Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

Βυζαντινή Μακεδονία: ΟΡΟΣ ΡΩΜΑΙΩΝ ΚΑΙ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ


του Νικολάου Οικονομίδη

Το πρόβλημα του συνόρου ανάμεσα στο Βυζάντιο και την Βουλγαρία κατά τον Μεσαίωνα απασχόλησε τους ιστορικούς επί πολλά χρόνια, ιδιαίτερα την εποχή που οι εθνικιστικές διεκδικήσεις βρίσκονταν σε έξαρση.

Πολλοί νομίζαμε πως η εποχή των εθνικισμών είχε περάσει ανεπιστρεπτί, μέχρι την στιγμή που οι πρόσφατες εξελίξεις μας απέδειξαν περίτρανα πόσο λανθασμένη ήταν η γνώμη μας αυτή.
Κι όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά τον Μεσαίωνα.

 Τότε οι αντιπαραθέσεις γίνονταν ανάμεσα σε κράτη και ηγεμόνες οι εθνικιστικοί συναισθηματισμοί δεν υπήρχαν για να επηρεάσουν την κρίση των ατόμων έτσι τα πράγματα ήταν γενικώς απλούστερα.

Για να αποδείξω την άποψή μου αυτή θα εξετάσω μερικές επιγραφές που όριζαν, όπως λέγεται, τα σύνορα μεταξύ του Βυζαντίου και των Βουλγάρων.

 Μία μόνο από τις επιγραφές αυτές φαίνεται πως σώζεται ως σήμερα.
Οι άλλες είναι γνωστές από μαρτυρίες, μερικές από τις οποίες είναι αμφισβητήσιμες.
Η σωζόμενη επιγραφή βρίσκεται σήμερα στο αρχαιολογικό μουσείο της Κωνσταντινούπολης. Βρέθηκε, μαζί με μια δεύτερη παρόμοια επιγραφή, στο χωριό Νάρες (Naresh, σήμερα Νέα Φιλαδέλφεια), 22 χιλιόμετρα βορείως της Θεσσαλονίκης. Έχει δημοσιευθεί πολλές φορές και τελευταία από τον διακεκριμένο Βούλγαρο επιγραφικό Beshevliev.

 Λέγεται —αλλά αυτό αμφισβητείται— πως και μια τρίτη παρόμοια επιγραφή είχε βρεθεί στο χωριό Vardarovci (σήμερα Αξιοχώρι), 32 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης.
Το κείμενο της επιγραφής έχει ως εξής:


 Συμεών Α'
Ετους από κτίσεως κόσμον ,ςυιβ', ίνδικτιώνος ζ'. "Ορος Ρωμαίων καί Βουλγάρων.

 Έπί Συμεών εκ Θεού αρχοντος Βουλγάρων, επί Θεοδώρου ολγου τρακανου, επί Αρίστρου κομίτου.

Πρόκειται για ενεπίγραφο ορόσημο μεταξύ των δύο κρατών, που τοποθετήθηκε εκεί κατά το έτος 904, όταν βασιλιάς των Βουλγάρων ήταν ο γνωστός Συμεών (893-927), ο οποίος και σε άλλα κείμενα αναφέρεται ως εκ Θεού αρχών Βουλγάρων.

Στην επιγραφή αναφέρονται και δυο στενοί συνεργάτες του Βούλγαρου τσάρου:

1. Ο Θεόδωρος, που έλαβε μέρος σε πολλές διαπραγματεύσεις για λογαριασμό του Βουλγαρικού κράτους, και ο οποίος στον Συνεχιστή του Θεοφάνη αναφέρεται ως οικείος και ως ό μάγιστρος του Συμεών.

Στην επιγραφή φέρει τους πρωτοβουλγαρικούς τίτλους ολγου τρακανον, η ακριβής σημασία των οποίων αμφιλέγεται το ολγον θα μπορούσε να σημαίνει μέγας (πρβλ. το τούρκικο ulu) ή γιός (τουρκ. oglu) το τρακανον συνδέεται με τον τίτλο ταρκανπου με την συνηθισμένη για τα σλαβικά μετάθεση φθόγγων γίνεται τρακαν.

Ο τίτλος αυτός υπάρχει και σε άλλες τουρκικές γλώσσες με τις μορφές turxan και darxan. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς μήπως, με την ίδια σλαβική μετάθεση φθόγγων, θα έπρεπε να αναζητηθεί και πίσω από το όνομα (ή τίτλο;) Δραξάνος (ή, σε μια οικογένεια χειρογράφων, Δραξάνης) σύμφωνα με τον Σκυλίτζη, όταν ο Βασίλειος Β΄ ανακατέλαβε από τους Βουλγάρους τα Βοδενά το 1001, ό του φρουρίου κατάρχων Δραξάνος, άνήρ πολεμιστής, ζήτησε να μείνει στην Θεσσαλονίκη, όπου και παντρεύτηκε και απέκτησε παιδιά αλλά κάθε τόσο δραπέτευε και πήγαινε να πολεμήσει στο πλευρό των Βουλγάρων συνελήφθη από τους Βυζαντινούς τρεις φορές και την τρίτη ανασκολοπίσθηκε.

Στο χωρίο του Σκυλίτζη, το μόνο όπου ο Δραξάνος αυτός μνημονεύεται, και παρουσιάζεται ως αξιωματούχος του Βουλγαρικού στρατού, δεν είναι σαφές αν πρόκειται για όνομα ή για τίτλο. Άλλωστε κι αυτό έχει σχετικά μικρή σημασία, εφόσον το όνομα θα μπορούσε να προέρχεται από τον τίτλο.

2. Ο δεύτερος συνεργάτης του Συμεών που μνημονεύεται στην επιγραφή ονομάζεται Δρίστρος κόμης, και μνημονεύεται ως Λίστρος ό κόμης στον Βίο των μαρτύρων της Τιβεριούπολης, που έγραψε ο Θεοφύλακτος Αχρίδος. 

Ο βυζαντινής προέλευσης τίτλος κόμης στο πρώτο Βουλγαρικό κράτος μαρτυρείται επανειλημμένα, όπως φαίνεται από τα χωρία που συγκέντρωσε ο Beshevliev:

αυτό τον τίτλο είχε και ο πατέρας του περίφημου κομητοπούλου Σαμουήλ, του αντιπάλου του Βασιλείου Β' του Βουλγαροκτόνου.

Για τον τίτλο αυτό έχει κανείς την εντύπωση πως συνδεόταν με διοίκηση της παραδουνάβιας Βουλγαρίας. Το όνομα Δρίστρος φυσικά θυμίζει την πόλη Δρίστρα (την σημερινή Σιλίστρια, πάνω στον Δούναβη).

Υπάρχουν όμως και επιπλέον στοιχεία που υποστηρίζουν την υπόθεση αυτή.

Στον Συνεχιστή του Θεοφάνη υπάρχει η αφήγηση για την αιχμαλωσία των Αδριανουπολιτών από τους Βουλγάρους του Κρούμου και την μεταφορά τους στη βόρεια όχθη του Δουνάβεως.
Όταν οι εξόριστοι αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και προσπάθησαν να διασχίσουν τον Δούναβη συνάντησαν την αντίσταση του Βούλγαρου κόμη, που εμφανίζεται ως ο στρατιωτικός διοικητής της περιοχής.

Δεν μπορεί κανείς να αποφύγει τον συσχετισμό ανάμεσα στον Δρίστρο κόμητα της επιγραφής και τον Βούλγαρο κόμητα που, σύμφωνα με το χρονικό, ασκεί στρατιωτική διοίκηση κοντά στην Δρίστρα.

Και αναρωτιέται κανείς: θα πρέπει άραγε να υποθέσουμε πως ο Δρίστρος κόμης ασκούσε εξουσία στο παραδουνάβιο τμήμα του κράτους του Συμεών;

 Αν αυτό ήταν αλήθεια, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι στην επιγραφή της Νέας Φιλαδέλφειας, που μελετάμε, μνημονεύονται οι ύψιστοι άρχοντες, ιδιαίτερα οι στρατιωτικοί άρχοντες, του Βουλγαρικού κράτους.

Είναι προφανές ότι στην επιγραφή αυτή έχουμε την έκφραση μιας μονομερούς ενέργειας των Βουλγάρων, οι οποίοι μόνοι μνημονεύονται στο κείμενό της. Δεν υπάρχει καμία μνεία του βυζαντινού αυτοκράτορα ή εκπροσώπων της βυζαντινής κυβέρνησης, όπως θα περίμενε κανείς, αν η επιγραφή αυτή αποτελούσε την έμπρακτη εφαρμογή μιας συμφωνίας των δύο κρατών σχετικά με τα μεταξύ τους σύνορα.

 Κι όμως, η επιγραφή αυτή θεωρήθηκε από πολλούς ιστορικούς ως η βασική απόδειξη της ύπαρξης μιας συνθήκης που καθόριζε τα Βυζαντινοβουλγαρικά σύνορα το 904.

Η θεωρία αυτή βασίσθηκε σε ένα χωρίο των επιστολών του Λέοντα Χοιροσφάκτη, ο οποίος γράφει πως μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Άραβες το 904 και τον εξανδραποδισμό του πληθυσμού της, οι Βούλγαροι επεδίωξαν να εγκατασταθούν αυτοί στην πόλη τότε παρενέβη ο Λέων ως πρεσβευτής, τους έπεισε να απομακρυνθούν (πείσας καί διώξας), και παρέλαβε αυτός την Θεσσαλονίκη.

 Η πληροφορία αυτή συνδυάσθηκε με την επιγραφή και διατυπώθηκε η άποψη για την ύπαρξη συνθήκης του 904.

Γεννιέται όμως το ερώτημα η Θεσσαλονίκη κατελήφθη από τους Άραβες την 31 Ιουλίου 904 γνωρίζουμε επίσης ότι οι κατακτητές εγκατέλειψαν την πόλη δέκα μέρες αργότερα, δηλ. την 9η Αυγούστου 904.

Από την άλλη πλευρά, το έτος 6412, ινδικτιών 7, κατά το οποίο χαράχθηκε η επιγραφή, τελειώνει την 31η Αυγούστου του 904. 

Πρέπει λοιπόν να υποθέσουμε πως η άφιξη του Χοιροσφάκτη στην Θεσσαλονίκη, οι διαπραγματεύσεις, η σύναψη της συνθήκης ειρήνης και η χάραξη της επιγραφής έγινε μέσα στις 20 ημέρες που παρεμβάλλονται ανάμεσα στην αποχώρηση των Αράβων και το τέλος του βυζαντινού έτους;

Αυτό φαίνεται εξαιρετικά απίθανο, αν σκεφθεί μάλιστα κανείς πως θα πρέπει να παρεμβληθεί και μία τουλάχιστον επικοινωνία του πρεσβευτή με την Κωνσταντινούπολη, πριν από την επικύρωση συνθήκης, που θα περιλάμβανε και εδαφικές παραχωρήσεις.

Οι βυζαντινές ιστορικές πηγές μας πληροφορούν με σαφήνεια για το ότι η στρατιωτική πίεση των Βουλγάρων στο βόρειο σύνορο των Βαλκανίων δεν είχε καθόλου διακοπεί πριν από το 904• παρουσιάζουν μάλιστα πως η πίεση αυτή έδωσε στους Άραβες την ιδέα να στείλουν τον στόλο που τελικά κατέλαβε την Θεσσαλονίκη.

 Πάντως, η ύπαρξη μιας τέτοιας πίεσης εξηγεί γιατί ο βουλγαρικός στρατός βρέθηκε τόσο κοντά στην Θεσσαλονίκη και τοποθέτησε τις επιγραφές του το έτος 904.

 Από τον Ιωάννη Καμινιάτη γνωρίζουμε πως οι Θεσσαλονικείς είχαν πληροφορηθεί την επικείμενη αραβική επίθεση αρκετά πριν εμφανισθεί ο στόλος και προσπάθησαν να οργανώσουν την άμυνα της πόλης συγκεντρώνοντας μέσα σ’ αυτήν τα διαθέσιμα στρατεύματα και αναζητώντας ανεπιτυχώς ενισχύσεις από τον στρατηγό Στρυμόνος.

 Η αναδίπλωση των βυζαντινών στρατευμάτων στην Θεσσαλονίκη έδινε προφανώς μια μοναδική ευκαιρία για προέλαση των Βουλγάρων προς νότον και για την μονομερή διεκδίκηση ενός νέου συνόρου, που σημειωνόταν με επιγραφές.

Με άλλα λόγια, νομίζω πως οι επιγραφές χαράχθηκαν για να ορίσουν το σύνορο που οι Βούλγαροι διεκδικούσαν το 904 και ότι χαράχθηκαν πριν από την έναρξη της πολιορκίας της Θεσσαλονίκης από τους Άραβες, όχι μετά την πολιορκία και βεβαίως όχι σαν συνέπεια διαπραγματεύσεων και συμφωνίας για ένα νέο σύνορο με τις αυτοκρατορικές αρχές.

Η θεώρηση των επιγραφών από αυτή την οπτική γωνία ενισχύεται από την διαπίστωση πως τέτοιες επιγραφές δεν τοποθετήθηκαν μόνο στην Θεσσαλονίκη αλλά και σε άλλα σημεία του Βυζαντινοβουλγαρικού συνόρου, και πάλι σε θέση που δείχνει βαθειά αναδίπλωση των βυζαντινών δυνάμεων.

Την ύπαρξη μιας τέτοιας επιγραφής μαθαίνουμε από ένα έγγραφο του 11ου αιώνα, που περιέχει την περιγραφή των συνόρων, τον «περιορισμό», του μεσαιωνικού χωριού Οβηλός (= το εγκαταλελειμμένο χωριό Σαρλή/Κοκκινοχώρι, στην σημερινή κοινότητα Ποδοχωρίου) στις  
υποορειες του Παγγαίου. 

Περί τα τρία χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Ποδοχωρίου, ο βυζαντινός αξιωματούχος του 11ου αιώνα σημειώνει ότι το σύνορο του περιγραφόμενου κτήματος άπέρχεται εις τον δρόμον των Κουνδονρων, καί παρατρέχει διά τον αντον δρόμον πρός άνατολάς εως τον ίσταμένον λίθον τον γράφοντος «όρος των Βουλγάρων» καί έκνενει αριστερά...

Είναι προφανές ότι και εδώ έχουμε μνεία μιας επιγραφής ίστάμενης, δηλ. γραμμένης σε κολώνα που βρισκόταν ακόμη στη θέση της τον 11ο αιώνα.
 Η επιγραφή αυτή σημείωνε ως πού έφθαναν τα βουλγαρικά σύνορα τον καιρό της τοποθέτησής της.

Πότε όμως είχε τοποθετηθεί;

Αναμφίβολα τον 10ο αιώνα, πριν από τους πολέμους που οδήγησαν στην κατάλυση του πρώτου Βουλγαρικού κράτους.

Αναμφίβολα τα χρόνια του Συμεών, δεδομένου ότι μετά τον θάνατό του οι σχέσεις Βυζαντίου και Βουλγάρων ήταν ειρηνικές και ότι το κράτος του Σαμουήλ δεν φαίνεται να επεκτάθηκε ποτέ στην περιοχή του νότιου Στρυμόνα.

Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Συμεών, πρώτα σκέφτεται κανείς τα χρόνια μετά από το 913, κι ακόμη περισσότερο μετά από το 917, κατά τα οποία ο Βούλγαρος ηγεμόνας κυριαρχούσε στα Βαλκάνια χωρίς οι Βυζαντινοί να μπορούν να του αντισταθούν: τότε ο Συμεών διεκδικούσε ευθέως την παραχώρηση βυζαντινών πόλεων, τις οποίες δεν μπορούσε να καταλάβει και διαμαρτυρόταν προς τον αυτοκράτορα, επειδή οι Βυζαντινοί δεν έπαυαν να ανεφοδιάζουν τα παραθαλάσια κάστρα —τα οποία είχε προφανώς αποκλείσει από ξηράς.

 Για την περίοδο αυτή γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι ο Συμεών είχε επεκταθεί ως την θάλασσα. Την ίδια αυτή εποχή όμως είχε πάρει τον τίτλο του βασιλέα Τωμαίων καί Βουλγάρων. Νομίζω λοιπόν πως η χαμένη επιγραφή του Οβηλού δεν μπορεί να αναχθεί τότε γιατί θα ήταν περίεργο αν ο Συμεών, ο οποίος διεκδικούσε επίσημα το στέμμα των Ρωμαίων και ήθελε να το ενώσει με το στέμμα των Βουλγάρων, που ήδη κατείχε, ταυτόχρονα επιζητούσε να χωρίσει τα σύνορα μεταξύ των δύο λαών-υπηκόων του.

Αντίθετα, η χάραξη της επιγραφής του Οβηλού ταιριάζει καλά με την εποχή του 904 τότε γνωρίζουμε πως ο Συμεών τοποθέτησε κι αλλού τέτοιες επιγραφές με σκοπό να καθορίσει το σύνορο, όπως αυτός το εννοούσε οι επιγραφές μπροστά στην Θεσσαλονίκη ήταν φυσικά πιο επίσημες από τις επιγραφές του Οβηλού, που βρίσκονταν απέναντι στο μικρό βυζαντινό κάστρο της Χρυσόπολης.

Αλλά βέβαια ο χαρακτήρας των επιγραφών ήταν ο ίδιος με της Θεσσαλονίκης.

Και στην περιοχή του Στρυμόνα οι Βούλγαροι ασκούσαν πίεση το 904 —κι ίσως αυτό εξηγεί γιατί ο στρατηγός Στρυμόνος δεν έσπευσε τότε να στείλει βοήθεια στην απειλούμενη Θεσσαλονίκη: είχε να υπερασπισθεί τα δικά του εδάφη και κυρίως τα δικά του κάστρα από τους Βουλγάρους, που προωθούνταν προς την θάλασσα.

"Βυζάντιο χωρίς σύνορα" 
Η πίεση πάνω στους Βυζαντινούς των Βαλκανίων γινόταν τότε, όπως μαθαίνουμε για πρώτη φορά από το έγγραφο των Ιβήρων, ασφυκτική.
Ήταν πίεση στρατιωτική, όχι πληθυσμιακή.

Τα ορόσημα που εγκατέστησε ο Βούλγαρος τσάρος το 904 δεν ίσχυσαν για πολύ καιρό — και πάντως αναμφίβολα έπαψαν να ισχύουν μετά τον θάνατο του Συμεών (927) και την αποκατάσταση φιλικών σχέσεων της αυτοκρατορίας με την Βουλγαρία.

Δεν μνημονεύεται καμιά οριοθέτηση με την ευκαιρία των μετέπειτα Βυζαντινοβουλγαρικών επαφών.

Κατόπι ήλθαν οι πόλεμοι του Σαμουήλ και η κατάκτηση των Βαλκανίων από τους Βυζαντινούς στις αρχές του 11ου αιώνα.

Ενδιαφέρον έχει η στάση των Βυζαντινών απέναντι στα ορόσημα αυτά, τα οποία τοποθετήθηκαν, νομίζω, χωρίς την συγκατάθεσή τους άλλωστε, κι αν ακόμη υποθέσουμε ότι υπήρχε συγκατάθεση, θα είχε επιτευχθεί κάτω από την πίεση των όπλων ενός πανίσχυρου τότε αντιπάλου.

Θα περίμενε κανείς ότι με την απόσυρση των βουλγαρικών δυνάμεων και την ανάκτηση των εδαφών, οι Βυζαντινοί θα έσπευδαν να εξαφανίσουν τα περίοπτα αυτά μνημεία της στρατιωτικής τους ταπείνωσης.

Κι όμως διαπιστώνουμε πως δεν τα έθιξαν, μολονότι γνώριζαν την ύπαρξή τους και τα χρησιμοποιούσαν ως ορόσημα των κτημάτων τους.

Νομίζω πως η αδιαφορία αυτή μπορεί να εξηγηθεί με βάση /την βυζαντινή ιδεολογία, που θεωρούσε τον αυτοκράτορα ως μόνο ηγεμόνα αναγνωρισμένο από,τον Χριστό, προορισμένο να κυβερνήσει, μια μέρα, ολόκληρο τον κόσμο.

 Όποιος ζούσε με τέτοιες προοπτικές, δεν είχε βέβαια λόγο να ανησυχεί για το αν μέσα στο κράτος του κάποιος ξένος είχε τοποθετήσει επιγραφές που μνημόνευαν προσωρινές του στρατιωτικές επιτυχίες. Sub specie aeternitatis, αυτά δεν είχαν την παραμικρή σημασία.


Δεν υπάρχουν σχόλια: