Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

VMRO - Ε.Μ.Ε.Ο. 1893-1940: Η άλλη όψη του βουλγαρικού εθνικισμού

Βλάσης Βλασίδης, Βασίλης Γούναρης, Άννα Παναγιωτοπούλου

Το απόγευμα της 3ης Νοεμβρίου του 1893 συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Χρίστο Μπατατζίεφ, στη Θεσσαλονίκη, ο Ντάμε Γκρούεφ, ο Πέρε Ποπάρσωφ, ο Αντόν Δημητρώφ, ο Χρίστο Τατάρτσεφ και ο Ιβάν Χατζηνικολώφ.

Καρπός της συνάντησης αυτής ήταν η ίδρυση μιας μυστικής επαναστατικής οργάνωσης, η οποία έμελε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις στα Βαλκάνια για μισό περίπου αιώνα, ενώ τα οράματά της ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να συγκινούν ορισμένους πολιτικούς κύκλους στις γειτονικές μας χώρες.[1]



Το θέμα της ονομασίας της οργάνωσης απασχόλησε για αρκετό καιρό τα μέλη της και τελικά αποφασίστηκε να ονομαστεί «Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση», ενώ η κεντρική επιτροπή της «Κεντρικό Μακεδονικό Επαναστατικό Κομιτάτο». Η οργάνωση ωστόσο ήταν ευρύτερα γνωστή είτε ως «Βουλγαρικά Επαναστατικά Κομιτάτα», είτε ως «Μυστικά Επαναστατικά Κομιτάτα», είτε, σπανιότερα, ως «Εσωτερικά Επαναστατικά Κομιτάτα».[2] Η σφραγίδα της Κεντρικής Επιτροπής απεικόνιζε σταυρωτά τουφέκια, σπαθιά, μια βόμβα και μια σημαία με την επιγραφή «Ελευθερία ή Θάνατος». Όμως ποιών την ελευθερία ευαγγελιζόταν και ποιών ακριβώς το θάνατο υποσχόταν η νεότευκτη οργάνωση δεν ήταν ακόμη ξεκαθαρισμένο, ίσως ούτε στη σκέψη των ιδρυτών της.[3]

Οι νεαροί συνωμότες -εκτός από τον Χατζηνικολώφ όλοι ήταν κάτω των 30 ετών- κατάγονταν από χωριά και πόλεις της Μακεδονίας, αλλά, λόγω των ανωτέρων σπουδών τους, κυρίως στη Σόφια αλλά και στη δυτική Ευρώπη, είχαν εγκαίρως μυηθεί στη βουλγαρική επαναστατική ιδεολογία και στο σοσιαλισμό, που στα τέλη του 19ου αιώνα ασκούσε ακόμη ακαταμάχητη γοητεία στους κύκλους των νεαρών Βαλκανίων διανοουμένων.[4]

Όλοι τους επιθυμούσαν την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον τουρκικό ζυγό και ανησυχούσαν για την πρόοδο που σημείωνε η ελληνική και η σερβική εκπαίδευση στους σλαβόφωνους πληθυσμούς, αλλά τα σχέδιά τους για τη μελλοντική τύχης της ήταν ακόμη συγκεχυμένα.[5]
Στις αρχές του 1894 η συνάντηση των ιδρυτικών μελών επαναλήφθηκε στην οικία του Δημητρώφ και εκεί καθορίστηκε ο ακριβής σκοπός της οργάνωσης.

Στην πορεία της συζήτησης έγινε λόγος για άμεση προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία, αλλά η πρόταση απορρίφθηκε καθώς ήταν βέβαιο ότι θα προκαλούσε την αντίδραση της Ευρώπης, όπως και της άμεσα ενδιαφερόμενης Τουρκίας. Κατέληξαν λοιπόν όπως φαίνεται και από τις πηγές, στην επιδίωξη της αυτονομίας της Μακεδονίας -σύνθημα λιγότερο επικίνδυνο- και στη συνεχή ενίσχυση του βουλγαρικού στοιχείου, με την ελπίδα είτε της μακροπρόθεσμης ένωσης με τη Βουλγαρία είτε τουλάχιστον της συμμετοχής σε ομοσπονδία βαλκανικών κρατών.[6]
Η επιθυμητή ενίσχυση του βουλγαρικού στοιχείου θα εξασφαλιζόταν μόνον μέσα από τις ανάλογες διοικητικές μεταρρυθμίσεις τις οποίες θα υλοποιούσε η Πύλη.

Γι αυτό εξάλλου ο Γκρούεφ στα απομνημονεύματά του αναφέρει ως στόχο της οργάνωσης την εφαρμογή της συνθήκης του Βερολίνου και συγκεκριμένα του άρθρου 23, που προέβλεπε την εισαγωγή τέτοιων μεταρρυθμίσεων στα ευρωπαϊκά τμήματα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κατά το πρότυπο του «Οργανικού Νόμου» της Κρήτης του 1868.[7] Το ίδιο φαίνεται να υποστηρίζει και ο Ποπάρσωφ, αν κρίνουμε από το χαρακτηρισμό που έδωσε στο πρώτο κομιτάτο, δηλαδή «κομιτάτο για την απόκτηση των πολιτικών δικαιωμάτων που δόθηκαν από τη Συνθήκη του Βερολίνου στη Μακεδονία».[8]
Πάντως ο ίδιος στο πρόχειρο καταστατικό, που συνέταξε, έθεσε ως βασική προϋπόθεση για τα νέα μέλη τη «βουλγαρική εθνική ταυτότητα».[9]


Ιερείς της Ορθόδοξης Βουλγαρικής Εξαρχίας περιστοιχισμένοι από αντάρτες του EMEO

Goce Delchev 
Οι θέσεις αυτές διευκρινίστηκαν ακόμη περισσότερο το καλοκαίρι του 1896, όταν στο τέλος του συνεδρίου της οργάνωσης ανατέθηκε στον Γκόρτσε Πετρώφ και στον Γκότσε Ντέλτσεφ
-σε δυο νεότερα και δυναμικά στελέχη- η επεξεργασία ενός πληρέστερου καταστατικού οργανισμού, που θα αντικαθιστούσε το προηγούμενο λιτό κείμενο του Ποπάρσωφ.

Στο νεότερο αυτό κείμενο, που τελικά συνέταξε μόνος του ο Πετρώφ το 1896, έντονη και ορατή ήταν η επίδραση της βουλγαρικής επαναστατικής λογοτεχνίας και κυρίως η επίδραση του καταστατικού της επαναστατικής οργάνωσης που είχε δράσει στη Βουλγαρία πριν το 1878.

Όμως και τυπικά, πέρα από τις φιλολογικές επιρροές, η οργάνωση συνέχιζε να έχει καθαρά φιλοβουλγαρικό χαρακτήρα, καθώς τα άρθρα 2 και 3 προνοούσαν για τη συμμετοχή στον αγώνα μόνο του «βουλγαρικού λαού» της Μακεδονίας και της Αδριανουπόλεως (δηλ. της Θράκης).

Συγκεκριμένα οριζόταν ότι : «μέλος της οργάνωσης μπορούσε να γίνει κάθε Βούλγαρος ανεξάρτητα ανεξαρτήτως φύλου που δεν διωκόταν για κάποιο αδίκημα, εφόσον ορκιζόταν ότι θα αγωνιστεί για την απελευθέρωση των Βουλγάρων των παραπάνω περιοχών».[10]

Επιπλέον το άρθρο 2 καλούσε τα επαναστατικά κομιτάτα να αφυπνίσουν τη βουλγαρική συνείδηση του πληθυσμού, να διαδώσουν τις επαναστατικές ιδέες, είτε μέσω του Τύπου, είτε προφορικά, και να προετοιμάσουν την επανάσταση, η οποία όμως αντιμετωπιζόταν ως μακρινή προοπτική.[11]

Το άπλωμα και η ωρίμανση της οργάνωσης ως επαναστατικού μηχανισμού σ' ολόκληρη τη Μακεδονία, ουσιαστικά κάτω από την πολιτική και οικονομική αιγίδα του βουλγαρικού κράτους,[12] οδήγησε σε νέα αναθεώρηση των καταστατικών κειμένων πέντε χρόνια αργότερα.

Η οργάνωση πλέον επιχειρούσε - τυπικά τουλάχιστον- να ενώσει στο όνομα της αυτονομίας όλους τους καταπιεσμένους της Ευρωπαϊκής Τουρκίας και όχι μόνο τους Βουλγάρους, όπως αρχικά είχε προσπαθήσει. Μέλη στο εξής θα μπορούσαν να είναι «κάθε Μακεδόνας και Αδριανουπολίτης», ο οποίος πληρούσε όσες προϋποθέσεις όριζε το καταστατικό.[13]

Σκοπός της ήταν η πλήρης πολιτική αυτονομία της Μακεδονίας και της Θράκης, αλλά στον αγώνα για την επίτευξή του έπρεπε να συμμετάσχουν «όλοι οι δυσαρεστημένοι» κι όχι μόνο το βουλγαρικό στοιχείο της Μακεδονίας.[14] Το πρώτο εξάμηνο του 1902 εκδόθηκαν το νέο καταστατικό και ο οργανισμός της «Μυστικής Μακεδονοαδριανουπολιτικής Επαναστατικής Οργάνωσης» τα οποία είχαν επεξεργαστεί οι Ντέλτσεφ και Πετρώφ. Παράλληλα κυκλοφόρησε και ο οργανισμός των ενόπλων ομάδων της, που είχε συνταχθεί από τον Πετρώφ και το λοχαγό Μπενεντίκωφ.[15]
Το «άνοιγμα» της Ε.Μ.Ε.Ο. προς όλους τους πληθυσμούς ήταν βέβαια ένας τακτικός ελιγμός.

Η πορεία προς την τελική εξέγερση είχε δρομολογηθεί, οι ένοπλες ομάδες ανασυντάσσονταν, ο μηχανισμός αποκεντρωνόταν, ώστε να διευκολυνθεί η δράση, αλλά μια σοβαρή εκκρεμότητα υπήρχε ακόμη: ποιοι θα ήταν οι επαναστάτες.

Η χρησιμοποίηση αποκλειστικά των εξαρχικών πληθυσμών θα υπονόμευε το αρχικό αίτημα της αυτονομίας, αφού θα καθιστούσε σαφές ότι επρόκειτο για μια απροκάλυπτη βουλγαρική επιλογή.

Έτσι η επίκληση της συλλογικής ονομασίας μακεδόνες κρίθηκε προτιμότερη, αφού ήταν σε χρήση όχι μόνο από τους σλαβοφώνους, αλλά και από τους ελληνόφωνους και από τους βλαχόφωνους πληθυσμούς.

Πάντως η Ε.Μ.Ε.Ο. ποτέ δεν επικαλέστηκε τη συμπόρευση κάποιας «μακεδονικής» εθνότητας μαζί με τις υπόλοιπες στον αγώνα για την ελευθερία της Μακεδονίας.

Είναι ίσως χαρακτηριστικά τα λόγια τοπικού οπλαρχηγού των Κορεστίων, του καπετάν Κώττα που για μερικά χρόνια συμπαρατάχθηκε με την Ε.Μ.Ε.Ο.: «Πάντες είμεθα αδελφοί Χριστιανοί και ως αληθινοί Χριστιανοί πρέπει και Έλληνες και Αλβανοί και Βλάχοι και Βούλγαροι να βοηθώμεν αλλήλους ίνα κερδίσωμεν εκείνο το οποίο ηρχίσαμεν. Διότι ο αγών είναι ιερός και το κέρδος κοινόν» (δηλαδή η ελευθερία της Μακεδονίας).[16]

Στην πράξη τα πράγματα ήταν ακόμη πιο δύσκολα από ότι στις επαναστατικές διακηρύξεις. Οι αγροτικοί πληθυσμοί σε κανένα μέρος του κόσμου δεν φημίζονται για την επαναστατική τους διάθεση. Ιδιαίτερα όμως στη Μακεδονία των αρχών του 20ου αιώνα, όπου η γεωργία δοκιμαζόταν σκληρά και οι τουρκικές βιαιοπραγίες αποτελούσαν μόνιμη απειλή, η προετοιμασία της εξέγερσης ήταν μια πολύπλοκη διαδικασία που τις περισσότερες φορές στηρίχθηκε στη βία και τις απειλές παρά στην κατήχηση και τη μύηση.

Για το λόγο αυτό άλλωστε το καταστατικό του 1902 έδινε ευρύτατες δικαιοδοσίες δολοφονιών και εκτελέσεων στις επιτροπές που ήταν υπεύθυνες για την κατά τόπους πρόοδο της μύησης, για την εξεύρεση πόρων και για την ασφάλεια του δικτύου.[17]

Το τελευταίο συνέδριο της Ε.Μ.Ε.Ο. πριν το κίνημα του Ήλιντεν πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1903 στο Σμίλεβο.
Κατά τις εργασίες του επικυρώθηκε η απόφαση του συνεδρίου του Ιανουαρίου του 1903 για επανάσταση, απόφαση που σύμφωνα με το πρωτόκολλο ήταν αποτέλεσμα τόσο της κατάστασης στο χώρο της Μακεδονίας όσο και της δυσμενούς θέσης στην οποία είχε περιέλθει η οργάνωση μετά τις συλλήψεις στελεχών της το 1901.[18]

Την επικύρωση της απόφασης αυτής ουσιαστικά εκβίασε ο πρόεδρος της κεντρικής επιτροπής της Ε.Μ.Ε.Ο. Ιβάν Γκαρβάνωφ και οι άνθρωποί του, οι οποίοι -κατά τις μαρτυρίες των πρωταγωνιστών- φρόντισαν με απειλητικές επιστολές να αποσπάσουν τη συναίνεση των συνέδρων,[19] παρά τις ισχυρές αντιρρήσεις που πρόβαλε ο Πετρώφ με το επιχείρημα της μη καλής προετοιμασίας του πληθυσμού.[20]

Στους επόμενους μήνες οι δραστηριότητες της Ε.Μ.Ε.Ο. κατέστησαν σαφέστατα τα πραγματικά της σχέδια.
Οι πλέον τεκμηριωμένες πληροφορίες για την τραγική αυτή περίοδο προέρχονται από τη διπλωματική αλληλογραφία της εποχής. Έγραφε χαρακτηριστικά ο Γάλλος υποπρόξενος στο Μοναστήρι: «Τα κομιτάτα τους εξωθούν (τους χωρικούς) με κάθε τρόπο στην εξέγερση και συνεχίζουν ενεργά τις ραδιουργίες τους, οι οποίες βρίσκουν πρόσφορο έδαφος. Από τα παραπάνω γεγονότα προκύπτει ότι δολοφονούν χωρίς οίκτο τους προδότες καθώς κι εκείνους που αρνούνται να δώσουν χρήματα. Τα βλαχικα΄χωριά Μηλόβιστα, Νιζόπολη, Τύρνοβο-Μεγάροβο, και κυρίως το Πισοδέρι, όπου ποτέ δεν διεξήχθησαν έρευνες ούτε ενοχλήθηκαν από τα τουρκικά τάγματα, κλήθηκαν να προσχωρήσουν στο Κομιτάτο. Πολλά από αυτά υποχρεώθηκαν να δώσουν χρήματα και γύρω στα 20 άτομα από το Τύρνοβο-Μεγάροβο υιοθέτησαν τα αιτήματα των επαναστατών».[21]

Ο Αυστριακός συνάδελφός του συμπλήρωνε λίγο αργότερα: «Ως ιδιαίτερα τολμηρός ηγέτης εμφανίζεται τον τελευταίο καιρό ο πρώην δάσκαλος Τσίλιος Τσακαλάρωφ, από το Σμάρδεσι… Εδώ και 14 μέρες το άθλημα «sic» στο οποίο επιδίδεται συνίσταται στην προμελετημένη εκδίωξη των Ελλήνων δασκάλων, αλλού και των κληρικών από τα σλαβικά χωριά των καζάδων της Φλώρινας και της Καστοριάς, τα οποία είναι προσκολλημένα στο πατριαρχείο, όπου φωνάζει «Κάτω οι Έλληνες! Ζήτω η Βουλγαρία!».[22] … Πολύ πιο αναλυτικός ήταν ο Βρετανός πρόξενος στα Σκόπια Fontana, ο οποίος έγραφε ότι η βουλγαρική κοινότητα της πόλης του Ιστίπ εργαζόταν πρόθυμα «…για μια γενική εξέγερση των Βουλγάρων» και «ότι είναι έτοιμοι να σφαγιαστούν προκειμένου να πετύχουν το στόχο που έχουν, δηλαδή η Μακεδονία για τους Μακεδόνες, που, αναμφίβολα, σημαίνει Η Μακεδονία για τους Βουλγάρους…» και συμπλήρωνε : «Οι χωρικοί σε πολλά μέρη, είναι αλήθεια, δεν έχουν παρά ελάχιστες βλέψεις και με μισή καρδιά μόνο επιθυμούν να ξεσηκωθούν. Παίζουν ηρωικά τραγούδια και πατριωτικούς σκοπούς στη βουλγαρική γκάιντα, δέχονται όπλα, επεκτείνουν τη φιλοξενία τους σε περιπλανώμενες συμμορίες και συνεισφέρουν στους πόρους του Κομιτάτου με λίγο-πολύ στωική, αν όχι, ηρωική, υπομονή.

Είναι όμως αμφίβολο κατά πόσο η ιδέα που έχουν γενικά για τον πατριωτισμό ή την εθνικότητα ξεπερνάει το μίσος που τους έχει καλλιεργηθεί εναντίον του Τούρκου και την αντιπάθειά τους για την καταβολή φόρων σε αυτόν.
Στις πόλεις, ωστόσο, το αίσθημα, που κυριαρχεί στους Βουλγάρους προεστούς, δασκάλους και στην πλειοψηφία των Βουλγάρων πολιτών, είναι πολύ βαθύτερο και η εκπαίδευση των μαθητών στα βουλγαρικά γυμνάσια είναι μόνο ένας αντίλαλος αυτού του αισθήματος».[23]
Κάτω από αυτές τις συνθήκες και οι πλέον αισιόδοξοι παράγοντες της Ε.Μ.Ε.Ο. δεν θα μπορούσαν λογικά να περιμένουν την επιτυχία μιας γενικευμένης εξέγερσης, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο.

Η αμετάκλητη όμως πορεία τους προς ένα γενικό ολοκαύτωμα εξηγείται από τις συγκεκριμένες τους διπλωματικές επιδιώξεις. Η εφημερίδα Bosnische Post, στο υπό αυστριακή κατοχή Σεράγεβο, έγραφε σχετικά τον Απρίλιο του 1903 ότι «τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερο για τους αρχηγούς της βουλγαρικής αναταραχής από τη μετριοπάθεια της τουρκικής πλευράς, διότι, για να δικαιολογήσουν την επανάσταση στα μάτια των ξένων και για να προκαλέσουν στην Ευρώπη ένα κύμα αγανάκτησης, έχουν απόλυτη ανάγκη από τις τουρκικές αγριότητες… Εάν δεν επιτύχουν με τη βοήθεια των τουρκικών ωμοτήτων να προκαλέσουν την ηθική αγανάκτηση της Ευρώπης και την επέμβασή της στα προβλήματα της Μακεδονίας, οι Βούλγαροι επαναστάτες θα αποπειραθούν να προκαλέσουν τη συμπάθεια των ξένων και να τους αναγκάσουν με αυτό τον τρόπο να παρέμβουν …».

Και κατέληγε: «Το ευρωπαϊκό κοινό δεν πρέπει με κανένα τρόπο να οδηγηθεί στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι στη Μακεδονία αυτή τη στιγμή διεξάγεται ένας απελευθερωτικός πόλεμος άξιος της συμπάθειας του πολιτισμένου κόσμου, αλλά, αντίθετα, να αντιληφθεί τα γεγονότα που διαδραματίζονται εκεί στις πραγματικές τους διαστάσεις και, κατά συνέπεια, πρέπει να τα κρίνει σαν τις εγκληματικές ραδιουργίες μιας πολύ μικρής μειονότητας ανάμεσα στις χριστιανικές εθνότητες.

Τα κομιτάτα και οι οπαδοί τους δεν επιθυμούν μεταρρυθμίσεις, δεν θέλουν οι συνθήκες ζωής των Χριστιανών της Τουρκίας να βελτιωθούν σταδιακά, δεν επιθυμούν μια ήρεμη και προοδευτική βελτίωση της τουρκικής διοίκησης, πράγμα στο οποίο οδηγούν οι ενέργειες στις οποίες προέβη η Πύλη κατόπιν υποδείξεων της Αυστρίας και της Ρωσίας, εάν βέβαια ακολουθούν με σταθερότητα. Αυτό που επιζητούν με τη χρήση αναρχικών μεθόδων είναι αποκλειστική η πολιτική επανάσταση, παρά το γεγονός ότι ο αναβρασμός, που αποτελεί προϋπόθεση για μια τέτοιου είδους επανάσταση, δεν υφίσταται, αφήνοντας κατά μέρος τους Σέρβους, τους Έλληνες και τους Κουτσόβλαχους, ούτε καν ανάμεσα στους Βούλγαρους».[24]

Τα γεγονότα που ακολούθησαν δικαίωσαν τόσο τον αρθρογράφο της βοσνιακής εφημερίδας όσο και τις επιλογές των Βουλγάρων επαναστατών.

Το κίνημα του Ιουλίου, γνωστότερο ως κίνημα του Ήλιντεν, επειδή εκδηλώθηκε την ημέρα της εορτής του Προφήτη Ηλία, καταπνίγηκε, όπως άλλωστε αναμενόταν, ταχύτατα με βαρύτατες απώλειες παρά τη σημαντική βοήθεια που σχεδόν απροκάλυπτα διοχετεύθηκε από τη Βουλγαρία, ιδιαίτερα από την αδελφική της Ε.Μ.Ε.Ο. οργάνωση, το Βερχοφιστικό Κομιτάτο της Σόφιας.

Αν και η στρατιωτική αποτυχία ήταν πλήρης, τα διπλωματικά οφέλη ήταν σημαντικότατα και μάλιστα μακροπρόθεσμα.
Οι καταστροφές των βλαχόφωνων ελληνικών κωμοπόλεων του Κρουσόβου και της Κλεισούρας καθώς και δεκάδων άλλων χωριών με αμφίβολη συμμετοχή στο κίνημα, οι δηώξεις, οι εξανδραποδισμοί και οι πολυάριθμοι πρόσφυγες, αμέτοχοι τις περισσότερες φορές Πατριαρχικοί, κατάφεραν τελικά να δημοσιοποιήσουν στην Ευρώπη την προπαγάνδα της Ε.Μ.Ε.Ο. και της Βουλγαρίας περί του Μακεδονικού Ζητήματος, μια σημαντικότατη υποθήκη για τις μεταπολεμικές εξελίξεις.

Μετά το Ήλιντεν, την περίοδο 1904-1908, η Ε.Μ.Ε.Ο. ποτέ δεν ανέκτησε την προηγούμενη μαχητικότητά της, αντίθετα μάλιστα σπαράχθηκε από πλήθος εσωτερικών διαφωνιών που μερικές φορές προσέλαβαν τη μορφή ανοιχτών και αιματηρών συγκρούσεων.[25]

Παράλληλα βέβαια είχε να αντιμετωπίσει το βασικότερό της αντίπαλο, το ελληνικό Μακεδονικό Κομιτάτο, που διερχόταν τη δική του περίοδο ακμής.



Το 1908, μετά την επανάσταση των Νεότουρκων, η Ε.Μ.Ε.Ο. βγήκε από την παρανομία και μετατράπηκε σε πολιτικό οργανισμό χωρίς όμως να αποκηρύξει τις ιδιαίτερες συμπάθειές της με τη Βουλγαρία.

Η δεξιά της πτέρυγα, περισσότερο συνδεδεμένη με τη Σόφια, ίδρυσε την «Ένωση Βουλγαρικών Συνταγματικών Σωματείων» και η αριστερά της, οι λεγόμενοι «σεντραλιστές», το «Ομοσπονδιακό Λαϊκό Κόμμα».
Και οι δυο πολιτικοί οργανισμοί έθεταν ως κύριο στόχο τους την εξασφάλιση αυτόνομου καθεστώτος για τη Μακεδονία.

Ωστόσο τα Σωματεία επιθυμούσαν την πλήρη αυτονομία, ενώ οι «σεντραλιστές» την αυτοδιοίκηση εντός της Αυτοκρατορίας και την εφαρμογή ενός ριζοσπαστικού, σοσιαλιστικού προγράμματος.[26] Ένα χρόνο αργότερα, το 1909, οι δυο παρατάξεις ενσωματώθηκαν και πάλι στον κορμό της Ε.Μ.Ε.Ο. υπό τη νέα ηγεσία των Τοντόρ Αεξανδρώφ, Αλεξάντερ Πρωτογέρωφ και Πέταρ Τσαούλεφ.[27]
Τα γεγονότα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου επανεπιβεβαίωσαν τους στενούς δεσμούς της Ε.Μ.Ε.Ο. και του βουλγαρικού κράτους.
Όπως ήταν επόμενο, η βουλγαρική κατοχή σερβικών και ελληνικών τμημάτων της Μακεδονίας έπαυσε ολοσχερώς τις φωνές για αυτονομία. Την ίδια περίοδο τα ανώτερα στελέχη της Ε.Μ.Ε.Ο. πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στο βουλγαρικό κράτος από καίριες θέσεις.
Ο Πρωτογέρωφ, που εξάλλου είχε πολεμήσει με το βουλγαρικό στρατό και στους Βαλκανικούς πολέμους, τοποθετήθηκε διοικητής της περιοχής του Μοράβα και μάλιστα παραβρέθηκε μαζί με τον Αλεξανδρώφ στη συνάντηση του Κάιζερ Γουιλιέλμου της Γερμανίας με τον τσάρο Φερδινάνδο της Βουλγαρίας στη Νις το 1916. Ο Τσαούλεφ πάλι, στο διάστημα 1915-1918, ήταν αρχηγός της Αστυνομίας στη βουλγαροκρατούμενη πόλη της Αχρίδας.[28]

Η λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε την Ε.Μ.Ε.Ο. να ζητά από το Συνέδριο της Ειρήνης την ενσωμάτωση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία.[29]

Όμως η αρνητική θέση των Μεγάλων Δυνάμεων έναντι του σχετικού αιτήματος ανάγκασαν και πάλι την Ε.Μ.Ε.Ο. να επιστρέψει στην αρχική διεκδίκηση της μακεδονικής αυτονομίας και να αμβλύνει τους δεσμούς της με το βουλγαρικό κράτος.[30]

Χαρακτηριστικά σημείωνε σε κάποιο γράμμα του ο Αλεξανδρώφ: «Όλοι θεωρούμε την αυτονομία ή καλύτερα τη δημιουργία ανεξάρτητης Μακεδονίας ως το μικρότερο κακό, αφού είναι αδύνατο να ενωθούμε τώρα… Ο βουλγαρικός πληθυσμός της Μακεδονίας ζητά την ένωση με τη Βουλγαρία, αν αυτό είναι δυνατό».[31]
Σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, παρ' όλες τις αλλαγές στην ηγεσία και τη διαμάχη που ξέσπασε στο εσωτερικό της μετά το 1928, η Ε.Μ.Ε.Ο. διατήρησε την ταυτότητα της βουλγαρικής εθνικής απελευθερωτικής οργάνωσης.

Ο Τσαούλεφ το 1924, χρονιά που η Ε.Μ.Ε.Ο. είχε δυσαρεστηθεί με την πολιτική της βουλγαρικής κυβέρνησης απέναντί της και είχε προσεγγίσει το Κομμουνιστικό Κόμμα Βουλγαρίας (Κ.Κ.Β.) διακήρυττε: «Βούλγαροι είμαστε και μας ενδιαφέρει πώς διοικείται αυτή η χώρα 'η Βουλγαρία' αλλά το ενδιαφέρον μας πρέπει να έχει όρια. Τρία χρόνια περιπλανιέμαι σε ξένες χώρες πολύ πιο όμορφες, πιο πολιτισμένες, πολύ πιο ελεύθερες, αλλά αγαπώ περισσότερο τη Βουλγαρία, γιατί είμαι Βούλγαρος…»[32]

Τρία χρόνια αργότερα, το 1927, ο Πρωτογέρωφ σε συνέντευξή του δήλωνε κατηγορηματικά: «Ο πληθυσμός της Μακεδονίας αποτελείται από Βουλγάρους, Τούρκους, Αλβανούς, Βλάχους, Εβραίους, κ.α…. Οι Βούλγαροι αποτελούν σ' όλη τη Μακεδονία την πλειοψηφία… Παρόλα αυτά η θέλησή μας δεν είναι η ένωση με τη Βουλγαρία αλλά η απελευθέρωση και η αυτοτέλεια της Μακεδονίας… Εργαζόμαστε για μια ένωση όλων των εθνών στο πρότυπο της Ελβετίας».[33]

Εξάλλου και μετά το 1928 ο νικητής του εσωτερικού πολέμου της Ε.Μ.Ε.Ο. ο διαβόητος Ιβάν Μιχαήλωφ, δεν απαρνήθηκε ούτε μια στιγμή τη βουλγαρική εθνοτική ταυτότητα της Μακεδονίας.[34]

Ζητούσε απλώς τη δημιουργία ενός δεύτερου βουλγαρικού κράτους στη Μακεδονία, ανεξάρτητου από τη Βουλγαρία και τα άλλα βαλκανικά κράτη, το οποίο θα είχε βέβαια προνομιακές σχέσεις με τη Βουλγαρία, αλλά δική του οργάνωση και ανεξάρτητη πολιτική. Τέλος, ακόμη και τα μέλη της αριστερής πτέρυγας της Ε.Μ.Ε.Ο. όσοι δηλαδή δεν επανεντάχθηκαν στους κόλπους της μετά το 1909 αλλά ακολούθησαν άλλη πορεία, δήλωναν το 1919 προς το Συνέδριο της Ειρήνης ότι εκπροσωπούσαν τους «Βουλγάρους της Μακεδονίας».[35]

Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος μετέβαλε ριζικά τις διπλωματικές σχέσεις στα Βαλκάνια. Σε μια προσπάθεια σταθεροποίησης της νέας κατάστασης κρίθηκε σκόπιμος σε πολλές περιπτώσεις ο επαναπροσδιορισμός της Ιστορίας με γνώμονα τα νέα πολιτικά ζητούμενα της εποχής.

Για την ομόσπονδη γιουγκοσλαβική «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» και για το σημερινό διάδοχό της κράτος, η Ε.Μ.Ε.Ο. αποτελεί τη δική της Φιλική Εταιρεία, οι ιδρυτές της θεωρούνται καταξιωμένοι εθνικοί ήρωες και το Ήλιντεν θεωρείται το γνήσιο απελευθερωτικό κίνημα της «μακεδονικής εθνότητας» παρόμοιο με τα εθνικά κινήματα των άλλων βαλκανικών λαών.

Πρόκειται, βέβαια, για ένα τέχνασμα που, παρά τις εύλογες βουλγαρικές αντιρρήσεις, κρίθηκε απαραίτητο και εφαρμόστηκε με συνέπεια προκειμένου να υποστηριχθεί η ξεχωριστή εθνοτική ταυτότητα αυτής της νεόκοπης Δημοκρατίας.
Αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα σύγχρονα κράτη αποτελούν «κατά φαντασίαν κοινότητες»[36] ωστόσο η θέση αυτή δεν δικαιολογεί σε καμιά περίπτωση την ιδεολογική χρήση της Ιστορίας και πολύ περισσότερο τη συστηματική παραποίηση των γεγονότων. Τόσο οι μαρτυρίες των πρωταγωνιστών όσο και οι εκτιμήσεις των συγχρόνων των γεγονότων διεθνών παρατηρητών δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για τη φύση των σχέσεων Ε.Μ.Ε.Ο. και Βουλγαρίας μέχρι το 1940.

Παρά τις προσωπικές αντιπαραθέσεις και τις περιστασιακές οξύτητες η «Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση» ιδρύθηκε, ανδρώθηκε και πολέμησε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής και της αλυτρωτικής ιδεολογίας του βουλγαρικού κράτους.
----------

1 Βλ. "Parvijat Tsentralen Komitet na VMORO. Spomeni na dr. H.Tatarchev », (Η πρώτη κεντρική επιτροπή της ΕΜΕΟ. Τα απομνημονεύματα του Δρ.Χ.Τατάρτσεφ), στον τόμο L.Panajotov και I.Shopov, (εκδ.), Materijali za istorija na Makedonskoto Osvoboditelno Dvizenie, (Υλικό για την ιστορία του απελευθερωτικού κινήματος της Μακεδονίας (Σόφια, 1938 φωτ.επανέκδοση), Βιβλίο 9, σ.101.
2 Konstantin Pandev, "Ustavi I pravilnitsi na VMORO predi Ilindenskoto Preobrazenskoto vastanie" (Καταστατικά και κανονισμοί της ΕΜΑΕΟ πριν την μεταρρυθμιστική επανάσταση του Ήλιντεν), Istoritseski Pregled, 1 (1969), 79-80.
3 Materijali, βιβλίο 9, σ.103, Konstantin Pandev, Nacionalno-osvobolitelnoto Dvizenie v Makedonija I Odrinsko 1878-1903 (Το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στη Μακεδονία και στη Αδριανούπολη 1878-1903) (Σόφια, 1979), σσ.77-78.
4 Για βιογραφικά σημειώματα βλ. την ανθολογία του Konstantin Pandev, Bobite v Makedonija I Odrinsko 1878-1912. Spomeni(Οι αγώνες στη Μακεδονία και στην Αδριανούπολη 1878-1912) (Σόφια, 1981), passim.
5 Βλ. "Spomeni na D.Gruev, B.Sarafov I I.Garvanov" (Απομνημονεύματα του Δ.Γκρούεφ, Β.Σαράφωφ, και Ι.Γκαρβάνωφ), στον τόμο L.Panajotov και I.Shopov, (εκδ.), Materijali za istorija na Makedonskoto Osvoboditelno Dvizenie, (Υλικό για την ιστορία του απελευθερωτικού κινήματος της Μακεδονίας (Σόφια, 1938 φωτ.επανέκδοση), Βιβλίο 5, σ.18. La Macedoine et le vilayet d' Adrinople (1893-1903). Memoire de l' Organisation Interieure, 1904, σ.7. Christo Siljanov, Osvoboditelnite borbi na Makedonija (Οι απελευθερωτικοί αγώνες της Μακεδονίας), τ.1 (Σόφια, 1933), σ.68 και Pandev, Dvizenie, σσ.76-77.
6 Materijali,βιβλιο 9, σ.102, και Macedoine, σ.5.
7 Materijali, βιβλίο 5, σ.11 και Siljanov, ό.π., σ.40.
8 Βλ. τα απομνημονεύματα του Ποπάρσωφ στο Pandev, Borbite, σ.123.
9 Siljanov, ό.π., σ.40.
10 Το περιεχόμενο του όρκου ήταν το εξής: «Ορκίζομαι στο Θεό, στην πίστη και στην τιμή μου ότι θα αγωνιστώ ως το θάνατο για την απελευθέρωση των Βουλγάρων της Μακεδονίας και της Αδριανούπολης, ότι θα υπακούω στους ανωτέρους μου και θα εκτελώ χωρίς αντιρρήσεις τα καθήκοντά μου. Δε θα πω ποτέ σε κανένα ούτε αυτό που είδα και άκουσα σήμερα ούτε τίποτε από όσα πρόκειται να δω και ν' ακούσω από τώρα και στο εξής. Διαφορετικά ας βρω το θάνατο από αυτό το περίστροφο ή το σπαθί τα οποία τώρα φιλώ». (βλ. άρθρο 15 του οργανισμού). Για το περιεχόμενο του οργανισμού βλ. Pandev, Dvizenie, σσ.131-136.
11 "The Statute of the Bulgarian Macedonian Adrianople Revolutionary Committees". Macedonia. Documents and Material(Σόφια, 1978), σ.419.
12 Materijali, βιβλίο 8, σσ.59-61.
13 Σ' αυτό το σημείο στηρίζεται ο Polianski για ν' αποδείξει τον μακεδονικό εθνοτικό χαρακτήρα της οργάνωσης, ενώ αδιαφορεί για τα προηγούμενα καταστατικά κείμενα. Βλ΄. H.Polianski-Andonov, Gotse Delchev. His Life and Times (Σκόπια, 1973), σ.75.
14 Foreign Offixe (FO), 195/2157, Biliotti προς O' Conor, Θεσσαλονίκη 2 Ιουλίου 1903, ff.62-64.
15 Archives du Ministere des Affaires Etrangeres (AMAE), Nouvelle Serie. Turquie, vol.34, Choublier προς Constans, Μοναστήρι 3 Ιουνίου 1903, ff.125-128 (αντίγραφο). O Fikret Adanir στο έργο του Die Makedonische Frage. Ihre Entstejung und Entwicklung bis 1908 (Βισμπάντεν, 1979), σ.127 υποστηρίζει ότι ο κανονισμός των ενόπλων ομάδων συντάχθηκε από τον Πετρώφ και τον Ντέλτσεφ.
16 Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (ΑΥΕ)/Κεντρική Υπηρεσία (ΚΥ)/ΑΑΚ/Η, Προξενείο Μοναστηρίου 1902, Παπά Σταύρος Τσάμης προς Κουζέ-Πεζά, Πισοδέρι 26 Φεβρ.1902, συνημμένο στην επιστολή του Κουζέ-Πεζά προς Υπ. Εξ., Μοναστήρι 10 Μαρ.1902, αρ.πρωτ.119.
17 F.O 915/2156, Bilioti Προς O' Conor, Θεσσαλονίκη 2 Ιουλίου 1903, dd.66-76v.
18 Silianov, όπ.π., σσ.197-198.
19 Βλ. "Spomeni na Gorce Petrov", L.Panajotov, I.Shopov (εκδ.), Materijali za Istorija na Makedonskoto Osvoboditelno Dvizenie(Σόφια, 1983, φωτοτυπ. επανέκδοση), βιβλίο 8, σ.155.
20 Materijali, βιβλίο 5, σ.76 και βιβλίο 8, σ.155.
21 AMAE/NS Turquie - Macedoine, vol.32, Gauthier προς Constans, Μοναστήρι 15 Μαρτίου 1903, f.22.
22 Haus-Hof-& Staatarchiv Wien (HHStA), Politisches Archiv (PA), XXXVII/konsulat Monastir 1903, kart. 392, Kral προςGoluchowski,
23 FO 195/2156, Fontana προς Billioti, Σκόπια 1 Ιουνίου 1903, ff.692-694.
24 AMAE/NS Turquie-Macedoine, vol.33, ff.6-10, μεταφρασμένο άρθρο της εφ.Bosnische Post της 14ης Απριλίου 1903 με θέμα «Το Μακεδονικό Κίνημα», συνημμένο στο έγγραφο της 21ης Απριλίου 1903, του Γάλλου προξένου στο Σεράγεβο.
25 Βλ. ΑΥΕ/ΚΥ/ΑΑΚ/Β' 1906 Προξενείο Θεσσαλονίκης, Κορομηλάς προς Υπ.Εξ., 26 Αυγ.1906, αρ.εμπ. πρωτ. 447, αλλά και ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο Μακεδονικός Αγώνα και τα εις Θράκην γεγονότα, (Αθήνα, 1979), σσ.201-202, 279, 286.
26 Douglas Dakin, The Greek Struggle in Macedonia 1897-1913 (Θεσσαλονίκη, 1966), σσ.387-390, 394.
27 Stefan Troebst, "De IMRO als Objekt der Einheitsfrontstrategie von Komintern und sowietrussischer Diplomatie in den jahren 1923-4", (αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, Βερολίνο, 1979), σ.16.
28 FO 421/311, General Correspondence, Bulgaria 1927m Notes on Leading Personalities in Bulgaria και Elisabeth Barker, Macedonia . Its Place in Balkan Power Politics (Λονδίνο, 1950), σ.39.
29 Memoar na Vatresnata Makedonska Revolutionna Organisatsia do predstaviitelite na Velikite Sili v Konferentsijata (Υπόμνημα της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης προς τους Αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων στο Συνέδριο) (Σόφια, 1919), σσ.3-8.
30 Για την Ε.Μ.Ε.Ο. και για το Μακεδονικό στη μεσοπολεμική Βουλγαρία βλ. Vlasis Vlasidis, "The 'Macedonian Question' on the Bulgarian Political Scene (1919-1923)", Balkan Studies 32/1 (1991), 71-88.
31 Biliarski και Kristiy Gerginov, "Nepublikuvani dokumentii za deinostta na Todor Alexandrov i VMORO (1910-1919)" (Αδημοσίευτα στοιχεία για τη δράση του Τοντόρ Αλεξανδρώφ και την Ε.Μ.Ε.Ο. (1910-1919), Voennoistoritseski Sbornik 4 (1987), 214.
32 Βλ. Petar Tsaulev v Otvoreno pismo do Kiril Pirlisev" (Ο Πέταρ Τσαούλεφ στο Άνοιχτό Γράμμα' στον Κίριλ Πιρλίσεφ) που δημοσιεύτηκε αρχικά στο Balkanska Federatsia τον Ιούλιο του 1924 και επαναδημοσιεύτηκε στο Dokymenti I materjali za Istorija na Bulgarskija Narod (Ντοκουμέντα και υλικό για την ιστορία του βουλγαρικού έθνους) (Σόφια, 1969), σ.454.
33 "Interviu c Al. Protogerov otnosno polozenieto v Makedonija 9-10-1927" (Συνέντευξη με τον Αλ. Πρωτογέρωφ για τη νέα κατάσταση στη Μακεδονία 9-10-1927), Dokumenti I Materijali, σ.473.
34 Βλ. Ivan Mihailov, Macedonia . A Switzerland of the Balkans (Σαίντ Λιούις, 1950, ελλ. μετάφραση ΙΜΧΑ), σ.37.
35 Βλ. Το υπόμνημα της «Προσωρινής Αντιπροσωπείας της πρώην Ενωμένης Ε.Μ.Ε.Ο.» προς τα μέλη της βουλγαρικής κυβέρνησης σχετικά με την τύχη της Μακεδονίας κατά την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης στο Macedonia. Documents and Material (Σόφια, 1978), σ.701.
36 Βλ. την κλασική πλέον μελέτη του Benedict Anderson, Imagined Communities (Λονδίνο, 1991 2η εκδ.)

Δεν υπάρχουν σχόλια: