Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Μακεδονική Γή: Μελένικο (Мелник). Ο Μακεδονικός Αγώνας στην επαρχία Μελενίκου.

Ο Μακεδονομάχος Στέργιος Βλάχβεης
Ιωάννης Θ. Μπάκας
Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ 
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΜΕΛΕΝΟΙΚΟΥ
1850 - 1912
Διδακτορική διατριβή
υποβληθείσα στο 
Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής θεολογίας 
του Α.Π.Θ.
Θεσσαλονίκη 2003
(οι φωτογραφίες  επιλογές Yauna) 
Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΜΕΛΕΝΙΚΟΥ
 ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ
 ΚΑΙ
 ΤΙΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΕΣ ΕΝΟΠΛΕΣ ΟΜΑΔΕΣ 
ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1891-1904

Η περίοδος αυτή ξεκινά περίπου με την ίδρυση από τους Βουλγάρους, το 1893, της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ), η οποία με κύριο σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες» επιχείρησε να ξεσηκώσει το χριστιανικό πληθυσμό της Μακεδονίας ενάντια στους Τούρκους.
Το παραπάνω γεγονός έχει μεγάλη σημασία για την περιοχή του Μελενίκου ως χώρου δράσης του Σαντάνσκι, κύριου εκφραστή της.

 Η βουλγαρική δραστηριότητα στη Μακεδονία αποκτά νέα δυναμική που θα οδηγήσει τελικά στην ένοπλη σύγκρουση του 1904-1908124.

Στις αρχές Μαΐου του 1893 εγκαταστάθηκε, για πρώτη φορά, στην Κάτω Τζουμαγιά σχισματικός ιερέας προκαλώντας τις αντιδράσεις των κατοίκων και της μητρόπολης125. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους, οι χριστιανοί, αλλά και οι οθωμανοί κάτοικοι του Μελενίκου, απέστειλαν αναφορά στο μουτεσαρίφη Σερρών καταγγέλλοντας τον καϊμακάμη Μελενίκου για αδράνεια και ανικανότητα στην προστασία και ασφάλεια της ζωής και της περιουσίας των πολιτών126.

Ωστόσο, παρά τις σημαντικές εξελίξεις στη βουλγαρική πλευρά, την ελληνική πλευρά συνέχιζαν να απασχολούν προβλήματα της προηγούμενης περιόδου.
Το ζήτημα του διορισμού επισκόπου για το τμήμα Δεμίρ Ισάρ της μητρόπολης Μελενίκου με τον τίτλο Δαφνουσίας απασχόλησε τις ελληνικές διπλωματικές αρχές το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1894.

Η μητρόπολη Μελενίκου αντιμετώπισε, στις αρχές του 1895, το μεγαλύτερο κίνδυνο, να εγκατασταθεί εντός των ορίων της Βούλγαρος επίσκοπος, με συνέπειες τραγικές για τον Ελληνισμό της περιοχής και με κίνδυνο απόσχισης προς τη βουλγαρική Εξαρχία, του μεγαλύτερου τμήματος της μητρόπολης.

Ο Έλληνας πρόξενος των Σερρών ευελπιστούσε πως, με την ενίσχυση της απομακρυσμένης ελληνικής κοινότητας της Ανω Τζουμαγιάς και της βουλγαρόφωνης πατριαρχικής κοινότητας Πετριτσίου, την έγκριση από το Πατριαρχείο του νέου κανονισμού της Κάτω Τζουμαγιάς και κυρίως με την ενίσχυση του τμήματος Δεμίρ Ισάρ, με το διορισμό επισκόπου Δαφνουσίας ικανού και δυναμικού κληρικού, η αρνητική κατάσταση μπορούσε να αντιστραφεί127.
Η τσέτα του Σαράφωφ


Στις 12 Ιουλίου του ίδιου έτους (1895), κατόρθωσε να εισβάλει στο Μελένικο, ο έφεδρος υπολοχαγός του βουλγαρικού στρατού και αρχηγός της Μπόρις Σαράφωφ με συμμορία εξήντα περίπου αντρών, στα πλαίσια του βουλγαρικού ανταρτικού κινήματος του Ιουλίου-Αυγούστου του 1895 στη βορειοανατολική Μακεδονία και κυρίως στις περιοχές ΜελενίκουΝευροκοπίουΠετριτσίου και Στρωμνίτσης.
Λιούτατα Κότσο

 Η συμμορία που αποτελούνταν από φοιτητές και μαθητές βουλγαρικών σχολών οδηγούμενους από το ντόπιο κομιτατζή Κώτσο Λιούτα-κατέλαβε το τηλεγραφείο, πυρπόλησε τη μικρή τουρκική συνοικία, που βρισκόταν κοντά στη συνοικία των Αγίων Αναργύρων και σκότωσε έξι μουσουλμάνους, καθώς και έξι Έλληνες128.

Борис Сарафов во Мелник
Κήρυγμα του Σαράφωφ στο Μελένικο
Η τουρκική συνοικία καταστράφηκε σχεδόν ολόκληρη. 
Η βουλγαρική συμμορία επεδίωκε να προκαλέσει την οργή των Τούρκων κατά των Ελλήνων που θα θεωρούνταν συνεργάτες των Βουλγάρων, αφού δεν κάηκαν δικές τους συνοικίες.

 Ωστόσο, ο φόνος από τους Βουλγάρους του Αναστασίου Δέκου, γιου του πρόκριτου και μεγαλοκτηματία Ανδρέα Δέκου και του Γεωργίου Ταπάγκου απέτρεψαν τα αντίποινα των Τούρκων 129.

 Το κίνημα απέτυχε γιατί οργανώθηκε από συμμορίες που ήλθαν από τη Βουλγαρία και δεν είχαν έρεισμα στον τοπικό πληθυσμό παρά τα κηρύγματα του Σαράφωφ ότι εισέβαλε στη Μακεδονία ως απελευθερωτής του χριστιανικού πληθυσμού από τους Τούρκους.

Ο Σαράφωφ, για χρόνια μετά, επαιρόταν ότι αυτός ηγούνταν των Βουλγάρων επιδρομέων που εισέβαλαν, κατά το 1895, στο Μελένικο 130.
Μπορίς Σαράφωφ

Το 1897, το σχισματικό χωριό Σπάντζα Μελενίκου, με αναφορά του δήλωσε την επιστροφή του υπό τη μητρόπολη Μελενίκου131.

Τον ίδιο χρόνο όμως, υπέκυψε στο σχίσμα το χωριό Σιαρμπάνοβο Πετριτσίου. 
Πιστές στον Ελληνισμό παρέμειναν μόνο οι οικογένειες των Γ. Βακαλίδου, Ι. Καρίκη και Ι. Ραφτόπουλου132.

Οι Βούλγαροι επιχείρησαν πολλές φορές τον εκβουλγαρισμό του χωριού Στάρτσοβο, ώστε να περιοριστεί στο ελάχιστο ο Ελληνισμός της υποδιοίκησης Πετριτσίου133.
Το 1897, επιχείρησε ανεπιτυχώς να εκβουλγαρίσει το χωριό ο κομιτατζής Μπουτσίνας, η συμμορία του οποίου εξουδετερώθηκε από τουρκικό απόσπασμα που ειδοποιημένο, από τους κατοίκους, έφτασε έγκαιρα. Το ίδιο έπαθε αργότερα και η συμμορία του Ντόντσιου την σωτηρία από τον οποίο οι κάτοικοι απέδωσαν στον προστάτη και πολιούχο του χωριού, Αγιο Μηνά134.

Με την έναρξη του 1898 η δράση των ενόπλων βουλγαρικών σωμάτων στην Ανατολική Μακεδονία γίνεται πιο συστηματική.
 Στην περιοχή Τζουμαγιάς Μπέλλες αργηγός τέθηκε ο Ντόντσιος,
στην περιοχή Μελενίκου ο Χρήστο Ατανάσωφ Τάσκας, πρώην ελληνοδιδάσκαλος στη Βάρνα και στην περιοχή του Δεμίρ Ισάρ ο Σίτσο Ατσεφ135.

Από τα πρώτα θύματα του Ελληνισμού στην περιφέρεια Πετριτσίου ήταν ο ιερέας του χωριού Κουρτούνοβο Ιωάννης Κωνσταντινίδης, ο οποίος εκτελέστηκε από βουλγαρική συμμορία, επειδή αρνήθηκε κατά το 1898, στο Βούλγαρο πράκτορα Ντίνα να διαβάσει τον «Απόστολο» στα σλαβικά. Μετά το θάνατο του ιερέα, το χωριό προσχώρησε στην Εξαρχία και εγκατέστησε Βούλγαρο ιερέα και διδάσκαλο τον πράκτορα Ντίμτσιο136.

Τον Οκτώβριο του 1898, βουλγαρική συμμορία δολοφόνησε τον πρόκριτο του χωριού Κρούσοβο Πέτρο, αφαιρώντας και όσα χρήματα είχε μαζί του137.

Στα μέσα του επομένου χρόνου μεταξύ Ανω και Κάτω Πορροΐων, δολοφονήθηκε ο έμπορος Ιωάννης Τσαμπάζης, ένας από τους μεγαλύτερους υποστηρικτές της ελληνικής εθνικής ιδέας στην περιοχή.
Η δολοφονία δεν είχε κίνητρο τη ληστεία ή την εκδίκηση, αλλά ακολουθούσε μελετημένο σχέδιο για την εξόντωση όσων στοιχείων εμπόδιζαν την ανάπτυξη ενεργειών σε βάρος του Ελληνισμού της περιοχής138.

Το ίδιο έτος, οι Βούλγαροι κατέλαβαν με τη βία το νεκροταφείο του Πετριτσίου με την εκκλησία του.
Ο μητροπολίτης Μελενίκου Λεόντιος αρνήθηκε να μεταβεί στην πόλη, παρά τις παρακλήσεις της ελληνικής κοινότητας, και τις διαβεβαιώσεις ότι και μόνο η παρουσία του θα αρκούσε για να αποσοβήσει τον κίνδυνο που απειλούσε την ελληνική κοινότητα από τις ενέργειες των Βουλγάρων139.

Την εμφάνισή της στην περιοχή Μελενίκου έκανε, το 1900, πολυμελής (80 άντρες) βουλγαρική συμμορία, με αρχηγό τον Ντόντσιο. Αντίπαλος της συμμορίας, στην προσπάθειά της να εκφοβίσει το χριστιανικό πληθυσμό της περιοχής και να τον ωθήσει στον Βουλγαρισμό, στάθηκε, για πρώτη φορά, ενδεκαμελής συμμορία ντόπιων, με αρχηγό τον ελληνόβλαχο Γιαννάκη από το Κρούσοβο της επαρχίας Μελενίκου και η οποία σημείωσε αρκετές επιτυχίες κατά τη δράση της140.

Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου, ομάδα Ρώσων με επικεφαλής τον Κοντακώφ, μέλος του Συμβουλίου του Ρωσικού κράτους, με αφορμή επιστημονικούς λόγους, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονταν, προπαγανδιστικούς όμως, κατά την άποψη του ελληνικού προξενείου Σερρών, περιόδευσαν ολόκληρη τη Μακεδονία και επισκέφτηκαν την πόλη του Μελενίκου, καθώς και το Δεμίρ Ισάρ και το Πετρίτσι141.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1900, διορίστηκε ως βοηθός διοικητής Δεμίρ Ισάρ ο Έλληνας Κωνσταντίνος Βογιατζόγλου από την Κωνσταντινούπολη, στη θέση του εκ Σαράντα Εκκλησιών Βουλγάρου Δημητρίου Καδίνωφ, ο οποίος απομακρύνθηκε για τη στενή σχέση του ιδίου και του γιου του με το μακεδονοβουλγαρικό Κομιτάτο142.
Τον ίδιο μήνα μεγάλη βουλγαρική συμμορία υπό τους Ντόντσιο (ή Ντόντσεφ) και Ρίζωφ επιχείρησε να σχεδιάσει την απαγωγή του Μελενίκιου εμπόρου Γιαννούση, η οποία απέτυχε.

Ωστόσο, ο Γιαννούσης απήχθη από άλλη συμμορία, κατά την επιστροφή του από τη Θεσσαλονίκη στο Μελένικο και υποχρεώθηκε στην καταβολή λύτρων 250 οθωμανικών λιρών. Το παραπάνω γεγονός προκάλεσε έριδα ανάμεσα στις δύο βουλγάρικες συμμορίες και συμπλοκή143.

Το 1900 δεν ήταν και από οικονομικής πλευράς καλή χρονιά.

Οι Μελενίκιοι, δυσαρεστημένοι από την τιμή πώλησης του οινοπνεύματος, αποτάθηκαν στη Γενική Διοίκηση Θεσσαλονίκης, στέλνοντας αντιπροσωπεία από τους Ηλία Παναγιώτου και Γεώργιο Βάντση.
 Η τιμή του προϊόντος είχε πέσει πολύ, λόγω της κακής ποιότητας των σταφυλιών που είχαν κτυπηθεί από τον περονόσπορο. Παρ' όλα αυτά όμως οι οθωμανικές αρχές επέμεναν σε αυξημένους φόρους144.

Τον επόμενο χρόνο (1901) προέκυψαν δύο σοβαρά ζητήματα στην πόλη του Μελένικου που διατάραξαν τις σχέσεις της μητρόπολης και της κοινότητας με τον καϊμακάμη.
 Το ένα ζήτημα αφορούσε την ανέγερση του νέου διοικητηρίου, κατά την εκσκαφή των θεμελίων του οποίου βρέθηκαν ερείπια ναού και συγκεκριμένα το ιερό και η πρόθεση.
Ο επιστάτης των εργασιών απέστειλε στη μητρόπολη πλάκες από την ανακαλυφθείσα εκκλησία. Ο καϊμακάμης όμως, κατάχωσε γρήγορα τα ερείπια προχωρώντας στην ανοικοδόμηση του διοικητηρίου.
Το Δεκέμβριο, το Πατριαρχείο συμβούλεψε το μητροπολίτη Ιωακείμ να απόσχει από κάθε αντίδραση για την ανέγερση του Διοικητηρίου του Μελένικου σε οικόπεδο της ελληνικής κοινότητας και ζήτησε πληροφορίες για τα εκκλησιαστικά και εκπαιδευτικά θέματα του Δεμίρ Ισάρ, λόγω του κοινοτικού ζητήματος που ταλάνιζε την πόλη146.

Το δεύτερο ζήτημα αφορούσε την ανέγερση από τη διοίκηση, στο χώρο του παζαριού, νέων εργαστηρίων και καταστημάτων. Η κεντρική θέση των νέων εργαστηρίων, θα προκαλούσε την εγκατάλειψη από τους ενοικιαστές των παλαιών κοινοτικών εργαστηρίων, από τα οποία συντηρούνταν τα εκπαιδευτήρια της πόλης.
Ο μητροπολίτης Ιωακείμ ζήτησε την παρέμβαση του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης στο Βαλή, για την εξασφάλιση των κοινοτικών συμφερόντων147.

Έντονη κίνηση των Βουλγάρων στο Μελένικο και το Πετρίτσι παρατηρήθηκε το Μάρτιο του 1901.
Στο Μελένικο, με παρακίνηση του βουλγαροδιδασκάλου Σίμου, του εξαρχικού επιτρόπου Παπαστογιάν και των αρχηγών του κομιτάτου Τιμέλκου και Χατζηγιάννη, συνέρχονταν συχνά οι πρόκριτοι των γειτονικών εξαρχικών χωριών σε σύσκεψη, ειδοποιημένοι από τους μαθητές του βουλγαρικού σχολείου Μελενίκου. Συστάθηκε μάλιστα και μυστική αδελφότητα από τους εξαρχικούς ιερείς, για την ενίσχυση και τον εξοπλισμό των Βουλγάρων148.

Παράλληλα, σημειώθηκε δραστηριότητα βουλγαρικών συμμοριών στην περιοχή Καρσί Γιακά Πετριτσίου, λόγω της γειτνίασής της με τη Βουλγαρία.
Οι συμμορίες που δραστηριοποιούνταν ήταν του Ντόντσεφ από το Παλάτι, του Ρίζωφ από το Μπόσδοβο, του Κώτσιου Κριόντσια από το Πετρίτσι, του Μιχαήλ από τα Πορρόια και του Παπαγιοβάννη από τη Ρίπνιτσα. Τις βουλγαρικές ενέργειες στην υποδιοίκηση Πετριτσίου διηύθυναν οι Χ" Ζλάτινος, Γεώργιος Φιλίπ, Ιωάννης Αμπατζής, Αντώνιος και Κωνσταντίνος Νταρνάκης και Νικόλαος Κανβάντσης.

Κατά τα τέλη του έτους, παρατηρήθηκε μεγάλη εισαγωγή όπλων από τη Βουλγαρία σε πολλά χωριά στις υποδιοικήσεις Μελενίκου και Δεμίρ Ισάρ. 

Τα όπλα μεταφέρονταν συνήθως, ανάμεσα σε καυσόξυλα, από την οροσειρά Μάλες στα τουρκοβουλγαρικά σύνορα150.

 Την ίδια εποχή, η συμμορία του Μπακάλτσιεφ, μη κατορθώνοντας να εισβάλει στο χωριό Στάρτσοβο Πετριτσίου προσπάθησε να συκοφαντήσει τους κατοίκους για το φόνο Τούρκου αγά στις οθωμανικές αρχές και να εισβάλει στο χωριό, οι κάτοικοι όμως, με φιλοφρονήσεις και ψευτοϋποσχέσεις κατάφεραν να απομακρύνουν τον κίνδυνο.

Μεγάλες ιδιοκτησίες (τσιφλίκια) με ολόκληρα χωριά, ανήκουσες σε πλούσιους Σερραίους που διέμεναν κυρίως στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη εκμισθώνονταν από Βουλγάρους με αποτέλεσμα να παρασύρονται οι κάτοικοι και οι εργαζόμενοι σε αυτά και να εκβουλγαρίζονται. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του χωριού Τζουμαγιά μαχαλά της περιφέρειας Δεμίρ Ισάρ, ιδιοκτησίας του διαμένοντος στην Αθήνα Σερραίου, Δημοσθένους Χατζηλαζάρου.

Το τσιφλίκι αυτό έκτασης 15.000 στρεμμάτων, βρισκόταν κάτω από τη σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης-Σερρών στο κέντρο της μεγάλης πεδιάδας και κοντά στο χωριό Μπούτκοβο.

Στην περιοχή δεν υπήρχαν άλλα πατριαρχικά χωριά και έτσι αυτό είχε επίκαιρη θέση, γιατί συγκέντρωνε καλλιεργητές από τα γύρω χωριά και θα μπορούσε να ασκήσει μεγάλη επίδραση στην περιοχή.
 Ο Χατζηλαζάρου εκμίσθωνε το τσιφλίκι του, μέσω πληρεξουσίου του στις Σέρρες, πολλές φορές σε Βουλγάρους, με κίνδυνο για το χωριό να παρασυρθεί στο σχίσμα, όπως συνέβη το 1901 όταν το τσιφλίκι νοικιάστηκε από τους εκ Πορροΐων σχισματικούς αδελφούς Δημτσαίους151.

Το ελληνικό προξενείο Σερρών ενήργησε αργότερα, το 1910, ώστε το τσιφλίκι αυτό να μην εκμισθωθεί ξανά στους Βουλγάρους, παρεμβαίνοντας στον ιδιοκτήτη του και προτείνοντας νέο εκμισθωτή152.
Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου το σχισματικό χωριό Γερμάνι Μελενίκου, με δήλωση των κατοίκων του επέστρεψε υπό τη μητρόπολη Μελενίκου. Το Πατριαρχείο απέστειλε τις ευχές και την ευλογία του για το γεγονός153.

Όργανα του βουλγαρικού Κομιτάτου, τον Απρίλιο του 1902, δολοφόνησαν τον πρόκριτο του χωριού Σάβγιακο Γεώργιο Λιόντα, έμπορο δερμάτων, καθώς μετέβαινε στο Δεμίρ Ισάρ.

Το Σάβγιακο κατοικούνταν κατά τα τρία τέταρτα από πιστούς πατριαρχικούς και σε αυτό συνέβαλε σημαντικά ο δολοφονηθείς154.

Τον ίδιο χρόνο, την κοινότητα της Κάτω Τζουμαγιάς συγκλονίζει το γεγονός της προσπάθειας μερικών βουλγαριζόντων να συμπτύξουν σχισματική κοινότητα με επικεφαλής τον ιερέα Δημήτριο, ο οποίος με γενναία χρηματική αμοιβή, ασπάστηκε το σχίσμα και ζήτησε την παραχώρηση στους σχισματικούς, ενός από τους δύο ναούς της κωμόπολης.

Παρά τις παρεμβάσεις του μητροπολίτη Μελενίκου στην οθωμανική διοίκηση Σερρών και την προσωρινή απομάκρυνση του παπα-Δημητρίου από την Τζουμαγιά, αυτός, μετά από λίγο μπόρεσε να επιστρέψει συνεχίζοντας τη δράση του155.

Σύμφωνα με πληροφορίες, που έδωσε στο ελληνικό προξενείο Σερρών, ο επόπτης των ελληνικών σχολείων της περιοχής Μελενίκου, το Μάιο του 1902, εισήλθαν από το βουλγαρικό στο οθωμανικό έδαφος 1.500 βούλγαροι αντάρτες με απόφαση του Κομιτάτου. Από αυτούς 500 κατευθύνθηκαν προς τη Στρώμνιτσα και 500 προς την Ανω Τζουμαγιά.
Η είδηση αυτή προκάλεσε εντύπωση στην Κωνσταντινούπολη και στον ίδιο το Σουλτάνο, παρά τις προσπάθειες του στρατιωτικού διοικητή Σερρών να διαψεύσει την είδηση156.

Οι διαδόσεις για εισβολή 3.000 βουλγάρων ανταρτών από τα τουρκοβουλγαρικά σύνορα των περιοχών Ανω Τζουμαγιάς, Ρασλοκίου και Πετριτσίου και ότι οι κάτοικοι 22 χωριών των περιοχών αυτών ενώθηκαν μαζί τους, συνετάραξαν τον Ελληνισμό της περιοχής στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1902.

Στην πραγματικότητα πέρασαν τα σύνορα μόνο 250 αντάρτες με επικεφαλής το Βούλγαρο συνταγματάρχη Νικολώφ, οι οποίοι προσπαθούσαν με εκβιασμούς και τρομοκρατία να προκαλέσουν εξέγερση των χωρικών της περιοχής κατά της οθωμανικής εξουσίας157.

Η παρουσία των ανταρτών, στα διαμερίσματα Ανω Τζουμαγιάς και Πετριτσίου, ανάγκασε τους κατοίκους 22 χωριών (περίπου 4.000 άνθρωποι), να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να ανέβουν στα βουνά μαζί τους.
 Ωστόσο η αύξηση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας αύξανε το αίσθημα της ασφάλειας των κατοίκων και την επιθυμία της επιστροφής στα σπίτια τους158.

Η παραπάνω απόπειρα εξέγερσης του χριστιανικού πληθυσμού στην επαρχία Μελενίκου το 1902, από το Βουλγαρικό Κομιτάτο, ιδίως στις υποδιοικήσεις Ανω Τζουμαγιάς και Πετριτσίου, απέτυχε οικτρά, αναγκάζοντας τα βουλγαρικά σώματα που είχαν εισέλθει από την τουρκοβουλγαρική μεθόριο να επιστρέψουν στη βάση τους. 

Η εξέλιξη αυτή επηρέασε την ψυχολογία του πληθυσμού και διευκόλυνε τη δράση του τουρκικού στρατού εναντίον των ληστρικών συμμοριών που είχαν ενθαρρυνθεί από το κομιτάτο159.
Ωστόσο στις αρχές του 1903 στην περιοχή του Μελενίκου δραστηριοποιούνταν η συμμορία του Αλέξη από τα Πορρόια160, καθώς και η συμμορία του Γεωργίου Ράδεφ στα όρια με την επαρχία Νευροκοπίου161.

Ενδιαφέρουσα για την εποχή ήταν η επιτόπια έρευνα που διεξήγαγε ο Paillares, σε ολόκληρη την προξενική περιφέρεια Σερρών για την εθνικότητα των κατοίκων. Με τα στοιχεία που δημοσίευσε και τα οποία αποδείκνυαν την υπεροχή του Ελληνισμού στην περιοχή, έδωσε μια πολύ καλή απάντηση στη στατιστική του Βούλγαρου D. M. Brancoff162 που εξαφάνιζε σχεδόν τον Ελληνισμό της περιοχής και κυρίως των μεγάλων κέντρων, όπως του Μελενίκου, του Πετριτσίου, του Δεμίρ Ισάρ και της Κάτω Τζουμαγιάς.

 Ο Paillares ανέτρεψε εντελώς την προσπάθεια των Βουλγάρων να αποδείξουν στην Ευρώπη την υπεροχή τους στο μακεδονικό αυτό χώρο 163.
Το Μάρτιο του 1903 βουλγαρική συμμορία εισέβαλε στο μικτό (ελληνοβουλγαρικό) χωριό Σάβγιακο όπου απαίτησε την εκλογή ενός κοινού μουχτάρη και από τις δύο κοινότητες του χωριού, αντί των δύο που εξέλεγαν οι κοινότητες, από έναν η κάθε μια.

Στόχος της συμμορίας ήταν να περάσει ο έλεγχος του χωριού στη βουλγαρική μερίδα. Στην παραπάνω απαίτηση αντιστάθηκε ο Άγγελος Λιόντας, ξάδελφος του δολοφονημένου από τους Βουλγάρους Γεωργίου Λιόντα. Ο Λιόντας κάλεσε στο Σάβγιακο την τουρκική αστυνομία, αλλά η συμμορία τον εκδικήθηκε με τη δολοφονία του164. Το Μάιο επέστρεψαν στην πνευματική δικαιοδοσία της μητρόπολης Μελενίκου ο πρωθιερέας του χωριού με 35 οικογένειες που είχαν, κατά τα προηγούμενα χρόνια, προσχωρήσει στο σχίσμα.

Στις 25 Μαΐου, Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος, ο μητροπολίτης Ιωακείμ μετέβη στο Σάβγιακο για να δεχτεί την επιστροφή και των υπολοίπων 40 σχισματικών οικογενειών165.
Η κατάσταση σε ολόκληρη την επαρχία Μελενίκου και κυρίως στον καζά Πετριτσίου, τον Απρίλιο του 1903, ήταν εκρηκτική.
Βουλγαρικές διαδόσεις για επικείμενη γενική επανάσταση όλων των διαμερισμάτων της περιοχής, καθώς και η ανεπάρκεια του οθωμανικού στρατού και η αδράνεια των αρχών προκαλούσαν μεγάλη ανησυχία στον ελληνικό πληθυσμό166.
Τον ίδιο χρόνο ο κομιτατζής Ντότσιος εξανάγκασε τον ιερέα του χωριού Μπογορόδιτσα Κυριάκο Αργυρίου, καταγόμενο από το Στάρτσοβο, να προσχωρήσει στο σχίσμα. Η κίνηση αυτή μοίρασε το έως τότε πατριαρχικό χωριό, του οποίου οι μισοί κάτοικοι προσχώρησαν στο σχίσμα, ενώ οι άλλοι μισοί παρέμειναν πιστοί στον Ελληνισμό έως το 1913, οπότε μετανάστευσαν στο Νέο Πετρίτσι Σερρών167.

Την ίδια εποχή με τα γεγονότα του Ίλιντεν στο Κρούσοβο της Πελαγονίας επιχειρήθηκε αντίστοιχο κίνημα στις επαρχίες Σερρών και Μελενίκου, χωρίς όμως επιτυχία168.

 Το κίνημα οργανώθηκε σύμφωνα με την προκήρυξή του από το (από το βουνό Πιρίν)
κής Επαρχίας, με αρχηγούς και υπογράφοντες το κείμενο τους Ιωάν. Σαντάνσκι, Δ. Στεφανώφ, Αλέξ. Ροδοσλάβωφ, Στογιάν Μπουτάρ, Συμεών Βησιάνωφ και Βασίλ Αγγελώφ.

Η κλητήρια προκήρυξη της δήθεν Μακεδονικής επανάστασης, με ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου 1903, είχε ως εξής:

 «(sic) Τά πάθη, αί άταξίαι, αί άτιμίαι καί παρανομίαι εις τάς όποίας άπό τόσον καιρόν ύποκείμεθα καί αί όποΐαι άπό ημέραν εις ημέραν άντΐ νά έλαττώνονται αύξάνουσιν, ύπερπλήρωσαν τό ποτήριον τής ύπομονής μας. Όθεν σήμερον εις ημάς δέν άπολείπεται άλλο τι είμή μόνον μέ όπλα εις τάς χειρ ας μας νά άποφανθώμεν έναντίον τής ύπαρχούσης τάξεως εις τά μέρη μας νά άπορρίψομεν πάν τό παρελθόν τής ζωής μας καί νά άναπλάσωμεν καινοτέρας καί καλλιτέρας συμφωνίας τής ζωής μας.

Άρχίζοντες δέ τούτον τόν άγώνα ημείς άρχίζομεν ούχί μιάς μόνον έθνους άλλά ονόματι έκείνων τών προνομίων τά όποια εκειντο έπί τη βάσει τής μεγάλης Γαλλικής Έπαναστάσεως καί έν ονόματι τών όποιων έγένετο ή μέχρι σήμερον έλευθέρωσις τών έθνών, κυρίως τά προνόμια τής Ελευθερίας, τής Αδελφότητος καί τής Ισονομίας, άρχαί άνευ τής διασποράς τών όποιων εΐνε άδύνατος ή πρόοδος άνευ τής όποίας αιωνίως θά βασιλεύη σκότος, άταξία καί παρανομία. Α ύται αί ϊδιαι άρχαί εΐνε τά τής βάσεως τής ήμετέρας διοργανώσεως (άριθμ. ι καί 2 κτλ. Μυστικού Μ. Ο. διοργανισμού). Έν αύταΐς συνίσταται ή ήμετέρα δύναμις έν αύταΐς εΐνε ή ήμετέρα έλπίς διά λαμπρότερον μέλλον. Επομένως ό άφ' ημών άρχόμενος άγών εΐνε πρός κοινόν άγαθόν, κοινήν πρόοδον εις τά μέρη μας.

Ιδού λοιπόν διατί παρακαλούμεν όλους τούς συμπάσχοντας άπό όποιον έθνος καί πίστεως καί άν εΐνε αύτοί μή έξαιρούντες, ότι καί αύτοί κάτοικοι οθωμανικοί λαοί καί όθωμανοί στρατιώται θά συνενωθούν μέ ημάς, μέ κοινάς δυνάμεις νά διασκορπίσωμεν τήν σαπιλήν τάξιν ταύτην, ι'να ύπλώσωμεν τήν βασιλείαν τής Ελευθερίας, τήν δικαιοσύνην καί Ελευθερίαν. Δυνατόν μεταξύ ημών νά εύρεθούν μερικοί οί όποιοι θά θελήσωσι νά φέρωσι έμπόδια εις τόν άγώνα, όποιοι καί άν εΐνε αύτοί ας ήξεύρωσιν ούτοι, ότι θά τιμωρώνται ώς έχθροί καί θά καταδιώκονται ώς τοιούτοι. Ή Σημαία τής Ελευθερίας ήνήχθη ήδη έν τοις θαυμαστοΐς όρεσι, παιδιάσι καί λάκκοις, ας συναχθώσιν οί υίοί ύπ' αύτήν όλοι οί έλικρινεΐς τής Μακεδονίας καί όμοφώνως κράξομεν: Ελευθερία εις τόν αιχμάλωτον, θάνατος εις τούς έχθρούς, ζήτω ή Έπανάστασις (sic)» 169.


Έντονη δραστηριότητα του βουλγαρικού στοιχείου παρατηρείται, στα τέλη του Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου (1903), με την ίδρυση νέων βουλγαρικών εκκλησιών και σχολείων σε μέρη με ελάχιστο ακόμη βουλγαρικό πληθυσμό και υπερβολικοί σε αριθμό διορισμοί βουλγαροδιδασκάλων, χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα και την άδεια των οθωμανικών αρχών. Παράδειγμα η περίπτωση του Δεμίρ Ισάρ όπου για τρεις μόνο σχισματικές οικογένειες διορίστηκαν τρεις Βούλγαροι διδάσκαλοι και μία διδασκάλισσα^0.


Κοινοτική διαμάχη στο Δεμίρ Ισάρ

Σημαντικά προβλήματα στην Ελληνική Κοινότητα Δεμίρ Ισάρ προκάλεσε η ανάμειξη του γιατρού Αριστοτέλη Κώτσιου στα κοινοτικά πράγματα.
Η κοινοτική διαμάχη ταλαιπωρούσε την κοινότητα του Δεμίρ Ισάρ από πολλά χρόνια.

Η αιτία της οφειλόταν σε παλιές οικογενειακές αντιζηλίες που οδήγησαν στη δημιουργία δύο παρατάξεων (κομμάτων). Το ένα κόμμα αντιπροσώπευε τους προκρίτους του τόπου, οι οποίοι, κατά την άποψη του Έλληνα προξένου Σερρών Ιωάννη Στορνάρη, διακρίνονταν για τα πιο φιλοπρόοδα και πατριωτικά αισθήματα, ενώ το δεύτερο κόμμα διευθυνόταν από το γιατρό Αριστοτέλη.

Κατά την άποψη του Προξένου, ο παραπάνω γιατρός, αν και ελληνικής καταγωγής, απόφοιτος του Πανεπιστημίου Αθηνών και με Αθηναία σύζυγο, εντούτοις ήταν, αντίθετος σε κάθε εθνική υπόθεση, καθώς προσπαθούσε να είναι αρεστός στους Τούρκους.

Ο Αριστοτέλης Κώτσιου, λόγω του επαγγέλματός του, ασκούσε μεγάλη επιρροή στους κατοίκους του Δεμίρ Ισάρ και στο χριστιανικό πληθυσμό των γειτονικών χωριών, τους οποίους και μπορούσε να παρασύρει εύκολα με το μέρος του, ακόμη και σε αντεθνικές ενέργειες για να ικανοποιήσει προσωπικές φιλοδοξίες.
 Κατασπατάλησε την περιουσία του για να αυξήσει την επιρροή του και με τη συνεργεία του μητροπολίτη Μελενίκου Κωνσταντίνου (1894-1899),
ο Αριστοτέλης κατόρθωσε να επικρατήσει, από το 1897 ακόμη, στα κοινοτικά του Δεμίρ Ισάρ των οποίων ανέλαβε τη διεύθυνση 171.

Με την απομάκρυνση του μητροπολίτη Κωνσταντίνου το 1899, οι κομματικές έριδες κόπασαν και οι αντιμαχόμενες μερίδες, εξαντλημένες από τη συνεχή αντιπαράθεση, ηρέμησαν για ένα διάστημα, έως ότου η αλλοπρόσαλλη πολιτική του νέου μητροπολίτη Λεοντίου επέφερε νέα επιδείνωση:
O Λεόντιος «έμπεριστάτων Επαρχιών τής Μακεδονίας, έπελάθετο εντελώς τής άποστολής αύτού καί έπί πολύν χρόνον παρέμεινε έκεΐ, ούδέν πράττων καί περί ούδενός«

Ο νέος μητροπολίτης απεδείχθη ανίκανος να δώσει λύση στο πρόβλημα. Μετά από πολλές παρακλήσεις, μετέβη τελικά στο Δεμίρ Ισάρ για τη ρύθμιση των κοινοτικών πραγμάτων, αλλά δυστυχώς αρκέστηκε να περιυβρίσει το γιατρό Αριστοτέλη και τους αντιπάλους του.

Ο μητροπολίτης έμεινε στην πόλη για ένα περίπου μήνα και στη συνέχεια αναχώρησε για το Μελένικο, με τη δικαιολογία ότι ήθελε να σκεφτεί καλύτερα την υπόθεση, χωρίς να θεωρήσει τους λογαριασμούς της κοινότητας, ούτε να προβεί στην εκλογή των κοινοτικών αρχών, όπως ευελπιστούσαν οι κάτοικοι του Δεμίρ Ισάρ.

 Πέρασε πάλι πολύς χρόνος χωρίς ο μητροπολίτης να σκεφθεί ο,τιδήποτε για το πρόβλημα του Δεμίρ Ισάρ, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον Αριστοτέλη Κώτσιου να προχωρήσει, το Σεπτέμβριο του 1900, αυθαίρετα στο διορισμό των διδασκάλων των σχολείων, χωρίς να συνεννοηθεί προηγουμένως με τη μητρόπολη ή με το ελληνικό προξενείο Σερρών.
Η κατάσταση των κοινοτικών πραγμάτων στο Δεμίρ Ισάρ φαινόταν ότι δεν θα οδηγούνταν σε λύση χωρίς την παρέμβαση των οθωμανικών αρχών.

Με την επιδέξια μεσολάβηση του ελληνικού προξενείου Σερρών στον υποδιοικητή Δεμίρ Ισάρ, αυτός υποσχέθηκε τη διευθέτηση του ζητήματος. Μετά από απαίτηση του μητροπολίτη, απέλυσε τους δασκάλους, που είχε διορίσει ο Αριστοτέλης και τους απέλασε από την πόλη, με τη βοήθεια της αστυνομίας. Προχώρησε επίσης και στην καταδίωξη του ίδιου του Αριστοτέλη και των συνεργατών του και τους απήλασε και αυτούς από το Δεμίρ Ισάρ.

Το Σεπτέμβριο μάλιστα του 1900, ο γιατρός Αριστοτέλης συνελήφθη, μετά από συντονισμένη καταδίωξη από την οθωμανική αστυνομία στη Θεσσαλονίκη, ενώ επιχειρούσε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Μετά από πολυήμερη κράτηση στις φυλακές Σερρών, η οθωμανική διοίκηση αποφάσισε την εξορία του από το Δεμίρ Ισάρ στις Σέρρες, με την επιφύλαξη να εξοριστεί σε άλλον νομό της αυτοκρατορίας, αν τελικά αποδεικνυόταν η ενοχή του, από τα έγγραφα που βρέθηκαν πάνω του κατά τη σύλληψή του και που στην αρχή είχαν θεωρηθεί πλαστά, ενώ μετά από ανακρίσεις αποδείχτηκαν ενοχοποιητικά γι αυτόν. Μαζί με τον γιατρό Αριστοτέλη συνελήφθησαν και οι συνεργάτες του173.

Ενώ όμως τα πράγματα φαίνονταν πως έβαιναν σε κάποια λύση και τα σχολεία ήταν έτοιμα να λειτουργήσουν με τους διδασκάλους που διόρισε ο μητροπολίτης, ξαφνικά και προς γενική έκπληξη όλων, ο τελευταίος κατήγγειλε τον υποδιοικητή ότι υποκινεί ταραχές στο Δεμίρ Ισάρ και ότι αντιδρά στις ενέργειες της μητρόπολης.

 Ο μουτεσαρίφης Σερρών, που κλήθηκε από τη Γενική Διοίκηση Θεσσαλονίκης να διεξάγει ανακρίσεις, για τα καταγγελλόμενα από το μητροπολίτη Λεόντιο, επέρριψε όλη την ευθύνη στο μητροπολίτη, θεωρώντας τον το μοναδικό αίτιο της αναταραχής στο Δεμίρ Ισάρ και διέταξε το κλείσιμο των σχολείων μέχρις ότου επιτευχθεί συμβιβασμός μεταξύ των αντιμαχομένων πλευρών.

 Οι σχέσεις της μητρόπολης με την κοινότητα Δεμίρ Ισάρ και τις τοπικές οθωμανικές αρχές, δεν μπόρεσαν να αποκατασταθούν, καθιστώντας έτσι επιτακτική την απομάκρυνση του μητροπολίτη από την πόλη και την τοποθέτηση επιτρόπου-επισκόπου στο Δεμίρ Ισάρ, κάτι που ζήτησε, με επιστολή του, ο πρόξενος Στορνάρας από την ελληνική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη174.

Η πράξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα τον ερεθισμό της αντίπαλης μερίδας και την όξυνση του κοινοτικού ζητήματος. Ο μητροπολίτης Λεόντιος εξαναγκάστηκε, από το έκρυθμο της κατάστασης, να μεταβεί και πάλι στο Δεμίρ Ισάρ. Δυστυχώς όμως ο απότομος χαρακτήρας του περιέπλεξε τα πράγματα αντί να τα οδηγήσει σε λύση.

 Περιύβρισε ξανά τους πάντες και έδειρε ανηλεώς τον εφημέριο της κοινότητας, γιατί αργοπόρησε να του παραδώσει τα κλειδιά της Μητρόπολης.

Το γεγονός αυτό έδωσε την αφορμή στο γιατρό Αριστοτέλη να καταλάβει, με τη βία, τα σχολεία, διορίζοντας ως διδασκάλους άχρεΐα τινα και αφού συγκέντρωσε τους οπαδούς του, κοινωνίας, όπως τους χαρακτηρίζει ο πρόξενος Σερρών Ιωάννης Στορνάρης, τους οδήγησε σε διαδήλωση στο Διοικητήριο με το σύνθημα:
 « Σουλτάνος, κάτω ό Άρχιερεύς, δεν θέλομεν διδασκάλους έξ Ελλάδος πεμπομένους, δέν θέλομεν έλληνικά χρήματα πρός συντήρησιν τών σχολείων μας».

Ο γιατρός Αριστοτέλης μάλιστα, επέδωσε στον υποδιοικητή Δεμίρ Ισάρ καταγγελία, στην οποία κατηγορούσε τους αντιπάλους του ότι λάμβαναν χρήματα από την Ελλάδα για τη συντήρηση των σχολείων της κοινότητας, ότι είχαν στείλει συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον διάδοχο της Ελλάδας για τους γάμους του και ότι οι πρόκριτοι της πόλης ενίσχυσαν οικονομικά, με ποσό που συνέλεξαν, την ελληνική κυβέρνηση, κατά το 1878.
Ο Αριστοτέλης στήριξε την κατηγορία του στα πρακτικά της, που λειτουργούσε την εποχή εκείνη. Οι καταγγελίες του γιατρού προκάλεσαν την επέμβαση της οθωμανικής δικαιοσύνης και τη σύλληψη πέντε προκρίτων, ενώ δύο ακόμη καταζητούνταν από την αστυνομία. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια σημαντική βλάβη των συμφερόντων της ελληνικής κοινότητας, από την στέρηση της ηγεσίας της175.

Η φυλάκιση των προκρίτων προκαλούσε έντονες ανησυχίες στο προξενείο Σερρών για το μέλλον της κοινότητας, το οποίο μέσω της ελληνικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, ζήτησε την επέμβαση του Πατριαρχείου για την απελευθέρωση των προκρίτων. Στο μεταξύ το κενό που προκλήθηκε στον επισκοπικό θρόνο του Μελενίκου με τη μετάθεση του Λεοντίου και η καθυστέρηση στην εκλογή μητροπολίτη δυσχέραινε σημαντικά τις ενέργειες στις οθωμανικές αρχές176. Οι φυλακισθέντες πρόκριτοι, που είχαν διατρέξει τον κίνδυνο να σταλούν εξορία, αποφυλακίσθηκαν τελικά, με ενέργειες του προξενείου Σερρών, απαλλαγμένοι από κάθε κατηγορία, στις 4 Μαρτίου 1901177.

Το Μάιο του 1902, ο εξόριστος για δέκα μόλις μέρες στη Δράμα178, ως υπεύθυνος για τη διαίρεση της ελληνικής κοινότητας Δεμίρ Ισάρ, γιατρός Αριστοτέλης, επέστρεψε στην πόλη, ύστερα από άδεια του Βαλή της Θεσσαλονίκης179, χωρίς όμως να παραμείνει για πολύ αφού γύρισε, οικειοθελώς πλέον, στη Δράμα που είχε οριστεί ως τόπος εξορίας του180.

Η ΕΠΑΡΧΙΑ ΜΕΛΕΝΙΚΟΥ 
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΟΠΛΗ ΦΑΣΗ 
ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ (1904-1908)

Στις αρχές του 1904 παρατηρήθηκε σημαντική δραστηριότητα της βουλγαρικής προπαγάνδας στην επαρχία Μελενίκου με στόχο την ενεργοποίηση του βουλγαρικού πληθυσμού της περιοχής. Βούλγαρος πράκτορας περιόδευσε τα χωριά του όρους Μαλέσιοβο, απέναντι από το Πετρίτσι, ενθαρρύνοντας τους χωρικούς σε μελλοντική εξέγερση. Ταυτόχρονα όμως παρατηρούνταν γενικότερη προπαρασκευή των Τούρκων για πόλεμο με τους Βουλγάρους την άνοιξη του 1904 και εφόσον οι Ρώσοι θα απασχολούνταν με τον αναμενόμενο ρωσοϊαπωνικό πόλεμο181 ενώ διάφορες βουλγαρικές συμμορίες (Ζλάτκου, Ντόντσιου) τρομοκρατούσαν, λεηλατούσαν και φορολογούσαν τα χωριά της περιοχής182.

Τον ίδιο χρόνο ο ορισμός της δεκάτης επί της τιμής των σταφυλιών, του μόνου ουσιαστικά προϊόντος με το οποίο ασχολούνταν οι κάτοικοι του Μελενίκου στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, προκάλεσε απόγνωση στους κατοίκους που έβλεπαν το ήδη πενιχρό εισόδημά τους να συρρικνώνεται επιπλέον. Ενώ τα σταφύλια πωλήθηκαν προς 20-25 παράδες, η υποδιοίκηση τα δεκάτισε προς 38.

 Οι Μελενίκιοι προσέφυγαν αρχικά ανεπιτυχώς στη Διοίκηση Σερρών ελπίζοντας στην αναίρεση της απόφασης και στη συνέχεια, μετά από αλλεπάλληλες συνεδριάσεις στη μητρόπολη όπου αποφάσισαν να αποταθούν στον Βαλή της Θεσσαλονίκης Χιλμή Πασά.

Για το σκοπό αυτό εξέλεξαν αντιπροσωπεία αποτελούμενη από τους Εμμανουήλ Κουρδούπαλο και Μιχαήλ Γιαννακού προκειμένου αυτοπροσώπως να εκθέσουν στον Βαλή τα δίκαια αιτήματά τους183.
Η κατάσταση στην επαρχία Μελενίκου από την δραστηριότητα των βουλγαρικών συμμοριών και των κακουργιών τους σε βάρος των πατριαρχικών κυρίως, αλλά και γενικότερα των κατοίκων του τόπου, προκάλεσε την ανάγκη αποστολής αναφοράς των κατοίκων του Μελενίκου προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 19 Ιουλίου του 1904.

Στην αναφορά αυτή οι Μελενίκιοι εξέφρασαν την αγανάκτησή τους από τη δράση των Βουλγάρων κομιτατζήδων, αλλά και από την αδράνεια των οθωμανικών αρχών να προστατέψουν τον πληθυσμό. Αναφέρουν επίσης και την περιοδεία του σχισματικού μητροπολίτη Νευροκοπίου στην περιφέρεια της Άνω Τζουμαγιάς, με την άδεια των οθωμανικών αρχών και τις χειροτονίες που πραγματοποίησε, την ώρα που και ο μητροπολίτης Μελενίκου Ειρηναίος περιόδευε στην Άνω Τζουμαγιά184.

Μητροπολίτης Ειρηναίος
Στις 24 Ιουλίου του 1904 ο μητροπολίτης Μελενίκου Ειρηναίος, απέστειλε μέσω του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, στον Γενικό Διοικητή Θεσσαλονίκης, πλήρη κατάλογο των διαπραχθέντων από τις βουλγαρικές συμμορίες εγκλημάτων στην επαρχία του, με αφορμή την επιχειρούμενη από την Διοίκηση απογραφή του πληθυσμού.

Ο μητροπολίτης ήθελε να επισημάνει στον Βαλή ότι, υπό το καθεστώς πιέσεων και τρομοκρατίας των βουλγαρικών συμμοριών, είναι αδύνατη η ειλικρινής έκφραση των αισθημάτων των κατοίκων. Ξεχωρίζει ο άγριος ξυλοδαρμός και η λήστευση του ιερέα της Ράμνας Γεωργίου, η εκδίωξη του ελληνοδιδασκάλου του χωριού Γερμάνι, η κατάληψη της σχολής του χωριού από τους σχισματικούς και η απόπειρα δολοφονίας κατά του ιερέα Σπατόβου Κωνσταντίνου.

Ανάλογη επιστολή απέστειλαν στο Πατριαρχείο οι Μελενίκιοι και στις 12 Αυγούστου του 1904. Η δεύτερη αυτή επιστολή, όπως και η πρώτη, περιγράφει την απελπιστική θέση των κατοίκων από τη δράση των βουλγαρικών συμμοριών και κυρίως την επιβολή οικονομικού αποκλεισμού των Ελλήνων από τους Βουλγάρους με εντολή του Κομιτάτου.
 Η πικρία των Μελενικίων διαφαίνεται στο επίλογο της επιστολής:

«προσεχή λήξιν τών εγκλημάτων καί τιμωρίαν αύτών άπό τής σεβαστής κυβερνήσεως. Έσμέν υπήκοοι του κράτους άφοσιωμένοι. Συμμορφούμεθα τοις κειμένοις έν αύτώ νόμοις. Ύπείκομεν ταΐς διαταγαΐς ταΐς δικαίαις. Καλλιεργούμεν τάς πρός άλλ ήλους άδελφικάς σχέσεις. Συνεισφέρομεν υπέρ τών κοινών τών τε ιερών τε καί τών θύραθεν. Καί άπέναντι τούτων διατί έπιτρέπεται εις τούς άλλαχόθεν έπιτρέχοντας τήν χώραν ήμών νά έρημώνωσιν αύτήν άτιμωρητεί, διαφθείροντες τά πάντα θρησκευτικώς, ήθικώς, κοινωνικώς καί κυβερνητικώς. ..»185.

Στις 11 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου μια τρίτη αναφορά προς το Πατριαρχείο ενημερώνει για τις βιαιοπραγίες των Βουλγάρων και των απειλών σε βάρος του ορθοδόξου πατριαρχικού πληθυσμού των χωριών Πυρίνι (φόνοι βλαχόφωνων) και Τσερβίστα.

Θετικό για την περίσταση ήταν η κατοχύρωση της δεκάτης των σταφυλιών υπέρ της πόλης του Μελενίκου, από την οποία προέκυψε χρηματική ωφέλεια των κατοίκων που βασανίζονταν από τον οικονομικό αποκλεισμό των σχισματικών και τις διαφωνίες με τις τοπικές
αρχές186.
Τον ίδιο μήνα το ελληνικό Υπ. Εξ. με επιστολή του στην ελληνική πρεσβεία
Κωνσταντινουπόλεως, ζήτησε τη μεσολάβησή της στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, για την όσο το δυνατό ταχύτερη απομάκρυνση του επικινδύνου, όπως χαρακτηρίζεται, για τα ελληνικά συμφέροντα, μητροπολίτη Μελενίκου Ειρηναίου.

Πολλές φορές στο παρελθόν η πολιτεία του μητροπολίτη είχε έλθει αντιμέτωπη με την ελληνική διπλωματία, αλλά πάντα εύρισκε την απροθυμία του Πατριαρχείου να προχωρήσει στην αντικατάστασή του.

 Το Υπ. Εξ. κατηγόρησε ευθέως το μητροπολίτη Ειρηναίο για την λόγω και έργω συμπάθειά του προς τους σχισματικούς187

Η συχνή χρήση της σλαβονικής από τον μητροπολίτη και οι δίαυλοι επικοινωνίας που προσπαθούσε να ανοίξει με το σλαβόφωνο στοιχείο έγιναν αντιληπτοί πολύ αργότερα από την Αθήνα.

Οι βουλγαρικές συμμορίες προσπαθούσαν, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο, να εκβιάσουν τα χωριά να προσχωρήσουν στο σχίσμα. Στην Κάτω Τζουμαγιά ο σχισματικός ιερέας Δημήτριος επιχειρούσε να δημιουργήσει βουλγαρική συνοικία στην κωμόπολη με την εγκατάσταση χωρικών από την περιοχή.

Στο Κρούσοβο οι σχισματικοί κατέλαβαν την παλιά και ιστορική εκκλησία του χωριού.

Στον καζά Μελενίκου, ενώ το 1894 υπήρχαν περί τα 58 χωριά υπαγόμενα στη μητρόπολη Μελενίκου, το 1904 αυτά, λόγω των βουλγαρικών τρομοκρατιών, περιορίστηκαν μόλις σε οκτώ

Δύσκολες στιγμές περνούσαν και οι τρεις βλαχόφωνοι συνοικισμοί γύρω από το Μελένικο.

 Οι συμμορίες εξαφάνισαν τα κοπάδια και τα υποζύγιά τους, ενώ υπό το καθεστώς των μονίμων απειλών δεν δεχόταν κανείς ιερέας ή διδάσκαλος να εγκατασταθεί σε αυτά.

Στο Μπόσδοβο παρότι η εκκλησία χτίστηκε από τους βλαχόφωνους, κατελήφθη από τη σχισματική μερίδα του χωριού. 

Στον καζά Πετρίτσης, τον οποίο λυμαινόταν η συμμορία του Ντόντσιου, μόνο δύο χωριά παρέμεναν υπό τη μητρόπολη Μελενίκου, το Στάρτσοβο και η Μπογορόδιτσα, η οποία δεχόταν και τις μεγαλύτερες πιέσεις από την παραπάνω συμμορία188.

Την ίδια εποχή μεροληπτική υπέρ των Βουλγάρων ήταν και η στάση των των Ευρωπαίων (για το Σαντζάκι των Σερρών ήταν Γάλλοι) που ανέλαβαν την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στην οθωμανική χωροφυλακή και στην απονομή της δικαιοσύνης.

Οι μεταρρυθμίσεις θα γινόταν με βάση το ρωσοαυτριακό σχέδιο ειρήνευσης στη Μακεδονία της 30ης Σεπτεμβρίου 1903, γνωστό και ως «Πρόγραμμα του Μύρστεγ»189

Για την περιοχή Μελενίκου υπεύθυνος αξιωματικός ορίστηκε ο υπολοχαγός του πεζικού Auguste Jaroux και για την Ανω Τζουμαγιά ο Gaston Enchery190.
Σε γενικές γραμμές οι αξιωματικοί191 που είχαν αναλάβει την οργάνωση της χωροφυλακής στο Σαντζάκι των Σερρών ασχολούνταν περισσότερο με την δημιουργία προβλημάτων στον Ελληνισμό της περιοχής παρά με το έργο τους. Σημαντική για το θέμα αυτό είναι η άποψη του Έλληνα προξένου Σερρών Ιω. Στορνάρα:

«Ή ενταύθα κοινωνία, ή τις μετά πολλού ενδιαφέροντος παρακολουθεί τάς έργασίας τής (εννοεί τους Γάλλους αξιωματικούς), θλίψει καί άπελπισία ούδέν διαβλέπουσα ίκανόν νά παράσχη τήν έλαχίστην ελπίδα ότι όντως πρόκειται περί εφαρμογής οίωνδήποτε μεταρρυθμίσεων... ούδέν σημεΐον εδωκαν μέχρι τούδε οί άποτελούντες τήν ένταύθα όργανωτικήν άποστολήν Γάλλοι άξιωματικοίμαρτυρούν τόν σκοπόν τής άποστολής αύτών, παρέχουσι καθ' έκάστην τεκμήρια πασιφανή τών μισελληνικών αισθημάτων έξ ών έμφορούνται...». 

Ιδιαιτέρως για τα ανθελληνικά του αισθήματα διακρίθηκε ο λοχαγός Leon Lamouche, υπεύθυνος για το διαμέρισμα Δεμίρ Ισάρ, ο οποίος τον Ιούνιο του 1904 επισκέφθηκε το Δεμίρ Ισάρ, την Κάτω Τζουμαγιά και το Κουμλί, όπου επισκέφτηκε τις εκκλησίες και τα σχολεία επιχειρώντας ανεπιτυχώς να εκμαιεύσει από τους μαθητές και τους χωρικούς ότι η μητρική τους γλώσσα ήταν η βουλγαρική ή η βλαχική.

 Η επίσκεψή του Γάλλου αξιωματικού και οι ολοφάνεροι στόχοι της να εμφανίσουν τον Ελληνισμό ως μειοψηφία στην περιοχή, ενόχλησε τους κατοίκους οι οποίοι με αναφορές τους ενημέρωσαν το ελληνικό προξενείο Σερρών για την ανθελληνική πολιτεία του συγκεκριμένου Γάλλου αξιωματούχου192.
Ο Γιάνε Σαντάνσκι 

Αλλά και ο υπεύθυνος για το διαμέρισμα Μελενίκου υπολοχαγός Jaroux (γεννήθηκε στην Πάτρα, από όπου έφυγε σε ηλικία 15 ετών), ενώ αρχικά διακρινόταν για τα φιλελληνικά του αισθήματα, στη συνέχεια έλαβε ξεκάθαρη στάση υπέρ των Βουλγάρων και διατηρούσε επαφές με τον Σαντάνσκι.

Η συμπεριφορά των Γάλλων προκάλεσε γενικό ερεθισμό όχι μόνο στον ελληνικό, αλλά και στον οθωμανικό πληθυσμό.

Οι μητροπολίτες Μελενίκου και Νευροκοπίου ζήτησαν μάλιστα την οργάνωση αποδοκιμασίας εναντίον της γαλλικής αποστολής193.

Η κατάσταση στα τέλη του 1904 έγινε ακόμη πιο εκρηκτική.
Εκατοντάδες μέλη συμμοριών εισέρχονταν από την τουρκοβουλγαρική μεθόριο στα διαμερίσματα της επαρχίας Μελενίκου, εισάγοντας ταυτόχρονα όπλα και πολεμοφόδια με προορισμό τη Δυτική Μακεδονία κυρίως.
Ανάμεσα στους αρχηγούς εισέρχονταν πολλοί Βούλγαροι αξιωματικοί, όπως ο Βούλγαρος έφεδρος συνταγματάρχης του ιππικού Παρθένιεφ.

Όλοι οι αρχηγοί των βουλγαρικών συμμοριών, ντόπιοι και εκ Βουλγαρίας, συνήλθαν σε σύσκεψη στο χωριό Στίνικ του καζά Πετριτσίου, όπου έλαβαν διάφορες αποφάσεις.
 Μία από αυτές ήταν να σταλεί δέσμιος στη Βουλγαρία ο αρχηγός Μπακάλτσης ή Μπακάλτσιεφ, ως καταχραστής των χρημάτων του Κομιτάτου, ενώ ο Σαντάνσκι αποφασίστηκε να αποσταλεί στην περιφέρεια Δοϊράνης.
Στην επαρχία Μελενίκου γενικός αρχηγός ανέλαβε ο Ντόντσιος. Σημαντική ήταν η αλλαγή τακτικής των συμμοριών.
 Περιόρισαν τις ενέργειές τους μόνο εναντίον των Τούρκων προετοιμάζοντας γενική επανάσταση των χριστιανών.
Η θέση των Ελλήνων κατέστη εκ των πραγμάτων πιο δεινή, εξαιτίας των αφορήτων πιέσεων των βουλγαρικών ομάδων για να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή τους στο υπό σχεδιασμό κίνημα194.

Ασεν Παρθένιεφ
Στις 11 Νοεμβρίου του 1904, στο χωριό Στάρτσοβο Πετριτσίου κατά την πανήγυρη του πολιούχου αγίου Μηνά, ο κομιτατζής Ντόντσιος απαίτησε χωρίς επιτυχία από τους προκρίτους να προσχωρήσουν στο σχίσμα195.

Στις 12 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους οι συμμορίες των Παύλε, Μπακάλτσιεφ και Παρθένωφ, αποτελούμενες από 90 άνδρες και οδηγούμενες από τον πράκτορα Ντίνα, εισέβαλαν στο ίδιο χωριό ζητώντας με απειλές και εκβιασμούς τον εκβουλγαρισμό του, κακοποιώντας τους ιερείς και πιέζοντάς τους να λειτουργήσουν σλαβικά.

Οι ιερείς αρνήθηκαν ισχυριζόμενοι ότι δεν γνώριζαν την ανάγνωση της βουλγαρικής. 
Φωτεινή  Παπαδημητρίου
Οι αρχηγοί ζήτησαν επίσης την παράδοση των δασκάλων Αντωνίου Πλουμή και Φωτεινής Παπαδημητρίου που από το 1900 εργαζόταν στο χωριό.
Οι χωρικοί αρνήθηκαν και με το γεγονός του ερχομού τουρκικού αποσπάσματος για τον έλεγχο λαθρεμπορίας καπνού, ανάγκασαν τις συμμορίες σε φυγή.
 Οι κάτοικοι μετά το γεγονός απομάκρυναν για ασφάλεια τους Έλληνες διδασκάλους196 και ζήτησαν τη βοήθεια του μητροπολίτη Μελενίκου Ειρηναίου, ο οποίος αμέσως μετέβη στις Σέρρες, παρά τη βαρυχειμωνιά, και έπεισε το Μουτεσαρίφη Σερρών να εγκαταστήσει στρατιωτικό απόσπασμα στο χωριό το οποίο απειλήθηκε ξανά τα Χριστούγεννα του 1904, αλλά λόγω της παρουσίας του αποσπάσματος σώθηκε197.

Ο μητροπολίτης Ειρηναίος επισκέφτηκε το Στάρτσοβο για να στηρίξει τους κατοίκους και για να εγκαταστήσει εκ νέου τους διδασκάλους του χωριού στις 18 Ιανουαρίου του 1905 198.
Η τσέτα του στρατηγού Τσόντσεφ-Παρθενίεφ

Το χωριό αντιμετώπισε, για μια ακόμη φορά, έντονα προβλήματα, τον Απρίλιο του ίδιου έτους, από τις συμμορίες των Ντόντσιου και Παρθένιεφ οι οποίες εισέβαλαν στο χωριό με ιοο περίπου άντρες και απαίτησαν, με την απειλή του θανάτου, την προσχώρηση του χωριού στο σχίσμα και την παράδοση του Έλληνα διδασκάλου και της διδασκάλισσας, οι οποίοι τελικά, για μια ακόμη φορά, μπόρεσαν να ξεφύγουν με την βοήθεια των κατοίκων. Την ίδια εποχή καταστράφηκε η βουλγαρική συμμορία του κομιτατζή Στάνκο199.

Στις 5 Ιουλίου ωστόσο, η συμμορία του Πετρώφ θέλοντας να εκδικηθεί τους κατοίκους του Σταρτσόβου συνέλαβε σε ενέδρα έξι, από τους οποίους κατακρεούργησε τους πέντε, ενώ τον έκτο, τον 18χρονο Δημήτριο Αθ. Κυριακού τον άφησε για να μεταφέρει το γεγονός στο χωριό 200.

Το έγκλημα αυτό αντί να τρομοκρατήσει τους κατοίκους χαλύβδωσε τη θέλησή τους να αντισταθούν οργανώνοντας δική τους ομάδα περιφρούρησης και προστασίας του χωριού σε συνεργασία με τα ελληνικά ένοπλα σώματα που άρχισαν εντωμεταξύ να δρουν στην περιοχή201.

Την ομάδα, που εξοπλίστηκε από το ελληνικό προξενείο Σερρών, αποτελούσαν οι: 

Θεόδωρος Γιάντσιος ή Καπετανόπουλος ή Τόσκας αρχηγός, 
μαζί με τους γιους του Νικόλαο και Χρήστο, 
Ιωάννης Μπελεβεσλής, 
Πέτρος Περίγγος, 
Δημήτριος Σμιλιάντης, 
Ιωάννης Ραφτόπουλος από το Σιαρμπάνοβο, 
Παντελής Κυριακού, 
Άγγελος Πασχάλη ή Τανούλης,
Δαυίδ Βακουφτσής και 
οι αδελφοί Πέτρος και Ηλίας Μπογορόδιτσα 202.

 Στη δραστηριότητα της παραπάνω ομάδας οφείλεται ο φόνος του Βουλγάρου Πότσκα δολοφόνου του Μελενίκιου Μ. Μάνου.
 Με την προστασία της ομάδας του Σταρτσόβου τα πράγματα για τον Ελληνισμό της περιοχής άρχισαν να παίρνουν θετική τροπή και το 1908 με την τουρκική συνταγματική μεταπολίτευση, εισήλθε στο χωριό ο καπετάν Αλέξανδρος Ευρυθιώτης με την ομάδα του, εξαιτίας της φήμης ότι όπου εισερχόταν ελληνική ομάδα, το χωριό αυτό θα χαρακτηριζόταν ελληνικό 203.

Με την έναρξη ωστόσο του 1905 παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση των βουλγαρικών συμμοριών που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή.

 Στην υποδιοίκηση της Άνω Τζουμαγιάς δρούσαν οι πολυπληθείς συμμορίες των Γιάνκου, Δεβίτκου και Πελτέκη.
войводата Йордан Стоянов
Η τσέτα του Στογιανιώφ
 Στην περιοχή Καρσί Γιακά Πετριτσίου δρούσε η συμμορία του Βουλγάρου λοχαγού Στογιάνωφ, γνωστού από την προ τριετίας επανάσταση της Κρέσνας, ενώ στο τμήμα του Δεμίρ Ισάρ η συμμορία του Δέβο Ηλία και στο τμήμα Πετριτσίου η συμμορία του Ντόντσιου, η οποία είχε απειλήσει να πυρπολήσει το μοναδικό πατριαρχικό χωριό Στάρτσοβο.

 Όλοι οι αρχηγοί συμμοριών των τμημάτων Μελενίκου, Πετριτσίου και Άνω Τζουμαγιάς είχαν κληθεί στη Βουλγαρία σε κοινή συνδιάσκεψη για τον συντονισμό των ενεργειών τους στη Μακεδονία204.
Μεγάλο πλήθος βουλγαρικών συμμοριών εισήλθε, από την τουρκοβουλγαρική μεθόριο, στις περιοχές Μελενίκου, Δεμίρ Ισάρ και Πετριτσίου κατά τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του 1905205. Στα μέσα του 1905 δρούσαν στην περιοχή Πετριτσίου η συμμορία του Στογιάννη από το χωριό Ηγουμενίτσα και στην περιοχή Μελενίκου η συμμορία του Σαντάνσκι, η οποία παρουσιαζόταν με απελευθερωτικούς σκοπούς και πρόγραμμα. Η τελευταία συμμορία για την ενίσχυση του απαίτησε εκβιαστικά από τον Μελενίκιο προύχοντα Βάντση την καταβολή του ποσού των χιλίων οθωμανικών λιρών206.
Με αφορμή απογραφή του πληθυσμού που διενεργούσαν οι οθωμανικές αρχές τον Ιούλιο του ι905, βουλγαρικές συμμορίες, μοιρασμένες σε μικρές ομάδες, περιέτρεχαν τα ορθόδοξα βουλγαρόφωνα χωριά της επαρχίας Μελενίκου και κυρίως το διαμέρισμα Δεμίρ Ισάρ, προσπαθώντας με κάθε βίαιο μέσο και τρομοκρατώντας τους χωρικούς να τους εξαναγκάσουν κατά την απογραφή να δηλωθούν ως Βούλγαροι σχισματικοί, αντί του παλαιότερου χαρακτηρισμού τους ως 207.

Τα παραπάνω αναγγέλλει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ο μητροπολίτης Μελενίκου Ειρηναίος στις 6 Ιουλίου 1905, γενόμενος δέκτης της απόγνωσης των χωρικών που βλέπουν να απειλείται η ίδια τους η ζωή.
Πολλοί μάλιστα αναγκάστηκαν να δηλώσουν πίστη στη βουλγαρική Εξαρχία για να αποφύγουν τον κίνδυνο.
 Ιδιαίτερα τη βουλγαρική πίεση δέχτηκε το χωριό Ράδοβο, τέσσερις πρόκριτοι του οποίου ξυλοκοπήθηκαν άγρια, ενώ το χωριό απειλήθηκε με πυρπόληση εάν μέσα σε τέσσερις μέρες δεν απομακρυνόταν από αυτό ο Έλληνας ιερέας του. Με ενέργειες του μητροπολίτη και για την ασφάλεια του χωριού εγκαταστάθηκε τουρκική φρουρά σε αυτό208. Το ίδιο συνέβη και στο Στάρτσοβο. Ο μητροπολίτης Μελενίκου Ειρηναίος ξαναεπισκέφθηκε το χωριό για να στηρίξει τους κατοίκους του στην ορθοδοξία, μετά από τις αφόρητες πιέσεις που δέχτηκαν από τις βουλγαρικές συμμορίες για να προσχωρήσουν στο σχίσμα209.
Η τσέτα του Σαντάνσκι

Τον ίδιο μήνα (Ιούλιος 1905) η συμμορία του Σαντάνσκι απαίτησε από την ελληνική κοινότητα Μελενίκου το ποσό των 1.000 οθωμανικών λιρών με την απειλή ότι μετά τη λήξη της προθεσμίας το ποσό θα διπλασιαζόταν και η πόλη θα δεχόταν την οργή της συμμορίας.

Μετά τη λήξη της προθεσμίας και μη καταβληθέντων των χρημάτων, το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, επεβλήθη οικονομικός αποκλεισμός της πόλης του Μελενίκου από τους Βουλγάρους. Η συμμορία απαγόρευσε στους Βουλγάρους χωρικούς να μεταβαίνουν στην αγορά της πόλης και να δουλεύουν επίσης στα κτήματα των Ελλήνων της περιοχής210. Το μήνα Οκτώβριο, η ίδια συμμορία, συνεχίζοντας τον αποκλεισμό του Μελενίκου κατέλαβε το γειτονικό βουνό, εμποδίζοντας την ξύλευση και επιβάλλοντας φόρο ανθράκων, των οποίων η τιμή ανέβηκε υπερβολικά211.

Στις 9 Αυγούστου του ίδιου έτους, μια ακόμη επιστολή από το Μελένικο έρχεται να εκφράσει στο Πατριαρχείο τον πόνο και την αγανάκτηση των χριστιανών, εξαιτίας των βουλγαρικών ενεργειών και κακουργημάτων για τα οποία δεν λάμβανε κανένα μέτρο η τοπική οθωμανική αρχή. 

Η επιστολή αναφερόταν και στον οικονομικό πόλεμο που κήρυξαν οι σχισματικοί κηπουροί στο Δεμίρ Ισάρ, σε βάρος των βουλγαρόφωνων πατριαρχικών κατοίκων, για να τους εξαναγκάσουν να δηλώσουν στην επικείμενη απογραφή όχι ως «ρουμ» αλλά ως «μπουλγάρ», απειλώντας τους σε αντίθετη περίπτωση με οικονομική καταστροφή 212.

Στις 20 Αυγούστου του 1905, βουλγαρική συμμορία εισέβαλε στο χωριό Ράμνα, δολοφόνησε τον πρόκριτο Αθανάσιο Πιπέρκο και απαίτησε την προσχώρηση του χωριού στο σχίσμα.
Όταν ο γιος του ιερέα του χωριού του γνωστοποίησε ότι αυτό δεν ήταν εύκολο, γιατί το χωριό συντηρούνταν από το μητροπολίτη Μελενίκου, η συμμορία περιορίστηκε να ζητήσει την απομάκρυνση του Έλληνα διδασκάλου, ο οποίος προσωρινά, για να αποφύγει τον κίνδυνο, εγκατέλειψε το χωριό 213.

Την εποχή αυτή κάνουν την εμφάνισή τους, για πρώτη φορά, οργανωμένα ελληνικά ένοπλα σώματα. Το Σεπτέμβριο, στην περιοχή του Πετριτσίου δρούσε ελληνικό ανταρτικό σώμα με 23 άνδρες, ενώ αντίστοιχο υπήρχε και στην περιοχή Μελενίκου με δέκα άνδρες. Πέρα από τα σώματα αυτά, στα χωριά που διατηρούσαν ελληνικές κοινότητες υπήρχαν για την ασφάλειά τους πολιτοφύλακες 214.

Ωστόσο, και παρά την ύπαρξη ελληνικών σωμάτων, στις 19 Οκτωβρίου, Βούλγαροι κομιτατζήδες δολοφόνησαν, για την εθνική και πατριωτική δράση του, το διδάσκαλο του Κρουσόβου Περικλή Αστεριάδη από το Καταφύγιο της Μακεδονίας, κοντά στη Λέσνιτσα του Δεμίρ Ισάρ215.

Το Νοέμβριο, οι οθωμανικές αρχές στο Δεμίρ Ισάρ ανακάλυψαν σημαντική βουλγαρική αποθήκη όπλων και πυρομαχικών 216.
Οι αρχές συνέλαβαν τον Βούλγαρο Στογιάννωφ ο οποίος ομολόγησε πολλούς συνεργάτες του. Το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, μετά από έρευνες της τουρκικής αστυνομίας στο Δεμίρ Ισάρ, στο σπίτι του Βουλγάρου αρχιερατικού επιτρόπου, ανακαλύφθηκαν έγγραφα που ενοχοποιούσαν για χρηματισμό το μουαβίνη της πόλης και τον καϊμακάμη.
Έρευνα επίσης διεξήχθη στο σπίτι του διευθυντή του βουλγαρικού σχολείου Δεμίρ Ισάρ, στο Κρούσοβο και στο Σπάτοβο.
Από τα στοιχεία που ανακαλύφθηκαν διαπιστώθηκε, ότι από τα βουλγαρικά σχολεία που λειτουργούσαν στην περιοχή, εννέα δεν διέθεταν την απαιτούμενη άδεια και ότι από τους 48 διδασκάλους, οι 23 έφεραν εικονικές άδειες διδασκαλίας των ανύπαρκτων βουλγαρικών γυμνασίων Δεμίρ Ισάρ, Σπατόβου και Τζουμαγιάς.
Μετά τις παραπάνω αποκαλύψεις η οθωμανική διοίκηση έπαυσε από τα καθήκοντά τους το μουαβίνη και τον καϊμακάμη Δεμίρ Ισάρ, οι οποίοι παραπέμφθηκαν ως υπόδικοι των φόνων του ιερέα και του διδασκάλου Κρουσόβου Περικλή Αστεριάδη 217.

Το 1906, οργανώθηκε καλύτερα η ελληνική άμυνα σε ολόκληρη την περιφέρεια Σερρών με τη δράση δύο ενόπλων ομάδων, συγκροτημένων αποκλειστικά από το ντόπιο στοιχείο, μία για την περιοχή της Νιγρίτας και μία για το διαμέρισμα Πετριτσίου. Η ομάδα του Πετριτσίου αποτελούνταν, όπως προαναφέρθηκε, από 23 άνδρες εκ των οποίων οι δεκαπέντε οθωμανοί και οι οκτώ Έλληνες από το χωριό Στάρτσοβο.
Η ομάδα αυτή κατόρθωσε να απομακρύνει τις βουλγαρικές συμμορίες, όχι μόνο από το Στάρτσοβο, αλλά και από την ευρύτερη περιοχή έως το Μελένικο και τη σιδηροδρομική γραμμή
Σερρών-Θεσσαλονίκης 218.

Ωστόσο, ο μητροπολίτης Μελενίκου Ειρηναίος, αντέδρασε στην πολιτική του ελληνικού προξενείου Σερρών για την οργάνωση πολιτοφυλακών στα χωριά της επαρχίας του, πιστεύοντας ότι τα μέτρα αυτά ενθάρρυναν τη βία, δίχαζαν τους χριστιανούς και κατέστρεφαν τον τόπο.
Ο μητροπολίτης απείλησε με παραίτηση αν συνεχιζόταν η ανάμιξη του Προξενείου στα εσωτερικά της μητρόπολής του 219.

Για μια ακόμη φορά οι σχέσεις της τοπικής Εκκλησίας με την ελληνική διπλωματία εισέρχονταν σε φάση κρίσης.

Το Νοέμβριο του 1906, ο Σαντάνσκι με τη συμμορία του κατόρθωσε να εισέλθει στο Μελένικο, επωφελούμενος την πυκνή ομίχλη που κάλυπτε την πόλη και τη γύρω περιοχή και προφασιζόμενος, αυτός και οι άνδρες του, τους αγωγιάτες, αφού πρώτα επιτέθηκαν στο καραβάνι που εισερχόταν στην πόλη, για να πάρουν τη θέση των αληθινών αγωγιατών. 

Ευτυχώς για την πόλη δεν πέτυχε το εγχείρημά τους επειδή έγιναν αντιληπτοί.

Προκάλεσαν ωστόσο μεγάλη ανησυχία, ώστε ο νέος μητροπολίτης Μελενίκου Αιμιλιανός, στις 27 Νοεμβρίου, να αποστείλει έκθεση στο Πατριαρχείο ζητώντας την προστασία της Μεγάλης Εκκλησίας και την ενέργειά της στην Υψηλή Πύλη, ώστε να εξασφαλισθεί η ασφάλεια των καραβανιών 220.

Ο Σαντάνσκι κατόρθωσε να κάψει 10-12 μουσουλμανικά σπίτια, με σκοπό να ενοχοποιήσει τους Μελενικίους στις οθωμανικές αρχές και να επιτύχει την καταστροφή της πόλης από αυτές, όπως συνέβη στο Κρούσοβο της Πελαγονίας στις 20 Ιουλίου του 1903 με το «Ίλιντεν» 221.

Από τις αρχές του 20ού αιώνα ο Σαντάνσκι είχε καταστεί αληθινή μάστιγα για την περιοχή.
Το 1906 απαγόρευσε αυστηρά στους εξαρχικούς να μεταβαίνουν στην αγορά του Μελενίκου, να εργάζονται στο τρύγο των σταφυλιών, από την πώληση των οποίων και από το κρασί συντηρούνταν αποκλειστικά οι Μελενίκιοι, καθώς και να κάνουν τις αγορές τους από καταστήματα που ανήκαν σε μουσουλμάνους ή σε Έλληνες.

Οι Τούρκοι απάντησαν με τον ίδιο τρόπο έναντι όλων των χριστιανών ανεξαιρέτως 222. Οι ενέργειες αυτές έπληξαν σημαντικά την οικονομία του Μελενίκου και ατόνησαν την αγορά του. Ο Σαντάνσκι υποχρέωσε τους αμπελουργούς να του πληρώσουν είκοσι παράδες για κάθε 125 κιλά σταφύλια. Κάθε χωριό υποχρεώθηκε να του καταβάλει φόρους σε είδος ή σε χρήματα 223.

Το 1906, έξι κάτοικοι του βλαχόφωνου χωριού Ράμνα, με ενέργειες ρουμανιζόντων συγχωριανών τους, συκοφαντήθηκαν στις οθωμανικές αρχές για το φόνο του σχισματικού ιερέα του χωριού Χατζή Μπεϊλίκ και κλείσθηκαν αρχικά στις φυλακές του Δεμίρ Ισάρ και κατόπιν οδηγήθηκαν στη Θεσσαλονίκη για να δικαστούν.
Ο αρχιερατικός επίτροπος Δεμίρ Ισάρ αρχιμανδρίτης Νεόφυτος ζήτησε τη μεσολάβηση του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης για την απελευθέρωση των κατηγορουμένων 224.

Στις 6 Ιουνίου 1906, δολοφονήθηκαν σε ενέδρα από τους Βουλγάρους ο κοτζαμπάσης Σπάσος και ο Μήτας Κέπε, ελληνόφρονες και οι δύο κάτοικοι του χωριού Σάβγιακο 225.
Ιορντάν Στογιάνιωφ

Στα τέλη του ίδιου χρόνου, ο Στογιάνωφ, αρχηγός βουλγαρικής συμμορίας στην περιοχή Δεμίρ Ισάρ, που είχε καταδικαστεί σε θάνατο, από το βουλγαρικό κομιτάτο για προδοτική συμπεριφορά, αφού αποκάλυψε στις οθωμανικές αρχές τα πάντα από τη δραστηριότητα του κομιτάτου στο Δεμίρ Ισάρ και τις Σέρρες, ασπάστηκε στη συνέχεια τον ισλαμισμό μετονομασθείς σε Μεχμέτ Σανδίκ 226.

Στα τέλη Δεκεμβρίου, τρία χωριά της υποδιοίκησης Πετριτσίου το Μίτινο, το Σιαρμπάνοβο και η Τοπόλνιτσα με αναφορά τους προς τις οθωμανικές αρχές και το μητροπολίτη Μελενίκου,
 δήλωσαν την επιστροφή τους υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο 227
Είχε προηγηθεί χρονικά και η επιστροφή του χωριού Κολάροβο της ίδιας περιφέρειας 228.

Ο μητροπολίτης Μελενίκου επισκέφτηκε τα παραπάνω χωριά και καθαγίασε τους ναούς τους 229.
Σημαντικό δείγμα της αλληλεγγύης μεταξύ των ελληνικών κοινοτήτων ήταν η συνδρομή των ελληνικών κοινοτήτων Μελενίκου και Άνω Τζουμαγιάς με το ποσό των 1.080 γροσίων η καθεμιά προς τις ομοιοπαθείς από τη βουλγαρική τρομοκρατία ελληνικές κοινότητες της Ανατολικής Ρωμυλίας και Βουλγαρίας, που δεινά δοκιμάστηκαν από τους Βουλγάρους κατά το 1906 230.

Το 1907 δραστηριοποιούνταν επτά βουλγαρικές συμμορίες στον καζά Μελενίκου, πέντε στον καζά Άνω Τζουμαγιάς, δύο στον καζά Δεμίρ Ισάρ και μία στον καζά Πετρίτσης 231.

Τη νύχτα της Τρίτης 1 Μαΐου προς Τετάρτη 2 Μαΐου του 1907, Βούλγαροι χωρικοί από τα, γειτονικά στο Μελένικο, χωριά Άνω και Κάτω Σουζίτσα, Μάντζοβο, Δερέι Μουσλίμ και Χίρσοβο, οργανωμένοι σε ομάδες από το βουλγαρικό Κομιτάτο εισέβαλαν στα αμπέλια των Μελενικίων και χρησιμοποιώντας κλαδιά με αγκάθια, από αυτά που χρησιμοποιούσαν για το φράξιμο των κτημάτων, προκάλεσαν την καταστροφή των τρυφερών βλαστών και την ολοκληρωτική «αποτύφλωση» των κλημάτων. 

Η οικονομική καταστροφή των Μελενικίων από την πράξη αυτή ήταν δεδομένη και αυτός ήταν ο στόχος του βουλγαρικού Κομιτάτου. 
Τα κλήματα θα χρειάζονταν πάνω από δύο χρόνια για να συνέλθουν. Η παραπάνω ενέργεια των Βουλγάρων ήταν ένα ακόμη κτύπημα που επιχείρησαν σε βάρος της οικονομίας του Ελληνισμού της περιοχής.
 Πριν από τρία χρόνια είχαν αρνηθεί να προσέλθουν, ως εργάτες, στον τρύγο αναγκάζοντας τους Μελενικίους να προσλάβουν οθωμανούς και αθιγγάνους ως εργάτες, ενώ στα τέλη του 1906 δολοφόνησαν τον ταμία της  Δημογεροντίας, Μάνο Γιούρη προκειμένου να εκφοβίσουν τους κατοίκους της πόλης, ώστε από φόβο να μη μπορούν να μεταβούν στα κτήματά τους και να τα καλλιεργήσουν 232.

Στις 11 Μαΐου, άγνωστοι Έλληνες δολοφόνησαν μέσα στο βουλγαρικό παρεκκλήσιο Κάτω Τζουμαγιάς, το σχισματικό ιερέα Δημήτριο και τον καβάση του, ως απάντηση στο φόνο του Αναστασίου Νούση ή Ρότσκα από τους Βουλγάρους, που συνέβη την ίδια μέρα.

Ο σχισματικός ιερέας Δημήτριος ήταν ο πρόεδρος του βουλγαρικού Κομιτάτου Κάτω Τζουμαγιάς 233.
Στις 23 Ιουλίου του ίδιου έτους δολοφονήθηκε από αγνώστους μέσα στο Μελένικο, ο ιερέας Τάσος, από τους πρώτους σχισματικούς ιερείς της περιοχής 234. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βουλγαρική συμμορία δολοφόνησε στην Κάτω Τζουμαγιά τον ελληνοδιδάσκαλο Βασίλειο Γεροβασιλείου, γνωστό για την εθνική του δράση στο Πετρίτσι 235.

Στο χωρίο Σμόλαρ της περιφέρειας Πετριτσίου συνέβησαν, στις αρχές του 1908, ύποπτοι φόνοι Βουλγάρων ληστανταρτών, οι οποίοι προηγουμένως είχαν αμνηστευτεί καταθέτοντας τα όπλα τους.
 Για το γεγονός αυτό κατηγορήθηκαν τέσσερις Βούλγαροι χωρικοί από το Σμόλαρ, οι Ατανάς Γιάγκο, Μήτα Μάνο, Δημήτρη Ζλάτο και Γιοβάν Τοδόρ που όμως αθωώθηκαν.
Το γεγονός πιθανόν οφειλόταν στις ενδοβουλγαρικές παραταξιακές διαφορές που έντονα εμφανίστηκαν αυτήν την εποχή 236.

Με την έναρξη του 1908 όχι μόνο συνεχίστηκαν αλλά και πολλαπλασιάστηκαν τα κακουργήματα και οι δολοφονίες των βουλγαρικών συμμοριών σε βάρος όχι μόνο των Ελλήνων και των οθωμανών αλλά και των ίδιων των εξαρχικών, όσων διαφωνούσαν με την πολιτική του Κομιτάτου και τις αθρόες δολοφονίες πολιτών 237.

Την πρωτοχρονιά του 1908 δολοφονήθηκε από Βούλγαρους αντάρτες ο σχισματικός χωρικός Δόντσο Τάσο, γιατί παντρεύτηκε κόρη πατριαρχικού χωρικού 238.

Την ίδια μέρα δολοφονήθηκε στο χωριό Καρά Σου της Άνω Τζουμαγιάς, από Βούλγαρους αντάρτες, ο ελληνόβλαχος Κώστας, γιος του μουχτάρη του χωριού 239.
 Στις 8 Ιανουαρίου, δεκαμελής βουλγαρική συμμορία έκαψε είκοσι καλύβες βλαχοποιμένων στην περιφέρεια της Άνω Τζουμαγιάς και στις 28 του ίδιου μήνα συμμορία επίσης βουλγαρική έκαψε τα ιαματικά λουτρά και το χάνι του χωριού Μαρικώστενα 240.

Στην περιοχή της Άνω Τζουμαγιάς την ίδια εποχή δρούσε η συμμορία του κομιτατζή Χρήστου 241.

Τον Ιανουάριο του 1908, βουλγαρική συμμορία υπό τους Σεραφείμ, Τσερνοπέεφ και Σπιράκη κατέλυσε στο μοναστήρι κοντά στο χωριό Τσέρκοβο το οποίο απείλησαν να κάψουν αν δεν προσχωρούσε στο δικό τους Κομιτάτο.

Η ενδοβουλγαρική παραταξιακή διαμάχη κορυφωνόταν. 

Οι χωρικοί αρνήθηκαν να υπακούσουν και η συμμορία θα έκαιγε το χωριό, αν δεν πρόφθανε ο τουρκικός στρατός να επέμβει και να το σώσει.
Τον ίδιο μήνα συνελήφθη ένοπλος χωρικός στο χωριό Χούστοβο Μελενίκου. Στην κατοχή του βρέθηκε επιστολή, γραμμένη στα βουλγαρικά με την υπογραφή του κομιτατζή Ποζάρεφ, απευθυνόμενη σε πρόκριτο του χωριού Δερέι Μουσλίμ.

Η επιστολή ειδοποιούσε τον πρόκριτο ότι βουλγαρική συμμορία, με επικεφαλής τον ίδιο το Σαντάνσκι, θα εισέβαλε νύχτα στο χωριό για να τιμωρήσει τους αντιπολιτευόμενους σε αυτόν Βουλγάρους. 

Ο Σαντάνσκι, με τη βοήθεια των χωρικών, πραγματοποίησε το σκοπό του χωρίς η τουρκική χωροφυλακή να μπορέσει να τον εμποδίσει.
 Στις 18 Ιανουαρίου βουλγαρική συμμορία έκαψε το οίκημα και τις αποθήκες του τσιφλικιού του Αλή Βέη στο Μελένικο 244.
Την εποχή αυτή εντείνονται οι δολοφονίες μεταξύ των αντιπάλων μερίδων των Βουλγάρων. Μόνο στο τμήμα Μελενίκου, το οποίο ελεγχόταν από τον Σαντάνσκι 245, κατά το χρονικό διάστημα 1904-1907 δολοφονήθηκαν πάνω από 150 χωρικοί Βούλγαροι.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της βουλγαρικής εφημερίδας «Ήλιντεν» στις 12 Ιανουαρίου 1908 με τίτλο «Η εσωτερική οργάνωσις και η συμμορία Σαντάνσκι», δεν υπήρχε τμήμα της Μακεδονίας και της Θράκης όπου οι προδοσίες ήταν τόσο συχνές όσο στο τμήμα του Μελενίκου.

Όταν απουσίαζε ο Σαντάνσκι, τα βουλγαρικά χωριά απαρνούνταν με δήλωσή τους στον καϊμακάμη την οργάνωση, ανάμεσα σε αυτά και η πατρίδα του Βλάχι.

'Οταν όμως παρουσιαζόταν στην επαρχία, τότε ασκούσε φοβερή τρομοκρατία στο βουλγαρικό πληθυσμό 246. Σπανίως, αναφέρει η ίδια βουλγαρική εφημερίδα σε δημοσίευμά της στις 27 Φεβρουαρίου του 1908, συναντά κανείς βουλγαρικό χωριό στην περιοχή με λιγότερα από δέκα θύματα. Ωστόσο, την ίδια εποχή ο Σαντάνσκι απέφευγε από φόβο τις βιαιοπραγίες σε βάρος του πατριαρχικού πληθυσμού, αρκούμενος στην κατατρομοκράτηση των αντιπάλων του Βουλγάρων, Τούρκων και αθιγγάνων 247.

Το Σάββατο, 8 Μαρτίου, στο χωριό Τσερέσνιτσα, μιάμιση ώρα από το Μελένικο, σε κρημνώδη περιοχή συνεπλάκη δεκαμελές στρατιωτικό απόσπασμα με πολυμελή βουλγαρική συμμορία την οποία έτρεψε σε φυγή 248.

Στις 22 του ίδιου μήνα, καταδικάστηκε σε τετραετή φυλάκιση ο Νάσος Μήτρε από την Κάτω Τζουμαγιά με την κατηγορία, ότι επιχείρησε να δολοφονήσει τον αντιπρόσωπο της βουλγαρικής Εξαρχίας στην Κάτω Τζουμαγιά ιερέα Γιοβάν τη στιγμή που αυτός μετέβαινε στην εκκλησία 249.

Τη φιλήσυχη κοινωνία του Μελένικου συντάραξε, τον Απρίλιο του 1908, κακούργημα που διέπραξε ο Αλβανός Σαμπρής, ο οποίος εισήλθε στο παντοπωλείο των αδελφών Ι. Κούσκα στο Μελένικο και μαχαίρωσε νεαρό Στρωμνιτσιώτη. Ο δολοφόνος συνελήφθη στην τοποθεσία Καλαμιώτης, σε απόσταση είκοσι λεπτών από το Μελένικο 250.

Τον ίδιο επίσης μήνα (Τρίτη 29 Απριλίου) το έκτακτο δικαστήριο Θεσσαλονίκης καταδίκασε τους εξής Έλληνες της Κάτω Τζουμαγιάς και της γύρω περιοχής: σε ισόβια δεσμά με την κατηγορία τη συγκρότηση συμμορίας με σκοπό την ανταρσία, το Δημήτριο Ρότσκα από την Κάτω Τζουμαγιά και το Νικόλαο Τσίγκου από τη Ράμνα, σε πενταετή δεσμά για την υπόθαλψη ανταρτών τους Δημήτριο Σαρηκύρου, Στέργιο Παπαπέτρου από την Κάτω Τζουμαγιά, όπως επίσης και τους Νάκη Τζαμάλη και Ιωάννη Μητρούση που καταδικάστηκαν σε τριετή φυλάκιση.

Αθωώθηκαν από τις παραπάνω κατηγορίες ο έμπορος Δημήτριος Τατσίκας και οι Νικόλαος Πατόβαλης, Στέργιος Καρακίτσου, Κων. Γεωργίου, Νικ. Θεοδώρου, Χρ. Αθανασίου, Στογιάν Βελίκ, Κων. Στογιάν και κάποια γυναίκα με το όνομα Αικατερίνη, όλοι τους από την Κάτω Τζουμαγιά 251.

Ο μητροπολίτης Μελενίκου Αιμιλιανός με δύο εκθέσεις του προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 9 και 15 Μαΐου του 1908, που δημοσιεύτηκαν στην Κωνσταντινουπόλεως 252, κατήγγειλε τις δολοφονίες ορθοδόξων, αλλά και τις δολοφονίες Βουλγάρων χωρικών από τον Σαντάνσκι, ο οποίος επέβαλε ένα κλίμα τρομοκρατίας σε ολόκληρη την περιοχή και εξόντωσε σχεδόν το 90% των ανθρώπων πενήντα ετών και πάνω.

 Οι καταγγελίες του μητροπολίτη στη δεύτερη έκθεσή του αφορούσαν και θεολογικά ζητήματα, καθώς ο Σαντάνσκι, κατά το μητροπολίτη, επιδίωκε στα όρια της περιοχής που ήλεγχε να επιβάλει θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις. 
Επέβαλε στους χωρικούς να εορτάζουν το Πάσχα νωρίτερα, να τρώνε κρέας το πρωί του Μ. Σαββάτου, να μη τηρούν τις νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής, να μην προσκυνούν τις άγιες εικόνες και να μην τιμούν τους αγίους και τη Θεοτόκο, αντιλήψεις καθαρά προτεσταντικές 253.

Η οργάνωση του Μακεδονικού Αγώνα στην περιοχή

Για την Ανατολική Μακεδονία, δυστυχώς δεν έχουμε απομνημονεύματα οπλαρχηγών. 

Υπάρχουν όμως οι «Εκθέσεις» του τότε προξένου Σερρών Αντωνίου Σακτούρη στο Υπ. Εξ. 255, που μας δίνουν μια ανάγλυφη εικόνα της εποχής και της κατάστασης.
 Οι εκθέσεις αυτές αρχίζουν από τις 30 Νοεμβρίου του 1906 και τελειώνουν στις 31 Δεκεμβρίου του 1907.

Μέσα από αυτές φαίνεται ότι η οργανωμένη ένοπλη αντίδραση των Ελλήνων κατοίκων άργησε να κάνει την εμφάνισή της στο χώρο της Ανατολικής Μακεδονίας.

Ο πρόξενος Αντ. Σακτούρης, στην αναφορά του στις 4 Ιανουαρίου του 1907 τόνιζε: «Δυστυχώς ή ημετέρα όργάνωσις εύρίσκεται άκόμα έν τη γενέσει » 256.
Γεγονός που φανερώνει ότι πιο πριν η διατήρηση ενόπλων σωμάτων στην Ανατολική Μακεδονία ήταν αδύνατη εξαιτίας του εδάφους ή και της απροθυμίας των κατοίκων 257.

Τον Ιανουάριο του 1907 υπήρχαν τέσσερα ελληνικά σώματα στην ευρύτερη περιοχή των Σερρών, ενώ γίνονταν προσπάθειες, ώστε το κάθε χωριό να έχει το δικό του σώμα.

 Η επαρχία Μελενίκου είχε το μειονέκτημα να βρίσκεται κοντά στα βουλγαρικά σύνορα από όπου περνούσαν σχεδόν ελεύθερα συμμορίες και όπλα.
Ωστόσο, παρότι η οργάνωση άργησε, έγινε με καλύτερο σύστημα. Χρησιμοποιήθηκαν μικρά σώματα στρατολογημένα από ντόπιους, αφού μεγάλα, όπως εκείνα της Δυτικής Μακεδονίας, με εκατόν είκοσι, ογδόντα, εξήντα ή σαράντα άνδρες ήταν σχεδόν άγνωστα στην Ανατολική Μακεδονία 258.

Η οργανωμένη ένοπλη ελληνική δράση στην περιοχή άρχισε όταν στάλθηκε στις Σέρρες ως γενικός πρόξενος ο Αντώνιος Σακτούρης με συνεργάτες το Δημοσθένη Φλωριά και το Β. Καψαμπέλη.
 Κατόπιν αυστηρών εντολών του Αθηνών, η δράση των ελληνικών σωμάτων στράφηκε αποκλειστικά κατά του βουλγαρικού Κομιτάτου, για να σταματήσει το έργο του, την τρομοκράτηση δηλαδή των Ελλήνων χωρικών, τις δολοφονίες και τους εμπρησμούς.

 Για το λόγο αυτό η ηγεσία του αγώνα στην αρχή απέφευγε κάθε σύγκρουση με τις οθωμανικές αρχές, σύγκρουση ανώφελη και ικανή να δημιουργήσει αντεκδικήσεις και αντίποινα και να επιδεινώσει τη θέση των ελληνικών πληθυσμών.

Η Ηχώ των Παρισίων σε άρθρο της, ανέφερε σχετικά, ότι η κατάσταση στο Σαντζάκι των Σερρών, ύστερα από την εξέγερση του ελληνικού πληθυσμού και των αλλεπάλληλων συγκρούσεων και μαχών, ήταν η σοβαρότερη στη Μακεδονία 259.

Στην περιοχή του Μελένικου η αντιμετώπιση των βουλγαρικών ενεργειών γινόταν με τη συνεργασία των Τούρκων.

 Ο οθωμανός Ριζά είχε ζητήσει το σχηματισμό ενόπλου ελληνοτουρκικού σώματος υπό τις εντολές του.
Το ίδιο συνέβαινε και στη γειτονική περιοχή του Πετριτσίου, όπου δραστηριοποιούνταν κυρίως το σώμα του Αβδουλάχ Τσαούς 260.

Για την καλύτερη οργάνωση της Ελληνικής Άμυνας στην ευρύτερη περιοχή το Σαντζάκι των Σερρών διαιρέθηκε μυστικά σε δέκα τμήματα και υπήχθη στις διαταγές της Γενικής Διοίκησης του Αγώνα, με αρχηγό το Δημοσθένη Φλωριά 261.

Η διαίρεση έγινε με βάση τον «Κανονισμό Οργανώσεως των τμημάτων και χωριών του Σαντζακίου Σερρών» που εγκρίθηκε από τη Γενική Διοίκηση της Ελληνικής Άμυνας της Ανατολικής Μακεδονίας, όπως ονομάστηκε η οργάνωση, τον Ιανουάριο του 1908. Κάθε τμήμα θα είχε τον επικεφαλής του και όλοι θα υπάγονταν κάτω από τις διαταγές του γενικού αρχηγού που θα ενεργούσε βάσει του παραπάνω Κανονισμού.
 Όλοι ήταν υποχρεωμένοι να πειθαρχήσουν με όρκο 262.

Η διαίρεση του Σαντζακίου Σερρών έγινε ως εξής:

Α. Τμήμα Δαρνακοχωρίων, οικισμοί επτά.
Β. Τμήμα Ζίχνης, οικισμοί δεκατρείς ελληνόφωνοι.
Γ. Τμήμα Ζίχνης, οικισμοί εννέα ελληνόφωνοι.
Δ. Τμήμα Ζίχνης, οικισμοί δέκα ελληνόφωνοι.
Ε. Τμήμα Νιγρίτης.
ΣΤ. Τμήμα Νιγρίτης.
Ζ. Τμήμα Σερρών, οικισμοί 18, 15 βουλγαρόφωνοι, δύο ελληνόφωνοι και ένας μεικτός. Από τα χωριά του τμήματος αυτού στην επαρχία Μελενίκου ανήκαν η Κάτω Τζουμαγιά, η Ράμνα, τα Πορρόια, το Μπούτκοβο, το Σπάτοβο, το Ερνί κιόι, το Κιουπρί, το Κουμλί, το Λάτροβο, το Μπαρακλή και το Λιπός.
Η. Τμήμα Δεμίρ Ισάρ, οικισμοί επτά, έξι βουλγαρόφωνοι (Βέτρινα, Καμαρότο, Κρούσοβο, Μελνικίτσι, Ράδοβο), ένας ελληνόφωνος το Δεμίρ-Ισάρ.
Θ. Τμήμα Πετριτσίου, οικισμοί δέκα: εννέα βουλγαρόφωνοι (Γιαμπορόβιτσα, Κάμινα, Κολάροβο, Πετρίτσι, Μπογορόδιτσα, Σιρμπάνοβο, Μίτινο, Στάρτσοβο, Σμολάρι), ένας ελληνόφωνος το Μελένικο.
Ι. Πόλις Σερρών.

Στα περισσότερα χωριά, υπήρχαν οργανωμένες επιτροπές από πέντε μέλη και πολιτοφυλακές και σε άλλα μόνο πράκτορες, οδηγοί και πολιτοφύλακες 263.

Σύμφωνα με τις οδηγίες του Έλληνα ανθυπολοχαγού Δημοσθένη Φλωριά, που με το επίθετο Νούτσιος υπηρετούσε ως γραμματέας του προξενείου Σερρών, η περιφέρεια Σερρών διαιρέθηκε επίσης σε τρία γενικά Αρχηγεία 264:


α). Γενικό Αρχηγείο Μπέλλες, με έδρα την Κάτω Τζουμαγιά και δικαιοδοσία τις περιοχές Μελενίκου, Πετριτσίου, Δεμίρ Ισάρ και τμήματος του κάμπου Σερρών, όπου και η Κάτω Τζουμαγιά 265.

Στέργιος Ι. Βλάχμπεης
 (καπετάν Στέργιος)


Αρχηγός τοποθετήθηκε στην αρχή ο Αλέξανδρος Ευρυθιώτης ή Αϊβαλιώτης 266 από τις Κυδωνιές της Μικράς Ασίας και στη συνέχεια ο Στέργιος Βλάχμπεης από την Κάτω Τζουμαγιά267.

Σε περίπτωση καταδίωξης το ένοπλο σώμα θα μετέβαινε για ασφάλεια στα Νταρνακοχώρια Σερρών, ενώ το καλοκαίρι θα μπορούσε να παραμείνει στο όρος Μπέλλες.
Στο τέλος κάθε μήνα θα αποστέλλονταν στον αρχηγό του τμήματος τα έξοδα του μήνα (μισθοί ανδρών, πολιτοφυλάκων, οδηγών και αγγελιοφόρων, συντάξεις και έκτακτες δαπάνες).

β). Αρχηγείο Ζίχνης.

γ). Αρχηγείο Νιγρίτας

Στις οδηγίες του ο Δ. Φλωριάς τόνιζε ότι ουδέποτε έπρεπε να πιέζονται οι χωρικοί στο ζήτημα των εράνων. Το ζήτημα αυτό έπρεπε να θεωρείται σαν η τελευταία προς το έθνος υποχρέωση των χωρικών. Εφιστούσε επίσης ιδιαιτέρως την προσοχή των αρχηγών, ώστε η είσπραξη των εράνων να γίνεται σύμφωνα με τον κανονισμό.

Οι οδηγίες επίσης του Δ. Φλωριά προνοούσαν για επιτροπές δικαστήρια εθελοντές.
Το Κέντρο, σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές, έπρεπε να παύσει να δέχεται τους χωρικούς που προσέρχονταν σε αυτό για να λύσουν τις διαφορές τους και να τους παραπέμπει στις επιτροπές των χωριών, ώστε αυτές να επιληφθούν για τη λύση των διαφορών των χωρικών. Σε περίπτωση αμελείας ή αδιαφορίας οι οδηγίες όριζαν τιμωρία, τονίζοντας ότι, εάν δεν εφαρμόζονταν αυτά, τότε οι κανονισμοί ήταν περιττοί και ποτέ οι ομογενείς δεν θα μπορούσαν να συνηθίσουν στην αυτοδιοίκηση 268.


Οι οδηγίες όριζαν για το Σαντζάκιο Σερρών τα εξής σώματα 269:

α). Σώμα Νιγρίτας Χαλκιδικής.
β). Σώμα Λίμνης Αχινού (απόσπασμα).
γ). Σώμα Δαρνακοχωρίων (απόσπασμα).
δ). Σώμα Παγγαίου (απόσπασμα).
ε). Σώμα Τζουμαγιάς Μπέλλες.
στ). Σώμα Τζουμαγιάς.
ζ). Σώμα Ζίχνης.

Το σώμα Τζουμαγιάς-Μπέλλες είχε ορμητήριό του το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Μπουτκόβου.
Παλαιότερα, συγκεκριμένα το 1905, αναφέρονται δύο ανταρτικά σώματα που δρούσαν στην περιοχή Μπέλλες με 24 περίπου άνδρες, το ένα με αρχηγό τον Βασίλη Μανόλη από τα Πορρόια και το δεύτερο με αρχηγό τον Ηπειρώτη Γ. Κωνσταντίνου ή Τζάμη, χωρίς όμως να συνεργάζονται μεταξύ τους 270. Το γεγονός αυτό έκανε ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για σχεδιασμό οργανωμένης δράσης.

 Στις 10 Αυγούστου του 1905 οι δύο ομάδες υπέγραψαν συμφωνητικό για την από κοινού δράση τους.
Το συμφωνητικό υπέγραψε και ο ηγούμενος της μονής Μπουτκόβου Αμβρόσιος 271.
Η ελληνική άμυνα θα υποβοηθούνταν και από τα σώματα των προαναφερθέντων οθωμανών Ριζά στην περιοχή Μελενίκου και Αβδουλάχ Τσαούς στην περιοχή Πετριτσίου 272.
Το Σώμα Τζουμαγιάς-Μπέλλες συγκροτήθηκε από 15 οπλίτες υπό τις αρχηγίες του Αλέξανδρου Ευρυθιώτη 273.

Ο Δημοσθένης Φλωριάς έδινε ιδιαίτερη σημασία στη δράση της ομάδας Τζουμαγιάς-Μπέλλες:

«οφείλει νά άποσπάση εις Μπέλεσι μικρόν τμήμα (άρματολίκιον) ύπό καλό ν καπετάνιον, τό όποιον νά έμφανισθή εις Μπέλεσι χρησιμοποιούν τούς έμπιστους τών Πορροΐων καί Ράμνας, Σταρτσόβου καί Πετριτσίου. 
Έν άνάγκη δέ καί τού έκ Γιουρουκλερί πιστού Αβδουλάχ Τσαούς... 
Έπικρατούντες εις Μπέλες αύξάνομεν τήν έπιρροήν ήμών καί εις Στρώμνιτσαν. Συνεργαζόμενοι μετά Στρωμνίτσης δύναται έν άνάγκη νά καταφύγει έκεΐ τό Σώμα Μπέλες. 
Όργανούντες τό Μπέλες δυνάμεθα νά ύποδεχόμεθα τό καταδιωκόμενον σώμα Στρωμνίτσης καί άπό κοινού έπιτιθέμεθα. Διά τής άμέσου έπικοινωνίας μετά Στρωμνίτσης θά παρέχηται εις τά σώματα άμοιβαία προστασία καί ένίσχυσις καί συνεργασία. 
Έπικρατούντες εις Μπέλες έμφανιζόμεθα εις Μελένικον ένθα μικρόν καί κατ' ολίγον θά αύξήσωμεν τήν έπιρροήν ήμών καί θά δυνηθώμεν καταλλήλως καί φρονίμως έκεΐ έργαζόμενοι (καθώς εις Καζάν Πετριτσίου) νά έπωφεληθώμεν τών δυσαρεσκειών τών κατοίκων τών χωρίων έκ τών βουλγαρικών λαθών, τής τρομοκρατίας καί τής άτιμου φορολογίας, εις τήν όποίαν έχει ύποβάλει αύτούς ό Σανδάνσκυ καί έπομένως θά άνακτήσωμεν χωρία τινά... Περισσότερα ώφελήματα θά πορισθώμεν έκ τής έπικρατήσεως εις Μπέλες καθ' όσον άφορά εις τήν μεγάλη ν πεδιάδα καί δή τήν περί τήν λίμνην τού Μπουτκόβου ώκημένην χώρα. Έκ τής συνεργασίας μάλιστα τού σώματοςΜπέλες μετά τού σώματος Τζουμαγιάς θά δυνάμεθα τό μνησθέν τμήμα νά...
» 274

Το σώμα Τζουμαγιάς είχε ως στόχους 275:

1. Να συγκρατεί στην Ορθοδοξία (Πατριαρχείο) τα χωριά της περιφέρειας Τζουμαγιάς και Δεμίρ Ισάρ με συχνές εισόδους σε αυτά.

2. Να τιμωρεί τα όργανα της βουλγαρικής προπαγάνδας (πράκτορες, οδηγούς, αγγελιοφόρους).

3. Να οργανώσει τους κατοίκους της Κάτω Τζουμαγιάς και να τους υποχρεώσει, κυρίως τους βουλγαροφώνους, να κατασκευάσουν κρύπτες.

4. Να εξοντώσει με τους πολιτοφύλακες της Τζουμαγιάς τους Τουρναίους(;) καθώς και τον Βούλγαρο πρωτοσύγκελο.

5. Να περιέλθει το Σώμα τα βουλγαρόφωνα σπίτια της Τζουμαγιάς για φρονιματισμό των κατοίκων.

6. Να τιμωρήσει τους προδότες της Τζουμαγιάς.

7. Να κατασκευάσει κρύπτες στα χωριά Μπαρακλή, Πρόσνικ, Λάτροβο και Ράδοβο, καθώς και δύο ή τρεις καλές κρύπτες στο Δεμίρ Ισάρ.

8. Να οργανώσει τις διαβάσεις του ποταμού Στρυμόνα, ώστε να μπορεί να διαφεύγει στη Χαλκιδική και στα χωριά του Μπέλλες, Ράμνα και Πορρόια.

9. Να συνεργάζεται με το Σώμα του Μπέλλες.

10. Να συνεργάζεται με το Σώμα της Νιγρίτας.

11. Να οργανώσει, σε συνεννόηση με τους Βλάχους, το βουνό Λαϊλιάς.

Τα σώματα Τζουμαγιάς και Νιγρίτας έπρεπε να βρίσκονται συνεχώς σε επαφή και συνεννόηση. Σε περίπτωση που δεν σχηματιζόταν το σώμα της Τζουμαγιάς η περιοχή θα περιερχόταν στην ευθύνη του σώματος της Νιγρίτας.

Στην περιοχή δραστηριοποιήθηκε ιδιαίτερα το ένοπλο σώμα του Στέργιου Βλάχμπεη 276 από την Κάτω Τζουμαγιά, το οποίο έλαβε μέρος σε πολλές συμπλοκές με βουλγαρικά σώματα και οθωμανικά στρατιωτικά αποσπάσματα στις περιοχές Τζουμαγιάς, Μπέλλες, Πετριτσίου, Μελενίκου και Σερρών 277 και συνέβαλε αποφασιστικά στην εξουδετέρωση της βουλγαρικής και ρουμανικής προπαγάνδας στην Κάτω Τζουμαγιά 278.

Τον Ιούλιο του 1908, με την οθωμανική συνταγματική μεταπολίτευση και το τέλος της ένοπλης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα καθώς και τη χορήγηση γενικής αμνηστείας, παρουσιάστηκε στις οθωμανικές αρχές του Πετριτσίου το ενδεκαμελές σώμα Μελενίκου-Δεμίρ Ισάρ και στις αρχές Άνω Πορροΐων το δεκαμελές σώμα με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Ευρυθιώτη 279.

Η συστηματική αυτή οργάνωση, για τον ένοπλο αγώνα, με γυμνασμένη καλά τη νεολαία των μακεδονικών χωριών, ατόνησε δυστυχώς με την κήρυξη του νεοτουρκικού συντάγματος και δεν πρόφτασε να αποδώσει τους αναμενόμενους καρπούς.


Παραπομπές

--------------------------------------------------
124 Για τα βουλγαρικά κομιτάτα και την βλ.Douglas Dakin, Ο Ελληνικός Αγώνας στη Μακεδονία i8g/-igi3, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 63-76. Η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση με το σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες» είχε ως στόχο την πολιτική αυτονομία της Μακεδονίας κατά το πρώτυπο της Ανατολικής Ρωμυλίας. Η οργάνωση αυτή έμεινε γνωστή και ως «Κομιτάτο των Σαντραλιστών». Δύο χρόνια αργότερα, το 1895, ιδρύθηκε η Εξωτερική Μακεδονική
, ως το ανώτατο αργηγείο των βουλγαρικών οργανώσεων στη Μακεδονία και τη Θράκη. Η δεύτερη αυτή οργάνωση, που ονομάστηκε και «Κομιτάτο των Βερχοβιστών», εμφανιζόταν απροκάλυπτα ως βουλγαρική και με απώτερο στόχο την πλήρη εφαρμογή των όρων της Συνθήκης του «Αγίου Στεφάνου», δηλαδή την ενσωμάτωση της Μακεδονίας και της Θράκης στο Βουλγαρικό κράτος (Π. Τσάμης, Ο Μακεδονικός Αγών, Θεσσαλονίκη 1975, σ. 47-49).
125 ΑΜΘ, φάκ. 20/4/2917, Μελενίκου Αλέξανδρος προς μητρ. Θεσσαλονίκης, Μελένικο 7 6.1893.
126 Ό.π.
127 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών προς Υπ. Εξ., 26/2.2.1895/169/20.2.1895.
128 Μ. Paillares, Η Μακεδονική θύελλα. Τα πύρινα χρόνια igog-igo/, Αθήνα 1993, σ. ι8ι και Π. Τσάμης, Ο Μακεδονικός Αγών, σ. 51. Ο Τσάμης αναφέρει ότι σκοτώθηκαν επτά Έλληνες κάτοικοι του Μελενίκου.
129 Κων. Τσώπρος, Αναμνήσεις, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 33.
130 «Ρωμανοβουλγαρική έρις», Αγών, φ. 78 (Παρασκευή 15.91900), σ. 3.
131 ΑΟΠ, κώδ. 888, φ. 355, Τώ Μελενίκου Κωνσταντίνω, 1897.
132 Γ. Ι. Λιάος, « Το Στάρτσιοβο κατά τα έτη 1900-1913», ΣΧ 3 (ΐ958) 228.
133 Βλέπε: Παν. Στάμος, Το ηρωικόν Στόρτσοβον. Μια χαμένη πατρίδα, Αθήναι 1979.
134 'Ο.π., σ. 25, 26.
135 Π. Τσάμης, Ο Μακεδονικός Αγών, σ. 102.
136 Γ. Ι. Λιάος, ό.π., σ. 226.
137 «Εν ταις Επαρχίαις», Ταχυδρόμος, φ. 154 (Τετάρτη 21.10.1898), σ. 3.
138 «Μακεδονία (ανταπόκριση 20.6.1899)», Αγών, φ. 15 (Παρασκευή 2.7.1899), σ. 3.
139 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς πρέσβη Κωνσταντινουπόλεως Ν. Μαυροκορδάτο, 7/18.1.1900.
140 Α ΥΕ, Αναπλ. Πρόξ. Σερρών Λ. Παπαπαύλου προς Υπ. Εξ. Αθ. Ρωμάνο, 311/18.9.1900/245/1.10.1900.
141 Α ΥΕ, Αναπλ. Πρόξ. Σερρών Λ. Παπαπαύλου προς Υπ. Εξ. Αθ. Ρωμάνο, 246/9.8.1900/2012/17.8.1900.
142 Α ΥΕ, Αναπλ. Πρόξ. Σερρών Λ. Παπαπαύλου προς Υπ. Εξ. Αθ. Ρωμάνο, 306/15 91900/2454/1.10.1900.
143 «Εν ταις Επαρχίαις», Ταχυδρόμος, φ. 711 (Τετάρτη 27.91900), σ. 3.
144 ΑΜΘ, φάκ. 20/4/2932, Δημογεροντία Μελενίκου προς μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, Μελένικο1.4.1900.Υπογράφουν οι δημογέροντες: Πολυζώης Θεοφάνης, Εμμανουήλ Γ. Γιούρης, Α. Ιωαννίδης, Παν. Βάκης, Όθων Σιββάς.
145 ΑΟΠ, κώδ. 961, φ. 462, Τώ Μελενίκου Ιωακείμ, 13.12.1901.
146 ΑΟΓΤ, κώδ. 961, φ. 461, Τώ Μελενίκου Ιωακείμ, 13.12.1901.
147 ΑΜΘ, φάκ. 20/4/2939, Μελενίκου Ιωακείμ προς μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, Δεμίρ Ισάρ 28.12.1901/270.
148 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρας προς Υπ. Εξ. Άθ. Ρωμάνο, 63/13.31901/763/3 41901 (συνημ. Επιστολή εκ Μελενίκου).
149 'Ο.π. (συνημ. Επιστολή εκ Πετρίτσης, 10 Μαρτίου 1901).
150 «Μακεδονία» (ανταπόκριση 8.12.1901), Αγών, φ. 143 (Παρασκευή 14.12.1901), σ. 3.
151 Α ΥΕ, α.α.κ./Β', Πρόξ. Ι. Πολυχρονιάδης προς Υπ. Εξ., 386/17 6.1909/5085/9 61909.
152            Α ΥΕ, α.α.κ./Β', Πρόξ. Ανδρ. Μεταξάς προς Υπ. Εξ. Δ. Καλλέργη 107/20.3.1910/551/13 41910.
153 ΑΟΠ, κώδ. 961, φ. 355, Προς τους προκρίτους και λοιπούς χριστιανούς του χωρίου Γερμάνι Μελενίκου, 11.10.1901.
154 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Υπ. Εξ. Αλ. Ζαΐμη, 83/20.4.1902/928/27.41902.
155 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Υπ. Εξ. Αλ. Ζαΐμη, 90/2.5.1902/1209/20.5.1902.
156 Α ΥΕ, Προξ. Σερρών προς Υπ. Εξ. 99/24 51902.
157 Α ΥΕ, 1902/I, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Υπ. Εξ. Αλ. Ζαΐμη, 190/29.91902/2314/10.10.1902. Για το ίδιο θέμα βλ. Π. Τσάμης, Ο Μακεδονικός Αγών, σ. 82. Ο Τσάμης αναφέρει ότι η απόφαση για το «Κίνημα» ελήφθη από το Κομιτάτο των Βερχοβιστών (βλ. σχετικά υποσημ.124) στην Ανω Τζουμαγιά και ότι του κινήματος θα ηγούνταν ο Βούλγαρος στρατηγός Τσιόντσεφ.
158 AYE, 1902/I, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Υπ. Εξ. Αλ. Ζαΐμη, 195/910.1902/2370/17.10.1902.
159 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Υπ. Εξ. Αλ. Σκουζέ, 243/18.12.1902/2898/ 28.12.1902 και Π. Τσάμης, ό.π., σ. 85.
160 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Υπ. Εξ., 30/1.31903.
161 Α ΥΕ, Διευθ. Πρόξ. Σερρών Ίων Δραγούμης προς Υπ. Εξ., 325/5121903/4084/27.12.1903.
162 Πρόκειται για το γνωστό: D. Μ. Brancoff, La Macedoine etlapopulation chretienne, Paris 1905.
163 Μ. Paillares, Η Μακεδονική θύελλα, σ. 448-452.
164 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Υπ. Εξ., Αλ. Σκουζέ, 40/21.3.1903/949/8 41903.
165           ΑΜΘ, φάκ. 20/42943, Μελενίκου Ιωακείμ προς μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, Δεμίρ Ισάρ 24.5.1903/1268.
166 Α ΥΕ, Τηλεγράφημα Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Υπ. Εξ., 2-15 41903.
167 Γ. Ι. Λιάος, «Το Στάρτσιοβο», σ. 230.
168 'Ο.π. υποσημ. ι6ι. Για τα γεγονότα του «Ίλιντεν» και τη σημασία τους βλ. Π. Τσάμης, Ο Μακεδονικός Αγών, σ. 116-124.
169 Α ΥΕ, Διευθ. Πρόξ. Σερρών Ίων Δραγούμης προς Πρωθ. και Υπ. Εξ. Δ. Ράλλη , ι87/ΐ9 9.!903/ 2819/26.9.1903. Το κείμενο αντί κλητήριον τιτλοφορείται κωλυτήριον γεγονός που σημαίνει ότι μεταφράστηκε στην ελληνική από άτομο που δε γνώριζε πολύ καλά την ελληνική γλώσσα. Αυτό το διαπιστώνει κανείς και στο υπόλοιπο του εγγράφου όπως και στην ορθογραφία.
170 Ό. π. υποσημ. ι6ι.
171 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς πρέσβη Κωνσταντινουπόλεως Ν. Μαυροκορδάτο, 7/18.1.1900.
172 Ό.π.
173 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Υπ. Εξ., 203/27.10.1900.
174 Ο.π.
175 Α ΥΕ ΐ9οο/Αδ-3., Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς πρέσβη Κωνσταντινουπόλεως Ν. Μαυροκορδάτο 27/142.1901.
176
177          Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρας προς Υπ. Εξ. Αθ. Ρωμάνο, 57/5 31901/610/19.31901.
178            υποσημ. ι73
179 ΑΜΘ, φάκ. 20/14/2939, Μελενίκου Ιωακείμ προς μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, Δεμίρ Ισάρ28.ι2.ι90ι/270.
180 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών προς Υπ. Εξ., 96/16.5.1902.
181 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών (διευθύνων) Ι. Δραγούμης προς Υπ. Εξ., 11/2.1.1904. Για τη δράση βουλγαρικών σωμάτων στην επαρχία Μελενίκου βλ. και Douglas Dakin, Ο Ελληνικός Αγώνας στη Μακεδονία i8g/-igi3, σ. 106-111.
182 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Υπ. Εξ. Αλ. Ζαΐμη, 107/27.2.1904.
183 ΑΜΘ, φάκ. 20/4/2945, Μελενίκου Ειρηναίος προς μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Αλέξανδρο, Δεμίρ Ισάρ 30.ι. 1904 και ΑΜΘ, φάκ. 20/4/2946, Μελενίκου Ειρηναίος προς μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Αλέξανδρο, Δεμίρ Ισάρ 931904.
184 «Επιστέλλουσιν εκ Μελενίκου», ΕΑ 28/έτος κδ' (1904) 343-345.  
185 «Εκ Μελενίκου», ΕΑ 28/έτος κδ' (1904) 403, 404.
186 ,          σ. 485, 486.
187 Α ΥΕ, Υπ. Εξ. προς Πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως, 1590/27.10.1904. Για τις διενέξεις μεταξύ μητροπολιτών και Προξένων βλ. σχετικά στο έργο του Χρ. Καρδαρά, Ιωακείμ Γ'-Χαρ., Αθήνα ι998.
188 ΑΜΘ, φάκ. 20/4/2947, Μελενίκου Ειρηναίος προς Γενική Διοίκηση Θεσσαλονίκης, Μελένικο 24.7.1904.
189 Για το θέμα αυτό βλ. Douglas Dakin, Ο Ελληνικός Αγώνας, σ. 451-477. Για το περιεχόμενο του σχεδίου βλ. Π. Τσάμης, Ο Μακεδονικός Αγών, σ. 134-136, 4οι.
190 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Υπ. Εξ. Αθ. Ρωμάνο, 168/11.5.1904/1824/22.5.1904.
191 Ο Μ. Paillares αναφέρει τους Γάλλους αξιωματικούς: Sarrou για το Δεμίρ Ισάρ, Enchery για την Ανω Τζουμαγια, Bouvet για το Μελένικο και Falkonetti για το Πετρίτσι (Μ. Paillares, Η Μακεδονική θύελλα, σ. 143).
192 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Υπ. Εξ. Άθ. Ρωμάνο, 192/24.6.1904/2385/5.7.1904. α) συνημ. Επιστολή του διδασκ. Στιβαρού προς τον μητροπολίτη Μελενίκου, Δεμίρ Ισάρ 14 6.1904, β) συνημ. Επιστολή του διδασκ. Ν. Παπαπέτρου προς Πρόξ. Σερρών, Βαϊρακλή Τζουμαγιά 14.6.1904. Όπως και το 196/26.6.1904/2384/571904.
193 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Υπ. Εξ. Άθ. Ρωμάνο, 282/21.9.1904/3286/24.91904.
194 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Υπ. Εξ., 329/5111904/4240/29.91904.
195 Γ. Ι. Λιάος, «Το Στάρτσιοβο», σ. 229.
196 Παν. Στάμος, Το ηρωικόνΣτόρτζοβον, σ. 31.
197 Γ. Ι. Λιάος, ό.π., σ. 230,231.
198 Ό.π, σ. 232 και Παν. Στάμος, ό.π, σ. 34-36.
199 ΑΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Πρωθ. & Υπ. Εξ. Δ. Ράλλη, 131/8.71905/2748/18.7.1905.
200 Π. Στάμος, , σ. 38.
201 Κων. Τσώπρος, Αναμνήσεις, σ. 41.
 202 Γ. Ι. Λιάος, «Το Στάρτσιοβο», σ. 232.
203 Ό.π., σ. 233.
204 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Υπ. Εξ., Αλ. Σκουζέ, 42/1.31905/902/10.3.1905.
205 «Επίσημοι ειδήσεις μηνός Μαρτίου, Σέρραι τη 30η Μαρτίου», Ελληνισμός8 (1905) 236.
206 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ιω. Στορνάρης προς Υπ. Εξ., 100/3.6.1905. Για το Κομιτάτο βλ. σχετικά στην υποσημ. ι24.
207 , Εν Κωνσταντινουπόλει 1906 (Θεσσαλονίκη 2ΐ993), σ. 8ι.
208 , σ. 80, 8ι.
209 «Εκκλησιαστικά χρονικά Επιστολή εκ Μελενίκου», ΕΑ 29/έτος κε' (1905) 345.
210 «Επίσημοι Ειδήσεις εκ της Ελληνικής Χερσονήσου», Ελληνισμός 8 (1905) 794.
211 Ό.π., σ. 796. Ο Σαντάνσκι είχε καθιερώσει δικό του σύστημα φορολόγησης του πληθυσμού και απονομής της δικαιοσύνης (Π. Τσάμης, Ο Μακεδονικός Αγών, σ. 104, 105).
212 Ό. π. υποσημ. 209, σ. 410, 411.
213 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών προς Υπ. Εξ., 190/24.8.1905/3550/3 91905.
214 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Μιχ. Τσαμαδός προς Υπ. Εξ., 210/21.9.1905/3976/110.1905.
215 Α ΥΕ, Επιστολή του Γεωργίου Αστεριάδη (αδελφού του θύματος) προς Υπ. Εξ. Αλ. Σκουζέ, Σέρρες 25.91906.
216 «Ο Μακεδονικός Αγώνας εις την περιοχήν των Σερρών κατά το 1907. Εκθέσεις του προξένου Σακτούρη (έκδ. κειμ. Β. Λαούρδας, εισαγ. Π. Πέννας)( στο εξής: «Εκθέσεις του προξένου Σακτούρη»)», ΣΧ3 (ΐ958) 15.
217 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ν. Τσαμαδός προς Υπ. Εξ., 344/3112.1905/65/911906.
218 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Ν. Τσαμαδός προς Υπ. Εξ., 15/10.2.1906/767/28.2.1906.
219 .
220 Απ. Γκισδαβίδης, Σελίδες του Μακεδονικού Ελληνισμού, τ. 2-3, Θεσσαλονίκη 1959, σ. 208, 209.
221 Ό.π, σ. 109.
222 Δ. Π. (μεταφρ.), «Μελένικον», ΜΗΠΣΑ 1(1908) 68, 69 και M. Paillares, ό.π, σ. ι68, 169.
223 Δ. Π., ό.π, σ. 72 και M. Paillares, ό.π, σ. 180, ι8ι. Βλ. και υποσημ. 2ΐι.
224 ΑΜΘ, φάκ. 20/4/2952, Αρχιμ. Νεόφυτος προς μητρ. Θεσσαλονίκης, Δεμίρ Ισάρ 25.10.1906.
225 Α ΥΕ, Πρόξ. Ν. Τσαμαδός προς Υπ. Εξ., 156/7 6.1906/2128/17 6.1906.
226 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Αντ. Σακτούρης προς Υπ. Εξ., 410/24.12.1906/121/12.1.1907.
227 ΑΟΠ, κώδ. 79, φ. 374, Τώ Μελενίκου Αιμιλιανώ, 8812/21.12.1906.
228 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών προς Υπ. Εξ., 402/24.12.1906/5670/31.12.1906.
229 «Εκθέσεις του Προξένου Σακτούρη», ΣΧ3 (ΐ958) 2ΐ.
230 «Ευσεβείς πράξεις», ΕΑ 31/έτος κζ' (1907) 152.
231 «Μακεδονικαί υποθέσεις», ΕΑ 31/έτος κζ' (1907) 62.
232           « Έκθεσις Μητρ. Μελενίκου Αιμιλιανού (Μελένικο 4 51907)», ΕΑ 31/έτος κζ' (1907) 267, 268.
233 «Εκθέσεις του Προξένου Σακτούρη», ΣΧ3 (ΐ958) 69.
234 , σ. 90.
235 «Βουλγάρων κακουργίαι», ΕΑ 31/έτος κζ' (1907) 7ΐ6.
236 «Δικαστικά», ΦΘ, περ. Β', φ. 795 (Σάββατο 29.31908), σ. 2.
237 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Α. Σακτούρης προς Υπ. Εξ., 1910/ακ., 186/6.5.1908/2168/17 51908, 277/ 2.7.1908/3401/15.7.1908, 214/22.5.1908/2707/15.6.1908, 232/1.6.1908/2602/9.6.1908. Τα έγγραφα περιέχουν και ονομαστικές καταστάσεις φονευθέντων και από τα ελληνικά σώματα βουλγάρων καθώς και δολοφονίες Ελλήνων από τούρκους. Επίσης πληροφορίες για επιθέσεις εναντίον Ελλήνων της περιοχής μας παρέχει και η ΕΑ 32/έτος κη' (1908) 29 με τίτλο «Κατάλογος των εν τη επαρχία Μελενίκου διαπραχθέντων κακουργημάτων των μελών των βουλγαρικών κομιτάτων κατά τον μήνα Δεκέμβριο (1907)», ΕΑ 32/έτος κη' (1908) 102, 103 με τίτλο «Επιθέσεις και φόνοι διαπραχθέντες υπό βουλγαρικών συμμοριών εν τη επαρχία Μελενίκου κατά τον μήνα Ιανουάριον (1908)», ΕΑ 32/έτος κη' (1908) 156 με τίτλο «Επιθέσεις και φόνοι διαπραχθέντες υπό βουλγαρικών συμμοριών κατ' Ορθοδόξων Ελλήνων, Οθωμανών και Βουλγάρων Εξαρχικών εν τη επαρχία Μελενίκου κατά τον μήνα Φεβρουάριον του 1908», «Διωγμός Ορθοδόξων», ΕΑ 32/έτος κη' (1908) 265, 266 με τίτλο «Επιθέσεις και φόνοι δαπραχθέντες υπό βουλγαρικών συμμοριών κατά τον μήνα Απρίλιον εν τη επαρχία Μελενίκου» καθώς και ό. π., σ. 117, 149, 217 (βλ. για τις δολοφονίες του βουλγαρικού κομιτάτου τους πίνακες 15-21 στο παρόρτημα /).
237 Α ΥΕ, Πρόξ. Σερρών Αντ. Σακτούρης προς Υπ. Εξ., 1910/ακκ.
238 ΦΘ, περ. Β', φ. 758 (Τρίτη 311908), σ. ι.
239 'Ο.π. και «H ιη του έτους εν Σέρραις», ό.7τ., σ. 2.
240 «Επιθέσεις και φόνοι διαπραχθέντες υπό βουλγαρικών συμμοριών εν τη επαρχία Μελενίκου κατά τον μήνα Ιανουάριο (1908)», ΕΑ 32/έτος κη' (1908) 102, 103.
241 ΦΘ, περ. Β', φ. 764 (Πέμπτη 17.1.1908), σ. 2.
242 «Επίθεσις ληστανταρτών κατά χωρίου», ΦΘ, περ. Β', φ. 772 (Τρίτη 5 2.1908), σ. 2.
243 «Καταδίωξις Συμμορίας», ΦΘ, περ. Β', φ. 780 (Τρίτη 19.2.1908), σ. 2.
244 «Δικαστικά», ΦΘ, περ. Β', φ. 809 (Πέμπτη 1.5.1908), σ. 2.
245 Ο Γιάννε Ιβάνωφ Σαντάνσκι γεννήθηκε το 1866 στο χωριό Βλάχι του Μελενίκου όπου έλαβε και τη στοιχειώδη εκπαίδευση. Μετοίκησε με τους γονείς του στη Δούπνιτσα της Βουλγαρίας όπου συνέχισε τις σπουδές του. Το 1890 κατετάγη στον βουλγαρικό στρατό και από το 1895 άρχισε τη δράση του ως συμμορίτης στο μακεδονικό χώρο με μικρές φάσεις επιστροφής στη Δούπνιτσα. Το όνομά του ως Βουλγάρου αγωνιστή της Μακεδονίας πρωτακούστηκε στο επεισόδιο με την απαγωγή της αμερικανίδας προτεστάντισσας ιεραποστόλου Στων την ιη Σεπτεμβρίου του 1901 και της βοηθού της Τσίλκα στο δρόμο από το Μπάντσκο του Ρασλοκίου στην Άνω Τζουμαγιά («Βουλγαρικαί αποκαλύψεις», ΕΑ 32/έτος κη' (1908) 267, 268.
246 «Απαισία Εικών», ΕΑ 32/ έτος κη' (1908) 76, 77.
247 ’Ο.π., σ. 158 και «Βουλγάρων ενοχή αποκαλυπτομένη», ό.π., σ. 358, 359.
248 «Επίθεσις ληστοσυμμορίας», ΦΘ, περ. Β', φ. 788 (Πέμπτη 13.31908), σ. 2.
249 «Δικαστικά», ΦΘ, περ. Β', φ. 795 (Σάββατο 29.31908), σ. 2.
250 «Ειδήσεις», ΦΘ, περ. Β', φ. 807 (Σάββατο 26.4.1908), σ. 2.
251 «Δικαστικά», ΦΘ, περ. Β', φ. 809 (Πέμπτη 1.5.1908), σ. 2.
252 «Βουλγαρικαί βιαιοπραγίαι», ΕΑ 32/έτος κη' (1908) 265, 266.
263 , σ. 23.
264 «Σημειώσεις Δημοσθένους Φλωριά», ΣΧ4 (1963) 110.
265 Άγγελος Ανεστόπουλος, Ο Μακεδονικός Αγών igc>3-igo8, τ. 2, Θεσσαλονίκη 1969, σ. 398.
266 Για τη μορφή του Αλέξανδρου Ευρυθιώτη και το ρόλο του στην περίοδο μετά τη μεταπολίτευση του 1908 βλέπε Ιωάννη Μπάκα, Η Νιγρίτα και η περιοχή της στα τέλη της Τουρκοκρατίας (ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία στο Τμήμα Ποιμαντικής ΑΠΘ), Νιγρίτα 1994.
267 Π. Πέννας, Τα Ανω Πορόια Σερρών. Το διαμάντι του Μπέλες, Αθήνα 1989, σ. 91 και σημ. 24.
268 «Σημειώσεις Δ. Φλωριά», σ. 114.
269 Ό.π., σ.122-126.
270 Π. Πέννας, , σ. 82.
271 , σ. 82-84.
272 «Σημειώσεις Δ. Φλωριά», σ. 104, 105.
273 ’Ο.π., σ. 129, 132-134.
274 Ό.π., σ. 97-101.
275 Ό.π., σ. 122-124..
276 Ό.π., σ. 136-138.
277 Άγγ. Ανεστόπουλος, Ο Μακεδονικός Αγών, σ. 411.
278 Ό.π., σ. 412, 413.
279 Π. Πέννας, Τα Ανω Πορόια, σ. 93,94.

Δεν υπάρχουν σχόλια: