Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Ελληνικές Μακεδονικές Διάλεκτοι:Το γλωσσικό ιδίωμα των Δαρνακοχωριτών (Σέρρες).

Ο εθνολογικός χάρτης Μακεδονίας
 του A.SYNVET (1877).

Αναφέρονται χωριστά οι Grecs και οι Greco-Bulgares
και χώρια οι
Bulgares.

 Το μεγύτερο κομμάτι της ιστορικής Μακεδονίας είχε αμιγείς ελληνόφωνους πληθυσμούς.
 Στο υπόλοιπο κομμάτι έχουμε δίγλωσσους, ελληνόφωνους και σλαβόφωνους.

Η γλώσσα παραμένει η ίδια.
Η φυσική εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής και της κοινής είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τοπικές ελληνικές διάλεκτοι σε όλη την Μακεδονία.

Μια από αυτές τις γνήσιες ελληνικές μακεδονικές διαλέκτους είναι και αυτή των Δαρνακοχωρίων.

Τα Δαρνακοχώρια είναι ντόπια χωριά του Νομού Σερρών.
Ο μεγάλος Μακεδόνας Επαναστάτης
Εμμανούλ Παπάς.
Ένα από αυτά είναι και η γενέτειρα του Εμμανουήλ Παπά, του ήρωα του Αγώνα της Ανεξαρτησίας της Μακεδονίας και του πρωτεργάτη της Εξέγερσης της Χαλκιδικής το 1821. 

Οι Δαρνακοχωρίτες μιλούν ΝΤΟΠΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ!!. 

Είναι γηγενείς-ντόπιοι ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ. 



Αναδημοσίευση από το Δαρνακοχώρια.
Γεωργίου Βοζιάνη
Διδασκάλου

Το γλωσσικό ιδίωμα των Νταρνακοχωριτών

Για το γλωσσικό ιδίωμα της γύρω περιοχής του χωρίου μας (Εμμ. Παπάς) έχουν δημοσιευθεί αρκετά 
σε προηγούμενα τεύχη του παρόντος περιοδικού και όπως έχουμε γράψει το ιδίωμα αναφέρεται στη 
μεγάλη ομάδα των βορείων ελληνικών ιδιωμάτων που έχουν κοινά γνωρίσματα. 

Στη σημερινή  εργασία θα αναφερθούμε σε διάφορα γραμματολογικά φαινόμενα με παραδείγματα για να γίνουν περισσότερο κατανοητά και με σχετικό κείμενο για να φανεί καλύτερα σε συνεχή λόγο ο χωριάτικος ιδιωματισμός.


ΑΡΘΡΑ

Κατά την κλίση τον ονομάτων και επιθέτων χρησιμοποιούμε ως γνωστό τα άρθρα. 
Το αρσενικό άρθρο ο, συνήθως μετατρέπεται σε ου, όπως: ου αγγουνός. ου κουμπάρους, ου ζ'μπέθιρους.

Στην αιτιατική το άρθρο τον μετατρέπεται σε τουν, 
όπως: 
τουν αγγουνό, τουν κουμπάρου, τουν ζ'μπέθιρου. 

Στην αιτιατική του πληθυντικού το άρθρο τους γίνεται τ'ς και η κατάληξη του ουσιαστικού αντί σε ους γίνεται οι, π.χ.:
 τ'ς αγγουνοί αντί τους εγγουνούς, τ'ς κουμπαραίοι, τ'ς ζ'μπιθέρ'. 

Άλλα ονόματα: 
τ'ς καφιτζήδις, τ'ς μπακάλι'δις, τ'ς νοικοκυρές, τ'ς πατάτις κ.λπ.

Και τα επίθετα ακολουθούν τους ίδιους κανόνες: 

Ου παλαβός, ου καμένους, τ'ς παλαβοί, τ'ς σχαμιρές, τα χαντακουμένα κ.λπ.

Όσο για τα παραθετικά των επιθέτων σχηματίζονται περιφραστικά με το πιο = πχιο  και το ντιπ.: Δεν υπάρχει πχιο χαζός απ' αυτόν. 
Ντιπ Ζουρλός είνι, Ντιπ χαϊβάν'



ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ

Και στα αριθμητικά έχουμε διαφορετικά ακούσματα κατά την προφορά.

 Έτσι στα απόλυτα έχουμε, ένας, μνιά, μνιανής (γυναίκας) τέσσιρις, πέντι, ουχτώ, ιννιά, ιξήντα, ιβδουμήντα. ινινήντα, ικατό, ιξακόσια, δγιο χιλιάδες κ.λπ.

Στα τακτικά δεν έχουμε πολλές διαφορές:
 Πρώτους, δεύτερους, πιντηκουστός και μισοπιντηκουστή κ.λπ. Στα ουσιαστικά αριθμητικά έχουμε: Πιντάρα, δικάρα, εικουσάρα, εικουσάρκου, πενηντάρα  πενηντάρκου, κατουστάρκου, τριαντάρ'ς, σαραντάρ'ς κ.λπ.

Στα αφηρημένα ουσιαστικά έχουμε: 

Δεκαργιά, κουσαργιά, τριανταργιά. δγιακουσαργιά. 
Στην κατάληξη παρεμβάλλουμε το γράμμα γ, για να πλησιάσουμε περισσότερο στο άκουσμα της λέξεως. 
Πολλές φορές με τα ουσιαστικά αυτά πηγαίνει και το καμιά, όπως καμιά δεκαργιά παιδιά, καμιά εικουσαργιά στρατιώτες κ.λ.π

ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

Για να διαβάσουμε τις αντωνυμίες χρειάζεται λίγη υπομονή.

Οι προσωπικές αντωνυμίες δεν παρουσιάζουν δυσκολίες: 

Γω, μου, μ' και ιμένα, ισύ, συ. σ' ισείς, σας.

Οι κτητικές αντωνυμίες έχουν την μετατροπή του δ σε θ εκτός βέβαια από την παράλειψη αρκετών φωνηέντων:

Θ'κόζ ουμ - δικός μου - θ'κος σ', θ'κος τ' (δικός του)
θ'κή μ' (δική μου) - θ'κη σ', θ'κή τ'.
θ'κό μ', θ'κος σ', θ'κοτ' (δικό του)
θ'κοι μας, θ'κες σας θ'κα μας (δικά μας) 

Αυτό του πιγνίδ είνι θ'κομ δεν είναι θ'κος.

Και στις δεικτικές αντωνυμίες ε'χουμε αρκετές παραξενιές.
Φτος, φτη, φτο, που θα πει αυτός, αυτή, αυτό.
Αυτού νου και αυτνού και αφνού, αφνής, αφνού, αφνοί, αφνούς κ.λπ. 

- Αφνού τ' αυτουκίνητου είνι καλό. Αφνής τα μαλιά είναι κατσαρά.

Η αντωνυμία τέτοιος προφέρεται τέτχιος, τέτχια, τέτχιο και στον πληθυντικό τέτοιος γίνεται τέτνοι: 
- Τέτνοι που είστι καλά να πάθη.

Κείνους, κειν', ικείν, κείνου.
Στη γενική το κείνους γίνεται αντί εκείνου, κ'νου, κ'νης, κ'νου.
Κ'νοι, κείνις, κείνα και κ'νους δηλ. εκείνους: 
- Κ'νοι αν είχαν μυαλό δεν θα φεύγαν. 
- Τουνς είναι αυτό του πιδουδ' Ι μαρή; (Τίνος είναι το παιδάκι;). 
- Κ'νου τ' Γιώργη.. (Εκείνου του Γιώργου).

Στην ερωτηματική αντωνυμία  ποιος, πιο πολύ ακούγεται κάποιο χ όπως: 

Πχιος, πχια, πχιο, πχιανού, πχιανής, πχιανού, πχιανοί, πχιες. πχια.

Από τις αόριστες αντωνυμίες έχουμε διαφορετικά ακούσματα στο τίνος που προφέρεται τουνς, όλος και  όλους, ολ, όλου, όλοι και όλνοι, όλις κ.λπ.
Και στην αναφορική αντωνυμία όσος, η, ο, παρεμβάλλεται κάποιον και γίνεται στον πληθυντικό: όσνοι όσις, όσα.

ΡΗΜΑΤΑ

Στις καταλήξεις των ρημάτων αλλά και στο κυρίως θέμα έχουμε αρκετές αλλαγές.

Δεν μπορούμε βέβαια να αναφέρουμε τις αλλαγές σε όλα τα ρήματα αλλά ενδεικτικά θα αναφερθούμε σε δύο  τρία ρήματα. Στο ρήμα πηγαίνω που το λέμε πααίνω, έχουμε τους εξής τύπους:

Ενεστώτας: Πααίνω, πααίνς, πααίν, πααίνουμι, πααίντι, πααίνουν.

Παρατατικός: Πάινα, πάινις, πάινι. παΐναμι, παΐνατι, πάιναν.

Προστακτική: Πάινι, ας πάει παέντι, ας παν.

Μετοχή: Πααίνοντας

Στη μέση φωνή το ρήμα κουράζουμι έχει ως εξής:

Ενεστώτας: Κουράζουμι, κουράζισι, κουράζιτι, κουραζόμαστι, κουράζιοτι, κουράζουντι.

Παρατατικός: Κουράζουμαν, κουράζουσαν, κουράζουνταν κ.λπ.

Αόριστος: Κουράσκα, κουράσκις, κουράσκι, κουράσκαμι κ.λπ.

Προστακτική: Κουραστούς  ας κουραστεί, κουραστείτι  ας κουραστούν.

Εκείνο που θα πρέπει να προσέξουμε στον τονισμό στα πολυσύλλαβα ρήματα είναι ότι κατά την ομιλία μας, τονίζονται στην αντιπροπαραλήγουσα, δηλαδή στην τέταρτη συλλαβή από το τέλος,

 όπως χαίρουμιστι αντί χαιρόμαστε,

 κάθουμασταν, αντί καθόμασταν, έπλυναμι, αντί επλύναμε, διάθαζαμι αντί διαβάζαμε, 
παράδειγμα: 
-Κάθ' μέρα χαίρουμασταν που πήγαιναμι για μπάνιου. 

Του μισημέρ' έπλυναμι τα χέρια, τρώγαμι, διάβαζαμι κανένα βιβλίου κι ύστιρα κουκλώνουμασταν μι κανένα σιντόν' για ύπνο.

ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ

Σε -ιτης,  -ιτς,  -ώτ'ς, -σνος,  -νος. Τιπουλιανίτς (από την Τοπολιάνη), Βισνικιώτς, Κατνουσκνός (Από την Κάτω Νούσκα), Τουμπνός (από την Τούμπα), Δουβισνός (από τη Δοβίστα), Σιρριώτ'ς, Σαλουνκιώτ'ς, Νιγριτ'νός, Ηπειρώτ'ς κ.λ.π.

ΥΠΟΚΟΡΙΣΤΙΚΑ

Τα περισσότερα των υποκοριστικών έχουν την χαρακτηριστική κατάληξη  -ουδ,  -ούδα, 

όπως: Πιδί - πιδούδ, 
αγγουνός - αγγουνούδ, 
αβγό - αβγούδ',
 σύκου - σκούδ', 
Μαριγώ - Μαριγούδα, 
κορυφή - κορφούδα, 
φωτιά -  φωτιούδα, 
κόρα ψωμιού - κουρούδα, 
λαμπούδα, καφελίκ - καφιλκούδ', 
βζι - βζουδ', 
φούρνους - φουρνούδ', 
δάχλου  - δαχλούδ', οντάς  - ουντούδ', κουδούν' = γκδουν  γκδουνούδ, ξύλου - ξλούδ κ.λπ.

ΜΕΓΕΝΘΥΤΙΚΑ

Οι καταλήξεις των μεγενθυτικών είναι σε  -α,  -αρα,  -αρους,  -ας  -ούκλα, όπως: Καφελίκ -  καφελίκα  - καφελκάρα, τσανάκι - τσανακάρα  - τσανάκα, πελέκι - πιλέκα - πιλεκάρα (πιλέκα ονομάζουμε μια φλούδα από ξύλο, εκδορά δέρματος ή φέτα), σκύλους - σκύλαρους, γάτος - γάταρους, κιφάλας, γκρεμανταλάς, μυταράς, χέρι - χερούκλα, πανώλη - πανούκλα.

ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΕΠΙΘΕΤΑ

Σε  -ιαρς,  -αρκου
Σάλιου - σαλιάρ'ς, μεθύσι - μιθουκλιάρ'ς, μαράζι - μαραζιάρ'ς, τσ'λιάρς που θα πει φουβιτσιάρ'ς, μουχλιάρ'ς, σκατιάρ'ς (μι συμπάθιου), αρουστιάρς κ.λπ.

ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΡΗΜΑΤΑ

Θα αναφερθούμε μόνο σε μερικά παράγωγα ρήματα από ουσιαστικά, δεδομένου ότι ανέρχονται σε χιλιάδες: Αράδα - αραδίζου, μπαμπάκι - μπαμπακιάζου, κόμπους  - κουμπιάζου, άμμους - αμμώνω, λαμμώνω - λαμμώματα, πέρας - πιρατώνου, κέρας - κιρατώνου, μπασκί (που θα πει φυτευτήρας) - μπασκιώνου, μουρντάρς  μουρνταρεύου, κοντάρ - κουνταρεύου, (που θα πει χτυπώ με το κοντάρι ή τρώγω πολύ, φαγητό ή ξύλο με το κοντάρι), χλαπ - χλαπανίζου, γουρ - γουργουρίζου, πρατς - πρατσαλίζου κ..λπ.

ΣΥΝΘΕΤΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΑ

Από το άχυρο και το δρόμος βγαίνει αχυρόδρομος, κλαδί - κοπή - κλαδοκόπος, άνεμος - ζάλη - ανεμοζάλη, μάτι -  φύλλο - ματόφυλλο, αλώνι - πέτρα - αλωνόπετρα, κολοκύθι - πίτα - κολοκυθόπιτα, με συμπάθεια κώλος -  άντερο - κωλάντερο, αγρουχτάζου, παλιάμπελα, στραβόξ'λου.

ΣΥΝΘΕΤΑ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ

Όπως τα λέμε στο χωριό μας:

 Εκεί επάνω -  ετσεί πάνω - τσιαπάν, εκεί κάτω - ετσεί κάτω  τσ' κατ', εκείθε  - τσ' κείθι. 
Σε άλλα γειτονικά χωριά μας συνηθίζουν να λένε 
σιαπάν, σιακάτ, σιαπέρα, σιαδώθι..

ΑΛΛΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Τα ρήματα, που στην νεοελληνική συντάσσονται με γενική προσωπικής αντωνυμίας, στα χωριάτικα μας συντάσσονται με αιτιατική, όπως: 

Σι λέου αντί σου λέω,
σι δίνου αντί σου δίνω,
 σι κάνου αντί σου κάνω, 
σ' είπα αντί σου είπα, 
σι ουμιλώ αντί σου μιλώ.
Για το έμμεσο αντικείμενο χρησιμοποιούμε αιτιατική αντί γενική, όπως: 

Τουν ψιμάτσα, του είπα ψέματα. 
Τουν είπα αντί του είπα. Μι διν'ς, αντί μου δίνεις.

Στη γενική του αρσενικού της προσωπικής αντωνυμίας έχουμε γενική θηλυκού:
Τουν είδα κι τ'ς του πα  - 
Τον είδα και της το είπα, αντί του το είπα. 
Τουν βρήκα κι τ'ς το 'δουσα. 

Αντί τον βρήκα και του το έδωσα, 
το λέμε τον βρήκα και της το έδωσα.

Η αιτιατική πληθυντικού χρησιμοποιείται και για τον ενικό:

 Τ'ς το' πα - αντί του τό 'πα, τ'ς τόδωκα αντί του τό 'δωκα, τ'ς τό 'καμα, αντί του το έκαμα.

Ύστερα από τόση γραμματική και συντακτικό ας πάμε σε ένα χωριάτικο κείμενο για να κάνουμε εφαρμογή κατά το δυνατόν των όσων ελέχθησαν.

ΧΩΡΙΑΤΙΚΑ ΜΑΣΑΛΙΑ

'Όταν κάθεσαι στο καφενείο, ακούς πολλά παράξενα, σοβαρά και αστεία. 

Για όσα θα γραφούν, μην ψάχνετε να βρείτε ποιος τα είπε και για ποιον. 

Μπορεί μερικά περιστατικά να τα παραφέρνετε με γνωστές ιστορίες και περιστατικά του χωριού μας. Δεν έχουν όμως άμεση σχέση με πρόσωπα και πράγματα αποκλειστικά του χωριού μας.

Κάθεται ο Νίκος φαρδιά πλατιά στο καφενείο, ανάβει το τσιγάρο του και με ύφος βαρύ και σοβαρό δίνει τη διαταγή. 

- Δημητράκ', ένα σκέτο καφέ. Δγιέ μα, του καφιλίκ' να του καθαρίεις καλά να μην έχ' ζάχαρ!

Όταν καθόταν ο Νίκος στο καφενείο σιγά  σιγά μαζευόταν και άλλοι θαμώνες τριγύρω του γιατί ο Νίκος ήταν "μουχαμπετσής κι καλαμπουρτζής" και καθόταν να ακούσουν καμιά καινούργια ψεύτικη ή αληθινή ιστορία. 

Ήταν πράγματι κοσμογυρισμένος ο Νίκος και έκανε καμιά δεκαριά χρόνια στο εξωτερικό αδιάφορο βέβαια αν πολλές φορές κατά τη διήγηση του χωρίς να το καταλαβαίνει τα χρόνια της ξενιτιάς τα έβγαζε τριάντα και σαράντα. 

- Να σι κιράσου κανένα κουνιακ Νίκου, είπε ένας θαμώνας του καφενείου. 

- Α, τώρα που είπις κουνιάκ σκέφ'κα μια ιστουρία παλιά. Ήμαν σ' Καβάλα στου λιμάνι σ' ένα κουτούκ' κι όπους έπνα του καφέ έρχιτι ένας ναυτικός του λιμενικού κι λέει τουν κάπηλα, ένα γέροντα αρκετών χρόνων: 

- Έχετε κονιάκ; 

- Α, όχι πιδί μ.

Ο ναυτικός περιεργαζόταν τα ράφια του καταστήματος και έπεσε το μάτι του σε τρία κατασκονισμένα μπουκάλια που έγραφαν "ΜΕΤΑΞΑ". 

- Και αυτά εδώ τι είναι παππού; 

- Είνι κουνιάκ, μα δεν είνι για σας. Είνι πουλύ παλιά. Τάχου καμιά εικοσαριά χρόνια. 

- Φέρτα και τα τρία παππού, θα στα πληρώσω και με το παραπάνω. 

- Δεν ήξιρι ου καημένους ότι του παλιότιρου ήταν κι καλύτερου.

Ένα παρόμοιο περιστατικό μας διηγήθηκε πάλι ο Νίκος αυτή τη φορά από της Κοζάνης τα μέρη. 

Είπαμε ότι ήταν κοσμογυρισμένος. 
Δούλευα ικεί κανένα χρόνο κι κάποτι ήρθι στο καφενείο ένας Ιταλός που ιργάζονταν σ' Πτουλιμαΐδα, 
ζήτησι από τουν καταστηματάρχη ένα πουλύ νέου πιδί, να του δώσι τυρί ροκφόρ. 

Του πιδί δεν ήξιρι τι είνι του ρουκφόρ, και είπι στουν Ιταλό ότι αύριο θα φέρει φρέσκο. Να μη τα πολυλουγούμι τ'ν άλλη μέρα έφερι του ρουκφόρ κι όταν ήρθι ο Ιταλός το παρουσίασι μαζί μι κάποιου πουτό. 

- Ωραία είπι ου Ιταλός. Κάθι μέρα που θάρχουμε θα μι διν'ς 'που λίγου. Πέρασαν κάμπουσις μέρις κι του πιδί είπι στον Ιταλό ότι για σήμιρα δεν έχου ρουκφόρ γιατί χάλασι κι μούχλιασι. 

- Φερτού δω βρε τώρα ουρίμασι. 
Κι άρχισι να τρώει μουχλιασμένο ροκφόρ κι του πιδί μόνον που τουν έβλιπι τούρχονταν να κάν' εμιτό κι να βγάλ' τα μελαγχόνια τ' όπους λέμι τ' άντιρα τ'.
 Πού να ξέρ' του πιδί ότι του ροκφόρ πρέπ' να βγάλ' σκλήκια για να γίν' καλό.

Ο Νίκος όταν άρχιζε τις ιστορίες δεν τελείωνε εύκολα. 

- Σ'ν Αθήνα έκανα 6 χρόνια, σ' Γαλλία έκανα 4 χρόνια, σ'ν Αμερική 3 χρόνια, στα καράβια 8...

 κι θα συνέχιζε ακόμα αν κάποιος από τους παρακαθήμενους δεν του σταματούσε για να του πει ότι: 

- Νίκου. Συ μιλάς αλλά μεις δω έγραφαμι τα μέρη που πήγις κι πόσα χρόνια έκανες στου καθένα. Αν ξεκίνσες στα 20 χρόνια, ξέρς πόσου χρουνό είσι τώρα; 92... 

- Μα ιγώ είμι 60 ρε. 

- Α ιμείς τόσου τα βγάλαμι. 

- Βρε τ'ς κιρατάδις. Δγιες τι κάνουν. Μιτρούν τα χρόνια που δούλιβα. 

- Αντε ρε κάτσ τι δω να σας πω τώρα μια αληθινή ιστουρία. Κότσι κι συ δάσκαλι για να δγεις τι έκανε ένας συνάδιλφους. Άσι αφνούς δω. Ιδέα τ'ς είνι να μι σκαρώσουν καμιά κασκαρίκα.

- Ήταν που λες, ένας δάσκαλους, νέους σ'ν υπηρισία, κι έπριπι να καν' μια ουμιλία σ' γουνείς, θρησκευτικού πιριιχουμένου. μπρουστά μάλιστα κι στουν ιπιθιουρητή.
 Είχι όμους τρακ. 
Πάει στουν ιπιθιουρητή κι του λέει δεν μπουρεί να κάν'τν ουμιλία. 

- Άκουσε παιδί μου, του λέει ο επιθεωρητής.
 Λίγου προτού αρχίσει η ομιλία να πιεις κανένα ποτηράκι κονιάκ και όλα θα πάνε καλά. Θα λυθεί η γλώσσα σου.
Ο νεαρός δάσκαλος πήγε στο διπλανό μαγαζί, αγόρασε έν
α μπουκαλάκι κονιάκ και ασφαλώς θα ήπιε αρκετό αν δούμε το αποτέλεσμα. Στο τέλος της ομιλίας πλησίασε τον επιθεωρητή και του είπε:

- Τα πήγα καλά κύριε επιθεωρητά; 

- Όλα καλά εκτός από τέσσερα σφάλματα. 

- Ποια κύριε;  Κατά πρώτον ο Πιλάτος είπε "Νίπτω τας χείρας μου" και όχι "Κα'μτι ό,τι σας κατιβάσ' πατσιά σας, κουτουρνίΒια" κι ούτι έκανε τη χειρονομία που έκανες εσύ με το χέρι σου προς τα κάτω.

- Δεύτερον που προσπαθούσε να εκδιώξει ο Ιησούς τους εμπόρους από τον ναό δεν πήρε καμιά μαγκούρα, ούτε είπε "άει στο διάβολο, κιρατάδις ξικουμπιστείτι απού δω, να μη σας ξαναδώ στα μάτια μ',", αλλά ως γνωστόν η περικοπή του Ευαγγελίου λέει: 

"Και ποιήσας φραγγέλιον εκ σχοινιών εξέβαλεν εκ του Ναού πάντα λέγων: 
Άρατε ταύτα εντεύθεν. Μη ποιείτε τον οίκον του πατρός μου, οίκον εμπορίου".

- Τρίτον, όταν τελειώνει η ομιλία δεν λεν "άντε γεια σας κι δρόμου να πάρτι τ'ν αραιά σας", δηλαδή να φύγετε να αραιώσετε.

- Κι τέταρτον όταν κατέβηκες από το βήμα έπρεπε να κατεβείς από τις σκάλες και όχι να κάνεις τσουλήθρα από τα κάγκελα. 

Είπαμε να πιεις ένα ποτηράκι κονιάκ και όχι ένα μπουκαλάκι.

Κι ενώ μιλούσε ο Νίκος σηκώθηκε πήρε ένα μπουκάλι μπύρα από το ψυγείο και φώναξε: 

- Δημητράκ' τ'ν πήρα τ'ν μπύρα (δηλαδή... την πήρα την μπύρα). Και ήπιε ένα ποτήρι. 

Κότσι δάσκαλι να σι πω ακόμα ένα μασάλ' κι ύστιρα μηχανή για του σπίτ'.

Σι κείνα τα χουριά που υπηρτούσις στου Παγγαίου, ένας παπάς είχι ένα πιδούδ' ζουηρούτσ'κου που έκαμι όλου ζαβουλιές. Του νήστιθι η παπαδιά για να κοινουνήσ', ικείνου όμους τα κατάφιρνε στα κλέφτ'κα να λαδών' τ' άντιρου τ'.

Μια Κυριακή σκώθ'κι του πιδούδ' να πάει σ'ν ικκλησιά να βουηθήσ' τουν παπά. Προτού ξικινήσ' άν'ξι του ψυγείου κι χλαπάν'σι ότι βρήκι. Λίγου Βραδινό κρέας, λίγου γιαούρτ' κι μια σουκουλάτα.
Όταν έφτασι ου παπάς στου "Μετά φόβου" κι είδι ου μικρός ότι πουλύς κόσμους πήγινι να κοινουνήσ', χώθκι κι αυτό μες στουν κόσμου άνοιξ'του στόμα τ' μια πιθαμή και κοινών'σι κανονικά. Την ώρα όμως που έφευγι, ο παπάς που δεν ε'βλιπι κι καλά αναρουτήθκι. "Μωρέ σαν να ήταν θ'κός ουμ αυτό του πιδούδ'".

Του μισημέρ' ρουτά τ'ν παπαδιά. 

- Δε μι λες, του πιδί του νήστιψις για να κοινουνήσ'; 

- Οχ, αυτό έφαγι του σκασμό τ' χαραγιά τ'κα. 

- Μα ιγώ του κοινών'σα.

Ζάλ' τ'ν ήρθι τ'ν παπαδιά. 

Δεν του χτύπσι όμους για να μη βγάλ' τ'ν κοινουνιά απ' του ξύλου κι παρ' κι αμαρτία.  Αυτά που άκουσες δάσκαλι τώρα που καθόμασταν να γράψ' μιρικά στου πιριουδικό, είπε ο Νίκος. Του χιμώνα όταν διάβαζαμι τέτοια χουριάτ'κα χαίρουμασταν πουλύ. Μας αρέζουν τα χουριάτικα.



Δεν υπάρχουν σχόλια: