Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Μακεδονικός Αγώνας και η ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΑΝΔΡΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (1871-σήμερα)

του Κωνστ.Α.Βαβούσκου.

Ή Φιλόπτωχος ’Αδελφότης ’Ανδρών Θεσσαλονίκης εορτάζει την 117ην επέτειον της ίδρύσεώς της και τα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου ήθέλησαν να προσδώσουν πανηγυρικόν χαρακτήρα εις τον εορτασμόν της έπετείου ταύτης μέ τελετήν, εις την όποίαν μετέχομεν ολοι ήμεις σήμερον.

’Ιωακείμ ο Γ'
ο Μεγαλοπρεπής
O εορτασμός αυτός είναι συγχρόνως και άπότισις τιμής εις την μνήμην των αειμνήστων ιδρυτών της, διότι αυτοί άνέλαβον εις δυσκόλους διά το Έθνος περιστάσεις την ευθύνην της διατηρήσεως και συντηρήσεως των θεσμών της Ελληνικής Όρθοδόξου Κοινότητος Θεσσαλονίκης, η οποία δεν ήτο και μικρά.

Πράγματι, η πρωτοβουλία των ιδρυτών της Αδελφότητος ύπήρξεν εις την ουσίαν της προσφορά εις το Έθνος, η όποία, ώς εκ της φύσεώς της, θα έλάμβανεν άγωνιστικήν μορφήν και θα συνεπήγετο όλους τούς γνωστούς την εποχήν εκείνην κινδύνους.

Το ότι εν γνώσει τούτου οι αείμνηστοι ίδρυται της ’Αδελφότητος δεν όρρώδησαν εις την πραγμάτωσιν του σκοπού των, άποτελεί δι’ αυτούς μέν τιμήν, δι’ ήμας δε υπόδειγμα περισκέψεως εθνικής, και σήμερον εισέτι, διότι η Μακεδονία μας, την όποίαν αυτοί ήθέλησαν να ύπηρετήσουν, εχει πάντοτε την ανάγκην της φροντίδας όλων μας.

 Ήτο η 5η Δεκεμβρίου 1871, κατά την όποίαν εκατόν πεντήκοντα Θεσσαλονικείς συνήλθον εις οικίαν της πόλεως διά να ιδρύσουν την Φιλόπτωχον ’Αδελφότητα ’Ανδρών Θεσσαλονίκης.

Πρόκειται περί της Α' Γενικής Συνελεύσεως, τα πρακτικά της όποίας φέρουν τον βιβλικόν τίτλον «ταύτα έντέλλομαι ύμίν ίνα άγαπατε άλλήλους».
Ήδη έκ του τίτλου τούτου, θαυμασίου ώς προς την εμπνευσιν χρησιμοποιήσεώς του ώς τίτλου των πρώτων πρακτικών της ’Αδελφότητος, καταφαίνεται το αίσθημα μέ το όποιον οι Θεσσαλονικείς αύτοι προσήλθον εις την Γενικήν Συνέλευσιν προς ίδρυσιν της ’Αδελφότητος, η όποία θα στηρίζεται πλέον εις την άλληλέγγυον και άνιδιοτελή συμπαράστασιν όλων των μελών.

Και σήμερον άκόμη η άνάγνωσις του τίτλου τούτου προκαλει συγκίνησιν. το πρώτον πρακτικόν ούτω πως τιτλοφορηθέν περιέχει τα της ιδρυτικής πράξεως και δή ώς εξής:

«Τό πρώτον σήμερον άπαντες συνήλθομενεν τή οικία του κ. Ν. Γ. Χρυσοπούλου προς σύστασιν ’Αδελφότητος σκοπόν έχούσης την ύποστήριξιν ενδεών και απόρων μελών της ’Αδελφότητος. προς τούτο δέ έξελέξαμεν σήμερον έξαμελή επιτροπήν τούς κ. Δ. Κατζάλην, Δ. Σιμωνίδην, Στ. Μηχαηλίδην, Ν. Χρυσόπουλον, Άν. Βεργάδην και Θ. Γεωργιάδην προς σύνταξιν του κανονισμού». 

Ό Κανονισμός συνετάγη και ένεκρίθη εις την Β' Γεν. Συνέλευσιν η οποία ελαβε χώραν την 19.12.1871.
Κατ’ αυτήν έξελέγη η πρώτη Διοικούσα Επιτροπή έκ των Μιχ. Παπαδοπούλου, Β. Παπάζογλου, Δ. Κατζάλη, Στ. Μιχαηλίδου, Ν. Χρυσοπούλου και Α. Βεργάδη.

Όπως καταφαίνεται έκ των ήμερομηνιών της Α΄και Β' Γενικής Συνελεύσεως οι ίδρυται ενεργούν ταχέως και αυτό θα φανή έκ της ήμερομηνίας συγκλήσεως της Γ' Γενικής Συνελεύσεως, η οποία συνεκλήθη μετά μίαν εβδομάδα, την 26.12.1871, κατά την όποίαν έξελέγη και Συμβούλιον της Αδελφότητος έκ δέκα μελών.

Ιωάννης Παπάφης
 ’Από τάς πρώτας ήδη ημέρας της ίδρύσεως ο αριθμός των έγγραφέντων δωρητών και συνδρομητών της ’Αδελφότητος άνήλθεν εις διακοσίους έξήκοντα πέντε.

Τον Φεβρουάριον 1873 η Γενική Συνέλευσις ψηφίζει (νέον) Κανονισμόν διά του οποίου προεβλέπετο η ίδρυσις ’Ορφανοτροφείου ίδια προς περίθαλψιν των ορφανών των πιπτόντων αγωνιστών της έθνικής ιδέας εν Μακεδονία
(οπερ ίδρυσε τελικώς το 1886 ο ’Ιωάννης Παπάφης). 

’Από το ίστορικόν της ’Αδελφότητος προκύπτει και το έπιτελεσθέν έργον κατά τα πρώτα ετη της λειτουργίας της.
Τούτο συνίστατο εις ένισχύσεις άπορων φυλακισμένων και ασθενών.

’Ιδού το σχετικόν άπόσπασμα έκ του ιστορικού της ’Αδελφότητος:

«Τά κατά έτος δαπανώμενα ποσά διά βοηθήματα εις τούς προσφεύγοντας δι’ αιτήσεων και κατά τάς έορτάς Χριστουγέννων και Πάσχα διά των ένοριών, δι’ ιατροφαρμακευτικήν περίθαλψιν, διά καύσιμον ύλην, δι’ ένίσχυσιν φυλακισμένων, ανεξαρτήτως φυλής και θρησκεύματος, άνήρχοντο εν συνόλω εις λίρας Τουρκίας 700. Και πρόκειται περί λιρών της έποχής έκείνης, καθ’ ήν ο μηνιαίος μισθός των 3 λιρών έθεωρειτο ικανοποιητικός, άφού συνετήρειτο δι’ αυτού ολόκληρος οικογένεια.

Δυνάμεθα όθεν να ίσχυρισθώμεν οτι η ’Αδελφότης πρώτη καθιέρωσε τον θεσμόν της κοινωνικής προνοίας εις τοιαύτην εκτασιν, δεδομένου ότι, μέχρι της έποχής έκείνης, δεν είχε καθιερωθή ακόμη τοιούτος θεσμός. 

Δεν γενναται βεβαίως λόγος περί της ’Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η όποια ούτε τούς ομοεθνείς άπορους της διενοήθη καν να περιθάλψη καθ’ οίονδήποτε τρόπον» (Φιλόπτωχος ’Αδελφότης Θεσσαλονίκης 1871-1971, Δεκ. 1971, σελ. 9-10).

Το εργον τούτο της ’Αδελφότητος δύναται να έκτιμηθή είς την άκριβή του έθνικήν εκτασιν, αν ληφθή ύπ’ όψιν το κρίσιμον της έποχής έκείνης διά το Έθνος, το όποιον και έπέβαλεν εις την συνείδησιν των ιδρυτών την σκέψιν ίδρύσεως της ’Αδελφότητος.

Πράγματι, την 10 ην Μαρτίου 1870 έξεδόθη αυτοκρατορικόν φιρμάνιον διά του οποίου ή Τουρκία άνεγνώριζε βουλγαρικήν Εξαρχίαν εις το βιλαέτιον του Δουνάβεως. 

Το φιρμάνιον τούτο, το όποιον παραθέτει ο Victor Berard (La Turquie et l’Hellenisme Contemporain, β' έκδ. 1896, σελ. 184-187) διά να άπαλλάξη, ώς γράφει, τούς έπιγενομένους από τάς ταλαιπωρίας, τάς όποίας ύπέστη προς άνεύρεσίν του, έκρουσε τον κώδωνα κινδύνου διά το Έθνος, διότι η δι’ αύτού ιδρυθείσα Βουλγαρική Εξαρχία ήρχισε τάς προσπαθείας της διά μεθόδων ούχι ορθοδόξων (αύτός ουτος άλλωστε ο τρόπος ίδρύσεώς της, κάθε άλλο παρά ορθόδοξος ήτο, άφού έγένετο ούχι διά πατριαρχικού και συνοδικού τόμου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά διά σουλτανικού φιρμανίου) προς έπέκτασίν της προς νότον, δηλ. προς την Μακεδονίαν.

Τοιουτοτρόπως όμως προεκάλεσε την άντίδρασιν των έλληνικής συνειδήσεως ορθοδόξων χριστιανών ανεξαρτήτως γλωσσικού ιδιώματος, οι όποιοι ήρχισαν να όργανώνωνται προς διαφύλαξιν των «άπαραγράπτων εθνικών δικαίων».

 Οι όμιλούντες το σλαυικόν η βλαχικόν γλωσσικόν ιδίωμα, 
ακραιφνούς έλληνικής εθνικής συνειδήσεως
εις την πρώτην άγωνιστικήν γραμμήν δέ του Ελληνισμού, 
άπεκλήθησαν υπό των Βουλγάρων έξαρχικών 

«γραικομάνοι» (έλληνομανείς)

και κατ’ αύτών κυρίως ούτοι έστράφησαν 

με άποτέλεσμα να άρχίση έκτοτε ο λεγόμενος Μακεδονικός ’Αγών, 

ο όποιος πράγματι ήρχισε την επομένην του Βουλγαρικού Σχίσματος
 και ούχι το 1904,
 ήτοι τριάκοντα τέσσαρα έτη άργότερον, 
ώς άνιστορήτως, 
δυστυχώς, 
και από έλληνικής πλευράς, 
έγένετο προσπάθεια να τονισθή, 
προς έξαρσιν προφανώς, 
καλή τή πίστει, 
της συμβολής των νοτίων Ελλήνων εις τον αγώνα, 
οι όποιοι όμως ήρχισαν μόλις από το 1904, 
εποχήν του θανάτου του Παύλου Μελά,
 μέ πολύν πατριωτισμόν βεβαίως,
να προσέρχωνται εις την Μακεδονίαν 
προς ένίσχυσιν των έκεί ήδη από μακρού μαχομένων
 δι’ ίδιων μέσων γηγενών Μακεδονομάχων μας.


 Τοιουτοτρόπως οί ορθόδοξοι διηρέθησαν εις πατριαρχικούς και έξαρχικούς και είναι έκτος πάσης συζητήσεως το γεγονός ότι
οί πατριαρχικοί ανεξαρτήτως γλώσσης υπήρξαν εκείνοι,
οί όποιοι άπετέλεσαν τον σύγχρονον Μακεδονικόν Ελληνισμόν. 

Εις αυτήν λοιπόν την εποχήν και εν τώ πλαισίω της υπερασπίσεως «τών άπαραγράπτων έθνικών δικαίων» ίδρύθη η Φιλόπτωχος Αδελφότης ’Ανδρών Θεσσαλονίκης, ώς θα φανη εν συνεχεία από τα διάφορα περιστατικά της δράσεώς της. την εποχήν έκείνην η Θεσσαλονίκη περιωρίζετο έντός των τειχών.
Έκτος των τειχών προς Α, ένθα σήμερον το Πανεπιστήμιον και η όδός Δεσπεραί, οί Έλληνες ’Ορθόδοξοι Χριστιανοί έθαπτον άτάκτως από άμνημονεύτων χρόνων τούς νεκρούς των.

Σώζεται, επειδή έκηρύχθη διατηρητέον μνημειον, προ της Νομικής Σχολής τού Πανεπιστημίου μας θολωτός τάφος, άνεκαλύφθησαν δέ έξ άλλου και τάφοι του Η' αιώνος εις την οδόν Δεσπεραί. Έκεί άλλωστε εθαπτον τούς νεκρούς των και οι Ίσραηλιται (ένθυμούμεθα όλοι τα έβραίκά μνήματα μέχρι το 1950 περίπου, τα όποια άπηλλοτριώθησαν διά να κτισθή η σημερινή Πανεπιστημιούπολις).

 Ή νεοπαγής και όλιγάριθμος τότε Βουλγαρική Κοινότης Θεσσαλονίκης προέβαλεν άξιώσεις επί της έκτάσεως ταύτης, υπό την προστασίαν μάλιστα της ’Οθωμανικής Κυβερνήσεως, η όποία έφήρμοζε το «διαίρει και βασίλευε» ύποστηρίζουσα τούς όλιγαρίθμους εναντίον των πολυαρίθμων διά να μειώση την επιρροήν των τελευταίων.

Ή Ελληνική ’Ορθόδοξος Κοινότης Θεσσαλονίκης, αυτή καθ’ έαυτήν, δεν είχε τότε την οίκονομικήν δυνατότητα να άναλάβη το εργον της ίδρύσεως νεκροταφείου, ούτε είχεν ανδρας διαθέτοντας σχετικόν κύρος και έπιρροήν παρά τή ’Οθωμανική Κυβερνήσει, διά να έπιτύχη σχετικόν κονδύλιον.

Τό 1874 ο μετατεθείς έκ Βάρνης εις Θεσσαλονίκην μητροπολίτης ’Ιωακείμ, ο κατόπιν Οικουμενικός Πατριάρχης ’Ιωακείμ ο Γ' ο Μεγαλοπρεπής, διά να άποφύγη τον κίνδυνον όπως η εκτασις αυτή περιέλθη εις την Βουλγαρικήν Κοινότητα, η όποία ένισχύετο ύπό της Βουλγαρικής ’Εξαρχίας, άπηυθύνθη προς την Φιλόπτωχον ’Αδελφότητα Άνδρών Θεσσαλονίκης πρώτον μέν διότι αυτή ήδύνατο να άναλάβη το οίκονομικόν βάρος, δεύτερον δέ διότι αυτή διέθετεν άνδρας, οι όποιοι ήσαν σεβαστοί παρά τοις Όθωμανοίς, ώς ήσαν ο Περικλής Χατζηλαζάρου, Πρόξενος τότε των ΗΠΑ, ο όποιος είχε διατελέσει και Πρόεδρος της ’Αδελφότητος και οί άδελφοί  Αββοτ, οι όποιοι ήσαν Αγγλοι ύπήκοοι.

’Εξ αυτών ο Χαρέτος (’Άββοτ), ο όποιος ήτο Πρόξενος της Γερμανίας, ολίγον άργότερον (τό 1876) έσφαγιάσθη ύπό του όχλου κατά την γνωστή ν σφαγήν των Προξένων Θεσσαλονίκης.

’Ιδού πώς περιγράφει ο Ν. Κ. Χριστοδούλου (Περί αγιάσματος του 'Αγίου Παύλου):

«Ή ’Ορθόδοξος Ελληνική Κοινότης Θεσσαλονίκης επέτυχε παρά της Κυβερνήσεως άδειαν ίδρύσεως και συντηρήσεως μονίμων νεκροταφείων.
Προς επιτυχίαν του σκοπού τούτου η ’Ορθόδοξος Ελληνική Κοινότης άνέθηκεν άπό του 1874 εις την Φιλόπτωχον ’Αδελφότητα την φροντίδα ίδρύσεως και συντη ρήσεως νεκροταφείων εις το άνατολικόν και δυτικόν μέρος της πόλεως διά δέ της συμβάσεως μεταξύ της Κοινότητος και της ’Αδελφότητος της 26.4.1875 έξεχωρήθησαν ύπό της Κοινότητας εις την ’Αδελφότητα τα δικαιώματα της πρώτης έφ’ όλου του εκτός των ανατολικών τειχών χώρου συμπεριλαμβανομένης της περιοχής των λα τομείων, του άγιάσματος του 'Αγίου Παύλου και του Κεδρηνού λόφου, ήτοι του χώρου έκείνου όπου επί αιώνας έθάπτοντο οι των όρθοδόξων Ελλήνων νεκροί.

Ώς πρώτον μέλημα της ’Αδελφότητος ύπήρξεν η περίφραξις του άπαραιτήτου χώρου διά την έγκατάστασιν νεκροταφείου.
 Δυστυχώς αί τουρκικαί άρχαί δεν έπέτρεπον τοιούτον περιτείχισμα, μετά μεγάλης δε δυσκολίας κατωρθώθη τότε η περίφραξις μέρους μόνον της δλης περιοχής, όπου ίδρύθη το νεκροταφειον της Εύαγγελιστρίας και άνηγέρθη υπό της ’Αδελφότητος ο ομώνυμος ναός».

Πρός τον σκοπόν τούτον έδαπανήθησαν μεγάλα ποσά ύπό της ’Αδελφότητος, συνέβαλον δέ με σεβαστά ποσά οι Θεσσαλονικείς της Κωνσταντινουπόλεως και τηςεν γένει διασπορας.

Άκριβέστερον η ’Αδελφότης έδαπάνησε κεφάλαιον 500 λιρών και οι ομογενείς κεφάλαιον 240 λιρών. τα όνόματα των ομογενών μνημονεύονται εις την πανηγυρικήν εκδοσιν της ’Αδελφότητος έπι τή 100ετηρίδι αυτής (1871-1971).

Παραλλήλως προς την ίδρυσιν του νεκροταφείου Εύαγγελιστρίας μετά του ομωνύμου ναού, η ’Αδελφότης έπελήφθη της ίδρύσεως νεκροταφείου και είς τον δυτικόν χώρον έκτος των τειχών (πρόκειται περί του νεκροταφείου της 'Αγίας Παρασκευής).

 Πράγματι, το 1886 άνετέθη είς τον άρχιτέκτονα Ί. Τσιμάνην η έκπόνησις μελέτης και η καταμέτρησις του χώρου.
Οι εύάριθμοι Βούλγαροι της περιοχής άντέδρασαν ύποστηριζόμενοι ύπό των Καθολικών, τελικώς όμως, το 1892, δηλ. μετά έξαετείς αγώνας, η ’Αδελφότης κατώρθωσε να της έπιδικασθή ο χώρος.

Ήκολούθησε νέα περίοδος πενταετών άγώνων διά την λήψιν της άδειας (Ίστελάμι) μέ την βοήθειαν της Ίεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης και του Οικουμενικού Πατριαρχείου καί, τέλος, το 1897 έτέθη ο θεμέλιος λίθος του ναού.

Μετά τριετίαν, τον ’Απρίλιον του 1900, έτελέσθησαν τα εγκαίνια του ναού της 'Αγίας Παρασκευής ύπό του μητροπολίτου Θεσσαλονίκης ’Αθανασίου μέ πασαν μεγαλοπρέπειαν.

Άπόδειξις τούτου είναι ότι ο πανηγυρικός έξεφωνήθη ύπό Πέτρου Παπαγεωργίου, του διασήμου αύτού Έλληνος έπιστήμονος έκ Κρουσόβου Μοναστηριού, ο όποιος απέδειξε, μέ άνευρεθέντα επιτύμβια επιγράμματα έπι σαρκοφάγων είς άμφότερα τα νεκροταφεία, το άδιάψευστον γεγονός ότι οι χώροι των ίδρυθέντων νεκροταφείων έχρησίμευον άπό αιώνων ώς τάφοι φέροντες την σφραγίδα της ίερότητος. η λαμπρότης των έγκαινίων ένός νεκροταφείου δεν ήχει μακαβρίως, διά την άτμόσφαιραν της εποχής εκείνης, διότι η Ελληνική Κοινότης και η Φιλόπτωχος ’Αδελφότης δεν είχον αλλας ευκαιρίας έπιδείξεως έθνικού φρονήματος.

Τελεται ώς η άνωτέρω ήσαν αί μόναι έπιτρεπταί και κατ’ αυτάς έπρογραμματίζοντο εκδηλώσεις, αί όποιαι κανονικώς θα έλάμβανον χώραν είς έλευθέρως έορταζομένας έθνικάς έπετείους.

Ο Πέτρος Παπαγεωργίου
ενός από τους σημαντικότερους
εκπαιδευτικούς του β' μισού του 19ου αι.
στο χώρο της Μακεδονίας, Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη
 Δι’ αύτό άλλωστε τον πανηγυρικόν έξεφώνουν ανδρες επιφανείς, ώς ο άναφερθείς Πέτρος Παπαγεωργίου (1859-1914) έκ Κρουσόβου Μοναστηριού, ο όποιος είχεν ήδη διατελέσει καθηγητής εις τα Ζαρίφεια Διδασκαλεία Φιλιππουπόλεως (1884-1888) και γυμνασιάρχης εις τάς Σέρρας (μέχρι το 1894) και την Μυτιλήνην (μέχρι το 1899).

Άργότερον διωρίσθη άριστίνδην τακτικός καθηγητής των ελληνικών γραμμάτων εις το Πανεπιστήμιον ’Αθηνών, συγχρόνως δέ και αρχισυντάκτης του 'Ιστορικού Λεξικού της έλληνικής γλώσσης.

Ύπήρξεν άρχαιολόγος, παλαιογράφος, ιστορικός, επιγραφικός, κριτικός και έκ των διαπρεπεστέρων Ελλήνων επιστημόνων.

 Χαίρω διότι έπί τή σημερινή 117η έπετείω της ’Αδελφότητος ελαχεν εις εμέ έκ Κρουσόβου Μοναστηριού ώσαύτως καταγόμενον, η τιμή να έκφωνήσω τον πανηγυρικόν αυτής υπό ευτυχώς όλως διαφορετικάς συνθήκας.

 "Ας ίδωμεν όμως τί γράφει η πανηγυρική έκδοσις της 100ετηρίδος της ’Αδελφότητος (ένθ. αν., σελ. 14).
Ή ’Αδελφότης εις τάς προσπαθείας της ταύτας άντεμετώπιζε πλείστας όσας άντιδράσεις, αί όποίαι εύλόγως θα άπεκαρδίωνον ίσως και συγκεκροτημένας ακόμη ύπηρεσίας ώργανωμένου κράτους. Και όμως οί ολίγοι εκείνοι, πού κατά διαστήματα έπωμίζοντο τάς ευθύνας της λειτουργίας της ’Αδελφότητος, έπέτυχον να άνταποκριθούν εις την αποστολήν των και να φανώσιν άξιοι των περιστάσεων.
Πότε δέ ολα αυτά;
Τότε πού το κράτος του δυνάστου ήτένιζε πάσαν ενέργειαν και παν αίτημα του ύποδούλου Ελληνισμού μέ συστηματικήν καχυποψίαν και προέβαλλε πλείστας οσας δυσχερείας, αί όποίαι ήτο δυνατόν να αποθαρρύνουν και τον πλέον επίμονον αγωνιστήν».

Ή περί την άνέγερσιν ιερών ναών δραστηριότης της ’Αδελφότητος έπιστεγάζεται το 1922 μέ τα έγκαίνια του ίερού ναού του άποστόλου Παύλου, τα όποια έτελέσθησαν υπό του μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Γενναδίου. ο ναός άνηγέρθη εκεί όπου κατά την παράδοσιν ο απόστολος Παύλος κατέφυγε και όπου και το άγιασμα αύτού, εις το όποιον οί παλαιότεροι Θεσσαλονικείς προσήρχοντο εις προσκύνημα καθ’ έκάστην Δευτέραν.

Ή Φιλόπτωχος ’Αδελφότης ’Ανδρών Θεσσαλονίκης δέν περιωρίσθη μόνον εις την ήδη έκτεθείσαν δραστηριότητα.

Χάρις εις τούς οικονομικούς πόρους, τούς όποιους διέθετε, προσέτρεξεν αρωγός εις διάφορα άλλα ευαγή ιδρύματα και εις δεινοπαθούντας ομοεθνείς και έκτος είσέτι Τουρκίας εύρισκομένους.

Τοιουτοτρόπως έπεξέτεινε την δρασιν της και κατέστη έθνικόν ίδρυμα αλληλεγγύης.

Πράγματι, προέβη, μεταξύ άλλων, και εις τάς εξής πράξεις:

 α) το 1889 έδάνεισεν εις την Εφορείαν Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων Θεσσαλονίκης διακοσίας πεντήκοντα λίρας, αί όποιαι τελικώς έχαρίσθησαν ύπ’ αύτής το 1912.

β) το 1907 προσέφερεν έκατόν λίρας διά την άνέγερσιν της Κεντρικής ’Αστικής Σχολής, η όποία σώζεται εις την οδόν Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, και όγδοήκοντα λίρας διά την Σχολήν Άναλήψεως.

γ) το 1890 προσέφερε διακόσια πεντήκοντα χρυσά φράγκα διά τούς εκ πυρκαίας παθόντας συμπολίτας Θεσσαλονικείς.

δ) το 1893 άπέστειλεν έκατόν χρυσά φράγκα εις τούς σεισμοπλήκτους της Ζακύνθου, καί,

ε) το 1907 προσέφερε διακοσίας λίρας ύπέρ του Θεαγενείου Νοσοκομείου και κατέβαλεν αλλεπαλλήλους συνδρομάς διά την άνέγερσιν του ίερού ναού Γρηγορίου Παλαμα .

Ώς ήδη έλέχθη, η ίδρυσις της Φιλοπτώχου ’Αδελφότητος ’Ανδρών έλαβε χώραν εις κρίσιμον διά το Έθνος εποχήν.

 Εις εποχήν, κατά την όποίαν ήρχισεν ούσιαστικώς ο Μακεδονικός ’Αγών, προς ύπεράσπισιν των άπαραγράπτων εθνικών δικαίων εν Μακεδονία.

 Ήτο έπόμενον λοιπόν να άναμιχθή και η ’Αδελφότης αύτη εις τον άγώνα του Μακεδονικού Ελληνισμού, μέ τα μέσα τα όποια διέθετε και εντός του πλαισίου των σκοπών, τούς όποιους προσεφέρθη να υπηρετήση. 

’Αντί να εξιστορήσω εγώ αύτός την δρασιν της κατά την εποχήν αύτήν, προτιμώ να άναφερθώ εις το μνημονευθέν ίστορικόν της, του οποίου περιεκτικώτατον άπόσπασμα (σελ. 19) παραθέτω, έχον ώς εξής:

«Ή Φιλόπτωχος ’Αδελφότης δέν ήτο δυνατόν να άπουσιάση από τον εθνικόν αύτόν συναγερμόν.

Ουτω κατά την διάρκειαν του Μακεδονικού Άγώνος προσφέρει διά του δημιουργημένου δικτύου της (ώς δίκτυον της ’Αδελφότητος χαρακτηρίζεται το έξ αρχής δημιουργηθέν σύστημα προνοίας, ιατροφαρμακευτικής περιθάλψ/εως και χορηγίας βοηθημάτων διά των ένοριών της πόλεως) άνεκτιμήτους ύπηρεσίας δι’ όλων περίπου των μελών της. 

Διά του δικτύου της ’Αδελφότητος δίδονται πληροφορίαι, μεταβιβάζονται έντολαί, συνοδεύονται οπλα, πυρομαχικά και άγωνισταί μέχρι των ασφαλών σημείων προορισμού αύτών.

Ένθουσιωδώς και άνιδιοτελώς προσφέρουν τάς ύπηρεσίας των:
 ιατροί,
 φαρμακοποιοί,
καθηγηταί,
διδάσκαλοι,
ιερείς,
ίεροψάλται,
 έμποροι,
έπαγγελματίαι κλπ.,
οίτινες πολλάκις αντιμετωπίζουν πολλούς σοβαρούς κινδύνους εκ δύο πλευρών:

έκ μέρους του Βουλγαρικού Κομιτάτου και έκ μέρους των τουρκικών άρχών».

Σήμερον η ’Αδελφότης δέν αντιμετωπίζει προβλήματα, ώς εκείνα, τα όποια άντεμετώπισαν οί αείμνηστοι ίδρυταί της.

Παρ’ ολα ταύτα δέν παύει να είναι σεβαστόν ίδρυμα, κοσμούμενον διά της ιστορικής του δράσεως, και συνεχίζον αύτήν επί της καταστατικής του βάσεως.

Εξακολουθεί να διαθέτη περιουσιακά στοιχεία και εξακολουθεί να προσφέρω υπηρεσίας εντός των ορίων των δυνατοτήτων του. το σπουδαιότερον όμως είναι ότι εξακολουθεί να έλκύη διακεκριμένους συμπολίτας εις το Διοικητικόν του Συμβούλιον, δείγμα και αυτό της ύγιούς ύπάρξεώς του.

Εύχομαι να δυνηθή να συνέχιση την δρασιν του έπ’ άπειρον διά το καλόν του τόπου, και ώς ύπόδειγμα άλληλεγγύης και ύγιούς πατριωτισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια: