Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Ελληνικότητα Μακεδονίας. Μακεδονικό Ελληνικό Πάνθεο. Λατρείες στην Άνω Μακεδονία.

Περσεφόνη και Άδης (440-430 π.Χ.)
ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΙ
Αθ. Ριζάκης και Ι. Τουράτσογλου
ΕΚΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟ
Institute for Balkan Studies

Εισαγωγή

 Η μελέτη της θρησκείας στην Αρχαία Μακεδονίας1 παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το λόγο ότι η περιοχή, εξαιτίας της ιδιάζουσας γεωγραφικής της θέσης και των έντονων ανάγλυφων στο χάρτη των φυλετικών διαστρώσεων, αποτέλεσε πρόσφορο πεδίο αντιπαραθέσεων, συγκρητισμών, συγχωνεύσεων και ζυμώσεων πλείστων όσων θρησκευτικών ρευμάτων και δοξασιών καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας της.
 Αρκετά πρόσφατα και στο πλαίσιο της διερεύνησης της ιδιάζουσας αυτής περίπτωσης, διατυπώθηκε η άποψη2

ότι η θρησκεία στην Αρχαία Μακεδονία υπήρξε το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης δύο κυρίως θρησκευτικών αντιλήψεων περί του υπέρτατου όντος:

 α) εκείνης του ελληνικού Πανθέου, και

 β) των μυστηριακών δοξασιών και των οργιαστικών τελετουργιών του παλαιού πληθυσμιακού δυναμικού, που είχε παραμεριστεί από τους επήλυδες Μακεδόνες και αφομοιώθηκε από εκείνους.

  Στις αντιλήψεις αυτές περί θείου και τρόπων θεραπείας του θα πρέπει να προστεθούν λατρείες επείσακτες, τόσον από γειτονικές, όσο και από απομεμακρυσμένες περιοχές, χωρίς, ωστόσο, το αποτέλεσμα των ζυμώσεων, των αντιπαραθέσεων και των συγκρητισμών να έχει υπάρξει το αυτό σ' όλες τις επί μέρους περιοχές και σ' όλα τα κοινωνικά στρώματα, ούτε όμως και καθόλες τις χρονικές περιόδους.

  Επιπλέον, τα κατά τόπους καταπεπτωκότα στοιχεία της παράδοσης και οι έξωθεν επιδράσεις διαμόρφωσαν μέσα στον ίδιο αυτό χώρο νησίδες θρησκευτικών δοξασιών με ιδιομορφίες και με ειδικά χαρακτηριστικά, η διερεύ­νηση των οποίων απαιτεί συνδυασμένες προσεγγίσεις για την κατανόηση και την αξιολόγηση τους.
Elk. I. Η ρωμαϊκή Επαρχία της Μακεδονίας.


  Στην Άνω Μακεδονία, ειδικότερα (Εικ. 1), περιοχή με ελάχιστα αστικά κέντρα και έντονο τον γεωργοκτηνοτροφικό προσανατολισμό της οικονομίας, χώρο που διατήρησε τα φυλετικά και τα πολιτισμικά του χαρακτηριστικά έως και τα ύστερα αυτοκρατορικά χρόνια, αλλά και που, παρά τον συντηρητισμό της κοινωνικοπολιτικής δομής του, αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος για τη διείσδυση νεότροπων αντιλήψεων, και όχι μόνο στο θρησκευτικό χώρο, ανιχνεύο­νται επί πλέον μοναδικές για τη βορειοελλαδική ζώνη ιδιαιτερότητες στο λατρευτικό τομέα με αντιφατικά ορισμένες φορές στοιχεία. Στοιχεία που αφενός προδίδουν εμμονή σε μια κατεξοχήν τοπική παράδοση και αφετέρου φανερώ­νουν αποδοχή νεωτερισμών με τάσεις μάλιστα πρωταγωνιστικές.

  Παρά τη σπανιότητα αναθηματικών μνημείων και λατρευτικών αγαλμάτων αναφορικά με τις πρώιμες εποχές, ο υπολογίσιμος αριθμός των ενεπίγραφων και μη στηλών από την ύστερη ελληνιστική περίοδο και τους ρωμαϊκούς χρόνους επιτρέπει μιαν οπωσδήποτε ικανοποιητική θεώρηση του θρησκευτικού φαινομένου όπως αυτό υλοποιείται στο πλαίσιο των διακυμάνσεων του ιστορικού γίγνεσθαι.

Μια πρωταρχική κατά παρατακτική φορά κατάταξη του υλικού από το δυτικό τμήμα της Αρχαίας Μακεδονίας επιβεβαιώνει καταρχάς τα όσα ισχύουν και για τις υπόλοιπες περιοχές του μακεδόνικου χώρου:
την παρουσία, δηλαδή, θεοτήτων από το πάνθεο του Ολύμπου με πανελλήνια διάδοση, συνοδευόμενων ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, από προσωνύμια που επιχωριάζουν στη Μακεδονία και μόνο, έναν αριθμό επείσακτων θεοτήτων από την Ανατολή και την Αίγυπτο και μια ομάδα εγχωρίων από την προμακεδονική περίοδο.

  Η ενδελεχής, εντούτοις, και σφαιρική προσέγγιση των μαρτυριών φανερώνει μιαν ενδιαφέρουσα διαπλοκή και αποκαλύπτει μια περισσότερο πολυδιάστατη εικόνα στα λατρευτικά δρώμενα που βρίσκεται πλησιέστερα στην πραγματικότητα καθώς αυτή, όπως και σ' άλλες εκφάνσεις της δραστηριότητας των κατοίκων της περιοχής, αντικατοπτρίζει την πολυπλοκότητα του πολιτισμικού προσώπου της Άνω Μακεδονίας.

 Στη διαμόρφωση του ιδιόμορφου αυτού θρησκευτικού τοπίου στην Ελίμεια, την Εορδαία, την Τυμφαία, την Ορεστίδα, τη Δερρίοπο, την Πελαγονία και τη Λυγκηστίδα και στη διαγραφή της ειδοποιού διαφοράς στο λατρευτικό σκηνικό, αποφασιστικό ρόλο διαδραμάτισαν, επιπρόσθετα των όσων αναφέρθηκαν, η άμεση γειτνίαση της περιοχής με την εκρωμαϊσμένη λατινόφωνη Μοισία και η κατά το πλάτος της διελαύνουσα Εγνατία οδός, βασικός οδικός άξων της αυτοκρατορίας, διαμετακομιστής λαών και διάδρομος κυκλοφορίας δοξασιών και ιδεών.
Στον περιορισμένο χρόνο μιας ανακοίνωσης μόνον ενδεικτικά παραδείγματα των περιπτώσεων που αναφέρθηκαν μπορούν να αναλυθούν.

1. Πλούτων

 Η λατρεία του Αδη, ως θεού του Κάτω κόσμου , είναι γνωστή στον κόσμο της κλασικής Ελλάδας και μαρτυρείται από την Ήλιδα, την Τριφυλία, την Ερμιονίδα, την Ελευσίνα, την Αττική, τη βοιωτική Κορώνεια4, τη θεσσαλική Αάρισα και τη γειτονική της Φαλάννα 5 . Τέλος από την Ήπειρο 6 .

 Αγάλματα του Αδη, λατρευτικά κατεξοχήν, παραδίδονται από το ιερόν της Δήμητρας Μυσίας στο Αργός, το τέμενος των Σεμνών στον Αρειο Πάγο Αθηνών, την Κορώνεια της Βοιωτίας και την ποντική Σινώπη 7 , χωρίς ωστόσο να παρατίθενται επακριβώς στις πηγές οι σχετικοί τύποι. Σε ορισμένες περιοχές η λατρεία του χθόνιου αυτού θεού επιβιώνει ως και κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής εποχής, οπότε ο θεός είχε ήδη λάβει την κατ' ευφημισμόν ονομασία Πλούτων 8 και ετιμάτο ως κύριος του Κάτω κόσμου (Αδης) ή της αφθονίας (Πλούτων), άλλοτε ως σύνναος με τη Δήμητρα και την Κόρη (Λάρισα9, Ελευσίς10), άλλοτε πάλι μόνος, σε συγκριτισμό πολλές φορές προς τον Δία και τον Σέραπι.


      Η αρχαϊκότητα της λατρείας του Άδη στη Μακεδονία συνάγεται μόνον εμμέσως από την παρουσία στο μακεδόνικο ημερολόγιο του μηνός Αύδναίου- Αύδνναίον-Αύδωναίοναντίστοιχου με τον αττικό μήνα Ποσειδεώνα (Δεκέμβριος-Ιανουάριος)—, κατά τη διάρκεια του οποίου τελούνταν προφανώς, οι γιορτές των αύδωναίων προς τιμήν του θεού και των νεκρών .

Εικ. 3. Αναθηματική στήλη από την Αιανή Κοζάνης 
με παράσταση Πλούτωνος (λεπτομέρεια).

      Βεβαιωμένη η λατρεία του Πλούτωνος στη Μακεδονία είναι μόνο από   την αναθηματική ανάγλυφη στήλη της Αιανής Κοζάνης στην Ελίμεια 13, του τέλους του 2ου αι. μ.Χ., όπου ο θεός παρίσταται ιματιοφόρος κατενώπιον με τον Κέρβερο στα πόδια του (Εικ. 2). Από το κείμενο μάλιστα της επιγραφής (ίδών αυτόν τε τον θεόν και τον ναόν... κατ" οναρ) (Εικ. 3) συνάγεται ότι στοχώρο ιιπήρχε ναός με λατρευτικό άγαλμα (πιθανότατα στον αγαλματικό τύπο του απεικονιζόμενου στο ανάγλυφο) και προφανώς και εγκοιμητήριον.



Η υπόθεση δε φαίνεται απίθανη, αφού είναι γνωστό, ότι στους ρωμαϊκούς χρόνους πολλά Πλουτώνια είχαν μεταβληθεί σε ενός είδους ιατρο-θεραπευτικά μαντεία υποκαθιστώντας κατά κάποιο τρόπο τα Ασκληπιεία14.

      Οπωσδήποτε, η συνάφεια/επικάλυψη που έχει παρατηρηθεί και σε άλλους πολιτισμικούς τομείς ήδη από τους ελληνιστικούς χρόνους, αφενός ανάμεσα στη Θεσσαλία και την Ελίμεια (για παράδειγμα στην επιτύμβια γλυπτι­κή 15 ) και αφετέρου ανάμεσα στην Ηπειρο, τη θεσσαλική Περραιβία, την Ελίμεια και την Εορδαία (για παράδειγμα στό ονοματολόγιο, κλπ.16 ), επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση της όχι ευρέως διαδεδομένης λατρείας του Πλούτωνος με την ύπαρξη Πλουτωνίων εκείθεν και εντεύθεν του Ολύμπου, τα οποία εντούτοις σε καμία περίπτωση δεν απέκτησαν φήμη ανάλογη με εκείνη του Νεκυομαντείου της Θεσπρωτίας παρά τον Αχέροντα17, ενταγμένοι οπωσδήποτε στην αυτή πολιτισμική ενότητα.

2. Ηρακλής Κυναγίδας - Εννοδία

 Η λατρεία του Ηρακλή, του προγονικού θεού των Μακεδόνων, με την προσωνυμία Κυναγίδας, υπήρξε ιδιαίτερα διαδεδομένη στη Βοττιαία και την Ανω Μακεδονία, ενώ δε μαρτυρείται από τη Χαλκιδική και την Μακεδονία εκείθεν του Αξιού.

 Αστική προφανώς λατρεία, παρά τη θηρευτική ιδιότητα καν εκφράζει το συνοδευτικό επίθετο του θεού, απαντά ήδη από τον 3ο αι. π.Χ. καί μάλιστα στην πρωτεύουσα του βασιλείου, την Πέλλα και τη Βέροια, απ' όπου προέρ­χονται και τα περισσότερα επιγραφικά παραδείγματα 18 .

 Σχετικά νωρίς (1ος αι. π.Χ. - 1ος αι. μ.Χ.), πάντίος μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, εμφανίζεται, αν δεν μεταλαμπαδεύεται, στην Εορδαία και την Ελίμεια καθώς και στη Λυγκηστίόα και τη Δερρίοπο, όπου, όπως εξάλλου και στη Βέροια, επιζεί έως και τον 3ο αι. μ.Χ.19.

     Θεός πάτρων κατά μίαν άποψη των περίφημων κυνηγίων της άρχουσας μακεδόνικης τάξης και των μελών του βασιλικού οίκου 20 και κατ' επέκταση, κατά μίαν άλλη άποψη, των κυνηγών-εφήβων  21, δεν είναι γνωστό κατά πό­σον συγκέντρωνε όλες αυτές τις ιδιότητες ή εκπροσωπούσε μόνο μία από αυτές. Βέβαιο είναι ότι από μια περίοδο και εξής (1ος αι. π.Χ.), εμφανίζεται, σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα, ως θεός προστάτης των απελευθερώσεων 22.

Εικ. 5. Απελευθερωτική επιγραφή
 από την Ελάτη Ελίμειας.

     Με αυτή του την υπόσταση ο Ηρακλής Κυναγίδας εντάσσεται σε μίαν ομάδα θεοτήτων, εγγυητών απελευθερωτικών πράξεων. Μόνος αυτός, αρσενικού γένους, όπως και ο Ήρων σε επιγραφή της Ελάτης (ΕΑΜ 59) (Εικ. 5) 23  , απέναντι σε μια πλειάδα θεοτήτων θηλυκού γένους  24 .

Και ναι μεν ορισμένες από αυτές τις θεότητες, όπως η Πασικράτα=Δήμητρα ή εν Κολοβαίση του Suvodol της Λυγκηστίδος και η Εννοδία της Εξοχής στην Εορδαία (η τελευταία αυτή γνωστή και από πρώιμα μνημεία στην Πέλλα και τη Βέροια) είναι προφανώς θεσσαλικής προέλευσης, η σχέση τους μάλιστα με τις απελευθερώσεις δούλων όψιμης χρονολόγησης (3ος αι. μ.Χ.), η πλειονότητα των υπολοίπων —η Μα της Εδέσσης, η Μήτηρ Θεών αυτόχθων της Λευκόπετρας, η Άρτεμις με διάφορα επίθετα, κ.ά.— διαθέτουν, όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί , χώρους λατρείας στις υπώρειες του Βερμίου και των Πιερίων.

Σε περιοχές, δηλαδή, όπου η αρχαία παράδοση και η μελέτη της ανθρωπωνυμίας τοποθετούν το προμακεδονικό φρυγικό υπόστρωμα.

 Άσχετα πάντως από το γεγονός ότι η έρευνα δεν έχει ακόμη καταλήξει κατά πόσον ένας αριθμός από τις τελευταίες αυτές αποτελούν μεταγενέστερες προσθήκες στο μακεδόνικο πάνθεο από τον μικρασιατικό χώρο ή συνιστούν λατρευτικές επιβιώσεις του αυτόχθονος φρυγικού υποστρώματος , βέβαιο είναι ότι η έξαρση των απελευθερώσεων με ανάθεση που παρατηρείται σε συνάφεια με τις θεότητες αυτές τον 2ο και 3ο αι. μ.Χ. βρίσκει το παράλληλο της στην Ανω Μακεδονία για θεότητες που η υπόσταση τους παραδοσιακά δεν συνδεόταν με τις απελευθερώσεις δούλων και των οποίων οι χώροι λατρείας βρίσκονται έξω από τη ζώνη του Βερμίου (ο λόγος για την Εννοδία,την Πασικράτα, τον Ηρακλή Κυναγίδα).

 Το κατά πόσον η έξαρση των απελευθερώσεων στην Αρχαία Μακεδονία του 3ου αι. μ.Χ., και ιδιαίτερα στο δυτικό της τμήμα, βρίσκεται σε σχέση ευθέως ανάλογη προς την πολιτική των Σευήρων σταδιακής εξομάλυνσης των κοινωνικών διαφορών στους κόλπους της αυτοκρατορίας με αποκορύφωμα την έκδοση της constitutio antoniniana και τη χορήγηση της ρωμαϊκής πολιτείας27 σε όλους τους υπηκόους της Ρώμης , καθώς και το κατά πόσον οι απελευθερώσεις αυτές ήταν κατά κανόνα συνδεδεμένες με θεότητες του ανατολικού/φρυγικού πανθέου, κατεξοχήν θηλυκού γένους, στις οποίες κατ' αναλογία προστέθηκαν και ορισμένες άλλες ανδρικού, αποτελεί για την ώρα υπόθεση εργασίας.

3. Αλεξανδρολατρεία

 Η απονομή θεϊκών τιμών στον Αλέξανδρο,
στη γενέθλια γη της Μακεδονίας, 
υπήρξε όψιμη,
 αφού στο φυλετικό βασίλειο των Αντιπατριδών28 και των Αντιγονιδών, αντίθετα απ' ό,τι στις δορίκτητες πολυεθνικές ηγεμονίες των Επιγόνων της Ανατολής, υπήρξε μια συνειδητή απροθυμία θεοποίησης του μεγάλου Μακεδόνα.
Εμφανίζεται στο πρώτο μισό του 3ου αι. μ.Χ. και εντάσσεται στο γενικότερο κλίμα της προβολής του νεαρού στρατηλάτη ως προτύπου της ρωμαϊκής ηγετικής τάξης29.

     Ως γνωστόν, η imitatio Alexandri, κοινός τόπος αναφοράς πολιτικής ιδεολογίας και στρατιωτικής τακτικής από την εποχή της Δημοκρατίας έως καί το τέλος του ρωμαϊκού imperium, εκφράστηκε μεταξύ άλλων και μέσω
της νομισματικής εικονογραφίας, της μνημειακής γλυπτικής και της φιλολογίας γνωρίζοντας ιδιαίτερη έξαρση, πρώτα στα χρόνια της δυναστείας των Σεβήρων και, στο κατόπιν, κατά την ύστερη αρχαιότητα 30.

Εικ. 8. Αναθηματική στήλη από το Vlahcani.

     Η αλεξανδρολατρεία στην Αρχαία Μακεδονία εντοπίζεται μόνο στις βορειοδυτικές περιοχές της Επαρχίας και συγκεκριμένα στη Λυγκηστίδα, όπου την πιστοποιούν δύο ενεπίγραφα μνημεία: εκείνο από το Σκοπό Φλωρίνης(Εικ. 6) (ΕΑΜ 148) και ένα άλλο από τις Κάτω Κλεινές του ίδιου νομού (Εικ. 7) (ΕΑΜ 157).

Παρόλον ότι μια τρίτη, ακόσμητη τη φορά αυτή στήλη, με λατινική επιγραφή (Εικ. 8), από το χωριό Vlahcani, απέναντι από το So­pot, ανήκει προφανώς στη χώρα της αποικίας των Scupi31, η σχέση της με τις δύο προηγούμενες καθώς και με άλλα ανάγλυφα μνημεία από τη Λυγκηστίδα, την Πελαγονία και την Παιονία είναι εμφανής.

 Τόσον η αναθηματική στήλη από το Σκοπό Φλωρίνης όσο και η επιτύμβια από τις Κάτω Κλεινές του ίδιου νομού, φέρουν πολυπρόσωπες παραστάσεις με απεικονίσεις θεοτήτων, μεταξύ των οποίων η μορφή του θεοποιημένου Αλεξάνδρου.

Στη στήλη μάλιστα του Σκοπού ο Αλέξανδρος παριστάνεται ισότιμα με τον σπένδοντα Δία και την σκηπτροφόρο Ήρα 32 . Η ταυτότητα του υιού του Φιλίππου συμπεραίνεται και από τον αγαλματικό τύπο που στην περίπτωση του ανάγλυφου
από το Σκοπό ταυτίζεται με τον λεγόμενο τύπο Μαγνησίας33 και από τά συοδευτικά επιγραφικά κείμενα
 (Σκοπός: ίς θεόν Αλέξανδρον Κάτω Κλεινές: Αλεξάνδρω θεοειδΐ).

    Ενδιαφέρον, ωστόσο, παρουσιάζει το γεγονός ότι η λατρεία του Αλεξάνδρου συσχετίζεται με εκείνη του Δράκοντος και της Δράκαινας, των φιδιών, που κατά τον Δουκιανό αποτελούσαν βασικά στοιχεία των τελετουργιών και των γητευμάτων του περιώνυμου όσο και παμπόνηρου ψευδοπροφήτου Αλεξάνδρου του Αβωνοτειχίτου.
Εικ. 9. Ανάγλυφη στήλη από την Ηράκλεια
Λυγκηστική

    Και στο μεν Σκοπό, όπως και στα ανάγλυφα από την ΗράκλειαΛυγκηστική (Εικ. 9) 34 , το Orohovec 35 την Caska και το Pletvar 36 του Prilep στην   Πελαγονία  37, το πόλισμα των Κεραμιών (Πελαγονία)38 και το Marioice του Vêles στην Παιονία 39, τα δύο ερπετά, ανάγλυφα στο αέτωμα, διαφορετικού μεταξύ τους φύλου, περιβάλλουν το αβγό της λουκιάνειας διήγησης (Λουκιανός, "Αλέξανδρος ν Ψευδόμαντις, 13 κ.ε.), στο Sopot αναφέρονται με τα
ονόματα τους δίπλα σε εκείνα του Δία, της Ήρας και του Αλεξάνδρου. Ισότιμα και ισοδύναμα.

    Η ανάλυση των παραπάνω μνημείων δείχνει ότι η λατρεία του Αλεξάνδρου είναι συνδεδεμένη με εκείνη του Δία και της Ήρας καθώς και δυο ερπετόμορφων δαιμόνων, του Δράκοντος και της Δράκαινας. 

Εικ. 12. Χρυσό «νικητήριον» από το εύρημα τον Aboukir.
Οι δαιμονικές αυ­τές θεότητες, που θα μπορούσαν να ταυτιστούν με χθόνιες δυνάμεις του τοπικού θρακομακεδονικού φυσιοκρατικού πανθέου, στοιχεία λαϊκών δοξασιών με μαγικές ιδιότητες, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην τοπική μυθολογία και ειδικότερα στο σχετικό με τη γέννηση του Αλεξάνδρου μύθο (Λουκιανός, "Αλέξανδρος ή Ψευδόμαντις, 7), ώστε να απεικονίζονται σε εποχές ιστορισμού και στις πίσω όψεις των χαλκών νομισμάτων του Κοινού των Μακεδό­νων 40 (Εικ. 10-11) και σε κείνες των σύγχρονων τους χρυσών νομισματόμορφων μεταλλίων (Εικ. 12) από το Aboukir της Αιγύπτου 41 —των «νικητηρίων», δηλαδή, βραβείων στους οικουμενικούς αγώνες των Άλεξανδρείων Όλνμπίων στη Βέροια του 3ου αι. μ.Χ.

  Τον καταλυτικό χαρακτήρα των δοξασιών αυτών στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα —σε εκείνα μάλιστα των αγροτικών περιοχών, απ' όπου προέρχονται τα δυτικομακεδονικά μνημεία— μαρτυρεί ακριβώς η από μέρους του Αλεξάνδρου του Αβωνοτειχίτου τελική, όσο και αποφασιστική, επιλογή στην άλλοτε πρωτεύουσα του μακεδόνικου βασιλείου Πέλλα του αντικειμένου  42μέσου γήτευσης για τη διάδοση της λατρείας του Γλύκωνος , του νέου Αλεξάνδρου, και την εκμετάλλευση του λαϊκού αισθήματος (Λουκιανός, "Αλέξανδρος ή Ψευδόμαντις, 6-7).

 Κατά πόσον ο εντοπισμός αναθηματικών μνημείων στο θεοποιημένο Αλέξανδρο αποκλειστικά και μόνο σε περιοχές της Λυγκηστίδος θα αποκά­λυπτε και τον ακριβή τόπο στρατολόγησης από τον Καρακάλλα το 215 μ.Χ. των νεαρών εκείνων Μακεδόνων που εκλήθησαν να υπηρετήσουν στην ειδική φάλαγγα, δημιούργημα του μεγαλομανούς αυτού αυτοκράτορα και θαυμαστή άμετρου του γιου του Φιλίππου 43, εξακολουθεί να παραμένει μια ελκυστική υπόθεση, αφού οι πηγές δεν προσφέρουν τα απαραίτητα εκείνα αποδεικτικά στοιχεία.

  Οπωσδήποτε, τα αγάλματα των μελών της βασιλικής οικογενείας του Αλέξανδροι), οι ενεπίγραφες βάσεις μόνον των οποίων εντοπίστηκαν στο εσωτερικό του κτηρίου της Βιβλιοθήκης της θεσσαλονίκης 44, εξυπηρετούσαν άλλους σκοπούς, μουσειακού κατεξοχήν χαρακτήρα προσιδιάζοντα προς το συγκεκριμένο χώρο.

Το γεγονός, πάντως, ότι η ανέγερση τους συντελέστηκε στα χρόνια των Σευήρων, σύγχρονα πιθανότατα με τη μετάπλαση αγάλματος της Αθηνάς τύπου Medici σε Ιουλία Δόμνα45, εκθέματος στο ίδιο οικοδόμημα, μαρτυρεί και αντανακλά το κλίμα αλεξανορομανίας που η επίσημη προπαγάνδα μετέφερε στην ίδια την καρδιά της Μακεδονίας.
Κατά τρόπο, ωστόσο, εντελίός διαφορετικό από εκείνον που υιοθέτησε η λαϊκή θυμοσοφία στη Λυγκηστίδα όταν ανέβαζε, με τη θεοποίηση του, τον κατακτητή της Ασίας στον Όλυμπο.


Παραπομπές

       1. W. Baege, De Macedonum Sacris, Halle 1913. S. Diill, «De Macedonum Sacris. Gedanken zu einer Neubearbeitung der Götterkulte in Makedonien», Ancient Macedonia I, 1970, 316-323. S.Olili, «Götter auf makedonischen Grabstelen», Essays in Memory of B. Laourdas, Thessaloniki
1975, 115-135. S. Dlill, Götterkulte Nordmakedoniens in römischer Zeit, München 1977. S. Dull, «Die Romanisierung Nordmakedoniens im Spiegel der Götterkulte», Ancient Macedonia III, 1983,  77-87. R. Witt, «The Egyptian Cults in Ancient Macedonia», Ancient Macedonia I, 1970, 324-333.
R. Witt, «The Kabeiroi in Ancient Macedonia», Ancient Macedonia II, 1977, 67-80. Δ. Παντερμαλής, «Λατρείες και Ιερά του Δίου Πιερίας», Ancient Macedonia II, 1977, 331-342. M.-Η.Blanchaud, «Les cultes orientaux en Macédoine grecque dans l'antiquité», Ancient Macedonia IV,
1986, 83-86. Δ. Σαμσάρης, Έρευνες στην ιστορία, την τοπογραφία και τις λατρείες των ρωμαϊκών επαρχιών Μακεδονίας και Θράκης, Θεσσαλονίκη 1984. Κ. Τζαναβάρη, «Λατρεία των αιγυπτίων θεών στη Βέροια», Ancient Macedonia V,3, 1993, 1671-1679. Ε. Βουτυράς, «Η λατρεία
του Ασκληπιού στην Αρχαία Μακεδονία», Ancient Macedonia V,l, 1993, 25 1-265. Π. Χρυσοστόμου, «Δυτικομακεοονικά ευχαριστήρια στο Δία Ύψιστο», ΑΕΜΘ5, 1991 [1994], 97-110. Κ. Παπαθανάση-Μουσιοποίιλου, «Συμβολή στη μελέτη λατρευτικών εθίμων και δοξασιών των αρ­
χαίων Μακεδόνων», Ancient Macedonia V,2 , 1993, 1217-1223.

     2. Φ. Παπάζογλου, στο Μακεδονία, 4000χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, Αθήνα 1982, 204 κ.ε. (λατρείες και έθιμα).

     3. KESuppl. Ill (1918) 867-878 s.v. Hades (Prehn).

     4. Ν. Παπαχατζής, Παυσανίον Ελλάδος Περιήγησις III, Μεσσηνιακά-Ηλιακά,Αθήνα 1979, 224β και 406 υποσ. 1. Για την Ελευσίνα βλ. παρακάτω υποο. 9. Για την Αττική βλ. Ε.Wanderpool, Hcsperia 39 (1970) 47.
    
    5. IG IX.2, αρ. 1229 (Φαλάννα). A. McDevitt, Inscriptions from Thessaly. An analytical handlist and bibliography, Hildesheim-New York 1970, αρ. 364 (Λάρισα).

     6. Γενικά για τη διάδοση της λατρείας βλ. RE XXI.1 (1951) 1009-1026, s.v. Pluton (E.WUst).

     7. L/MCIV.l [1988] 371.

     8. KEXXI.l (1951) 990-1027 s.v. Pluton (E. WUst).

     9. Α. Αρβανιτόπουλος, AE 1910, 377-378 αρ. 24 = MacDevitt, ό.π., 364 (Δεσπότης).

      10. /GII 3 1933=5y//.3 1022 κε. Πρβ. Ρ. I-aure, «Ploutonia», BCH82 (1958) 80κ.ε.

  11. Πλάτων, Νόμοι 828c.

      12. J. Kalléris, Les anciens Macédoniens. Étude linguistique et historique II. 1, Athènes 1976, 560-63. II γνώση του μύθου του Αδη από τους Μακεδόνες ώς κυρίου του Κάτω Κόσμου αποδεικνύεται, από τις ζωγραφικές συνθέσεις στον 'τάφο της Περσεφόνης' (Μ. Ανδρόνικος, Βεργίνα.
OL βασιλικοί τάφοι, Αθήνα 1984, 88-95, εικ. 49-54) και στον τάφο της Ευριδίκης στη Βεργίνα (Μ. Ανδρόνικος, «Η ζωγραφική στην αρχαία Μακεδονία», ΑΕ 126 (1987) 375-379, πίν. 3-4).

      13. ΕΑΜ (Ά. Ριζάκης, Ι. Τουράτσογλου, Επιγραφαί Ανω Μακεδονίας, Αθήνα 1985) 150. Συσχετισμός με τον Πλούτωνα-Δεσπότη της Αιανής ενός ανονυμου θεού με την απλή ονομασία δεσπότης σε αναθηματικό ανάγλυφο από την Ακρινή Κοζάνης (Εορδαία-βΛΜ 89) φαίνεται τελικά να ευσταθεί, παρόλον ότι δεν υποστηρίζεται από τον αγαλματικό τύπο του απεικονιζόμενου σ' αυτό θεού —πιθανότατα Δία [Π. Χρυσοστόμου, Η θεσσαλική θεά Εν(ν)οδία ή φεραία θεά, Αθήνα 1999, 235 υποσ. 911]. Πβλ. την περίπτωση της επιγραφής από τη Λάρισα Α. Αρβανιτύπουλος, ΑΕ 1910, 377-378 αρ. 24, στην οποία ο θεός αναφέρεται επίσης μόνο με το επίθετο δεσπότης. Κατά τον L. Robert, RPh 33.11 (1959) 222 υποσ. 5, η προσωνυμία δεσπότης απτελεί σύνηθες επίθετο πολλίόν θεών, μολονότι προσιδιάζει ιδιαίτερα στον Δία. Τα πήλινα ειδώλια Πλούτωνος από το Θεσμοφύριο στην Πέλλα (Μ. Λιλιμπάκη-Ακαμάτη, Το Θεσμοφύριο της
Πέλλας, Αθήνα 1996, 60-62 με βιβλιογραφία) πιθανότατα αποτελούν ενδείξεις για τη λατρεία του θεού και στην πρωτεύουσα του μακεδόνικου βασιλείου ήδη από τον 4ο αι. π.Χ.

      14. L. Heuzey, «La ville d'Aiané en Macédoine»,/M 18 (1968) 24; RE XXI. 1 (1951) 1027 s.v.Plutonion (J. Schmidt).

      15. Α. Ριζάκης - Ι. Τουράτσογλου, «Η ηιπολογία τιαν επιτύμβιων μνημείων της Ανω Μακεδονίας», Ancient Macedonia V,2 (1993) 1285 κ.ε. Πβλ Μ. Hatzopoulos, «Thessalie et Macédoine: affinités et convergences», La Thessalie. Quinze années de recherches archéologiques 1975-1990. Bilans et Perspectives, Actes du colloque international, Lyon. 17-22 avril 1990, Lyon 1994,
249-254.

      16. EAM 32 (Ελίμεια) και EAM 87. 88 (Εορδαία) με βιβλιογραφία. Βλ. επίσης Ν. G. L.Hammond, «Ευιέσται», Φηγός. Τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Σ. Δάκαρη, Ιωάνιννα 1994, 59-62. Πβλ Ν. G. L. Hammond, Epirus, the Geography, the Ancient Remains, the History and the
Topography of Epirus and the Adjacent Areas, 1967, 460-469. P. Cabanes, «Histoire comparée de la Macédoine, de l'Épire et de l'Illyrie méridionale (IVc-IIe s. a.C.)», Ancient Macedonia V,l, 1993, 293-311. Ν. G. L. Hammond, «The Early History of Macedonia. Studies in Honor of ΑΙ. Ν. Oiko-
nomides», The Ancient World XXVII(l), 1996, 67-71. Σ. Λάκαρης, «Ήπειρος-Μακεδονία. το μήλον της Έριδος», Αφιέρωμα οτον Ν. G. L. Hammond, Θεσσαλονίκη 1997, 105-124

      17. Γενικά για τα Νεκυομαντεία, βλ. RE XVI.2 στ. 2218 κ.ε. (Hopfner). Ειδικότερα για το Νεκρομαντείο του Αχέροντος, βλ. Χρ. Τζουβάρα-Σούλη, Η λατρεία των γυναικείων θεοτήτων εις την αρχαίαν Ήπειρον, Ιωάνιννα 1979, 99 κ.ε. Σ. Δάκαρης, Το Νεκρομαντείο τον Αχέροντα.Οδηγοί ΤΑΠΑ, Αθήνα 1993.
      
     18. Β. Αλλαμανή-Σουρή, «Ηρακλής Κυναγίδας και κυνηγοί. Νέα επιγραφικά στοιχεία από τη Βέροια», Ancient Macedonia V, 1, 1992, 77-107. V. Allamani-Soiiri, E. Voutyras, «New documents from the Sanctuary of Herakles Kynagidas at Beroia», Επιγραφές της Μακεδονίας, Γ'Διεθνές Συμπόσιο για τη Μακεδονία, Θεσσαλονίκη, 8-12 Δεκεμβρίου 1993, Θεσσαλονίκη 1996, 13-39. Βλ. και ΕΚΜ (Λ. Γουναροπούλου, Μ. Χατζόπουλος, Επιγραφές Κάτια Μακεδονίας,
Τεύχος Α: Επιγραφές Βέροιας, Αθήνα 1998), σποραδικά.

      19. Μοναδική απεικόνιση του αγαλματικού τύπου του θεού —που πιθανότατα να αποτελεί και λατρευτικό— προσφέρει η ανάγλυφη στήλη από το Ρυάκι Εορδαίας (ΕΑΜ 97) (Εικ. 4). Η παράσταση ταυτίζεται με το λεγόμενο τύπο Κοπεγχάγης/Δρέσδης (βλ. L1MC IV. 1, στ. 762-763) δημιουργία της δεκαετίας του 360 π.Χ. και πρόδρομο του πρωτοτύπου του Ηρακλή Farnese (βλ. LIMC, ό.π. 763 κε.).
   
     20. P. Briant, «Les chasses d'Alexandre», Ancient Macedonia V.l, 1993, 267-277.

     21. M. Ilatzopoulos, «Cultes et rites de passage en Macédoine», ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 19, Αθήνα 1994, 87-111, με την προγενέστερη βιβλιογραφία.

      22. Στην περίπτωση που ο θεός της απελευθερωτικής επιγραφής από τη Βέροια, που δημοσίευσε ο Ανδρόνικος (Αρχαίαι επιγραφαί Βέροιας [1950] 8-23) ταυτιστεί με τον Ηρακλή Κυναγίδα, τότε η σύνδεση του θεού με τις απελευθεράισεις είναι ασφαλώς παλαιότερη. Η χρονολόγηση της επιγραφής το 235 π.Χ., από τον πρώτο της εκδότη, αμφισβητήθηκε από τον M. Enïgnton,Ancient Macedonia II, 1977, 115-122 (280/9 π.Χ.), από τον Ε. Μικρογιαννάκη, Ancient Macedonia IV, 1986, 393-399 (προ του 239 π.Χ.) και τον Ε. Grzybek, Ancient Macedonia V.l, 1993,521-27 (291/90 π.Χ.). Τελευταία βλ. ΕΚΜ, αρ. 45 (239-229 π.Χ.).

     23. Για τη λατρεία του Ήρωνα/Ήρωα και τυ ιερό του στο Παγγαίο βλ. Χ. Κουκούλη Χρυσανθάκη - Δ. Μαλαμίδου, «Τυ ιερό του ήρωα Αυλωνείτη στο Παγγαίο», ΑΕΜΘ 3, 1989 [1992], 553-567.

     24. M. Hatzopoulos, BCH 111 (1987) 402-403. Π. Χρυσοστόμου, «Η λατρεία της Συρίας θεάς (Αταργάτιδος) στη Δυτική Μακεδονία», ΑΕΜΘ 3, 1989 [1992], 103-117. Emm. Voutiras, «Bemerkungen zu zwei makedonischen Freilassungsurkunden», Tyche 1, 1986,227-234. Α. Βαβρίτσας, «Επιγραφή εξ Αραβησσού Πέλλης», Ancient Macedonia II, 1977, 7 κ.ε. (Αθηνά Κυρρεστίς). Ph. Petsas, «ΜΗΤΗΡ ΘΕΩΝ ΑΥΤΟΧΘΩΝ. Unpublished manumission inscriptions from Macedonia», Ancient Macedonia III, 1983, 229-246. N. Proeva, «La déesse Capadocienne Ma et son culte en Macédoine d'après une plaque en bronze de Pretor, au musée de Resen», ZA 33, 1983, 165-168. Φέτσας, «Τελική κατάταξη των χρονολογημένα^1 επιγραφών από το ιερό της Μητρός Θεών στη Λευκύπετρα», Ancient Macedonia V,2, 1993, 1261-1271. Μ. Χατζόπουλος, «H λατρεία της θεάς Μας στην Έδεσσα», Πρακτικά Α ' Πανελληνίου Επιστημονικού Συμποσίου «Η Έόεσσα και η Περιοχή της. Ιστορία και Πολιτισμός», Έδεσσα 4, 5 και 6 Δεκεμβρίου 1902, Έδεσσα 1995, 125-132.

     25. F. Papazoglou, «Structures ethniques et sociales dans les régions centrales des Balkans à la lumière des études onomastiques», Actes du Vile Congrès d'épigraphie grecque er latine. Constaza 9-15 Septembre 1977( 1979) 168. Πρβ. M. Hatzopoulos, BCH 111 (1987) 402.

      26. Πβλ M. Χατζόπουλος, «H λατρεία της θεάς Μας οτην Έδεσαα», Πρακτικά Α ' Πανελληνίου Επιστημονικού Συμποσίου «Η Έδεσσα και η Περιοχή της. Ιστορία και Πολιτισμός». Έδεσσα4, 5 και 6Δεκεμβρίου 1992, Έδεσαα 1995,, υποο. 22.   

      27. Κ. Μπυυραζέλης, ΘΕΙΑ ΔΩΡΕΑ. Μελέτες πάνω στην πολιτική της δυναστείας των Σεβήρων και την constitutio antoniniana. Αθήνα 1989, 13. 68. 82-83. 85. 124.

      28. Για τους Λντιπατρίδες βλ. Εμμ. Μικρογιαννάκης, Δυναστεία Αντιπατριδών, Αθήναι 1972.

      29. J. Gagé, «Alexandre le Grand en Maeédoine dans la 1ère moitié du Ille siècle ap. J.-C.», Historia XXXIV, 1 (1975) 1-16.

      30. A. Heuss, «Alexander der Grosse und die politische Ideologie des Altertums», Antike und Abendland 4, 1954, 65-104. J. Straub, «Heidnische Geschichtsapologetik in der christlichen Spätantike», AntiquitasA, 1963, 87 κ.ε., 95 κ.ε., 100 κ.ε., 125 κ.e., 168 κ.ε., 183 κ.ε. D. Michel, «Alexander als Vorbild für Pompeius, Caesar und M. Antonius», Collection Latomus 94, 1967. O. Weippert, Alexander-Imitatio und römische Politik in republikanischer Zeit, Würzburg 1972 . A. Heuss, «Alexander der Grosse und das Problem der historischen Urteilsbildung», HZ225, 1977, 29-64. G.Marrone, «Imitatio Alexandri in età augustea», Atene e Roma XXV(l-2), 1980. 35-41. Α. B.Bosworth, Conquest and Empire. The Reign of Alexander the Créât 1988, 278 κ.ε. (The Divinity ofAlexander). A. und E. Alföldi, Die Kontorniat-Medaillons. Berlin - New York 1990, 80-85.

      31. Η Β. Dragojevic-Josifovska, IMS IV, 54-55 no 10, εντάοοει το Vlahcani στη «χώρα» της αποικίας των Scupi, ενώ η S. Dull, Götterkulte Nordmakedoniens in römischer Zeil, München 1977, 138 στη Μακεδονία.

      32. Ανεπιτυχώς, και χωρίς στοιχεία, οτο σχόλιο της ΕΑΜ 148 οι δύο μορφές χαρακτηρίζονται ως Φίλιππος και Ολυμπιάς.

       33. Α. Stewart, Faces of Power. Alexander's Image and Hellenistic Politics, 1993, er/.. 133.

       34. S. Dull, Cöttcrkulte Nordmakedoniens in römischer Zeit, München 1977, αρ. 93, er/.. 28.

       35. Dull, ό.π., αρ. 260 εικ. 29.

       36. Μ. Sasei-Kos, Tyche 6 ( 1991 ) 183-192 ειδικότερα α. 186; SEC, XLI, 1991, 577: Τι(βέριος)Κλαύδιος Ροϋφος Ούετρανός έκ πραιτωρίου Δράκοντι τω ώδε τειμωμένω όωρον [Παράσταση ύφεως υψούμενοι) πάνω από αγγείο, στο εσωτερικό του οποίου αβγό].

       37. Dull, ά.τ., αρ. 257 εικ. 30.

       38. DUM,

       39. DUM, (LT., αρ. 259.

       40. Η. Gaebler, Die antiken Münzen Nord-Griechenlands III.2, Berlin 1935, 13 αρ. 35. πίν.V, αρ. 4 [χρόνοι Σεβήρου Αλεξάνδρου] και α. 15, αρ. 46. πίν. V. αρ. 5 [χρόνοι Γορδιανού Γ ' | καιν(!. 16, αρ. 53, πίν. V, αρ. 13 [χρόνοι Γορδιανού Γ ] ,

       41. Τελευταία βλ. Α. Sal νιο, «Intorno ai metaglioni talismanici di Tarso e di Aboukir», RIN96 [1994/1995], 97 πίν. C, 2 με βιβλιογραφία, στην οποία να προστεθεί και το άρθρο του Ι.Τουράτσογλου, «Δύο νέαι επιγραφικοί μαρτυρίαι περί του Κοινού των Μακεδόνων κατά τον τρίτον μεταχριστιανικόν αιώνα», Ancient Macedonia I (1970) 289-290. Πρβλ. και Λ. und Ε.Alföldi, Die Kontomiat-Medaillons, Berlin - New York 1990, 109-111.

      42. RH s.v. Glykon. Der Kleine Pauly, s.v. Glykon (Drexler). Βλ. τελευταία και Λ. V. Β. Miron, «Alexander von Abonuteichos. Zur Geschichte des Orakels des Neos Asklepios Glykon», Hellas und der gricchtche Osten. Studien zur Geschichte und Numismatik der griechischen Welt (Festschrift P. R. Franke), Saarbrücken 1996, 153-188.

      43. Βλ. J. Gagé, «Alexandre le Grand en Macédoine dans la 1ère moitié du Ille siècle ap. ) . -C», Historia XXXIV, 1 (1975) 13. H D. Botcva, «Following in Alexander's Footsteps: The Case of Caracalla», Ancient Macedonici VI (1997) (υπό εκτύπωση), πιστεύει ότι ο Καρακάλλα;, καθ' οδόν προς Ανατολάς, επισκέφθηκε, ως άλλος Αλέξανδρος, το Πήλιον, την Πέλλα, τη Θεσσαλονίκη και την Αμφίπολη.

      44. IG Χ 2, 1 αρ. *278. Για τη Βιβλιοθήκη βλ. Ε. Καμπούρη, «Δημόσιο κτίσμα των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων στο χώρο του συγκροτήματος της Αρχαίας Αγοράς Θεσσαλονίκης», Η Θεσσαλονίκη 1, 1985, 87-107.

      45. Γ. Δεσπίνης, «Το αντίγραφο της Αθηνάς Medici του Μουσείου Θεσσαλονίκης», Ancient Macedonia II (1977) 95-102.

Δεν υπάρχουν σχόλια: