Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Ελληνικότητα Μακεδονίας: Η Μακεδονία των κλασσικών και ελληνιστικών χρόνων. Das Makedonien der klassischen und hellenistischen Zeit.

Μέγας Αλέξανδρος
Ηλίας Κ. Σβέρκος
ΙΔΡΥΜΑ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ
(οι φωτογραφίες  επιλογές Yauna)


Παράλληλα με την Αθήνα και τη Σπάρτη, 
η Μακεδονία υπήρξε το ελληνικό κράτος
 που προκαλούσε 
και εξακολουθεί να προκαλεί 
ιστορικό αλλά και γενικότερο ενδιαφέρον. 

Η άνοδος ενός κράτους γεωργών και κτηνοτρόφων σε πρώτη ελληνική δύναμη κατά τον Δ΄ αιώνα π.Χ., ο ιστορικός ρόλος που έπαιξε ως «πρόφραγμα» (Πολύβιος, ΙΧ 35.1-4) της Νότιας Ελλάδος, αντιμετωπίζοντας τις εισβολές των λαών της Βόρειας Βαλκανικής, η κοσμοϊστορικής σημασίας εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ανατολή (η οποία δεν ήταν μόνον έργο μιας στρατιωτικής μεγαλοφυίας αλλά και των Μακεδόνων που τον ακολούθησαν), οι τρεις πόλεμοι κατά των Ρωμαίων, που αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αντιστάσεως στη ρωμαϊκή επέκταση στην Ανατολή, είναι τα τέσσερα στοιχεία που συνθέτουν την ιστορία της Μακεδονίας ως ανεξαρτήτου κράτους και δικαίως προκάλεσαν και προκαλούν αυτό το ιδιαίτερο ιστορικό και γενικό ενδιαφέρον.

Σε αντίθεση προς αυτόν τον εξαιρετικά σημαντικό ιστορικό ρόλο, οι πηγές που διαθέτουμε για την ιστορία των Μακεδόνων έως την ρωμαϊκή κατάκτηση, είναι σχετικά πολύ λίγες.

Ως την εποχή του Φιλίππου Β΄, δηλαδή έως το β΄ μισό του Δ΄ αιώνος π.Χ., οι πληροφορίες που διαθέτουμε έχουν στο σύνολό τους περιστασιακό χαρακτήρα, παρατίθενται δηλαδή ως παρεκβάσεις σε έργα που αφορούν την ιστορία των πόλεων-κρατών της Νότιας Ελλάδος. 

Ιστορικά έργα που πραγματεύονταν την ιστορία της Μακεδονίας, γράφονται από την εποχή του Φιλίππου και αργότερα· από αυτά σώθηκαν όμως ελάχιστα αποσπάσματα ή μόνον οι τίτλοι.

 Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι με την κλασσικιστική στροφή που παρατηρήθηκε την εποχή του Αυγούστου, τα έργα αυτά -όπως κι ένα μεγάλο μέρος της λοιπής γραμματείας των ελληνιστικών χρόνων- παραμερίσθηκαν, με αποτέλεσμα να χαθούν. 

Την απώλεια π.χ. του έργου του Ιερωνύμου του Καρδιανού (350-270 π.Χ.), όπου εξιστορούνται τα γεγονότα των πενήντα ετών από τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου έως τον θάνατο του Πύρρου (323-272 π.Χ.), δεν μπορούν να αναπληρώσουν τα ελάχιστα αποσπάσματα από αυτό, που περιέχονται στο γενικό έργο του Διοδώρου (Α΄ αιώνας π.Χ.) ή σε πληροφορίες που παραθέτει ο Πλούταρχος στις βιογραφίες του, ούτε το από έντονο ρητορισμό διακρινόμενο ειδικό έργο του Πομπήιου Τρόγου HistoriaePhilippicae, το οποίο μας παραδίδεται μέσα από μία επιτομή του Ιουστίνου, γύρω στο 150 μ.Χ. Από τις άλλες γραμματειακές πηγές, η Πολιτική Ρητορική του Δ΄ αιώνος είναι γνωστή κυρίως από τους λόγους του Δημοσθένη, οι οποίοι αποτυπώνουν την αναμφισβήτητη προκατάληψη που χαρακτηρίζει τη στάση του Αθηναίου ρήτορα και πολιτικού κατά της νέας ανερχομένης ελληνικής δυνάμεως.
Αυτοί οι πολιτικοί λόγοι άσκησαν, ως γνωστόν, σημαντική επίδραση στην κατοπινή γραμματεία των αυτοκρατορικών χρόνων αλλά και στη νεώτερη ευρωπαϊκή ιστοριογραφία, με το εξής παράδοξο αποτέλεσμα: σε αντίθεση προς ό,τι συμβαίνει συχνά -ή μάλλον πάντοτε- η ιστορία της συγκρούσεως Αθηνών και Μακεδονίας μας είναι γνωστή όχι από την πλευρά του νικητή, αλλά από την πλευρά του ηττημένου.

Η ιστορία της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ανατολή είναι γνωστή από πολύ μεταγενέστερα έργα, την βιογραφία δηλαδή του Πλουτάρχου και την «Ανάβαση» του Αρριανού, τα οποία όμως επικεντρώνονται στην προσωπικότητα του βασιλέως και σε αρκετά σημεία είναι επηρεασμένα από την κλασσικιστική τάση της εποχής, κατά την οποία γράφηκαν (Α΄-Β΄ αιώνας μ.Χ.). Όσον αφορά την ιστορία της αντιστάσεως κατά των Ρωμαίων, στα γενικά έργα, στα οποία αυτή περιέχεται, οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι όχι μόνον σχετικά περιορισμένες αλλά και οπωσδήποτε επηρεασμένες από το γεγονός της τελικής επικρατήσεως των Ρωμαίων. Αυτό ισχύει για το έργο του Πολυβίου (Β΄ αιώνας π.Χ.), που έχει ως κύρια ιδέα την άνοδο της Ρώμης σε παγκόσμια δύναμη και πολύ περισσότερο για την Ρωμαϊκή Ιστορία (από την ίδρυση της Ρώμης) του Τίτου Λίβιου (Α΄ αιώνας π.Χ.).

Αυτό που απομένει αναφορικά με την ιστορία των αρχαίων Μακεδόνων είναι -εκτός από τις παρεκβάσεις που αναφέρθηκαν και τα λίγα αποσπάσματα από έργα αφιερωμένα στη Μακεδονία- οι επιγραφές, από τις οποίες όμως ελάχιστες αναφέρονται στον Ε΄ ή Δ΄ αιώνα (οι πρώτες από την Αθήνα), ενώ στη μεγίστη πλειοψηφία τους προέρχονται από τον Γ΄ ή τον Β΄ αιώνα π.Χ. και ιδιαίτερα από την Αυτοκρατορική Εποχή.

Υπάρχει όμως, επίσης, ένα αριθμητικά σημαντικό ονοματολογικό υλικό, δηλαδή ονόματα προσώπων, θεσμών, εορτών κ.ά., γνωστό από γραμματειακές πηγές αλλά και από επιγραφές καθώς και λίγα κατάλοιπα της μακεδονικής διαλέκτου. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθούν ―κι έχουν μάλιστα ιδιαίτερη σημασία― τα ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών που έγιναν κυρίως στο β΄ μισό του Κ΄ αιώνος, ευρήματα τα οποία -χωρίς βέβαια να μπορούν να πληρώσουν το κενό που δημιουργεί η έλλειψη άλλων πηγών- αποτελούν μία σημαντική πηγή για την τέχνη και γενικά για τον πολιτισμό αλλά και για την καθημερινή ζωή των αρχαίων Μακεδόνων σε όλες τις φάσεις της ιστορίας τους.

Tα βασικά θέματα που έχουν τεθεί και εξακολουθούν να τίθενται στην ιστορική έρευνα της αρχαίας Μακεδονίας ως ανεξαρτήτου κράτους (και με αυτό εννοούμε τους αιώνες από την ίδρυση του μακεδονικού βασιλείου, στα μέσα του Ζ΄ αιώνος π.Χ., έως την κατάλυσή του από τους Ρωμαίους, το 168 π.Χ.), είναι τέσσερα: το πρώτο αφορά την καταγωγή των Μακεδόνων ή αλλιώς την «ελληνικότητά» τους· ακριβέστερα, εάν δηλαδή αποτελούν ένα ελληνικό φύλο, όπως τα άλλα, ή κάτι διαφορετικό (το οποίο όμως δεν προσδιορίζεται ακριβώς από τους αρνητές της ελληνικότητος των Μακεδόνων). Το δεύτερο θέμα αφορά την εσωτερική οργάνωση του κράτους, από τη σύσταση του μακεδονικού βασιλείου (περίπου στα μέσα του Ζ΄ αιώνος π.Χ.) έως την εποχή του Φιλίππου του Β΄. Το τρίτο θέμα αναφέρεται στις πολιτιστικές σχέσεις των Μακεδόνων με τους Νότιους Έλληνες, ενώ το τέταρτο στον ιστορικό ρόλο της Μακεδονίας από την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου έως και την αντίσταση εναντίον των Ρωμαίων.

 Η καταγωγή των Μακεδόνων

Όσον αφορά το πρόβλημα της καταγωγής των Μακεδόνων, πρέπει να ειπωθεί ότι, ανεξάρτητα από τον αριθμό και το είδος των πληροφοριών που διαθέτουμε και από τις αντιλήψεις που διατυπώνουν συγγραφείς προερχόμενοι από τη Νότια Ελλάδα και φυσικά ανεξάρτητα από τις κρίσεις ή τις προκαταλήψεις παλαιοτέρων και σύγχρονων ερευνητών, εκείνο που έχει πρωταρχική σημασία είναι το τί πιστεύουν οι ίδιοι οι Μακεδόνες για τους εαυτούς τους και -σε άμεση συνάρτηση με αυτό- ποιά είναι εκείνα τα αδιαμφισβήτητα (αντικειμενικά θα μπορούσε να πει κανείς) στοιχεία, που τεκμηριώνουν αυτή την προβαλλόμενη από τους ιδίους αυτοσυνειδησία· ή με διαφορετική διατύπωση: αν οι Μακεδόνες αυτοπροσδιορίζονται από μία ορισμένη εποχή (συγκεκριμένα από τον Δ΄ αιώνα π.Χ.) και καθ' όλη την κατοπινή ιστορική τους παρουσία ως Έλληνες και εάν τα γλωσσικά στοιχεία που αποδίδουν διάφορες πλευρές του πολιτισμού τους είναι ελληνικά, τότε το πρόβλημα της αρχικής καταγωγής είναι άνευ σημασίας.

Άλλωστε, όπως έχει πολύ σωστά παρατηρηθεί από την παλαιότερη κυρίως έρευνα και είναι αυτονόητο, κανένας λαός δεν μπορεί να επιδείξει μία αμιγή εθνική καταγωγή, χωρίς επιμειξίες ή επιδράσεις από άλλους λαούς.

Στο περίφημο επίγραμμα που συνόδευε την αφιέρωση των περσικών ασπίδων, λάφυρα από τη νίκη του Αλεξάνδρου στον Γρανικό ποταμό (324 π.Χ.), ο Μακεδόνας βασιλιάς κάνει αναφορά στον εαυτό του και στους άλλους Έλληνες, εκτός από τους Λακεδαιμονίους (Αλέξανδρος Φιλίππου καί οι Έλληνες πλήν Λακεδαιμονίων από των βαρβάρων των τήν Ασίαν κατοικούντων, Αρρ. Ανάβασις, Ι.16.7, Πλούταρχος, Αλέξανδρος, 16.18).

 Η επιστολή που έστειλε στον Δαρείο μετά τη μάχη της Ισσού, αρχίζει με την φράση 

«οι δικοί σου πρόγονοι, όταν ήλθαν στη Μακεδονία και την άλλη Ελλάδα, μας προξένησαν πολλές καταστροφές. Εγώ, αφού ορίστηκα ηγεμόνας των Ελλήνων, θέλησα να εκδικηθώ τους Πέρσες περνώντας στην Ασία, … αφού εσύ έκανες την αρχή των εχθροπραξιών» (Αρρ., Ανάβασις, ΙΙ.14). 
Φίλιππος ο Ε΄
Στο Σύμφωνο του Βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου του Ε΄ με τον Αννίβα (215 π.Χ.) που παραθέτει ο Πολύβιος (VII.9), η Μακεδονία αναφέρεται εμφατικά ως μέρος της Ελλάδος· γίνεται αναφορά στους θεούς
 «που κατέχουν την Μακεδονία και την άλλη Ελλάδα», 
ενώ ως σύμμαχοι των Καρχηδονίων προβάλλονται ο Βασιλεύς Φίλιππος, οι Μακεδόνες και οι άλλοι Έλληνες. Εξάλλου, μισόν περίπου αιώνα αργότερα ένας άσημος Μακεδόνας από την Θεσσαλονίκη, σε μία αφιέρωσή του για τον Ρωμαίο Στρατηγό Κόιντο Καικίλιο Μέτελλο, τονίζει την μακεδονική και συνάμα ελληνική του καταγωγή με τη φράση «αρετής ένεκεν καί ευνοίας ής έχων διατελεί εις τε αυτόν καί την πατρίδα καί τούς λοιπούς Μακεδόνας καί τούς άλλους Έλληνας» (IG X 2.1, 1031).

Τα στοιχεία αυτά, στα οποία θα μπορούσαν να προστεθούν και άλλα από τους κατοπινούς αιώνες, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι οι Μακεδόνες αυτοπροσδιορίζονταν ως ελληνικό φύλο. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν στη μεγάλη πλειοψηφία τους και τα γλωσσικά κατάλοιπα που έχουν σωθεί:


τα ονόματα των μακεδονικών μηνών, όπως Ξανδικός, Δίος, Αρτεμίσιος, Υπερβερεταίος, Περίτιος κλπ.,
 τα οποία ανάγονται 
(όπως και στις πόλεις της Νότιας Ελλάδος) σε γιορτές, είναι ελληνικά. 

Τα ονόματα των προσώπων (και μάλιστα όχι μόνον εκείνων που ανήκουν στο ανώτερο κοινωνικό στρώμα αλλά και εκείνων που ανήκουν στα κατώτερα στρώματα) είναι, εκτός από ελάχιστα, επίσης ελληνικά. 

Αυτά ανάγονται στον ΣΤ΄-Ε΄ αιώνα π.Χ. και, όπως και τα ονόματα των εορτών, δεν οφείλονται φυσικά στον «εξελληνισμό» των Μακεδόνων από τις ελληνικές παραλιακές πόλεις. 

Σε όλες τις περιπτώσεις επικοινωνίας των Μακεδόνων με τους άλλους Έλληνες δεν αναφέρεται διερμηνέας,
πράγμα που σημαίνει ότι η μακεδονική διάλεκτος, 
όπως και η αττική, ήταν εύκολα κατανοητή από τις αντίστοιχες πλευρές.

 Αυτό καταδεικνύει επίσης ένα απόσπασμα από την κωμωδία «Μακεδόνες» που έγραψε ο ποιητής Στράττις τον Ε΄ αιώνα, όπου υπάρχει η αποδιδόμενη σ' έναν Μακεδόνα (πρόσωπο της κωμωδίας) φράση, στην οποία προφανώς χρησιμοποιεί την προσιδιάζουσα στην καταγωγή του διάλεκτο: 
«κέστραν μέν ύμμες ωττικοί κικλήσκετε»
 («αυτό που εσείς οι Αθηναίοι ονομάζετε κέστρα», 
J. M. Edmonds, TheFragmentsofAtticComedy, τόμ. 1 Leiden 1957, απ. 28).

Μόνο αν δεχθεί κανείς αυτή την ελληνική ταυτότητα της μακεδονικής διαλέκτου, καταλαβαίνει γιατί η αττική έγινε η γλώσσα της διοικήσεως του μακεδονικού κράτους από τον Φίλιππο τον Β΄ και μόνον έτσι αντιλαμβάνεται επίσης γιατί οι Μακεδόνες, μετά την κατάλυση της Περσικής Αυτοκρατορίας από τον Αλέξανδρο, χρησιμοποιούν την αττική. Ένας λαός με τέτοια πολιτικά επιτεύγματα -τόσο στην περίπτωση του Φιλίππου Β΄, με τη νίκη του επί των Αθηναίων όσο και στην περίπτωση του Αλεξάνδρου, με την κατάκτηση της Ανατολής- έχει τόσο ισχυρό αυτοσυναίσθημα, ώστε να μην αφήσει τη γλώσσα του για να χρησιμοποιήσει μία άλλη. Αυτό, όπως σωστά παρατηρήθηκε από τον K. J. Beloch και άλλους ιστορικούς, θα αποτελούσε το μοναδικό παράδειγμα στην παγκόσμια ιστορία.

Ο ισχυρισμός από επικριτές της ελληνικότητος των Μακεδόνων ότι ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος χρησιμοποιούσαν την ελληνική όπως ο Μ. Φρειδερίκος και η Μεγάλη Αικατερίνη χρησιμοποιούσαν γαλλικά, είναι δείγμα προκαταλήψεως, διότι και στη μία και στην άλλη περίπτωση δε χρησιμοποιούνταν στην Πρωσία ή στη Ρωσία ως επίσημη γλώσσα τα γαλλικά· ή ακόμη το να υποστηρίζεται η «ιδιαιτερότητα» της μακεδονικής γλώσσης με αναφορές σε φράσεις «ανεβόα Mακεδονιστί» (Πλούταρχος, Αλέξανδρος, 51.4) ή «Mακεδονιστί τη φωνή», (Πλούτ., Ευμένης, 14.5) προδίδει αφέλεια ή προκατάληψη, εφόσον η φράση «Πελοποννασιστί λαλεύμες» (Θεόκριτος, ΧV, στ. 92) αφορά την διάλεκτο και όχι, φυσικά, την πελοποννησιακή γλώσσα.

Η αμφισβήτηση της ελληνικής καταγωγής των Μακεδόνων έγινε κυρίως (ανεξάρτητα από τις εκάστοτε προϋποθέσεις ή προκαταλήψεις της σχετικής επιχειρηματολογίας) με αναφορά στον διαχωρισμό Ελλήνων και Μακεδόνων, που απαντάται σε γραμματειακές πηγές από τον Ε΄ αιώνα π.Χ. 

Κατά την αμφισβήτηση αυτή δίδεται ιδιαίτερη έμφαση σε σχετικά ελάχιστες φράσεις, όπου με έκδηλη πολιτική φόρτιση χαρακτηρίζονται οι Μακεδόνες ως πολιτιστικά κατώτεροι («βάρβαροι», π.χ. Δημοσθένης, Γ΄ Φιλιππικός, 31, ΧΙΧ 327). Παρά το γεγονός ότι οι φράσεις αυτές και με την κοινή εμπειρία δεν μπορούν να αποτελέσουν τεκμήρια για μία γενικευμένη αρνητική τοποθέτηση των Νοτίων Ελλήνων απέναντι στους Μακεδόνες και φυσικά πολύ λιγότερο για κάποια δήθεν «βαρβαρότητα», θεωρείται αναγκαία εδώ η παράθεση λίγων, οπωσδήποτε όμως ενδεικτικών στοιχείων, που αντικατοπτρίζουν την ιστορική πραγματικότητα ή αναμφισβήτητα την τεκμηριώνουν και κατόπιν θα γίνει λόγος γι' αυτές τις φράσεις, όπου γίνεται ο διαχωρισμός που προαναφέρθηκε.

Η πρώτη χρονικά μαρτυρία που διαθέτουμε, δηλαδή το έργο του Ηροδότου, δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι η ονομασία Μακεδόνες αποδίδει ένα ελληνικό φύλο.

 Στην πρώτη σχετική αναφορά (Ι 56) γίνεται λόγος για το δωρικόν έθνος, το οποίο «οίκεε εν Πίνδω, Μακεδνόν καλεόμενον». Στη δεύτερη (VIII 43) ως «Δωρικόν και Μακεδνόν έθνος» χαρακτηρίζονται πόλεις της Πελοποννήσου (Λακεδαιμόνιοι, Κορίνθιοι, Σικυώνιοι, Επιδαύριοι, Τροιζήνιοι), που έλαβαν μέρος στη Ναυμαχία του Αρτεμισίου (480 π.Χ.). «Μακεδνός» είναι, ως γνωστόν, επίθετο που απαντά στα ομηρικά έπη και σημαίνει τον υψηλό-λυγερό (η 106: «φύλλα μακεδνής αιγείροιο»).

Ζευς
Την ιστορική πραγματικότητα αντικατοπτρίζει και η μαρτυρούμενη στον Ησίοδο μυθολογική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο Μακεδών, ο γενάρχης των Μακεδόνων, είναι γιος του Δία και της Θυίας, κόρης του Δευκαλίωνα και αδελφός του Μάγνητος, που κατοικούσαν ο πρώτος στον Όλυμπο και ο άλλος στα Πιέρια (R. Merkelbach-M.L.West, FragmentaHesiodea, Οξφόρδη 1967, απ. 7).

Ως γιοι του Μακεδόνος αναφέρονται ο Ευρωπός, ο Πίερος και ο Άμαθος, ονομασίες, ως γνωστόν, μακεδονικών πόλεων. Σύμφωνα με μία άλλη παράδοση, ο Μακεδών είναι γιος του Αιόλου, αδελφού του Δώρου και του Ξούθου (FGrHist 4 F74, Ελλάνικος), μία παράδοση που δηλώνει σαφώς τη σύνδεση με τα ελληνικά φύλα. Στα στοιχεία αυτά, όπως και σε άλλα (γλωσσικά προπάντων, που δείχνουν τη συγγένεια των διαλέκτων), βασίζεται η υποστηριζόμενη στην παλαιότερη και σύγχρονη ιστορική έρευνα άποψη, σύμφωνα με την οποία η Μακεδονία φιλοξενεί ένα από τα βορειοδυτικά ελληνικά φύλα, με χώρο προέλευσης την περιοχή της Πίνδου.

Χαρακτηριστικό δείγμα από την ίδια την ιστορική πραγματικότητα της αντιλήψεως ότι οι Μακεδόνες αποτελούν ένα ελληνικό φύλο είναι η επισήμανση του Ακαρνάνα πολιτικού Λυκίσκου, σε λόγο του που εκφωνεί το 211 π.Χ. στη Σπάρτη, σύμφωνα με την οποία οι Μακεδόνες είναι «ομόφυλοι των Αχαιών» και των Δωριέων Σπαρτιατών.

Με τους «ομοφύλους» Μακεδόνες και τον βασιλιά τους Φίλιππο πρέπει να ενωθούν οι λοιποί Έλληνες, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η απειλή από τους «αλλοφύλους», δηλαδή τους Ρωμαίους («τώρα απειλεί τους Έλληνες πόλεμος με βαρβάρους, που θέλουν να τους υποδουλώσουν» Πολύβιος, IX 37.7). 

Ως ελληνικό φύλο, με το οποίο θα πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους οι άλλοι Έλληνες για την αντιμετώπιση του εχθρού, προβάλλονται οι Μακεδόνες και στον λόγο του Αιτωλού πολιτικού Αγελάου το 217 π.Χ., στη Ναύπακτο (Πολύβιος, V 104).

Εκτός από αυτές τις μαρτυρίες -που αναφέρονται σε κρίσιμες, εξαιτίας της εξωτερικής απειλής περιστάσεις- υπάρχουν και άλλες, που αναφέρονται σε επιμέρους περιπτώσεις· είναι όμως εξίσου ενδεικτικές: από τον Δ΄ αιώνα π.Χ. μαρτυρούνται Μακεδόνες ως νικητές σε Πανελληνίους Αγώνες· μεταξύ των ελληνικών πόλεων από διάφορες περιοχές, που αναγνωρίζουν την ασυλία του Ασκληπιείου της Κου το 243 π.Χ., είναι και οι μακεδονικές Πέλλα, Κασσάνδρεια, Αμφίπολη, Φίλιπποι (Hatzopoulos, Institutions II, àρ. 36, 41, 47, 58).

Το 209/8 π.Χ. ο Βασιλιάς Φίλιππος ο Ε΄ προσπαθεί να επηρεάσει τη συμμετοχή της Χαλκίδος στην πανελλήνια εορτή της Αρτέμιδος Λευκοφρυηνής που οργανώνει η Μαγνησία του Μαιάνδρου, τονίζοντας, όπως δηλώνει η παρατιθέμενη στο Ψήφισμα της Χαλκίδος φράση από σχετική επιστολή του, ότι οι Μάγνητες είναι συγγενείς των Μακεδόνων (I. Magnesia, 37).
Από την Αυτοκρατορική Εποχή θα αρκούσε εδώ ένα παράδειγμα, το Ψήφισμα δηλαδή της πόλεως της Εφέσου (162/163 ή 163/164), όπου οι Μακεδόνες αναφέρονται μαζί με τα λοιπά ελληνικά έθνη, στ. 16-20: «τον μήνα που εμείς ονομάζουμε Αρτεμισιώνα, οι Μακεδόνες και τα λοιπά ελληνικά έθνη ονομάζουν Αρτεμίσιο» (Ι. Ephesos, 24B).

Η εντύπωση που αποκομίζει κανείς από αυτά τα λίγα -ωστόσο ενδεικτικά- στοιχεία, είναι ότι η διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Μακεδόνων, εάν δεν οφείλεται σε πολιτικές προκαταλήψεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Δημοσθένη, πρέπει να αποδοθεί στην εύλογη απουσία επαφών που υπήρχε κατά την Αρχαϊκή και Κλασσική Εποχή· μία έλλειψη επαφών που δικαιολογεί και την άγνοια των πραγματικών συνθηκών που επικρατούσαν στη Μακεδονία. Ωστόσο, επειδή έχει γίνει αρκετός λόγος γι' αυτόν τον διαχωρισμό, είναι ανάγκη να επιχειρηθεί εδώ μία σύντομη παρουσίασή του.

Στη Νότιο Ελλάδα, η Μακεδονία είναι γνωστή κυρίως με την έκταση και την οργάνωση που είχε στην εποχή του Αλεξάνδρου του Α΄ (περ. 495-452 π.Χ.). Και για τα δύο θα ακολουθήσει σύντομη αναφορά παρακάτω· εδώ όμως χρειάζεται να επισημανθεί ότι το κράτος αυτό περιελάμβανε περιοχές από την Άνω Μακεδονία έως τον Στρυμόνα. Ένα τέτοιο κράτος που περιελάμβανε διάφορα μακεδονικά φύλα καθώς και περιοχές όπου κατοικούσαν άλλα, μη ελληνικά φύλα, όπως Ιλλυριοί, Παίονες και Θράκες και εκδιώχθηκαν κατόπιν, ελάχιστα γνωστό μπορούσε να γίνει -και έγινε τελικά- στους Έλληνες της Νότιας Ελλάδος.

Ελάχιστα γνωστό μπορούμε να πούμε ακόμα ότι ήταν το φύλο, από το οποίο προέρχονταν οι Αργεάδες βασιλείς που με τον Αλέξανδρο τον Α΄ και τους προγόνους του είχαν καταστήσει κέντρο του κράτους την «Μακεδονίδα γη» (Ηρόδ., VII 127), την περιοχή δηλαδή που ορίζεται μεταξύ των ποταμών Αλιάκμονα και Λουδία. Σύμφωνα με την παράδοση, την οποία διασώζουν ο Ηρόδοτος (VIII 137-138) και ο Θουκυδίδης (II 99.2), οι Μακεδόνες βασιλείς κατάγονταν από το Άργος και ήταν απόγονοι του Τημένου, ανήγαγαν δηλαδή την καταγωγή τους στον Ηρακλή. Μία αναθηματική στον Ηρακλή Πατρώο επιγραφή από την Βεργίνα ―αν και χρονολογείται στη διάρκεια της βασιλείας του Περσέα (178-169 π.Χ.)― είναι ενδεικτική της συνδέσεως της βασιλικής οικογενείας με τον «προπάτορά» της (SEG XLVI 829).

Τον Ε΄ αιώνα π.Χ. γνωρίζουμε ότι έγιναν ομαδικές εγκαταστάσεις από τη Νότιο Ελλάδα στη Μακεδονία: για παράδειγμα το 478 π.Χ., με την καταστροφή των Μυκηνών από τους Αργείους, ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων της κατέφυγε στη Μακεδονία, χάρη στο ενδιαφέρον που επέδειξε ο Μακεδόνας Βασιλιάς Αλέξανδρος ο Α΄(Παυσανίας VII, 25, 6), ενώ το 446 π.Χ. κάτοικοι της Ιστιαίας στη Βόρεια Εύβοια, μετά την κατάληψη της νήσου από τον Περικλή, μετανάστευσαν στη Μακεδονία (FGrHist115, F387, Θεόπομπος)· το 423 π.Χ., σύμφωνα με πληροφορία του Θουκυδίδη, Έλληνες οπλίτες υπηρετούσαν στον στρατό του Περδίκκα του Β΄(IV 124.1). Μακεδόνες όμως μάλλον θα έρχονταν σπάνια στη Νότιο Ελλάδα κι έτσι η χώρα άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστή στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Είναι ενδεικτικό ότι πόλεις που βρίσκονται στον χώρο της Μακεδονίας και ανήκουν στην Αττική-Δηλιακή Συμμαχία, αναφέρονται στους σχετικούς φορολογικούς καταλόγους ως ανήκουσες γεωγραφικά στη Θράκη.

Έχω την άποψη ότι αυτή η έλλειψη γνώσεων για τη χώρα και τους κατοίκους της στάθηκε μία βασική αιτία του διαχωρισμού των Μακεδόνων από τους Έλληνες.

 Η άλλη ήταν ότι οι Μακεδόνες δεν είχαν μετάσχει στις πολιτικές και πολιτιστικές εξελίξεις της ελληνικής ιστορίας του ΣΤ΄-Ε΄ αιώνος και το βασικό στοιχείο των εξελίξεων αυτών, δηλαδή η δημοκρατική πόλη-κράτος, δεν υπήρχε στην διοικούμενη από μονάρχη Μακεδονία. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι στα μέσα του Δ΄ αιώνος ακόμη και ο Ισοκράτης, στην επιστολή που απευθύνει προς τον Φίλιππο και στην οποία του συνιστά την ένωση των Νοτίων Ελλήνων υπό την ηγεσία του στον πόλεμο εναντίον των Περσών, διαχωρίζει τους Μακεδόνες από τους Έλληνες (Φίλιππος, 107-108). Παρ' όλα αυτά, οι λίγες σχετικές αναφορές στις πηγές που διαθέτουμε, δεν επιτρέπουν, όπως ήδη αναφέρθηκε, τη γενίκευση αυτού του διαχωρισμού ως καθολική στάση των Νοτίων Ελλήνων. 
Στον λόγο του Περί του στεφάνου (330 π.Χ.), ο Δημοσθένης κατηγορεί έναν μεγάλο αριθμό πολιτικών σε πόλεις της Νότιας Ελλάδος που ακολουθούσαν φιλομακεδονική πολιτική, ως προδότες (Περί του στεφάνου, 295). Θα επιθυμούσε κανείς να γνωρίζει τις αντιλήψεις αυτών των «προδοτών» για την Μακεδονία, αλλά δυστυχώς μας είναι γνωστή μόνον η φορτισμένη περιγραφή του Αθηναίου ρήτορα και πολιτικού, την οποία άλλωστε σχολιάζει αρνητικά και ο Πολύβιος (XVIII 14).

Πάντως, η τοποθέτηση ενός μεγάλου μέρους της σύγχρονης και της παλαιότερης ―σχετικής με την καταγωγή όπως και με τη γλώσσα των Μακεδόνων― ερεύνης, η οποία δεν επηρεάζεται από τον διαχωρισμό αυτόν και αποδέχεται ανεπιφύλακτα την ελληνικότητα των Μακεδόνων ως προς την καταγωγή και τη γλώσσα τους, είναι απόλυτα σωστή, ενώ η αντίθετη προσκρούει όχι μόνον στην ιστορική πραγματικότητα, αλλά συχνά και στην κοινή λογική. Εάν κάποιο κύριο όνομα ή κοινή λέξη έχει μη ελληνική προέλευση είτε κάποιο έθιμο (π.χ. Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1324b 15-16) θεωρείται μη ελληνικό, αυτό και με βάση την κοινή εμπειρία δεν αποτελεί αντεπιχείρημα και το γεγονός ότι εξακολουθεί να προβάλλεται ως τέτοιο, κάθε άλλο παρά επιστημονικές σκοπιμότητες εξυπηρετεί.

Στη σύγχρονη ιστορική έρευνα καταλαμβάνουν ιδιαίτερη θέση επιγραφικά και άλλα ευρήματα -λίγα βέβαια, οπωσδήποτε όμως αρκετά ενδεικτικά- από απομακρυσμένες περιοχές της μακεδονικής ενδοχώρας, τα οποία καταδεικνύουν την ελληνικότητα των Μακεδόνων, χωρίς την αποδοχή της θολής -και γι' αυτό κάθε άλλο παρά πειστικής- αντιλήψεως για τον εξελληνισμό τους από τους κατοίκους των ελληνικών παραλιακών αποικιών.
Επιτύμβια στήλη
 νεαρής κόρης που κρατάει περιστέρι, 440 π.Χ.
Ο Πολιτισμός της αρχαίας Μακεδονίας

Συνθετικό έργο για την πολιτιστική ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας, από την ίδρυση του Μακεδονικού βασιλείου έως το τέλος της κλασσικής αρχαιότητος, δεν υπάρχει. 

Η δυσκολία της εκπονήσεώς του έγκειται στο γεγονός ότι οι -περιστασιακού χαρακτήρος- πληροφορίες από γραμματειακές πηγές είναι σχετικά λίγες, από τη μια μεριά και από την άλλη, στο ότι ένα μεγάλο μέρος από τα αρχαιολογικά ευρήματα (επιγραφές, μνημεία τέχνης, κατάλοιπα του υλικού πολιτισμού) δεν έχει δημοσιευθεί. Τα παραδείγματα και από τις δύο κατηγορίες που παρατίθενται εδώ, έχουν επιλεγεί με κριτήριο τα δύο (γνωστά) βασικά γνωρίσματα αυτής της πολιτιστικής ιστορίας: ο καθοριστικός ρόλος της μοναρχίας στην πολιτιστική ζωή της χώρας (ιδιαίτερα κατά τον Ε΄ και Δ΄ αιώνα π.Χ.) είναι το ένα, ο ελληνικός χαρακτήρας το άλλο.

Μακεδόνες βασιλείς όπως ο Αλέξανδρος ο Α΄, ο Περδίκκας ο Β΄, ο Αρχέλαος, ο Περδίκκας ο Γ΄, ο Φίλιππος ο Β΄ και ο Αντίγονος Γονατάς, φρόντιζαν να έχουν στο περιβάλλον τους διανοουμένους από τη Νότιο Ελλάδα ή να διατηρούν σχέσεις με αυτούς από προσωπικό ενδιαφέρον αλλά και προφανώς διότι γνώριζαν τη σημασία που είχαν οι σχέσεις αυτές για την ίδια την προβολή της χώρας τους στον ελληνικό κόσμο.

Ο Αλέξανδρος ο Α΄ είναι γνωστός για την σχέση που είχε με τον Πίνδαρο και ιδιαίτερα με τον Βακχυλίδη. 

O πρώτος, για τον οποίο αναφέρεται ότι επισκέφθηκε την Μακεδονία (Σωλίνος, ΙΧ 16), συνέθεσε, με αφορμή πιθανόν τη συμμετοχή και νίκη του Αλεξάνδρου στους Ολυμπιακούς Αγώνες ―πιθανόν το 496 π.Χ.― (Ηρόδ. V 22.2, Σωλίνος, VII 2.14) αλλά και την προσφορά του στην αντιμετώπιση του περσικού κινδύνου, ένα επινίκιο άσμα (απ. 120, 121 έκδ. Snell), στο οποίο επαινείται ο Μακεδόνας βασιλιάς. Η ανάμνηση της φιλίας μεταξύ των δύο ανδρών διατηρείται για πολλές γενεές καθώς, σύμφωνα με την μαρτυρία του Δίωνα Χρυσοστόμου (ΙΙ 26-27) αλλά και άλλων συγγραφέων, ο Μέγας Αλέξανδρος κατά την καταστροφή της Θήβας, το 335 π.Χ., εξαίρεσε την οικία του Πινδάρου, ενθυμούμενος τη φιλία του ποιητή με τον πρόγονό του και ομώνυμο Μακεδόνα βασιλιά. Ο Βακχυλίδης έγραψε, ως γνωστόν, ένα συμποσιακό άσμα αφιερωμένο στον Μακεδόνα βασιλιά (απ. 20 Β, έκδ. Snell).

Ο Περδίκκας ο Β΄ φιλοξενούσε στην αυλή του τον γνωστό ιατρό Ιπποκράτη από την Κω και τον ποιητή «λυρικών ασμάτων και διθυράμβων» Μελανιππίδη από τη Μήλο (Σούδα, λ. Ιπποκράτης, Μελανιππίδης). Το εντυπωσιακότερο, ωστόσο, παράδειγμα αποτελεί ο διάδοχος του Περδίκκα, Αρχέλαος. Το ανάκτορό του στην Πέλλα κοσμήθηκε με τις ζωγραφικές συνθέσεις του διάσημου ζωγράφου της εποχής Ζεύξιδος από την Ηράκλεια (Αιλιανός, Ποικίλη Ιστορία, XIV 17) και στην αυλή του φιλοξενήθηκαν ο επικός ποιητής Χοιρίλος από τη Σάμο (Αθήναιος, VIII 345d), ο Αθηναίος τραγικός ποιητής Αγάθων (Αιλιανός, Ποικίλη Ιστορία, ΙΙ 21, ΧΙΙΙ 4) και πιθανόν ο μουσικός Τιμόθεος (Πλούταρχος, Ηθικά, 177b). Επίσης, λέγεται ότι κάλεσε στη Μακεδονία τον Σωκράτη, πρόταση την οποία ο Αθηναίος φιλόσοφος αποποιήθηκε (Σενέκας, Debeneficiis, IV 6.6, Διογένης Λαέρτιος, ΙΙ 25, Δίων Χρυσόστομος, ΧΙΙΙ 30).

Περισσότερο, ωστόσο, γνωστός για τους δεσμούς του με την μακεδονική αυλή και ειδικότερα με τον Αρχέλαο, είναι ο Ευριπίδης. 

Στη Μακεδονία ο Ευρυπίδης συνέθεσε, ως γνωστόν, τις «Βάκχες», στις οποίες η παρουσία του μακεδονικού τοπίου είναι έντονη καθώς και το δράμα «Αρχέλαος», του οποίου η υπόθεση μόνον μας είναι γνωστή από τον μεταγενέστερο Λατίνο συγγραφέα Υγίνο (CCXIX 143-144). Σύμφωνα με αυτήν, το δράμα αποτελούσε μία έμμεση εξύμνηση του Μακεδόνα μονάρχη, εφόσον ως ιδρυτής της δυναστείας του εμφανιζόταν ένας ομώνυμος βασιλιάς.

Ο Αρχέλαος αποτελεί το πιο παραστατικό παράδειγμα Μακεδόνα βασιλέα, που καταδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της μοναρχίας στην πολιτιστική ζωή της χώρας. 
Είναι εκείνος που ίδρυσε τους Γυμναστικούς και Μουσικούς Αγώνες στο Δίον (Διόδ., XVII 16.3), οι οποίοι διαρκούσαν εννέα ημέρες -όσες είναι και οι Μούσες- και τελούνταν τον Οκτώβριο κάθε τέσσερα έτη όπως και οι Ολυμπιακοί ή, σύμφωνα με μία άλλη -όχι τόσο πιθανή- εκδοχή, κάθε χρόνο. Οι παραπάνω αγώνες έφεραν το όνομα Ολύμπια, οπωσδήποτε όχι από αντίθεση προς τους Ολυμπιακούς Αγώνες (γνωρίζουμε ότι ο Αρχέλαος είχε λάβει μέρος και είχε επιτύχει νίκη στους Ολυμπιακούς Αγώνες όπως και στους Πυθικούς, Σωλίνος, IX 16) και για ευνοήτους λόγους είναι απίθανο να είχε εκδηλώσει με αυτόν τον τρόπο την αντίθεσή του προς τους Νοτίους Έλληνες. 

Οι αγώνες στο Δίον είχαν μεγάλη χρονική διάρκεια και αποτελούσαν τη μόνη κρατική πολιτιστική εκδήλωση της Μακεδονίας, έναν καθοριστικής σημασίας για την πολιτιστική ζωή της χώρας θεσμό. 

Όπως ήδη αναφέρθηκε, το Δίον καταστράφηκε από τους Αιτωλούς το 219 π.Χ., πρέπει όμως να υπάρχουν επιγραφικά και άλλα μνημεία που να τεκμηριώνουν αυτή την σημασία. Τίποτα δεν αποκλείει την ελπίδα ότι κάποτε θα βρεθούν. Πάντως, όπως γίνεται γενικά αποδεκτό από την ιστορική έρευνα, στο πολιτιστικό έργο του Αρχελάου οφείλεται το γεγονός ότι η μακεδονική αριστοκρατία διέθετε μία υψηλού επιπέδου μόρφωση, όπως τουλάχιστον προκύπτει από τα στοιχεία που διαθέτουμε για τους στρατηγούς του Φιλίππου, Αντίπατρο και Παρμενίωνα καθώς και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Πτολεμαίο, Κρατερό και Σέλευκο. Ο Αντίπατρος, συγγραφέας ενός ιστορικού έργου με τον τίτλο «Περδίκκου πράξεις Ιλλυρικάς» (Σούδα, λ. Αντίπατρος), μία ιστορία των πολέμων του Περδίκκα του Γ΄ εναντίον των Ιλλυριών, συνδεόταν με στενή φιλία με τον Αριστοτέλη, με τον οποίο συχνά αλληλογραφούσε. Το ιστορικό έργο του Πτολεμαίου για την εκστρατεία του Αλεξάνδρου στην Ανατολή αποτελεί βασική πηγή του έργου του Αρριανού.

Οι δυναστικές συγκρούσεις στο μακεδονικό βασίλειο που ακολούθησαν τον θάνατο του Αρχελάου οπωσδήποτε περιόρισαν, δεν ανέκοψαν όμως τη συρροή διανοουμένων της Νότιας Ελλάδος στην μακεδονική αυλή. Στο στενό περιβάλλον του Περδίκκα του Γ΄ διέμεινε ο μαθητής του Πλάτωνα, Ευφραίος (Πλάτ., Επιστολή Ε, 321c-322c). Η πληροφορία που παραδίδει ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές (ΧΙ 508d-e) ότι ήταν τόσο μεγάλη η επίδρασή του ώστε στα βασιλικά συμπόσια να μη μπορεί να συμμετέχει όποιος δεν ήταν γνώστης της γεωμετρίας ή της φιλοσοφίας, παρά την υπερβολή που εμπεριέχει, είναι αρκετά ενδεικτική, όπως ενδεικτικό είναι και το γεγονός ότι ο διάδοχος του Πλάτωνα Σπεύσιππος, στην γνωστή επιστολή του προς τον Φίλιππο τον Β΄ εκφράζει τα φιλομακεδονικά του αισθήματα με εκτενή αναφορά στο έργο κάποιου ιστορικού Αντιπάτρου, ο οποίος διέμενε στην Αθήνα και οπωσδήποτε είχε σχέσεις με την Ακαδημία. Στην επιστολή αυτή, μεταξύ άλλων, δικαιολογούνταν οι εδαφικές αξιώσεις του Φιλίππου στη Χαλκιδική και γενικά η εξωτερική του πολιτική.

Εξίσου ενδεικτικά είναι ορισμένα παραδείγματα, τα οποία έχουν άμεση σχέση με την μακεδονική αυλή της εποχής του Φιλίππου. Το πρώτο είναι ένα επίγραμμα που εγράφη με εντολή της μητέρας του Μακεδόνα βασιλέα, της γνωστής Ευρυδίκης, κόρης του Σίρρα (πιθανώς ηγεμόνα της Λυγκηστίδος και όχι Ιλλυριού, όπως διατείνονται μερικοί νεώτεροι ιστορικοί). Το επίγραμμα (Πλούταρχος, Ηθικά, 14b) συνόδευε ένα αφιέρωμα της Ευρυδίκης στο ναό των Μουσών στην Πέλλα και εξέφραζε την ικανοποίηση της αναθέτριας για το γεγονός ότι σε μεγάλη ηλικία μπόρεσε να μάθει ανάγνωση. Το παράδειγμα παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι τόσο για το καθαρά προσωπικό στοιχείο του, όσο για το γεγονός ότι υποδηλώνει την πνευματική ατμόσφαιρα της μακεδονικής αυλής.

Δύο άλλα παραδείγματα, που αναφέρονται στον ίδιο τον Φίλιππο, είναι εξίσου ενδεικτικά γι' αυτήν την ατμόσφαιρα αλλά και για το πνευματικό στοιχείο της προσωπικότητος του μεγάλου Μακεδόνα βασιλιά. Σύμφωνα με το ένα, ο Φίλιππος, με το χιούμορ που τον διέκρινε, παρήγγειλε σε μία ομάδα Αθηναίων ειδικών στην επινόηση αστείων να επινοούν -ειδικά γι' αυτόν- χαριτολογήματα και να του τα στέλνουν, δίνοντάς τους ως αμοιβή ένα τάλαντο (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, XIV 614e). Σύμφωνα με το άλλο, όταν ο Μακεδόνας βασιλιάς συνάντησε στους Δελφούς κάποιον φανατικό αντίπαλό του, τον Αχαιό διανοούμενο Αρκαδίωνα, ο οποίος αυτοεξορίσθηκε λόγω της επικρατήσεως της φιλομακεδονικής παρατάξεως στην πατρίδα του και τον ρώτησε έως που πρόκειται να πάει και εκείνος απάντησε ότι θα εγκατασταθεί στο μέρος εκείνο που δεν θα γνωρίζουν τον Φίλιππο, γέλασε, τον κάλεσε σε δείπνο κι έτσι διαλύθηκε η έχθρα (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, XII 249c).

Από τους ηγεμόνες του Γ΄ αιώνος διακρίνεται ως πνευματική προσωπικότητα, εκτός από την αξιόλογη πολιτική του δράση που αναφέρθηκε προηγουμένως, ο Αντίγονος Γονατάς. Υπήρξε μαθητής του Ζήνωνα στην Αθήνα, προς τον οποίο έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση (Διογένης Λαέρτιος, VII 15, Αιλιανός, Ποικίλη Ιστορία ΧΙΙ 25). Μαθητής του Ζήνωνα και φίλος του Αντιγόνου υπήρξε επίσης ο Περσαίος από το Κίτιον, τον οποίο ο Αντίγονος διόρισε διοικητή της φρουράς στην Κόρινθο (Διογ. Λαέρτιος, VII 36). Στην αυλή του Αντιγόνου Γονατά φιλοξενούνταν διανοούμενοι από διάφορες περιοχές, όπως ο Άρατος από τους Σόλους, ο Μενέδημος από την Ερέτρια, ο ιστορικός Ιερώνυμος ο Καρδιανός, ο τραγικός ποιητής Αλέξανδρος ο Αιτωλός και ο επικός ποιητής Ανταγόρας ο Ρόδιος. Εξάλλου, ο Αντίγονος διατηρούσε σχέσεις με τους επιφανείς φιλοσόφους της εποχής του, τον κυνικό φιλόσοφο Βίωνα τον Βορυσθενίτη, τον Αρκεσίλαο και τον Τίμωνα τον Φλιάσιο.

Θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς ότι οι σχέσεις ηγεμόνων με διαφόρους (ακόμα και αλλοδαπούς) διανοουμένους είναι ένα σύνηθες φαινόμενο που παρατηρείται και στη σύγχρονη εποχή και γι' αυτό μερικοί νεώτεροι ιστορικοί δεν αξιολογούν τις σχέσεις αυτές ως τεκμήριο του ελληνικού χαρακτήρος του πολιτισμού της Μακεδονίας. 

Για τον αντικειμενικό παρατηρητή χρησιμεύει όμως ως ένα τέτοιο τεκμήριο, εφόσον συνδέονται, όπως πρέπει άλλωστε να συνδεθούν, με την βούληση των βασιλέων για τη διάδοση της ελληνικής παιδείας σε όλη τους τη χώρα, βούληση η οποία φαίνεται και σε θεσμούς όπως είναι οι αγώνες, τους οποίους θέσπισε ο Αρχέλαος ή ακόμα η πρόθεση του Μεγάλου Αλεξάνδρου να ανατραφούν με ελληνική παιδεία και οι Πέρσες επίγονοι (Πλούτ., Αλέξανδρος, 47, 3), η χρήση της αττικής διαλέκτου στη διοίκηση της χώρας, προπάντων όμως η βούληση του ίδιου του λαού, χωρίς την οποία μία τέτοια πολιτική θα ήταν εντελώς αδιανόητη. Άλλωστε, αυτόν τον ελληνικό χαρακτήρα της πολιτιστικής ζωής δείχνουν -εκτός από τα προερχόμενα από τις γραμματειακές πηγές παραδείγματα (ανθρωπωνύμια, τοπωνύμια, θεσμοί κλπ.)- και τα επιγραφικά μνημεία όπως και τα μνημεία της τέχνης αλλά και του υλικού πολιτισμού. Αυτά είναι εξίσου ενδεικτικά καθώς και τα έργα προερχομένων από την Μακεδονία ιστορικών και ποιητών του κύκλου του Αντιγόνου Γονατά, όπως ο Μαρσύας από την Πέλλα και ο επιγραμματοποιός Ποσείδιππος, ή του κύκλου του Φιλίππου του Ε΄, όπως ο επιγραμματοποιός Σάμος, γιος του Χρυσογόνου από την Έδεσσα.

Μερικά ενδεικτικά, κατά τη γνώμη μου, παραδείγματα από τις διάφορες κατηγορίες αναφέρονται συνοπτικά παρακάτω: Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, όσον αφορά την πρώτη κατηγορία, πρώιμα ενεπίγραφα μνημεία, τα οποία χρονολογούνται τον Ε΄ ή τον Δ΄ αιώνα π.Χ.: εδώ ανήκουν π.χ. η χάλκινη στλεγγίδα με εγχάρακτο το όνομα ΑΠΑqOΣ (SEG XLIX 671, Ε΄ αιώνας) καθώς και οι στήλες με τα ονόματα ΚΛΕΙΟΝΑ και ΑΤΤΥΑ (SEG XLIII 363, 450-400 π.Χ.) από την Αιανή, η αττική κύλικα με το μακεδονικό όνομα Μαχάτας από την Ποντοκώμη του νομού Κοζάνης (SEGXLIX 776, Ε΄ αιώνας π.Χ.) ή η στήλη του νεαρού Ξάνθου, γιου του Δημητρίου και της Αμμαδίκας (SEGΕ΄ αιώνας π.Χ.), ο οποίος απεικονίζεται στην προερχόμενη από την Πέλλα επιτάφια στήλη του, μαζί με τα αντικείμενα της καθημερινής του ζωής (σκύλο, περιστέρι, τροχό). 

Με εξαίρεση την χάλκινη στλεγγίδα, η οποία δεν αποκλείεται να μεταφέρθηκε από κάποιο άλλο σημείο του ελληνικού κόσμου, τα υπόλοιπα αποτελούν πιθανότατα έργα τοπικών εργαστηρίων. Το ίδιο ισχύει και για τα 67 επιτάφια σήματα ―στην πλειονότητά τους ενεπίγραφα (SEGXXXV 771-808)―τα οποία βρέθηκαν διάσπαρτα στην επίχωση της Μεγάλης Τούμπας στη Βεργίνα και χρονολογούνται από το τελευταίο τέταρτο του Ε΄ έως και το α΄ τέταρτο του Γ΄ αιώνος π.Χ. Το σύνολο των ονομάτων (συνολικά σώζονται 84, εκ των οποίων ακέραια 75), με εξαίρεση τρία, είναι ελληνικά, τα περισσότερα μάλιστα με ευρύτατη διάδοση σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο, γνωστά ήδη από την μυθολογική παράδοση των Ελλήνων.

Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν μνημεία της τέχνης, ενδεικτικά της γνώσεως εκ μέρους των Μακεδόνων της μυθολογικής παραδόσεως των Νοτίων Ελλήνων και κυρίως των ομηρικών επών.

 Ένα από τα πρωϊμότερα, εξ όσων γνωρίζω, παραδείγματα είναι μία αττική ερυθρόμορφη υδρία από την Πέλλα, του τέλους του Ε΄ αιώνος π.Χ., στην παράσταση της οποίας αποδίδεται η σύγκρουση της Αθηνάς και του Ποσειδώνα για την ονομασία της Αθήνας.

 Η χρήση της ως τεφροδόχου αγγείου είναι ενδεικτική της εξοικειώσεως των ντοπίων με την ελληνική μυθολογία. Το ίδιο ισχύει και για τις παραστάσεις αγγείων καθημερινής χρήσεως, η πλειονότητα των οποίων προέρχεται από την Πέλλα αλλά και από άλλες πόλεις της Μακεδονίας, με σκηνές από τα ομηρικά έπη ή τις τραγωδίες των Αθηναίων κλασσικών και κυρίως του Ευριπίδη. Σε κάποιες από τις παραστάσεις αυτές αναγράφονται τα ονόματα των ηρώων, σε άλλες όμως όχι, πράγμα που δείχνει ότι το περιεχόμενο των σχετικών έργων ήταν ευρύτατα γνωστό. Στο ίδιο κλίμα, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και η ζωγραφική διακόσμηση ενός κιβωτιοσχήμου τάφου του 300 περίπου π.Χ., ο οποίος ανασκάφηκε επίσης στην Πέλλα. Όπως επισημαίνεται στην πρόδρομη δημοσίευση του τάφου, το εικονογραφικό θέμα σχετίζεται με μεταγενέστερες παραστάσεις των ρωμαϊκών κυρίως χρόνων, στις οποίες απεικονίζονται συγκεντρώσεις πνευματικών ανθρώπων. Ο νεκρός του τάφου υπήρξε πιθανότατα φιλόσοφος ο ίδιος, ή κάποια σημαντική προσωπικότητα με ιδιαίτερα φιλοσοφικά και πνευματικά ενδιαφέροντα.



Ilias K. Sverkos



Einleitung

Neben Athen und Sparta ist Makedonien der griechische Staat, der nach wie vor das allgemeine Interesse am meisten auf sich zieht. 

Der Aufstieg eines Gemeinwesens von Bauern und Viehzüchtern zur führenden griechischen Macht während des 4. Jh. v.Chr.; die historische Rolle, die es als Bollwerk („prophragma“: Polybios, $# 35.1-4) des südlichen Griechenlands durch die Abwehr der Angriffe von Völkern aus der nördlichen Balkanregion spielte; der welthistorisch bedeutende Feldzug Alexanders des Großen in den Orient (der nicht nur das Werk eines militärischen Genies war, sondern auch der Makedonen, die ihm folgten); die drei Kriege gegen die Römer, die das einzige historisch relevante Beispiel für den Widerstand gegen den Eingriff Roms im Osten darstellen, sind die markantesten Elemente, welche die Geschichte Makedoniens als die eines unabhängigen Staates geprägt und zu Recht dieses historische und allgemeine Interesse hervorgerufen haben und noch hervorrufen.

Im Gegensatz zu dieser bedeutenden historischen Rolle sind die Quellen, die wir über die Geschichte der Makedonen bis zur Eroberung durch die Römer haben, im Allgemeinen wenig.
Philipp der  II

Bis in die Zeit Philipps II., d.h. bis in die zweite Hälfte des 4. Jahrhunderts v.Chr., haben alle uns verfügbaren Informationen occasionellen Charakter, d.h. eher werden sie im Rahmen von Exkursen in Werken angeführt, welche sich mit der Geschichte der Stadtstaaten Südgriechenlands befassen.

Historische Darstellungen über Makedonien werden erst ab der Zeit Philipps II. verfasst; von ihnen sind allerdings nur einige Fragmente oder lediglich die Titel erhalten. Deren Verlust –wie auch der Verlust eines großen Teiles der übrigen hellenistischen Literaturhängt bekanntlich mit der unter dem ersten römischen Kaiser erfolgten klassizistischen Wendung zusammen.

Das betrifft z.B. das große Werk („Historien über die Diadochenkriege“) des Historikers und Politikers, mit dem makedonischen Königshaus seiner Zeit eng verbunden, Hieronymos von Kardia (um 350-270 v.Chr.), das die Geschehnisse der fünfzig Jahre vom Tod Alexanders des Großen bis zum Tod von Phyrros (323-272 v.Chr.) betraf. Die Lücke die durch dessen Verlust entstanden ist, kann gewiss nicht durch die relativ wenigen Fragmente, die in der „Weltgeschichte“ von Diodor (1. Jh. v.Chr.) enthalten sind, oder durch Informationen, die uns Plutarch in seinen „Viten“ vermittelt werden, und auch nicht durch das stark rhetorisch geprägte Werk von Pompeius Trogus, Historiae Philippicae, abgedeckt werden, das uns in einem Auszug (von Iustinus) um das Jahr 150 n.Chr. überliefert ist. Was die anderen literarischen Quellen betrifft, so ist uns die Politische Publizistik des 4. Jahrhunderts v.Chr. vornehmlich aus den Reden des Demosthenes bekannt, die jedoch von einer unbestrittenen Voreingenommenheit durchzogen sind, welche die Position des athenischen Redners und Politikers gegen die aufkommende griechische Macht prägt.

Diese politischen Reden übten, bekanntlich, einen beträchtlichen Einfluss auf die spätere Literatur der Kaiserzeit, aber auch auf die neuere europäische Geschichtsschreibung aus, was folgende merkwürdige Folge hatte: im Gegensatz zu dem, was in der Regel noch geschieht, ist uns die Geschichte des Kampfes zwischen Athen und Makedonien nicht von der Seite des Siegers, sondern von der Seite des Unterlegenen bekannt.

Die Geschichte des Feldzugs Alexanders des Großen in den Orient ist uns aus erst viel später entstandenen Werken bekannt, d.h. der Biographie von Plutarch und der Anabasis von Arrian, die sich jedoch auf die Persönlichkeit des Königs konzentrieren und in zahlreichen Fällen von der klassizistischen Tendenz beeinflusst sind, die zur Zeit der Abfassung dieserWerke vorherrschte (1./2. Jh. n.Chr.).

 Was die Geschichte des Widerstandes gegen die Römer in den allgemeinen Werken betrifft, in denen auf diesen Widerstand eingegangen wird, so sind die einschlägigen Informationen nicht nur verhältnismäßig vom geringen Umfang, sondern auch von der Tatsache beeinflusst, dass die Römer letztendlich die Oberhand gewannen. Dies gilt sowohl für Polybios (2. Jh. v.Chr.), dessen Hauptgedanke der Aufstieg Roms zur Weltmacht ist, und noch in viel höherem Maße für die römische Geschichte (seit der Gründung Roms) von Titus Livius (1. Jh. v.Chr.).

Das, was für die Geschichte der antiken Makedonen bleibt, sind also, von den vorerwähnten Exkursen und den wenigen Fragmenten aus Werken über Makedonien abgesehen, die Inschriften, von denen jedoch nur sehr wenige aus dem 5. oder 4. Jh. (die ersten aus Athen) erhalten sind, die meisten aber aus dem 3. oder 2. Jh. v.Chr. und insbesondere aus der Kaiserzeit stammen.

Außer diesen Quellen verfügen wir über ein zahlenmäßig bedeutendes Material von Eigenammen, also Namen von Personen, Institutionen, Festen u.a., die uns aus literarischen Quellen, aber auch aus Inschriften bekannt sind; sowie einige wenige Sprachreste aus dem makedonischem Dialekt. Dazu sind noch die – gewiss sehr bedeutenden Funde der archäologischen Ausgrabungen hinzuzufügen, die insbesondere während der zweiten Hälfte des
20. Jahrhunderts stattfanden, Funde, die – freilich ohne die Lücke anderer Quellen schließen zu können eine wichtige Quelle für die Kunst und im Allgemeinen für die Kultur, aber auch das Alltagsleben der Makedonen während aller Phasen ihrer Geschichte ausmachen.

Die wichtigsten Fragen, die in der Geschichtsforschung über das antike Makedonien als einen unabhängigen Staat (und damit sind die Jahrhunderte von der Gründung des makedonischen Königreichs in der Mitte des 7. Jh. v.Chr. bis zu seiner Auflösung nach der Eroberung durch die Römer im Jahr 168 v.Chr. gemeint) gestellt wurden und noch gestellt werden, sind die folgenden vier: Die erste betrifft die Abstammung der Makedonen d.h. ob sie ein griechischer Stamm waren, wie die anderen, oder nicht; die zweite Frage betrifft die innere Organisation ihres Staates seit der Gründung des makedonischen Königreichs bis zur Zeit Philipps II.; bei der dritten geht es um die kulturellen Beziehungen der Makedonen mit den südlichen Griechen und bei der vierten um die historische Rolle Makedoniens in der Zeit vom Feldzug Alexanders des Großen bis zum Widerstand gegen die Römer.
 Tombstone of king Philippos 

 Die Abstammung der Makedonen

Bei der Diskussion über die Abstammung der Makedonen, wird man zuerst in Betracht ziehen müssen, dass unabhängig von der Zahl und der Art der uns verfügbaren Informationen und unabhängig von den Auffassungen, die Autoren aus dem übrigen Griechenland vertreten, und  natürlich  unabhängig  von  den  Urteilen  (oder  gar  Vorurteilen)  älterer  und  neuerer Autoren, insbesondere die Frage von Bedeutung ist, wie die Makedonen sich selber betrachten  und  (direkt  damit  verbunden)  was  jene  unbestreitbaren  (man  könnte  auch  sagen objektiven) Elemente sind, welche diese von ihnen selber vorgebrachte Selbstverständnis dokumentieren. Oder anders formuliert:

Wenn die Makedonen selber sich ab einer bestimmten Zeit (konkret ab dem 4. Jh. v.Chr.) und ihre ganze spätere Geschichte hindurch als Griechen fühlen und wenn die sprachlichen Elemente, welche verschiedene Aspekte ihrer Kultur bezeugen, zum größten Teil ebenfalls griechisch sind, dann ist die Frage nach ihrer ursprünglichen Provenienz irrelevant.

Darüber hinaus verfügt kein Volk über eine völlig reine nationale Abstammung ohne jegliche Vermischungen oder Einflüsse anderer Völker, was sich eigentlich von selbst versteht und insbesondere in der älteren Forschung völlig korrekt angemerkt wurde.
In der berühmten Inschrift, welche die Weihung der persischen Schilder in Athen (Kriegsbeute nach dem Sieg Alexanders am Granikos im Jahre 324 v.Chr.) betrifft, stellt sich der Makedonenkönig gewiss vornehmlich aus politischen Gründen als Grieche vor: Alexander, der Sohn Philipps und alle Griechen außer den Spartanern von den in Asien siedelnden Barbaren (Arrian, Anabasis, $.16.7, Plutarch, Alexandros, 16.18).

In dem Brief, den er nach der Schlacht von Issos an Dareios schickt, spricht er davon, dass er als Hegemon der Griechen bestimmt, durch den Feldzug in Asien sich für die Gewaltakte rächen will, welche die Vorfahren  des  Perserkönigs  „Makedonien  und  dem  übrigen  Griechenland“  verursacht  haben (Arrian, Anabasis,.14).

Der vom Makedonenkönig Antigonos Doson (229-221 v.Chr.) im Jahre 224 gegründete Bund der griechischen Staaten, dessen Mitglied auch Makedonien war, heißt „Hellenische Symmachie“; und in einem von Antigonos in Olympia aufgestellten Relief wurde nach Pausanias (VI.16.3) Hellas als Frau dargestellt, die den Makedonenkönig bekränzte.  In   dem  zwischen  Philipp  V.,   dem  König   von   Makedonien,  und   Hannibal geschlossenen Vertrag (215 v.Chr.), von dem Polybios berichtet (VII.9), wird Makedonien nachdrücklich als ein Teil von Griechenland angeführt.
So wird z.B. auf die Götter verwiesen,
„die Makedonien und das sonstige Griechenland beherrschen",
und als Verbündete der Karthager werden König Philipp, die Makedonen und die anderen Griechen angeführt. Etwa ein halbes Jahrhundert später bekundet ein einfacher Makedone aus Thessalonike in einer Widmung an den römischen Feldherrn Quintus Caecilius Metellus seine makedonische und zugleich griechische Abstammung indem er von „den übrigen Makedonen und den anderen Griechen“ spricht (IG X 2.1, 1031).

Diese Zeugnisse, zu denen sich noch zahlreiche andere aus den späteren Jahrhunderten anführen ließen, lassen keinen Zweifel daran, dass sich die Makedonen selber als einen griechischen Stamm betrachteten.

 Zu der gleichen Schlussfolgerung führen mehrheitlich auch die erhaltenen sprachlichen Fragmente: die Namen der makedonischen Monate,
 wie Xandikos, Dios, Artemisios, Hyperberetaios, Peritios usw.,

die sich (wie auch die der südgriechischen Stadtstaaten) auf Feiertage beziehen, sind griechisch; die Namen der Personen, und zwar nicht nur jener, die der gesellschaftlichen Oberschicht angehören, sondern auch jene der Unterschicht, sind (bis auf wenige Ausnahmen) ebenfalls griechisch.

Diese Namen stammen aus dem 6./5. Jh. v.Chr. und können, wie auch die Namen der Feste, auf eine griechische Provenienz schließen; sie können jedenfalls nicht durch deren „Hellenisierung“ von den Griechen der Küstenstädte erklärt werden. In all den Fällen, wo Makedonen mit den anderen Griechen in Kontakt kommen, wird kein Dolmetscher erwähnt, eine Tatsache, die wofür spricht, dass der makedonische Dialekt, wie etwa auch der attische, von der jeweils anderen Seite problemlos verstanden wurde. Dies zeigt auch ein Fragment aus der Komödie „Makedones“ des Dichters Strattis aus dem 5. Jh., in dem der einem Makedonen (Rolle der Komödie) zugeschriebene Satz enthalten ist, in dem er offenkundig den seine Abstammung verratenden Dialekt verwendet (J. M. Edmonds, The Fragments of Attic Comedy, Bd. 1, Leiden 1957, Fr. 28).

Durch diesen griechischen Charakter des makedonischen Dialekts ist nur die Tatsache verständlich, dass der attische Dialekt seit der Zeit Philipps II. zur Verwaltungssprache des makedonischen Staates wurde; und nur so wird es verständlich, weshalb die Makedonen auch nach der Auflösung des persischen Kaiserreichs durch Alexander den Großen den attischen Dialekt verwendeten.

Denn  ein  Volk  mit derartigen politischen Erfolgen wie jene unter Philipp II. mit seinem Sieg über die Athener oder unter Alexander mit der Eroberung des Ostens  verfügt über ein  so  starkes Selbstbewusstsein, dass  es  bestimmt nicht seine eigene Sprache zu Gunsten einer anderen aufgeben würde.
So etwas wäre, wie von K. J. Beloch und anderen Historikern richtig angemerkt wurde, in der Weltgeschichte etwas Einmaliges.


Die These, dass Philipp und Alexander die griechische Sprache verwendeten, so wie Friedrich der Große oder Katharina die Große Französisch sprachen, die von jenen vorgebracht wird, welche die griechische Abstammung der Makedonen verneinen, ist insofern abwegig (und offenbar von durch Vorurteile bestimmt, da weder in dem einen noch in dem anderen Fall in Preußen bzw. in Russland Französisch als offizielle Sprache gesprochen wurde. Das Gleiche gilt für den Versuch, in Ausdrücken wie „er rief auf Makedonisch“ (Plutarch, Alexandros, 51.4) oder „Makedonisch der Sprache nach“ (Plutarch, Eumenes, 14.5), eine besondere makedonische Sprache sehen zu wollen; denn der ähnlich lautende Ausdruck
„Peloponnesisch sprechend“ (Theokrit, #V, V. 92) weist eben auf einen Dialekt, und natürlich nicht auf eine „peloponnesische“ Sprache hin.

Verneint wird noch wie vor eigentlich die griechische Abstammung der Makedonen (unabhängig von den Voraussetzungen bzw. Vorurteilen der jeweiligen Argumentation) durch den Hinweis auf die Gegenüberstellung Griechen-Makedonen, wie die in literarischen Quellen seit dem 5. Jh. v.Chr. bezeugt ist. In Bezug auf diese Gegenüberstellung wird auf die (zahlenmäßig äußerst wenigen) Ausdrücke, in denen die Makedonen in einer politisch offenkundig vorbelasteten Situation als kulturell unterlegen dargestellt werden, ein besonderes Schwergewicht gelegt(„Barbaren“, z.B. Demosthenes, III. Rede gegen Philipp, 31).

Dagegen kann man m.E. mit Recht einwenden, dass diese Ausdrücke, als generalisierende (Ver)urteile keineswegs als Beweise für eine allgemeine negative Haltung der Südgriechen gegenüber den Makedonen angesehen werden können. Dass die historische Wirklichkeit eine andere war, lässt sich aus einer Vielfalt von Zeugnissen entnehmen, in denen die Makedonen als ein griechischer Stamm figurieren.

Das erste ist, der von Herodot zum ersten Mal überlieferte Name des Stammes selbst: In den einschlägigen Passus ( 56) ist von einem dorischen Stamm die Rede, der in der Pindosregion siedelte und als Makedones bezeichnet wurde. In einer anderen Stelle (VIII 43) werden die Griechen von Peloponnes (Spartaner, Korinther, Sikyoner, Epidaurer, Troizener), die an der Seeschlacht von Artemision teilnahmen (480 v.Chr.) bezeichnenderweise als „dorisches und makedonisches Volk“ (dorikon kai makednon Ethnos) gennant. „Makednos“ ist bekanntlich ein Adjektiv, das bereits in den Epen Homers anzutreffen ist und dort soviel wie
„lang,  schlank“ bedeutet (z.B.  VII,  106: “fylla makednos aigeiroio“, Blätter an  riesigen
Boden).
Zeus

Die historische Wirklichkeit spiegelt sich auch in der von Hesiod bezeugten mythologischen Tradition wieder, wonach Makedon, der Stammesvater der Makedonen, ein Sohn des Zeus und der Thyia, Tochter des Deukalion, und Bruder des Magnes ist, von denen ersterer auf dem Olymp und letzterer in Pieria lebte (R. Merkelbach-M.L.West, Fragmenta Hesiodea, Oxford 1967, Fr. 7).

 Als Söhne des Makedon werden Europos, Pieros und Amathos erwähnt, Namen bekannter makedonischer Städte.

Einer anderen Überlieferung nach, die ebenfalls eindeutig die Verbindung mit den griechischen Stämmen bezeugt, ist Makedon der Sohn des Äolos, Bruder des Doros und des Xuthos (FGrHist 4 F74, Hellanikos). Auf diesen Zeugnissen, sowie auf eine Reihe von Sprachelementen (welche die Verwandtschaft der Dialekte beweisen), beruht die in der älteren und neueren historischen Forschung vertretene These, dass die Makedonen einer der nordwestlichen griechischen Stämme sind, die ursprünglich aus der Region des Pindos stammen.

Ein aus historischer Zeit stammendes Zeugnis für die Auffassung, dass die Makedonen ein griechischer Stamm sind, ist die Äußerung des Akarnanischen Politikers Lykiskos in seiner im Jahr 211 v.Chr. in Sparta gehaltenen Rede, wo die Makedonen als „Stammesgenossen   der   Achaier“   und   der   dorischen   Spartaner   hingestellt   werden.

  Mit   den„gleichstämmigen“ („homophyloi“) Makedonen und ihrem König Philipp sollten sich die übrigen  Griechen  vereinen,  um  der  von  den  Fremdstämmigen  („allophyloi“),  d.h.  den Römern kommenden Gefahr erfolgreich entgegenzutreten („nun droht den Griechen ein Krieg mit den Barbaren, die sie unterwerfen wollen“, Polybios IX 37.7-8). Als griechischer Stamm, mit dem die anderen Griechen ihre Kräfte vereinen müssen, um die in den „Wolken“ aus dem Westen sich abzeichnende Bedrohung ihrer Freiheit abzuwehren, werden die Makedonen auch in der Rede des ätolischen Politikers Agelaos aus dem Jahr 217 v.Chr. in Naupaktos angesehen (Polybios V 104).

Als griechischer Stamm treten ferner die Makedonen in einigen anderen, auf unterschiedliche kulturelle Angelegenheiten bezogen, Zeugnissen hervor:

Als Sieger in den großen panhellenischen Spielen sind schon seit dem 4. Jh.v.Chr. auch Makedonen (von nicht vornehmer Abstammung) bezeugt; unter den griechischen Städten, welche im Jahr 243 v.Chr. die Asylie des Asklepios-Heiligtums auf Kos anerkennen, befinden sich auch die makedonischen Städte Pella, Kassandreia, Amphipolis, Philippoi (Hatzopoulos, Institutions II, Nr. 36,41, 47, 58). Im Jahr 209/8 v.Chr. wird von dem makedonischen König Philipp V. in einem an die Kleinasiatische Stadt Magnesia am Maiander geschickten Brief die Verwandtschaft der Makedonen mit dem Magneten hervorgehoben; der Brief wird in einem Dekret der Stadt von Euböa Chalkis zitiert, wo sie ihre Teilnahme an dem von Magnesia veranstalteten panhellenischen Fest für die Göttin Artemis (Leukophryene) bekundet, für welche (Teilnahme) der König sich offenbar einsetzt; und aus der Kaiserzeit (dem 2. Jh.v.Chr.) ist uns zufällig ein weiteres Beispiel bekannt, ein Dekret aus Ephesos, in dem die Makedonen notorisch als ein „griechischer  Stamm“  (hellenikon  ethnos)  bezeichnet  werden  („bei  ihnen,  wie  bei  den anderen griechischen Stämmen, heißt der Monat, der bei uns Artemision genannt wird, Artemisios“) (Ephesos 24B).
Alexander der Grosse 

Auf allen diesen, die Vorstellung von der Zugehörigkeit der Makedonen zur griechischen Welt bekundeten Zeugnissen, beruht die schon früher in der Forschung vielfach vertretene Auffassung dass die vorhin erwähnte Gegenüberstellung von Griechen und Makedonen keineswegs eine allgemeine Haltung verrät, geschweige denn as Beweis für deren nichtgriechische Abstammung erachtet werden kann; und das sie höchstwahrscheinlich auf das Fehlen von Kontakten, der anderen Griechen zu Makedonien zurückzuführen sei, das man für die archaische aber auch die klassische Zeit annehmen muss. Hier soll eine möglichst kurze Darstellung des damit gemeinten Sachverhalts geboten werden.

In Südgriechenland ist Makedonien eigentlich zuerst wegen der Organisation und Ausdehnung bekannt, die es während der Zeit Alexanders I. (um 495-452 v.Chr.) erreicht hatte. Auf diese wie jene Aspekte wird später eingegangen.

Hier genügt der Hinweis dass zu dieser Zeit Makedonien sich bis zum Fluss Strymon erstreckte. Von einem solchen Staat mit den unterschiedlichen makedonischen Stämmen, zu dem auch Gebiete gehörten, in denen andere, nicht griechische Stämme gewohnt hatten (wie Illyrer, Paionen und Thraker) die zum Teil daraus vertrieben wurden, konnten die Griechen im Süden begreiflicherweise keine genaue Kunde haben. Kaum bekannt konnte ihnen auch sein, von wem die Könige stammten, die diesen Staat (offenbar in der Mitte des 7. Jhs.) am Gebiet zwischen den Flüssen Haliakmon und Axios gegründet hatten (Her. VII. 127). Man wusste lediglich nach der bei Herodot (VIII.
137-138) und Thukydides (II 99. 3) erhaltenen Überlieferung dass sie aus dem Peloponnesischen Argos stammten –eine Überlieferung die offenbar im 5. Jh. v.Chr. entstanden ist und den Willen des makedonischen Königs (namentlich Alexanders I.) deutlich zum Ausdruck bringt, die nötigen Verbindungen mit den übrigen griechischen zu schaffen.

Eine an dem Stammesvater Herakles Weihinschrift aus Vergina ist – auch wenn sie aus der Zeit von König Perseus stammt (178-169 v.Chr.) ( ein repräsentatives Beispiel für die Verbindung der königlichen Familie mit ihrem „Vorfahren“ (SEG XLVI 829).

Aus dem 5. Jahrhundert v.Chr. ist bekannt, dass es in Makedonien zu gruppenweisen Niederlassungen aus Südgriechenland kam:
So siedelte z.B. im Jahr 478 v.Chr. nach der Zerstörung von Mykene durch die Argiver ein großer Teil der Bewohner der Stadt, dank des Interesses seitens des Makedonenkönigs Alexanders I., in Makedonien (Pausanias VII, 25, 6), während im Jahr 446 v.Chr. Bewohner von Histiaia auf Nordeuböa nach der Einnahme der Insel durch Perikles nach Makedonien auswanderten (FGrHist 115, F387, Theopomp)]. Im Jahr 423 v.Chr. haben, nach einem Zeugnis des Thukydides (IV.124.1), griechische Soldaten im Heer von Perdikkas II. gedient. Makedonen kamen jedoch selten nach Südgriechenland, und das Land wurde erst in den ersten Jahren des Peloponnesischen Krieges näher bekannt. Dies zeigt sich z.B. darin, dass Städte, die im Gebiet von Makedonien liegen und Mitglied des I. Attischen Seebundes waren, in den Tributlisten geographisch Thrakien zugeordnet wurden.

Dieser Mangel an Wissen über das Land und seine Bewohner ist m.E. einer der wesentlichen Gründe für die Gegenüberstellung Griechen – Makedonen gewesen.

Ein damit eng zusammenhängender Grund war die Tatsache, dass die Makedonen nicht an der politischen und kulturellen Entwicklung der griechischen Stadtstaaten des 6./5. Jahrhunderts teilnahmen und das grundlegende Element dieser Entwicklungen, d.h. der demokratische Stadtstaat, im von einem Monarchen verwalteten Land nicht vorhanden war.

So lässt sich auch die Tatsache erklären, dass in der Mitte des 4. Jahrhunderts selbst Isokrates in einem an Philipp gerichteten Brief, in dem er ihm ein Bündnis der Südgriechen unter seiner Führung im Krieg gegen die Perser empfiehlt, die Makedonen von den Griechen unterscheidet (Brief an Philipp 107-108). Dennoch erlauben die relativ wenigen uns aus den Quellen verfügbaren Andeutungen, wie bereits gesagt wurde, nicht diese Trennung einer entsprechenden Haltung der Südgriechen zuzuschreiben. In seiner Rede Über den Kranz (330 v.Chr.) bezichtigt Demosthenes eine große Zahl an Politikern aus südgriechischen Städten wegen ihrer makedonenfreundlichen Haltung als „Verräter“ (Über den Kranz, 295); es wäre interessant, Worte und Taten dieser„Verräter“ genauer zu kennen, aber leider ist uns nur die voreingenommene Charakterisierung des athenischen Redners und Politikers bekannt, die auch von Polybios kritisiert wird (XVIII.14).

Nach einem solchen Quellenbefund ist die in der älteren und modernen Forschung vielfach vertretene Auffassung, wonach die besagte Gegenüberstellung nicht im Sinne eines ethnischen Gegensatzes verstanden werden muss und die Makedonen, entsprechend der von den übrigen Griechen seit der hellenistischen Zeit bekundeten Einstellung als ein griechischer Stamm anzusehen sind, durchaus korrekt.

Denn wenn irgendein Eigenname oder ein Wort aus dem alltäglichen Leben nichtgriechischen Ursprungs ist, bzw. auch irgendein Brauch (z.B. Aristoteles, Politik, 1324b 15-16) als nicht griechisch angesehen wird, so stellt dies (der allgemeinen Erfahrung nach) als ein isoliertes Beispiel keine Gegeninstanz dar.

Für die moderne Geschichtsforschung kommt schließlich den neuentdeckten Inschriften des 5. Jhs. und anderen Funden eine besondere Bedeutung zu, insbesondere jenen, die aus den abgelegenen Regionen des makedonischen Binnenlandes erhalten sind; ebendeshalb, weil sie als Zeugnisse einer durchaus griechischen Kultur die ohnehin fragwürdige Theorie über die spätere „Hellenisierung“ der Makedonen durch die griechische Küstenstädte als unhaltbar erscheinen lassen.


Πήλινο ειδώλιο της Αθηνάς. 2ος π.Χ. Πέλλα


 Kultur (Allgemeine Charakteristik)

Ein umfassendes Werk über die Kulturgeschichte des antiken Makedoniens von der Gründung des makedonischen Königreichs bis zum Ende der Antike ist noch ein Desiderat. Der Grund dafür liegt einerseits daran, dass die (mehr oder weniger occasionellen Charakters) verfügbare Zeugnisse aus den literarischen Quellen sehr spärlich sind, andererseits an der Tatsache, dass ein großer Teil der archäologischen Funde (Inschriften, Werke, Überreste der materiellen Kultur) noch nicht veröffentlicht ist. Die Beispiele die aus jenen wie diesen, hier angeführt werden, sind mit Bezug auf die zwei wesentlichen Merkmalen dieser Kulturgeschichte ausgewählt: die entscheidende Rolle der Monarchie für das kulturelle Leben des Landes (insbesondere während des 5. und 4. Jhs. v.Chr.) ist das eine, griechischer Charakter das andere.

Makedonische  Könige  wie  Alexander  I.,  Perdikkas  II.,  Archelaos,  Perdikkas  III., Philipp II. und Antigonos Gonatas bemühten sich darum, in ihrem Hof Gelehrte aus Südgriechenland zu haben oder Beziehungen zu ihnen zu unterhalten, teilweise aus persönlichem Interesse heraus, vor allem aber auch, weil sie wussten, wie bedeutend diese Beziehungen für die politisch sehr wichtige Bindung mit der übrigen griechischen Welt waren.

Alexander I. ist für seine enge Beziehung zu Pindar und insbesondere zu Bakchylides bekannt.
Kings of Macedon, Alexander I, Octadrachm, 498-454 BC

Ersterer, der Makedonien besucht haben soll (Solinos), verfasste wahrscheinlich anlässlich der Teilnahme Alexanders an den Olympischen Spielen ( wahrscheinlich im Jahr 496 v.Chr.( (Herodot V 22.2, Solinos, VII 2.14), eine Siegeshymne auf ihn (Fr. 120,121 Ed. Snell).

Die Erinnerung an die Freundschaft zwischen dem König und dem Dichter wird bis in die Kaiserzeit hinweg bewahrt. So soll etwa nach einem Zeugnis des Dion von Prusa ( 33, 1. Jh. n.Chr.), Alexander der Große bei der Zerstörung von Theben (im Jahr 335 v.Chr.) im Gedenken an diese Freundschaft des Dichters mit seinem Vorfahren und gleichnamigen Makedonenkönig das Haus Pindars verschont haben. Bakchylides schrieb, wie bekannt, ein Preislied auf den Makedonenkönig (Fr. 20 ), Ed. Snell).

In dem Hof seines Nachfolgers Perdikkas II. hielten sich der berühmte Arzt der Antike Hippokrates von Kos und Melanippides von Melos, der Dichter lyrischer Gesänge und Dithyramben auf (Suda, s.v. Hippokrates, Melanippides). Das bezeichnendste Beispiel ist jedoch der Nachfolger von Perdikkas, Archelaos, dessen Palast in Pella von Wandmalereien des berühmten Malers seiner Zeit Zeuxis aus Herkleia geschmückt wurde (Ailian, Varia Historia, XIV 17) und an dessen Hof der epische Dichter Choirilos aus Samos (Athenaios, VIII 345d), der Athener Tragiker Agathon (Ailian, Wunderbare Geschichte) und wahrscheinlich der Musiker Timotheus (Plutarch, Moralia, 177b) zu Gast waren. Außerdem soll er auch Sokrates nach Makedonien eingeladen haben, eine Einladung, die der Athener Philosoph jedoch ablehnte (Seneca, De beneficiis, V 6.2-6, Diogenes Laertios, $$  25, Dion Chrysostomos, #$$$ 30).

Am bekanntesten für seine Verbindungen mit dem makedonischen Königshof und insbesondere mit Archelaos ist Euripides. In Makedonien hat Euripides sein Werk „Bakchen“ geschrieben, in dem die Präsenz der makedonischen Umgebung deutlich zu erkennen ist, sowie das Drama „Archelaos“, von dem uns lediglich eine Inhaltsangabe bei dem späteren lateinischen Schriftsteller Hyginus erhalten ist (CCXIX 143-144). Danach war das Drama eine indirekte Huldigung des makedonischen Monarchen, da als Gründer der Dynastie ein gleichnamiger König erschien.

Archelaos ist das markanteste Beispiel eines makedonischen Königs, das die entscheidende Rolle der Monarchie für das kulturelle Leben des Landes am besten verdeutlicht. Er ist es gewesen, der die Sportund Musikwettspiele in Dion eingerichtet hat (Diodor, XVII 16.3-4), die – entsprechend der Anzahl der Musen – eine Dauer von neun Tagen hatten und wie die Olympischen Spiele, alle vier Jahre stattfanden (einer anderen, weniger wahrscheinlichen Überlieferung nach sogar jedes Jahr).

Diese Spiele wurden als „Olympia“ bezeichnet, jedoch nicht, wie einige moderne Autoren meinen, weil sie als Gegenstück zu den Olympischen Spielen gedacht waren: denn wir wissen, dass Archelaos an den Olympischen und an den Pythischen Spielen teilgenommen und dort einen Sieg errungen hat (Solinos, IX 16) und aus gut begreiflichen Gründen ist es unwahrscheinlich, dass er auf diese Art sich und sein Volk von den anderen Griechen distanzieren wollte).

Die Spiele von Dion hatten eine lange Dauer und stellten als die einzige staatliche Kulturveranstaltung von Makedonien eine Institution dar, die für das kulturelle Leben des Landes von entscheidender Bedeutung war. 

Wie bereits angeführt, wurde Dion im Jahre 219 v.Chr. von den Ätoliern zerstört, dennoch muss es Inschriften und andere Monumente geben, die diese Bedeutung bezeugen würden, und so bleibt zu hoffen, dass diese eines Tages gefunden werden. Wie in der historischen Forschung allgemein angenommen wird, ist es den kulturellen Bemühungen von Archelaos zu verdanken, dass die makedonische Aristokratie über ein hohes Bildungsniveau verfügte.

Dies ergibt sich zu mindest aus den Angaben, die wir über die Strategen von Philipp (Antipater und Parmenion) und Alexanders (Ptolemaios, Krateros, Seleukos) verfügen.

 Antipater, der Verfasser eines Geschichtswerks mit dem Titel „Die Illyrischen Taten von Perdikkas“ – eine Geschichte der Kriege von Perdikkas gegen die Illyrer – entstand in enger Freundschaft mit Aristoteles, mit dem er häufig korrespondierte. 

Das Geschichtswerk von Ptolemaios über Alexanders Feldzug in den Osten bildete die Hauptquelle des Werkes von Arrian.

Auch während der großen Krise des Reiches in der Zeit von Archelaos Tod bis zur Thronbesteigung Philipps hat es nicht an Besuch von Gelehrten im makedonischen Hof gefehlt. Bei Perdikkas III. weilte Euphraios, ein Schüler Platons (Platon, V. Brief, 321c-322c); die bei Athenaios in seinem Werk „Deipnosophistai“ ( 508d-e) enthaltene Information, sein Einfluss sei so groß gewesen, dass bei den königlichen Symposien nur Kenner der Geometrie oder der Philosophie teilnehmen durften, mag vielleicht übertrieben sein, ist aber dennoch bezeichnend genug, wie auch die Tatsache, dass der Nachfolger Platons, Speusipp, in seinem bekannten Brief an Philipp II. seine makedonenfreundliche Einstellung durch eine ausführliche Bezugnahme auf das Geschichtswerk eines gewissen Antipater äußert, der in Athen lebte und einst Beziehungen zur Akademie hatte, in dem Brief, des Philosophen wie in dem Werk des Historikers wurde für die Griechenlandpolitik Philipps Stellung genommen u.a. durch die Rechtfertigung der territorialen Ansprüche des Königs auf Chalkidike.

Ebenso bezeichnend sind einige Beispiele, die sich auf das kulturelle Leben der Zeit Philipps beziehen.

Das erste ist ein Epigramm, das im Auftrag der Mutter des Makedonenkönigs, Eurydike, Tochter des Sirrha, wahrscheinlich des Herrschers von Lynkestis und nicht eines illyrischen Herrschers, wie einige jüngere Historiker vorschlagen, verfasst wurde.

Das Epigramm (Plutarch, Moralia, 14b) begleitete eine Weihung von Eurydike im Musentempel in Pella und brachte die Freude der Dedikantin darüber zum Ausdruck, dass sie in hohem Alter das Lesen gelernt hat. Vom persönlichen Aspekt ganz abgesehen ist das Epigramm deswegen instruktiv, weil es die geistige Atmosphäre in der Hauptstadt widerspiegelt.

Zwei weitere Beispiele, die Philipp selber betreffen, sind ebenfalls bezeichnend für diese Atmosphäre, aber auch für die Persönlichkeit des Königs. Nach dem einem soll Philipp mit dem Humor, durch den er sich auszeichnete, eine Gruppe von athenischen Spaßmachern damit beauftragt haben, speziell für ihn Witze zu erfinden und ihm zu schicken, wofür er ihnen als Honorar ein Talent gab (Athenaios, Deipnosophistai, XIV 614e).

Nach dem anderen, habe Philipp, als er in Delphi den achaiischen Gelehrten Arkadion traf, der für seine antimakedonische Gesinnung bekannt war, und der von der makedonenfreundlichen Partei seiner Heimatstadt gezwungen wurde in die Verbannung zu gehen – gefragt, wie weit er denn gehen wolle; worauf er geantwortet habe, dass er sich dort niederlassen werde, wo man Philipp nicht kenne; Philipp habe mächtig gelacht und den Gelehrten zum Abendessen eingeladen (Athenaios, Deipnosophistai, XII 249c-d).

Von den Königen des 3. Jahrhunderts zeichnet sich Antigonos Gonatas auch durch seine intellektuelle Persönlichkeit aus. Er hatte in Athen die Schule des Zenon besucht, den er besonders schätzte (Diogenes Laertios, VII 15, Ailian, Varia Historia 25). Ein Schüler des Zenon und Freund des Antigonos war auch Persaios aus Kition (auf Zypern), den Antigonos als Kommandanten der makedonischen Besatzung von Korinth einsetzte (Diogenes Laertios, VII 36). Am Hofe von Antigonos Gonatas waren Intellektuelle verschiedener Provenienz zu Gast wie die Dichter Aratos aus Soloi (in Kilikien), Alexander (aus Ätolien), Antagoras (aus Rhodos), der Historiker Hieronymos von Kardia und der Philosoph Menedemos aus Eretria. Antigonos stand ferner in geistiger Verbindung mit namhaften Philosophen seiner Zeit, wie Arkesilaos (Begründer der mittleren Akademie), Bion (Kyniker) und Timon (Skeptiker).

Man könnte sagen, dass der geistige Verkehr von Monarchen mit Intellektuellen (auch ausländischen) ein gewöhnliches Phänomen ist, das auch in der neueren Zeit zu beobachten ist; aus diesem Grund wird er von einigen modernen Autoren auch in diesem konkreten Fall nicht als Beweis für den griechischen Charakter der Kultur Makedoniens anerkannt.

Mosaik aus pella
Doch für den objektiven Beobachter stellt dies jedoch einen derartigen Beweis dar, sofern derartige Beziehungen mit dem Willen der Könige nach einer Verbreitung der griechischen Bildung im ganzen Land in Verbindung stehen (und in Verbindung stehen müssen), einer griechischen Bildung, die sich auch in Institutionen zeigt, wie etwa den Wettspielen, die von Archelaos eingeführt wurden, oder gar in dem Vorsatz Alexanders des Großen, die persischen Epigonen mit griechischer Bildung zu erziehen (Plutarch, Alexander, 47, 3), in der Verwendung des attischen Dialekts in der Verwaltung des Landes, sowie allem voran im Willen des Volkes selber, ohne den eine derartige Politik völlig sinnlos und undenkbar wäre.

Überdies zeigen diesen griechischen Charakter des kulturellen Lebens – abgesehen von den literarischen Quellen auch Beispiele (Personenund Ortsnamen, Institutionen usw.) sowie Inschriften, aber auch Kunstdenkmäler und Überreste der materiellen Kultur. Diese sind genauso bedeutend wie die Werke von aus Makedonien stammenden Historikern und Dichtern im Kreise des Antigonos Gonatas, wie Marsyas aus Pella und der Epigrammatiker Poseidippos, oder im Kreise Philipps V., wie der Epigrammatiker Samos, Sohn des Chrysogonos aus Edessa.

Einige der meiner Ansicht an repräsentativsten Beispiele für die unterschiedlichen Kategorien seien nachstehend angeführt: Was die erste Kategorie betrifft, so sind insbesondere frühe Inschriftenmonumente von Bedeutung, die in das 5. Jh. oder 4. Jh. v.Chr. datiert werden: dazu gehören z.B. der Bronzekamm, in den der Name APAQUOS (SEG XLIX 671,
5*+ Jh.) eingraviert ist, sowie die Stelen mit den Namen KLEIONA und ATTYA (SEG XLIII
363, 450-400 v.Chr.) aus Aiane, der attische Becher mit dem makedonischen Namen Machatas aus Pontokome der Präfektur Kozane(SEG XLIX 776, 5. Jh. v.Chr.) oder die Stele des jungen Xanthos, Sohn des Demetrios und der Ammadika (SEG XXXII, 642 = XXXVI, 627 ,
5. Jh. v.Chr.), der auf der aus Pella stammenden Grabsäule zusammen mit Gegenständen des Alltagslebens abgebildet ist (Hund, Taube, Rad).

Außer im Falle des Bronzekamms, bei dem nicht auszuschließen ist, dass er aus irgendeinem anderen Ort der griechischen Welt hierher gebracht wurde, handelte es sich bei allen übrigen Gegenständen aller Wahrscheinlichkeit nach um Werke der örtlichen Werkstätten. 

Das gleiche gilt auch für die 67 Grabsteine ( die in ihrer Mehrzahl Inschriften tragen (SEG XXXV 771-808) ( die über die Erdaufschüttung des Großen Grabhügels in Vergina verstreut gefunden wurden und in das letzte Viertel des 5. Jh. bis zum 3. Jh. v.Chr. datiert werden.

Dabei sind alle Namen – insgesamt sind 84 Namen erhalten, davon 75 unbeschädigt – mit der Ausnahme von drei griechischen Namen, die meisten überdies solche mit einer weiten Verbreitung in der gesamten griechischen Welt und bereits aus der mythologischen Überlieferung der Griechen bekannte Namen.

Zur zweiten Kategorie gehören Monumente der Kunst, welche zeigen, dass den Makedonien die mythologische Tradition der Südgriechen und insbesondere die homerischen Epen bekannt waren. Einer der frühesten uns bekannten Beweise ist ein attisches rotfiguriges Gefäß (Hydria) aus Pella aus dem 5. Jh. v.Chr., auf dem der Zusammenstoß Athens mit Poseidon bezüglich des Namens von Athene dargestellt ist.

Die Verwendung dieses Gefäßes als Aschenurne zeugt von der Vertrautheit der lokalen Bewohner mit der griechischen Mythologie. 

Das gleiche gilt auch für die Abbildungen auf Gefäßen des Alltagsgebrauchs – von denen die Mehrzahl aus Pella, aber auch aus anderen Städten Makedoniens stammt – mit Szenen aus den homerischen Epen oder den Tragödien der Athener Klassiker, allen voran von Euripides.

Auf einigen dieser Darstellungen sind auch die Namen der Heroen geschrieben, auf anderen nicht, was beweist, dass der Inhalt der entsprechenden Werke allgemein bekannt war. 

Diesbezüglich beeindruckt auch die malerische Ausschmückung eines kastenförmigen Grabes, das ungefähr in das Jahr 300 v.Chr. datiert wird und das ebenfalls in Pella ausgegraben wurde.

Wie in der Einleitung zur Veröffentlichung dieses Grabes angemerkt wird, steht das bildliche Thema mit den späteren Abbildungen insbesondere aus der römischen Zeit in Verbindung, auf denen Versammlungen Gelehrter abgebildet sind. Bei dem in diesem Grab beerdigten Toten handelte es sich aller Wahrscheinlichkeit nach um einen Philosophen oder eine andere bedeutende Persönlichkeit mit einem besonderen philosophischen oder geistigen Interesse.

Δεν υπάρχουν σχόλια: