Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Οι Σλαβόφωνοι και οι Βούλγαροι.

του Γεωργίου Μόδη.
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
κειμένων περί του
ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΟΣ

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ.


"Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ
ΚΑΙ
 Η ΝΕΩΤΕΡΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ
 ΙΣΤΟΡΙΑ"


Κύριος στόχος των Βουλγάρων ήταν οί σλαβόφωνοι ή βουλγαρόφωνοι.


Τούς θεώρησαν δικούς τους 100%, άδιαφιλονίκητο καί άναφαίρετο κτήμα τους καί όταν άγωνίζονταν καί θυσιάζονταν γιά τήν έλληνική ιδέα καί όταν άκόμη ήταν Τούρκοι φανατικώτεροι καί άγριώτεροι άπ’ τούς «Κονιάρους» καί «Γιουρούκους» Τούρκους.

’Αψευδής μάρτυς είναι ό Μπράνκοφ μέ τις στατιστικές του.

 Πέρασε στο ενεργητικό τής Βουλγαρίας τούς «Έλληνίζοντες» ή «Γραικομάνους», πού βαστούσαν όλο τό βάρος του άντιβουλγαρικού πολέμου, καί τούς Τούρκους, πού θά τον εκαμναν χίλια κομμάτια, αν τολμούσε να έκστομίση μπροστά τους τον καταπληκτικό του άφορισμό.

Γνήσιοι Βούλγαροι γι’ αύτόν καί όλη τήν έπίσημη Βουλγαρία καί Εξαρχία ήταν οί Στρωμνιτσιωτες, πού τό 1913, όταν παραχωρήθηκε ή γενέτειρά τους στή Βουλγαρία μέ τη συνθήκη τού Βουκουρεστίου, προτίμησαν να κάψουν τά σπίτια τους, νά έγκαταλείψουν περιουσίες καί τά «πάντα» καί νά κουβαληθούν γυμνοί πρόσφυγες στή φτωχή Ελλάδα !...Μέ τον τρόπο αύτό οί Βούλγαροι έσπρωχναν τά σύνορά τους ίσα μέ τον "Ολυμπο καί τά Καμβούνια.

 Δεν τούς πείραζε άν ήταν πολύ λίγοι οί δικοί τους σχετικά μέ τον άλλο πληθυσμό. Άποτελούσαν τον περιούσιο λαό, κάτι σάν τήν άνώτερη φυλή του Χίτλερ....
O Ντάνεφ, πολλές φορές πρωθυπουργός τής Βουλγαρίας, έδήλωσε στο Γάλλο δημοσιολόγο καί δημοσιογράφο Μισέλ Παγιαρές τό 1905, στή Σόφια:

 «Μάλιστα γελαστήκαμε. Έκάμαμε λάθος καί τά Κομιτάτα έκαμαν τρομερά κακουργήματα. Πιστεύαμε ότι ή Μακεδονία ήταν μιά καθαρή βουλγαρική έπαρχία...».

Ωστόσο δέν άγνοούσαν τούς «Γραικομάνους». ’Ήδη άπ’ τό 1872, τό 1876, 1878 τούς βρήκαν άντιμέτωπους.

Ο Όφέϊκοφ (ψευδώνυμο τού γραμματέα τής Βουλγαρικής ’Εξαρχίας Σόπωφ), έγραψε τό 1885 στο «Macedoine. Expose de 1’ etat present du bulgarisme en Macedoine» :

 «Είναι ομολογία πικρή καί ταπεινωτική μά πρέπει νά ομολογήσουμε, ότι τό μεγαλύτερο μέρος των Βουλγάρων τής Μακεδονίας δέν έχει έθνική συνείδηση καί έάν ή Εύρώπη έπιτρέψη στο λαό της Μακεδονίας νά έκλέξη πατρίδα είμαι βέβαιος ότι ή πλειοψηφία θά μας ξεφύγη».

Ο άρχικομιτατζής Πάντο Κλιάσεφ στά απομνημονεύματά του, πού έκδόθηκαν στη Σόφια το 1925 απ’ τό Βουλγαρικό ’Ινστιτούτο, γράφει ότι τό 1899-1900, όταν τό Κομιτάτο πρωτοεμφανίσθηκε στην περιφέρεια Καστοριάς-Φλώρινας, ο Ελληνισμός είχε βαθύτατες ρίζες, όλα τά χωριά, έκτος δύο, ήταν έλληνικά, οί Γραικομάνοι άποτελουσαν τή μέγιστη πλειονότητα του πληθυσμού.

Επίσης ή «Εποποιία τού Ίλιντέν» (Ίλιντένσκο Έποπέϊα) τού Άγγελ. Ντίνεφ, πού έκδόθηκε τό 1949 στά Σκόπια, παραδέχεται ότι προ τής 20 ’Ιουλίου 1903, ήμέρα τού κινήματος, όλα τά χωριά Καστανοχωρίων καί Καστοριάς ήταν μέ τό Πατριαρχείο, δηλ. έλληνικά.

"Ηξεραν έπίσης καί άναγνώριζαν την άριθμητική (ίδε Μπράγκοφ), πνευματική, οικονομική μας υπεροχή σέ πόλεις, πού εμειναν εξω άπ’ τά σύνορά μας, όπως τό Μοναστήρι, τό Κρούσοβο, ή Γευγελή, ή Δοϊράνη, ή Στρώμνιτσα, τό Μελένικο κ.λ.π.

Καί όμως εύθύς επειτα άπ’ τή Συνθήκη τού Βουκουρεστίου, πού τούς εδινε τό Μελένικο, τή Στρώμνιτσα καί όλη τή Δυτική Θράκη, πού τις είχε κερδίσει μέ αιμα καί πόλεμον ό έλληνικός στρατός καί είχαν άσήμαντη βουλγαρική μειοψηφία, ξέσπασαν στις βοερώ- τερες διαμαρτυρίες, ότι έπαθαν τή μεγαλύτερη στον κόσμο άδικία, τον βαθύτερο άκρωτηριασμό κ.λ.π.

’Εφημερίδες καί αύτή ή «Bulgarie», έπίσημο οργανο τού 'Υπουργείου των ’Εξωτερικών, τό καλοκαίρι τού 1915, όταν παζάρευαν τήν έξοδό τους στον πόλεμο, περιοδικά, βιβλία κ.τ.λ. μάς ονόμαζαν καί έμας κλέφτες, αρπαγές, ληστάρχους κ.τ.λ., όπως καί τούς Σέρβους, πού δεν είχαν αληθινά πολλούς ίδικούς των στις «νέες» των επαρχίες.

Έβαλαν πληρωμένα φερέφωνα, όπως ό Zelet, νά γράφουν ότι ή Μακεδονία ήταν γιά τή Βουλγαρία δ,τι ή ’Αλσατία καί Λωρραίνη γιά τή Γαλλία, καί άλλον, όπως ό Bousquet, ν’ άποφανθή, ότι οιΣέρρες ήταν ή Άλσατική Μιλούζ, ή Δράμα τό Στρασβούργο καί ή Θεσσαλονίκη τό Μέτς !....

Ηταν καθαρότατα βουλγαρικές οί δύο πολιτείες τής ’Ανατολικής Μακεδονίας, 
όπου  οι Βούλγαροι μετριούνταν στά δάχτυλα
καί ή Θεσσαλονίκη, όπου  δεν άντιπροσώπευαν ουτε τό ενα εικοστό τού όλου πληθυσμού, όπως άκραιφνέστατα βουλγαρικές ήταν καί ή Στενήμαχος, ή Βάρνα, ή Άγχίαλος, ή Φιλιππούπολη, ό Πύργος, ή Μεσημβρία, τό Καβακλή κ.τ.λ., πού τις είχαν άρπάξει άπ’ τό 1885 καί ρημάξει μέ τό βαρβαρότερο τρόπο άπ’ τό 1906!

'Н γλώσσα ή άκριβέστερα τό τοπικό σλαβόφωνο ιδίωμα, άποτελούσε τον τίτλο κυριότητας καί ιδιοκτησίας σ’ όλη τή Μακεδονία.

Πραγματικά τό πρωτόγονο αύτό ιδίωμα είχε συγγένεια μέ τή βουλγαρική. 

’Έχει όμως καί πολλές τούρκικες λέξεις καί πάρα πολλές ελληνικές, πού δεν είναι μάλιστα μόνον έκκλησιαστικές καί λόγιες, μά καί καθαρά άγροτικές καί σπιτικές, πράγμα πού σημαίνει, ότι δέν είναι δανεισμένες άπό άλλη γλώσσα.

'Υπογραμμίζει τό σημείο αύτό καί τό περίφημο ύπόμνημα τής κοινότητας της ’Έδεσσας πρός τή Διάσκεψη τής Κωνσταντινούπολης του Ίανουαρίου 1877.

Τονίζει επίσης ότι δέν δικαιούνται οί Βούλγαροι νά έπικαλεσθούν τή γλώσσα, άφού οί ίδιοι μιλούν τώρα γλώσσα σλαβική, ένώ ή αρχική τους ήταν τουρκοταταρική.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καί σλαβομαθής κ. Ν. Άνδριώτης, στο βιβλίο του «'Η ομόσπονδη Δημοκρατία τής Μακεδονίας τού Βαρδαρίου» εχει καταχωρήσει μακρόν κατάλογον άπό έλληνικές λέξεις.
 Επίσης ό Γ. Μπουκουβάλας δημοσίευσε στον «Ελληνισμό», τό 1905, παρόμοιες 650 λέξεις καί βεβαίωσε ότι υπήρχαν καί άλλες.

Τότε καί ό πρώην γυμνασιάρχης Τσούλκας, σλαβόφωνος, εκαμε άνάλογη εργασία.

'Ο Ρακόφσκη, συγγραφέας τού «Όδηγού», τό 1855, έγραψε, όπως βεβαιώνει ό Auguste Dazon, ότι ή βουλγαρική εϊναι ή ϊδια ή....σανσκριτική καί ότι οί Βούλγαροι ήρθαν απ’ τις ’Ινδίες, πολλές εκατονταετίες προ Χρίστου!

"Οταν μπήκαν όμως στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, άπαρνήθηκαν «πριν άλέκτωρ φωνήση» τον σλαβισμό καί βρήκαν ότι ήσαν συγγενείς των συμμάχων τους Τούρκων καί Ούγγρων, άφού Τουρκοτάταροι ήσαν οι αρχικοί πρόγονοί τους τής εποχής του Άσπαρούχ, Τιμουρτάγκ, Κρούμ, πού ένισχύθηκαν άργότερα καί άπό άλλους Τουρκοτατάρους, τούς Κουμάνους, Πετσενέγους, Ουννους, Τατάρους.

Ή «Ντοέβνικ» τής Σόφιας τής 26 Νοεμβρίου 1915 καί πολλά άλλα φύλλα τόνιζαν άκριβώς τήν τουρανική καταγωγή (Φρανκφούρτερ Τσάϊτουνγκ, 29’Απριλίου 1916).

'Ο καθηγητής Πάνωφ στήν Πρωσσική βουλή, στις 28 ’Απριλίου 1916, ειπε τά ϊδια.
 Ή «'Ιστορία των Βουλγάρων» τού Νικολάϊ Στανίτσεφ, πού τήν έκτύπωσε τό 1942 τό Βουλγαρικό 'Υπουργείο τής Παιδείας, άφιερώνει πάρα πολλές σελίδες στούς πολέμους καί στις σχέσεις των Ουννων μέ τούς Κινέζους.

 Οί Βούλγαροι, γράφει, ήταν ή δυνατώτερη καί πιστότερη ούννική φυλή.

'Όταν ιδρύθηκε ή δεύτερη ούννική αύτοκρατορία άπ’ τον Χάν—Γιου- Τσίτ—Κί, οί Βούλγαροι πάλιν ήταν ό κεντρικός καί σημαντικώτερος πυρήνας της....
Ησαν καί οί πλέον πολεμοχαρείς....

Καθαροί Βούλγαροι ήσαν οί Κυτρογκουροι, Ούστρογκούροι, Ούννογκουροι, καί τά άλλα ούννικά φύλα, καθώς καί ό ίδιος ό’Αττίλας (Χάν—Γιου), ή θεϊκή μάστιγα, όπως είχεν όνομασθή...

"Οταν πέθανε ό ’Αττίλας καί διαλύθηκε ή αύτοκρατορία του, τήν άντικατέστησαν οί Βούλγαροι μέ τή δική τους σημαία. Σύμφωνα μέ τήν επίσημη αύτή βουλγαρική ιστορία βρήκαν, τέλος, οί Βούλγαροι τούς ένδοξους προγόνους: τούς Ουννους καί τον ’Αττίλα!

Τό τοπικό σλαβικό ιδίωμα τής Μακεδονίας συγγενεύει καί μέ τήν κουτσοβλαχική καί τήν άλβανική.
 Τό άρθρον π.χ. δέν προτάσσεται, μά άκολουθεϊ. ’Έχουν καί κοινές εκφράσεις: «Δέν μού τρώγεται, δέν μου πίνε- ται, δέν μού κοιμάται», άντί « δέν πεινώ, δέν διψώ, δέν νυστάζω».

’Έχει γίνει παραδεκτό παντού άπό όλους, ότι δέν είναι ή γλώσσα τό κύριο έθνικό κριτήριο. 

Πανηγυρικήν απόδειξη προσφέρουν οί ίδιοι οί Βούλγαροι.

 Όμιλουν τώρα γλώσσα σλαβική, ενώ ή άρχική τους ήταν τουρκοταταρική. 

Πήραν τήν γλώσσα τών σλαβικών φυλών πού εϊχαν υποτάξει.
......
Δημιουργεί τήν εθνότητα ενα κοινό παρελθόν, 
κοινές παραδόσεις, 
κοινά αισθήματα,
 κοινές άντιλήψεις
 καί βλέψεις.
Ή γλώσσα παίζει δευτερεύοντα ρόλο. 

Ό σοβιετικός καθορισμός τού έθνους, διατυπωμένος, μάλιστα, άπ’ τον ίδιο τον Στάλιν, είναι: «Κοινότητα άνθρώπων, πού δημιουργήθηκε ιστορικά καί δέν σημαίνει κοινότητα φυλής καί γένους».

'0 άνθρωπολογικός τύπος πολλών σλαβικών λαών μοιάζει περισσότερο μέ τον τύπο γειτόνων λαών μή σλαβικών, παρά μεταξύ τους.

Οί Ρώσοι άνθρωπολόγοι συγγραφείς Ντέμπετς, Τροφίνοβα καί Τσεμποξάρωφ παραδέχονται ότι ή διάδοση τών σλαβικών γλωσσών δέν συνοδευόταν άπό μαζικές μετακινήσεις τών λαών, «γινόταν δηλαδή μηχανικά», αυτομάτως.

Δέν είναι δυνατό νά θεωρηθουν ’Άγγλοι οί Νέγροι τής ’Αμερικής γιατί μητρική γλώσσα έχουν τήν άγγλική.
Ουτε έχασαν τήν έθνικότητά τους οί Εβραίοι γιατί μιλουν τή γλώσσα τών άπειραρίθμων τόπων, όπου  εγκαταστάθηκαν καί τώρα μόλις νεκρανασταίνουν στο ’Ισραήλ τήν άρχαία τους γλώσσα. 
Γιά τούς ελληνόφωνους Εβραίους, πού είχαν ξεχάσει τήν εβραϊκή, μεταφράσθηκε ή Παλαιά Διαθήκη στήν ελληνική άπ’ τούς «Έβδομήκοντα» πριν 2.000 σχεδόν χρόνια.
.........
'Ο ’Άγγλος  λοχαγός Evans (Έβανς), πού υπηρέτησε δύο χρόνια μέ τον ΕΛΑΣ στήν περιφέρεια Καστοριάς—Φλώρινας καί έγκαταστάθηκε τήν άνοιξη τού 1945 στή Φλώρινα μέ άνεξιχνίαστη άποστολή, είχε σχηματίσει τή γνώμη ότι, όλοι όσοι μιλούσαν τό σλαβικό ιδίωμα, ήταν Βούλγαροι, όσοι τό κουτσοβλάχικο, ήταν Ρουμάνοι καί άλλοι ’Αλβανοί!

 "Οταν όμως διάβασε δύο προπολεμικούς τόμους μου «Μακεδονικές ιστορίες», όπου  είδε ότι σ’ εκείνα τά χωριά, στά χρόνια τής τουρκοκρατίας, πολλοί έσφάζονταν καί έσφαζαν, έκαίονταν καί έ'καιαν γιά τον Ελληνισμό καί διαπίστωσε ό ίδιος μέ έπιτόπια εξέταση, ότι υπήρχαν ολάκερα σλαβόφωνα χωριά, φανατικά καί άδιάλλακτα ελληνικά, ήρθε νά μέ ευχαρίστηση καί νά μού έκδηλώση τήν άπορία του γιά τό άπίστευτο φαινόμενο. 

'Υπενθύμισα τότε καί σ’ αύτόν ότι οί παλαιότεροι καί άδυσώπητοι εχθροί των Άγγλων ήταν οί άγγλόφωνοι τώρα, καθολικοί ’Ιρλανδοί, ένώ οί κελτόφωνοι Ούαλλοι υπήρξαν πάντοτε λαμπροί Βρεττανοί πατριώτες.

......
'Ο περίφημος γεωγράφος καί καθηγητής τού Πανεπιστημίου τού Βελιγραδιού Τσβίϊτς γράφει έπίσης ότι «έκβυζαντινισμένοι» Κουτσόβλαχοι καί Ελληνες έμποροι είχαν μεγάλη πλειοψηφίά καί επιρροή σ’ όλες τις πόλεις τής Σερβίας καί Βουλγαρίας καί ότι οί περισσότεροι διανοούμενοι πολιτικοί καί πρωθυπουργοί τής Σερβίας είναι κουτσοβλαχικής καταγωγής.

Δεν εξαιρεί καί τήν Βουλγαρία. 

Είναι χαρακτηριστικά καί όσα γράφει ό Γερμανός τουρκολόγος καί άνατολιστής Μόρντμαν, πού έμεινε πολλά χρόνια στήν Τουρκία περί τό 1850. Περιηγήθηκε πολλές φορές τό εσωτερικό τής Μικράς Άσίας, όπου  καί συζητούσε μέ Τούρκους.’Ήξευρε βέβαια καλά τουρκικά. Γιά νά υποστήριξή τή γνώμη του, χρησιμοποιούσε καί ρητά τού Κορανίου. Μέ κατάπληξη έβλεπε τότε τούς «Τούρκους» αυτούς νά γελουν, νά τού δείχνουν ένα σταυρό κρυμμένο στο στήθος, νά τού μιλουν «άρχαϊκά έλληνικά μέ νεοελληννική προφορά»! 'Ολάκαιροι πληθυσμοί έκρυβαν, περισσότερο άπό 5 καί 6 αιώνες, θρησκεία καί γλώσσα!

'Ο Μόρντμαν δέν φανέρωσε ονόματα καί τόπο των άνθρώπων αύτών, γιά νά μη παραδώση στή σφαγή αυτούς, πού τού έμπιστεύθηκαν τόσο μεγάλο μυστικό.


Οί βουλγαρόφωνοι Στρωμνιτσιώτες, μαζί μέ άλλα γύρω χωριά έγκατέλειψαν τό 1913 σπίτια, κτήματα, χωράφια, περιουσίες καί ήρθαν γυμνοί πρόσφυγες στήν πτωχή 'Ελλάδα, γιατί μέ τήν συνθήκη τού Βουκουρεστίου παραδίνονταν στήν ομόγλωσση Βουλγαρία.

’Έβαλαν μάλιστα φωτιά σέ πολλά σπίτια τους. Πολλοί είχαν άνοίξει τά βαρέλια νά πλημμυρίσουν οι δρόμοι άπό κρασί...

Έγινε τότε ένα χαρακτηριστικό «μακεδονικό» έπεισόδιο :

Κάποιος Στρωμνιτσιώτης, πού άνήκε στήν έλληνική παράταξη, προτίμησε νά μείνη στή Στρώμνιτσα μέ τό μικρό γιό του Νικόλα, γιά νά μή χάση τήν περιουσία.

 'Н γυναίκα του μέ τ’ άλλα τέκνα άκολούθησε τό ρευμα τής φυγής στήν Ελλάδα.
 Τό 1919, όταν ή Στρώμνιτσα παραχωρήθηκε στούς Σέρβους, πατέρας καί γιος έφυγαν στή Σόφια.

Τό 1927 ό πατέρας εϊχεν άποθάνει καί ό Νικόλας, πού είχε ένα μικρό μανάβικο, κλήθηκε στά γραφεία τού Βουλγαρικου Κομιτάτου καί διατάχθηκε νά έλθη στή Θεσσαλονίκη μέ κάποιον Νάνεφ καί νά ρίξουν βόμβες στο Γιουγκοσλαβικό Προξενείο Θεσσαλονίκης καί στήν ’Έκθεση.
Ηλθαν μέ χαρτιά τής Επιτροπής τής Έλληνο - βουλγαρικής Μεταναστεύσεως.

Ο Νικόλας Πάντεφ πήγε νά έπισκεφθή τήν «άπονη καί σκληρή» μάνα του, σύμφωνα μέ τή διαταγή τού Κομιτάτου, γιά νά μή παρεξηγηθή.
 Τήν βρήκε σέ οικονομική κατάσταση πολύ καλύτερη άπ’ τή δική του. Μάνα καί άδελφές τον δέχθηκαν μέ τις θερμότερες αγκάλες. 
Σάν τις άκουσε νά λέγουν ότι θά πήγαιναν τήν άλλη μέρα στήν ’Έκθεση ταράχθηκε και τις σύστησε νά μήν παν.
 'Υποχρεώθηκε τότε νά φανερώση σιγά σιγά τον σκοπό τής άποστολής του.
 Ή μάνα, χωρίς νά χάση καιρό, τον παίρνει άμέσως καί πηγαίνουν στον στρατηγό Τσιρογιάννη, διοικητή τού Γ' Σώματος Στρατου, πού είχε υπηρετήσει στη Στρώμνιτσα διευθυντής σχολείου στά χρόνια τού «Μακεδονικου ’Αγώνα».
 Ό Νάνεφ καί ό χωρικός, πού έφερνε τις βόμβες πιάσθηκαν καί καταδικάσθηκαν άπ’ τό κακουργοδικειο Θεσσαλονίκης σέ θάνατο.
Ή γλώσσα λιγώτερο άκόμα βαραίνει σέ άνάμικτα μέρη, όπως ή Μακεδονία, όπου  έγιναν τόσες έπιδρομές, εγκαταστάσεις, διασταυρώσεις καί άναμίξεις.

'Ο οπλαρχηγός Λάζος Δουγιάμας ή Μπαροβίτσας, πού δολοφονήθηκε άπό «συμμάχους» κομιτατζήδες, παραμονές τού πολέμου τού 1912, μού είχε διηγηθή τό 1908 ότι τό χωριό του Μπαροβίτσα, σήμερα Καστανερή, καθώς καί άλλα γειτονικά επάνω στον Πάϊκο τής περιοχής Γουμένιτσας, μιλουσαν, πριν 100 τό πολύ 150 χρόνια, βλάχικα (μογλενίτικα).
 'Н φιλόλογος δνίς Μαρία Παπαγεωργίου τό διαπίστωσε μέ τά τοπωνύμια αύτών τών χωριών, πού είναι όλα βλάχικα.
Τό άναφέρει καί ό περιβόητος Ρουμανολόγος Γερμανός καθηγητής Βάϊγκαν, πού είχεν έπισκεφθή τά μέρη έκείνα τό 1898. ’Επίσης τό τονίζει καί ό Σέρβος καθηγητής καί γεωγράφος Τσβίϊτς, πού χαρακτηρίζει βλάχικα καί μισοεκσλαβισμένα τήν Μπαροβίτσα (Καστανερή), τήν Κρίβνα(Γρίβα), τό Κορνισόρ καί άλλα.

 Καί γιά τά χωριά τής περιφέρειας Μοναστηριού Περιστέρι, Ρουκουτίνα, Όράχοβα, Λάχτσι, Τσαπάρι έχει είπωθή ότι μιλούσαν άλλοτε κουτσοβλάχικα ή άρβανίτικα.
Στο τελευταίο, τό Τσαπάρι, πού ήταν χωριό καρβουναρέϊκο, υπήρχαν καί τό 1905 γέροι, πού ήξεραν τά βλάχικα καί έλεγαν ότι παλαιότερα όλοι τά μιλούσαν.
Ηταν όμως φανατικό βουλγαροχώρι!

Γιά τό Τσαπάρι, όπως καί γιά άλλα χωριά στις πηγές τού Δραγορίου καί τής Σέμνιτσας, βεβαιώνει καί ό Σέρβος γεωγράφος Τσβίϊτς ότι είναι σίγουρα έκσλαβισμένα τό Κράπα μάλιστα καί τό Σλέπσε είχαν πρόσφατα έκσλαβισθή καί δέν πρόλαβαν νά δεχθουν τήν «οικογενειακή εορτή». Οί κάτοικοι τών χωριών αύτών είναι ζωηρότεροι, δραστηριώτεροι καί γενικά διαφορετικοί άπ’ τούς άλλους σλαβόφωνους.
Στα χωρία τού Μοριχοβου υπήρχε παράδοση, ότι οί κάτοικοι κατάγονταν άπ’ το Μόριά και στο Λαιμό τής Πρέσπας (Ρόμποι) απ’ τή Λάρισα.
Επισης στην Κρυσταλλοπηγη, το παλαιό Σμαρδέσι, ότι οί αρχικοί κτήτορες ήταν απ την επαρχία Γρεβενών. "Οπως είχε βεβαιώσει ό ύπέργηρος τοτε Παπαβασιλειου, φορουσαν στις εορτές φουστανέλλα, καθώς καί τ’ άλλα έκεϊ χωριά, μόνοι όμως είχανε πιγαμίες μέ τό βλαχόφωνο Πισοδέρι.

 Χρησιμοποιουσαν και αρκετες βλάχικες λέξεις.
'Υπάρχει μία ομορφη βρύση μέ δύο κρουνούς, πού ό ενας χύνει τό νερό του πρός τό Αιγαίο καί ό άλλος την Αδριατικη.
Την εφτιαξε τό 1747 ό Μοσχοπολίτης Στάμος, όπως αναγράφει ή μαρμάρινη πλάκα της. Είναι φανερό, ότι σημαντικό τουλάχιστο μέρος τού πληθυσμού ήταν βλάχικο.
 Γιά τό Μορίχοβο ό Τσβίϊτς λέγει ότι είχε πολλούς βλάχικους τύπους, καθώς καί βλάχικο αϊμα. Οί γυναίκες χρησιμοποιούσαν τό μαυρο χρώμα στα κεντήματα.
Στήν Παλοάστρα τού κάμπου τής Φλώρινας υπάρχει θέση πού λέγεται «Λατινική ’Εκκλησία» και στον Λευκώνα τής Πρέσπας «'Εβραϊκό Νεκροταφείο». Ουτε ’ίχνος βέβαια άπο Λατίνους ή 'Εβραίους διασώζεται σήμερα έκεϊ.
Μεγάλο μέρος τών σλαβόφωνων, τώρα, χωριών ’Ασπρώγεια (Στρέμπενο) καί Πολυπόταμος (Νερέτη) της Φλώρινας, καθώς καί τού ’Ασβεστοχωρίου Θεσσαλονίκης, προέρχεται άπ’ τήν ’Ήπειρο, τά Άγραφα, τον Βόλο.
Απ’ τήν Τσαμουριά είχε καταγωγή ό οπλαρχηγός Βαγγέλης ό Στρεμπενιώτης.

 Άπ τό Ζαγόρι τής Ηπείρου είχε τήν ρίζα ό γεννημένος στον Πολυποταμο δικηγόρος στήν Φλώρινα Μενέλαος Γκέλες, πού ειχε χρισθή στην κατοχή άπ’ τούς Βουλγάρους άξιωματικούς τού Γερμανικού Φρουραρχείου αρχηγός τών Βουλγάρων τής περιοχής.

Πολλοί συγγενείς του (Παπακωνσταντϊνος καί άλλοι) είχαν σφαγιασθή άπ’ τούς κομιτατζήδες. Ό πατέρας του άπ’ τό φοβο τους ειχε φύγει στην Αμερική.

Παλαιοί Βούλγαροι ελεγαν τότε: «’Έχομε τώρα άρχηγό ενα Βούλγαρο άπ’ τό ’Ήπειρος» !
'Ο βουλευτής καί γερουσιαστής Σερρών Πάζης μου έχει πει ότι στην γενέτειρά του Τζουμαγιά, σήμερα 'Ηράκλεια τών Σερρών, που ειχε συνοικισθή πριν 150 χρόνια άπό βλαχόφωνους τού Γράμμου καί τής Πίνδου, οί κάπως μορφωμένοι μιλούσαν ελληνικά, οί άλλοι βλάχικα και οι γεωργοί βουλγάρικα.

Στο Μοναστήρι υπήρχεν άπόμερη συνοικία που λεγόταν Αρναουτ (Άρβανίτικος) μαχαλάς, γιατί είχαν έγκατασταθή έκεϊ άλβανόφωνοι χριστιανοί, πρόσφυγες άπ’ τό Μπιθκούκι καί άλλα αλβανόφωνα χωρία τής Κο-ρυτσάς. Στή νεώτερη όμως περίοδο ή άλβανική είχε λησμονηθή.

Στο Μοναστήρι ή σημαντικώτερη βουλγαρική οικογένεια (Ρομπεφ) μιλουσε στα σπίτια της έλληνικά, όταν οί πατριωτικώτεροι καί ζωηρότεροι "Ελληνες μιλούσαν βλάχικα ή βουλγαρικά και λίγοι άρβανίτικα.

 ’Ακόμα καί ενας Βούλγαρος γυμνασιάρχης άπ’ τήν ίδια οικογένεια χρησιμοποιούσε τήν ελληνική στο σπίτι του.
Στο Μοναστήρι υπήρχαν οικογένειες καί άπό τό Μεσολόγγι. 'Η οίκογένειά μας είχε ρίζες στή Μοσχόπολη, τό Μπιθκούκι, πού είχε καί συνοικία Άρτινών έξαλβανισμένων, στο Άσπροπόταμο τής Θεσσαλίας καί στήν πόλη της ’Αχρίδος.
Πολλές βουλγαρικές φανατικές οικογένειες είχαν πάππο άπ’ τήν ’Ήπειρο ή τήν ’Αλβανία.
’Έχουν γίνει γενικά στή Μακεδονία μεγάλες καί ριζικές μεταβολές, άναστατώσεις, άφομοιώσεις.

Οί Βυζαντινοί είχαν έγκαταστήσει τον δέκατον αιώνα, στο μέσο του ρού τού ’Αξιού Ούγγρους, πού τούς έλεγαν «Τούρκους». Είναι οί γνωστοί άπ’ τήν ιστορία «Βαρδαριώτες». ’Ηταν πολλοί, άφου ύπηρχε καί Επισκοπή Βαρδαριωτών καί ειδικό «θέμα», διοικητική μονάδα, πολύ μεγαλύτερη άπ’ τήν δική μας νομαρχία. 'Υπηρετούσαν καί στήν αύτοκρατορική φρουρά. Τούς άναφέρουν σιγίλλια τού Βασιλείου τού Βουλγαροκτόνου καί τής ’Αννας Κομνηνής.
 Καί όμως έχουν όλότελα έξαφανισθή, όπως χάθηκε καί ή άρχαία «Μεγάλη Ελλάς» τής Σικελίας καί ’Ιταλίας.

Είχαν έπίσης οιΒυζαντινοί έγκαταστήσει τον 8ον αιώνα στήν ’Ανατολική Ρωμυλία, γύρω άπό τήν Φιλιππούπολη, τούς Παυλικιανούς.
 Τούς είχαν σηκώσει άπό τά μικρασιατικό—συριακά σύνορα. Αύτοί ήταν φανατικοί αιρετικοί, πού τούς άπομόνωναν άπό τον έντόπιο ορθόδοξο πληθυσμό. Πάλι άφομοιώθηκαν καί εξαφανίσθηκαν
. Οί άπόγονοί τους είναι Βούλγαροι σήμερα.

Στή Μονή τής Παναγίας Έλεούσης, πού ιδρύθηκε κοντά στή Στρώμνιτσα τό 1080,
 βρέθηκαν σιγίλλια καί άλλα έγγραφα άποκαλυπτικώτατα.
Αναφέρονται ονόματα χωριών, τών περισσοτέρων έλληνικών, όπως Παλιόκαστρο, Ποντικοεκκλησιά, Καταράτου, Ρουλινά. 
Έπίσης καί ονόματα κατοίκων τής Στρώμνιτσας καί τών χωριών της όπως Κωνσταντίνος Σπανόπουλος, Δημήτριος Ψειρής, ’Ιωάννης Άργυρόπουλος, ’Ιωάννης 'Αγιοβα- βαρίτης, ’Ιωάννης Σπανόπουλος, Μιχαήλ Τζιτζικάκης, Μιχαήλ Νομικός, ’Ιωάννης Γαληνός, Γεώργιος Ρωμαίος, Συμεών Ρουλινιώτης, Στέφανος Σεριώτης, Βασίλειος Ρωμαίος, Μιχαήλ Σκεπίδης, Άνδρουτσος Ροδινός, Βλάσης τού Ζερού κ.λ.π. 

'Υπάρχουν ονόματα πού δέν είναι ουτε έλληνικά ουτε σλαβικά. ’Ίσως ήταν Βαρδαριωτών, πού βρίσκονταν κοντά, ή καί Ουζων Τούρκων, πού είχαν έγκατασταθή λίγο βορειότερα τής Στρώμνι- τσας. Τό περίεργο είναι ότι σέ χωριά μ.έ σλαβικά ονόματα βρίσκονται τά περισσότερα έλληνικά οικογενειακά επώνυμα. Καί αύτοί δλοι έξαφανίσθηκαν.

.....
ΟΤσέχος καθηγητής Γίρετζεκ, πρώην Βούλγαρος υπουργός, πού έχει γράψει πολλά γιά τούς Βουλγάρους καί τή Βουλγαρία, βρήκε κοντά στό Νευροκόπι τούρκικο χωριό έλληνόφωνο, τό Λιάλοβο.
 'Υπήρχαν καί άλλα, πού γειτόνευαν όμως μέ χωριά Πομάκων (βουλγαροφώνων Τούρκων) καί άπορροφήθηκαν καί άφομοιόθηκαν.

Αναφέρει έπίσης γιά τούς Πομάκους ό Γίρετζεκ ότι έχουν φλέβα έλληνική. 

Τό πιστεύουν άλλωστε καί οί ίδιοι καί μισούν θανάσιμα τούς Βουλγάρους.

 ’Αποδίδει έξ άλλου σέ έλληνική άνάμιξη καί έπίδραση μεταβολές στή βουλγαρική γραμματική καί φθογγολογία.

 Βρήκε έλληνικά τοπωνύμια μέσα στή Βουλγαρία (Μαυρόγι, Κόκκινο κ.λ.π.). 'Υπάρχουν έπίσης πολλά καί σέ σλαβόφωνα μέρη τής Μακεδονίας, όπως π.χ.: ’Αετός, Παπαδιά, Καλλινίκι, Διαβατό, ’Αρμενοχώρι, Παλιοχώρι, ’Εμπόριο, Λίγκα, Νησί, Μεσημέρι, ’Αρκουδοχώρι, ’Επισκοπή, Καμμένα, Λάκι, Περιστέρι, Πέτρινο κ.λ.π.
 Δέν είναι έξ άλλου σλαβικά, όπως μ’ έχει βεβαιώσει ό καθηγητής κ. ’Ανδριώτης, τά τοπωνύμια σέ —στα, όπως Σιάτιστα, Βίγλιστα, Χρούπιστα, Λιάψιστα, Βρόγκιστα τού Μορίχοβου, Γρούνστα, Μπέσιστα, Πόλτσιστα, Ψιάνιστα, Βιτώλιστα τής Καστοριάς, Χάλιστα, Τιχόλιστα, Μπόμπιστα, Ποσδίβιστα, Ζοπάνιστα, Μη- λόβιστα κ.λ.π.
Είναι, καθώς φαίνεται, ιλλυρικά.

'Ο Τσβίϊτς στό γερμανικό βιβλίο, πού έβγαλε τό 1908, γράφει ότι ή βυζαντινή επιρροή στις νότιες περιοχές ήταν μεγάλη, γιατί υπήρχαν καί άγροτικοί πληθυσμοί, ελληνικοί καί βλάχικοι, πολύ περισσότεροι άπό σήμερα.
Έπίσης άλλος Σέρβος, ό Τζώρτζεβιτς, παραδέχεται ότι ή Μακεδονία είναι άρχαία έλληνική έπαρχία καί γι’ αύτό μεγάλη είναι ή έλληνική επιρροή.

Άπό τον Synecdemus τού 'Ιεροκλή βγαίνει ότι καί τον 6ον αιώνα διασώζονται ονόματα επαρχιών: Έορδαία, Άλμωπία' καί άπό τον Προκόπιο, ότι τά φρούρια, πού έκτισε τότε ό ’Ιουστινιανός στή Μακεδονία, είχαν ονόματα: Πελέκων, Νυμφίου, Κρατέα, Κασοπέα, Χάλανδρος κ.λ.π.

Ο Τσβίιτς άσχολείται ιδιαίτερα μέ τον έκσλαβισμό τών Κουτσοβλάχων. 

Έκσλαβίσθηκαν, γράφει, οί Βλάχοι τού Αίμου, πού ήσαν πολλοί καί τούς άναφέρει καί ό Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος, άπ’ τούς άρχηγούς της τετάρτης σταυροφορίας, πού ξεκίνησε νά έλευθερώση τούς 'Αγίους Τόπους καί υποδούλωσε τήν Κωνσταντινούπολη καί τήν χριστιανική βυζαντινή αυτοκρατορία.
Έπίσης έκσλαβίσθηκαν οί «Μαυρόβλαχοι» τής Δαλματίας καί άλλοι τής Ερζεγοβίνης καί τού Μαυροβουνίου. Οί Δαλματοί ονομάζουν, φαίνεται, καί σήμερα «Βλάχους» τούς άγρότες τού εσωτερικού.
'Υποστηρίζει ότι ήσαν βλάχικα τά χωριά Μαύροβο, Μαλισόρι, Πετιλέν, καί άλλα, ψηλά στον Σκάρδο, στις πηγές τού ’Αξιου. Βρήκε έκειγέρους πού ήξεραν τά κουτσοβλάχικα.
 Είναι σέ υψόμετρο μεγαλύτερο άπό 800 μέτρα καί τά σπίτια πέτρινα, μεγάλα, δίπατα, σκεπασμένα μέ πλάκες. Δεν είχαν καμιά γεωργικήν άπασχόληση, έ'στω καί τή μικρότερη. Είναι όλοι οί κάτοικοί τους έμποροι, έπαγγελματίες, εργολάβοι, έπιχειρηματίες καί καθόλου γεωργοί, όπως άκριβώς οί Κουτσόβλαχοι.

Τό ’ίδιο λέγει καί γιά τούς λεγάμενους «Μιάτσι», πού κατοικούν στο Σμίλοβο, πάνω στά βουνά, άνάμεσα Ρέσνα καί Μοναστήρι, γενέτειρα τού Βουλγαροκαθηγητή καί άρχηγού τού Κομιτάτου Ντάμιαν Γκρουεφ, στο Γκαλέσνικ — άπ’ τό ποτάμι Γκάλικ, Γαλλικό — Λαζαρόπολι, Ροσοκό.


Εκσλαβισμένους Βλάχους βρίσκει ό Τσβίϊτς καί στά μέρη τής Στρούγγας, τής Πρέσπας, τής Ρέσνας, τού Περλέκ, καθώς καί στο Γραμματικό καί στήν Κατράνιτσα (Πύργος), πού καταστράφηκε τό 1822 στήν Επανάσταση, μαζί μέ τή Νάουσα καί πολλά άλλα έλληνόφωνα, βλαχόφωνα καί σλαβόφωνα χωριά. Τούς μετανάστες άπ’ τήν Κατράνιτσα, σημειωτέον, στά σέρβικά μέρη της Αύστροουγγαρίας καί Σερβίας, πού στάθηκαν θαυμάσιοι "Ελληνες, τούς ώνόμαζαν οί Σέρβοι «Τσιντσάρους», όπως γράφει ό καθηγητής Ντουσάν Πόποβιτς, πού τό αποδίδει στον ταυτισμό τους μέ τούς «έξελληνισμέ- νους» Κουτσόβλαχους καί τούς 'Έλληνες.

'Ο Γίρετζεκ γράφει ότι στήν έποχή τού Σέρβου ήγεμόνα Μιλιούτιν (1282—1320) ύπήρχαν ελληνικοί πληθυσμοί κοντά στή Μπρεγκάλνιτσα, πολύ βορειότερα τής Στρώμνιτσας.

.....

Επίσης ό μεγάλος Σέρβος ήγεμόνας Δουσάν κηρύχθηκε «Τσάρος Σέρβων καί Ελλήνων», άφού έγινε κύριος τής Καστοριάς, ’Έδεσσας, Στρώμνιτσας.

'Ο Άγιος Διονύσιος, ό ιδρυτής τής Μονής τού Αγίου Διονυσίου στο Άγιον ’Όρος μέ χρηματική ένίσχυση τού Αλεξίου Κομνηνου τής Τραπεζουντος τον 14ον αιώνα, ήταν άπό τήν Κορησό τής Καστοριάς. ’

Έτσι τήν άνάφερε καί στά γράμματά του. ’Ήξευρε λαμπρά έλληνικά. 'Η Κορησός λεγόταν άργότερα Γκόρεντσι.

 Είναι φανερό ότι τότε ήταν έλληνόφωνη, μαζί μέ τήν γύρω περιοχή. Είχε σχολείο κατά τό 1380, όπου  μορφώθηκε ό Διονύσιος καί έμαθε τά άψογα άρχαία έλληνικά του, καθώς καί ό άδελφός του Θεοδόσιος, έπίσης καλόγηρος.

'Η Άγγλίδα αρχαιολόγος καί άνθρωπολόγος Μάργκαρετ Χάζλωκ, πού είχε έλθει τό 1921 νά μελετήση τούς «Βαλαάδες» τών Γρεβενών καί τού Βοίου καί έπειτα τούς Τούρκους (Κονιάρους) τής Κοζάνης καί Πτολεμαίδας, καταμέτρησε τό 1923 στήν έλληνοτουρκική άνταλλαγή πολλές εκατοντάδες κεφάλια σλαβόφωνων μουσουλμάνων καί χριστιανών τής Καρατζόβας καί έλληνόφωνων μουσουλμάνων καί χριστιανών τού Βοίου καί Γρεβενών καί βρήκε, όπως μου δήλωσε, ότι όλοι, παρά τή διαφορά θρησκείας καί γλώσσας, άνήκαν στον ίδιο άνθρωπολογικό τύπο καί είχαν κοινό υπόβαθρο, πού δέν μπορουσε νά είναι άλλο άπό τό άρχαϊο μακεδονικό.

Έπίσης καί ό άνθρωπολόγος Άρης Πουλιανός, πού ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο τής Μόσχας καί μέλος τού ’Ινστιτούτου της, καταμέτρησε πάρα πολλά κεφάλια —• λέγουν 3.000 •—φυγάδων στή Ρωσία άπ’ τή Δυτική Μακεδονία ελληνοφώνων, βλαχοφώνων, σλαβοφώνων καί διαπίστωσε άκρι- βώς τό ίδιο, ότι δηλ. δλοι τους άνήκουν στον ίδιο τύπο καί είναι άπόγονοι τών αρχαίων αύτοχθόνων Μακεδόνων (Άρη Πουλιανου, 'Η καταγωγή τών Ελ¬λήνων, σελίς 146).

...
Οί Κύριλλος καί Μεθόδιος, ό Κλήμης καί άλλοι ιεραπόστολοι υποβοήθησαν σημαντικά τήν έξάπλωση τών Σλαβικών γλωσσών.

Είναι δύσκολο νά ύποστηριχτή ότι ή Μακεδονία ήταν έρημη άπό κατοίκους, όπως ή Σαχάρα, όταν πρωτοπρόβαλαν άπό βορρά οί Σλάβοι, πού ήλθαν μάλιστα στήν άρχή ειρηνικά σάν γεωργοκτηνοτρόφοι καλλιεργητές τών μεγάλων κτημάτων, ή ότι έξαφανίστηκαν ξαφνικά μέ μαγική ράβδο όλοι οί παλιοί κάτοικοί της.



’Έχουμε καί τά παραδείγματα τών Βαρδαριωτών, τών Ούζων, Κομάνων, Πετσενέγκων, τών Βλάχων, τών Ελλήνων, πού έκσλαβίστηκαν. Κύματα Ελλήνων τής Μικρας ’Ασίας, πού έφευγαν άπ’ τούς Τούρκους, ξεχύθηκαν στή Θράκη, στή Μακεδονία, στά Σκόπια.

'Η χωριστή "Μακεδονία”, εθνικότητα, πού κατασκευάσθηκε μόλις τό 1944 στά Σκόπια, είναι ενα άπ’ τά έπτά θαύματα τού κόσμου. ’Από τότε καλλιεργήθηκε καί ή χωριστή "μακεδονική” γλώσσα πού εγινε γιά τούς βεβήλους.,.άγνώριστη.

’Αναγνωρίστηκε ωστόσο καί άπό μερικούς ξένους έπισήμους σλαβολόγους σάν μιά καινούργια σλαβική γλώσσα, πού είναι πάντοτε πρωτοξαδέλφη τής βουλγαρικής.

Σύμφωνα μέ τήν καινούργια αύτή θεωρία, καθαρόαιμοι "Μακεδόνες”, πού όμιλούν τήν καθαρή καί κλασσική ’’Μακεδονική” γλώσσα, είναι οί βουλγαρόφωνοι τών Σκοπίων, τού Κουμανόβου, τού Τετόβου καί όλης έκείνης τής περιοχής, πού άνήκε στήν άρχαία Δαρδανία, εμπόλεμο πολύ συχνά μέ τήν άρχαία καί πραγματική Μακεδονία.

Τούς μυκτηρίζει γιά τήν άντίληψη αύτή καί ό άρχηγός τού βουλγαρικού Κομιτάτου Βάντσε Μιχαίλωφ στο άγγλικό βιβλίο του "Μακεδονία, ή Ελβετία τών Βαλκανίων”.

Τούς έρωτά: «Είναι Μακεδόνες μονάχα όσοι όμιλούν τό βουλγαρόφωνο τοπικό ιδίωμα, ένώ οί άλλοι, πού κατοικούν αιώνες στή Μακεδονία καί όμιλούν έλληνικά, κουτσοβλάχικα, άρβανίτικα, δέν είναι Μακεδόνες; Καί τί είναι».
Τό παράξενο όμως καί άνεξήγητο είναι πώς αύτή ή χωριστή εθνότητα δέν έκαμε αισθητή τήν ύπαρξη καί παρουσία της ώς τό 1944...
 Οί Τούρκοι σημείωναν, όπως ήδη γράψαμε, στά ληξιαρχικά βιβλία καί στά νοφούζια (είδος ταυτότητος) τό "μιλέτ”, τήν εθνικότητα τών χριστιανών υπηκόων τής "υψηλής Αύτοκρατορίας”.

Καί είχαν κάθε συμφέρον νά πολλαπλασιάζουν τις έθνικότητες τών "γκιαούρ”, σύμφωνα μέ τήν παλαιά άρχή τού "διαίρει καί βασίλευε”.

 Δέ βρέθηκε όμως ποτέ ουτε ένα νοφούζι μέ μιλέτ (εθνικότητα) μακεδονικό.

Έγιναν καί δυο έπίσημες άπογραφές, τό 1896 καί τό 1905.

Ή δεύτερη μάλιστα ένεργήθηκε όταν έφαρμόζωνταν πιά οί "Ευρωπαϊκές Μεταρρυθμίσεις” καί όταν υπήρχαν ό Χιλμή πασάς καί ό Αύστριακός καί ό Ρώσος "συμβουλοί” του, οί Ευρωπαίοι αξιωματικοί τής χωροφυλακής καί ο ανταγωνισμός τών έθνικοτήτων είχε φθάσει στο κορύφωμά του.
’Έπαιζε τότε κύριο ρόλο ή Αύστρία, πού είχε έπίσης κάθε συμφέρον νά ένταθή όσο τό δυνατόν περισσότερο έθνικό άνακάτωμα, γιά νά διευκολυνθή ή κάθοδός της πρός τή Θεσσαλονίκη.
Διενεργήθηκαν δύο βουλευτικές έκλογές, τό 1909 καί 1911.

Καί στις δύο βγήκαν στή σημερινή έλληνική Μακεδονία 5 Ελληνες βουλευτές καί ένας έκτος στο Μοναστήρι, πού άποτελει σήμερα τμήμα τής "Λαϊκής Δημοκρατίας τής Μακεδονίας τού Βαρδαρίου", ό Τραϊανός Νάλης, καί δύο Βούλγαροι μέ έναν τρίτο στο Μοναστήρι, τον Πάντσε Ντόρεφ.

Κανένας "Μακεντόν” τού τύπου Σκοπίων δέν παρακάθησε στήν οθωμανική βουλή ουτε κάν υπήρξε υποψήφιος!
 Είχεν έκλεγή, είναι άλήθεια, καί τις δύο φορές βουλευτής ό περιβόητος Ντιμίτρι Βλάχωφ, πατριάρχης τού "Μακεδονισμού” καί τής "Μακεδονίας τού Βαρδαρίου”, μά ώς...Βούλγαρος καί αντιπρόσωπος Βουλγάρων!

Ξέσπασε άγριος, σκληρός καί έξοντωτικός πόλεμος μεταξύ Ελλήνων καί Βουλγάρων στήν έλληνική σήμερα Μακεδονία
καί πέρα άπό τά σύνορά της στό Μοναστήρι, τό Περιστέρι, τό Μορίχοβο, τό Κρούσοβο, τή Γευγελή καί Δοϊράνη, τή Στρώμνιτσα, καί μεταξύ Βουλγάρων καί Σέρβων στήν περιοχή τών Σκοπιών.
Αντάρτικά σώματα άλληλοσκοτώνονταν καί σκότωναν τούς οπαδούς τής άντίθετης πλευράς.

 ’Ακόμα καί οί κεντρικοί δρόμοι τών πόλεων βάφτηκαν μέ μπόλικο αίμα.
Καί όμως οί "Μακεδόνες” του τύπου Σκοπιών ελαμψαν μέ τήν άπουσία καί τήν ολική έκλειψη τους!

Ηταν δυνατό νά παραμέναν ούδέτεροι σ’ εναν πόλεμο, πού είχε άπλωθή στά βουνά, στά χωριά, στις πολιτείες καί συχνά καί στις ’ίδιες τις οικογένειες ;

Τό γεγονός ώστόσο αύτό δέν εμπόδισε τούς "Μακεδόνες” τών Σκοπιών ν’ άνακηρύξουν μεγάλους ήρωες τής Μακεδονίας καί νά τούς τιμήσουν μέ ανδριάντες καί μνημεία τούς...άρχικομιτατζήδες, πού είχαν βάψει χέρια καί πόδια στό αιμα πραγματικών Μακεδόνων, γιά μόνο τό λόγο ότι δέν δέχονταν νά γίνουν Βούλγαροι!

Καθαρόαιμοι ’’Μακεδόνες” οί άρχηγοί τού Κομιτάτου Ντάμαν Γκρούεφ καί Γκότσε Ντέλτσεφ, Βούλγαροι καθηγητές βουλγαρικών γυμνασίων, πληρωνόμενοι άπ’ τό βουλγαρικό προύπολογισμό, "άφθαστοι ήρωες τής Μακεδονίας” οί Λάζο Ποπτράϊκωφ, Τσακαλάρωφ, Πάντο Κλιάσεφ καί σία, 

πού έξόντωσαν,

όπως ομολογεί ό τελευταίος στά άπομνημονεύματά του, μέ τά ’ίδια τά χέρια τους άτέλειωτο πλήθος παπάδων καί χωρικών στήν περιφέρεια Φλώρινας-Καστοριάς

 μόνο καί μόνο γιατί ήταν "Γραικομάνοι” 

καί δέν ήθελαν νά ύποκύψουν καί νά γίνουν Βούλγαροι!
 'Υποκαθιστουν δηλ. σ’ όλα τούς φανατικώτερους Βουλγάρους!
 ’Έμειναν καθαροί Βούλγαροι μέ μάσκα "Μακεδονική".

Άς σημειωθή έπίσης ότι Βουλγαρομακεδόνες μετανάστες στήν ’Αμερική καί τον Καναδά ίδρυσαν έκει άπ’ τό 1900 βουλγαρικούς συλλόγους, βουλγαρικές έκκλησίες, βουλγαρικές κοινότητες, όπως οί 'Έλληνες Μακεδόδόνες έκαμαν τό ίδιο μαζί μέ τούς άλλους 'Έλληνες.

 Συγκρούστηκαν μάλιστα πολλές φορές στό Νέο Κόσμο σλαβόφωνοι “Ελληνες καί Βούλγαροι καί άλληλοσκοτώθηκαν.

 Ό "Μακεδονικός ’Αγών” καί ό έλληνοβουλγαρικός πόλεμος είχαν διαπλεύσει καί τον ωκεανό!
 Ό Κώστας Μποϊκοβίτης άπ’ τό Κρατερό (Ράκοβο) καί ό Σωτήρης Βέλιος άπ’ τήν ’Ατραπό (Κραπεστίνα) τής Φλώρινας άναγκάσθηκαν νά φύγουν άπ’ τήν ’Αμερική γιατί χτύπησαν Βουλγάρους.

’Επίσης ό οπλαρχηγός άργότερα Παυλος Ρακοβίτης κατάφερε νά τό σκάση κρυφά καί άναυλα άπ’ τήν ’Αμερική, άφου ξέκαμε δύο Βουλγάρους.

Εξαφανίσθηκαν έξ άλλου στήν ’Αμερική άρκετοί καλοί σλαβόφωνοι "Ελληνες, χωρίς νά κατορθώση νά έξακριβώση ή άμερικανική άστυνομία τί άπόγιναν.
 Είχε φροντίσει ή βουλγαρική ’Οργάνωση κάπου νά τούς παραχώση...
Τά τελευταία μόνον χρόνια άγωνίστηκαν, ή κυβέρνηση τών Σκοπιών καί ή "Μόλιτσα”, νά ιδρύσουν στήν ’Αμερική, στον Καναδά, στήν Αυστραλία "Μακεδονικές” εκκλησίες, πού δεν διαφέρουν καί πολύ άπ’ τις βουλγαρικές.
..........
Στήν επανάσταση τής Νάουσας πήραν ένεργό μέρος καί πολλά σλαβόφωνα χωριά τής περιοχής ’Έδεσσας καί τής περιοχής, πού ρημάχτηκαν κιόλας. Πάρα πολλές έκατοντάδες καί χιλιάδες ήταν κι’ έκείνοι, πού πήγαν νά συνεχίσουν τον άγώνα στή νότια Ελλάδα.
Ο άρχηγός Άγγελής άπ’ τούς Σαρακηνούς προβιβάστηκε στρατηγός καί πέθανε στό μακεδονικό συνοικισμό τής ’Αταλάντης.
’Έχει στηθή ό ανδριάντας του στήν ’Αριδαία. Μέ τήν δράση τών σλαβοφώνων στους
μεταγενέστερους άγώνες θά άσχοληθουμε άλλού.

’Έκρυβαν στό υποσυνείδητο άμυδρή άνάμνηση τού παληού έλληνικου μεγαλείου, πού δέν τό θεωρούσαν ξένο.
’Από τήν 'Αγία Ρωσία καί τήν μικρήν Ελλάδα, περίμεναν τή σωτηρία. ’Ανταρτική δράση μονάχα έλληνική ήξεραν καί σάν 'Έλληνες έπαναστάτες άγωνίστηκαν καί αύτοί, όπως οί Νταλίπης, Ναούμης, καί άλλοι τό 1877-1881.

Μέ τους βλαχόφωνους συζούσαν αρμονικά καί συνεργάζονταν στά βουνά καί τά λημέρια, αδελφικά. Τούς ελεγαν Βλάχους (Βλάσι) καί οχι Τσιντσάρους, όπως οί Σέρβοι καί οί Βούλγαροι. «Βλάχους» ελεγαν καί τούς έλληνόφωνους Σαρακατσάνους.

'Н βουλγαρο-πανσλαβιστική προπαγάνδα δέ σημείωσε επιτυχίες στήν πραγματική καί ιστορική Μακεδονία.
'Ο Ελληνισμός είχε έδώ βαθύτατες ρίζες, όπως εγραψε καί ό άρχικομιτατζή Πάντο Κλιάσεφ στά άπομνημονεύματά του (σελ. 11).

Οί Βούλγαροι γιά εύνοήτους λόγους παρουσίασαν μέ πολύ θόρυβο τή «Μακεδονία» σάν λίκνο τής βουλγαρικής άναγέννησης καί γενέτειρα τών μεγάλων έθναποστόλων της.

Μά κανένας άπ’ τούς φωτοδότες αυτούς δεν είχε δει τό φως στήν πραγματική Μακεδονία.

 'Ο περίφημος καλόγερος Παίσιος ήταν άπ’ τό Σαμάκοβο τής Βουλγαρίας.
 'Ο οικουμενικός Πατριάρχης τον είχε στείλει υπότροφο νά μορφωθή στή Μόσχα...
Άπ’ τό Τέτοβο ήταν ό Πεϊντσίνοβιτς καί άπ’ τό Κίεβο ό Χατζηϊωακείμωφ, πού τύπωσε μικρά βουλγαρικά άλφαβητάρια καί άναγνωστικά στή Βιέννη τό 1814 καί 1819, καί άπό τό Ράζλοκ ό Μάρκο Τεοντόροβιτς.

 Αύτοαποκαλεϊται Μακεδόνας καί Βούλγαρος ό Ναταναήλ Μπογντάν Στογιάνοβιτς, μητροπολίτης τής Άχρίδος, πού μορφώθηκε στή Ρωσία καί έγραψε τό 1852 στήν Πράγα «Φιλικήν έπιστολήν ένός Βουλγάρου πρός εναν "Ελληνα».. Ηταν όμως... Μαυροβούνιος, άπό τήν καρδιά τού Μαυροβουνίου!

 Άπό τά Βελεσσά έξ άλλου ήταν ό ποιητής Ζανζίρωφ καί ό Κωνσταντίνωφ, μορφωμένοι στή Ρωσία, καί άπό τήν Αχρίδα ό Παρλίτσεφ.
Ο Κωνσταντίνωφ εγραψε τό 1862 ότι ή λέξις «Μπολγκάρια» προέρχεται άπ’ τό «μπόγκ» (Θεός).
 'Ο Ντουσιάν Πόποβιτς όμως άναφέρει εναν Ζαφείροβιτς άπό τή Δοϊράνη, πολυτεχνίτη, πωλητή εικόνων καί βιβλίων, πού τύπωσε τό πρώτο σέρβικο καί τό πρώτο βουλγαρικό βιβλίο στά μέσα του 18ου αιώνα καί θεωρούσε τον έαυτό του Ελληνα.

Στά βόρεια εκείνα μέρη υπήρχαν βουλγαρικά σχολεία καί πριν άπό τό 1860, ενώ στήν πραγματική Μακεδονία ουτε ενα.

Κυκλοφόρησε τό 1964 στή Σόφια άπό τό Βουλγαρικό Ίνστιτουτο μέ συγγραφέα τον Νικολάϊ Τράϊκωφ ή σύντομη βιογραφία και ή έκτενέστατη άλληλογραφία τών άδελφών Μιλαντίνωφ, πού θεωρούνταν άπ’ τούς πρωτεργάτες τής βουλγαρικής άναγέννησης. 

Ήταν άπό τήν Στρούγγα τής Άχρίδος.

Είχαν μορφωθή στά έλληνικά σχολεία τών Ίωαννίνων, ό ενας όμως άδελφός συμπλήρωσε τήν μόρφωσή του στή Ρωσία.

Στις 270 σελίδες του βιβλίου ύπάρχουν πάμπολλα γράμματα, όλα έλληνικά σέ άρχαίζουσα καθαρεύουσα, παρδαλή καί συχνά στρυφνή. 
Ενα του 1842 ά-πευθύνεται στον Ρώσο περιηγητή Γρηγόροβιτς, πού τον άναφέρει καί ό Μπράγκωφ στις στατιστικές του. 
Άλλα δύο στον Ρώσο έπίσης στρατηγό Σεβαστιάνωφ.
 Πώς τά διάβαζαν αύτά οί Ρώσοι;
 Φαίνεται ότι ύπήρχαν τότε πολλοί και στή Ρωσία, πού ήξεραν τά έλληνικά.
 Σ’ ένα γράμμα προς τον ’Αλέξανδρο Έξαρχο άναφέρεται ότι είναι άπόγονοι τού...Ίλλυρίου Κολέντα ή τού Στεφάνου Νεμάνια, πού ήταν καθαρός Σέρβος ήγεμόνας! 
Σ’ ενα άλλο ότι είναι Σλαβοέλληνες...

Τά περισσότερα γράμματα άπευθύνονταν στήν οικογένεια Ρόμπη πού είχε μετοικήσει νωρίς άπο τήν ’Αχρίδα στο Μοναστήρι καί ήταν άπο τις πρώτες βουλγαρικές οικογένειες. Είχε όμως μητρική της γλώσσα τήν έλληνική, όταν οί Ελληνες τού Μοναστηριού μιλούσαν οί πλείστοι στά σπίτια τους βλάχικα, βουλγάρικα, άρβανίτικα. 
Δέν τούς έλεγαν κάν Ρόμπεφ ουτε καί Ρόμπε. 'Ο ίδιος ό πρεσβύτερος αδελφός, ό Δημήτριος, υπογράφει ώς Μιλαντίν. ’Αργότερα έγινε Μιλαντίνωφ.
Έλληνικά έπίσης ήταν τά γράμματα προς τούς Ρόμπη καί τούς ’Ανδρόνικον Παπαναούμ καί Κοσμά Πασχάλη άπο τήν ’Αχρίδα.
Έλληνικά έπίσης έγραψε τήν «’Αγγελίαν του προς τούς Βουλγάρους» ό Τζάκωφ άπο τήν Κωνσταντινούπολη το 1859, ότι θά έβγαζε βουλγαρική έφημερίδα, καθώς καί οί Κ. Δραζίλοβι το 1861 προς τον συντάκτη της έφημερίδας «Ό Κύκνος τού Δουνάβεως εις Βελιγράδιον»!
Έλληνικά μας πολεμούσαν οί εθναπόστολοι καί έθνοπροφήτες τών Βουλγάρων !
’Αλλά τί είναι αύτοί οί Βούλγαροι γραμματιζούμενοι, έκδοτες καί συγγραφείς αλφαβηταρίων, πού εκπαιδεύτηκαν άπο τήν πανσλαβιστική προπαγάνδα στή Μόσχα καί στο Κίεβο μπροστά στον άτελείωτο κατάλογο τών μεγάλων Ελλήνων λογίων, πού έβγαλε ή πραγματική Μακεδονία έπειτα άπο τήν Αλωση τού 1453;

'Ο Θεόδωρος Γαζής καί ό ’Ανδρόνικος Κάλλιστος, δύο σπουδαίοι λόγιοι άπο τή Θεσσαλονίκη, καθώς καί ό ’Ιωσήφ ό Θεσσαλονικεύς, ό Ματθαίος Καμαριώτης καί ό ’Ιωάννης ’Αναγνώστης τού 15ου αιώνα.
'Ο τελευταίος έξιστόρησε καί τήν άλωση τής Θεσσαλονίκης άπο τούς Τούρκους το 1430. Ό Κάλλιστος έγραψε ότι ήταν καλότυχοι έκείνοι, πού έπεσαν καί πέθαναν καί δέ γνώρισαν τον τούρκικο ζυγό, καί δυστυχισμένοι καί άξιοδάκρυτοι έκείνοι πού ζουν. Μαζί μέ τον Γαζή έφυγαν στήν ’Ιταλία, όπου  δίδαξαν τήν έλληνική γραμματολογία.
 'Ο Κάλλιστος έγινε καθηγητής της ελληνικής καί σέ Πανεπιστήμιο.

Στή Θεσσαλονίκη έπίσης γεννήθηκαν τον 16ον αιώνα ό Δημήτριος Στουδίτης, πού έγραψε πολλά, ό Δημήτριος ό Θεσσαλονικεύς, πού ταξίδεψε στή Γερμανία καί είχε στενές σχέσεις μέ τον Μελάχθωνα, ό Θεωνάς, πού έγινε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης καί άνακηρύχτηκε άγιος.

 Στή Βέροια γεννήθηκε τον 17ο αιώνα ό Μητροφάνης Κριτόπουλος, πού έγινε μέλος τής ’Ακαδημίας τού Άλτφορτ της ’Αγγλίας, δίδαξε τά έλληνικά γράμματα στή Βενετία, έγραψε πολλά καί έγινε, τελικά, καί πατριάρχης ’Αλεξανδρείας.
Το ίδιο καί ό ’Ιωάννης Κωττούνιος, ιατροφιλόσοφος, πού δίδαξε έλληνική φιλολογία στή Ρώμη, φιλοσοφία στή Μπολόνια, εγινε πρώτος καθηγητής τής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο τής Πάντοβας, ήταν ιππότης τού Αγίου Γεωργίου καί συγγραφέας πολλών φιλοσοφικών έργων.
Πέθανε στήν Πάντοβα τό 1675 άφήνοντας στο Πανεπιστήμιό της κληροδότημα νά σπουδάζουν έκεινέοι άπό τή Μακεδονία καί τήν Ελλάδα.
Παράλληλα ένεργουσε κοντά στον δούκα τού Νεβέρ καί στον Λουδοβίκο τον 14ο, τον «βασιλέα 'Ήλιο» τής Γαλλίας, νά εκστρατεύσουν καί νά διώξουν τον βάρβαρο Τουρκο άπό τήν Ευρώπη.

 'Ο Νικηφόρος Ρωμανός άπό τή Θεσσαλονίκη εγραψε στή Γαλλία γραμματική τής άρχαίας καί τής νεοελληνικής καί ό Γεώργιος Κοντάρης άπό τά Σέρβια δημοσίευσε στή Βενετία τό 1676 ιστορία τών ’Αθηνών.

’Από τή Σιάτιστα τού 18ου αιώνα ήταν ό Μιχαήλ Παπαγεωργίου, φιλόσοφος καί ποιητής, πού δίδαξε στο Κολλέγιο τής Βιέννης καί έπειτα στή Βουδαπέστη. ’Επίσης άπό τή Σιάτιστα καταγόταν καί ό καταπληκτικός Γεώργιος Ζαβίρας, «πραγματευτής» (έμπορος), πού εγραψε όμως «Περί θείας εύχαριστίας», έπτάτομη σχολική ιστορία, βοτανική, ονοματολογία, ταξιδιωτικές έντυπώσεις, ιστορία του Ούγγρικου Στέμματος, άλλη του Οίκουμενικου Πατριαρχείου καί τή «Νέα Ελλάδα» ή «Έλληνικόν Θέατρον», τή βιογραφία δηλ. 500 λογιών επειτα άπ’ τήν "Αλωση (1453).

’Έργο τεράστιο καί πολύτιμο. Ήταν χαλκέντερος καί πανεπιστήμονας.

Σιατιστινοί ήταν καί ό Νεράντζης ή Μετροποζόπουλος, πού μετέφρασε έλληνικά τό Κοράνιο, οιάδελφοί Πούλιου Μαρκίδη, πού έβγαλαν στή Βιέννη τήν πρώτη έλληνική έφημερίδα καί τήν πρώτη σέρβική καί έξορίστηκαν άπ’ τήν αύστριακή κυβέρνηση γιά τή συνεργασία τους μέ τον Ρήγα Φεραίο, ό Μανούσης, πού μεγάλωσε τότε στή Βιέννη καί διορίστηκε άπ’ τούς πρώτους καθηγητής του ’Αθηναϊκού Πανεπιστημίου.

Έπίσης σπουδαίος ήταν τήν έποχή έκείνη στήν Αύστρουγγαρία ο Ντάρβαρης άπ’ τήν Κλεισούρα, «πραγματευτής» καί λόγιος, πού εγραψε πολλά, χρημάτισε έπιθεωρητής τών έλληνικών σχολείων τής Αύστρουγγαρίας καί συνομίλησε τό 1817 στή Βιέννη μέ τον Τσάρο ’Αλέξανδρο γιά έκπαιδευτικά ζητήματα.

’Από τήν Καστοριά ήταν άρκετοί σοφοί, όπως ό Κωνσταντίνος Μιχαήλ ό ιατροφιλόσοφος, πού εγραψε στήν Βιέννη τό 1795 καί ιστορία τής ιατρικής, καί ιδιαίτερα ό ποιητής ’Αθανάσιος Χριστόπουλος, πού ονομάστηκε ό ’Ανακρέων τής νεώτερης Ελλάδας, δημοτικιστής άπ’ τούς πρώτους καί πρωτίστους.
’Έγραψε καί δράματα, γραμματική τής νεοελληνικής, μελέτη γιά τή νεοελληνική ποιητική, γιά τήν προφορά τών άρχαίων έλληνικών (ενάντιον τής θεωρίας τού Εράσμου), λεξικό καί άλλα.

’Απ’ τή Βέροια οι Βικελίδης καί Περδικάρης καί Γεώργιος Σκαρλάτος, πού μετεφρασε στη νεοελληνική λατινικά καί ιταλικά συγγράμματα.

Άπό τή Ναουσα ο Αναστασιος Μιχαήλ, μέλος τής Ακαδημίας του Βερολίνου,

 άπό τήν Κοζάνη ό Γεώργιος Σακελλάριος, ό Γεώργιος Ρουσιάδης, καθηγητής τών ελληνικών στή Βιέννη, ό Χαρίσης Μεγδάνης, καθηγητής τών έλληνικών στήν Πέστη, όπου  έγραψε το1812 και τό «Έλληνικόν Πάνθεον», και στή Βιέννη τό 1810, όπου  εγραψε τον «Θάνατον του Διογένους» και τό 1819 «Ποιητικήν»,
ό Λασάνης, φιλόλογος, άχώριστος υπασπιστής καί σύντροφος τού ’Αλεξάνδρου 'Υψηλάντου, συγγραφέας κα'ι ιδρυτής του ομωνύμου κληροδοτήματος.

Άπ’ τό Μελένικο ό ιατροφιλόσοφος, καθηγητής στήν Ακαδημία Βουκουρεστίου καί ό άρχίατρος του Αύστριακου στρατου (1780- 1800) Παλατίδης.

 Άπό τά Στάγειρα ό Αθανάσιος Σταγειρίτης, καθηγητής τών έλληνικών στήν Ακαδημία τής Βιέννης.

Άπό τή Θεσσαλονίκη ήταν ό Γρηγόριος Ζαλύκης, πού έγραψε στο Παρίσι έργα ιστορικά, γλωσσολογικές μελέτες καί γαλλοελληνικό λεξικό καί ίδρυσε οργάνωση γιά τήν άπελευθέρωση της Ελλάδος, πρόδρομο καί πυρήνα της «Φιλικής Εταιρείας», πού ήταν ύπό τήν προστασία του Ναπολέοντα καί τήν προεδρία του φιλλέληνα κόμητος Ντεβέρ, πρώην Γάλλου πρεσβευτή στήν Κωνσταντινούπολη, πού είχε γράψει «’Εντυπώσεις άπ’ τήν Ελλάδα».

 'Ο Μάρκος Δραγούμης άπ’ τό Βογατσικό έγραψε πολλά στήν Πόλη πριν άπό τό 1821, πού δημεύτηκαν όμως καί διαρπάχτηκαν άπό τούς Τούρκους. 'Ο Μηνάς Μιχαηλίδης, πού δημοσίευσε στο Παρίσι πολλά άνέκδοτα άρχαία κείμενα.

 'Ο Άναστ. Πολυζωίδης άπ’ τό Μελένικο, πού έγινε πασίγνωστος μέ τή δίκη του Κολοκοτρώνη.
Πολλοί καί σημαντικοί ήταν καί οί λόγιοι Μοσχοπολίτες, πριν κατα- στραφή τό 1769 ή πατρίδα τους.
Δίδαξαν έξ άλλου άπό τούς πρώτους στο Πανεπιστήμιο της ’Αθήνας έκτος άπό τον Μανούση καί οι έπίσης Μακεδόνες Μιχαήλ Ποτλής, πού έ-χρημάτισε καί υπουργός, Γεώργιος Δαμάνος, Παυλος Ίωάννου, Γεώργιος Βουρος, Άθαν. Ρουσόπουλος, Άναστ. Χρηστομάνος καί ό ’Ιωάννης Πανταζίδης άπό τό Κρούσοβο.

Καθηγητής καί μεγάλος φιλόλογος, άρχαιολόγος καί βυζαντινολόγος ήταν ό Πέτρος Παπαγεωργίου, πού γεννήθηκε στή Θεσσαλονίκη άπό Κρουσοβίτικη οικογένεια.

Τό 1877, υστέρα άπ’ τήν επανάσταση στή Βοσνία καί ’Ερζεγοβίνη καί τον σερβο-τουρκικό πόλεμο καί τή σφαγή άπό τούς Τούρκους τών Κιρκασιών στο Μπατάκ τής Βουλγαρίας, άναστατώθηκε ή κοινή γνώμη στήν Εύρώπη.
'Ο γέρο Γλάδστων, πρώην πρωθυπουργός καί μέ τήν έκστρατεία του ξανά πρωθυπουργός τής ’Αγγλίας, κεραυνοβόλησε τούς Τούρκους.
 Μιλουσε πολλές φορές γιά τις «Βουλγαρικές φρικαλεότητες» (Bulgarian atrocities), γιά τις σφαγές δηλ. άπ’ τούς Τούρκους στο Μπατάκ τής Βουλγαρίας. Ή Ρωσία άπειλουσε νέο πόλεμο. Συνήρθε λοιπόν στήν Κωνσταντινούπολη συνδιάσκεψη άντιπροσώπων τών έξι τότε «Μεγάλων Δυνάμεων» γιά νά τήν προλάβουν.

’Έγινε σ’ αύτή λόγος καί γιά τή δημιουργία δύο αύτόνομων Βουλγαριών, πού ή μία θά έφθανε στον Αλιάκμονα.
Τό είσηγήθηκαν οί Ρώσοι.
 Ήταν σαν πρώτη έκδοση τής Συνθήκης τού 'Αγίου Σαεφάνου.

Ξεσηκώθηκαν όμως οί έλληνικές κοινότητες τής Μακεδονίας καί μέ υπομνήματα καί άναφορές διαμαρτυρήθηκαν έντονώτατα.

 Ή ’Έδεσσα υπέβαλε τοτε το περίφημο πολυσέλιδο σοφό υπόμνημα, όπου  κοντά σέ άλλα πολλά τόνιζε οτι το τοπικό σλαβικό ιδίωμα, πού μιλούσε, είχε πολλές λέξεις ελληνικές άγροτικές καί οικιακές, πού δέ μπορούσαν νά είναι δανεικές άπό τήν έλληνική καί ότι οί ’ίδιοι οί Βούλγαροι άποτέλεσαν τήν ζωντανότερη άπόδειξη ότι δέν είναι ή γλώσσα έθνικό κριτήριο, άφου μιλούν τώρα γλώσσα σλαβική, άλλη άπ’ τήν άρχική τους, πού ήταν τουρκοταταρική. 

Τό Μοναστήρι έστειλε έπίσης υπόμνημα μέ 500 υπογραφές καί πλήθος σφραγίδες καί ζητούσε νά καθοριστή ή έλληνική δεύτερη έπίσημη γλώσσα τού κράτους καί τών δικαστηρίων καί «υπηρεσιών», έπειτα άπ’ τήν τουρκική, καί νά άφοπλιστούν οί Τούρκοι ιδιώτες. Παρόμοια έγγραφα έστειλαν καί οί άλλες κοινότητες μέ υπογραφές πάντοτε καί σφραγίδες δημογερόντων, συντεχνιών, χωριών.

"Οταν άρχισε τό Συνέδριο τού Βερολίνου, βροχή άπό διαμαρτυρίες καί υπομνήματα έπεσαν έκεί.

Προκάλεσαν έντύπωση καί έκπληξη.

 Ή Στρώμνιτσα κοντά στά άλλα έγραφε: «Άποκρούομεν τήν έφ’ οίαδήποτε ώφελεία ενωσίν μας μετά τών Βουλγάρων, τήν όποίαν έν ανάγκη καί βιαίως θά άποκρούσωμεν».

’Απειλούσαν επανάσταση καί πόλεμο. ’Έντονη ήταν καί ή διαμαρτυρία τής Δοϊράνης, τής Φλώρινας, τής Κορυτσάς κλπ.

Ή κοινότης Θεσσαλονίκης έστειλε μέ τις υπογραφές τών δημογερόντων, τών έφοροεπιτροπών έκκλησιών, σχολείων, νοσοκομείων καί τών προέδρων σωματείων καί συντεχνιών εύχαριστήριο έγγραφο στον Γερμανό βουλευτή Χάνελ, γιατί υποστήριξε τά έλληνικά δίκαια στή γερμανική βουλή.
Έπίσης ένήργησε καί κατάφερε νά διαλυθούν τά ένοπλα μπουλούκια Γκέκηδών καί Τσερκέζων, πού κατατυραννούσαν καί λήστευαν τον άγροτικό πληθυσμό, καί νά μετατεθή ό βαλής.

Προκάλεσε άκόμα άπό τήν Ίσραηλιτική κοινότητα καί τον βαλή καί διάψευση τής εφημερίδας «Μεσαζέρ» τού Βουκουρεστίου, πού ύποστήριξε τον ’Ιανουάριο τού 1880 μέ τή στατιστική της ότι δέν υπήρχαν καθόλου Ελληνες στή Θεσσαλονίκη (Γκαρπολά, Πώς ή Μακεδονία έμεινε έλληνική).


Δεν υπάρχουν σχόλια: