Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

Η συμβολή των ελλήνων ιεραρχών της Μακεδονίας στην ευόδωση του «Μακεδονικού Αγώνα»

Άργος Ορεστικόν 17/10/2004

Ἡ συμπλήρωση ἐφέτος 100 χρόνων ἀπό τόν ἡρωϊκό θάνατο τοῦ ἑλληνορθόδοξου παληκαριοῦ Παύλου Μελᾶ, πού στό πρόσωπό του συμπύκνωνε τή γενναιότητα τοῦ Διγενῆ, τήν αὐταπάρνηση τοῦ Λεωνίδα, τήν εὐγένεια τοῦ Ἀχιλλέα, τήν ποίηση τοῦ Σολωμοῦ, τήν τρυφερότητα τοῦ ἰδανικοῦ συζύγου καί πατέρα, μά πάνω ἀπ’ ὅλα τήν ἀφοσίωση στό ὅραμα τῆς ἑνωμένης Ἑλλάδας, καί ἰδιαίτερα τῆς ἐλεύθερης Μακεδονίας, σηματοδοτεῖ τίς ἐπετειακές ἐκδηλώσεις πού ὀργάνωσε ἡ Ἐκκλησία μας εἴτε μόνη, εἴτε μαζί μέ ἄλλους ἔγκυρους φορεῖς τῆς Πατρίδας μας, διασώζοντας τήν ἱστορική μνήμη μας καί προβάλλοντας τόν Μακεδονικό Ἀγῶνα ὡς σύμβολο θυσίας καί ἀγώνα γιά τήν ἐλευθερία τοῦ ἔθνους.
Χαιρετίζω μέ ὑπερηφάνεια τίς ἐκδηλώσεις αὐτές, στίς ὁποῖες ἔχω τήν τιμή νά εἶμαι προσκεκλημένος καί σᾶς ἐκφράζω, ὧ Μακεδόνες, τόν ἀνυπόκριτο θαυμασμό μου καί τίς διάπυρες εὐχές μου καί τόν ἔπαινό μου γιά τήν προθυμία σας νά ὀργανώσετε στήν εὐλογημένη γῆ σας, πού εἶναι ποτισμένη ἀπό τά αἵματα τῶν ἡρώων μας, τό εὐλογημένο τοῦτο μνημόσυνο χάριν κυρίως τῶν νεωτέρων, πού πρέπει νά μάθουν ὅτι τήν εὑημερία καί τήν ἐλευθερία πού ἀπολαμβάνουν, μᾶς τήν χάρισαν οἱ θυσίες τῶν πατέρων μας, πού κάτω ἀπό τή σκιά τοῦ Σταυροῦ ἀνέλαβαν καί ἔφεραν εἰς πέρας τόν ὑπέρ πάντων ἀγώνα, ὅπως πάντοτε πράττουν οἱ Ἕλληνες. Εἶναι ἀνάγκη νά μάθουμε ἐπί τέλους νά ξεχωρίζουμε τό ἐθνικό χρέος ἀπό τήν ἐθνοκαπηλεία, τήν προσφορά ἀπό τόν καιροσκοπισμό, τή θυσία ἀπό τή χρησιμοθηρία. Σᾶς εὐχαριστῶ δέ ὅλους καί ἰδιαιτέρως τόν Σεβ. Ποιμενάρχην σας γιά τήν εὐκαιρία πού μοῦ δίνετε αὐτῆς τῆς ἐπικοινωνίας, προκειμένου νά σᾶς ἀναπτύξω τό θέμα τῆς Συμβολῆς τῶν Ἑλλήνων Ἱεραρχῶν τῆς Μακεδονίας στήν εὐόδωση τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα.
• **
• **
Τῆς ἐπισήμου ἐνάρξεως τοῦ ενόπλου 4ετοῦς «Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος» (1904-1908) εἶχε προηγηθεῖ μακρά περίοδος ἀγωνίας καί ἀγώνων τοῦ μακεδονικοῦ Ἑλληνισμοῦ, πού ἦταν στόχος τῶν βουλγάρων «Ἐξαρχικῶν» καί τῶν πάντοτε καιροφυλακτούντων εὐρωπαίων μισελλήνων. Παράλληλα δύο ἄλλοι παράγοντες, ὁ ρωσικός καί ὁ τουρκικός, ἕκαστος γιά ἰδικούς του λόγους, προέβαιναν συνεχῶς σέ ἀνθελληνικές ἐνέργειες, ἐπιδιώκοντες ὁ μέν τήν προώθηση τοῦ πανσλαβιστικοῦ σχεδίου ἐξόδου στό Αἰγαῖο, ὁ δέ τήν διαίρεση τῶν ὀρθοδόξων πληθυσμῶν καί τήν ἀποδυνάμωση τοῦ τότε πνευματικοῦ των κέντρου, δηλ. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κων/λεως. Ὑπό τό πρῖσμα αὐτό θά πρέπει νά θεαθεῖ καί τό πρωτοφανές γεγονός τῆς ἀνακηρύξεως τῆς βουλγαρικῆς Ἐξαρχίας μέ σουλτανικό φιρμάνι τοῦ Ἀβδοῦλ Ἀζίζ τῆς 10ης Μαρτίου 1870, τό ἄρθρο 10 τοῦ ὁποίου προέβλεπε τή δυνατότητα ἐπεκτάσεως τοῦ ἐξαρχάτου, πέρα ἀπό τίς περιοχές πού ἀναγνωρίσθηκαν ὡς ἐξαρχικές καί σέ ἄλλα μέρη, ἄν τό σύνολο ἤ τά 2/3 τουλάχιστον τῶν κατοίκων των ἐπιθυμοῦσαν νά ὑπαχθοῦν στήν Ἐξαρχία. Τό ἄρθρο αὐτό πού ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς «μακιαβελλικῆς συλλήψεως»¹ (Βλ. Σαρ. Καργάκου: Κεφάλαια Μακεδονικῆς Ἱστορίας, στά «Πολιτικά Θέματα» 10-16 Ἰανουαρίου 1992 σ. 27) προετοίμαζε τή διαίρεση μεταξύ τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν καί προωθοῦσε τόν ὀξύ φυλετικό ἀνταγωνισμό. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι τό φιρμάνι εἶχε συντάξει ὁ ρῶσος πρεσβευτής στή Πόλη Στρατηγός Ἰγνάτιεφ, γνωστός μισέλλην καί θιασώτης τοῦ πανσλαβισμοῦ. Ἡ ἵδρυση, ἔστω καί μ’ αὐτόν τόν ἀνορθόδοξο τρόπο, τῆς βουλγαρικῆς Ἐξαρχίας ἐσήμαινε νίκην τῶν ρώσων ἐναντίον τῶν γάλλων, πού εἶχαν προσπαθήσει, καί μέχρις ἑνός σημείου ἐπιτύχει, νά προσδέσουν τόν βουλγαρικό ἵππο πού ἀφηνίασε ἀπό τά κεντρίσματα τοῦ φυλετικοῦ του ἐθνικισμοῦ καί ἐζήτει ἐκκλησιαστική χειραφέτηση, στό ἅρμα τοῦ Βατικανοῦ διά τῆς οὐνίας καί τῶν Λαζαριστῶν μοναχῶν πού προωθοῦσαν τήν καθολική ἐπιρροή στά Βαλκάνια. Γι’ αὐτο οἱ ἄγγλοι ἐφαίνοντο ἱκανοποιημένοι ἀπό τήν ἐπιτυχία τῶν ρώσων. Ἄλλο τόσο ἱκανοποιημένοι ἦσαν καί οἱ Τοῦρκοι πού εἶχαν ἐπιτύχει τή διάσπαση τῆς ἑνότητος τῶν ὀρθοδόξων τῆς Βαλκανικῆς.
Ἡ σύσταση τῆς βουλγαρικῆς Ἐξαρχίας σηματοδοτεῖ μιά νέα περίοδο στήν ἱστορία τῆς Μακεδονίας, περίοδο πού στιγματίζεται ἀπό τήν ἀρχικά ἤπια καί εἰρηνική προσπάθεια τῶν βουλγάρων Κομιτατζήδων γιά τήν ἐθνολογική ἀλλοίωση ὑπέρ τῶν σλαβοφίλων τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῆς Μακεδονίας καί πού, μετά τήν ἀποτυχία της, μετεβλήθη σέ βίαιη, σφοδρή καί μέ ἀπηνεῖς διώξεις καί δολοφονίες ἑλλήνων ἐκστρατεία ἀφελληνισμοῦ τῆς Μακεδονίας. Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι ἡ βουλγαρική ἐθνική συνείδηση εἶχε σχεδόν ἐξαλειφθεῖ ἐπί τουρκοκρατίας, διότι ἐδέσποζε τότε ἡ ἑνότητα ὅλων τῶν βαλκανικῶν λαῶν. Τώρα ὅμως, καί ἰδίως μετά τόν πρῶτο ἀφυπνιστή τοῦ βουλγαρικοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ μοναχό ἁγιορείτη Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ (1722-1789), πού συνέγραψε τό βιβλίο: «Ἱστορία Σλοβενοβουλγαρική τοῦ λαοῦ τῶν Βουλγάρων, τῶν Τσάρων καί τῶν Ἁγίων», πού τυπώθηκε καί διαδόθηκε τό 1844, μέ σκοπό νά προσδώσει στούς βουλγάρους ἐθνική συνείδηση, οἱ ρῶσοι ἐμπνευστές τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἐξαρχίας, ἀφοῦ ἀποκόπτουν τούς βουλγάρους ἀπό τό μαστό τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας, τροφοδοτοῦν μέ φανατισμό τή σλαβική δῆθεν καταγωγή τῶν βουλγάρων, ἐνῶ κατά τούς περισσοτέρους ἱστορικούς, οἱ βούλγαροι εἶναι λαός τουρκομογγολικῆς καταγωγῆς, συγγενεῖς τῶν Οὔννων. (Βλ. καί Δημ. Μιχαλόπουλου: Οἱ βούλγαροι εἶναι... τοῦρκοι «Τό Βῆμα» 23.8.92). Οἱ πολιτικές σκοπιμότητες καί τά πολιτικά συμφέροντα ἐπισκιάζουν συχνά τίς ἱστορικές πραγματικότητες. Δημιουργώντας τήν Ἐξαρχία οἱ ρῶσοι ἀπέβλεπαν ἀφ’ ἑνός μέν στήν ἐφαρμογή τοῦ δόγματος «Κυρίαρχο κράτος-κυρίαρχη Ἐκκλησία», ἀφ’ ἑτέρου δέ στή κινητοποίηση μιᾶς δυνάμεως πιέσεως ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων, μέ ὄργανο τόν σλαβικό ἐθνικισμό, ἐπενδεδυμένο μέ ἐκκλησιαστικό μανδύα γιά τήν παραπλάνηση ἰδίως τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Ἔτσι τό σχέδιο ὑφαρπαγῆς τῆς Μακεδονίας καί συρρίκνωσης τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πού δέν ἔπαυσε οὔτε στίς ἡμέρες μας νά ἰσχύει, μέ τίς εὐλογίες πάντοτε τῶν ἀσπόνδων «φίλων» μας, ὅπως καί τότε, ἄριστα κατεστρωμένο καί ἀοράτως δορυφορούμενο ἀπό ἐπιδέξιους χειριστάς, ἔμελλε νά θέσει σέ κίνδυνο τήν προαιώνια ἑλληνικότητα τῆς γῆς αὐτῆς, πού τήν εποφθαλμιοῦν καί σήμερα οἱ ἴδιοι πανσλαβιστές. Τό σχέδιο αὐτό, καταλλήλως ὑποστηριζόμενο, κατά περίπτωσιν, ἄλλοτε ἀπό τούς ρώσους, ἄλλοτε ἀπό τούς ἄγγλους καί ἄλλοτε ἀπό ἄλλους, κατά τήν ἐπιταγήν τῶν πολιτικῶν των συμφερόντων, ἄρχισε νά ἐφαρμόζεται μέ σαφεῖς προθέσεις ἀφελληνισμοῦ ὁλοκλήρων ἑλληνικῶν περιοχῶν ὅπως π.χ. τῆς Ἀνατολ. Ρωμυλίας (1885) τῆς ὁποίας ἡ ἀπό τούς βουλγάρους διά τῶν ὅπλων προσάρτησις ἔγινε μέ τίς εὐλογίες τῶν ἄγγλων, προθέσεις πού δέν ἄργησαν νά ὑλοποιηθοῦν μέ τή χρήση βίας ἐναντίον τῶν σκληρά ἀμυνομένων τῆς ἐθνικῆς των συνειδήσεως ἑλληνικῶν πληθυσμῶν. Ἀπό τό 1889 καί ἰδίως ἀπό τό 1893 ἔτος ἱδρύσεως στή Θεσσαλονίκη του Βουλγαρικού Κομιτάτου, ἐφαρμόζεται συστηματικά μία πολιτική διωγμοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου, πού κορυφώνεται τό 1906 μέ καταστροφή μεγάλων καί ἀνθηρῶν ἑλληνικῶν πόλεων καί μέ τό ξερρίζωμα τῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων τῆς Ἀγχιάλου, Πύργου, Μεσημβρίας, Φιλιππουπόλεως, Βάρνης, Σκλύμνου κλπ. (Βλ. Σαρ. Καργάκου: Κεφάλαια Μακεδονικῆς Ἱστορίας. Στά «Πολιτικά Θέματα» 10-16 Ἰαν. 1992 σ. 24, Κ. Γάλλου: Ὁ Μακεδονικός Ἀγώνας στή Δυτ. Μακεδονία καί οἱ σοβαροί ρόλοι τῆς Ἐκκλησίας στήν εὐόδωσή του. Στό περιοδικό «Παράδοση» Α΄, 2 σ.171).
Οἱ ὡμότητες τῶν βουλγάρων Κομιτατζήδων σέ βάρος τῶν Ἑλλήνων τῆς Μακεδονίας περιγράφονται στήν «Κυανῆ Βίβλο» πού ἐξέδωσε ἡ βρεταννική κυβέρνηση τό 1903. Ἰδού ἕνα χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα: «Ἡ δολοφονία εἶναι τό κυριώτερον ὅπλον τῶν βουλγαρικῶν Κομιτάτων. Πρό οὐδενός ὑποχωροῦσιν. Οἱ Ἕλληνες εἶναι κυρίως τά θύματά των. Κατά χιλιάδας ἐφονεύθησαν οἱ Ἕλληνες κατά τά τελευταῖα πέντα ἤ ἕξ ἔτη.... ἀθώων καί ἀόπλων ἐκβιάσεις, ληστεῖαι, δολοφονίαι, ἀνδρῶν καί γυναικῶν, ἀνελεήμονα βασανιστήρια ἱερέων, ἰατρῶν, διδασκάλων κατακρεουργήσεις, ναῶν ἐμπρησμοί... καταστροφή χριστιανῶν Ὀρθοδόξων... γενική τρομοκρατία, πλήμμυρα αἵματος» (Βλ. στοιχεῖα τῶν βουλγαρικῶν ὡμοτήτων σέ βάρος τῶν ἑλλήνων καί εἰς Σαρ. Καργάκου: Κεφάλαια Μακεδονικῆς Ἱστορίας. Στά «Πολιτικά Θέματα» 24-30 Ἰαν. 1992 σ. 24).
Στό μεταξύ στήν Ἀθήνα ἱδρύονταν μυστικές ἑταιρεῖες, κατά τό πρότυπο τῆς Φιλικῆς, μέ σκοπό τήν ἀπελευθέρωση τῆς Μακεδονίας ἀπό τούς τούρκους, πού εἶχαν ἄδοξο τέλος, γιατί περιορίζονταν σέ λόγια καί μόνο λόγια. Τό 1903 ἱδρύεται στήν Ἀθήνα ἀπό τούς Στέφανο Δραγούμη, Δημ. Καλαποθάκη κ. ἄ. τό Ἑλληνικό Κομιτάτο, πού ἐπιτυγχάνει νά κινητοποιήσει τήν ἑλληνική Κυβέρνηση. Τό ἐπίσημο κράτος προηγουμένως ἀφοῦ μετά τήν σύσταση τοῦ βασιλείου εἶχε ἀποκαταστήσει διπλωματικές σχέσεις μέ τήν Ὑψηλή Πύλη, εἶχε κατορθώσει νά συστήσει ἑλληνικά προξενεῖα στά κυριότερα μέρη τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ, πού ἀπετέλεσαν κέντρα ἐθνικῆς ἐγρήγορσης, μέ τούς ἐμπνευσμένους, σέ πλεῖστες περιπτώσεις, ἑλληνόψυχους προξένους των, ὅπως ὁ Θεόδωρος Βαλλιάνος στή Θεσσαλονίκη, ὁ Πέτρος Λογοθέτης στό Μοναστήρι, ὁ Ἴων Δραγούμης, ὁ Σταμ. Πεζᾶς, κ.ἄ. Αὐτοί, ζῶντες ἐκ τοῦ πλησίουν τήν κατάσταση καί διαβλέποντες τά δεινά πού ἐπρόκειτο νά ἀκολουθήσουν, σέ περίπτωση ἐπιτυχίας τῶν ρωσικῶν σχεδίων, ἄρχισαν νά πιέζουν τήν ἑλληνική κυβέρνηση γιά ἐνεργότερη ἀνάμειξη τοῦ ἐθνικοῦ κέντρου στά πράγματα τῆς Μακεδονίας. Ζητοῦσαν, μεταξύ ἄλλων, οἰκονομικό πόλεμο ἐναντίον τῶν βουλγαριζόντων, λήψη μέτρων ἐναντίον τῶν βουλγάρων, ἀποθάρρυνση τῶν ἐκκλησιαστικῶν προσώπων πού διέκειντο φιλικά πρός τούς βουλγάρους, καλλιέργειαν ἀκαταλλάκτου μίσους ἐναντίον παντός τοῦ βουλγαρικοῦ⁶. (Βλ. Μακεδονία: 4.000 χρόνια ἑλληνικῆς ἱστορίας καί πολιτισμοῦ. Ἔκδοσις «Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν» σ. 454). Ὅμως τό κέντρο, ἀπορροφημένο μέ τίς δικές του πληγές, δέν συνειδητοποίησεν ἐγκαίρως τόν κίνδυνο. Τόν κίνδυνο ὡστόσο εἶχε συνειδητοποιήσει τό Πατριαρχεῖο, πού ἀρχικά συνεσκιασμένως, ἀλλά μετά τήν σύσταση τῆς βουλγαρικῆς Ἐξαρχίας, φανερά καί ἀπροκάλυπτα, ἔλαβε θέση ἀμύνης ἀπέναντι στίς πανσλαβιστικές βλέψεις καί μεθοδεῖες.
Ἔτσι, μέ ἀπόφαση τῆς Ἐνδημούσης Συνόδου τοῦ 1872 κατεδίκασε τόν ἐθνοφυλετισμό ὡς αἵρεση καί τούς Ἐξαρχικούς ἐκήρυξε σχισματικούς. Ἐφεξῆς ἡ λέξη «σχισματικός» ἐννοοῦσε τόν βούλγαρο, ἡ δέ λέξη «πατριαρχικός» ἐννοοῦσε τόν ἕλληνα. Κατά τήν ἀπόφαση τοῦ 1872 ὁ ἐθνοφυλετισμός ἦταν «τί τό ξένον καί ὅλως ἀδιανόητον» γιά τήν Ὀρθοδοξία καί ὡς κριτήριο αὐτοκεφαλίας διότι εἰσῆγε «τό κακόν τῆς ἐκκλησιαστικῆς κατανομῆς συγχύσεως καί διαλύσεως μέχρι καί αὐτῶν τῶν κατ’οἰκον Ἐκκλησιῶν»⁷ καί ὡς ἀντίθετο στοιχεῖο τῆς οὐσίας τῆς Ἐκκλησίας, οὔσης κοινωνίας πνευματικῆς προωρισμένης νά συμπεριλάμβει ὅλα τά ἔθνη (βλ. Ἀθ. Ἀγγελόπουλου: Μακεδονικό Ζήτημα: Ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορικοκανονική ἄποψη ἀπό τό 1944 κι ἐδῶ. Στήν «Ἐκκλ. Ἀλήθεια» 16-12-88). Παράλληλα τό Πατριαρχεῖον ἐπί Πατριάρχου Κων/νου Ε΄ τοῦ Βαλλιάδου προήγαγε σε Μητροπόλεις ὅλες τίς ἐπισκοπές τῆς Μακεδονίας καί ἐπέλεξε καί ἀπέστειλε στίς μακεδονικές αὐτές Μητροπόλεις νέους, φλογερούς πατριῶτες καί ἀποφασισμένους ποιμένες ὡς Μητροπολίτες πού ἐτέθησαν ἀμέσως ἐπί κεφαλῆς τοῦ πολύμορφου ἀγώνα γιά διάσωση τῆς Μακεδονίας. Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς σελαγίζουν τά ὀνόματα τοῦ Καστοριᾶς Γερμανοῦ Καραβαγγέλη, τοῦ Πελαγονίας Ἰωακείμ Φοροπούλου, τοῦ Δράμας Χρυσοστόμου Καλαφάτη, τοῦ Κορυτσᾶς Φωτίου Καλπίδου, τοῦ Νευροκοπίου Θεοδωρήτου, τοῦ Γρεβενῶν Αἰμιλιανοῦ Λαζαρίδου, τοῦ Θεσσαλονίκης Ἀλεξάνδρου, τοῦ Σερρῶν Γρηγορίου, τοῦ Μελενίκου Εἰρηναίου Παντολέοντος, τοῦ Βατματζίδου, τοῦ Βουδενῶν Στεφάνου Δανιηλίδου κλπ. Εἰς αὐτούς κυρίως καί σέ ἄλλους πολλούς ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία ἀνέθεσε τήν ἀποστολή διασώσεως τῆς Μακεδονίας ἀπό τήν πανσλαβιστική ἀπειλή, καί αὐτοί κυρίως ἐβάστασαν τόν καύσωνα τῆς ἡμέρας καί τό ψῦχος τῆς νυκτός, τῆς ἀσελήνου καί ὀργιώδους. Χωρίς αὐτούς ὁ Ἑλληνισμός θά εἶχε χαθεῖ ἀπό τή Μακεδονία πρίν τό 1903, δηλ. πρίν ἐκδηλωθεῖ ἡ ἀντίδραση τοῦ βασιλείου, καί προετοιμαστοῦν τά πρῶτα ἔνοπλα τμήματά του. Τό εἶχεν ἐπισημάνει καί ὁ Παῦλος Μελᾶς πού, ὅπως ἔγραφε, ἀγωνίσθηκε "γιά νά μή καταστρέψουν οἱ Βούλγαροι τόν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι καί τοῦ αἰσθάνεσθαι πού λέγεται Ἑλληνικός".
Μέ δεδομένα τόν ἀνοικτό ἀνταγωνισμό Πατριαρχείου καί Ἐξαρχίας, καί τήν ἀνάγκην ἀναχαιτίσεως τοῦ πανσλαβισμοῦ «προβαίνοντος γιγαντιαίοις βήμασι πρός βλάβην τοῦ Ἑλληνισμοῦ» κατά τήν ἔκφαρση τοῦ Θ. Βαλλιάνου (Βλ. Μακεδονία..... «Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν» σ. 452) οἱ Ἱεράρχες αὐτοί, ἀποτελοῦντες τούς Εὐέλπιδες Ἐκκλησίας καί Γένους, ἀνέλαβαν μέ ἐνθουσιασμό καί φρόνημα ἡρωϊκό τόν ἀγῶνα των καί ἐπετέλεσαν θαύματα. Ἄγοντες οἱ περισσότεροι ἡλικίαν κάτω τῶν 40 ἐτῶν, ὅταν ἀπεστάλησαν, μερικοί δέ καί κάτω τῶν 35, διαθέτοντες εὐφυϊαν ὀξυδερκῆ, παράστημα ἀρρενωπό καί ἐπιβλητικό, μόρφωσιν σπανίαν, γλωσσομάθεια, φρόνημα ακμαίον καί ἀκατάβλητον αγάπην πρός τό Γένος μέχρι λατρείας, ἡρωϊσμό καί γενναιότητα, καί δεινότητα ρητορική καί διπλωματική ἐξελαμβάνοντο παρά τῶν ἑλλήνων ὀρθοδόξων ὡς Ἀρχάγγελοι, σταλέντες εἰς τήν κατάλληλη στιγμή, ἐνῶ παρά τῶν ἐξαρχικῶν ὡς πολέμαρχοι ἀνίκητοι καί ἀπτόητοι. Χαρακτηριστικό εἶναι τό περιστατικό, κατά τό ὁποῖο οἱ ἀκόλουθοι τοῦ Μητροπολίτου Καστοριᾶς Γερμανοῦ Καραβαγγέλη συνέλαβαν περιφερόμενον ἔξω ἀπό την Μητρόπολη ἕνα ὕποπτο πού ἀνακρινόμενος ὁμολόγησε ὅτι εἶχε σταλεῖ ἀπό τό βουλγαρικό Κομιτάτο νά δολοφονήσει τόν Ἱεράρχη ἀλλά δέν ἐξετέλεσε τήν ἐντολή ὅταν εἶδε τόν Γερμανό, «ἕνα λεβέντη -ὅπως εἶπε- πού ἔμοιαζε μέ τό Θεό». Οἱ Ἱεράρχες αὐτοί ἐργάσθηκαν, ἐν πολλοῖς, μόνοι. Συχνά ὅμως τούς συνέτρεχε κόσμος ὁλόκληρος ἐνόπλων καί αόπλων, πού στάθηκε ἀλληλέγγυος μαζί των. Ὁ κόσμος ὅμως αὐτός δέν εὑρέθη ἐκεῖ ἀπό μόνος του, οἱονεί ὡς ἀπό μηχανῆς Θεός. «Χρειάσθηκε –κατά τόν Π. Κανελλόπουλον- πολλή δουλειά, ὀργανωτική ἱκανότητα πού πολύ σπάνια δείχνουν οἱ Ἕλληνες, ἀκόμα καί στήν ἐλεύθερη πατρίδα τους, συντονισμός ἐνεργειῶν σέ χώρα πού βρισκόταν κάτω ἀπό τό ζυγό ἑνός ἰσχυροῦ μακροχρόνιου κατακτητῆ, τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας» (Ἀπό ὁμιλίαν τοῦ κατά τήν πανηγυρική ἔναρξη τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος 3.5.1984).
Ὅμως κέντρα συντονισμοῦ, ὀργανώσεως, ἐμπνεύσεως καί κατευθύνσεων ἦσαν οἱ ἕδρες τῶν Μητροπόλεων. Ἐκεῖ οἱ ἀνύστακτοι φρουροί Ἱεράρχες, μέ τά ἡγετικά των προσόντα, ἀνεδείχθησαν ἀρχηγοί τοῦ Ἀγῶνα, συμπράττοντες μέ τούς πιό ποικίλους παράγοντες δηλ. τά ἑλληνικά προξενεῖα, τούς ἀξιωματικούς τοῦ ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, τούς ντόπιους λαϊκούς ὁπλαρχηγούς, τούς ἐπιστήμονες, τά σωματεῖα, τίς κοινότητες, τούς δασκάλους, τούς ἱερεῖς, τούς τραπεζίτες, τό λαό. Μέ ὅλους συνεργάσθηκαν χωρίς ἐγωϊσμούς καί φανφαρονισμούς, χωρίς ἰδιοτέλεια, χωρίς καπετανισμούς. Ἀλλά μέ τό ὅραμα τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος. Ἀρχικά ἄοπλοι. Τά ὅπλα ἦλθαν ἀργότερα. Τό ἄοπλο πνεῦμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶχε προηγηθεῖ τοῦ ἐνόπλου Ἀγῶνος, μέ κεντρικό ἄξονα τήνἘκκλησία. Ἔτσι οἱ Ἱεράρχες ἐρρίφθησαν στό μεγάλο Ἀγώνα, πρός ἀντιμετώπιση σοβαρῶν προβλημάτων τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ.

* *
1. Τό πρῶτο καί ἐπεῖγον πού εἶχαν νά ἀντιμετωπίσουν οἱ νέοι αὐτοί Ἱεράρχες ἦταν ἡ ἐμψύχωση καί ἡ ἀναπτέρωση τοῦ κατεπτοημένου ἠθικοῦ τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν πού δεινοπαθοῦσαν ὑπό τά ἀνηλεῆ πλήγματα τῶν Κομιτατζήδων. Τό ἔργο ἦταν δυσχερές καί ἐπικίνδυνο. Ἡ ὕπαιθρος χώρα ἐκυριαρχεῖτο ἀπό τίς συμμορίες τῶν βουλγάρων πού μέ φωτιά καί τσεκοῦρι ἀδρανοποιοῦσαν κάθε ἑστία ἑλληνισμοῦ. Ὁλόκληρα χωριά πρό τῆς ἀσκουμένης βίας καί τῆς τρομοκρατίας, μεταπηδοῦσαν εἰς τήν ἐξαρχίαν, ἐνῶ ἱερεῖς, δάσκαλοι καί πρόκριτοι ἐσφάζοντο καθ’ἡμέραν ἀνηλεῶς.
Ἰδού πῶς περιγράφει στά Ἀπομνημονεύματά του ὁ Γερμανός Καραβαγγέλης τήν κατασταση στήν περιοχή Καστοριᾶς, ὅταν ὁ ἴδιος ἐγκατεστάθη ἐκεῖ (1900). «Οἱ συμμορίες (τῶν βουλγάρων κομιτατζήδων) συγκαλοῦσαν τή νύχτα τούς χωρικούς μέσα στίς ἐκκλησίες καί ἀφοῦ τούς ὅρκιζαν στό Κομιτάτο, τούς ἀποσποῦσαν ὑπό τήν ἀπειλή τῶν ὅπλων ἀναφορές πρός τήν Ἐξαρχία καί τήν Κυβέρνηση, ὅπου ἐδήλωναν ὅτι ἀποσκιρτοῦν στήν Ἐξαρχία. Ὅσοι ἀπό τούς χωρικούς ἐκινδύνευαν ὡς ὕποπτοι στούς Βουλγάρους, κατέφευγαν στήν Καστοριά, οἱ δάσκαλοι ἐγκαταλείπανε τίς θέσεις τους, ἰδίως μετά τόν τραγικό θάνατο τοῦ δασκάλου Σετόμου Μαλιγγάνου, πού ἔφερε τριάντα λογχισμούς, καί οἱ ἱερεῖς ὕστερα ἀπό τήν δολοφονία τῶν ἱερέων Νερετίου, Στρεμπένου, Προκοπάνας καί Μποσδίβιστας, ἄλλοι κατέφυγαν στήν Καστοριά, ὅπως οἱ ἱερεῖς τῆς Ζορμπάνιστας, τοῦ Ἀπόσκεπου, τῆς Λαμπάνιτσας, τῆς Ζαγορίτσανης, τῆς Κολίτσας, τῆς Τεχτόλιτσας καί ἄλλοι ἔμεναν στά χωριά τους σιωπώντας καί περιμένοντας τήν ἡμέρα τῆς ἀπελευθερώσεώς των ἀπό τήν τυραννία τοῦ Βουλγαρικοῦ Κομιτάτου» (Βλ. Περιοδικά «Ἅγ. Νικόδημος» 1984 σ. 14). Οἱ Ἀρχιερεῖς δέν ἐδίστασαν νά περιφρονήσουν τόν κίνδυνον τοῦ φόβου τῆς ζωῆς των καί ἀνέλαβαν περιοδεῖες μέ πολεμική ἐξάρτυση οἱ περισσότεροι καί μέ συνοδεία ἑνός ἤ δύο ὑπηρετῶν, δείχνοντες ἔτσι τό ἀλύγιστο φρόνημά των καί τήν πεποίθησή των ὅτι αὐτοί εἶναι οἱ δυνατοί καί ὄχι οἱ βούλγαροι. Ὁ λαός βλέπων τίς κινήσεις αὐτές καί ἀκούων τά πύρινα κηρύγματά τῶν ποιμεναρχῶν του αἰσθανόταν νά ἀναπτερώνονται οἱ ἐλπίδες του καί νά πυργώνονται τά ὄνειρά του. Τό 1900 ὁ Γερμανός Καραβαγγέλης ἐκλέγεται Μητροπολίτης Καστοριᾶς. Φθάνων εἰς τήν Μητρόπολίν του καί ἀφοῦ διαπιστώνει τήν κατάσταση γράφει πρός τόν Πατριάρχην Ἰωακείμ τόν Γ΄: «Οἱ Κομιτατζῆδες ἐπιδιώκουν νά ὑποχρεώσουν τούς χωρικούς νά ἐπιλέξουν μεταξύ Ἐξαρχίας καί θανάτου»¹¹ (Βλ. Κώστα Γάλλου: «Ὁ μακεδονικός Ἀγώνας στή Δυτ. Μακεδονία καί ὁ σοβαρός ρόλος τῆς Ἐκκλησίας στήν εὐόδωσή του» στήν «Παράδοση» τ. 2/92 σ. 178). Ἡ ἀνάγκη ἐνθαρρύνσεως τῶν ὀρθοδόξων Ἑλλήνων ἦταν ἀδήριτη διότι χωρίς ἀναπτερωμένο ἠθικό οἱ Ἕλληνες αὐτοί τῆς μακεδονικῆς ὑπαίθρου θά ἔπεφταν ἀργά ἤ γρήγορα θύματα τῶν ἐκβιασμῶν τοῦ βουλγαρικοῦ Κομιτάτου, πού ἀδίστακτο ὅπως ἦταν, ἔφθανε μέχρις ἐσχάτων. Ἄλλωστε στό πρόγραμμα τοῦ ἀφελληνισμοῦ ἐντάσσονταν καί οἱ δολοφονίες ἐπιφανῶν Ἑλλήνων πού τολμοῦσαν νά ἀντισταθοῦν στά σχέδια τοῦ Κομιτάτου, ὥστε ὅλος ὁ ἄλλος πληθυσμός νά καταπτοηθεῖ καί παραδοθεῖ ἀμαχητί. Γι’ αὐτό οἱ Ἱεράρχες ὄχι μόνον περιόδευαν, ἀλλά καί μέ τή στάση τους ἔδειχναν ὅτι δέν ἐφοβοῦντο τούς Κομιτατζῆδες. «Ζητῶ Σταυρόν, μεγάλον Σταυρόν επι τοῦ Ὁποίου θά δοκιμασθῶ καί εὐχαριστηθῶ καθηλούμενος καί μή ἔχων τι ἕτερον νά δώσω πρός σωτηρίαν τῆς ἡμετέρας λατρευτῆς Πατρίδος εἰ μή, τό Αἷμα μου. Οὔτως ἐννοῶ τό ἐπ’ ἐμοί τήν Ζωήν καί τήν Ἀρχιερωσύνην» ἔγραφεν ὁ Δράμας Χρυσόστομος –μετέπειτα ἔθνο-ἱερομάρτυς Σμύρνης- πρός τόν ἐν Κων/λει Ἕλληνα πρεσβευτήν τό 1907 ὅταν ἐπέκειτο ἡ ἐκ Δράμας μετάθεσίς του τῇ ἀξιώσει τῆς Ὑψηλῆς Πύλης.
Εἶναι χαρακτηριστική τοῦ «ἀέρα» πού εἶχαν ἔναντι τῶν Κομιτατζήδων οἱ Ἱεράρχες ἡ περίγραφή πού κάνει γιά τόν ἑαυτό του καί τήν ἐμφάνισή του ὁ Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης: «Εἰς τήν Μητρόπολίν μου –γράφει εἰς τά Ἀπομνημονεύματά του- πάντοτε εἶχον δύο θαυμάσια ἄλογα. Ἔπειτα ὅταν ἔκανα τέτοια ἐπικίνδυνα ταξίδια ντυνόμουν κάπως διαφορετικά. Ἔρριχνα ἐπάνω μου ἕνα μαῦρο ἐγγλέζικο ἀδιάβροχο, φοροῦσα μπότες ψηλές ὡς τό γόνατο, τό ἀντερί μου τό ἐσήκωνα κι ἔπιανα τίς ἄκρες του μέσα στίς τσέπες μου καί πάνω ἀπό τό καμηλαῦκι μου ἔρριχνα ἕνα μαῦρο μαντῆλι. Στόν ὦμο μου κρεμόταν τό μάλιγχερ καί στό στῆθος μου σταυρωτά κάτω ἀπό τό ἀδιάβροχο διακρίνονταν οἱ φυσιγγιοθῆκες μέ τά φυσέκια. Στή μέση φοροῦσα μιά πέτσινη ζώνη ἀπ’ ὅπου κρέμονταν ἀπό τή μιά μεριά ἡ θήκη τοῦ πιστολιοῦ μου, πού ἦταν μεγάλο καί γίνονταν ἐν ἀνάγκῃ καί τουφέκι, κι’ ἀπό τήν ἄλλη ἕνα μαχαῖρι στή θήκη του. Ἔτσι ὅλοι μέ πέρναγαν γιά στρατιωτικό ἤ ἀστυνομικό. Συχνά γυμναζόμουν εἰς τό σημάδι...». (Βλ. Ἀντιγόνης Μπέλλου-Θρεγιάδη: Μορφές Μακεδονομάχων καί τά Ποντιακά τοῦ Γερμανοῦ Καραβαγγέλη σ. 75-76). Οἱ Ἱεράρχες αὐτοί φαίνεται νά ὑπέταξαν στήν πατριωτική τους ἰδιότητα, ἐκείνην τοῦ εἰρηνοφίλου κληρικοῦ. Χάριν τῆς πατρίδος ἔζησαν, ἐδίδαξαν καί ἔπραξαν ἀναμφίβολα μέ πιστότητα πρός τήν ἑλληνορθόδοξη Παράδοσή μας. Εἶχε δίκαιο ὁ Ἰω. Συκουτρῆς ὑποστηρίζων ὅτι «ἡ Ἐκκλησία πολλάκις τόν τελείως δευτερογενῆ δι’αὐτήν ἐθνικόν σκοπόν ἔθεσεν ὑπεράνω τῶν καθαρῶς θρησκευτικῶν καί τοῦ ἰδίου της, τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοτελοῦς, συμφέροντος» (Ἰω. Συκουτρῆ: Μελέται καί ἄρθρα 1956 σ. 97).
Ἀλλά τοῦτο ἦταν ἐπιταγή τῶν καιρῶν. Ὅταν π.χ. ὁ Μητροπολίτης Πελαγονίας Ἰωακείμ Φορόπουλος, ὁ, κατά τόν Κ. Ψάχον, «κράτιστος πάντων καί Προμάχος σθεναρώτατος τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐκκλησίας» (βλ. «Ἱερόν Σύνδεσμον» 1909 σ. 5-6), ὁμιλῶν στούς Ἕλληνες ἀπό τῆς Ὡραίας Πύλης τοῦ ἱ. Ναοῦ τοῦ χωρίου Μοριχόβου, ἔλεγε: «Δέν σᾶς συμβουλεύω ὀφθαλμόν ἀντί ὀφθαλμοῦ καί ὀδόντα ἀντί ὀδόντος, ἀλλά σᾶς συμβουλεύω ὀφθαλμούς ἀντί ὀφθαλμοῦ καί ὀδόντας ἀντί ὀδόντος» δυνατόν νά παρέβαινε ἐντολήν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά οἱ περιστάσεις ἐπέβαλλαν τήν ὑπέρβαση τῆς ἐντολῆς πρός σωτηρίαν τῆς Πατρίδος. Καί ὅταν τό Πατριαρχεῖον μέ Ἐγκυκλίους του τοῦ 1901 συνιστοῦσε στούς Ἱεράρχες ὅτι «ἡ πνευματική ἐπισκόπησις καί λοιπή διοίκησις αὐτῶν, εἴπερ ποτέ και ἄλλοτε, δέον ἵνα περιβληθῆ ἀνάλογον τύπον καί χαρακτῆρα ἤτοι μᾶλλον σύντονον καί συνετόν καί συμφωνότερον πρός τήν σοβαρότητα τῶν καιρῶν καί περιστάσεων» ἐκεῖνοι, οἱ φλογεροί Ἱεράρχες μετέφραζαν τήν ζητουμένη σοβαρότητα καί σύνεση στίς ἐνέργειές των ὡς ἔξαψη τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος τῶν ὑποδούλων καί κινδυνευόντων ὁμοπίστων των, καμμία ἐντολή οὐσιαστικά δέν παρέβαιναν, ἀφοῦ μέ τήν ἐποχή ἐκείνη ἡ πρώτη καί ὑψίστη ἐντολή ἦταν ἡ σωτηρία τοῦ κινδυνεύοντος ἔθνους. Καί ἐνῶ τό Πατριαρχεῖον πάλιν μέ ἄλλην Ἐγκύκλιό του τόν Ἰανουάριον 1902 ζητοῦσεν ἀπό τούς Ἱεράρχες του σύνεση καί μετριοπάθεια, αὐτοί ἀντιθέτως ἐξέτρεφαν καί προωθοῦσαν πρός ὄφελος τῆς Πατρίδος τό μῖσος κατά τῶν ἐπιβούλων καί τήν ἐκδίκηση κατά τῶν ἀδιστάκτων πού μετήρχοντο τό πᾶν ἐναντίον τῆς βουλήσεως ἑνός ὁλοκλήρου λαοῦ νά μείνει ἐλεύθερος καί ὡς χριστιανός καί ὡς ἕλλην. Τό ἴδιο χάριν τῆς Πατρίδος ἔπραττε καί ὁ κατά τά ἄλλα φιλήσυχος καί εἰρηνόφιλος ἥρωάς μας, ὁ Παῦλος Μελᾶς, ὁμολογῶν: "Τρέμω καί συγκινοῦμαι σκεπτόμενος, ὅτι ἐγώ, ὁ ὁποῖος οὐδέ μύγαν ἐσκεμμένως ἐσκότωσα ποτέ, ἀπό αὔριον θά φονεύσω, θά δολοφονήσω ἴσως καί ἀνθρώπους ἀκόμη. Τρέμω, ἀλλ' ἀνυπομονῶ νά τό κάμω".
Ἐστήριζαν οἱ Ἱεράρχες τούς Ἕλληνες σέ κάθε περίσταση σέ κάθε εὐκαιρία, πού τήν ἀξιοποιοῦσαν ἔντεχνα χωρίς ἀναστολές φόβου. Ἀντίθετα κάθε κτύπημα ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων γινόταν ἐφαλτήριο γιά νέες ἐξάρσεις Πατριωτισμοῦ, γιά νέα ἰσχυρή στήριξη τοῦ φρονήματος τῶν διανοουμένων. Τέτοιες εὐκαιρίες ἦταν ἀναμφισβήτητα οἱ κηδεῖες τῶν ἀτυχῶν θυμάτων τῆς βουλγαρικῆς θηριωδίας.
Ὅταν τό 1906 ἐδολοφονήθη ἀγρίως ὁ Κορυτσᾶς Φώτιος, ἰδού πῶς περιγράφει τά τῆς κηδείας του ὁ Καστορίας Γερμανός: «Δέν πέρασαν τρεῖς μέρες πού εἶχα φθάσει στήν Καστοριά καί λαβαίνω τηλεγράφημα ὅτι σκοτώθηκε ὁ Φώτιος κοντά σ’ ἕνα χωριό δυό ὧρες ἔξω ἀπό τήν Κορυτσά, ὅπου εἶχε βγῆ γιά περιοδεία. Συγχρόνως λαβαίνω καί τηλεγραφική διαταγή τοῦ Πατριαρχείου νά πάω ἀμέσως στήν Κορυτσᾶ καί νά κάνω τήν κηδεία τοῦ μακαρίτη. Ἀμέσως πῆγα στήν Κορυτσᾶ. Οἱ βούλγαροι εὐτυχῶς δέν μποροῦσαν νά μέ παρακολουθοῦν καί στίς ἔκτακτες περιοδεῖες μου, ὅπως τώρα, ἄν δέν εἶχαν γνῶσιν ἀπό πρωτύτερα κι ἔτσι αὐτή τή φορά τράβηξα κατ’ εὐθεῖαν. Ἐκεῖ βρῆκα τό λαό τρομαγμένον κι ἔπρεπε νά ἀναπτερώσω τό φρόνημά του. Τήν κηδεία ἔκανα μαζί μέ τόν Μητροπολίτη Δυρραχίου, ἔπειτα Ἰκονίου, Προκόπιο. Ἐγώ ἐξεφώνησα τόν ἐπικήδειο τοῦ ἀείμνήστου Φωτίου. Ἀνέβηκα στόν ἄμβωνα καί ἄρχισα μέ τό προφητικό ρητό: «Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα καί ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ, ἕως οὗ ἔλθη ᾧ ἀπόκειται καί αὐτός προσδοκία ἐθνῶν». Καί συγχρόνως μέ τό χέρι μου ἔδειχνα τήν Ἑλλάδα. Ὁ λόγος μου ἦταν ἐκ τοῦ προχείρου, μά τούς ἐφανάτισε καί ἔκλαιγαν. Τούς εἶπα πώς δέν πρέπει νά ἀπελπίζονται, πώς στή θέση τοῦ σκοτωμένου ἐμεῖς θά στείλωμε καλύτερο κι ἄν τούς τόν σκοτώσουν κι ἀυτόν θά στείλουμε ἄλλον ἀκόμα καλύτερον. Καί ἐπανελάμβανα: «Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα ....». Αὐτή, τούς εἶπα, ἦταν ἡ μοῖρα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, νά ἐργάζεται μέ τό αἷμα του γιά τήν ἀπελευθέρωσή του. Ἀλλά, ἐπανελάμβανα, «οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα καί ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ» ἕως οὗ ἔλθη ἐκεῖνος πού εἶναι προσδοκία ἐθνῶν, Ἑλλήνων, Ἀλφανοφώνων, Σλαβοφώνων καί Κουτσοβλάχων, πού εἶναι ὅλοι γνήσια παιδιά τῆς Ἐλληνικῆς Φυλῆς. Ὁ ἐνθουσιασμός τοῦ πρίν τρομαγμένου λαοῦ, πού εἶχε πλημμυρίσει τήν ἐκκλησία καί τόν αὐλόγυρο σιωπηλός καί κατηφής, ἦταν ἀπερίγραπτος. Φωνές, κατάρες, ζητωκραυγές ἀντηχοῦσαν τώρα. Τόσο, πού ἅμα τελείωσα τό λόγο μου, ὁ μουτεσαρίφης (νομάρχης) Κορυτσᾶς, πού ἦταν τρομερά μισέλλην, ρωτοῦσε μέ ἐπιμονή τόν μουαβίνη του (βοηθό) τί εἶπα στό λόγο μου. Ὁ μουαβίνης ἦταν Ἕλληνας καί φίλος μου. Τοῦ εἶπε λοιπόν πώς μίλησα πολύ ἀρχαῖα ἑλληνικά καί δέν κατάλαβε κι αὐτός καλά-καλά τί εἶπα. Ἀλλά ὅτι μίλησα θρησκευτικά καί τέτοια πράγματα».
Ὅταν οἱ λαοί ἔβλεπαν τόν Δεσπότην τους κοντά τους, ἀποφασισμένο γιά ὅλα, ἀψηφώντας τά πάντα, μιλώντας μέ παρρησία καί θάρρος, στεριώνονταν κι αὐτοί στήν πίστη στό Χριστό καί στήν Ἑλλάδα. Καί τά σχέδια τοῦ Κομιτάτου κατέρρεαν ἐμπρός στήν ἀποφασιστικότητα τῶν Ἑλλήνων Ἱεραρχῶν. Ἔγραφε γιά τόν θάνατο τοῦ Κορυτσᾶς Φωτίου ὁ τότε Δράμας καί μετέπειτα Σμύρνης, ὁ γνωστός ἐθνο-ἱερομάρτυρας Χρυσόστομος: «Ἔκλαυσα, ἔκλαυσα ὡς παιδίον μικρόν διά τόν οἰκτρόν θάνατον τοῦ ἀδελφοῦ Φωτίου. Αἰωνία ἡ μνήμη του. Τίς οἶδε καί ὁποίους ἄλλους ἀδελφούς καί ἴσως-ἴσως καί τόν γράφοντα αὐτόν ἀναμένει ἡ αὐτή τύχη». Μετά 16 χρόνια οἱ λόγοι του αὐτοί εὕρισκαν τήν ἐπαλήθευσή των στόν τραγικό του θυσιαστικό θάνατο. Καί τόν Παῦλο Μελᾶ ἔθαψεν εἰς Καστοριάν ὁ Γερμανός Καραβαγγέλης, αψηφών τούς Κομιτατζῆδες καί τούς Τούρκους. «Περί τήν δύσιν τοῦ ἡλίου-διηγεῖται εἰς ἐπιστολήν του πρός τόν Ἴωνα Δραγούμην μέ ἡμερομηνίαν 26.11.1904-παρεδόθη μοι ὑπό τῶν Ἀρχῶν, ἀλλά τό μέν ἕνεκα τῆς παρελθούσης ὥρας, τό δέ θέλων νά κερδίσω καιρόν πρός προετοιμασίαν ἀνάλογον τοῦ μεγάλου ἀνδρός, κατέθεσα τόν σεπτόν νεκρόν ἐντός μικρᾶς βυζαντινῆς ἐκκλησίας κειμένης ἀπέναντι τῆς Μητροπόλεως, δι’ ὅλης τῆς νυκτός ἄγρυπνος διέμεινον ἐν τῷ οἴκῳ φίλου ἐπιστηθίου λαβόντος μέ παρ’ αὐτῷ ὅπως μέ παρηγορήσῃ· ἡτοίμασα νέον νεκρικόν κράβατον μέ ἐπιστέγασμα, φέρον τό σημεῖον τοῦ σταυροῦ καί τό κλεινόν ὄνομά του, ἡτοίμασα τόν ἔνδοξον τάφον του ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦ βυζαντινοῦ ναοῦ ὑπό δύο δενδρύλια ἀπέναντι τοῦ παραθύρου μου, τῇ δέ ἐπαύριον Κυριακῇ ὄρθρου βαθέος, περιέδεσα τάς μαρτυρικάς χεῖρας του μέ ἕν μετάξινον μανδήλιόν μου, κατέθεσα ἐπί τοῦ στήθους του ἕν Εὐαγγέλιον, ἕνα Σταυρόν καί μίαν Εἰκόνα καί πρίν ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία ἐτελέσαμεν τήν κηδείαν του· πνιγμένος ἐν λυγμοῖς ἀνέγνωσα τάς εὐχάς ἐντός, τοῦ Μητροπολιτικοῦ ναοῦ καί μή ὑπάρχοντος ἐν αὐτῷ νεκροταφείου μετέφερα ὁ ἴδιος εἰς τόν παρακείμενον περίβολον τοῦ βυζαντινοῦ ναοῦ τῶν Ταξιαρχῶν τό σεπτόν σκῆνος του, τόν κατέβρεξα μέ πύρινα δάκρυα καί ἀπελθών ἔπεσα ἐπί τῆς στρώμνης μου ὅπως θρηνῶ τόν ἀοίδιμον ἥρωα». Ἔτσι ἔπρατταν οἱ ἄξιοι τοῦ Γένους Ἱεράρχες μας.
* *
2. Μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ συνδυαζόταν καί ἡ ὑποστήριξη τῆς ἑλληνικῆς Παιδείας, μέ τή σύσταση καί λειτουργία ἑλληνικῶν σχολείων. Τή σημασία τῆς παιδείας εἶχαν κατανοήσει καί οἱ βούλγαροι, οἱ ὁποῖοι ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἐκστρατείας των, προσπαθοῦσαν νά ἀποσπάσουν τούς Ἕλληνες ἀπό τή σκέπη τοῦ Πατριαρχείου καί ἀπό τήν ἐπιρροήν του, ἐξαναγκάζοντάς τους νά προσέλθουν στήν Ἐξαρχία καί νά ἀκολουθήσουν μαθήματα σέ βουλγαρικά σχολεῖα. Κατά τήν πρώτη φάση τῆς δράσεως τοῦ Κομιτάτου οἱ βούλγαροι ἀπευθυνόμενοι πρός τούς σλαβόφωνους πληθυσμούς τῆς Μακεδονίας ἔλεγαν: «Τό γεγονός ὅτι ὁμιλεῖτε τή σλαβική γλῶσσα σημαίνει ὅτι δέν εἶσθε Ἕλληνες, ἀλλά Σλάβοι. Πάψτε, λοιπόν, νά ἐπηρεάζεσθε ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἑλληνική Ἐκκλησία ἡ ὁποία δέν ἔχει νά σᾶς προσφέρει τίποτε. Ἐγκαταλεῖψτε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό ὁποῖο ἔχει δικαίωμα νά καθοδηγεῖ μόνο τούς ἀληθινούς, τούς γνήσιους Ἕλληνες. Ἐσεῖς δέν εἶσθε πραγματικοί Ἕλληνες. Πάψτε νά στέλνετε τά παιδιά σας στά ἑλληνικά σχολεῖα. Μή δέχεσθε νά ἀκοῦτε τά κηρύγματα τῶν Ἑλλήνων ἱερέων, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται στήν Ἐκκλησία τῆς Κων/λεως, ἡ ὁποία εἶναι μόνο ἑλληνική. Φύγετε ἀπό τήν πνευματική καθοδήγηση τοῦ Πατριαρχείου κι ἐμεῖς θά σᾶς φέρουμε δικούς μας Βούλγαρους ἱερεῖς καί Βούλγαρους δασκάλους, ἐνῶ τούς προικισμένους σας νέους θά τούς στείλουμε στή Βουλγαρία γιά ἀνώτερες σπουδές μετά τίς ὁποῖες ἀνοίγεται μιά λαμπρή σταδιοδρομία» (Βλ. Κώστα Γάλλου, ἔνθ’ ἀνωτ. σ. 172).
Ἀπό τήν προκήρυξη αὐτή φαίνεται σαφῶς ὅτι οἱ βούλγαροι θεωροῦσαν τό στοιχεῖο τῆς γλώσσης καθοριστικό τῆς ἐθνικῆς ταυτότητος ἑνός λαοῦ. Ἀλλ’ ἡ Γλωσσολογία σήμερα ἀποφαίνεται ὅτι αὐτό εἶναι θεωρία ἀντιεπιστημονική καί λανθασμένη. Καί ἡ ἱστορία ἀπέδειξε περίτρανα πώς τό γλωσσικό δέν ἀποτελεῖ ἀσφαλῆ βάση γιά τή θεμελίωση τῆς ἐθνολογικῆς καταγωγῆς ἑνός λαοῦ, ἀλλ’ εἶναι στοιχεῖο δευτερεῦον πού δέον νά συνεκτιμᾶται μαζί μέ ἄλλα στοιχεῖα γιά τήν στερέωση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητος τῶν λαῶν. Ὡστόσο οἱ ἴδιοι σλαβόφωνοι λαοί τῆς Μακεδονίας, ἐκτός βέβαια τῶν ἑλληνοφώνων ἔδωσαν ἀπάντηση στά βουλγαρικά φληναφήματα, ὅταν ἀρνοῦνταν νά ἐγκαταλείψουν τό Πατριαρχεῖο καί μόνον ὅταν ἠσκεῖτο ἐπάνω τους ἡ φοβερή δύναμη τῆς βίας ἀναγκάζονταν νά ὑποταχθοῦν προσκαίρως γιά νά ἐπανέλθουν μέ πρώτη εὐκαιρία στήν ἀγκάλη τῆς πνευματικῆς των Μητέρας.
Ὅπου πάντως ὑπῆρχε φιλοβούλγαρος Μητροπολίτης, ὅπως π.χ. στήν περιοχή τοῦ Κιλκίς, ἐκεῖ ἡ βουλγαρική προπαγάνδα ἔκανε θαύματα καί ἀποκτοῦσε σημαντικά ἐρείσματα. Στήν περιοχή Πολυανῆς τό 1870 εἶχαν συσταθῆ 70 περίπου βουλγαρικά σχολεῖα καί ὑπῆρχε τάση ἐπεκτάσεως τοῦ κινήματος καί στίς γειτονικές Ἐπαρχίες Μελενίκου, Στρώμνιτσας καί Μογλενῶν (Βλ. Μακεδονία.... «Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν» σ. 453). Ἀλλοῦ ὅμως, ὅπου οἱ Ἱεράρχες ἦταν Ἕλληνες μέ συνείδηση, ἐκεῖ τά βουλγαρικά σχέδια ἀνετρέπτοντο. Ἐκεῖ μέ τήν πρωτοβουλία τῆς Ἐκκλησίας τά ἑλληνικά σχολεῖα λειτουργοῦσαν σωστά δεδομένης ἄλλωστε καί τῆς ἀποκλειστικῆς, μέ τόν ὑπόδουλο Ἑλληνισμό, εὐθύνης γιά τήν Παιδεία τῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Ἀργότερα, καί μάλιστα περί τά τέλη τοῦ ιθ΄ αἰῶνα, ἡ ἑλληνική κυβέρνηση ἔθεσε σέ ἐνέργεια σχέδιο ὑποστηρίξεως τῆς ἑλληνικῆς Παιδείας στήν τουρκοκρατούμενη Μακεδονία μέ κεντρικούς πόλους κατεύθυνσης τά ἑλληνικά προξενεῖα. Κύριος στόχος τῆς προσπαθείας αὐτῆς ἦταν ἡ πύκνωση τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καί ἡ σύσταση νηπιαγωγείων, παρθεναγωγείων καί διδασκαλείων, μέ σκοπό τή διάδοση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης καί μέσα στό οἰκογενειακό περιβάλλον. Ἡ κίνηση αὐτή τῆς ἑλληνικῆς πατρίδος παρ’ ὀλίγον νά ἀποβῆ μοιραία γιά τίς σχέσεις της μέ τίς ἐκκλησιαστικές ἀρχές, πού εἶδαν στήν πρωτοβουλία αὐτή μιά τάση ἀφαιρέσεως ἀπό τήν Ἐκκλησία ἑνός δικοῦ της πανεθνικοῦ προνομίου, ἀλλά καί τόν κίνδυνο πολιτικοποίησης τοῦ ζητήματος τῆς Παιδείας καί ἐπέμβασης τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν στά προγράμματα τῶν μαθημάτων καί στή δομή τῆς ἐκπαίδευσης. Μάλιστα ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἰωακείμ Γ΄ ὅταν τό 1901 ξαναγύρισε στό θρόνο ἐμνημόνευσε μεταξύ τῶν βασικῶν αἰτιῶν τῆς ὀπισθοδρόμησης τοῦ Ἑλληνισμοῦ στή Μακεδονία κατά τή δεκαετία τοῦ 1880 καί τήν πολιτική τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου στήν Παιδεία. Σέ ἐμπιστευτικό δέ ὑπόμνημά του πρός τόν Ἕλληνα ἐπιτετραμμένο στήν Πόλη Ἀ. Ποττέ ἐσημείωνε: «Ἀπεσκόπει ἡ πολιτική αὕτη εἰς τήν ἀναφανδόν συνεργασίαν τῶν ἀνά τά ἐπίμαχα μέρη καί ἀκολούθως πανταχοῦ ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν μετά τῶν προξένων προεξαρχόντων αὐτῶν ἐπί τό ἐπιδεικτικότερον. Ἡ τάσις ἀφεώρα εἰς τήν ὑπόδειξιν καί κατ’ ἀκολουθίαν εἰς ἀπόδειξιν ὅτι ἡ Ἐκκλησία διατελεῖ ἤ δέον νά διατελῆ ὑπό τήν προστασίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· ὅτι οἱ κάτοικοι ἐκείνων τῶν μερῶν ὤφειλον νά ἐννοήσωσι καί νά αἰσθανθῶσι ὅτι δέον εἰς τά ἀνάγκας αὐτῶν νά προσέρχωνται εἰς τό προξενεῖον ὥστε νά ἐθισθῶσιν ἀποβλέποντες εἰς τήν Ἑλλάδα. Τό δόγμα τοῦτο τῆς ἑλληνικῆς πολιτικῆς... ἐδημιούργησε σύγχυσιν, ἀνέτρεψεν αἰώνων καθεστώς, ἐξήγειρε τούς ἀπεναντίους οὐ μόνον εἰς ἄμυναν ἀλλά καί ἐπίθεσιν. Ἡ Ἐκκλησία καί οἱ λειτουργοί αὐτῆς ἐκλονίσθησαν εἰς τό ἔργον αὐτῶν προσχωροῦντες μετά δειλίας τινος καί ἐνδοιασμοῦ συρόμενοι εἰς νέαν ὁδόν. Ταῦτα δέν ἐδήλουν, πολλοῦ γε καί δή, ἔλλειψιν φιλοπατρίας καί πόθων προγονικῶν, ἀλλά φόβον μή τό ἐγχείρημα ἀποβῆ εἰς κοινήν ὀλεθρίαν»¹⁶ (Ἀρχεῖα Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Εἰδικός Φάκελλος 1902-1903).
Καί τότε μέν ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἰωακείμ Γ΄ παρητήθη τοῦ θρόνου (1884) ἐξ αἰτίας καί τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ὅμως οἱ Ἱεράρχες στή Μακεδονία συνέχισαν νά ἀγωνίζωνται, χωρίς προστριβές κατά τό δυνατόν, μέ τούς προξένους μας, ὥστε ἡ μεγάλη ὑπόθεση τῆς Παιδείας νά μή ἀποτύχει καί ἡ προσπάθεια νά μή ἀναχαιτισθῆ. Στά 1885 ὁ Γραμματεύς τῆς Ἐξαρχίας Σιόπωφ διεπίστωνε: «Τά μεγάλα καί δευτερεύοντα κέντρα εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἐξελληνισμένα καί ὑπό τήν ἐπιρροήν τῶν Ἑλλήνων καί τῶν Γραικομάνων. Ἡ ἑλληνική γλῶσσα κατακτᾶ ἔδαφος. Εἰς τό Μοναστήριον-τά Βιτώλια- ὅπου πρό ἐτῶν οἱ κάτοικοι ἦσαν καθαροί Βούλγαροι, σήμερον δέν ἀκούγεται ἡ βουλγαρική γλῶσσα, εἰ μή κατά τάς ἡμέρας τῆς ἀγορᾶς, ὅτε συρρέουν ἔξωθεν οἱ χωρικοί. Θά δυνηθοῦν ἆραγε νά κερδίσουν τήν Μακεδονίαν οἱ Βούλγαροι ἄν σήμερον ἐγίνετο δημοψήφισμα; Εἴμεθα βέβαιοι ὅτι τό μεγαλύτερον μέρος τῆς Μακεδονίας θέλει πετάξει ἐκ τῶν χειρῶν μας καί οἱ Ἕλληνες θέλουν ἐξ ἄπαντος κερδίσει, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν κατοίκων θά δηλώσουν ὅτι εἶναι Ἕλληνες»¹⁷ (Βλ. Κώστα Γάλλου, ἔνθ’ ἀνωτ. σ. 176). Οἱ αὐταπόδεικτες αὐτές ἀλήθειες πού καμμία ἐξαλλωσύνη τῶν Κομιτατζήδων δέν στάθηκε ἱκανή νά ἀνατρέψει, τελικά ὁδήγησε τούς βούλγαρους, ἰδίως μετά τόν ἀτυχῆ ἑλληνοτουρκικό πόλεμο τοῦ 1897, νά ξεσπάσουν σέ ὄργιο ληστρικῆς καταδρομῆς ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων, τόν δέν ὑψηλότερον φόρον ἐπλήρωσαν ὅπως πάντα οἱ κληρικοί καί οἱ δάσκαλοι. Στή διετία 1898-1899 βρῆκαν τό θάνατο ἀπό διάφορες βουλγαρικές συμμορίες 64 Ἕλληνες, μεταξύ δέ αὐτῶν πολλοί ἱερεῖς. Οἱ δολοφονίες συνεχίσθηκαν καί στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἐνῶ οἱ Μητροπολίτες παρέμεναν οἱ πνευματικοί ταγοί πού ἐπρομάχησαν τῶν δικαίων τοῦ πληττομένου Ἑλληνισμοῦ. Χάρις στήν εὐψυχία των τά ἑλληνικά σχολεῖα λειτουργοῦσαν κανονικά, ἀποτρέποντα τήν ἅλωση τῆς ἑθνικῆς συνειδήσεως.
Στόν τομέα τῆς Παιδείας ἡ συμβολή τῶν Ἀθηνῶν ὑπῆρξε, κατά τήν ἐποχή αὐτή –πρίν ἀπό τό 1904- σημαντική. Αὔξησε τίς πιστώσεις γιά τά σχολεῖα, πῆρε μέτρα γιά τήν ποιοτική βελτίωση τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἵδρυσε διδασκαλεῖα. Παραλλήλως ἐνίσχυσε οἰκονομικά τίς ἐμπερίστατες Μητροπόλεις. Τό πιό σημαντικό δέ ἦταν ἡ βοήθειά της γιά ἐπάνοδο στόν Οἰκουμενικό θρόνο τοῦ Ἰωακείμ Γ΄, γεγονός πού ὁδήγησε στήν μεγαλύτερη δυνατή δραστηριοποίηση τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ μακεδονικοῦ χώρου¹⁸ (βλ. «Μακεδονία» τῆς «Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν» σ. 469). Καί ἐνῶ τό ὄργιο τῶν σφαγῶν τῶν Ἑλλήνων ἐκορυφώνετο μέ τήν ἐξέγερση τοῦ Ἤλιντεν, ἡ Ἀθήνα περιοριζόταν σέ διαμαρτυρίες πρός τίς Μεγάλες Δυνάμεις ἐναντίον τῆς βουλγαρικῆς θηριωδίας, ἀποφεύγουσα τήν ἐπιθετική πολιτική πού ἐκ τῶν πραγμάτων ἠναγκάσθη τό 1904 νά υἱοθετήσει. Ἔτσι ὁ Γλάδστων ἔγραφε τό 1902: «Ὁ ἑλληνικός παράγων ἐν τῇ Χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου εἶναι ἀνίσχυρος καί οἰκονομικῶς καί στρατιωτικῶς ἕνεκα τῆς ἰδίας αὐτοῦ ὑπαιτιότητος». Καί ὄχι μόνον βέβαια. Ἀλλά καί ἐξ αἰτίας τῆς ὑποκριτικῆς στάσεως τῶν Μεγάλων Χριστιανικῶν δυνάμεων τῆς Δύσεως πού ὅταν ἔβλεπαν τήν πλάστιγγα νά κλίνει πρός τήν πλευράν τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων ἐπενέβαιναν γιά νά τῆς ἀλλάξουν κατεύθυνση.
* *
3. Οἱ Ἕλληνες Ἱεράρχες ἐπίσης ὀργάνωσαν τά πρῶτα στρατιωτικά τμήματα γιά τήν ἀπελευθέρωση τῆς Μακεδονίας, ὅταν τά πράγματα ὠξύνθησαν καί τόν λόγον πλέον εἶχαν τά ὅπλα. Οἱ βούλγαροι ἐξόπλιζαν συνεχῶς τά τμήματά των, πού καθημερινά πλήθαιναν μέ νέους προσηλύτους, πού ἔπρεπε ὁ καθένας νά ἀγοράσει ὅπλο μέ δικά του χρήματα. Ὁ θάνατος τοῦ Παύλου Μελᾶ ἀφύπνισε τίς Ἀθῆνες καί συνέβαλε στήν γενίκευση τῆς σταυροφορίας μέ ἔνοπλη ὑποστήριξη τῆς κινδυνεύουσας Μακεδονίας. Οἱ Ἱεράρχες εἶχαν πρό πολλοῦ ἀντιληφθεῖ τήν ἀνάγκην τοῦ ἐνόπλου ἀγῶνος. Τά Μητροπολιτικά μέγαρα εἶχαν μεταβληθῆ σέ ἀποθῆκες ὁπλισμοῦ. Ἡ μετάβαση τοῦ Παύλου Μελᾶ στή Μακεδονία ἦταν οὐσιαστικά ἔργο τῆς Καστορίας Γερμανοῦ Καραβαγγέλη, «ὅπως ἐπίσης ἔργον ἰδικόν του ἦτο ὁ συντονισμός τῆς δράσεως τῶν βαθμιαίως συγκεντρωθέντων εἰς τήν περιοχήν τῆς Καστορίας καί τῶν Κορεστίων καί ἑτέρων ἰσχυρῶν Ἑλληνικῶν Ἀνταρτικῶν Σωμάτων»¹⁹ (Κ. Βαβούσκου: Ἡ Μητρόπολις Νευροκοπίου 1900-1907 σ. 254). Τό ἔργο αὐτό ὑποστηρίζουν καί οἱ ἑλληνόψυχοι πρόξενοι, ὅπως ὁ Ἴων Δραγούμης πού συνέβαλε στήν ὀργάνωση τῶν ἑλληνικῶν δυνάμεων στό Μοναστήρι. Γιά τόν ἴδιο σκοπό διεκρίθησαν οἱ πρόξενοί μας Εὐγενιάδης στή Θεσσαλονίκη καί Στορνάρης στίς Σέρρες. Καί αὐτά παρά τίς ἐπιφυλάξεις τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ ἕλληνας Ὑπουργός Ἐξωτερικῶν Ρωμανός ἐξ ἀφορμῆς προτάσεων τοῦ ἕλληνος Προξένου στό Μοναστῆρι Πεζᾶ γιά ἔναρξη ἐνόπλου ἀγῶνος, εἶχε δηλώσει: «Οὔτε ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ οὔτε καί οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς πρέπει νά περιπλακῶσι εἰς τοιούτου εἴδους ἐγχειρήματα, ὧν τό ἀλυσιτελές κατεδείχθη ἐν τῷ παρελθόντι, καί τά ὁποῖα, λόγῳ τοῦ τελικοῦ σκοποῦ εἰς ὅν ἀποβλέπουσιν, ἀποκρούονται ὑπό τῆς κοινῆς συνειδήσεως καί παντός πεπολιτισμένου Κράτους. Τό ἑλληνικόν Κράτος οὔτε δύναται, οὔτε καί ὀφείλει νά παρακολουθήσει τήν Βουλγαρίαν εἰς τό εἶδος τοῦτο τῆς ἐνεργείας» («Μακεδονία» τῆς «Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν» σ. 470).
Ἀλλ’ ἐκεῖνο πού ἀρνήθηκε νά πράξει τό βασίλειο, τό ἔπραξαν οἱ Δεσποτάδες καί μαζί μ’ αὐτούς μερικοί Ἕλληνες διπλωματικοί, κινδυνεύοντες νά ἀνακληθοῦν καί νά τιμωρηθοῦν ἀπό τήν κεντρική τους Ὑπηρεσία. Ἀναμφισβήτητα ὁ Γερμανός Καραβαγγέλης εἶναι ὁ πρῶτος Ἱεράρχης πού ὀργάνωσε ἔνοπλα τμήματα στή περιοχή Κορεστίων. Κατόρθωσε νά ἀποσπάσει ἀπό τούς Ἐξαρχικούς τόν ὁπλαρχηγό Κώττα ἀπό τή Ρούλια καί τόν Βαγγέλη ἀπό τό Στρέμπενο. Ἔστειλε ἐπιστολή στόν ἕλληνα πρωθυπουργό Ζαΐμη ζητώντας ἐνισχύσεις. Ἀλλ’ ἐνῶ ἡ κυβέρνηση ἐσίγα, τό μήνυμα ἐνεστερνίσθηκαν μεμονωμένα ἄτομα, μεταξύ δέ αὐτῶν καί ὁ Παῦλος Μελᾶς. Ἀργότερα ὁ γυναικάδελφός του Ἴων Δραγούμης θά ἱδρύσει στό Μοναστῆρι τήν «Ἄμυνα» μέ δίκτυο πληροφοριῶν καί ἀνάληψη ἐνόπλου ἀγώνα. Μόλις δέ τό 1903 ἡ κυβέρνηση Θεοτόκη θά ἀποστείλει στρατιωτική ἀποστολή στή Μακεδονία ἐνῶ τό 1904 θά σταλεῖ τό πρῶτο ἐκστρατευτικό σῶμα ὑπό τόν Παῦλο Μελᾶ, μετά τόν θάνατο τοῦ ὁποίου γενικεύθηκε ἡ σταυροφορία ἐνόπλου ὑποστήριξης τῆς Μακεδονίας.
Καί ὁ Βοδενῶν (Ἐδέσσης) Νικόδημος μετέφερε ὅπλα κάτω ἀπό τή μύτη τῶν τούρκων. Γράφει ὁ Μαζαράκης γι’ αὐτόν ὅτι ἦτο «ὡραῖος τριακοντούτης, τύπος μελαψός, φυσιογνωμία ἀγαλματώδης» καί περιγράφει τήν ἄφιξή του στά Βοδενά ὡς ἑξῆς: «Ὁ διάκος τοῦ Δεσπότη βαστοῦσε κάτι μεγάλες λαμπάδες πού ἦταν τυλιγμένες λίαν ἐπιδεικτικῶς μέ ρόδινο χαρτί. Οἱ λαμπάδες ἦταν ὅπλα μάλιγχερ πού μετέφερε ὁ Δεσπότης. Καί ἐνῶ ηὐλόγει τό πλῆθος... καί οἱ τοῦρκοι ἀστυνομικοί τῶν συνώδευον εἰς ἔνδειξιν τιμῆς, τά ὅπλα πού θά μᾶς ἠλευθέρουν μίαν ἡμέραν ἀπ’ αὐτούς μετεφέροντο τόσον πανηγυρικῶς. Κανείς δέν ἠδύνατο νά ὑποπτευθῆ τοιαύτην τόλμην»²¹ (Κ. Σαρδελῆ: Ἡ Ἐκκλησία καί ὁ Μακεδονικός Ἀγώνας. Στήν «Ἐκκλ. Ἀλήθεια» 16-3-1986).
• ***
Οἱ Ἕλληνες Ἱεράρχες τῆς Μακεδονίας, πιστοί τηρηταί τῶν πατρίων ἀνεδείχθησαν πρό καί κατά τόν Μακεδονικόν Ἀγῶνα ἄξιοι τοῦ ἔθνους καί τῆς Ἐκκλησίας. Πρίν ἀπό τήν ἔναρξη τοῦ ἀγῶνα αὐτοί εἶχαν προετοιμάσει τό ἔδαφος κυρίως στίς ψυχές τῶν ὑποδούλων, ἔχοντας διεξαγάγει ἕνα ἄλλον ἀγῶνα, μέ τή συνεργασία δασκάλων καί παπάδων. «Τό τῶν ψυχῶν ἔδαφος» ὅπως ἔγραφε ὁ πρόξενος Λάμπρος Καρομηλᾶς ἦταν ὁ στόχος αὐτῆς τῆς προσπάθειας. Καί γι’ αὐτο εἰργάσθησαν ὑπεράνθρωπα νύκτα καί ἡμέραν μηδενός φειδόμενοι κόπου, καί τήν ζωήν των καθ’ ἑκάστην θυσιάζοντες ὑπέρ τοῦ Γένους. Μετέβησαν στίς ἐπάλξεις των ἐπιστρατευθέντες ἀλλά καί ἑκόντες. Ἐπορεύθησαν μέ τήν ἀπόφαση νά πεθάνουν, ὅπως τόσοι ἄλλοι πρίν ἀπό αὐτούς. Ἐπάσχισαν νά συναγείρουν τόν πολυπράγμονα Ἑλληνισμόν καί διετήρησαν τό καντήλι τοῦ Γένους ἀναμμένο παρά τούς βορειάδες πού φυσοῦσαν ἀπειλητικοί. Ἄν σήμερα ὑπάρχει Μακεδονία πολλά ὀφείλονται σ’ αὐτούς. Κάποτε ὁ Ἴων Δραγούμης ἀναφερόμενος στό θάνατο τοῦ Παύλου Μελᾶ καί ἀπευθυνόμενος στήν ἐλληνική νεολαία τῆς ἔλεγε: «Νά ξέρετε πώς ἄν τρέξουμε νά σώσουμε τή Μακεδονία, ἡ Μακεδονία θά μᾶς σώσει». Καί ἐπεξηγοῦσε: «Θά μᾶς σώσει ἀπό τή βρώμα ὅπου κυλιούμαστε, θά μᾶς σώσει ἀπό τή μετριότητα κι ἀπό τήν ψοφιοσύνη, θά μᾶς λυτρώσει ἀπό τόν αἰσχρό τόν ὕπνο, θά μᾶς ἐλευθερώσει. Ἄν τρέξουμε νά σώσουμε τή Μακεδονία, ἐμεῖς θά σωθοῦμε». Ἡ Μακεδονία, προσθέτουμε ἐμεῖς, θά μᾶς σώσει καί τώρα ἄν θυμηθοῦμε τά κλέη τῶν μεγαλόπνοων πατέρων μας κι ἄν τά σημερινά μας πάθη ἀφήσουν ποτέ τήν ὀμορφιά τῆς ζωῆς ἐκείνων νά ἀγκαλιάσει καί τή δική μας ζωή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: