Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Η παιδεία στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία: Τα σχολεία του Μοναστηρακίου Δράμας.


Τα Σχολεία του Μοναστηρακίου Δράμας κατά την Τουρκοκρατία (1876-1913)
 μέσα από τα άγνωστα έγγραφα του Ιστορικού Αρχείου 
του Υπουργείου Εξωτερικών
Του Ευάγγελου Γ. Καρσανίδη, 
Σχολικού Συμβούλου ε.τ.
Η εκπαίδευση στις επαρχίες 
Δράμας & Ζιχνών κατά την Τουρκοκρατία
(σελ. 309-311)

Το Μοναστηράκι ή Δράνοβον1, όπως ήταν γνωστό το χωριό στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, διοικητικά υπαγόταν στον καζά (επαρχία) της Δράμας του σαντζακίου (νομού) Δράμας και εκκλησιαστικά στη δικαιοδοσία της Μητρόπολης Δράμας και Ζιχνών·
 ένα χωριό που στα 1877 έχει
«μικτόν πληθυσμόν εκ χριστιανών και Τούρκων αριθμούντων 500 ψυχάς και απέχει της Δράμας ημίσειαν μόνον ώραν»2.

Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, σύμφωνα με έναν στατιστικό πίνακα3 με τον πληθυσμό των κατοίκων της Περιφέρειας του Υποπροξενείου Καβάλας, που υπέβαλε ο Υποπρόξενος Α. Τσιμπουράκης στο Υπουργείο των Εξωτερικών, το Μοναστηράκι αριθμούσε 405 συνολικά κατοίκους.

Ο Γ. Χατζηκυριακού, επιθεωρητής των ελληνικών σχολείων Μακεδονίας που επισκέφθηκε το Μοναστηράκι γύρω στα 1905, γράφει: «Αναχωρώ έφιππος εις την μικράν κώμην Δράνοβαν κειμένην επί βραχώδους και επί της αυτής λοφοσειράς της νοτίας του Φαλακρού όρους παραφυάδος. 60-70 οικογένειαι χριστιανικαί μετά 20 περίπου οθωμανικών απαρτίζωσι την κώμιν.

Η μικρά εκκλησία της ημετέρας κοινότητος μετά του εν τω περιβόλω αυτής μικρού σχολείου μεθ’ ενός διδασκάλου ενισχύουσι τους κατοίκους εν τη αληθεί των πατέρων ημών πίστει. Η κώμη αύτη επί τερπνής και ευαέρου τοποθεσίας κειμένη προσείλκυεν εν παρωχημένοις χρόνοις πολλούς εκ Δράμας ίνα κατά το θέρος διαθερίσωσιν»4.

Κατά την τελευταία τουρκική απογραφή*, στοιχεία της οποίας συμπεριέλαβε στην έκθεσή του ο γενικός επιθεωρητής των Ελληνικών Σχολείων Μακεδονίας Δημ. Σάρρος, το χωριό αριθμούσε 403 Ελληνες και 193 Τούρκους5.
 Στην έκθεσή του ο Δημ. Σάρρος γράφει:

«Ευτυχώς το παρά την Δράμαν κείμενον χωρίον τούτο δεν φαίνεται μολυνθέν υπό των βουλγάρων. Οι κάτοικοι ομοφρονούσιν. Ευρίσκονται όμως εν κατωτάτη αναπτύξει». 

Σημειωτέον ότι τα στοιχεία αυτά που μας δίνει ο γενικός Επιθεωρητής των ελληνικών σχολείων Μακεδονίας στην έκθεσή του, επιβεβαιώνονται επακριβώς με εκείνα της εμπιστευτικής έκθεσης που υπέβαλε στο Υπουργείο Εξωτερικός ο Υποπρόξενος Καβάλας Νικ. Μαυρουδής:


«Η Δράνοβα, χωρίον κατοικείται 
υπό 403 Ελλήνων και
 193 Τούρκων. 
Οι ημέτεροι χωρικοί και άπαντες σχεδόν πένητες, καίτοι εργαζόμενοι, καθ’ όσον η εργασία των εξαντλείται εις πληρωμήν βαρέων τόκων εις προκρίτους Τούρκους, οίτινες είνε ούτως ειπείν και κύριοι του χωρίου. 
Μη έχον βουλγαρικόν πληθυσμόν το χωρίον τούτο, απησχόλησε την Μητρόπολιν μέχρι σήμερον ολιγώτερον ή τα άλλα χωρία της περιφερείας. 
Το Υποπροξενείον όμως εθεώρησεν επάναγκες να τοποθετηθή εκεί και διδασκάλισσα δια μικρής δαπάνης, ην και ενέκρινεν ήδη η επί της Παιδείας Επιτροπή»6.



Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς άρχισε να λειτουργεί εκεί ελληνικό σχολείο, αλλά από τη μελέτη των προξενικών εγγράφων, των εκθέσεων και άλλου ανέκδοτου αρχειακού υλικού, που πραγματοποιήσαμε κατά τις επισκέψεις μας στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών,
προκύπτει ότι στα 1876 λειτουργούσε στο Μοναστηράκι ένα γραμματοδιδασκαλείο ή κοινό σχολείο. 

Από τις πηγές γνωρίζουμε ακόμη ότι εκτός από το Μοναστηράκι, κοινά σχολεία υπήρχαν και σε άλλα τέσσερα χωριά του καζά Δράμας, όπως στη Βησσότσανη (Ξηροπόταμος), Γιουρετζίκ (Γρανίτη), Βόλακο και Κουμπάλιστα (Κοκκινόγεια).

Η λειτουργία τους βέβαια παρουσίαζε έντονα το πρόβλημα της στέγασής τους, επειδή στην περίοδο που εξετάζουμε εδώ οι ανάγκες που έπρεπε να εξυπηρετούν τα σχολικά κτήρια δεν ήταν μόνο διδακτικές.
 Από τις πηγές προκύπτει ότι εκτός από μια τουλάχιστον αίθουσα διδασκαλίας το κτήριο έπρεπε να διαθέτει υποχρεωτικά χώρους κατάλληλα διαρρυθμισμένους για τη στέγαση του δασκάλου. Συνεπώς, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η αγορά ή η ανέγερση κτηριακών εγκαταστάσεων για τη στέγαση σχολείων απαιτούσε μεγάλα ποσά που σπάνια ήταν σε θέση να διαθέσουν εκείνοι που έπαιρναν την πρωτοβουλία για την ίδρυσή τους.
Τέλος, από τη μελέτη του αρχειακού υλικού που έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας, μπορούμε να προβούμε στη διαπίστωση ότι οι κάτοικοι του Μοναστηρακίου κατά την περίοδο που εξετάζουμε, δυσκολεύονται να διατηρήσουν το μόνο κοινό σχολείο τους. Η οικονομική αδυναμία τους φαίνεται πως είχε σαν αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να κτίσουν ένα σχολικό διδακτήριο που να εξασφάλιζε τις απαραίτητες για τη σωστή λειτουργία των σχολείων τους προϋποθέσεις, πράγμα που αποδεικνύεται από την ανέκδοτη έκθεση7 του γεν. επιθεωρητή των ελλην. σχολείων Μακεδονίας Δημ. Σάρρου, ο οποίος αναφέρει ότι
«Εν τω ελεεινώ και σκοτεινώ ετοιμορρόπω δωματίω ενεγράφησαν μαθηταί 28» 
και αμέσως πιο κάτω:
«ο γέρων βρακοφόρος διδάσκαλος Γεώργιος Τριανταφυλλίδης εκ Προσωτσάνης δέον ν’ αντικατασταθή το προσεχές έτος δια διδασκάλου καταλλήλου και, ει δυνατόν, διδασκαλίσσης, ιδιωτεύων αυτός του λοιπού». 

Και σε άλλο σημείο της έκθεσής του ο Δημ. Σάρρος γράφει:

«… οι κάτοικοι παραπονούνται ότι δεν λαμβάνουσιν αρκετόν επίδομα, ίνα βελτιώσωσι το σχολείον των».

Σε ό,τι αφορά τώρα τα έξοδα συντήρησης και λειτουργίας των σχολείων της περιόδου της Τουρκοκρατίας είναι ότι σ’ αυτά δεν συμμετείχε το επίσημο τουρκικό κράτος.

Συνεπώς οι ανάγκες για τη συντήρηση και λειτουργία των σχολείων καλύπτονταν εξ ολοκλήρου από διάφορες πηγές, όπως: από τα εισοδήματα των κοινοτήτων, από προσωπικές εισφορές των κατοίκων και από δωρεές εντόπιων και αποδήμων ευεργετών.
 Οι δωρεές και οι εισφορές αυτές κάλυπταν διάφορες λειτουργικές ανάγκες των σχολείων, όπως μισθοδοσία δασκάλων, αγορά βιβλίων κ.α.
Από τη μελέτη των προξενικών εγγράφων και εκθέσεων που εντοπίσαμε στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι κάτοικοι του Μοναστηρακίου με τα πενιχρά μέσα που διαθέτουν, κατορθώνουν να συγκεντρώσουν τις 10 από τις 20 οθωμανικές λίρες* που ήταν ο μισθός του δασκάλου τους.

 Οι υπόλοιπες 10 οθωμανικές λίρες του μισθού «κατεβλήθησαν εκ της ευσεβούς πηγής», την οποία όμως δεν κατονομάζει στην έκθεσή του ο γεν. επιθεωρητής Δημ. Σάρρος.

Άλλη σημαντική πηγή για την κάλυψη των αναγκών των σχολείων ήταν η τοπική Εκκλησία. Ο μητροπολίτης της τοπικής εκκλησίας είχε το δικαίωμα να παραχωρήσει στο σχολείο τα έσοδα του ναού, ενισχύοντας σημαντικά τους οικονομικούς του πόρους.

 Απαραίτητη, βέβαια, προϋπόθεση της οικονομικής αυτής ενίσχυσης ήταν η αναγνώριση των σχολείων ως «κοινών παιδευτηρίων» από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. 

Τα υπόλοιπα ποσά καλύπτονταν από την «Επιτροπή προς ενίσχυσιν της Ελληνικής Εκκλησίας και Παιδείας», αφού η Επιτροπή αυτή, από το 1886 φρόντιζε για την εφαρμογή στη Μακεδονία της ελληνικής εκπαιδευτικής πολιτικής.
 Σημειωτέον ότι κατά την περίοδο 1869-1886, την εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής στη Μακεδονία είχε ο «Σύλλογος προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων».

Τέλος, από τη μελέτη του πρωτογενούς αρχειακού υλικού της περιόδου της Τουρκοκρατίας, προκύπτει ακόμη ότι στην πολυμορφία των πηγών χρηματοδότησης των σχολείων συμπεριλαμβάνονταν και οι τοπικοί Φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι και αδελφότητες.

Όμως ένας τέτοιος τοπικός Φιλεκπαιδευτικός σύλλογος κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δε φαίνεται να είναι γνωστός, μέχρι σήμερα, στη σχετική βιβλιογραφία.

Σε ό,τι αφορά τώρα τη μισθοδοσία των δασκάλων, από τα Αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών αντλούμε χρήσιμες πληροφορίες για το διδακτικό προσωπικό που υπηρέτησε στα σχολεία του Μοναστηρακίου, για το μισθό τους, για το χρόνο διορισμού τους καθώς επίσης και για τον τρόπο πληρωμής τους.

Στον στατιστικό πίνακα8 των καταβληθέντων εκπαιδευτικών χορηγημάτων της Προξενικής Περιφέρειας Καβάλας που υποβλήθηκε στην «Επιτροπή προς ενίσχυσιν της Ελληνικής Εκκλησίας και Παιδείας», για το 1888-1889 το Μοναστηράκι συγκαταλέγεται στα επιχορηγούμενα χωριά του καζά Δράμας.

 Σχολιάζουμε βέβαια το γεγονός ότι το χρηματικό ποσό που διατίθεται για τα σχολεία του Μοναστηρακίου (3,33 οθωμανικές λίρες) είναι μικρό και αυτό καθαυτό, αλλά και σε σύγκριση με όσα αναφέρονται για τα άλλα χωριά του καζά Δράμας και της Μακεδονίας γενικότερα.

 Με τον παραπάνω πίνακα του Υποπροξενείου Καβάλας συνυποβάλλονται και οι αποδείξεις πληρωμών με το μισθό των δασκάλων από τις οποίες φαίνεται ότι ο μισθός τους δεν ήταν ομοιόμορφος και προπάντων ήταν γλίσχρος.

Οι δάσκαλοι αμείβονταν για την προσφορά τους με 12-15 ή και 20 οθωμανικές λίρες, που δεν κάλυπταν τα έξοδα της διαβίωσής τους. Συχνότατο ήταν το φαινόμενο να καταγίνονται και με άλλα επαγγέλματα, για να συμπληρώσουν το οικογενειακό τους εισόδημα.

Ο μισθός των δασκάλων ήταν συνάρτηση του συμφωνητικού, που υπέγραφαν όπου αναγραφόταν  το ύψος του μισθού και ο τρόπος καταβολής.

Συνήθως καταβαλλόταν ανά τετραμηνία και το συμφωνητικό ίσχυε για ένα χρόνο.
Το συμφωνητικό αυτό απαραίτητα επικύρωνε ο Μητροπολίτης, ο οποίος ήταν ο κύριος υπεύθυνος της Εκπαίδευσης και ο πρόεδρος της Σχολικής Επιτροπής. Για σύνταξη, ούτε λόγος να γίνεται. Η συνταξιοδότηση ήταν άγνωστος θεσμός.

Η πληρωμή των δασκάλων γινόταν από το Υποπροξενείο Καβάλας με την έκδοση αποδείξεων, τις οποίες επικύρωνε ο μητροπολίτης Δράμας.

Σύμφωνα με τις αποδείξεις πληρωμών που διασώθηκαν στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών, στα σχολεία Μοναστηρακίου δίδαξαν κατά σειρά οι εξής διδάσκαλοι:
Ο Κ. Παπαδημητριάδης το σχολικό έτος 1888-1889,
ο Δ. Αστεριάδης το έτος 1890-1891, ο οποίος έλαβε 5 οθωμανικές λίρες για τη δεύτερη εξαμηνία,
ο Ευθ. Π. Δημητρίου το έτος 1898-1899, που έλαβε 3,33 οθωμανικές λίρες έναντι του επιδόματος της Β’ τετραμηνίας, το οποίο χορηγήθηκε από την «Επιτροπή προς ενίσχυσιν της Ελλην. Εκκλησίας και Παιδείας»,
 ο Ιωάννης Κυριακίδης το έτος 1899-1900 που έλαβε 3 οθωμανικές λίρες για την πρώτη τετραμηνία από το επίδομα του Μοναστηρακίου και
ο Αθανάσιος Γρέδης, ο οποίος έλαβε 5 οθωμανικές λίρες για την τρίτη τετραμηνία του σχολικού έτους 1903-1904.

Στις αρχές του 20ούαιώνα και συγκεκριμένα γύρω στα 1906, στο Μοναστηράκι λειτουργούσε ένα τριτάξιο σχολείο το οποίο στεγαζόταν σε ένα σκοτεινό και ετοιμόρροπο δωμάτιο* και στο οποίο, όπως αναφέρει στην έκθεσή του ο Γεν. Επιθεωρητής Δημ.Σάρρος «ενεγράφησαν μαθηταί 28, κοράσιον δ’ουδέ εν».
Πρόκριτοι του χωριού ήταν τη χρονιά αυτή ο Γεώργιος Ιωάννου, προεστώς και ο Κυριάκος Χρήστου Ηπειρώτης.

Τέλος, από μια στατιστική9 του πληθυσμού και των σχολείων της επαρχίας Δράμας του 1910-1911, πληροφορούμεθα ότι το Μοναστηράκι τη χρονιά αυτή έχει:

α) Οικίες ορθοδόξων 82, οικογένειες 96, ψυχές 488.
Αρρεναγωγείο (Σχολή Αρρένων) τετρατάξιο με 32 μαθητές και 1 δάσκαλο και Νηπιοπαρθεναγωγείο με 1 δασκάλα και 24 μαθητές και νήπια μαζί, ιερέα δε 1.

 β) Τουρκικές οικογένειες 64, ψυχές 327.

Παραπομπές και σημειώσεις

1.Η παλιά ονομασία του χωριού συναντάται με τους τύπους Δράνοβον (το) δράνος: (Α.Υ.Ε., φακ.1885/ΑΒΕ, Δ1 και Λαζ. Χαρισιάδης, «Επαρχία Δράμας», σ.201), Δράνοβα (Α.Υ.Ε, φακ. 1905/ΚΒ’), Δυάνοβα (Α.Υ.Ε., φακ. 1906/56.3,υπ.1), Δρένοβον (Ν.Φιλιππίδης, «Μακεδονικά», σ.128.

2.Ν.Φιλιππίδης, «Μακεδονικά.Περιήγησις των εν Μακεδονία επαρχιών Δράμας, Ζίχνης και Ελευθερουπόλεως»,Παρνασσός 1 (1877) 121-134.

3.Α.Υ.Ε., φακ. 1885/ΑΒΕ, Δ1,έγγραφο 436/30.12.1885 του Υποπροξενείου Καβάλας προς το Υπουργείο Εξωτερικών (Σημείωση: Σύμφωνα με τον εσωτερικό Κανονισμό του Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου των Εξωτερικών, άρθρο 9, η συντομογραφία του Αρχείου έχει καθιερωθεί ακόμα και για τις ξενόγλωσσες εκδόσεις, ως Α.Υ.Ε. (=Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών) ή ως Δ.Ι.Α.Υ.Ε.(=Διπλωματικό Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών).

4.Γ.Χατζηκυριακού, Σκέψεις και εντυπώσεις εκ της περιοδείας, ανά την Μακεδονίαν μετά τοπογραφικών, ιστορικών και αρχαιολογικών Σημειώσεων, Εν Αθήναις 1906, σ. 193.
*Πρόκειται για τη γνωστή απογραφή των πληθυσμών των ευρωπαϊκών επαρχιών της οθωμανικής αυτοκρατορίας που έγινε στα 1904-1905 από το Χουσεϊν Χιλμή πασά, με τη συμμετοχή και της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

5.Α.Υ.Ε., φακ. 1906/56.3, υπ. 1. «Εκθεσις του Γεν. Επιθεωρητού των εν Μακεδονία Ελληνικών Σχολείων Δ.Σάρρου περί λειτουργίας των δημ.σχολείων του καζά Δράμας». Έγγραφο της 10ης Ιουλίου 1906.

6.Α.Υ.Ε., φακ. 1908/α.α.κ. Β’ βλ. επίσης Ιστορικό Αρχείο του Δήμου Καβάλας απόμεταγραφή του αρχαίου του ΥΠ-ΕΞ/1908/α.α.κ. Β’ (αρ. εισαγ. 1, αρ. εισερχ. 1.037).

7.Α.Υ.Ε. φακ. 1906/56.3 (έγγραφο της 10ης Ιουλίου 1906 της γεν. Επιθεώρησης των ελλην. σχολείων Μακεδονίας προς το Υπουργείο Εξωτερικών.
*Η τουρκική (οθωμανική) λίρα ήταν νόμισμα διαιρούμενο σε 100 γρόσια των 40 παράδων έκαστο. Για μεγάλο χρονικό διάστημα το 19ο αιώνα και μέχρι το 1914 η τουρκική λίρα ισοδυναμούσε με 23 περίπου δραχμές.

8.Α.Υ.Ε., φακ. 1902, Α/Α.Κ2 (έγγραφο 142/7.6.1889 του Υποπροξενείου Καβάλας προς την «Επιτροπή προς ενίσχυσιν της Ελλην. Εκκλησίας και Παιδείας»).
*Από πρακτικό (σ.46) του Κώδικα Βησοτσάνης, έτους 1906, πληροφορούμεθα ότι στη γενική συνέλευση που πραγματοποιήθηκε εκεί υπό την προεδρεία του μητροπολίτη Δράμας Αγαθαγγέλου (1910-1922), αποφασίστηκε η ανέγερση νέων σχολείων «καθώς ήλθαν τη ενεργεία τα Ιστιλάμια εκ Κωνσταντινουπόλεως δια σχολεία νέα εν Βησσοτσάνη, εν Δρανόβω, Πλεύνη και Βολάκω».

9.Λάζ. Χαρισιάδης, «Επαρχία Δράμας – Στατιστική του πληθυσμού και των σχολείων του 1910-1911»,ΜΗΠΣ Ε’ (1912) 198-205.

Δεν υπάρχουν σχόλια: