Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Victor Bérard: Οδοιπορικό στη Μακεδονία 1890- 1892.

Ο Βίκτωρ Μπεράρ γεννήθηκε στις 10 Αυγούστου του 1864 στο Morez στα γαλλοελβετικά σύνορα και απεβίωσε στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου 1931.
 Ο Μπεράρ ήταν γνώστης του Ανατολικού ζητήματος, γνώριζε τη σημασία της Μακεδονίας, κατανοούσε ότι το πρόβλημα δεν ήταν μόνο "υλικό" αλλά και ηθικό.

Απόσπασμα από το Βιβλίο του.
(Εκδόσεις Τροχαλία, Β΄έκδοση, Σελ 148).

Αχρίδα: Μια βουλγάρικη μητρόπολη


Τα ανατολικά βουνά, στα οποία πλησιάζουμε, μας προσφέρουν μόνο ξεγυμνωμένες πλαγιές. Κοπάδια από γίδια κουρεύουν από πάνω τους και το τελευταίο χαμόκλαρο, και το τελευταίο χορταράκι. Άλλοτε η λίμνη εισχωρούσε στα βουνά αυτά μέσω ενός επιμηκυμένου κόλπου ανάμεσα στην κυρίως οροσειρά και σ’ ένα αντέρεισμα.

Μια διπλή νησίδα βράχων υψωνόταν στη μέση του κόλπου αυτού, που οι προσχώσεις κατόπιν τον γέμισαν. Η νησίδα αυτή υψώνεται σήμερα στεφανωμένη με τα σπίτια της Αχρίδας μέσα σε μια ζώνη από περιβόλια, καρποφόρα δέντρα και ζωηρή πρασινάδα.

Από μακριά βλέπουμε τα ερείπια του κάστρου, μια τετράγωνη περιτείχιση με τετραγωνικούς πυργίσκους, πολεμίστρες και προχώματα. Η πόλη απλώνεται στις κλιτύες του νότου, στρέφοντας την πλάτη στο δρόμο της Στρούγκας και του Μοναστηριού.

Στο μεγάλο δρόμο βρίσκουμε μόνο το παζάρι, μέσα σε αρδευμένα περιβόλια και λιβάδια. Το παζάρι φαίνεται εντελώς καινούριο με τα λιθόχτιστα μαγαζιά του, τα θολωτά του παράθυρα και τα παντζούρια του από λαμαρίνα τις παλιές παράγκες τις εξαφάνισε η πυρκαγιά του 1881 και η πυρκαγιά του 1883.

Το παζάρι της Αχρίδας που έχει καεί δυο φορές, είναι χριστιανικό.

 Μπορείς βέβαια να βρεις ακόμη αρκετές ισλαμικές γωνιές κάτω από ένα θεόρατο πλατάνι χοτζάδες με άσπρο τουρμπάνι φουμάρουν το ναργιλέ δύο μαγαζιά είναι γεμάτα παλιά όπλα, τουφέκια ασημοπλούμιστα και πιστόλια με πυριτόλιθο μπαρμπέρηδες κουρεύουν στην ύπαιθρο με τη συνηθισμένη τους πολυτέλεια της λεκάνης από επασημωμένο χαλκό και της κόκκινης πετσέτας και ρολογάδες, λαός ολόκληρος από ρολογάδες!
Οι γέροι Τούρκοι περνούν τον καιρό τους ρυθμίζοντας και σπάζοντας το ρολόι τους τόσο μεγάλος είναι ο φόβος τους μήπως χάσουν την ώρα της προσευχής, της μοναδικής τους ενασχόλησης!
Τα περισσότερα μαγαζιά όμως αναγγέλλουν τον πολιτισμό πετρέλαια και ντενεκέδες, σιδερένια σκεύη της Ευρώπης, υφάσματα με εγγλέζικη μάρκα.

Στην άκρη του παζαριού, στρίβοντας σ’ ένα σοκάκι κάθετο στο δρόμο, μπαίνεις στην ψαραγορά, έναν οχετό από μυρουδιές και τρίμματα που φέρνουν ναυτία και στον οποίο αναρίθμητοι σκύλοι προσπαθούν να επιβάλουν κάττοια καθαριότητα.
Η πείνα τους δεν επαρκεί, για να καλύψει τις απαιτήσεις της οδονομίας...

Έχουμε μια συστατική επιστολή για κάποιον έλληνα γιατρό, εγκατεστημένο εδώ και τριάντα χρόνια στην Αχρίδα.

 Μας δέχεται χωρίς ενθουσιασμό στο μικρό του φαρμακείο, στο παζάρι.
Μας ρωτά επί πολλή ώρα για την Αθήνα και την ελληνική πολιτική, για την Κρήτη, τη δύστυχη Κρήτη!

Μας δείχνει όλες του τις ετικέτες που είναι γραμμένες στα γαλλικά, και όλα του τα προϊόντα που είναι αγορασμένα από τη Φαρμασί Σαντράλ του Παρισιού.
 Όταν όμως του ζητούμε να μας δείξει την πόλη, να μας δείξει τα σκολεία και τις εκκλησίες, έχει δυστυχώς έναν πελάτη στην άλλη όχθη της λίμνης μας υποδεικνύει ένα χάνι με όλες τις ανέσεις...

Το χάνι αυτό ήταν το πιο βρώμικο και το πιο ψειριασμένο μέρος που είχαμε κοιμηθεί ποτέ και το βράδυ στην άκρη της λίμνης βρήκαμε το γιατρό μας να στρογγυλοκάθεται κάτω απ’ τις λεύκες και να πίνει ρακή παρέα μ' ένα τσούρμο βούλγαρους παπάδες...

Μάθαμε κατόπιν ότι ο κακόμοιρος δεν είχε αποτολμήσει να μας δεχθεί σπίτι του.
 Ηπειρώτης την καταγωγή, Έλληνας και γνωστός για την ελληνοφροσύνη του, μόλις που τολμούσε να ξεπροβάλει στους δρόμους τις τελευταίες μέρες, τόσο πολύ οι καθυστερήσεις στην άφιξη του Αρχιεπίσκοπου είχαν εξοργίσει το βουλγάρικο πληθυσμό!

Η φιλία του λοιπόν θα μας δημιουργούσε οπωσδήποτε προβλήματα. Απ’ την άλλη μεριά, και μεις θα του φανήκαμε παράξενα σουλούπια πράκτορες σίγουρα κάποιους ευρωπαϊκής δύναμης που η τούρκικη εξουσία θα την κακοβλέπει η συναναστροφή του μαζί μας θα τον καθιστούσε πιθανότατα ύποπτο, ίσως έχανε το μισθό του και τη θέση του ως δημοτικού γιατρού...

Όταν έχει γνωρίσει κανείς την ελληνική φιλοξενία, την ανεπιφύλακτη, ανοιχτόκαρδη και αδελφική υποδοχή που κάνουν οι Έλληνες της Τουρκίας στον ευρωπαίο ταξιδιώτη και προπάντων στους Γάλλους (ποτέ δε θα μπορέσω να εκφράσω τα όσα οφείλω στους Έλληνες της Καλύμνου, της Μυτιλήνης, της Σύμης και της Μικράς Ασίας), αυτό και μόνο το γεγονός αρκεί για να δώσει μια ιδέα για την κατάσταση των πνευμάτων στην Αχρίδα.

 Ένας περιστασιακός φίλος συμπλήρωσε με τις πληροφορίες του τον πίνακα δεν αναφέρω το όνομά του, γιατί αυτό θα ήταν, πιστεύω, ο πιο σίγουρος τρόπος να του αποδείξω την αγνωμοσύνη μου.

Η Αχρίδα είναι στο έλεος των Βουλγάρων.

Ο πληθυσμός, 15.000 άτομα περίπου, περιλαμβάνει 8.000 Σλάβους, μερικές εκατοντάδες Βλάχους και 7.000 μουσουλμάνους που, όπως και στη Στρούγκα, είναι ποικίλης φυλετικής προέλευσης δύο πέμπτα σχεδόν Αλβανοί, άλλοι τόσοι προσηλυτισμένοι Σλάβοι και χίλιοι περίπου Οσμανλήδες ανατολίτες.

Εδώ όμως και μερικά χρόνια μόνο οι Βούλγαροι έχουν θέση στον ήλιο.

Η βουλγάρικη συνοικία κατέχει με τα ξύλινα σπίτια της όλη τη νότια πρόσοψη της βραχώδικης νησίδας, από τα νερά της λίμνης που λούζει τους πρόποδές της, μέχρι τη διπλή κορυφή που διαγράφει ανάγλυφες στον ουρανό τις επάλξεις του κάστρου και τα κωδωνοστάσια του αγίου Κλήμεντος.

Πράγματι, η νησίδα αυτή σχηματίζεται από δύο στρογγυλές μάζες, που τις ενώνει μια πιο χαμηλή ράχη. Τα δύο τρία σαρακοφαγωμένα πατώματα, οι προεξέχουσες στέγες, οι ασκέπαστες γαλαρίες και η μόνιμη εκείνη πνοή κατάπτωσης και κατάρρευσης δίνουν σε όλα αυτά τα βουλγάρικα σπίτια μια μονότονη ομοιότητα.
Η βρωμιά των δρόμων φέρνει αναγούλα, ψόφια ζώα και ανθρώπινα περιττώματα, απομεινάρια από ψάρια και χόρτα...

Η εκκλησία του αγίου Κλήμεντος ψηλά, σε μια από τις κορφές, είναι η βουλγαρική μητρόπολη  όμορφη βυζαντινή εκκλησία από τούβλο και με πέτρινο δάπεδο.
 Ολόγυρα απλώνεται μια πλακόστρωτη πλατωσιά, που τη σκιάζουν κληματαριές. Μια ωραία πολυθρόνα περίμενε στον ήλιο, ανάμεσα στα λουλούδια και στις δάφνες, τον υπεσχημένο αυτόν στα Έθνη Αρχιεπίσκοπο.

 Ψηλοί μαυροφόροι παπάδες με κάτισχνο χαλκένιο πρόσωπο και μάτια φανατικά, παρακολουθούσαν το κάθε μας βήμα και, αν δε φορούσαμε τα «φράγκικα» καπέλα μας, θα μας είχαν εξωπετάξει...
μέχρις ότου, μαθαίνοντας πως είμαστε Γάλλοι, θέλησαν να μας μεθύσουν με ρακή στην υγεία των βερατίων οι Γάλλοι και οι Βούλγαροι! Αδέλφια!

Στην άλλη κορφή υψώνεται ένας οχυρωμένος περίβολος, έρημος. Απ’ τη χάσκουσα πόρτας δε διακρίνουμε παρά τοίχους σε κατάρρευση, θολούς συντριμμένους, στέρνες μισοαδειανές.
Στην πούντα που δεσπόζει στη λίμνη καθόμαστε πλάι σ’ ένα μικρό τζαμί. Χτίστηκε άλλοτε με το γνήσιο σελτζούκικο γούστο εναλλασσόμενα άσπρο, μαύρα και κόκκινα μάρμαρα.
 Η θέα απλώνεται από κει σε όλη τη λίμνη, την πεδιάδα του βορρά, τα αλβανικά βουνά απ’ όπου ερχόμαστε και που από δω φαίνονται τείχος αδιάβατο.
 Αρκεί μια νύχτα αφέγγαρη στους λεβέντες της Τζούρας και του Μπρίνιαιτζ για να ορμήσουν σ’ αυτή την εύφορη πεδιάδα και ν’ αρπάξουν το μερτικό τους από τις σοδειές, τις γυναίκες και τα κοπάδια.
Ο τούρκος έπαρχος στέλνει τότε όλη του τη χωροφυλακή να προειδοποιήσει τον κυβερνήτη του Μοναστηριού ότι η ληστεία είναι πια ανύπαρκτη, ότι η ασφάλεια των δρόμων είναι πλήρης και ότι οι λαοί λιώνουν από χαρά κάτω από την πατρική βασιλεία του πιο ένδοξου απ’ όλους τους Σουλτάνους.

Αν οι χωρικοί υψώσουν κάπως φωνή διαμαρτυρίας, η Αυτού Εξοχότης τους στεγάζει και τους τρέφει μερικές εβδομάδες στις φυλακές της Αυτού Μεγαλειότητος.

Ένας γραμματέας της Αυτού Εξοχότητος μας εξέθετε πριν λίγο την απλούστατη αυτή πολιτική. Πρόβλεπε όμως μετά τα βεράτια σοβαρές αλλαγές: «Σ’ αυτή την εσχατιά της παλιάς Τουρκίας, γιατί θα πρέπει η Πύλη να στείλει βούλγαρο μητροπολίτη, σπιούνο και ταραχοποιό; Ο δολοπλόκος αυτός, είτε από φιλοδοξία είτε από συναισθηματισμό, θα διαμαρτύρεται απέναντι και στα πιο λογικά, τα πιο συνηθισμένα, τα πιο ωφέλιμα μέτρα στην πρώτη φυλάκιση θα μιλήσει για αδικία στην πρώτη επιδρομή Αλβανών θα κραυγάσει για ωμότητες...»

Και με τη γροθιά του σηκωμένη προς το βορρά ο γραμματέας καταριόταν τους «κερατάδες» τους Γερμανούς .
Ακούγοντάς τον θα νόμιζε κανείς πως ο Γουλιέλμος 2ος έγραψε με το ίδιο του το χέρι τη διαταγή στο σουλτάνο να υπογράψει τα βεράτια.

Η λίμνη κοιμάται καθώς βασιλεύει ο ήλιος τη ρυτιδώνουν μονάχα οι βάρκες που φεύγουν από την Αχρίδα.
Γλιστρούν πάνω στο νερό κουβαλώντας στα κυπαρίσσια της αντίπερα όχθης μια συντροφιά από γέρους Τούρκους, ρασοφόρους παπάδες ή ευρωπαϊκές φορεσιές με βαριά χρώματα — την υψηλή κοινωνία της Αχρίδας. Από τις βάρκες αυτές βγαίνει ο οξύς θρήνος της γκάιντας ή οι μεταλλικοί ρόγχοι μιας κιθάρας.
Από καιρό τώρα το μικρό τζαμί δε χρησιμεύει πια για τη λατρεία. Τους τάφους των αγίων δερβισάδων τους έχει σκεπάσει το χορτάρι. Οι μουσουλμάνοι δεν ανεβαίνουν πια ως εκεί πάνω. Φαίνεται πως δεν αφήνουν πια τα περιβόλια τους εκεί κάτω, πίσω μας, στους πρόποδες των βουνών της Μακεδονίας στην καινούρια τους συνοικία στο δρόμο του Μοναστηριού κατέχουν δεκαοχτώ καινούρια τζαμιά. Εδώ το μέρος είναι έρημο. Πάνω στις παλιές πέτρινες μπάλες τρέχουν τεράστιες σαύρες και χελώνες.

Θα μέναμε και μια ολόκληρη μέρα μπροστά στο χαμόγελο της λίμνης. Έπρεπε όμως να ξανακατέβουμε μέσ’ από τα μολυσμένα σοκάκια, κάτω απ’ τα μπαλκόνια που στάζουν βρωμόνερα και ακαθαρσίες.

Κάτω στην άκρη της λίμνης και στην καρδιά της βουλγάρικης συνοικίας μια παλιά βασιλική της αγίας Σοφίας είχε γίνει τζαμί κι έπειτα εγκαταλείφθηκε, όπως και το τζαμί της κορφής. Άλλοτε τη βασιλική αυτή την περικύκλωνε η ελληνική συνοικία.

Πριν τριάντα χρόνια ακόμη η Αχρίδα είχε 200-300 ελληνικά σπίτια (1.000 με 1.500 άτομα).
Οι Έλληνες όμως εκτοπίστηκαν σιγά σιγά από τους Βούλγαρους.

 Έχουν απομείνει μόνο είκοσι τριάντα φτωχές οικογένειες, που δε μπορούν να μετοικήσουν.

Το βράδυ στο χάνι μιλήσαμε με το φίλο μας από την Αχρίδα για την πτώση αυτή του ελληνισμού.

Στη συζήτηση πήραν μέρος και πέντε έξι εμπορευόμενοι από το Μοναστήρι, που είχαν έρθει για τις υποθέσεις τους μ’ ένα παλιό λαντώ με φανάρια ασημένια.

Στη συντροφιά μας εκπροσωπούνταν όλες οι εθνότητες της Μακεδονίας: ένας Έλληνας, ένας Σλάβος, δύο Βλάχοι.

 Ύστερα από μας το υψηλότερο πρόσωπο της σύναξης ήταν ένας Εβραίος της Θεσσαλονίκης. Δε θα μεταφέρω εδώ όλες τις παρεκβάσεις της κουβέντας μας αυτής.

Το συμπέρασμα όμως ήταν ότι την παρακμή του ελληνισμού πρέπει να την αποδώσουμε σε δύο κατηγορίες αιτίων, σ’ αυτά που είναι παλιά και προσιδιάζουν στην Αχρίδα και στα εντελώς πρόσφατα, που είναι κοινά σε όλες τις μακεδονικές πόλεις.

Στα 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πάμπλουτοι. 

Είχαν στα χέρια τους το μεγαλεμπόριο των γουναρικών.
 Ηπειρώτες, Θεσσαλονικιοί, Αιγαιοπελαγίτες, Βλάχοι απ’ το Μοναστήρι και την Κοριτσά, Αρβανίτες, συναποτελούσαν ένα ενιαίο χριστιανικό λαό που τον ένωναν οι ίδιες ανατάσεις προς την Αθήνα και τη Μεγάλη Ιδέαδ και που εκμεταλλευόταν το Σλάβο με τη βιομηχανία και το Μουσουλμάνο με την τοκογλυφία.

Στα 30-40 εργαστήριά τους έκοβαν και έραβαν τη γούνα της ντόπιας βύδρας , τα δέρματα που έρχονταν από τις γειτονικές λίμνες ή τα γουναρικά της Κωνσταντινούπολης και της Ρωσίας. Οι γούνινες κάπες που τόσο αγαπούν οι γέροι Τούρκοι, τα καφτάνια που φορούν οι χριστιανές και εβραίες γυναίκες, έβγαιναν όλα σχεδόν από την Αχρίδα.

 Η σλάβικη συνοικία προμήθευε τους εργάτες και η ελληνική σόδιαζε τα κέρδη.

Οι Έλληνες άρχισαν να αγοράζουν γη. Το σχολείο ήταν ελληνικό και οι γιατροί Αθηναίοι ή Έλληνες του «εσωτερικού». Οι νέοι πήγαιναν για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας.
Ποιος μιλούσε τότε για Βουλγαρία;


Ο ευρωπαϊκός, αυστριακός προπάντων και ρωσικός, ανταγωνισμός σκότωσε απότομα το εμπόριο αυτό. Η γούνα του σαμουριού και της γκρίζας αλεπούς σταματούσε τώρα στην Οδησσό κι έφτανε στην Τουρκία κατεργασμένη.
 Παράλληλα το λαγοτόμαρο και οι φτηνές γούνες της Τεργέστης κατέβαζαν τις τιμές των καφτανιών και των γούνινων πανωφαριών. Οι Έλληνες υποχρεώθηκαν ένας ένας να κλείσουν τα εργαστήριά τους. Πήγαν και εγκαταστάθηκαν, με την άνετη κινητικότητά τους, στα κέντρα παραγωγής και αγοράς, στην Τεργέστη, στην Οδησσό και στο Βουκουρέστι.

Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολουθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγάρικη, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και που ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο.

 Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγάρικο κόμμα.


Το κόμμα αυτό γνώρισε συνεχή ανάπτυξη σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία.

 Η εγκαθίδρυση βουλγάρικης εκκλησίας κι έπειτα βουλγάρικης ηγεμονίας ήταν ένα πλήγμα για τον ελληνισμό αλλά οι συνέπειές του δεν έφτασαν μέχρι εδώ.

 Το αληθινό τραύμα χρονολογείται από την επανάσταση της Ρωμυλίας...

Από τότε, πέντε χρόνια τώρα, τα πάντα ανήκουν στους Βούλγαρους.

 Η Πύλη τους υποστηρίζει. Μεγαλαυχούν ότι και ολόκληρη η Ευρώπη τους υποστηρίζει, την προστριβή με τη Ρωσία δεν την πληροφορήθηκαν ούτε την παραδέχτηκαν ποτέ εκείνοι που εκβουλγαρίσθηκαν από τους Ρώσους.

«Για να ζήσεις ήσυχος, γίνε Βούλγαρος! Για να κερδίζεις τις δίκες σου, γίνε Βούλγαρος! Για να αποφεύγεις την αγγαρεία, γίνε Βούλγαρος! Για να σφετερίζεσαι χωράφια, γίνε τώρα και πάντοτε Βούλγαρος! Η Κωνσταντινούπολη υπακού¬ει στις εντολές της Σόφιας! Οι Τούρκοι έπαρχοι θέλουν να τα έχουν καλά με αυτούς τους ισχυρούς της ημέρας και οι σχολάρχες που έρχονται απ’ τη Σόφια και τη Φιλιππούπολη ανατρέπουν με μια τους καταγγελία και τους πιο γηραλέους καδήδες, και τους πιο γαλοναρισμένους πασάδες...

Αν όμως θέλεις το βαγιόκλαδο του μάρτυρα, τότε μείνε Έλληνας!

Προπάντων έπειτα από την εξέγερση και την ήττα των Κρητικών, η ζωή ενός Έλληνα δεν είναι παρά σταυρικό μαρτύριο».

Ο 'Ελληνας Μιχάλης Παπάζογλου τα έλεγε αυτά. Τον διέκοψε η ξαφνική είσοδος δύο βουλγάρων παπάδων, των δύο εκείνων χαλκένιων παπάδων που μας είχαν δεχτεί εκεί πάνω, στην εκκλησία του αγίου Κλήμεντος, και που όλη την ημέρα με το αναφτήρι στο χέρι περίμεναν πλάι στις λαμπάδες τους το μητροπολίτη τους, στην πλακόστρωτη πλατωσιά, κοντά στην όμορφη βελούδινη πολυθρόνα.

Δεν ήρθε! Βλέποντας το φεγγάρι ψηλά και το μακρινό δρόμο πάντοτε έρημο κατέβηκαν κοντά μας, γιατί φοβήθηκαν μήπως οι αφεντιές μας πλήξουν στο ασυντρόφευτο νυχτέρι τους. Ο ένας τους είχε φέρει ένα μεγάλο μπουκάλι κι ο άλλος ένα μεγάλο βιβλίο.

Δεν ξανάγινε πια συζήτηση για βουλγάρικη τυραννία και κανείς, ούτε εκείνοι ούτε εμείς, δε διακινδυνεύσαμε πια ούτε λέξη.

 Ο ' Ελληνας και οι δύο Βλάχοι που τα πρόσωπά τους είχαν συνοφρυωθεί, ημέρεψαν γρήγορα από την εξαίρετη ρακή του μπουκαλιού.

 Όσο για μας, ομολογώ πως τα παράπονα των Ελλήνων και η μνήμη όλης αυτής της ημέρας μας είχαν προϊδεάσει εναντίον του βουλγαρικού κλήρου.
 Τα μεγάλα μάτια τους με τους κύκλους γύρω γύρω μας φαίνονταν να στάζουν φανατισμό. Δε νομίζω λοιπόν πως μας διέφθειρε η μεγάλη τους μπουκάλα. Τους βρήκαμε όμως, ειλικρινά μιλώντας, γλυκύτερους, πιο πολιτισμένους, και προπάντων πιο διαβασμένους από το μέσο όρο των παπάδων της ανατολικής εκκλησίας.

Μια και δεν ξέρουμε βουλγάρικα, μας μιλούν καθαρότατα ελληνικά και μας φέρνουν ένα ελληνικό βιβλίο, έναν τόμο της Πατρολογίας που περιέχει το βίο του αγίου Κλήμεντος, επισκόπου των Βουλγάρων.
 «Διάβασε και θα μπορέσεις να πείσεις όλους όσους πιστεύουν στην Ευρώπη ότι εδώ στην Αχρίδα δεν είμαστε Βούλγαροι».



Ο βίος αυτός γραμμένος στα ελληνικά από έναν αρχιεπίσκοπο Αχρίδος του 12ου ή 13ου αιώνα, κάποιο Θεοφύλακτο, όπως λέει ο εκδότης, είναι πράγματι φοβερά βουλγαρικός (αυτή την έκφραση χρησιμοποιούν). Αφηγείται το πώς ο άγιος Κλήμης, επίσκοπος Αχρίδος, ήρθε το 10ο αιώνα στη βουλγαρική γη, έζησε ανάμεσα στους Βούλγαρους, έγραψε σλάβικα, δηλαδή βουλγάρικα, κοντολογίς, το πώς «μας έδωσε εμάς των Βουλγάρων ό,τι ανυψώνει τις καρδιές και θέλγει τις ψυχές».

Σε όλες αυτές τις εκφράσεις, σλαβική γη, βουλγαρική μητρόπολη, που εφαρμόζονταν στην πόλη τους και στο καντόνι τους (οι σελίδες ήσαν τσακισμένες στα σημεία αυτά και το μάθημα πρέπει να είχε ήδη χρησιμέψει και για πολλούς άλλους ξένους), οι παπάδες μας θριάμβευαν.
 Μη θέλοντας να στενοχωρήσουμε τον Έλληνα και τους Βλάχους που ήσαν παρόντες, δεν είπαμε μεγαλόφωνα ότι η απόδειξη ήταν πειστική.
 Όλα όμως όσα είδαμε μετά τη Στρούγκα μας, έπεισαν πιο πολύ από το κείμενο αυτό.
Και σήμερα όπως και πριν εννιά αιώνες ο τόπος αυτός παραμένει σλάβικη γωνιά, βουλγάρικη μητρόπολη.

Έχουν πολύ αλλάξει οι καιροί, αφότου ο Βίκτορ Γκρεγκόροβιτς αφηγούμενος το ταξίδι του στην ευρωπαϊκή Τουρκία έγραφε:

 «Οι Βούλγαροι της Αχρίδας διακρίνονται από τους Έλληνες απ’ το χαρακτήρα τους η ελληνική επιρροή όμως έχει πνίξει σχεδόν την εθνική γλώσσα, η οποία ανακτά τα δικαιώματά της μόνο στον οικογενειακό κύκλο. Δε μου έτυχε να συναντήσω κανέναν στην Αχρίδα που να μπορεί να καταλάβει τη σλαβική γραφή. Αντίθετα, πολλοί είχαν ασκηθεί στην ανάγνωση βιβλίων από παλιά χειρόγραφα».

Δεν υπάρχουν σχόλια: