θα καταβάλει στην Υψηλή Πύλη τον φόρο της Ανατολικής Ρωμυλίας, η κρίση στις σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου και Υψηλής Πύλης λόγω του γνω¬στού προνομιακού ζητήματος, η δυσαρέσκεια του Αβδούλ Χαμίτ από τις ταραχές στην Κρήτη (1889) και σε τελική ανάλυση η υποστήριξη της Βιέννης συνετέλεσαν ώστε το 1890 οι Βούλγαροι να αποκτήσουν εξαρχικούς επισκόπους στα Σκόπια και την Αχρίδα. Το πλήγμα που υπέστη το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν ισχυρό, διότι de-jure η Υψηλή Πύλη αναγνώριζε τη δικαιοδοσία της βουλγαρικής Εξαρχίας στη Μακεδονία. Το 1894 οι Βούλγαροι απέκτησαν επίσης εξαρχικούς επισκόπους στα Βελεσσά και το Νευροκόπι. Ο Stambulov προωθούσε κυρίως το εκπαιδευτικό-εκκλησιαστικό βουλγαρικό έργο στη Μακεδονία, εκτιμώντας ότι έπρεπε πρώτα να διαμορφωθεί βουλγαρική εθνική συνείδηση, και απέρριπτε κάθε πρόωρη επανα¬στατική ενέργεια που θα επιδείνωνε τις σχέσεις της Βουλγαρίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι επιτυχίες στο εκκλησιαστικό είχαν ενισχύσει την πεποίθηση των βουλγαρικών πολιτικών παραγόντων ότι το Μακεδονικό ήταν βουλγαρικό ζήτημα και μια χαμένη υπόθεση για τους Έλληνες και τους Σέρβους. Έτσι, οι βουλγαρικές κυβερνήσεις απέρριπταν κάθε συζήτηση για κατανομή της Μακεδονίας σε σφαίρες επιρροής και επιδίωκαν μονάχα τη λύση της αυτονομίας ως μέσου προσάρτησης στη Βουλγαρία, κατά το παράδειγμα της Ανατολικής Ρωμυλίας. Αλλά στη βουλ¬γαρική πολιτική σκηνή δεν ήταν αμελητέα η επιρροή των Βουλγαρομακεδονικών κύκλων. Ένα σημαντικό τμήμα των αξιωματικών του βουλγαρικού στρατού προ¬ερχόταν από τη Μακεδονία και αποτελούσε μια ισχυρή ομάδα πίεσης στη χάραξη της βουλγαρικής εξωτερικής πολιτικής.

Οι βουλγαρομακεδονικοί κύκλοι στήριζαν τις ελπίδες τους για μια επαναστατική λύση του Μακεδονικού κυρίως στη Ρωσία. Η ρωσική διπλωματία καλλιεργούσε τέτοιες πεποιθήσεις κυρίως για την ανατροπή του Stambulov και τη μείωση της αυστριακής επιρροής στη Βουλγαρία, πράγμα που πέτυχε. Το 1894 έπεσε η κυβέρνηση Stambulov και ο ίδιος ο Stambulov δολοφονή¬θηκε το 1895 από Βουλγαρομακεδόνες. Ο νέος πρωθυπουργός Konstantin Stojlov (1894-1899) αποκατέστησε το 1896 τις ρωσο-βουλγαρικές διπλωματικές σχέσεις, ο Ferdinand αναγνωρίστηκε διεθνώς ως ηγεμόνας της Βουλγαρίας, ο διάδοχος του θρόνου, πρίγκηπας Boris, μεταβαπτίστηκε σύμφωνα με το ορθόδοξο τυπικό και η Βουλγαρία περιήλθε στη σφαίρα της ρωσικής επιρροής. Ωστόσο, οι προσδοκίες της Βουλγαρίας για ρωσική υποστήριξη της αυτονομίας της Μακεδονίας δεν δικαιώ¬θηκαν. Μετά το 1896 το κέντρο της ρωσικής πολιτικής ήταν η Άπω Ανατολή. Στη βαλκανική της πολιτική η Ρωσία ενέμενε στη διατήρηση του status-quo, πράγμα που επισημοποίησε σε συμφωνία με την Αυστρο-Ουγγαρία τον Απρίλιο του 1897. Η μακεδονική της πολιτική ήταν αυστηρά ισορροπημένη. Επιδίωξε το 1896 την άρση του βουλγαρικού σχίσματος με τους όρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, πράγμα που απέρριψαν οι Βούλγαροι, και έλαβε σοβαρά υπόψη και τα σερβικά συμφέροντα στη Μακεδονία. Η Ρωσία, απασχολημένη με τα προβλήματα της Άπω Ανατολής και αντιμετωπίζοντας τον ιαπωνικό κίνδυνο, δεν ευνοούσε επαναστατι¬κές ταραχές στη Μακεδονία ούτε ήταν πρόθυμη να στηρίξει στρατιωτικά τη Βουλ¬γαρία σε περίπτωση βουλγαροτουρκικού πολέμου.

Ωστόσο, η εξωτερική πολιτική της Βουλγαρίας καθοριζόταν από τον ηγεμόνα Ferdinand και την ηγεσία του στρατεύματος στο οποίο ως ομάδα πίεσης δρούσε και το βουλγαρομακεδονικό λόμπυ. Οι ηγέτες των πολυδιασπασμένων πολιτικών κομμάτων της Βουλγαρίας ήταν στην ουσία μαριονέτες του ηγεμόνα Ferdinand, ο οποίος νωρίς έδωσε το στίγμα του λεγόμενου «προσωπικού καθεστώτος». Το «Ανώ¬τατο Μακεδονικό Κομιτάτο» της Σόφιας ήταν υπό την άμεση κηδεμονία της βουλ¬γαρικής αυλής και του Υπουργείου Πολέμου, έχοντας υπερφαλαγγίσει τη V.M.R.O. στη Θεσσαλονίκη. Η ευνοϊκή για την Ελλάδα τροπή του Κρητικού ζητήματος μετά τον ατυχή ελληνο-τουρκικό πόλεμο του 1897 (αυτονομία της Κρήτης με ύπατο αρμοστή τον πρίγκιπα Γεώργιο, αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και εγκατάσταση διεθνών στρατευμάτων) λειτούργησε στη Βουλγαρία ως πρότυπο και για μια ανάλογη λύση του Μακεδονικού. Από τα τέλη του 19ου αιώνα όλο και εμφανέστερα τα βουλγαρομακεδονικά κομιτάτα τόνιζαν την ανάγκη μεταρρυθμί¬σεων στη Μακεδονία κατά το παράδειγμα της Κρήτης.

Για να διευρύνει τη βάση της η V.M.R.O. to 1902 άλλαξε το καταστατικό της, απέβαλε το στενό της βουλγαρικό χαρακτήρα και κάλεσε σε συστράτευση όλα τα δυσαρεστημένα στοιχεία, ανεξαρ¬τήτως εθνότητας, σε έναν επαναστατικό αγώνα με σκοπό την πολιτική αυτονομία της Μακεδονίας. Στην ουσία όμως η V.M.R.O. από to 1901, μετά τη σύλληψη των μελών της Κεντρικής Επιτροπής (Hristo Tatarcev, Hristo Matev) στις αρχές του 1901 στη Θεσσαλονίκη από τις οθωμανικές αρχές, ποδηγετούνταν από το «Ανώτατο Μακεδονικό Κομιτάτο», τους λεγόμενους βερχοβιστές (τον καθηγή Mihajlovski και το στρατηγό Concev). Οι βερχοβιστές είχαν επιλέξει την οδό της υπόθαλψης εξεγέρ¬σεων στη Μακεδονία, ώστε να διεθνοποιηθεί το Μακεδονικό Ζήτημα και να επέμ¬βουν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Οι ταραχές στη Τζουμαγιά (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1902) ήταν ο προάγγελος των συμβησομένων. Παρά τις συμβουλές του Υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας, Lambsdorf, κατά την επίσκεψη του στη Σόφια τον Δεκέμ¬βριο του 1902, να επιδείξουν οι Βούλγαροι σύνεση και υπομονή, σε συνέδριο της στη Θεσσαλονίκη τον Ιανουάριο του 1903, η V.M.R.O. αποφάσισε μια ένοπλη εξέ¬γερση.

Στο συνέδριο συμμετείχαν μονάχα 17 εκπρόσωποι και απουσίαζαν οι βασι¬κοί παράγοντες της V.M.R.O., όπως οι Goce Delcev, Dame Gruev, Pere Tosev, Gjorce Petrov, Jane Sandanski. Οι Matev και Tatarcev, μετά την αποφυλάκιση τους το 1902, δεν είχαν το δικαίωμα παραμονής στη Μακεδονία και εγκαταστάθηκαν στη Σόφια. Η V.M.R.O., ουσιαστικά ακέφαλη στα χέρια του φιλοβερχοβιστή Ivan Garvanov, έλαβε μια μοιραία απόφαση. Σήμερα είναι τεκμηριωμένο ότι καταλυτική επίδραση στη λήψη της απόφασης είχαν οι υποσχέσεις βουλγαρικών στρατιωτικών κύκλων (κυρίως του Υπουργού Πολέμου Paprikov) ότι η Βουλγαρία θα συνδράμει στρατιω¬τικά τους εξεγερμένους κηρύσσοντας ακόμα και πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας [1]. Όταν έγινε γνωστή η απόφαση, οι Goce Delcev, Gjorce Petrov και Jane Sandanski τάχτηκαν εναντίον μιας πρόωρης εξέγερσης, την οποία χαρακτήρι¬σαν ως αυτοκαταστροφή. Η Βουλγαρία δεν ήταν προετοιμασμένη για πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και προφανώς ήθελε να εκμεταλλευτεί την επικεί¬μενη εξέγερση για τη διεθνοποίηση του Μακεδονικού. Η ανατίναξη τον Απρίλιο του 1903 του γαλλικού ατμόπλοιου Quadalquivir στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και της οθωμανικής τράπεζας από νεαρούς Βούλγαρους αναρχικούς, τους γεμιτζήδες, ήταν το προανάκρουσμα της επικείμενης εξέγερσης.

Η Ελλάδα είχε ως άξονα της πολιτικής της, πέρα από την προώθηση του εκπαι¬δευτικού και του εκκλησιαστικού έργου, την κατανομή του ευρύτερου μακεδονικού χώρου σε ελληνική και σλαβική ζώνη επιρροής. Η Σερβία, για την οποία το βιλαέτι του Κοσόβου (με πρωτεύουσα τα Σκόπια) δεν συμπεριλαμβανόταν στον μακεδονικό χώρο, αλλά αποτελούσε την Παλαιά Σερβία, δεν ήταν βασικά αντίθετη στη ιδέα της διανομής. Κατά τις σχετικές ελληνο-σερβικές διαπραγματεύσεις στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα η Αθήνα και το Βελιγράδι συμφωνούσαν ότι η νότια ζώνη ήταν ελληνική και η βόρεια σλαβική, αλλά υπήρχαν ορισμένες διαφωνίες σχετικά με την επιδίκαση ορισμένων πόλεων της μεσαίας ζώνης στην Ελλάδα ή τη Σερβία [2].

Αντίθετα, τέτοια βάση συνεννόησης δεν υπήρχε με τη Βουλγαρία, τουλάχιστον από το 1890 και κατόπιν. Όταν τον Δεκέμβριο του 1896 ο Βούλγαρος Πρωθυπουργός, Konstantin Stojlov, πρότεινε στην ελληνική κυβέρνηση να αναληφθεί μια συλλογική πρωτοβουλία Ελλάδας, Σερβίας και Βουλγαρίας για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στη Μακεδονία, ώστε να καταστεί «προνομιούχος» επαρχία, τον Μάρτιο του 1897, ενόψει των προετοιμασιών για πόλεμο με την Τουρκία, ο Υπουργός Εξωτερικών Αλέξανδρος Σκουζές απάντησε ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι πρόθυμη για την έναρξη διαπραγματεύσεων, αλλά με αντικείμενο αποκλειστικά τον καθορισμό των ελληνο-βουλγαρικών σφαιρών επιρροής στη Μακεδονία, αναγνωρίζοντας ωστόσο στη Βουλγαρία το δικαίωμα διεξόδου στο Αιγαίο [3].

Το ζήτημα επανέφερε προς συζήτηση ο Πρωθυπουργός και Υπουργός Εξωτερικών, Αλέξανδρος Ζαΐμης, τον Οκτώβριο του 1897, μετά την ήττα της Ελλάδας στον ελληνο-τουρκικό πόλεμο και ενόψει των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συνθήκης ειρήνης. Πρότεινε στον Βούλγαρο διπλωματικό πράκτορα στην Αθήνα, Petar Dimitrov, να καθορίσουν η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Σερβία τις σφαίρες επιρροής τους στη Μακεδονία, χαρακτηρίζοντας ως ουδέτερη μια ζώνη, στην οποία θα είχαν διεκδικήσεις και οι τρεις πλευρές [4]. Η βουλγαρική κυβέρνηση του Stojlov απάντησε διπλωματικά στις 13 Νοεμβρίου ότι δέχεται βασικά να συζητήσει το θέμα, αλλά με τον όρο ότι η ελλη¬νική κυβέρνηση να καθορίσει επακριβώς τη γεωγραφική περιοχή που διεκδικεί, όπως και την ουδέτερη ζώνη [5]. Ένα μήνα αργότερα ο Ζαΐμης άφησε να εννοηθεί ότι η ελληνική κυβέρνηση θα γνωστοποιήσει τα βόρεια όρια της ουδέτερης ζώνης, αλλά αναμένει ότι ταυτόχρονα και η Βουλγαρία θα αποσαφηνίσει τα νότια όρια της ουδέτερης ζώνης [6]. Τέτοιες υπεκφυγές αποδείκνυαν την αμοιβαία καχυποψία. Η Βουλγαρία, έχοντας εξασφαλίσει τον Οκτώβριο του 1897 τρία νέα σουλτανικά βεράτια για εξαρχικούς επισκόπους στη Δίβρα, το Μοναστήρι και τη Στρώμνιτσα, ως αποτέλεσμα της ουδέτερης στάσης που τήρησε στον ελληνο-τουρκικό πόλεμο, σε καμιά περίπτωση δεν δεχόταν τη λύση της διανομής και απλά ήθελε να βολιδο σκοπήσει τη στάση της Ελλάδας. Η απόρριψη επίσης και των ρωσικών προτάσεων το 1896 για την άρση του βουλγαρικού σχίσματος [7] , όπως και η συνεχής εκδίωξη του Ελληνισμού της Ανατολικής Ρωμυλίας με την υφαρπαγή των σχολείων του και των εκκλησιών του και τον εξαναγκασμό του να προσχωρήσει στην Εξαρχία είχαν οξύνει περισσότερο τις διμερείς σχέσεις.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η ελληνική εξωτερική πολιτική σε σχέση με τη Βουλ¬γαρία ήταν πλέον σαφής: καμιά περαιτέρω προσπάθεια συνεννόησης, καμιά πρω¬τοβουλία για άρση του σχίσματος, διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης στη Μακεδονία και καλλιέργεια φιλικών σχέσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Προς την ίδια πολιτική προσανατολίστηκε και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οι φόβοι της κυβέρνησης Θεοτόκη ότι η επανεκλογή του Ιωακείμ του Γ' στον πατρι¬αρχικό θρόνο θα ήταν επιζήμια για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα λόγω των φιλορωσικών του αισθημάτων δεν δικαιώθηκαν. Επανεκλεγείς στον Οικουμενικό Θρόνο τον Μάιο του 1901 ο Ιωακείμ ο Γ', λόγω των νέων πολιτικών συγκυριών, εφάρμοσε μια μετριοπαθή εθνική πολιτική, συνάδουσα πλήρως με τα ελληνικά συμ¬φέροντα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]-Βλ. Τ. Vlahov, Krizata ν balgaro-turskite otnosenija 1895-1908, Σόφια 1977, σ. 41.
[2]-Το 1890 ο Σέρβος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη, Stojan Novakovic, είχε τις πρώτες συνο¬μιλίες με τον Μαυροκορδάτο για την κατανομή της Μακεδονίας σε ελληνική και σερβική σφαίρα επιρροής: η βόρεια ζώνη επιδικάστηκε στη Σερβία, η νότια στην Ελλάδα, αλλά υπήρξε διαφωνία για τη μεσαία (και οι δύο πλευρές διεκδικούσαν τη Στρώμνιτσα, το Μοναστήρι, το Κρούσεβο και την Αχρίδα). Το 1892, μετά την επίσκεψη του Τρικούπη στο Βελιγράδι τον Ιούνιο του 1891, η κυβέρνηση Pasic έστειλε στην Αθήνα τον Βλάχο στην καταγωγή από την Ήπειρο Vladan Djordjevic για νέες διαπραγματεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση. Ο Στέφανος Δραγούμης, Υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Τρικούπη, υπέβαλε στον Djordjevic τις ακόλουθες προτάσεις: 1) στην ελληνική σφαίρα να παραμείνουν το Νευροκόπι, το Μοναστήρι, ο Περλεπές και το Κρούσεβο, 2) οι αλβανικές περιοχές μέχρι τη Στρούγκα και τη Δίβρα στη σερβική σφαίρα. Η σερβική κυβέρνηση απέρριψε τις προτά¬σεις. Το 1899 διεξήχθηκαν στην Αθήνα και οι τελευταίες (ατελέσφορες) ελληνοσερβικές συνομιλίες μεταξύ του Υπουργού Εξωτερικών Ρωμανού στην κυβέρνηση Θεοτόκη και του Σέρβου εκπροσώπου Milicevic. Η σερβική πλευρά πρότεινε την κατάργηση των σερβικών προξενείων με αντάλλαγμα την εξασφάλιση επισκοπικών θέσεων: Κατάργηση του προξενείου του Μοναστηρίου με αντάλλαγμα τον διορισμό Σέρβου επισκόπου στα Βελεσσά, κατάργηση του προξενείου Σερρών με αντάλλαγμα τον διορισμό του Φιρμιλιανού στα Σκόπια και κατάργηση του προξενείου Θεσσαλονίκης με αντάλλαγμα την κατοχύρωση των επισκοπικών θέσεων στα Σκόπια και τα Βελεσσά. Η Ελλάδα ζήτησε πρώτα την κατάργηση των προξενείων και μετά τον διοριοσμό των επισκόπων.
[3]- Centralen Drzaven Istoriceski Arhiv (CDIA), Fond 176, Opis 1, Arhinva Edinica 1008, Dimitrov προς Stojlov, Εμπιστευτικό, Αθήνα, 22.3.1897.
[4]- CDIA, Fond 176, Opis 1, Arhivna Edinica 1008, Dimitrov προς Stojlov, Εμπιστευτικό, Αθήνα, 15.10.1897.
[5]- CDIA, Fond 322, Opis 1, Arhivna Edinica 4, Stojlov προς Dimitrov, Εμπιστευτικό, Σόφια, 13.11.1897
[6]- CDIA, Fond 176, Opis 1, Arhivna Edinica 1008, Dimitrov προς Stojlov, Εμπιστευτικό, Αθήνα, 13.12.1897.
[7]- Οι προτάσεις του Ρώσου πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη Nelidov ήταν οι ακόλουθες: ο Έξαρχος να εγκατασταθεί στη Σόφια και η δικαιοδοσία του να περιοριστεί στην Ηγεμονία, να συμμετέχει στις εργασίες της Πατριαρχικής Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως, ο Πατριάρχης να διορίζει Βούλγαρους μητροπολίτες στη Μακεδονία από τους υποψηφίους που θα πρότεινε ο Έξαρχος, αλλά μονάχα στις επαρχίες όπου οι Βούλγαροι αποτελούσαν την πλειοψηφία. Στις επαρχίες όπου οι Βούλγαροι ήταν μειοψηφία, θα υπήρχε Βούλγαρος Επίσκοπος. Ο Nelidov ισχυριζόταν ότι η ελληνική κυβέρνηση, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Ρωσική Σύνοδος δέχονταν αυτούς τους όρους. Βλ. P. Popov, Balkanskata Politika na Balgarija 1894-1898, Σόφια 1984, σ. 82. Η Ρωσία ενδιαφερόταν περισ-σότερο για την ενότητα της ορθοδοξίας, ώστε να μην επωφελείται η ουνιτική και η προτεσταντική προπαγάνδα από τη διάσπαση της. Η Ελλάδα δεν ήταν αρνητική στη ρωσική πρωτοβουλία, διότι περιείχε τη βασική γραμμή της οροθέτησης του ελληνισμού από τον σλαβισμό.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ ΤΟΥ ΙΛΙΝΤΕΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ , μέρος 2


Η Αθήνα παρακολουθούσε τις κινήσεις των Βουλγαρομακεδονικών κομιτάτων και δεν απέκλειε βουλγαρική εξέγερση στη Μακεδονία. Μιλώντας στις 19 Μαΐου 1902 με τον πρέσβη της Αυστρο-Ουγγαρίας στην Αθήνα, Burian, ο πρωθυπουργός Ζαΐμης αναφέρθηκε στην προπαγάνδα της V.M.R.O. για μια υπερεθνική εξέγερση όλων των Χριστιανών της Μακεδονίας ώστε να αυτονομηθεί η Μακεδονία. Η προπαγάνδα αυτή, συνέχισε ο Ζαΐμης, παρέσυρε και μερικούς Έλληνες, που άρχισαν να πιστεύουν ότι ήρθε η στιγμή μιας κοινής ενέργειας με τους Σλάβους για την απελευθέρωση, αλλά η ελληνική κυβέρνηση μέσω των προξενείων της τους προειδοποίησε για τις οδυνηρές συνέπειες, διότι «αυτοί θα βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά αντί για τους Βούλγαρους» [8]. Ιδιαίτερα επισήμανε ο Ζαΐμης ότι η Θεσσαλία είχε καταστεί κέντρο λαθρεμπορίου όπλων από Βουλγάρους που εγκαθίσταντο εκεί δήθεν ως εργάτες, αλλά ο πραγματικός τους σκοπός ήταν η αγορά όπλων, που είχαν εγκαταλειφθεί από τον ελληνικό στρατό μετά την ήττα του 1897. Οι ελληνικές αρχές, όταν τους συνελάμβαναν, τους αφόπλιζαν και τους απέλαυναν, κατέληξε ο Ζαΐμης [9].

Το λαθρεμπόριο όπλων από την Ελλάδα ήταν συχνό φαινόμενο, καθώς τα θεσσαλο-μακεδονικά σύνορα δεν μπορούσαν να φυλαχτούν αποτελεσματικά. Αλλά και στην ίδια την Αθήνα υπήρχε μια μικρή ομάδα Βουλγάρων (μεταξύ των άλλων συγκαταλέγονταν οι Lambro Rali, Naum Ruka, Dimitar Uzunov, Hristo Jambruki, Lazar Kiselincev) με κύρια αποστολή την εξασφάλιση οπλισμού. Οι Βουλγαρομακεδόνες αυτοί αλληλογραφούσαν με τον Goce Delcev και είχαν επαφές με τον Κεντρικό Μακεδονικό Σύλλογο, δηλαδή τους Έλληνες από τη Μακεδονία που ζούσαν στην Αθήνα. Παρουσιάζοντας τον αγώνα τους ως μια χριστιανική υπερεθνική υπόθεση είχαν τη βοήθεια του Συλλόγου στην αγορά οπλισμού. Είναι άξιο προσοχής το γεγονός ότι στα τέλη Νοεμβρίου 1902 την Αθήνα επισκέφθηκε ο συνταγματάρχης Jankov, μέλος του Ανώτατου Μακεδονικού Κομιτάτου της Σόφιας, και συναντήθηκε με τους αδελφούς Γερογιάννη από τον Κεντρικό Μακεδονικό Σύλλογο. Συζήτησαν κυρίως τη δυνατότητα μιας εξέγερσης στη Μακεδονία. Χαρακτηριστική είναι η επιστολή του Lazar Kiselincev (28.11.1902) από την Αθήνα προς τον Delcev για τις επαφές του Jankov.

...Ο Jankov εδώ έκανε πολύ καλή εντύπωση στους Ελληνομακεδόνες. Ιδιαίτερα ο Γερογιάννχς (ο αντισυνταγματάρχης του ελληνικού στρατού), ο αδελφός του (ο γιατρός) και μερικοί ακόμα άλλοι συζήτησαν με τον Jankov σχετικά με την οργάνωση και το ξέσπασμα μιας παλλαϊκής εξέγερσης. Ο Γερογιάννης κατέληξε στο εξής συμπέραμα: να αναβληθεί η εξέγερση για 3-4 χρόνια, για να επέλθει συμ¬φωνία μεταξύ των ηγετών του μακεδονικού κινήματος και των διαβιούντων στην Αθήνα Μακεδόνων, για να μπορέσουν οι τελευταίοι να κατανοήσουν καλύτερα τον σκοπό των μακεδονικών κομιτάτων. Κατά τη γνώμη μου πρέπει να επέλθει μια συμφωνία με τους εδώ Μακεδόνες. Γνωρίζετε ήδη πόσα τουφέκια και σφαίρες έδωσε ο θεός. Θα είναι πολύ δύσκολο να τα αγοράσει ένας μη Έλληνας. Για τον λόγο αυτό ελπίζω σ αυτή τη συνεννόηση. Και να μη μας βοηθήσουν με κάτι, δεν θα μας εμποδίσουν... [10]

Ο Κεντρικός Μακεδονικός Σύλλογος δεν είχε ακόμα σαφή γνώση των επιδιώ¬ξεων των βουλγαρομακεδονικών κομιτάτων και για τον λόγο αυτό ζήτησε πίστωση χρόνου, πριν καταλήξει σε μια ενδεχόμενη συμφωνία συνεργασίας με προοπτική την εξέγερση. Η βουλγαρική προπαγάνδα για έναν κοινό αγώνα των Χριστιανών κατά των Τούρκων στη Μακεδονία φαίνεται ότι δεν είχε μείνει ατελέσφορη. Κύκλοι στην Αθήνα εξόπλιζαν τα βουλγαρομακεδονικά κομιτάτα. Οι ελληνικές αστυνομι¬κές αρχές γνώριζαν για τη δράση των Βουλγάρων της Αθήνας και τους φυλάκιζαν προσωρινά, για να τους απελευθερώσουν αργότερα, από φόβο μήπως στη Βουλγα¬ρία εκδηλωθεί ανθελληνικό κίνημα.

Τα γεγονότα του 1903 άλλαξαν άρδην το σκηνικό και δεν άφηναν πλέον καμιά αμφιβολία για τις επιδιώξεις των Βουλγάρων. Η είδηση για την εξέγερση του Ίλιντεν, επίκεντρο της οποίας ήταν το βιλαέτι του Μοναστηρίου και τα θύματα Έλλη¬νες και Βλάχοι, ούτε εξέπληξε την ελληνική κυβέρνηση του Δημητρίου Ράλλη ούτε προκάλεσε πανικό στην Αθήνα. Η ελληνική κυβέρνηση απέστειλε τηλεγραφικές εγκυκλίους στα ελληνικά προξενεία της Μακεδονίας με τις οποίες προέτρεψε το ελληνικό στοιχείο να παραμείνει ήσυχο και να έχει την πεποίθηση ότι η τουρκική κυβέρνηση θα καταπνίξει το κίνημα [11]. Στον ελληνικό τύπο η εξέγερση παρουσιά¬στηκε ως κίνημα ληστανταρτών, αλλά και ως κίνημα Βουλγάρων πατριωτών που αποσκοπούσε στην πραγμάτωση του ονείρου της Βουλγαρίας του Αγίου Στεφάνου [12], ενώ η ανακατάληψη του Κρουσόβου από τον τουρκικό στρατό εκτιμήθηκε ως η απαρχή της καταστολής της εξέγερσης [13]. Τα όρια μεταξύ ληστή και εθνικού ήρωα δεν ήταν σαφώς διαγεγραμένα. Ιδιαίτερη ευαισθησία επέδειξαν οι Μακεδό¬νες φοιτητές που σπούδαζαν στην Αθήνα και ο Κεντρικός Μακεδονικός Σύλλογος. Πάνω από 150 φοιτητές προθυμοποιήθηκαν να μεταβούν στη Μακεδονία για να πολεμήσουν κατά των Βουλγάρων και για τον λόγο αυτό ζήτησαν την άδεια της τουρκικής πρεσβείας. Επίσης ο Γερογιάννης ως Πρόεδρος του Κεντρικού Μακεδονικού Συλλόγου υπέβαλε στην τουρκική πρεσβεία υπόμνημα, ζητώντας από την Υψηλή Πύλη να δοθούν όπλα στους Έλληνες της Μακεδονίας για να πολεμήσουν κατά των Βουλγάρων [14]. Αν και τα διαβήματα αυτά επαναλήφθηκαν, για ευνόη¬τους λόγους οι τουρκικές αρχές απάντησαν αρνητικά, πιστεύοντας ότι έχουν τον έλεγχο της κατάστασης. Ο Γερογιάννης ζήτησε επίσης την άδεια της κυβέρνησης για τη διοργάνωση ενός συλλαλητηρίου στην Αθήνα, αλλά ο Ράλλης πρότεινε να αναβληθεί επί του παρόντος η διοργάνωσή του διότι δεν θα είχε κανένα πρακτικό αποτέλεσμα, εφόσον η κυβέρνηση είχε λάβει όλα τα μέτρα για την ασφάλεια των Ελλήνων της Μακεδονίας [15]. Η Ελλάδα ζήτησε τόσο από την Υψηλή Πύλη όσο και από τις Μεγάλες Δυνάμεις την προστασία του ελληνισμού [16], ενώ η ελληνική αστυ¬νομία διατάχτηκε από τον Ράλλη να παρακολουθεί αυστηρά τις κινήσεις των Βουλ¬γάρων στην Αθήνα και τη Θεσσαλία. Για προληπτικούς λόγους μερικοί Βούλγαροι φυλακίστηκαν προσωρινά [17]. Κατά τη ανάκριση αποδείχτηκε ότι ήταν μέλη βουλ-γαρομακεδονικών κομιτάτων που απέστελναν πολεμοφόδια και περίστροφα στη Μακεδονία και μάλιστα ο Uzunov είχε φιλοξενήσει τον Cekalarov κατά την παρα¬μονή του στην Αθήνα [18].

Σχολιάζοντας το πνεύμα της αυτοθυσίας των Μακεδόνων φοιτητών και την υπόθεση του συλλαλητηρίου η εφημερίδα Άστυ, αφού έκρινε ως ανώφελη τόσο την έξοδο 150 ανταρτών όσο και την εκφώνηση πατριωτικών λόγων στην Αθήνα, ανα¬ζήτησε τα αίτια της δύσκολης θέσης της Ελλάδας στην έλλειψη μιας συστηματικής πολιτικής στο Μακεδονικό, αλλά και στην άγνοια του ευρύτερου κοινού για τις συνθήκες που επικρατούν στη Μακεδονία.

Ή αίτησης των φοιτητών, Μακεδόνων καϊ μή, όπως μεταβώσιν εις Μακεδο¬νία καϊ πολεμήσωσιν μετά τών Τούρκων κατά τών Βουλγάρων επαναστατών, καϊ ή διοργάνωσις υπό τοϋ ένταϋθα Μακεδονικοϋ Συλλόγου συλλαλητηρίου, όπως διαμαρτυρηθεί κατά τοϋ κινήματος τών Βουλγάρων έν Μακεδονία, αν καϊ είναι διαβήματα πατριωτικά, δηλωτικά τοϋ ότι τό νπερ τών έν Μακεδονία κινδυνευόντων αδελφών αίσθημα συγκινεί πάντα τόν Έλλψ>ισμόν, δεν φρονοϋμεν ότι θά απολήξουν είς πρακτικόν τι αποτέλεσμα νπερ τοϋ επιδιωκομένου σκοποϋ. ...Τό κίνημα τών Βουλγάρων, ώς είνε διωργανωμένον καϊ έξηπλωμένον σήμερον, χάρις είς ανωτέρους αξιωματικούς τοϋ βουλγαρικοϋ στρατοϋ καϊ τήν έθελοθυσίαν Βουλ¬γάρων πατριωτών -ας μή νποβιβάσωμεν τόν ήρωϊσμόν τών ριψοκινδύνων αυτών Βουλγάρων- διά νά κατασταλή καϊ μηδενισθώ άπαιτοϋνται έκτακτα στρατιωτικά μέτρα, με άλλους λόγους χρειάζεται μεγάλη δύναμις πειθαρχοϋντος τακτικοϋ στρατοϋ διά νά έντόπιση τουλάχιστον έπϊ τοϋ παρόντος τόν κίνδυνον.

Πρέπει νά έννοήσωμεν, ότι δεν πρόκειται περϊ κατσικοκλεφτών ή κλεφτοπο¬λέμων, άλλά περϊ συστηματικής έπιθέσεως σώματος ανταρτών, διευθυνομένων καϊ ένεργούντων καθ όλους τους κανόνας τής τακτικής τοϋ πολέμου. ΟΙ έπαναστάται δεν είνε βέβαια σταυραετοϊ τοϋ έπαίσχυντου πολέμου μας, ώς μόνον προσόν έχοντες τό στρίψιμο με τήν πρώτην ντουφεκιά.
ΟΙ Βούλγαροι ώς έπϊ τό πλείστον είνε άνδρες ήσκημένοι είς τόν χειρισμόν τοϋ όπλου, τάς κακουχίας καϊ τάς στερήσεις τοϋ πολέμου, αποφασισμένοι ή νά ανάψουν πυρκαϊάν, καθ όλψ/ τήν Μακεδονίαν, ή νά σκεπάσουν με τά πτώματά των τά πεδία τής Μακεδονίας...
Ήμεΐς δε οί Έλληνες ας παύσωμεν νά σκιαμαχώμεν καϊ νά μεγαλαυχώμεν, ας άφήσωμεν δε τήν Τουρκίαν καϊ τήνΕυρώπην νά προστατεύσουν τά δικαιώματα τοϋ Έλληνισμοϋ έν Μακεδονία, διότι οιονδήποτε ταραχώδες έκ μέρους ήμών κίνημα θά προκαλέση τήν χλεύην καϊ τό όνειδος καϊ αυτών τών ολίγων φίλων μας [19].

Οί πάσχοντες άπό άδιόρθωτον σωβινισμόν ένοχλοϋν καθ έκάστψ> τήν Κυβέρνησιν, έπιμένοντες καϊ καλά νά κατακεραυνώσουν τους Βουλγάρους άπό τής πλατείας τοϋ Άρεως, έκσφενδονίζοντες είς τήν Γουμένιτσαν καϊ τό Κρούσοβον άντϊ βομβών καϊ σφαιρών λόγους, λόγους, λόγους. Άλλ' είναι καιρός πλέον νά παύσουν αί άναίμακτοι καϊ έκ τοϋ άσφαλοϋς αυταϊ έπιδείξεις καϊ νά άφήσουν τήν Κυβέρνησιν νά πράξη τό καθήκον της. Τί φρονοϋν οί διάφοροι φιλοπόλεμοι καϊ σταυραετάρχαι, ότι αί Δυνάμεις θά δώσουν περισσοτέραν σπουδαιότητα είς καπεταναίους καϊ τους πιστικούς των, όσοι κατορθώσουν νά βγοϋν είς τήν Μακεδονίαν διά νά μάς γελωτοποιήσουν, ή είς τήν ελληνική Κυνέρνησιν, ήτις έξ ονόματος όλου τοϋ Έλληνισμοϋ, δούλου καϊ έλευθέρου, διεμαρτυρήθη καϊ είς τους έδώ πρεσβευτάς καϊ είς τους έν Ευρώπη άντιπροσώπους τής ή Έλλάδα διά τάς κακουργίας τών Βουλγάρων; Υποθέτουν ότι θά λάβουν νπ' δψιν των τους πενήντα ή έκατόν άντάρτας διά νά ένθυμηθοϋν ότι υπάρχει καϊ έν Έθνος τό όποιον ευλόγως άξιοι νά μή λησμονηθή άπό τήν Ευρώπην όταν σκεφθή νά λύση τό Μακεδονικόν δίλημμα, ή την έπίσημον διαμαρτύρησιν της Ελλάδος;
Βεβαίως ό θόρυβος τον όποιον προκαλούν οι Βούλγαροι, καϊ αν κατασταλη το κίνημά των καϊ αν καταστραφούν οι ένοπλοι συρφετοί, θα τους ωφελήσει έθνολογικώς, διότι υπάρχουν δυστυχώς εις την Μακεδονίαν πληθυσμοί, οϊτινες έχουν συγκεχυμένας ιδέας περϊ εθνικότητας, γλώσσης, θρησκεύματος καϊ ας μη τα θέλωμεν δλα δικά μας, ευρίσκονται πληθυσμοϊ πού σας λέγουν «Εμείς θα πάμε μ' εκείνους που θα μάς πρωτολευθερώσουν».
Καϊ ομιλούν με αύτην την γλώσσαν οι ολίγοι αύτοϊ πληθυσμοί, διότι ή αδια¬φορία καϊ ή άδράνειά μας τους ήνάγκασαν να ελπίζουν ολιγώτερον άπο ήμάς καϊ περισσότερον άπο τους Βουλγάρους. 'Ό,τι δε δεν έκάμαμεν εις διάστημα δεκάδων έτών φροντίζοντες πώς να άναπτερώσωμεν το φρόνημα τών Μακεδόνων, να φανατίσωμεν αύτους υπερ ήμών, να έμπνεύσωμεν εις αύτους την άποστροφη προς τους Βουλγάρους δολοφόνους, έρχόμεθα σήμερον να το έπιτύχωμεν με τα κενα λόγια καϊ τας έκ τού ασφαλούς άπειλας καϊ τους βρυγμους τών οδόντων.

Ποιος είμπορεί ν αμφισβητήσει δτι οι Βούλγαροι με τα τερατώδη κακουρ¬γήματα που κάμνουν δεικνύουν καϊ έθελοθυσίαν πρωτοφανη καϊ πατριωτισμον τυφλον καϊ είς τους λαους της Μακεδονίας έμπνεύουν την ίδέαν, δτι εϊνε "Εθνος με ζωην καϊ νεύρα καϊ αποφασιστικότητα;
Οι "Ελληνες βεβαίως τοιούτο πρόγραμμα ένεργείας, πρόγραμμα έξοντώσεως, δηώσεως καϊ έμπρησμών ουδέποτε διενοήθημεν να καταρτίσωμεν οϋτε είς το μέλ¬λον θα έπιχειρήσωμεν παρόμοια κινήματα τούτων δια να άμυνθώμεν υπερ τών δικαιωμάτων μας έν Μακεδονία. Αι ένέργειαί μας έν τη χώρα ταύτη εϊνε έκ διαμέ¬τρου αντίθετοι προς τας τών κακούργων ορδών τών Βουλγάρων. Ημείς έργαζόμεθα δπως έμπνεύσωμεν την έμπιστοσύνην τών οίκούντων την χώραν ταύτην δια της διαδόσεως της γλώσσης, της θρησκείας, τού πολιτισμού καθόλου. Άν δμως ή Εύρώπη λαμβάνη ύπ' όψιν τα κακουργήματα τών Βουλγάρων καϊ δεν ύπολογίζη είς την έκπολιστικην ένέργειαν τών Ελλήνων, τί δυνάμεθα άλλο να κάμωμεν παρά να διαμαρτυρηθώμεν έπ' ονόματι τού πολιτισμού καϊ ύπερ τών αναρίθμητων όμοεθνών μας, οϊτινες υφίστανται τόσα δεινοπαθήματα έκ μέρους τών έχόντων θηριώδη ένστικτα Βουλγάρων;

Ενώ όμως ούτοι προσπαθούν δια τοιούτων άτίμων μέσων να προκαλέσουν την προσοχην τών Μακεδόνων, ήμείς οι Ελληνες δεν κατορθώσαμεν άκόμη να έχωμεν ένα σύγχρονο χάρτη της Μακεδονίας, άλλ άρκούμεθα είς τον ξεθωριασμένον τού Κίπερτ, οϋτε έμβριθές τι σύγγραμα άπεκτήσαμεν πραγματευόμενον με άκρίβειαν καϊ εύσυνειδησίαν την χώραν ταύτην ύπο έποψιν έθνολογικήν, τοπογραφικην καϊ γλωσσολογικήν... .[20]

Ο ανώνυμος αρθρογράφος σκιαγράφησε τις διαφορές Ελλήνων και Βουλγάρων. Στη σκληρότητα, τη βαυνασότητα, αλλά και στην πειθαρχία, το οργανωτικό πνεύμα, την αποφασιστικότητα για ανδραγαθήματα των Βουλγάρων οι Έλληνες είχαν να αντι¬τάξουν την πολιτιστική τους υπεροχή. Αλλά το ερώτημα ήταν κατά πόσο μπορούσε πλέον «η πολιτιστική υπεροχή των Ελλήνων» να είναι λυσιτελής για την πολιτική του Ελληνισμού ή κατά πόσο οι Μεγάλες Δυνάμεις και ο Σουλτάνος μπορούσαν να σώσουν τον Ελληνισμό. Ο αρθρογράφος διαισθάνθηκε τον ελλοχεύοντα κίνδυνο για τον Ελληνισμό. Το κίνημα των Βουλγάρων ήταν καταδικασμένο σε αποτυχία, ωστόσο οι Βούλγαροι στη δίνη των ταραχών εξανάγκαζαν τους κατοίκους πατριαρχικών χωριών να μεταστραφούν στην εξαρχία. Μέχρι τις αρχές του 1904 περίπου 65 πατρι¬αρχικά χωριά είχαν προσχωρήσει με τη βία στη σχισματική βουλγαρική εκκλησία [21]. Έτσι, θα μπορούσαν ίσως να ισχυριστούν οι Βούλγαροι ότι πληθυσμιακά υπερείχαν. Επρόκειτο για μια τακτική που ήδη εφαρμοζόταν στην Ανατολική Ρωμυλία. Ειδήσεις στον ελληνικό τύπο για βιαιοπραγίες κατά Ελλήνων ιερέων στη Καστοριά από τις ομάδες του Vasil Cekalarov ερέθιζαν περισσότερο την κοινή γνώμη στην Αθήνα [22].

Η εξέγερση του Ίλιντεν συνέπεσε με την έναρξη του προεκλογικού αγώνα για τη δημαρχία Αθηνών με υποψηφίους τον Σπυρίδωνα Μερκούρη, που διεκδικούσε μια δεύτερη θητεία, και τον Αγγελόπουλο. Τα κομματικά πάθη και τα συνηθισμένα στην Ελλάδα προεκλογικά έκτροπα επισκίασαν προσωρινά τα τεκταινόμενα στη Μακεδονία. Αλλά η είδηση για την καταστροφή του Κρουσόβου και την ύπαρξη θυμάτων μεταξύ των Ελλήνων της πόλης δεν άφησε ασυγκίνητο τον πληθυσμό της Αθήνας. Συγκροτήθηκε αμέσως μια «Επίκουρος των Μακεδόνων Επιτροπή» για τη συλλογή εράνων υπέρ των δεινοπαθούντων Ελλήνων της Μακεδονίας με Πρόεδρο τον Μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο και μέλη του Προεδρείου τον Ι. Βαλαωρίτη, τον Δ. Βικέλα, τον Μ. Δραγούμη, τον Ι. Καυτατζόγλου, τον Κ. Ρακτιβάν και τον Γ. Στρέιτ.

Στην έκκληση της επιτροπής αναφερόταν χαρακτηριστικά:

Βαρεία συμφορα ένέσκηψεν έπϊ την Μακεδονίαν. Ξένοι έπιδρομείς, την έλευθερίαν έχοντες άνα στόμα, άλλα πύρ καϊ σίδηρον άνα χείρας φέροντες, έπιδιώκουσιν την έξόντωσιν τού Ελληνικού καϊ Όρθόδοξου πληθυσμού, ληστεύ-οντες, καίοντες οίκίας, σχολεία καϊ ναούς, σφάζοντες άνδρας, γυναίκας, παιδία, ιερείς, δλους τους μη στέργοντας ν άπαρνηθώσιν την έλληνικην καταγωγην καϊ την πατρώαν πίστιν.

Ύψιστον εϊνε καθηκον τών απανταχού Ελλήνων να έλθωσιν άρωγοϊ είς την τοσαύτην τών όμαιμόνων καϊ όμοθρήσκων κακοδαιμονίαν, να έπουλώσωσι τα τραύματα, να ένισχύσωσιν το έθνικον φρόνημα καϊ ματαιώσωσι τας κατα τού Μακεδονικού Ελληνισμού έπιβουλάς [23].

Στη συλλογή των εράνων, με πρόταση του Ι. Πεσμαζόγλου, Διευθυντού της Τρά¬πεζας της Ελλάδας, πρωτοστάτησαν οι τράπεζες [24], αλλά συγκινητική υπήρξε και η συνεισφορά του απλού κόσμου [25], που τώρα άρχισε να ευαισθητοποιείται στο Μακεδονικό. Όταν φάνηκε ότι ο τουρκικός στρατός άρχισε να ανακτά τον έλεγχο, η κυβέρνηση Ράλλη επέτρεψε τη διοργάνωση μιας συγκέντρωσης διαμαρτυρίας των Μακεδόνων της Αθήνας. Η συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε στις 15 Αυγούστου στις στήλες του Ολυμπίου Διός. Δεν εκφωνήθηκαν λόγοι αλλά απλά διαβάστηκε από τον Αντιπρόεδρο του Συλλόγου, Θωμά Σταύρου, ένα ψήφισμα όπου ανάμεσα στα άλλα τονιζόταν:

Διαμαρτυρόμεθα διά τό χυνόμενον αίμα τών κατά χιλιάδας άγρίως κατακρε¬ουργημένων άόπλων άδελφών ήμών, διά τάς λεηλασίας, άτιμώσεις, δηώσεις καϊ τους έμπρησμους τών χωρίων αυτών νπό τών ληστανταρτών τής Βουλγαρίας.

Βεβαιοϋμεν τήν Ευρώπην, ότι έάν οί σήμερον δεινά πάσχοντες υπό τών Βουλγά¬ρων Μακεδόνες ήθελον άντεπεξέλθη ένόπλως κατά τών έκ Βουλγαρίας έπιδρομέων, ουδεμία σήμερον ληστρική βουλγαρική συμμορία ήθελε τολμήσει νά λυμαίνεται τήν χώραν ήμών. Δεν τό έπράξαμεν δέ, ίνα μή διαταράξωμεν τήν είρήνην τής Ευρώπης καϊ διότι ουδέποτε ήλπίζομεν ότι ή Ευρώπη ήθελεν έπιτρέψει πρό τών ομμάτων αυτής νά διαπράττωνται τοιαϋτα κακουργήματα. Δηλοϋμεν, ότι έν δικαία άγανακτήσει διατελοϋντες πάντες οί Μακεδόνες διά τήν παράτασιν τής άγρίας καϊ άφόρητου ταύτης καταστάσεως, θέλουσιν έπϊ τέλους έξαναγκασθή είς ένοπλον δράσιν πρός ίδίαν αυτών άμυναν κατά τών έκ Βουλγα¬ρίας ληστών [26].

Η «πολιτιστική υπεροχή των Ελλήνων», το εκπαιδευτικό και εκκλησιαστικό έργο, δεν αρκούσε πλέον για την επιβίωση του Ελληνισμού της Μακεδονίας. Η καταφυγή στα μέσα που μετερχόταν ο εχθρός κρίθηκε αναγκαία, αν η κατάσταση εκτραχυνόταν. Ο αγώνας εκ των πραγμάτων θα ήταν αμυντικός μπροστά στη θηρι¬ώδη επέλαση των Βουλγάρων. Όταν ταυτίστηκαν τα θύματα της καταστροφής του Κρουσόβου, τελέστηκε μνημόσυνο στις 24 Αυγούστου στη Μητρόπολη Αθηνών με κάθε επιβλητικότητα μέσα σε μια συγκινησιακή ατμόσφαιρα. Παραβρέθηκαν ο δήμαρχος Μερκούρης, δημοτικοί σύμβουλοι, μέλη του Κεντρικού Μακεδονικού Συλλόγου, αξιωματικοί του Πεζικού και της Χωροφυλακής και πολλοί Μακεδόνες της Αθήνας και του Πειραιά [27]. Ήταν η πρώτη φορά που όχι μονάχα το αθηναϊκό κοινό αλλά και ο Ελληνισμός του εξωτερικού διέγνωσαν τον κίνδυνο για τη Μακε¬δονία και ευαισθητοποιήθηκαν. Η ελληνική πρεσβεία του Λονδίνου διοργάνωσε έρανο για τους άστεγους Έλληνες του Κρουσόβου, βρίσκοντας μεγάλη ανταπό¬κριση στην εκεί ελληνική παροικία [28]. Στο Μόναχο η ελληνική κοινότητα τέλεσε μνημόσυνο για τα θύματα του Ίλιντεν, ενώ σε εκδήλωση στο Ξενοδοχείο Mirabbel της βαυαρικής πρωτεύουσας μίλησε ο Καθηγητής της Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Σπυρίδων Λάμπρος ο οποίος στον λόγο του επισήμανε ότι θα έλθει η ημέρα που και η Ελλάδα θα διεκδικήσει τα δίκαιά της στη Μακεδονία δια του πυρός και δια του ξίφους [29].


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[8]-Βλ. τη συλλογή εγγράφων Osvoboditelnata Borba na Balgarite v Makedonija i Odrisko1902/1904. Diplomaticeski Dokumenti, έπιμ. έκδοσης N. Todorov, Σόφια 1978, σ. 35.
[9]- Βλ. ό.π., σ. 36
[10]- Βλ. τη συλλογή εγγράφων της Γενικής Διεύθυνσης Αρχείων, Arhivite Govorjat (25). Iz Arhiva na Goce Delcev, επιμ. έκδοσης Iva Burilkova-Coco Biljarski, Σόφια 2003, σ. 194.
[11]- Βλ. Το Άστυ, 26.7.1903.
[12]- Βλ. ό.π., 24.7.1903.
[13]- Βλ. ό.π., 26.7.1903.
[14]- Βλ. ό.π., 28.7.1903.
[15]- Βλ. ό.π., 29.7.1903.
[16]- Βλ. ό.π., 1.8.1903.
[17]- Βλ. ό.π., 27.7.1903.[18]- Βλ. ό.π., 27.8.1903.
[19]- Βλ. Τὸ Ἄστυ, 29.7.1903.
[20]- Βλ. Τὸ Ἄστυ, 3.8.1903
[21]-Βλ. Παράρτημα της έκθεσης του Δ. Καλλέργη προς τον Αθ. Ρωμάνο, Μοναστήρι 20.2.1904,στη συλλογή εγγράφων Οι Απαρχές του Μακεδονικού Αγώνα (1903-1904). 100 έγγραφα από τοΑρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας, Εισαγωγή Βασίλης Γούναρης, Επιμέλεια-Σχολι-ασμός Π. Καραμπάτη - Π. Κολτούκη - Χρ. Μανδατζής - Ιακ. Μιχαηλίδης - Άγγ. Χοτζίδης, ΜουσείοΜακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 139.
[22]- Βλ. Το Άστυ, 4.8.1903.
[23]- Βλ. ό.π., 10.8.1903.
[24]- Βλ. ό.π., 18.8.1903.
[25]- Βλ. ό.π., 24.8.1903.
[26]- Βλ. Τό Άστυ, 16.8.1903.
[27]- Βλ. ό.π., 25.8.1903.
[28]- Βλ. ό.π., 17.11.1903.[29]- Αυτόθι





Η ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ ΤΟΥ ΙΛΙΝΤΕΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ , μέρος 3


Με αφορμή την εξέγερση του Ίλιντεν το Μακεδονικό συζητήθηκε στη Βουλή των κοινοτήτων στο Λονδίνο. Όπως είναι γνωστό, λόγω της γερμανικής οικονομι¬κής και πολιτικής διείσδυσης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά κυρίως των αυστριακών σχεδίων για την κατασκευή του βοσνιακού σιδηροδρόμου (Σεράγιεβο-Θεσσαλονίκη), η αγγλική πολιτική είχε τώρα αντιτουρκική αιχμή, επιδιώκουσα την εξασθένιση της τουρκικής κυριαρχίας στη Μακεδονία, ενώ για τη μείωση της ρωσικής επιρροής στη Βουλγαρία το Λονδίνο εξευμένιζε τα βουλγαρομακεδονικά κομιτάτα. Σαφώς φιλοβουλγαρικός ήταν ο προσανατολισμός του Βαλκανικού Κομιτάτου στο Λονδίνο. Μιλώντας στη Βουλή των Κοινοτήτων ο Βρετανός Πρωθυ¬πουργός Arthur James Balfour απέδωσε τις ταραχές στην τουρκική κακοδιοίκηση και στην αβελτηρία της Ευρώπης να εισαγάγει μεταρρυθμίσεις στη Μακεδονία, όπως προέβλεπε η Συνθήκη του Βερολίνου. Αν και παραδέχτηκε ότι οι αγριότητες των Βουλγάρων κομιτατζήδων υπερτερούσαν των τουρκικών, δήλωσε ότι το Λον¬δίνο δεν θα επιτρέψει αντεκδικήσεις των Μουσουλμάνων κατά των Χριστιανών. Το επίμαχο σημείο της ομιλίας του Βρετανού Πρωθυπουργού ήταν η αναφορά του στη σαφή πληθυσμιακή υπεροχή των Βουλγάρων έναντι των άλλων εθνοτήτων [30]. Η ελληνική κυβέρνηση του Ράλλη αντέδρασε έντονα και έδωσε οδηγίες στην ελληνική πρεσβεία του Λονδίνου να δραστηριοποιηθεί προς την κατεύθυνση της απόδειξης της ελληνικής πληθυσμιακής υπεροχής στη Μακεδονία, με στοιχεία που χορήγησε το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας. Ο ατέρμονος πόλεμος των στατιστικών για τη Μακεδονία μεταφέρθηκε στις στήλες των εφημερίδων του Λονδίνου σε μια προσπάθεια της ελληνικής πλευράς να διαφωτίσει την αγγλική κοινή γνώμη για την υπεροχή των Ελλήνων και των Βλάχων έναντι των άλλων ομάδων [31]. Η ελληνο-βουλγαρική διένεξη εκφράστηκε στο Λονδίνο και ως αντιπαράθεση του φιλοβουλγαρικού Βαλκανικού Κομιτάτου και της φιλελληνικής «Εταιρείας του Βύρωνα». Το Βαλκανικό Κομιτάτο διοργάνωσε στην αίθουσα του Αγίου Ιακώβου, στο κέντρο του Λονδίνου, συλλαλητήριο, όπου παραβρέθηκαν κυρίως μέλη του φιλελεύθερου κόμματος. Οι ομιλητές καταδίκασαν την τουρκική κακοδιοίκηση στη Μακεδονία, επέκριναν την πολιτική της Βρετανίας το 1878 που εμπόδισε την εφαρμογή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και διαιώνισε την κακοδαιμονία της Μακεδονίας και πρότειναν ως λύση ένα αυτόνομο καθεστώς, κατά το πρότυπο της Κρήτης, με χριστιανό Γενικό Διοικητή, υπόλογο στις Μεγάλες Δυνάμεις [32]. Απαίτησαν επίσης την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης του Βερολίνου για μεταρρυθμίσεις στη Μακεδονία και έκαναν έκκληση για έρανο υπέρ των Βουλγαρομακεδόνων που είτε έμειναν άστεγοι είτε είχαν καταφύγει στη Βουλγαρία. Η Εταιρεία του Βύρωνα, με στοιχεία της ελληνικής πρεσβείας του Λονδίνου, δημοσίευσε τον αριθμό των Ελλή¬νων που σφαγιάσθηκαν από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες και ζήτησε τη συν¬δρομή αγγλικών φιλανθρωπικών οργανώσεων για τις οικογένειες τους. Απαίτησε από την αγγλική κυβέρνηση να αναλάβουν τα αγγλικά προξενεία στη Μακεδονία την προστασία των εκεί δεινοπαθούντων Ελλήνων και με τηλεγράφημα προς τη βουλγαρική κυβέρνηση επέστησε την προσοχή της στην καταδίωξη που υφίστατο ο Ελληνισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας [33].

Το φθινόπωρο η εξέγερση είχε κατασταλεί και η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανέ¬κτησε τον έλεγχο της κατάστασης. Ωστόσο, η κινητοποίηση του Ελληνισμού δεν μπο¬ρούσε πλέον να ανακοπεί και σ' αυτό συνετέλεσαν πολλοί παράγοντες. Το μεταρρυθ¬μιστικό πρόγραμμα της Μυρστέγης (Οκτώβριος 1903) προέβλεπε τον διορισμό Οθω¬μανού Γενικού Επιθεωρητού με την παρουσία Ρώσου και Αυστριακού συμβούλου, την οργάνωση της χωροφυλακής από Ευρωπαίους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς υπό την ανώτατη διεύθυνση Ιταλού στρατηγού και διάφορες μεταρρυθμίσεις διοικητικής, δικαστικής και φορολογικής φύσης. Αλλά το άρθρο γ' του προγράμματος της Μυρστέγης δεν απέκλειε ενδεχόμενη μεταβολή των γεωγραφικών ορίων των διοικητικών περιφερειών για να επιτευχθεί η ομοιογενέστερη κατανομή των εθνοτήτων. Η διάταξη αυτή προκάλεσε τη διεξαγωγή νέας έντονης προπαγάνδας Ελλήνων, Σέρβων και Βουλ¬γάρων που προσπαθούσαν να αποδείξουν ότι οι ομόφυλοί τους ήταν το επικρατέ¬στερο στοιχείο στα περισσότερα σαντζάκια. Χρειάστηκε να παρέλθει αρκετό χρονικό διάστημα μέχρι οι Μεγάλες Δυνάμεις να δηλώσουν ρητά ότι σε περίπτωση αλλαγής των διοικητικών συνόρων θα λαμβάνονταν υπόψη αποκλειστικά οι στατιστικές πριν από την εξέγερση του Ίλιντεν. Αλλά η ερμηνεία αυτή δεν είχε πειστικότητα, δεδομένης της αδυναμίας του διεθνούς παράγοντα να επιφέρει την ειρήνευση και των μεγάλων αποκλίσεων που υπήρχαν στις διάφορες στατιστικές. Οι Μεγάλες Δυνάμεις εκμεταλ¬λεύθηκαν την ανάμιξή τους στις μακεδονικές υποθέσεις για την προώθηση των ιδίων συμφερόντων και δεν κατόρθωσαν να επιβάλουν την τάξη. Η Γερμανία δεν συμμε¬τείχε στο πρόγραμμα της Μυρστέγης και ως αντάλλαγμα έλαβε διάφορα προνόμια, κυρίως αναφορικά με την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολης-Βαγδάτης. Η Αυστρία, ενδιαφερόμενη για την ενίσχυση της τουρκικής κυριαρχίας, τελικά στις αρχές του 1908 εγκατέλειψε το πρόγραμμα της Μυρστέγης με αντάλλαγμα τη χορήγηση άδειας από τον Αβδούλ Χαμίτ για την κατασκευή του βοσνιακού σιδηρο¬δρόμου. Η Αγγλία, ενδιαφερόμενη για την υπονόμευση της τουρκικής κυριαρχίας στη Μακεδονία, ευνοούσε ένα κατά το μάλλον ή ήττον αυτόνομο καθεστώς με χριστιανό Γενικό Διοικητή, υπόλογο στις Μεγάλες Δυνάμεις, ο οποίος θα διόριζε τους δημοσίους υπαλλήλους. Οι Ρώσοι επωφελήθηκαν από την παραμονή τους στη Θεσσαλονίκη για την ανάπτυξη μιας πανσλαβιστικής προπαγάνδας.

Παρόλο που μετά την οριστική καταστολή της εξέγερσης άρχισε να παρατηρεί¬ται μια επιστροφή των εξαρχικών χωριών στο Πατριαρχείο, η τουρκο-βουλγαρική συνθήκη της 26ης Μαρτίου 1904, στη σύναψη της οποίας συνετέλεσε κατά πολύ η Ρωσία, προέβλεπε μεταξύ των άλλων τη χορήγηση γενικής αμνηστίας στους επα¬ναστάτες, την αποφυλάκιση των κρατουμένων και την επιστροφή των προσφύγων που στη διάρκεια των ταραχών είχαν καταφύγει στη Βουλγαρία. Έτσι, δεν μπορού¬σαν να υπάρξουν εγγυήσεις για την προστασία του Ελληνισμού.

Ερχόμενη στην εξουσία τον Δεκέμβριο του 1903 η κυβέρνηση Θεοτόκη δεν διείδε άλλη διέξοδο παρά την καταφυγή στον ένοπλο αγώνα, το έδαφος για τον οποίο είχε ήδη προλειανθεί με την προπαρασκευαστική δραστηριότητα του Καραβαγγέλη. Ο αγώνας υπήρξε στην ουσία αμυντικός και σε μια εποχή που το ορθόδοξο Millet ως υπερεθνική κοινότητα είχε διασπαστεί, με την ταύτιση του Πατριαρχικού με τον Έλληνα και του Εξαρχικού με τον Βούλγαρο, στήριξη των συμφερόντων του ελληνι¬σμού σήμαινε στην ουσία στήριξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Οι επιτυχίες των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων οφείλονταν κυρίως στην υποστήριξη του ντόπιου ελληνικού στοιχείου, των πατριαρχικών Σλαβοφώνων και των Γραικομάνων Βλά¬χων και δευτερευόντως στη ανοχή των τουρκικών αρχών, στον βαθμό που η ελληνική δράση εξισορροπούσε τη βουλγαρική, και στον εμφύλιο πόλεμο εντός της V.M.R.O. Δεν υπάρχει λόγος να αποκρύπτονται, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ακρότητες των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων (Ζαγοριτσάνη, ο ματωμένος γάμος στο Σκλήθρο, το κάψιμο της Αβδέλας), να σχηματοποιούνται τα δρώντα πρόσωπα στους «καλούς» Έλληνες και τους «κακούς» Βούλγαρους, ή να υπερτονίζονται ενδεχόμενα υλικά οφέλη των Μακεδονομάχων (ζωοκλοπές των Κρητών στη Μακεδονία) σε βάρος της εθνικής τους προσφοράς και της εθνικής τους αυτοσυνειδησίας. Τέτοια φαινόμενα δεν ήταν ασυνήθιστα την εποχή εκείνη και ένας λόγος για παράδειγμα της διάσπασης της V.M.R.O. ήταν και η διαχείριση των οικονομικών της οργάνωσης. Αλλά κανένας Βούλγαρος δεν αμφισβήτησε την εθνική προσφορά των αντιμαχομένων ομάδων, Jane Sandanski-Todor Panica και Boris Sarafov-Ivan Garvanov. To ότι ο Sandanski ήταν και ένας ληστής (ήταν γνωστή η τακτική των απαγωγών για την εξασφάλιση λύτρων με χαρακτηριστική την περίπτωση της Miss Stone ) σε καμιά περίπτωση δεν μειώνει την καταξίωσή του ως διεκδικούμενου εθνικού ήρωα τόσο από τους Βούλγαρους όσο και από τους κατοίκους της Π.Γ.Δ.Μ. Εφόσον απέτυχε η διπλωματία, ο ένοπλος αγώνας διεξήχθη για την επιβίωση του Ελληνισμού και όποιος ερχόταν στη Μακεδονία να πολεμήσει γνώριζε ότι διακύβευε την ύπαρξη του.

Οι επιτυχίες των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων εξέπληξαν και προβλημάτισαν τη V.M.R.O. Τον Νοέμβριο του 1905 ο Hristo Tatarcev σε σημείωμά του απέδωσε στους εξής παράγοντες την αποτελεσματικότητα των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων.
1. Η ελληνική ένοπλη προπαγάνδα είναι αποτέλεσμα κυρίως της πολιτικής της Ελλάδας στο Μακεδονικό Ζήτημα.
2. Τα ένοπλα σώματα οργανώνονται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στο Βασί¬λειο της Ελλάδας και από εκεί στέλνονται στη Μακεδονία.
3. Από την Ελλάδα μέχρι το πεδίο της οργάνωσης [μας] η περιοχή είναι ορεινή και κατοικείται κυρίως από Έλληνες και Γραικομάνους Βλάχους. Κατά συνέπεια, δεν συναντούν δυσκολίες στην είσοδο και έξοδο.
4. Στο εσωτερικό της Μακεδονίας, ιδιαίτερα στο νοτιοδυτικό της τμήμα, οι Έλληνες και οι Γραικομάνοι τους φιλοξενούν και συνεργάζονται.
5. Επί πλέον, στο εσωτερικό της Μακεδονίας, ο τουρκικός πληθυσμός και η τουρκική κυβέρνηση τους ανέχονται και τους υποστηρίζουν. [34]

Αφού απέκλεισε την ικανότητα της V.M.R.O. να αντιμετωπίσει επιτυχώς τα ελληνικά ανταρτικά σώματα, πρότεινε μαζικά αντίποινα ώστε να εξαναγκαστεί η Αθήνα να σταματήσει την αποστολή ενόπλων σωμάτων στη Μακεδονία: εμπρη¬σμό ελληνικών χωριών, ελληνικών συνοικιών στις πόλεις, αποκλεισμό ελληνικών χωριών, οικονομικό πόλεμο, απαγωγές Ελλήνων ως μέσο πίεσης, απηνή καταδίωξη των Ελλήνων της Ανατολικής Ρωμυλίας σε συνεργασία της V.M.R.O. των Βουλγαρομακεδόνων προσφύγων, του απλού βουλγαρικού λαού με την κυβέρνηση, κατά το ρουμανικό παράδειγμα [35].

Αλλά το ανθελληνικό κίνημα στη Βουλγαρία το 1906 αναπτέρωσε περισσότερο τον Μακεδονικό Αγώνα, το νόημα του οποίου, όπως και του σημερινού μακεδονικού αγώνα, της μάχης για το όνομα της Π.Γ.Δ.Μ., ήταν η οροθέτηση του Ελληνι¬σμού από τον Σλαβισμό.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[30]- Βλ. Τό Άστυ, 5.8.1903.
[31]- Βλ. ό.π., 19.8.1903 και 20.8.1903.
[32]- Βλ. ό.π., 23.9.1903.
[33]- Βλ. Τὸ Ἄστυ, 27.9.1903.
[34]- Βλ. Hr. Tatarcev, Makedonska Revoljucionna Sistema. VMRO Sacinenija, επιμ. έκδοσης Coco Biljarski, Σόφια 2001, σ. 199.
[35]- Βλ. Tatarcev, ό.π., σσ. 203-205.




Δεν υπάρχουν σχόλια: