Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ (1907-1908): Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ ΣΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

Ο Κρητικός Μακεδονομάχος
Θύμιος  Καούδης

Δημήτριος Γοβατζιδάκης
Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών
Μακεδονική Λαική Βιβλιοθήκη
ΑΡ. 34
Θεσσαλονίκη 1986

Παιδιά, κι ιντανε τούτη η βοή και εσείσθη ο Ψηλορείτης; 
έξεκινήσαν τα θεριά, τσή Κρήτης τα λιοντάρια!
Και ποιοι είναι αυτοί που πέρασαν στα πάρωρα τσή νύχτας 
κι άκούστηκε το διάβα ντων και τρόμαξεν ο κόσμος
και βουβαθήκαν τα πουλιά κι εσκιάχτηκαν τ αγρίμια;

Είναι ο Λουκάκης, ό Μακρής, ο Γιώργης Σεϊμένης,
ό Κοντονάτος, ο Βρανάς, ο Γιώργης Στρατινάκης, 
είναι ο Μπονατος ο Στρατής, ο Πέρρος, ο Ζουρίδης,
καί καπετάνιος κι αρχηγός ο Θύμιος ο Καούδης.
Είναι οι δέκα Κρητικοί, οι πρώτοι του Αγώνα.

Μ΄ αυτό  το ριζίτικο τραγούδι η λαϊκή κρητική μούσα χαιρέτησε το ξεκίνημα των παλικαριών μας για τον Μακεδονικόν Αγώνα.

Κι όσες φορές μου έρχονται στο νου οι στίχοι αυτού του τραγουδιού, τότε αναλογίζομαι πιο έντονα τη μεγάλη προσφορά και τις αμέτρητες θυσίες και των δικών μας αγωνιστών στη μεγάλη υπόθεση της Μακεδονίας μας.

 Και μέσα από τις μνήμες μου ξεπηδούν ηρωικές φυσιογνωμίες και μεγάλα ονόματα αρχηγών, οπλαρχηγών και καπεταναραίων, που μαζί με τους ντόπιους και όλους τους άλλους, άπ όλα τα τότε ελεύθερα και σκλαβωμένα χώματα της Μεγάλης Πατρίδας, κέρδισαν δικαιωματικά  το ζηλεμένο τίτλο του Μακεδονομάχου.

Και σας εύχαριστούμε όλους εσάς που είχατε την εύγενική καλωσύνη να ανταποκριθήτε στην πρόσκλησή μας και να τιμήσετε με την παρουσία σας τη σημερινή τιμητική εκδήλωση, που για το ετος του Μακεδονικού ’Αγώνα οργάνωσαν
η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών και 
η Παγκρήτιος Αδελφότης έν Μακεδονία.

Όμως είμαστε βέβαιοι, ότι η ανταπόκριση αύτή και η σημερινή παρουσία σας είναι συνέπεια ιστορικής μνήμης, είναι συνέπεια εθνικής μνήμης, είναι συνέπεια έθνικής περισυλλογής είναι τέλος εκπλήρωση κάποιου καθήκοντος. Και είναι καθήκον όλων μας να τιμούμε όλους αύτούς που πολέμησαν, που αγωνίστηκαν, που θυσιάστηκαν για να έχουμε  το δικαίωμα σήμερα εμείς και τα παιδιά μας να ζούμε στον έλληνικόν αύτόν τόπο έλεύθεροι.

«Αν θέλουμε, ορέ, να νιώθουμε λεύτεροι, 
πρέπει να τιμούμε αύτούς που μας χάρισαν τη λευτεριά»,
λέγει στα απομνημονεύματά του ο στρατηγός Μακρυγιάννης.

Ας άποτελέσει λοιπόν η σημερινή τελετή και  το μνημόσυνο όλων εκείνων των ύψηλοφρόνων αγωνιστών, των άνιδιοτελών μαχητών, των ώραίων εθελοντών,  που , είτε έπέζησαν του ’Αγώνα, εϊτε θυσιάστηκαν στον ’Αγώνα  για τη μεγάλη ύπόθεση της Μακεδονίας μας.

Ο Περικλής στον επιτάφιό του λέγει:

«Οι νεκροί δικαιούνται των τιμών και έμεις εχουμε ύποχρέωση να τους τιμούμε».

 Και αυτό κάνουμε και μείς σήμερα.
 Τί μένει λοιπόν  για μας έδώ  για να τιμήσουμε την προσφορά και τη θυσία;

Ενός λεπτού σιγή.

Ενός λεπτού σιγή.
Τόσο μονάχα παραχωρούν οι ζωντανοί σ’ αύτούς που φεύγουν.
Ενα λεπτό σιωπής άλλωστε οι ήρωες που έφυγαν τι να  το κάνουν  το λεπτό μας;
Αύτοί έχουν όλη την αιωνιότητα  για να μιλούν με τη σιωπή των.

Ομως η διαμνημόνεύσις αυτή δεν γίνεται  για χάρη μόνο των πρωταγωνιστών,  για να παραμείνει στον αιώνα η μνήμη των, άλλά και  για χάρη κυρίως των νεωτέρων γενεών που έχουν ύποχρέωση οχι μόνον να μνημονεύουν τα μεγάλα και θαυμαστά έργα των Ελλήνων, άλλά και να διαπαιδαγωγούνται από αυτά, γιατί μόνον με τη γνώση αυτών θα είναι σε θέση να έκτιμήσουν  το μέγεθος και την άξια της εθνικής ελευθερίας.

Ό Μακεδονικός Αγών, φίλοι μας, ήταν  για μένα ένα συνεχές ερέθισμα, μια συνεχής συγκίνησις.

Και αύτό ήταν πολύ φυσικό, άφού μέχρι τα 17 μου χρόνια έζησα με τη ζωντανή παρουσία ένός άπότους έκφραστάς έκείνης της έποχής του άειμνήστου πατέρα μου.

Τά νανουρίσματα της γιαγιάς μου,  
που ήταν δασκάλα στα χρόνια του ’Αγώνα στα έλληνικά σχολειά της Γευγελής, 
μ’ έφεραν σε πρώτη έπαφή με τον Μακεδονικό ν ’Αγώνα. 


«Ω κοφτερόν και λαμπερόν σπαθί μου»,
«Γειά σου,Τσόντο μου λεβέντη, γειά σου, Βάρδα ξακουστέ»,
«Ώ Κρητικιά μου λεμονιά»,
«Σάν τέτοια ώρα στο βουνό ο Παύλος λαβωμένος» κ.ά.

Σάν έγινα παιδί 13-14 χρονών,  το άγαπημένο μου βιβλίο ήταν «Στά μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα.

 Σ’ αυτή ακριβώς την ήλικία είχα την εύκαιρία, η καλύτερα την ευτυχία θα έλεγα, να γνωρίσω από κοντά πολλούς, πάρα πολλούς από τους δικούς μας εκείνους αγωνιστάς, όσες φορές έρχονταν να σμίξουν με τον αείμνηστο πατέρα μου.

Κι εγώ παιδί, με τα μάτια γεμάτα θαυμασμό « για τα παλικάρια τα καλά», όπως λέει και ο Μακρυγιάννης, στεκόμουνα παράμερα, γιατί δεν τολμούσα να πλησιάσω τις ηρωικές εκείνες μορφές που φάνταζαν μυθικές προσπαθούσα όμως ν΄ ακούσω μια αφήγηση, μια ιστορία, ενα γεγονός.
Και ήταν τόσο ζωντανή η κάθε έξιστόρηση, που μ΄ έκανε να πιστεύω πώς είχα και εγώ προσωπικά βιώματα από τον Αγώνα.

Κι ήταν οι ανδρες αυτοί «Της αρετής πηγή και της αντρείας η φλέβα». Ήταν σαν νάχαν ξεπηδήσει από τις σελίδες του βιβλίου «Παντέρμη Κρήτη» του Παντελή Πρεβελάκη.
«Ένα καμάρι να τους θωρής».
 Στάμενοι ανδρες! μερικοί με τα χιόνια στα μαλλιά, αλύγιστοι σαν στύλοι και με τα μάτια άπου  ’παιζαν αναλαμπές σαν φωτιές σε σκοτεινό σπηλιάρι.

Θεόρατοι άντρες οι περισσότεροι, ήρεμοι στην όψη και με φωνή που σειούσε πέτρες».
Προβάλλουν σήμερα δλα αύτά τα παλικάρια τα καλά άπό  το παρελθόν σε μια βουβή παρέλαση. «Μορφές χλωμές και διάφεγγες, σαν τις μορφές της 'Αγιογραφίας μας, η σαν τις μεταφυσικές μορφές του Γκρέκο.

Τά πρόσωπά τους είναι λουσμένα στο φως, αύτό που χαρίζει η νίκη, η αληθινή ήθική που δοξάζει και άθανατίζει και οδηγεί στον ούρανό

Πριν όμως μπούμε στο κυρίως θέμα της ομιλίας μας, θα πρέπει να διευκρινίσουμε μερικά πράγματα.
Δεν είναι μέσα στις προθέσεις μας η αναμόχλευση παθών του παρελθόντος, ούτε  το ξύσιμο παλαιών πληγών.

Ομως είναι ανεπίτρεπτον  για χάρη διεθνούς ή εσωτερικής σκοπιμότητος,
 να αποσιωπούμε ή να διαστρεβλώνουμε ιστορικά γεγονότα 
που απετέλεσαν αποφασιστικά ορόσημα  για την επιβίωση του Γένους.

Και τέτοιο ορόσημο είναι και ο Μακεδονικός Αγών.

Η γνώση της ιστορίας δεν  είναι ούτε έξαψη παθών, ούτε ξύσιμο πληγών.

Έτσι, άγνωστο  για ποιούς λόγους, ο Μακεδονικός ’Αγών δεν  φωτίστηκε εγκαίρως σ’ όλες του τις διαστάσεις.
Ίσως λόγοι πολιτικής σκοπιμότητος, ή λόγοι καλής γειτονίας, ή αβροφροσύνης, ή ραθυμίας, να ήταν οι αιτίες να μείνει στο μισοσκόταδο.

Ευτυχώς ότι η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, αυτή καθ’ εαυτή και δια του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, διείδεν εγκαίρως την σημασίαν αύτού του  Αγώνα και με σειρές εκδόσεων απομνημονευμάτων αγωνιστών, διαλέξεων, φωτογραφίας, κατόρθωσε να φωτίσει  το θέμα και να δώσει σ’ αύτό τη θέση που δικαιούται στα πλαίσια της εθνικής μας ιστορίας.

Ας θυμηθούμε τι έγραψε ο καθηγητής κ. Βαβούσκος, πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών:

«Οι εκ διαφόρων τμημάτων του ελληνικού χώρου προσελθόντες ενταύθα, ηνωμένοι με τους Μακεδόνας αγωνιστάς εις μίαν κοινήν πανεθνικήν προσπάθειαν, εξεδίωξαν τα κομιτάτα, αποκατέστησαν την εμπιστοσύνην απάντων, ξένων και ημετέρων, καί εξησφάλισαν τα δίκαια του Έθνους εις την απ αιώνων Ελληνίδα γην της Μακεδονίας».

Και όμως, λίγο πριν την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων ο μέγας οραματιστής και δημιουργός της νεώτερης Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος είπε:

«Ιδίως ο Μακεδονικός Αγών, δια τον όποιον επιβάλλουν λόγοι Εθνικοί να γίνη  το Ευαγγέλιον της Ελληνικής φυλής.
Και αν, όπως έλπίζω, εις  το μέλλον άπελευθερωθή η Μακεδονία,  το επίσημον κράτος επιβάλλεται να ίδρύση Μουσείον εις Θεσσαλονίκην, να στεγάση τις προτομές όλων των πρωτοπόρων αρχηγών κλπ. του Αγώνα 1903-1908. 
Αξίζει να στεφανωθή ο Αμυντικός έκεινος Αγώνας, ο οποίος έσβυσε την ντροπή του ’97, διότι με  το παράδειγμα των ηρωϊκών  Εθελοντών έξύπνησε και ενεθάρρυνε ολόκληρο  το αποθαρρυμένο Έθνος».

 Ευτυχώς, έστω και αργά, μετά 70 περίπου χρόνια, χάρις εις  το συνεχές ενδιαφέρον της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, ευρέθησαν άνθρωποι που τις παρακαταθήκες του μεγάλου όραματιστού έκαναν έργο.
Και έφτιαξαν στην πόλη μας  το συγκλονιστικό Μουσείο του ’Αγώνα.
Εύγε τους!

 Αλλά και σήμερα ακόμη στα σχολικά εγχειρίδια 
δεν  γίνεται καμία αναφορά στον Μακεδονικό Αγώνα. 
Υπάρχει ένα κενό που  το συμπληρώνει με σύντομη περίληψη 
η καλή πρόθεση και η ιστορική ευθύνη του διδασκάλου.

Ίσως βέβαια  για την παράλειψη αύτή να ευθύνεται και η συρροή στον αιώνα μας δραματικών γεγονότων στην ιστορική πορεία του Έθνους, που  το καθένα από αύτά έκτοπίζει από τη μνήμη τα προηγούμενα. Όμως, αλίμονο στα έθνη που έχουν χάσει την ιστορική τους μνήμη. Αύτό λέγεται έθνική αλλοτρίωση και έχει συνέπειες οδυνηρές.

Τό 1100 περίπου π.Χ. η οπισθοφυλακή των Ίνδοευρωπαίων Αχαιών, οι Δωριείς, εισβάλλουν στον έλληνικό χώρο.
 Ένα τμήμα τους,  το φύλο των Μακεδόνων η Μακεδνών, κατά τον ιστορικό Ηρόδοτο εγκαθίσταται στη Μακεδονία και ιδρύει  το Μακεδονικόν κράτος με πρωτεύουσα τις Αιγές.

Η Μακεδονία, περιοχή ορεινή (μακ = ψηλή, ορεινή), με κλίμα κατάλληλο, γόνιμες έκτάσεις, με πλούσιες πλουτοπαραγωγικές εδαφικές πηγές και με κεντρική παραλιακή θέση στη Μεσόγειο, γίνεται γρήγορα πολιτικοστρατιωτικό και οικονομικό κέντρο.
ταν λοιπόν έπόμενο να προκαλέσει  το ένδιαφέρον των έπιδρομέων και να έχει πολυτάραχο ιστορικό βίο.

Στά βυζαντινά χρόνια άρχίζει η επιδρομή των Σλάβων εις την Μακεδονίαν.

Στήν αρχή πλήθος αιχμαλώτων Βουλγάρων εργάζεται στα μεγάλα βυζαντινά κτήματα.
Αλλά και στην περίοδο της τουρκοκρατίας, που διήρκησε πέντε αιώνες, λόγω άκριβώς έλλείψεως συνόρων, πλήθος Βουλγάρων κατέρχεται στην ελληνική χερσόνησο  για αναζήτηση εργασίας.

Ή ελλειψις σχολείων,  το χαμηλό πνευματικό έπίπεδο που δυσκολεύει στην έκμάθηση της τουρκικής και έλληνικής γλώσσας, διαμορφώνει ένα γλωσσικό ιδίωμα ανάμικτο άπό λέξεις τουρκικές, άλβανικές και βουλγαρικές.
Άλλά και μεγάλος αριθμός λέξεων έχει έλληνική ρίζα.
Πάνω σ’ αυτό άργότερα η βουλγαρική προπαγάνδα θέλησε μέσα άπό  το γλωσσικό αύτό ιδίωμα να άποδείξει την μη έλληνικότητα της Μακεδονίας και του λαού της.

Ομως, άλίμονο αν μόνο η γλώσσα προσδιορίζει τον εθνισμό των άνθρώπων.
Οί σλαβόφωνοι διετήρησαν την έλληνικότητά τους και την έλληνική τους συνείδηση.

Έδώ δεν  πρόκειται να κάνουμε άνάλυση του φαινομένου, τονίζομε μόνον ότι παρά  το γλωσσικό αύτό ιδίωμα οι Μακεδόνες διετήρησαν πάντα την έλληνική, έθνική τους συνείδηση.

Κατά τον Μακεδονικό ’Αγώνα, οι περιοχές που ύπερτερούσαν οι σλαβόφωνοι, όπως π.χ. τα Κορέστια της Καστοριάς, γίνονται περιοχές δράσης και στρατολογήσεως Μακεδονομάχων και η μούσα των σλαβοφώνων τραγούδησε τον ένοπλο εκείνον ’Αγώνα.

’Αναφέρω χαρακτηριστικά:

Ε! Μπρε Μπουγκαροι, σλαβιάνσκοι γκοομνάροι, νέμητετ Μούτρα ζά Μακεντόνια.
Πού σημαίνει:

Ε! Μπρε Βούλγαροι, βρωμεροί Σλάβοι, δεν εχετε μούτρα  για τη Μακεδονία.

Έδώ θα θυμηθώ μια ζωντανή άφήγηση του καπετάν Θύμιου Καούδη.

Μου είπε:

«Τό σώμα μας ήταν μοιρασμένο σε μικρότερα τμήματα. Στο κάθε τμήμα είχαμε και έναν οδηγό. "Ολοι οι οδηγοί ήταν ντόπιοι, Μακεδόνες.
 Έγώ ειχα πάντα κοντά μου ενα κοπέλλι γύρω στα 17 χρονών, που τον έλέγανε Γιάννη και στα ντόπια Γιοβάν. 
Οί άνδρες μου, ως θές  το πέ, βουλγαράκι τον άνεβάζανε, βουλγαράκι τον κατεβάζανε. 

Αύτό  το κακορίζικο, όταν άκουγε την προσωνυμία "Βουλγαράκι” άψοκοκκίνιζε, έδειχνε μεγάλη δυσαρέσκεια μά δέ μιλούσε.
Πού και που μου έκανε κανένα παράπονο. Και έγώ του άπαντούσα
μή χολιάζεις, μωρέ Γιάννη, μά σύ ’σαι πλιά "Ελληνας παρά μάς.

 Μιά μέρα  το τμήμα μας, ύστερα άπό πορείες, μάχες και συμπλοκές ξαπόστανε κάπου έξω άπό τα Κορέστια.
Μάς είχε τελειώσει  το νερό και οι άνδρες ρώτησαν τον οδηγό μας Γιάννη, αν ήξερε καμιά πηγή κάπου έκεΐ κοντά.
 Ό Γιάννης, όπως πάντα πρόθυμος, πήρε μερικές φλάσκες να πάει να φέρει νερό. Όμως σε λίγο άκούσαμε τουφεκιές πρός την μεριά του. Έτρεξαν μερικοί άντρες και βρήκαν  το καημένο  το κοπέλλι πεσμένο άνάσκελα. Φαίνεται πώς οι κομιτατζήδες είχανε στήσει ένέδρα στην πηγή και του ρίξανε.
Ζήτησε να πάω κοντά του.
Ένας άπό τους άντρες μου ήρθε και με φώναξε και πήγα κοντά του.
Μόλις με ένιωσε, γύρισε  το κεφάλι του πρός  το μέρος μου και με ρώτησε:

"Ακόμα και τώρα, καπετάνιε,  το Γιοβάνη είναι Βούλγαρο;” και ξεψύχησε. 

Σκούπησα δυο δάκρυα, έδωσα εντολή να τον θάψουν με τιμές παλικαριού, αλλά και αύστηρή διαταγή στούς άντρες μου ουτε  για αστείο να μήν ξαναχρησιμοποιήσουν αύτήν τη λέξη.
Αυτοί ήσανε οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες».

Μέ  το Πρωτόκολλο του Λονδίνου  το 1830 τερματίζεται και τυπικά η μεγάλη ελληνική Επανάσταση και δημιουργειται ένα μικρό έλληνικό κράτος που η οριακή του γραμμή ήταν η νοητή εύθεία, που άπό του Λαμιακού δια της κορυφογραμμής της Όθρυος κατέληγε στον  Αμβρακικό κόλπο, ένώ άφηνε έξω τεράστιες μάζες με έλληνικούς πληθυσμούς της Θεσσαλίας, Μακεδονίας, Θράκης, Ηπείρου, Κρήτης, Κύπρου, των νησιών του ’Αρχιπελάγους, καθώς και τα παράλια της Μ. Ασίας.

Ήταν φανερόν ότι ούτε τους εθνικούς πόθους του Γένους ικανοποιούσε ούτε τις θυσίες αποζημίωνε.

Σ’ αυτό  το μικρό έλληνικό κράτος η Ρωσία, που οι τσάροι της προβάλλονταν σαν κληρονόμοι των βυζαντινών αύτοκρατόρων, διείδε  το φυσικό της άντίπαλο.

Και ήξερε η Ρωσία ότι ο μικρός αύτός λαός έχει εγγενείς άρετές που  το άπέδειξε στα χρόνια της τουρκικής κατακτήσεως, άφού άπό  το 18ο αιώνα και μετά  το έμπόριο, η ναυτιλία, οι τέχνες είχαν περιέλθει στα χέρια τους, ένώ συγχρόνως οι Έλληνες διέπρεψαν στα γράμματα και άνέβηκαν με τα πνευματικά τους προσόντα τις βαθμίδες της οθωμανικής ιεραρχίας.

Τότε άκριβώς άνακάλυψαν  το λαό των Βουλγάρων. 

Διεπίστωσαν ότι ήσαν όμοιος λαός με αυτούς στη γλώσσα, στην όψη, στη θρησκεία και στο χαρακτήρα. ’Αποφάσισαν λοιπόν να χειραφετήσουντους Βουλγάρους, ένα λαό που επί αιώνες κοιμόταν στη χώρα μεταξύ Δουνάβεως και Αίμου και που δεν  έδειξε ποτέ κανένα δείγμα συνειδήσεως της εθνικής του ύποστάσεως.

Αύτούς έπρεπε να κάνει ύποχείριον κράτος  για την υλοποίηση των στόχων της.
Κάθοδος στη Μεσόγειο!

Αρχισαν λοιπόν μια φοβερή προπαγάνδα με τον Βένεζιν και  το βούλγαρο έθνικιστή και προπαγανδιστή Βέρκοβιτς, 
που ούτε λίγο ούτε πολύ έλεγαν ότι οι θεοί του Όλύμπου 
ήσαν Βούλγαροι,
 όπως και ο Δημοσθένης, ο Μέγας ’Αλέξανδρος, ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Καραϊσκάκης. 
Βούλγαροι έπίσης έλεγαν ότι ήσαν ο Μέγας Κωνσταντίνος, οι Μεθόδιος και Κύριλλος κλπ. και μιλούσαν  το ϊδιο γλωσσικό ιδίωμα. Βέβαια όλα αύτά τα κακόγουστα κατασκευάσματα προκαλούσαν γέλωτες.
Άφού δημιούργησαν  το ύπόβαθρο αυτό, άρχισαν να έχουν βλέψεις και στην ’Ανατολική ’Ορθόδοξο Εκκλησία.
Έτσι λοιπόν με ύπόδειξη των Ρώσων  το 1840 οι Βούλγαροι ζητούν άπό τον Πατριάρχη τη χρησιμοποίηση της βουλγαρικής γλώσσας στις έκκλησίες των βουλγαρικών περιοχών.

 Τό αίτημά τους άπερρίφθη με  το Χάτι Χουμαγιούμ του 1856, που ύποσχέθηκε ίσοπολιτεία  για όλουςτους όθωμανούς ύπηκόους.
Τότε οι Βούλγαροι ζήτησαν άπό  το Οικουμενικό Πατριαρχείο διορισμό Βουλγάρων έπισκόπων. ’Αλλά και  το αίτημα αύτό και πάλι άπορρίφθηκε.

Τον Μάρτιο του 1870 η σουλτανική κυβέρνηση με την πίεση του Ρώσου πρεσβευτή εκδίδει φιρμάνι που αναγνωρίζει την ίδρυση βουλγαρικής Εκκλησίας που θα έδιοικείτο άπό Έξαρχο με έδρα την Κωνσταντινούπολη.

Ή βουλγαρική Εξαρχία περιλαμβάνει στη δικαιοδοσία της τις βουλγαιρκές περιοχές Δούναβη μέχρι Αίμο. Έξήρεσε ρητώς τις πόλεις Φιλιππουπολιν, Βάρναν, ’Αγχίαλον, Μεσημβρίαν και τα χωριά επί του Εύξείνου Πόντου.

Άλλά η προπαγάνδα δεν  σταμάτησε στο σχίσμα.
 Ή Ρωσία έκμεταλλευόμενη τη συντριπτική ήττα του τουρκικού στρατού στον πόλεμο 1877-1878 έπιβάλλει εις την Τουρκίαν τη συνθήκη του 'Αγίου Στεφάνου. Μέ τη συνθήκη αύτή η Τουρκία χάνει  το μεγαλύτερο μέρος των εύρωπαϊκών εδαφών, ενώ πλήττεται θανάσιμα ο Ελληνισμός.

Διότι με ορισμένα άρθρα της συνθήκης καταστρέφεται άνεπανόρθωτα η εθνική ελληνική ύπόθεσις και θάβονται τα ελληνικά δίκαια στη Μακεδονία και δημιουργεΐται μία διαρκής άπό βορρά σλαβική άπειλή κατά της ελευθερίας και της ύποστάσεως του Έθνους μας.

Μέ τη συνθήκη του 'Αγίου Στεφάνου ιδρύεται αύτόνομος ήγεμονία της Βουλγαρίας με εύρέα σύνορα, η λεγομένη «Μεγάλη Βουλγαρία του 'Αγίου Στεφάνου».

 'Ολόκληρος σχεδόν η μακεδονική γή —πλήν Χαλκιδικής και Θεσσαλονίκης— περιλαμβάνεται στα όρια του νέου βουλγαρικού κράτους.
 Ή άντίδρασις είναι μεγάλη.
Χιλιάδες υπομνήματα ύποβάλλονται στην Υψηλή Πύλη, με τα όποια ζητούν την ένωση με την Ελλάδα η τουλάχιστον την προσωρινή διατήρηση της τουρκικής κυριαρχίας.

 Ό διερμηνέας του ρωσικού Προξενείου στη Θεσσαλονίκη άναλαμβάνει να ενεργήσει να ύποβληθούν φιλοβουλγαρικά άντιύπομνήματα.
Όμως άποτυγχάνει οίκτρά.
Άπό ’κείνη τη στιγμή αρχίζει στην ούσία ο Μακεδονικός ’Αγών και η Ελλάδα δεν  άντιμετωπίζει μόνον τους Τούρκους άλλά και τους Βουλγάρους.

Παρ’ όλον ότι σε λίγο η πανσλαβική Συνθήκη του 'Αγίου Στεφάνου άνατρέπεται άπό τη Συνθήκη του Βερολίνου, όμως οι Βούλγαροι δεν  άργούν να προωθήσουν τις επεκτατικές τους βλέψεις για το όνειρο της Μεγάλης Βουλγαρίας,
 και τον Σεπτέμβριο του 1885 προβαίνουν πραξικοπηματικά στην ένωση της ’Ανατολικής Ρωμυλίας με την Βουλγαρία. 

Έτσι άνθηρές ελληνικές πόλεις, όπως Φιλιππουπολις, Στενήμαχος κλπ, χάνονται οριστικά και άμετάκλητα  για την Ελλάδα.

 Ή ελληνική κυβέρνηση άντιδρα, άλλά οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις ’Αγγλία, Γερμανία, Αύστρία, ’Ιταλία και Ρωσία άπέκλεισαν τα παράλια της Ελλάδος μετους στόλους των.
Έτσι με την πίεση των Δυνάμεων η Ελλάς άναγκάζεται να διατάξει άποστράτευση.

Ύστερα άπό την πραξικοπηματική προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας η Βουλγαρία αρχίζει μια ανελέητη προπαγανδιστική κίνηση.

 Σκοπός τους ο προσηλιτισμός των κατοίκων της Μακεδονίας στην Εξαρχία, που σήμαινε και προσχώρηση στο βουλγαρισμό.
 Βούλγαροι πράκτορες περιέρχονται τη μακεδονική ύπαιθρο, σκορπίζουν ύποσχέσεις, ένώ παράλληλα άπειλούν.

Έπιτρέψατέ μου και πάλι να έπικαλεσθώ τις παιδικές μου αναμνήσεις, τα λόγια της γιαγιάς μου.

«Μόλις έπεφτε  το σκοτάδι, Βούλγαροι πράκτορες έβγαιναν στα χωριά και άπό πόρτα σε πόρτα ρωτούσαντους κατοίκους, αν θέλουν να ένταχθούν στην Εξαρχία.

Σκοπός τους ήταν να πείσουντους σλαβόφωνους Μακεδόνες, ποντάροντας στο γλωσσικό ιδίωμα, ότι ανήκουν στη βουλγαρική φυλή και  για να άποφύγουν την τουρκική καταπίεση ήταν να ενωθούν με τη μητέρα Βουλγαρία.

Μεγάλος ο φόβος και έγώ νεαρή τότε δασκάλα στα έλληνικά σχολειά της Γευγελής κοιμόμουν με  το περίτροφο κάτω άπό  το μαξιλάρι και με  το φόβο φωλιασμένο στην ψυχή».

Οί σχισματικές κινήσεις μέχρι  το 1894, παρά την έντονη δραστηριότητα των πρακτόρων της Βουλγαρίας, δεν  είχαν τα έπιθυμητά αποτελέσματα.

Οί οικονομικές παροχές, η ιδρυσις σχολείων, οι υποσχέσεις άφήνουν τους σλαβόφωνους Μακεδόνες άσυγκίνητους και δεν  κατορθώνουν να άλλοιώσουν την έλληνική όψη της Μακεδονίας.

 Έτσι βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο να μήν έχει επικρατήσει  το σχίσμα ολοκληρωτικά σε κανένα χωριό της σλαβόφωνης περιοχής.

Τότε οι Βούλγαροι σχηματίζουν τις πρώτες ένοπλες οργανώσεις, που οι κυριώτερες ήταν  το Βουλγαρικό Κομιτάτο και η Ε.Μ.Ε.Ο.

Μέ  το σύνθημα «Ή Μακεδονία  γιατους Μακεδόνες» προπαγανδίζουν την αύτονόμησή της και τη δημιουργία μακεδονικού κράτους, έπειδή η προσάρτησις της Μακεδονίας στη Βουλγαρία ήταν την έποχή έκείνη άνεδαφική.

Πριν όμως άπό την έπέμβαση του έλεύθερου έλληνικού κράτους  το άοπλο πνεύμα του έλληνισμού, Εκκλησία και Παιδεία, αναπτύσσουν υπέροχη εθνική δράση, η όποια και δημιουργεί  το σταθερό πνευματικό ύπόβαθρο, πάνω στο όποιο στηρίχθηκε ο μετέπειτα ένοπλος άγώνας.

Ή Εκκλησία αποφασίζει την άντικατάσταση των παλαιών ιεραρχών με νέους και δυναμικούς ιεράρχες.

 Έτσι ο μητροπολίτης Δράμας Χρυσόστομος, ο μετέπειτα έθνομάρτυς Σμύρνης, άπό τον άμβωνα κηρύσσει την ένοπλη άντίσταση.

 Ό μητροπολίτης Πελαγονίας Ιωακείμ δεν  διστάζει να οργανώσει ένοπλες ομάδες κατά των κομιτατζήδων.

Ό Γερμανός Καραβαγγέλης, θρυλική φυσιογνωμία, τοποθετείται μητροπολίτης Καστοριάς και διαθέτει όλα τα έχέγγυα  για την άντιμετώπιση της φοβερής οργάνωσης Ε.Μ.Ε.Ο.

Άλλά και φωτισμένοι δάσκαλοι κράτησαν άκμαιο  το έλληνικό φρόνημα.

Χαρίσιος Παπαμάρκου, Δημήτριος Μόραλης, Έμμ. Φωτιάδης, Ίωάννης Δέλλιος, να μερικά ονόματα άπό τη στρατιά εκείνη των δασκάλων που δούλεψαν  για την ύπόθεση της Μακεδονίας μας.

Στήν άρχή του Μαΐου 1902 οι ήγέτες της Ε.Μ.Ε.Ο. πληροφορήθηκαν την ύπαρξη έλληνικής όργανώσεως και τότε οι βοεβόδες  για να πτοήσουν  το φρόνημα των Ελλήνων προβαίνουν σε σειρά άγριων δολοφονιών.
 Και  το έγκλημα της εξαφάνισης του 'Ελληνισμού της Μακεδονίας άνατίθεται άπ  το Βουλγαρικό Κομιτάτο σε ληστάς, σε δολοφόνους, οι διασημότεροι των οποίων ήταν οι Κούκεφ, Στόϊτσεφ, Ράβεφ, Μαστρονίκας Τόνκεφ, Τσακαλάρωφ, Ζλατάν, Κώστας Βλάχος, ο Μήτρο Βλάχος, ο περιβόητος Άλέξης και πολλοί άλλοι.

Σφαγές, δολοφονίες, εμπρησμοί, δυναμιτικές ενέργειες, καταδόσεις στον Όθωμανό κατακτητή, δημιουργούν μια τραγική κατάσταση  για τους Μακεδόνες.

Μηνύματα άπελπισίας και άπόγνωσης στέλνουν οι άδελφοί μας Μακεδόνες σε κάθε κατεύθυνση. Ζητούν βοήθεια  για να λυτρωθούν, ζητούν συμπαράσταση  για να επιβιώσουν σαν φυλή, σαν γένος των Ελλήνων. Και τα μηνύματα αύτά κεντρίζουν κάθε έλληνική καρδιά, κάθε έλληνική ψυχή έλεύθερων και σκλάβων άδελφών.

Καί άναταράσσεται  το Πανελλήνιον, και συγκλονίζεται ο Ελληνισμός, και ξεσηκώνονται οι Πανέλληνες. Και  το επίσημο κράτος,  για πρώτη φορά άντιλαμβάνεται  το μεγάλο κίνδυνο που διατρέχει η Μακεδονία και ο λαός της.
 Αλλά μπλεγμένο στα γρανάζια της πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων και καθημαγμένο άπό τον πόλεμο του ’97 δεν  είναι σε θέση να άντιδράσει άποτελεσματικά. Γίνεται μόνο  το κέντρο διαβιβάσεων, όπως θα λέγαμε σήμερα, αυτών των μηνυμάτων.

Καί τα μηνύματα αύτά φθάνουν και στο νησί μας.

 Στήν Κρήτη μας.
Έδώ η κατάσταση, παρ΄ όλο που ισχύει  το καθεστώς της αύτονομίας, δεν  έχει ξεκαθαρίσει άκόμη.
 Ξέρει ο Κρητικός πώς και  το τελευταίο ντουφέκι θα 5 ναι χρήσιμο, άφού μέχρις έκείνης της ώρας δεν  είχε ολοκληρωθεί ο πόθος του.
Ό πόθος της ένωσης με τη μητέρα πατρίδα.

Ομως άντιλαμβάνεται  το μεγάλο κίνδυνο που διατρέχει ένας άδελφικός λαός ένός άλλου κομματιού της έλληνικής Πατρίδας, της Μακεδονίας.

Καί ερεθίζεται, και άνταποκρίνεται, και ξεκινά.

Παίρνει ξανά  το ντουφέκι του, την όμορφη πατρώνα, μά τη φορά αύτή δεν  θα κατεβει στον Όμαλό μουδέ στη στράτα τώ Μουσούρω.
Μά θα άνεβει στη Μακεδονία και έδώ θα κάνη «μάνες δίχως γιούς, γυναίκες δίχως άντρες».

Κάνει την ύπόθεση της Μακεδονίας προσωπική του ύπόθεση,

Δέν δίδει εξηγήσεις, μά και δεν  ζητά εξηγήσεις.

Μόνο «πάω να πολεμήσω στη Μακεδονία. Πάω να πολεμήσω  για τη Μακεδονία,  για τη σωτηρία των άδελφών μας Μακεδόνων», λέει μέσα του ο Κρητικός και η συνείδηση, η ψυχή του ήρεμεΐ, βέβαιη  για την ιερότητα της απόφασης.
Σχίζει  το μπαϊράκι του στα δυο.
Τό ενα κομμάτι  το αφήνει στο αναταραγμένο ακόμη νησί.

Τό άλλο  το φέρνει μαζί του στη Μακεδονία και  το συνταιριάζει με τα μπαϊράκια των έδώ καπεταναραίων.
 Και συνταιριάζανε τα μπαϊράκια αύτά, «γιατί  το ενα σέρνει μαζί του τη φλόγα του Άρκαδίου και τον άμόλυντο αγέρα της άπροσκύνητης κρητικής Μαδάρας.

Του άλλου, σαν  το φυσάει τ άγέρι των ύπερήφανων μακεδονικών βουνών, πάλλονται οι πτυχές του άπό τις νότες του τραγουδιού των γυναικών της Άραπίτσας.

Και κάτω άπό τα μπαϊράκια αύτά και κάτω άπό  το βλέμμα του βασιλιά Αλέξανδρου άρχίζουνε τον πόλεμο που ’ναι τραχύς, σκληρός, πολυμέτωπος, αιματηρός.

Και γίνεται η Μακεδονία του Κρητικού του Διγενή  το μαρμαρένιο άλώνι.

Τό «σχίζω  το μπαϊράκι μου στα δυο» δεν  είναι σχήμα λόγου. 

Είναι γεγονός πραγματικό. Χαρακτηριστικά άναφέρω ότι, όταν ο Σταυρινός Μπίρης, ένας άπό τους γενναιότερους οπλαρχηγούς των Κρητικών επαναστατών πέφτει άπό ρωσική σφαίρα εξω άπό  το Ρέθεμνος στα 1905 ύπερασπιζόμενος την ελευθερία της Κρήτης, ο υιός του Μιχαήλ πολεμούσε εθελοντής στο σώμα Παύλου Γύπαρη  για τη διατήρηση της ελληνικότητας της Μακεδονίας.

Τον Ιούνιο του 1903 περνούν τα τότε σύνορα της Ελλάδος και μπαίνουν στη Μακεδονία δέκα ντελικανήδες Κρητικοί ύπό τον Καπετάν Θύμιο Καούδη.

 Φτάνουν στη Μακεδονία σαν πρωτοπόροι της άφυπνιζόμενης Ελλάδος.

 Αύτοί —10 τον αριθμό — είναι  το πρώτο άνταρτικό σώμα άπό την ελεύθερη Ελλάδα.

 Ενισχύουν  το σώμα του καπετάν Βαγγέλη και συνοδεύουν  το μητροπολίτη Καστοριάς στις περιοδείες του στα χωριά.

Τό πέρασμα των Κρητικών στη Μακεδονία δημιουργεί καινούργια συναισθήματα και καινούργιες καταστάσεις.

Τό ήθικό των κατοίκων άναπτερώνεται. Οι Μακεδόνες νιώθουν τώρα πιο σίγουροι, καθώς καταλαβαίνουν πώς δεν  θα είναι πιά μόνοι στο μεγάλο αύτόν ’Αγώνα.

Ό ενθουσιασμός των Κρητικών,  το παράστημά των, η λεβεντιά των και η χαρακτηριστική των ενδυμασία δημιουργούν ένα θρύλο γύρω άπ’ αύτούς.

Ό Ρουστέμ Μπέης, ο ’Αλβανός σωματοφύλακας του μητροπολίτη Καστοριάς μόλιςτους άντίκρυσε, έμεινε κατάπληκτος.

’Αλλά και οι ιθύνοντες της Ε.Μ.Ε.Ο. θορυβούνται, γιατί καταλαβαίνουν ότι θα άκολουθήσουν και άλλα.

Τήν πρώτη γεύση των κρητικών ντουφεκιών παίρνουν οι κομιτατζήδες εξω άπό  το χωριό Ύδρούσα στις 11-7-1903, όταν το σώμα αύτό συγκρούστηκε με την τσέτα του βοεβόδα ’Αλέξη.

Στις 20 του ίδιου μήνα ενας άπότους πρωτοπόρους, ο Γεώργιος Σεϊμένης, προδομένος, συλλαμβάνεται στο Λέχοβο και στις 23 κατακρεουργειται με λογχισμούς στην Κλεισούρα άπό τις συμμορίες Τσακαλάρωφ Ποπώφ.
Είναι  το πρώτο θύμα του μεγάλου έκείνου Αγώνα.

 Στις 20 Ιουλίου, κατά την ψευδοεξέγερση των Βουλγάρων, σπεύδουν να προστατεύσουν στην Καστοριά  το μητροπολίτη Γερμανό. 

Στήν πορεία τους συγκρούονται έξω άπό τη Λιθιά με τις συμμορίες Τσακαλάρωφ Ποπώφ και έξοντώνουν την τσέτα του Άλέξη. Ή παρουσία του κρητικού αυτού σώματος και οι πρώτες του επιτυχίες υπήρξαν επωφελείς  για τον Αγώνα.

Απέκτησαν πείρα πολύτιμη.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε σ’ αύτούς η άνικανότης των κομιτατζήδων στο χειρισμό των οπλών. Όλα αύτά τα μεταφέρουν με ζωντανές άφηγήσεις στούς ιθύνοντας του Μακεδονικού Κομιτάτου που άναθαρρούν στο να συνεχίσουν την καλύτερη οργάνωση του ’Αγώνα στη Μακεδονία.

Οί άγριότητες των Τούρκων και Βουλγάρων κατά τη διάρκεια της ψευδοεξεγέρσεως και ιδιαίτερα η πυρπόληση του Κρουσόβου άφυπνίζουν τον Ελληνισμό.

Άποστέλλονται στη Μακεδονία άξιωματικοί του ελληνικού στρατού με συνοδηγούςτους Κρητικούς οπλαρχηγούς Καούδη, Γ. Δικώνυμον-Μακρή και Πέρρο η Περάκη. 

Τον Αύγουστο του 1904 νέο σώμα άπό 14 άντρες ύπό τον καπετάν Καούδη εισέρχεται στη Μακεδονία.
 Σ’ αύτό μετέχουν οι μετέπειτα οπλαρχηγοί Λευκοδουράκης Χρηστός,
 Ιωάννης Σεϊμένης, 
Στυλιανός Κλειδής, 
Αριστείδης Νύσταρης, 
Εμμανουήλ Σκουντρής, 
Ιωάννης Καλογεράκης, 
Σωτήριος Χατζηδάκης, 
και οι Μακεδόνες Σταύρος Σούλης, 
Ιωάννης Σαμανίκας, 
Δημήτριος Σπανόπουλος, 
Σίμος Στογιάννος και 
Απόστολος Άγανίδης, και άμέσως άρχίζουν την πολεμική τους δράση. 

Έν τώ μεταξύ γενικός άρχηγός όλων των σωμάτων στη Δυτική Μακεδονία ορίζεται ο άνθυπολοχαγός του πυροβολικού Παύλος Μελάς, που τη νύκτα στις 27-28 Αύγούστου του 1904 εισέρχεται στη Μακεδονία με δύναμη 30 άντρών.

Έτσι άρχίζει η άποφασιστική έπέμβαση του ελληνικού κράτους στα μακεδονικά προβλήματα.

Στις άρχές Όκτωβρίου δύο νέα σώματα δυνάμεως 40 άντρών ύπό τους οπλαρχηγούς Ιωάννη  Πούλακα και Γεώργιο Βολάνη εισέρχονται στη Μακεδονία  για να ένισχύσουνε  το σώμα του Παύλου Μελά.

Στις 13 Όκτωβρίου ο γενικός άρχηγός πέφτει ήρωϊκώς μαχόμενος στο χωριό Στάτιστα, σημερινό Μελά, άπό τουρκική σφαίρα προδομένος άπό τους Βουλγάρους κομιτατζήδες.

 Μετά τον ήρωϊκό θάνατο του Παύλου Μελα, άνώτερος άρχηγός στο βιλαέτι του Μοναστηριού μένει και πάλι ο σεμνός και άθόρυβος καπετάν Θύμιος Καούδης. 

Σάν άντικαταστάτη του Μελά  το Μακεδονικό Κομιτάτο διορίζει προσωρινά γεν. άρχηγό τον άνθυπολοχαγό πεζικού Γεώργιο Κατεχάκη-καπετάν Ρούβα.

Ό Κατεχάκης με 25 άντρες περνά την ελληνοτουρκική μεθόριο και συναντάται στο Κωσταράζι μετους οπλαρχηγούς.

Στο σώμα του μετέχει και ο μετέπειτα ήρωϊκός άρχηγός Παύλος Γύπαρης.

Εμψυχώνειτους άντρες τους καταπονημένους, μεταφέρει νέες οδηγίες και διαταγές του Κομιτάτου και αρχίζει την πολεμική του δράση.

Συγκινητική είναι η συνάντησις με τον Καούδη, στον όποιο έκφράζει  το θαυμασμό και την εύαρέσκεια του Κομιτάτου  για τη μέχρις εκείνης της ώρας δράση του.

 Ή έπίθεσις του Κατεχάκη στο Ζέλενιτς (Σκλήθρον), η άναμέτρησις σε ανοικτό επίπεδο στο Ζέλοβο (’Αντάρτικό) με ύπερδιπλάσιες δυνάμεις κομιτατζήδων, η μάχη στο Όστιμα (Τρίγωνο) και η συντριβή των συμμοριών Μήτρου Βλάχου και Κορσάκωφ έκτος άπό τη μεγάλη αναταραχή που έπέφεραν στούς Βουλγάρους κομιτατζήδες, γεμίζουν θάρρος και εμπιστοσύνητους κατοίκους της περιοχής, άναπτερώνουν  το ήθικό τους και όσοι άπό φόβο είχαν προσχωρήσει στην ’Εξαρχία επανέρχονται στο Πατριαρχείο. 

Οί κομιτατζήδες δεν  θα τολμήσουν στο έξης να μπούνε στα χωριά.

 Στις επιχειρήσεις αύτές έλαβαν μέρος και οι ομάδες των οπλαρχηγών ’Ιωάννη Καραβίτη, Παύλου Γύπαρη, ’Ιωάννη Πούλακα και ’Ιωάννη Καλογεράκη.

Έν τώ μεταξύ  το Μακεδονικό Κομιτάτο διορίζει γενικό αρχηγό τον ύπολοχαγό πεζικού Γεώργιο Τσόντο,  το θρυλικόν καπετάν Βάρδα, ο όποιος με δύναμη 40 άντρών, στούς οποίους μετέχουν ικανοί πολεμιστές, όπως ο Μιχαήλ Τσόντος, ο Εύάγγελος Φραγκιαδάκης η Γαλιανός, ο Γ. Μακρής, ο Εμμανουήλ Νικολούδης, ο Δημήτριος ’Ανδρεαδάκης, εισέρχεται στη Μακεδονία.

Ό Γεώργιος Κατεχάκης παραμένει ύπαρχηγός του Βάρδα.

Ό Βάρδας δεν  περιορίζεται μόνο σε πολεμικές ένέργειες. Παράλληλα με την ένοπλο δράση του οργανώνει καλύτερα  το εσωτερικό, γιατί πιστεύει πώς χωρίς εσωτερική οργάνωση δεν  θα μπορούσε να καρποφορήσει ο ένοπλος άγώνας.

 Άφού έξοντώνει  το διαβόητο άρχικομιτατζή Κωνστάντωφ άποστέλλει στην ’Αθήνα τους οπλαρχηγούς Γύπαρη, Καραβίτη, Μακρή,  για να συγκροτήσουν νέα σώματα.

Ή διάταξη των σωμάτων στα τέλη του 1904 έως την άνοιξη του 1905 στη Δυτική Μακεδονία έχει ως εξής:

Περιοχή Γέρμα Βογατσικού Γεώργιος Τσόντος

»       Καστανοχωρίου               Μιχαήλ Τσόντος 
» Μπελκαμένης                   Λαμπρινός Βρανάς  
» Καστοριάς                        Εύθύμιος Καούδης
» Νιγκοβάνης                     ’Ιωάννης Πούλακας
» Λεχόβου                          Ανδρέας Δικώνυμος 
»     ’Αντάρτικου                      Παύλος Κύρου

Στήν Κεντρική και ’Ανατολική Μακεδονία ο άγώνας δεν  παρουσίασε άμέσως την πρόοδο που σημειώθηκε στη Δυτική Μακεδονία.

Όμως με την έναρξη της συγκροτήσεως άνταρτικών σωμάτων εισέρχονται 
στήν Κεντρική Μακεδονία και οι Κρήτες οπλαρχηγοί
 Παπαμαλέκος Λεωνίδας,
 Έμμ. Μενής και 
Εμμανουήλ Κατσίγαρης, που τους συνοδεύουν οι 
Χαράλαμπος Καλλέργης, 
Εμμανουήλ Μπακρετζάκης, 
Γρηγόριος Παπαδάκης και 
Ιωάννης Νικολαΐδης, 

στη δε Ανατολική ο Ιωάννης Νταφώτης με σώμα 108 άντρών.

’Αποβιβάζεται στον κόλπο του Όρφανού με τελικό στόχο την περιοχή ΝιγρίτηςΣερρών.

Όμως ο μεγάλος όγκος του σώματοςτους προδίδει στούς Τούρκους, που ύστερα άπό συνεχή καταδίωξη μαχόμενο λημεριάζει σε μια χαράδρα βορείως της μονής Αγίας ’Αναστασίας στα Βασιλικά.

Τουρκικός στρατόςτους περικυκλώνει, ο Νταφώτης διατάζει έφοδο δια να διαφύγει άπό τον κλοιό.

Οί Τούρκοι έχουν μεγάλες άπώλειες, άλλά και οι άντάρτες άφήνουν πολλούς νεκρούς και τραυματίες.

 Οί Τούρκοι παραδίδουν τα σώματα των άντρών που έπεσαν να τα θάψουν οι καλόγεροι της μονής.

 Ή Παγκρήτιος ’Αδελφότης Μακεδονίας έχει έλθει ήδη σε επαφή με τον ήγούμενο της μονής  για να άνεγείρει μνημείο πρός τιμήν των έκει πεσόντων Κρητικών. 

Τό ύψωμα βορείως της μονής πήρε  το όνομα έκείνου του ήρωϊκού καπετάνιου Νταφώτη.

Στή Δυτική Μακεδονία έρχονται νέα σώματα ύπότους οπλαρχηγούς Ήλία Δεληγιαννάκη, Γεώργιο Μακρή και Στυλιανό Κλειδή.

 Μέ την ενίσχυση αύτών ο Βάρδας επικεφαλής 180 άντρών προσβάλλει τη Βασιλειάδα (Ζαγορίτσανη) και ύστερα άπό πολύωρη μάχη εξοντώνει 70 κομιτατζήδες.

Ή νίκη της Ζαγορίτσανης καταπτοεί  το ήθικό των Βουλγάρων και άναπτερώνει  το ήθικό των έλληνικών πληθυσμών.

Άλλά και η επιτυχής άπόκρουσις του τουρκικού στρατού στο Μουρίκι άπό τα σώματα Βάρδα-Γύπαρη-ΚαραβίτηΜάνου άποδεικνύει ότι τα έλληνικά σώματα είχαν την ικανότητα να άναμετρηθούν και με τακτικό στρατό άκόμη.
Σέ όλη τη διάρκεια της ένοπλης άναμέτρησης μέχρι της έπαναστάσεως των Νεοτούρκων (1908) πυκνές και άλλεπάλληλες μαχητικές φάλαγγες Κρητικών εθελοντών εισέρχονται στη Μακεδονία.

Παλαιοί και νέοι οπλαρχηγοί με νέα η άνανεωμένα σώματα καταφθάνουν άπό την Κρήτη σε κάθε γωνιά της Μακεδονικής γής και ύπερασπίζονται τα άπαράγραπτα δικαιώματα του ’Έθνους και  το λαό της.

Κουκουλάκης Θεόδωρος, 
Μαναρόλης Γεώργιος, 
Κουρής Εμμανουήλ,
 Άνδριανάκης Νικόλαος, 
Δοξογιάννης ’Ιωάννης, 
Καλομενόπουλος Νικήστρατος, 
Λιαπάκης Γεώργιος, 
Σπυριδογιαννάκης Γεώργιος, 
Καμιλάκης Γεώργιος, 
Μαυρογένης ’Ιωάννης, 
Σκαλίδης Γεώργιος, 
Γερογιάννης Παναγιώτης, 
Κοκκινάκης Στυλιανός, 
Λίτηνας Εμμανουήλ, 
Μπενής ’Εμμανουήλ, 
Βολάνης Στρατής, 
Σκουντρής ’Εμμανουήλ, 
Νικολούδης ’Εμμανουήλ, 
Νικολούδης Εύάγγελος, 
Λυκοβαρδής ’Εμμανουήλ, 
Ξυρούχας Βασίλειος, 
Κελαϊδής Σταύρος, 
Μπονάτος Στυλιανός, 
Γοβατζιδάκης Γεώργιος είναι ονόματα και φυσιογνωμίες άρχηγών και οπλαρχηγών που κυριάρχησαν σε όλη την περίοδο του Αγώνα στη Μακεδονία.

Φίλοι μας, είναι πέρα άπό κάθε αμφισβήτηση ότι ο απανταχού Ελληνισμός συγκλονίστηκε άπό  το μακεδονικό δράμα.

 Τά καλύτερα παιδιά του εσπευσαν να άγωνιστούν  για τη διατήρηση της έλληνικότητος της Μακεδονίας.

Άλλά επίσης είναι και πέρα άπό κάθε άμφισβήτηση  το γεγονός δτι τα πρωτεία της θυσίας τα κρατάει η Κρήτη.
Και δεν  άποτελεΐ αύτό ύπερβολή η τοπικιστική άντίληψη, άλλά εξακριβωμένη ιστορική άλήθεια.

Άθρόοι, πάνδημοι, θα έλεγε κανείς, άνταποκρίθηκαν στην άπελπισμένη κραυγή των σκλαβωμένων Μακεδόνων,
«Όπως πάντοτε, η άθάνατη Κρήτη προηγήθη εις τον άγώνα αύτόν και προσέφερε την πρώτην και μεγίστην άναλογίαν του πολυτίμου αϊματος των τέκνων της στον ύπέρτατο τούτον άγώνα»,

 γράφει ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ενώ ο ιστορικός Νικόλαος Βλάχος παρατηρεί:

«Οί άπαρτίζοντες τα άνταρτικά σώματα ήσαν άπό την Κρήτη, η οποία προσέφερε μαχητάς δοκιμασθέντας».

Ό ιστορικός Γεώργιος Μόδης γράφει:
«Έζητούντο άνδρες να παλέψουν, να άγωνισθούν και να παίξουν την ζωή των δια την σωτηρίαν των άδελφών μας Μακεδόνων και ολόκληρος η Κρήτη είχε μεταβληθει σε έμπεδο του Μακεδονικού Άγώνα». 

Ό ιστορικός Χατζής άναφέρει
«πρώτη η ήρωοτόκος Κρήτη εις άριθμόν και ποιότητα μαχητών.
 Όλοι γενναίοι με την πλήρη σημασία της λέξεως.
 Έπώδυνον εμπειρίαν λαμβάνουν οι Βούλγαροι κομιτατζήδες εκ της πολεμικής πείρας, της τόλμης, της μοναδικής ευστοχίας των όπλων των Κρητών».
Ό καθηγητής Λαούρδας γράφει:

«Στήν προσφορά του αϊματος η Κρήτη εχει τη μερίδα του λέοντος. Οί Κρητικοί είναι αύτοι που σήκωσαν  το μεγαλύτερο μέρος του άγώνα και που πλήρωσαν με  το αίμα τους την ύπεράσπιση των δικαίων της Μακεδονίας». 

Ό στρατηγός Μαζαράκης:
«Οί Κρήτες είχαν ως κύριον έργον  το μάχεσθαι με περιφρόνηση πρός τον θάνατον και εν τη μάχη άπαράμιλλοι».
Χαρακτηρίζει δέ άνυπόφορον τη γενναιότητά των.
Παραμένει όμως να δούμε ποιά ήταν τα ερεθίσματα εκείνα που ώθησαν την πληθωρική παρουσία των Κρητικών στη Μακεδονία, όταν μάλιστα στο νησί δεν  είχαν διαλυθεί άκόμη τα σύννεφα της σκλαβιάς.

Τό λυρικό ξέσπασμα του μακεδονομάχου Παύλου Γύπαρη τα λέει δλα:
Άχ! όποιος έζησε σκληρά
 σ’ αγέρα σκλαβωμένο 
κι έφαγε μ αίμα  το ψωμί 
και δάκρυ ζυμωμένο, όποιος της μαύρης της σκλαβιάς 
δοκίμασε τον πόνο,
 σκλαβιά και πόνος τι θα πή 
εκείνος ξέρει μόνον.
Λαός άδούλωτος, εραστής της λευτεριάς, άντρίκιος και πάντα νέος, ξεσηκώθηκε χωρίς ήγεσία, ακολουθώντας μόνο τη φωνή της συνειδήσεως με μοναδικό βίωμα τη σκλαβιά και τον πόνο των Μακεδόνων.

Ή Κρήτη είχε παλαιούς δεσμούς με τη Μακεδονία.

Ό άρχηγός του στόλου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο ναύαρχος Νέαρχος, ήτανε Κρητικός.

Οί καλύτεροι τοξόται της στρατιάς του Αλέξανδρου (εντεκα σαΐτες  το λεπτό) ήσαν Κρητικοί.

 Ό ’Αλέξανδρος  για να τιμήσει
 την προσφορά των Κρητικών
 στην εκστρατεία του
έκτισε μία πόλη και της έδωσε 
 το όνομα Κρητόπολις.

Πίστευε ο Κρητικός οτι Ελλάδα δεν  είναι μόνο η Κρήτη.
Πώς τα σύνορα της Ελλάδος δεν  τελειώνουν ούτε πρέπει να τελειώνουν στη Μελούνα.

Πέρα άπ’ αύτά τα όρια ήξερε ότι ύπάρχει αλύτρωτος Ελληνισμός με απαράγραπτα έλληνικά δικαιώματα, άδερφικός λαός που όχι μόνον στέναζε κάτω άπό τον ϊδιο δυνάστη, άλλά και κινδύνευε άπό άλλους βαλκανικούς λαούς να χάσει την εθνική του ταυτότητα.

Πίστεψαν στο λόγο του ’Ίωνα Δραγούμη: 

«"Αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε» κι έτρεξαν.

Ή ψυχή των Κρητικών τραυματισμένη άπό την ήττα του 97 πίστευε ότι η Μακεδονία είναι ο τόπος της εκδίκησης.

 Ότι  το ’97 δεν  έπρεπε και δεν  μπορούσε να μείνει άτιμώρητο.

Τά λεβεντόκορμα παλικάρια μας, μαζί μετους ντόπιους και όλους τους άλλους έθελοντάς, άγωνίσθηκαν τον άγώνα τον καλόν με θάρρος, με ήρωϊσμό, με αύταπάρνηση.

 Και νίκησαν.

Πολέμησαν οι παράτολμοι αύτοί άγωνιστές, οι άθεράπευτα ρομαντικοί, οι ώραιοι, οι «κουζουλοί», κατά την έκφραση του Καζαντζάκη, σ’ έναν άγώνα πολυμέτωπο, άδολα, ανυστερόβουλα.

Συγκρότησαν εθελοντικά σώματα και με θεία έξαρση πήραν τη μοναδική άπόφαση στη θέληση και στην άποδοχή της θυσίας.

Ή ύψηλοφροσύνη, η άνιδιοτέλεια και ο ιδεαλισμός αύτών των άγωνιστών φαίνεται στην περήφανη άπάντηση του κεπατάν Καραβίτη πρός τον Ελευθέριο Βενιζέλο, όταν ο έθνάρχης του πρότεινε να του εκχωρηθεί έκταση γής στη Μακεδονία ύστερα άπό την άπελευθέρωσή της:

«Δέν πολεμήσαμε έδώ  για να γίνουμε τσιφλικάδες. Γυμνοί ήρθαμε, γυμνοί φεύγουμε».

Πρωταγωνιστές και μπροστάρηδες του καθαρού αύτού έλληνικού άγώνα είναι οι Κρητικοί έθελοντές.

 Και πρώτοι αύτοί άνταποκρίθηκαν στην κραυγή της άπελπισίας των Μακεδόνων, γιατί έκαναν βίωμα  το λόγο του Παλαμά: «’Ανάξιος, όποιος ξάφνου άκούει  το προσκλητήρι των καιρών να  το φυσάη η να  το κρούη σάλπιγγα η τύμπανο  το άκούει και δεν  λέει παρών».

Ό τίτλος του Μακεδονομάχου άνήκει σε 6.025 Μακεδόνες και έθελοντές. 
’Από αύτές τις 6.000 οι 3.556 είναι Κρήτες. 

’Απ’ αυτούς 700 δεν  γύρισαν ποτέ στο νησί.
 Έμειναν έδώ σε μια πελώρια σκηνή άπό δρύινους σταυρούς που μαρτυρούν τάφους ήρώων.

Μπορεί  το επίσημο κράτος να μήν τόνισε και να μη θέλει να τονίσει, όσο πρέπει, την προσφορά των Κρητικών στον Μακεδονικό Αγώνα.

Μπορεί να δημιούργησε  για τον ’Αγώνα αύτόν σύμβολα, που είναι βέβαια άπαραίτητα  για να θρέψουν  το λαό, άλλά δεν  πρέπει να ξεχνάμε ότι οι άγώνες κερδίζονται μαζί με όλους τους άλλους.
Δέχεται κάθε προσφορά.
Τό μαρτυρούν οι προτομές των Μακεδονομάχων που κοσμούν την πόλη μας.
’Εκείνο όμως που μετράει πιο πολύ είναι η συμπεριφορά και τα αισθήματα των Μακεδόνων άπέναντί μας.

Ή λέξη Κρητικός μαγνητίζει, γιατί την περιβάλλει ο θρύλος και την προσδιορίζει η προσφορά, η αύταπάρνηση, η θυσία.

Και τα αισθήματα των Μακεδόνων άπέναντί μας εκφράζονται χαρακτηριστικά σ’ ένα τραγούδι πουτους στίχους του επλεξε η μακεδονική λαϊκή μούσα.

Ω! κρητικιά μου λεμονιά, και που να σε φυτέψω;
Να σε φυτεύψοι στο βουνό; φοβάμαι, Θα παγώσεις.
Νά σε φυτεύψω στον μπαξέ; φοβάμαι μη σε κλέψουν.
Νά σε φυτεύψω στην καρδιά!
Καί πράγματι στην καρδιά του φύτευσε ο Μακεδόνας την κρητικιά του λεμονιά.
Και ρίζωσε και φούντωσε και θέριεψε και στέκει και θα στέκει.

Κι είναι  το σύμβολο εύγνωμοσύνης και άγάπης της Μακεδονίας  για την Κρήτη μας, αλλά και  το σύμβολο της προσφοράς στον άγώνα της Κρήτης  για τη Μακεδονία μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: