Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Η εξ Άργους καταγωγή των Μακεδόνων βασιλέων.

Δωριείς μαχητές.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΥΙΟΚΑΣ 
Επίτιμος Δικηγόρος
Διάλεξις δοθείσα την 22η Φεβρουαρίου 1975, 
υπό την αιγίδα της Μακεδονικής Φιλεκπαιδευτικής  Αδελφότητος .

(Οι  εικόνες επιλογή Yauna)




Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΡΓΕΑΔΩΝ  ΤΗΜΕΝΙΔΩΝ
ΒΑΣΙΛΕΩΝ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ.

Η Μακεδονική δυναστεία κατά τους ιστορικούς χρόνους εκαυχάτο ότι κατήγετο εξ απογόνων του μυθικού ήρωος Ήρακλέους και οι βασιλείς της ελέγοντο Αργεάδαι και Τημενίδαι.

Τούτο προκύπτει, όχι μόνον εκ πολλών νομισμάτων, άλλα και εκ της Στοάς, την οποίαν είχεν ανεγείρει εις Δήλον ο Αντίγονος Γόνατος, βασιλεύς της Μακεδονίας (283—239 π. Χρ.) , υιός του Δημητρίου του ΙΙολιορκητού και εγγονός του Αντιγόνου, στρατηγού του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Είς την Στοάν ταύτη, ετοποθέτησε σειράν ανδριάντων των βασιλέων της Μακεδονίας, αρχήν ποιούμενος από το άγαλμα του Ηρακλέους.

Επίσης προκύπτει εκ του ιστορικού γεγονότος ότι ο βασιλεύς της Μακεδονίας Αλέξανδρος ο Α',
όστις διεδραιμάτισεν ελληνικώτατων μέρος εις την μάχην των Πλαταιών, —ότε είχε συνεκστρατεύσει υποχρεωτικώς μετά των Περσών— με τίτλον την καταγωγήν του ως Αργεάδου  Τημενίδου μετέσχε των Ολλυμπιακών αγώνων κατά το έτος 496 π. Χρ.'

Όμοίως προκύπτει και εκ του χρησμού της Σίβυλλας, ως αναφέρες ο Παυσανίας, περί της καταστροφής του Μακεδονικου Βασιλείου, ότι οι Μακεδόνες βασιλείς εκαλούντο Αργεάδαι, ως ελκοντες την κατχγωγήν των εκ των μυθολογικών βασιλέων του Άργους. ο χρησμός της Σίβυλλας έχει ως εξής:

Αυχούντες βασιλεύσι    Μακηδόνες    Αργεάδησιν,
ύμίν κοιρανέων αγαθόν και πήμα Φίλιππος,
ήτοι ο μεν πρότερος πόλεσι λαοΐσι τ' άνακτας θήσει'
ο δ' όπλότερος   τιμήν από πασαν όλέσσει δμηθεΐς 
έσπερίοισιν ύπ' άνδράσιν ήώοις τε. 

Δηλαδή κατ' ελευθέραν μετάφρασιν: 

Σείς οι Μακεδόνες, καυχάσθε δια τους Άργεάδας βασιλείς σας, 
 άλλα ο Φίλιππος που βασιλεύει είναι ο καλός και ο κακός σας δαίμων, 
Φίλιππος Β'
διότι ο μέν πρεσβύτερος (εννοεί τον Φίλιππον τον Β', πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου) 
θα εγκαταστήση βασιλείς εις λαούς και πόλεις,
ο δε νεώτερος (εννοεί τον Φίλιππον τον Ε', όστις ήττήθη υπό των Ρωμαίων εις την θέσιν Κυνός Κεφαλα'ι της   Θεσσαλίας)
 θα χάση πασαν δόξαν, ηττημένος υπό ανδρών της Δύσεως και της Ανατολής. 
Φίλιππος Ε΄

Βλέπομεν ότι η Σίβυλλα ονομάζει τους Μακεδόνας βασιλείς  Αργεάδας.

Ωσαύτως ο πατήρ της Ιστορία Ηρόδοτος, αφηγούμενος την υπό του Μαρδονίου αποστολήν του  Αλεξάνδρου του Α', υίού του Αμύντου, βασιλέως της Μακεδονίας ως πρεσβευτού πρός τους Αθηναίους, ίνα τους πείση να συμπράξουν μετ΄ αυτού, μας πληροφορεί
ότι ιδρυταί της Μακεδόνικης δυναστείας ήσαν τρεις αδελφοί Τημενίδαι, 
οίτινες έφυγον άπό το  Άργο;ς προς. τους Ιλλυριούς και κατόπιν περιπετειών ήλθον εις  Εδεσσαν και εγκατέστησαν εκεί την πρωτεύουσαν του βασιλείου των, όνομάσαντες αυτήν Αίγας. 

Βλέπομεν ότι ο Ηρόδοτος ομιλεί ενταύθα περί απογόνων του Τημένου (Τημενιδών) , όστις ήτο Ηρακλείδης, πρεσβύτερος υιός του Άριστομάχου, του πεσόντος κατά την δευτέρααν κάθοδον των Ηρακλείδων.

Υπό την αρχηγίαν του Τημένου εγινεν η τρίτη κάθοδος των Ηρακλείδων, ήτις απέβη και τελεσφόρος, διότι ο Τήμενος ενίκησε τόν βασιλέα των Αχαιών Τισσαμενόν, υίόν του Όρέστου
και εγγονόν του  Ατρείδου Αγαμέμνονος και διένειμε μετά των αδελφών του Κρεσφόντου και Αριστοδήμου την νοτίαν Πελοπόννησον.

Έλαβον ο μεν Τήμενος το Αργός,
ο δέ Κρεσφόντης την Μεσσηνίαν και τα ανήλικα τέκνα του εν τω μεταξύ αποβιώσαντος Αριστοδήμου, 
Εύρυσθένης και Προκλής, την Λακωνικήν.

Είναι ιστορικώς δεδομένον ότι οι βασιλείς της Μακεδονίας, όχι απλώς ώνομάζοντο απόγονοι των 'Αργεαδών Τημενιδών, άλλα και εκαυχώντο δια την καταγωγήν των ταύτην.
Θα ήδύνατό τις να υποθέση ότι ο Ηρόδοτος μεταφέρει ενα μύθον, μίαν παράδοσιν, την οποίαν δέν ήλεγξεν, ούτε ηδυνήθη να εξακρίβωση και να αποσαφήνιση.

Αλλά και ο Θουκυδίδης, όστις θεωρείται περισσότερον αξιόπιστος ιστορικός, διότι ήλεγχεν επιμελώς τάς πληροφορίας και τας παραδόσεις, γράφει ότι

«τήν δέ περί θάλασσαν νύν Μακεδονίαν Αλέξανδρος ο ΙΙερδίκκου πατήρ και πρόγονοι αύτού, Τημενίδαι το άρχαίον όντες εξ Αργούς, πρώτον έκτήσαντο και έβασίλευσαν».

Οι ιδρυταί της δυναστείας του βασιλείου της Μακεδονίας ονομάζονται και ύπό του Θουκυδίδου Τημενίδαι, έλκοντες την καταγωγήν εκ του Αργούς.

Γεννάται όμως ευλόγως το ζήτημα εκ τίνος  Αργούς είλκον την καταγωγήν των οι  Αργεάδαι  Τημενίδαι, βασιλείς της Μακεδονίας, καυχόμενοι ότι ήσαν απόγονοι των Ηρακλείδων, και ποίον ήτο το λΐκνον των προγόνων των, το  Αργός της Πελοποννήσου η το Αργός Όρεστικον της Όρεστίδος;

 Διότι είναι αληθές ότι εις το Αργός της Πελοποννήσου υπήρχεν η παράδοσις  ότι οι Μακεδόνες βασιλεΐς είλκον εκείθεν την αρχαίαν καταγωγήν των και δι' αυτό οι κάτοικοι της ιστορικής ταύτης πόλεως ήσαν πάντοτε θερμοί ύποστηρικται της Μακεδονικής Μοναρχίας μέχρι της  καταλύσεως αυτής ύπό των Ρωμαίων.

Αλλά υπάρχει και άλλη εκδοχή στηριζομένη και εις γραπτάς παραδόσεις, καθ΄ ήν το λΐκνον της δυναστείας των Μακεδόνων βασιλέων υπήρξε το  Αργος Όρεστικόν και ότι η ονομασία των ως Αργεαδών προήλθεν ουχί από το Άργος, άλλά από τον βασιλέα  Αργαίον, όστις έβασίλευσεν είς Μακεδονίαν προ του Φιλίππου του Α' και ήτο υιός του Περδίκκου.
Η εκδοχή αύτη στηρίζεται εις την μαρτυρίαν του ιστορικού  Αππιανού του Άλεξανδρέως

«Άργος άλευόμενος το πεπρωμένον εις έτος ήξει. "Εν δ' Άργει πελάσας, τότε, τέν παρά μοίραν όλοιο.
Ο μήν δή Αργός το Πελοποννήσιον και  Άργος το 'Αμφιλοχικόν και  Αργός το εν "Ορεστεία (όθεν  Αργεάδαι Μακεδόνες) .
Κατά την γραπτήν αυτήν παράδοσιν προσδιορίζεται ότι οι Μακεδόνες βασιλείς κατήγοντο άπό το "Αργός Όρεστικόν και ουχί άπό το Άργος της Πελοποννήσου».

Ποία εκ των δύο τούτων εκδοχών είναι η ορθότερα και η επικρατέστερας εις διάλεξίν μου δοθείσαν εις την αίθουσαν της Εταιρείας Μακεδόνικων Σπουδών προ ετών υπεστήριξα την δευτέραν ταύτην άποψιν παρεμπιπτόντως, διότι άλλο ήτο το βασικόν θέμα της ομιλίας μου.

 Έπεκρίθην όμως υπό του καθηγητού κ.  Α. Κανατσούλη, υποστήριξαντος την πρώτην αποψιν.

Φρονώ ότι η επίκρισις ήτο αβάσιμος και δι  αυτό έθεώρησα άξιον ιδιαιτέρας διαλευκάνσεως το θέμα τούτο.
Ως Δυτικομακεδών, καταγόμενος εκ της ιστορικής πόλεως Καστοριάς, έθεώρουν την Ορεστίδα, ως την πρώτην κοιτίδα της δυναστείας των Μακεδόνων Βασιλέων, αλλ΄ έφ' όσον η Ορθότης της απόψεως μου ήμφεσβητήθη, εθεώρησα καθήκον μου να την θεμελιώσω επιστημονικώς και το πόρισμα των ερευνών μου να το κατάστησω εύρύτερον γνωστόν.
Αυτό είναι το αντικείμενων της παρούσης διαλέξεώς μου.
Θά εκθέσω τα επιχειρήματα, τα οποία παρέταξαν οι οπαδοί μιας εκάστης των δύο απόψεων και κατόπιν θα καταλήξω εις το επικρατέστερων συμπέρασμα επί της καταγωγής των Άργεαδών Τημενιδών —απογόνων του  μυθικού ήρωος Ηρακλέους.

Έν πρώτοις δέον να λεχθή ότι, όχι μόνον οι βασιλείς της Μακεδονίας εκαυχώντο ότι ήσαν Ήρακλείδαι, αλλά καί πλεϊστοι άλλοι, ως επί παραδείγματι οι βασιλείς της Μεσσηνίας, της Λυγκηστίδος, της Όρεστίδος, της Κορινθίας, της Θεσσαλίας (οι Αλευαδαι) κ.λ.π.
 Δηλαδή κοινή καταγωγή βασιλέων συνδέουν τήν Πελοπόννησον με την Κεντρικήν και την Δυτικήν Μακεδονίαν και με τήν Θεσσαλίαν.

 ΙΙώς επεκράτησαν αι μυθολογικαί και ιστορικαί αυταί παραδόσεις;

Ο κ. Απόστολος Δασκαλάκης και ο ακολουθήσας αύτον κ. Δ. Κανατσούλης υποστηρίζοντες τήν άποψιν ότι οι ιδρυταί της δυναστείας τών Μακεδόνων βασιλέων ήλθον έξ   Άργους της Πελοποννήσου και έγκατεστάθησαν εις την Έδεσσαν, την οποίαν ώνόμασαν Αίγας, στηρίζονται είς κείμενον του πατρός τής Ιστορίας Ηροδότου, όστις περιγράφει τήν τοιαύτην  μετακίνησιν.

Κατ΄  ελευθέραν μετάφρασιν η περικοπή αύτη του Ηροδότου εχει ως εξής:



 «Αυτός ο Αλέξανδρος (εννοεί τον Α') ήτο απόγονος της εβδόμης γενεάς του Περδίκκα, ο οποίος απέκτησε την βασιλείαν εις την Μακεδονίαν κατά τον εξής τρόπον:

 Τρεις αδελφοί εκ των απογόνων του Τημένου από το Άργος  κατέφυγον εις την Ίλλυρίαν ο Γαυάνης, ο  Αέροπος και ο Περδίκκας και από την Ίλλυρίαν, διαβάντες (πιθανώς την όροσειράν του Σκάρδου) την περιοχήν της  Ανω Μακεδονίας έφθασαν εις την πόλιν Λεβαίαν.

 Εκεί εγένοντο μισθωτοί βοσκοί του βασιλέως. 
Ο εις έβοσκε τους ίππους, ο έτερος τους βους και ο νεώτερος, ο ΙΙερδίκκας, τα αιγοπρόβατα. 

Κατά τους χρόνους εκείνους, όχι μόνον οι δημόται. αλλά και οι βασιλείς ήσαν πτωχοί χρημάτων, η δέ γυνή του βασιλέως έψηνεν αυτοπροσώπως τους άρτους της οικογενείας.
Όταν όμως έψηνε τόν άρτον του μικρού ύπηρέτου, του Περδίκκα, έδιπλασιάζετο κατ΄ όγκον αυτομάτως.
 Επειδή το αυτό συνεβαινε πάντοτε, άνεκοίνωσε το φαινόμενων τούτο εις τον σύζυγόν της.

 Ούτος όμως μόλις το ήκουσεν εσκέφθη ότι ήτο θαύμα και θα προμήνυε κάτι μεγάλον.
Εκάλεσε τότε   τους ύπηρετας του τούτους και τους διέταξε να φύγουν από το βασιλειόν του.

Εκείνοι όμως απήντησαν ότι δικαιούνται πριν φύγουν να λάβουν τους καθυστερημένους μισθούς. 

Οταν ο βασιλεύς ήκουσε την αξίωσιν των μισθών, εγένετο έξαλλος (θεοβλαβής) και επειδή εκείνην την στιγμήν ο ήλιος είσεχώρει εκ της καπνοδόχου εις την οίκίαν τους έδειξε τόν ήλιον και τους είπε «σάς πληρώνω τον ήλιον, ως μισθόν που αξίζετε. 

Τότε οι μεν Γαυάνης και Αέροπος, μεγαλύτεροι αδελφοί, έμειναν κατάπληκτοι, ο δέ νεώτερος, ο Περδίκκας, όστις έτυχε να κρατά μάχαιραν, εσπευσιεν ν' απάντηση λέγων «δεχόμεθα αυτά που μας δίδεις, ώ βασιλεύ », και μέ την μάχαιραν περιέγραψε κύκλον πέριξ της ήλιοφωτίστου επιφανείας του δωματίου και εκαμε τρεις φοράς την κίνησιν ότι έλαβε τους μισθούς από τόν ήλιον και τους έθεσεν εις τα θυλάκιά του. Κατόπιν άνεχώρησεν αυτός και οι σύντροφοι του.

Όταν έφυγον οι τρεις αδελφοί, εις εκ των παρισταμένων είπεν εις τόν βασιλέα ότι ο μικρότερος εξ αυτών κάτι κακόν εσκέφθη και έβαλε δήθεν εις τα θυλάκιά του αυτά που είκονικώς τώ έδωκεν.

Οταν ήκουσεν αυτά ο βασιλεύς έξεμάνη και έστειλεν ιππείς εις καταδίωξίν των, διά να τους φονεύσουν. Είς την χώραν αυτήν υπάρχει ποταμός, εις τον οποίον προσφέρουν θυσίας, ως σωτήρα των, οι απόγονοι των ανδρών τούτων, οι όποιοι είχον ελθει από το  Άργός. ο ποταμός αυτός, μόλις τόν διέβησαν οι Τημενίδαι, έπλημμύρησε τόσον πολύ, ώστε να μή δυνηθούν να τόν διαβούν οι ιππείς. Εκείνοι τότε έφθασαν εις άλλην περιοχήν της Μακεδονίας και έγκατεστάθησαν πλησίον των κήπων, περί των όποιων λέγεται ότι ανήκον εις τόν Μίδαν, υίόν του Γαρδίου.
Εκεί εφύοντο άγρια ρόδα εξηκοντάφυλλα, τα όποια έχουν καλύτερον άρωμα άπό τα άλλα. Είς τους κήπους αυτούς συνελήφθη και ο Σιληνός, όπως διηγούνται οι Μακεδόνες.

 Υπεράνω των κήπων τούτων κείται το   Βέρμιον όρος, το   όποιον καθίσταται αδιάβατον κατά τόν χειμώνα. Άπό εκεί ορμώμενοι, αφού κατέκτησαν την περιοχήν αυτήν, υπέταξαν και την ύπόλοιπον Μακεδονίαν.

Από τον Περδίκκαν αυτόν ο Αλέξανδρος κατήγετο ως εξής: 
ο Αλέξανδρος (ο Α') ήτο υιός του Άμύντου,
 ο Αμύντας δε του Άλκέτου, 
όστις είχε πάτερα τον Άέροπον,
 του όποιου  πατήρ ήτο ο Φίλιππος,
 του δέ Φιλίππου ο Αργαίος, όστις,
 ήτο υιός του Περδίκκου, όστις κατέκτησε την βασ:λείαν».


Ή μυθική αύτη παράδοσις δεν πρέπει να ερμηνευθή κατά γράμμα, διότι δεν είναι πιθανόν οι τρεις αδελφοί να κατέλαβαν την  Εδεσσαν αμαχητεί, δεδομένου ότι τοιαύτη περιοχή θα κατείχετο ύπό ισχυράς δυνάμεως, αφού ήτο περίρρυτος από ύδατα καί εύφορωτάτη.

Το πιθανώτερον είναι ότι οι ίδρυταί των Αιγών ήταν προ πολλού εγκατεστημένοι εις το Άργος της Όρεστίδος καί εκείθεν με στρατεύματα επεξετάθησαν εις την περιοχήν της  Εδέσσης και οι διάδοχοι των κατόπιν επεςετάθησαν άνατολίκώτερον και έφθασαν μέχρι της Θράκης.

Ή ως εξετέθη μυθολογική παράδοσις του Ηροδότου εις άλλους συγγραφείς απαντάται με άλλας παραλλαγάς.

Αρχέλαος ο Μακεδών
Εις δράμα του Ευριπίδου επιγραφόμενον «Αρχέλαος» υπάρχει η εκδοχή ότι ιδρυτής του Μακεδονικού βασιλείου ήτο ο Αρχέλαος, όστις ήτο φυγάς από το Άργος, διότι έξώντωσε τόν βασιλέα των Μακεδόνων Κισσέα, όστις ήρνήθη να δώση εις αυτόν την θυγατέρα του, ως σύζυγον, μολονότι τώ την είχεν ύποσχεθη και ήλθεν εις την τοποθεσίαν της Εδέσσης και έκτισε την πρωτεύουσα ν του βασιλείου του, την οποίαν ωνόμασεν Αίγας από την αίγα, η όποια τον ωδήγησεν έκεί.
Η παράδοσις αύτη, δεν φαίνεται αληθοφανής, διότι θα επενοήθη ίσως ύπό του ποιητού και συγγραφέως Εύριπίδου διά λόγους θεατρικής δημιουργίας.

Ό Θουκυδίδης (Ιστορία τού Πελοποννησιακού πολέμου, βιβλ. Β'. Κεφ. 100) έχει διάφορον μυθολογικήν παράδοσιν περί της καταγωγής του βασιλικού οίκου των Μακεδόνων .
Κατά τήν παράδοσιν ταύτην οι Λυγκησταί και Έλιμιώται και άλλα έθνη, όπως ή Πελαγονία, ή Όρεστις κλπ. είναι, σύμμαχοι καί υπήκοοι τών Μακεδόνων βασιλέων μολονότι έχουν   ιδικούς των βασιλείς.

Την περί την θάλασσαν Μακεδονίαν ο Αλέξανδρος ο πατήρ του Περδίκκου και οι πρόγονοι  του απέκτησαν και εβασίλευσαν εκδιώξαντες κατόπιν μάχης τους Πίερας από την Πιερίαν και τους Βοττιαίους από την Βοττίαν.
Οι Πίερες εκδιωχθέντες επώκησαν κατόπιν τον Φάγρητα και άλλα χωρία εις την πέραν του Στρυμόνος υπό το ΙΙαγγαίον περιοχήν, δι' ο και ωνομάσθη Πιερικός κόλπος η κάτωθι του Παγγαίου προς την θάλασσαν περιοχή, οι δέ Βοτταίοι έγκατεστάθησαν προς τα σύνορα της Χαλκιδικής.

Είς την περικοπήν ταύτην του Θουκυδίδου ιστορείται ότι οι πρόγονοι του Αλεξάνδρου του Α' «Τημενίδαι το αρχαίον οντες εξ  Άργους, πρώτον έκτήσαντο και έβασίλευσαν εις τας Αίγας, ως πρωτεύουσαν του βασιλείου των, το οποίον βραδύτερον έπεξετάθη, ως κατωτέρω αναφέρει. «Τημενίδαι» και καταγωγή από το  Άργος, οδηγεί τον αναγνώστην εις το Άργος της Πελοποννήσου, το όποιον κατά την προιστορικήν περίοδον, ως αναφέρει ο Ηρόδοτος  είχε βασιλέα τόν Ηρακλείδην Τήμενον και υπερείχε απασών των ελληνίδων πόλεων.
 Άλλά τοιαύτη εκστρατεία εκ του  Αργούς της Πελοποννήσου εις την περιοχήν της Πιερίας δέν αναφέρεται ούδαμού και επιπλέον και δύσκολος θα ήτο και απίθανος. Μάλλον πρόκειται περί του  Άργους της Όρεστίδος.

Συνεχίζων ο Θουκυδίδης  μας πληροφορεί ότι οι Τημενίδαι βασιλείς της Μακεδονίας κατέκτησαν μίαν λωρίδα της Παιωνίας μέχρι της θαλάσσης και της Πέλλης παρά τον Άξιον ποταμόν  και πέραν αυτού μεχρι του Στρυμόνος κατέκτησαν την Μυγδονίαν, εκδιώξαντες τους Ήδώνας, ώς επίσης έξεδιωξαν και τους Έορδούς και κατέλαδον την Έορδίαν, καθώς και την Άλμωπίαν περί την Φύσκαν.

Επίσης εκυρίευσαν οι Μακεδόνες και τον Άνθεμούντα και την Γρηστωνίαν και την Βισαλτίαν και πολλήν αλλην χώραν αυτών τούτων των Μακεδόνων.

Άπασα αύτη η περιοχή καλείται Μακεδονία. 

Εκ της περιγραφής ταύτης των διαδοχικών επεκτάσεων του Μακεδόνικου βασιλείου προκύπτει το αβίαστον συμπέρασμα ότι οι Τημενίδαι Μακεδόνες βασιλείς  κατήγοντο άπό το  Άργος της Όρεστίδος, οπόθεν βαθμηδόν και κατ' ολίγον επεξέτειναν την επικράτειάν των πρός νότον και προς ανατολάς και κατέκτησαν ολην την περιοχήν, ήτις και σήμερον καλείται Μακεδονία, πλήν της Χαλκιδικής, της όποιας είχον καταλάβει μόνον μέχρι τόν Άνθεμούντα.

 Είναι λίαν απίθανον ότι οι Τημενίδαι εξεκίνησαν από το  Αργός της Πελοποννήσου και έγκατεστάθησαν εις την Μακεδονίαν.

Κατ' άλλην παράδοσιν  ην μεταφέρει ο Παυσανίας,
θεμελιωτής της δυναστείας των βασιλέων της Μακεδονίας δέν ήταν ο Περδίκκας, 
αλλά ο Κάρανος, όστις Τημενίδης - Ηρακλείδης την καταγωγήν
αδελφός του βασιλέως του  Άργους Φείδωνος, 
μετηνάστευσεν εις Μακεδονίαν και έγκατεστάθη εις τάς ύπ΄ αυτού κυριευθείσας Αίγας. 

Προς την παράδοσιν ταύτην, είλημμένην εκ του θεοπόμπου του Χίου, μαθητού του Ισοκράτους, συμφωνεί ο Ιουστίνος (VII, 1  2)
κατά τον οποίον αρχηγέτης του βασιλικού οίκου της Μακεδονίας ήτο ο Κάρανος, όστις κατέλαβε διά δόλου την πρωτεύουσαν του επιχωρίου βασιλέως Μίδα Έδεσσαν. 

Κατά την αφήγησιν του Ίουστίνου ο ύπό του Ηροδότου φερόμενος ως άρχηγέτης του Μακεδονικού οίκου Περδίκκας, ήτο υιός του Καράνου.

Πάντως και αί δύο έκδοχαί του Ηροδότου και του Παυσανίου  Ίουστίνου συμφωνούν επί του ουσιώδους γεγονότος ότι κατελύθη το ιθαγενές κράτος των Αιγών — Εδέσσης
υπό ενός νέου βασιλικού οίκου, όστις ασφαλώς δέν έπέδραμε μόνος, άλλά ήγεΐτο ολοκλήρου λαού και στρατού μετακινηθέντος η εξορμήσαντος εκ γειτονικών περιοχών.

Ο λαός αυτός ήτο Έλληνομακεδονικός και κατά την έποχήν εκείνην έγινε κύριος της μεταξύ Αλιάκμονος και Αξιού περιοχής.

Έκ των νεωτέρων ιστορικών συγγραφέων ο καθηγητής κ. Απόστολος Δασκαλάκης (Ό Ελληνισμός της αρχαίας Μακεδονίας, 1960 σελ. 65) δέν θεωρεί απίθανον να πρόκειται περί μιας και της αυτής παραδόσεως, της παραλλαγής προελθούσης εκ συγχύσεως του Ονόματος Κάρανος, το όποιον προφανώς είναι το Όμηρικόν κοίρανος- βασιλεύς.

Δηλαδή κατά τον κ. Δασκαλάκην δεν είναι απίθανον να πρόκειται περί του Περδίκκα όστις ως βασιλεύς τότε των Δωριέων Μακεδόνων θα εκαλείτο και Κάρανος.
Η υπόθεσις όμως αύτη δεν φαίνεται ορθή.
Διότι το όνομα Κάρανος ήτο κύριον Ονομα προσώπου προερχόμενον εκ της λέξεως «κάρα», η όποια σημαίνει κεφαλήν.

Διά να διαλευκάνω το ιστορικόν τούτο σημείον της καταγωγής των Μακεδόνων 
θ' ανατρέξω εις τόν Ηρόδοτον,

όστις διακρίνει δύο κλάδους του Ελληνισμού, 
Δωριείς
ήτοι τους μέν Λακεδαιμονίους κατατάσσει ως ανήκοντας εις το Δωρικόν γένος, 
Αθηναίοι οπλίτες 
τους δε Αθηναίους εις το Ίωνικόν γένος.

Το Δωρικό, γένος ήτο Πελασγικής καταγωγής, το δέ Ίωνικόν ήτο Ελληνικής καταγωγής. 

Το μεν πρώτον δέν μετέβαλε τόπον διαμονής, το άλλο όμως εκαμε πολλάς μεταναστεύσεις.
Διότι επί μεν της βασιλείας του Δευκαλίωνος κατώκει εις την Φθιώτιδα γήν, επί δέ της βασιλείας του Δώρου, υιού του Έλληνος, εις την περί την  Όσσαν και τόν 'Ολυμπον περιοχήν, η όποια ονομάζεται Ίσταιώτις.
Εκ της Ίταιώτιδος όταν τους έξεδίωξαν οι Καδμείοι κατώκουν εις την Πίνδον μέ το όνομα Μακεδνόν έθνος.

 Εκείθεν πάλιν μετηνάστευσεν εις την Δρυόπιδα.
Οταν εκ της Δρυόπιδος μετηνάστευσεν εις την Πελοπόννησον ωνομάσθη Δωρικόν (έθνος  γένος).

Συμφωνώς προς την περικοπήν ταύτην του Ηροδότου οι Μακεδόνες επί της βασιλείας του Δώρου, υιού του Έλληνος και τούτου υιού του Δευκαλίωνος, κατώκουν εις την μεταξύ "Οσσης και Όλύμπου περιοχήν, κατόπιν δέ έκδιωχθέντες εκείθεν ύπότων Καδμείων κατέφυγον είς την Πίνδον και μεταγενεστέρως μετηνάστευσαν εις Δρυοπίδα (Δωρίδα) και εκείθεν εις Πελοπόννησων, ως Ήρακλειδείς και Δωριείς.

 Έκει κατέλαβον το  Άργος και εκυρίευσαν το πλείστον μέρος της Πελοποννήσου, ανέκτησαν τας πατρίδας των οι Ήρακλειδείς εξωσθέντες άλλοτε εκ Πελοποννήσου, οι δέ Δωριείς ίδρυσαν τα δωρικά κράτη της Μεσσηνίας, της Σπάρτης, του Άργους, της Κορίνθου, της Επιδαύρου και το εν Ίλιδι κράτος των Αιτωλό -Ηλείων.

Πως ευρέθησαν Ήρακλείδαι, Μακεδόνες-Δωριείς εις την Μακεδονίαν και συνεξεστράτευσαν κατά της Πελοποννήσου προς ανάκτησιν του  Άργους της ΙΙελοποννήσου, του οποίου ο βασιλεύς Σθενέλαος, υιός του Περσέως και της Ανδρομέδας, εξεθρόνισε τον πατέρα του Ήρακλέους Αμφιτρύωνα και κατέλαβε τάς Μυκήνας ο Ηρακλής κατά διαταγήν του υίού του Σθενελάου Εύρυσθέως ύπεχρεώθη να κάμη τους 12 άθλους του.

 Μετά τον θάνατον όμως του Ηρακλέους ο Ευρυσθεύς έξεδίωξεν έκτός της Πελοποννήσου τους πολλούς υιούς του Ηρακλέους, οίτινες ώνομάσθησαν Ήρακλείδαι, καθώς και οι απόγονοι αυτών.

Πέριξ των απογόνων του Ηρακλέους έδημιουργήθησαν πλείστοι και παντοειδείς μύθοι, οι όποιοι μετεβιβάσθησαν μέχρις ημών διά των θεατρικών έργων του Εύριπίδου (Ήρακλείδαι, Τήμενος, Αρχέλαος κλπ.) , καθώς και άλλων συγγραφέων και ποιητών οι απώτεροι απόγονοι του Ηρακλέους, Ήρακλείδαι, ήγωνίσθησαν έπί εκατόν και πλέον έτη, διά να κατακτήσουν εκ νέου το  βασίλειων του   πατρός του Ηρακλέους Άμφιτρύωνος.

Διά να φέρουν εις πέρας τας επιδιώξεις των ταύτας συνεμάχησαν με πολλούς άλλους  Ελληνας και κυρίως με τους Μακεδόνας, εις κλάδος των οποίων, είτε διότι είχεν εγκατασταθή εις την Δωρίδα, είτε διότι κατήγετο εκ του υίού του  Ελληνος Δώρου, έλαβε την Ονομασίαν των Δωριέων, ιδίως όταν εξεστράτευσεν, ως ανωτέρω ελέχθη, κατά της Πελοποννήσου υπό την ηγεσίαν του  Τημένου κατά την τρίτην κάθοδον των Ηρακλείδων.

Κατά μίαν των μυθολογικών παραδόσεων ο Ύλλος, πρεσβύτερος υιός του Ηρακλέους εκ της Διηανείρας, εκδιωχθείς υπό του Εύρυσθέως προσέφυγε προς τον Θησέα, τον μυθικόν ήρωα και βασιλέα των Αθηνών, τή βοήθεια του όποιου κατέλαβε τάς Μυκήνας και εφόνευσε τον Ευρυσθέα.
Ηρακλής και Ευρυσθέας, 530 π.Χ. Λούβρο

Επειδή όμως ενέσκηψε λοιμός, ηναγκάσθη κατά χρησμόν του Απόλλωνος να εγκατάλειψη την Πελοπόννησον και να καταφυγή προς τόν βασιλέα των Δωριέων, δηλαδή των Μακεδόνων, Αιγίμιον παρά τους πρόποδας του Όλύμπου.

Επειδή ο πατήρ του Ύλλου Ηρακλής είχε βοηθήσει τον Αιγίμιον εις τόν πόλεμον αύτού κατά των Λαπίθων, εις ανταπόδοσιν ο βασιλεύς ούτος των Δωριέων -Μακεδόνων παρεχώρησεν εις αυτόν (τόν Ύλλον) το εν τρίτον του βασιλείου του προς εγκατάστασιν.
Βραδύτερον ο Ύλλος ηγούμενος των Δωριέων  Μακεδόνιων εξεστράτευσε και πάλιν κατά της Πελοποννήσου (δευτέρα κάθοδος των Ηρακλείδων) πρός ανάκτησιν του προγονικού βασιλείου (τού πάππου του Αμφιτρύωνος) , άλλ' απέτυχε και εφονεύθη.

Μετά πάροδων όμως τριών γενεών οι δισέγγονοι του Ύλλου Αριστόδημος, Τήμενος και Κρεσφόντης, υιοί του Άριστομάχου, ηγούμενοι των Δωριέων-Μακεδόνων αντί να επιτεθούν διά του Ισθμού της Κορίνθου επροτίμησαν να διαβούν τον Κορινθιακόν κόλπον διά του στενού του Αντιρρίου  Ρίου, εισέβαλον εις την Πελοπόννησον, κατενίκησαν τον Τισαμενόν, υίον του Όρέστου και κατέλαβον το Άργος και ολόκληρων την ανατολικήν και νοτίαν Πελοπόννησον και την διένειμαν μεταξύ των ως ανωτέρω ελέχθη.

Αλλά Ήρακλείδαι εκαλούντο και οι εξ άλλων τέκνων του  Ηρακλέους απόγονοι, ως π.χ. οι εκ του υιού του Ηρακλέους Ίππότου, οίτινες έβασίλευσαν εις Κόρινθων, οι βασιλείς της Λυγκηστίδος της Μακεδονίας, οίτινες εκαυχώντο ότι κατήγοντο εκ των Ηρακλείδων της Κορίνθου, οι βασιλείς της Όρεστιδος, της Πελαγονίας και της Μακεδονίας ολοκλήρου.

Έκ των ανωτέρω μυθολογικών παραδόσεων προκύπτει ότι μετακινήσεις πληθυσμού εκ της Πελοποννήσου πρός την Μακεδονίαν δέν εγένοντο.
Το αντίθετων όμως συνέβη, διότι οι εκδιωχθέντες εκ του  Άργους της Πελοποννήσου υίοί και απόγονοι του Ηρακλέους ήλβον εις Μακεδονίαν, έγκατεστάθησαν εις διαφόρους περιοχάς αυτής, όπως και εις Θεσσαλίαν οι 'Αλευαδαι, μετά πάροδον δέ πολλών ετών έξεστράτευσαν εκ Μακεδονίας κατά του  Άργους της Πελοποννήσου.

Ό Στράβων, περί της Όρεστιδος και του  Άργους Όρεστικού γράφει:

Ο Ορέστης σκοτώνει τον Αίγισθο, ενώ η μητέρα του απομακρύνεται τρομαγμένη, 480 π.Χ.«λέγεται» ότι κάποτε ο Όρέστης κατέλαβε την περιοχήν της Ορεστιδος, όταν, καταδιωκόμενος ύπό των Ερινυών διά τον φόνον της μητρός του, κατέφυγεν εκεί μετά του υίού του ΙΙενθίλου.

 Έκεί έκτισε πόλιν την οποίαν ώνόμασεν  Αργός Όρεστικόν.
'Αλλ' η παράδοσις αύτη δέν φαίνεται αληθοφανής, διότι ο Όρέστης έβασίλευσεν εις τάς Μυκήνας, ο δέ υίός του Τισαμενός ευρέθη αντιμέτωπος του Τημένου και των Δωριέων κατά την τρίτην κάθοδον των Ηρακλείδων και ήττήθη.

Το Άργος Όρεστικόν φαίνεται παλαιότερον της ηλικίας του  Ορέστου, η δε Όρεστίς έλαβε την ονομασίαν της ουχί εκ του Όρέστου, άλλ' εκ των ορέων ύφ" ών γύρωθεν περιβάλλεται, ως αναφέρει και πάλιν ο Στράβων.

Ή Όρεστίς, όπως και η γείτων Ήπειρος, κατωκούντο ανέκαθεν υπό ελληνικού πληθυσμού και είχον πόλεις ελληνικάς, όπως το "Αργός Όρεστικόν, το Κέλετρον εις την Όρεστίδα και η Φοινίκη, η Δωδώνη και το Μαντεΐον της Δωδώνης εις την Ήπειρον, το όποιον μνημονεύεται ύπό του Όμηρου κατ' επανάληψιν .

Δεν γνωριζομεν ποίος έκτισε το Άργος Όρεστικόν, αλλά είναι γνωστόν ότι η Λυγκηστίς, η Πελαγονία, η Ελίμεια και η Όρεστίς, ενώ πρότερον «κατεδυναστεύοντο έκαστα», δηλαδή είχον ιδίους βασιλείς, βραδύτερον επί της βασιλείας του Αλεξάνδρου του Α' περιήλθον ύπό την κυριαρχίαν του ενιαίου κράτους των Αγεαδών  Τημενιδών, μολονότι διετήρησαν τους ιδιαίτερους βασιλείς των μέχρι της βασιλείας του  Αρχελάου.

Αι περιοχαί αύται εκαλούντο με το όνομα Άνω Μακεδονία, εν αντιθέσει προς την νοτίαν περί τάς Αίγας και το Βέρμιον περιοχήν, ήτις εκαλείτο Κάτω Μακεδονία

Κατά τινας συγγραφείς, τους όποιους δέν μνημονεύει ο Στράβων, η  Ήπειρος εθεωρείτο ως τμήμα της Μακεδονίας, εκαλείτο δέ Μακεδονία άπασα η μέχρι της Αδριατικής θαλάσσης χώρα, μερικοί δέ συγγραφείς ονομάζουν Μακεδονίαν και όλην την χώραν μέχρι της Κερκύρας, αιτιολογούν δέ την προσωνυμίαν ταύτην, διότι και κατά την κόμμωσιν (κουράν) και κατά την ομιλουμένων διάλεκτον και κατά την χλαμύδα και κατά την λοιπήν άμφίεσιν ομοιάζουν πολύ.

Μερικοί δε έξ αυτών είναι και δίγλωσσοι, ίσως διότι έχρησιμοποίουν πλήν της Ελληνικής και την γλώσσαν των γειτόνων Ιλλυριών.

Εκ της περικοπής ταύτης του Στράβωνος συνάγεται το συμπέρασμα ότι η οροσειρά του Γράμμου (Πίνδος) , αντί να χωρίζη, ήνωνε την Δυτικών Μακεδονίαν μέ την Ήπειρον, 
αμφότεροι δέ οι εκατέρωθεν αύτού πληθυσμοί ήσαν ελληνικοί, 
είχον τα αυτά ήθη και έθιμα, την αυτήν κόμμωσιν και ένδυμασίαν, έπικοινωνίαν και έπιγαμίαν συχνήν και το αυτό έλληνικόν γλωσσικόν ιδίωμα.

 Επομένως και αί πόλεις της Ορεστίδος Άργος Όρεστικόν, Κέλετρον κλπ., ήσαν τόσον άρχαίαι όσον και η Φοινίκη και το Μαντεΐον της Δωδώνης, το οποίον μνημονεύεται εις τα 'Ομηρικά έπη.

Δέν εκτίσθη οθεν το Άργος Όρεστικόν ύπό του Όρέστου, του υιού του "Αγαμέμνονος και της Κλυταιμνήστρας, άλλ' υπήρχε προ αυτού.

Ό   Γάλλος   ιστορικός Paul Cloche, όστις   έχει ασχοληθή ειδικώτερον με τας χρονολογήσεις των ιστορικών εξελίξεων των Μακεδόνων γράφει ότι κατά την διάρκειαν του 12ου και του 11ου αίώνος προ Χρίστου εις την Μακεδονίαν των  Αχαιών εισέβαλαν και έγκατεστάθησαν οι Δωριείς, οι οποίοι την εκυβέρνησαν, ως μέγα τμήμα της Ελλάδος.

Μέ τα γεγονότα αυτά άρχεται η αρχαίκή περίοδος, κατάς την διάρκειαν της όποιας η χώρα αύτη υφίσταται νέας μεταβολάς.
Οι επιδρομείς Δωριείς ήλθον κατά πασαν πιθανότητα εξ Ιλλυρίας, όπου διάφοροι μεταναστεύσεις από δύο περίπου αιώνων είχον δημιουργήσει βιαίας μετακινήσεις πληθυσμών.

Η μεγαλύτερα μερίς εξ αυτών δεν παρέμειναν εις το βόρειον μέρος της χερσονήσου, άλλά κατηυθύνθησαν πρός την Πελοπόννησον και εγκατέστησαν εκεί την κυριαρχιαν των (Κάθοδος των Ηρακλείδων).

 Άλλά μία σημαντική μειονότης, οι Μακεδνοί, εσυνέχισαν την πορείαν των εις την βορείαν περιοχήν της Ελλάδος κατά μήκος των όχθων της Λυχνίτιδος (Άχρίδος) λίμνης και ακολουθήσαντες τάς ορεινάς διαβάσεις της Πελαγονίας και της Εορδαίας ήρχισαν να εγκαθίστανται εις την περιοχήν, ήτις εξ αυτών έλαβε το όνομα Μακεδονία.

Αι ανασκαφαί απεκάλυψαν στρώμα τέφρας των Αχαιών, όπου επικρατεί ο ορείχαλκος (bronze) , ως επίσης και στρώμα τέφρας των Δωριέων, όπου επικρατεί ο σίδηρος.

Βλέπομεν ότι κατά την γνώμην του Cloche  η μετανάστευσις των Μακεδόνων-Δωριέων δέν έγένετο εκ του Άργους της Πελοποννήσου προς την Μακεδονίαν, άλλ' άντιστρόφως εκ της "Ιλλυρίας προς την Πελοπόννησον και προς τας Αίγας, δηλαδή από βορρά προς νότον και προς ανατολάς.

Άρα και οι Αργεάδαι δέν ήλθον εκ του Άργους της Πελοποννήσου, άλλ' εκ του Άργους της   Όρεστίδος, οπου   παρέμειναν επί   μακρόν μετά των 'Ορεστων και πάντως ότι ήσαν Μακεδόνες  Δωριείς, κατελθόντες εξ Ιλλυρίας προς τας Αιγάς μετά στρατιωτικής δυνάμεως, μεθ' ής εξέβαλον εκ των εύφορων πεδιάδων της Εδέσσης και της Ημαθίας τους Φρύγας του Μίδα και εγκατέστησαν την πρωτεύουσάν των εις τάς Αίγας.

Επί της εκδοχής ταύτης έχομεν, ως ανωτέρω άνέφερον, και την μαρτυρίαν του 'Αππιανού του Άλεξανδρέως, όστις ρητώς αναφέρει ότι οι Αργεάδαι Μακεδόνες κατήγοντο από το Άργος της Όρεστίδος και ουχί της Πελοποννήσου.

Παρά ταύτα οι αντιφρονούντες κ.κ.  Απ. Δασκαλάκης και Δημ. Κανατσούλης απορρίπτουν την μαρτυρίαν ταύτην του Αππιανού λέγοντες

α) ότι ο Αππιανός είναι πολύ μεταγενέστερος του Ήροδότου και του Θουκυδίδου και επομένως μέχρις ότου φθάσουν μέχρι του 'Αππιανού αι μυθολογικαί αύται παραδόσεις υπέσ:ησαν άλλοίωσιν και παραμόρφωσιν και

β) ότι, εάν οι βασιλείς της Μακεδονίας κατήγοντο εκ του Άργους Όρεστικοϋ, θα ήδύναντο να καλούνται  Αργεάδαι, ουχί όμως Τημενίδαι — Ήρακλείδαι, δεδομένου ότι ο Τήμενος εκυρίευσε το "Αργός της Πελοποννήσου και έγένετο βασιλεύς αυτού.

Ό κ. Απ. Δασκαλάκης γράφει ότι «κατά την εποχήν του Ηροδότου οι Έλληνες επίστευον σαφώς περί της εκ του Πελοποννησιακού  Αργούς καταγωγής των βασιλέων της Μακεδονίας, άλλως δέν θα ήτο δυνατόν να στηριχθή η γνώμη των περί της εκ των Ηρακλείδων Τημενιδών ηγεμόνων του Άργους της Πελοποννήσου καταγωγής των, βάσει της όποιας και εγένετο δεκτός εις τους Ολυμπιακούς αγώνας ο Μακεδών βασιλεύς Αλέξανδρος ο Α'.
Μάλλον λοιπόν πρέπει να παραδεχθώμεν ότι ο Αππιανός γράφων τόν 2ον αιώνα μετά Χριστόν, οπότε αι κλασσικαι εθνικαί παραδόσεις των Ελλήνων είχον σχεδόν σβεσθή, περιέπεσεν εις σύγχυσιν, φαντασθείς ότι επρόκειτο περί του Αργούς Όρεστικού».

Άλλά δέν ερμηνεύει ο κ. Δασκαλάκης κατά γράμμα την παράδοσιν του Ήροδότου, ήτοι ότι δήθεν οι τρεις αδελφοί Γαυάνης, Αέροπος και Περδίκκας εξεκίνησαν από το Άργος της Πελοποννήσου, μετέβησαν εις την Ιλλυρία, και εκείθεν ήλθον εις την Λεβαίαν, όπου έθήτευσαν ως βοσκοί ίππων, βοών και αιγοπροβάτων, έκδιωχθέντες δ' εκείθεν έφθασαν εις την περιοχήν της Εδέσσης, όπου έκτισαν την πρωτεύουσαν του βασιλείου των Αίγας, άλλ' ότι οι Αργεάδαι Μακεδόνες έξώρμησαν εκ των περί την Πίνδον ορεινών περιοχών, όπου οι Μακεδόνες  Δωριείς είχον ζήσες επί αιώνας και εκείθεν πιεζόμενοιυπό των βαρβάρων γειτόνων των εκινήθησαν προς Ανατολάς και έφθασαν εις την περιοχήν της Εδέσσης, όπου έγκατεστάθησαν οριστικώς εις τάς Αίγας.

"Ομως προσθέτει ο συγγραφεύς ούτος ότι το «Μακεδνόν έθνος εις μίαν ακαθόριστον χρνολογικώς εποχήν (ίσως έννοει προιστορικήν) μετετοπίσθη εκ Νότου πρός Βορραν,  ενώ τοιαύτη ομαδική μετανάστευσις λαών δέν αναφέρεται υπό των αρχαίων συγγραφέων.

Αντιθέτως, ως εξετέθη ανωτέρω, εις κλάδος Μακεδόνων κατελθών εκ της Ιλλυρίας και της Δυτικής Μακεδονίας πρός την Νοτίαν Ελλάδα έγκατεστάθη εις την Δωρίδα και προσωνομάσθη λαός Δωριέων, όστις μετέσχε της τρίτης καθόδου των Ηρακλείδων εις Πελοπόννησον, ενώ οι υπόλοιποι έξηκολούθησαν να όνομάζωνται Μακεδόνες και Μαγνήτες, κατήλθον εις την μεταξύ Όλύμπου και θαλάσσης περιοχήν και βραδύτερον κατέλαβον την Πιερίαν, τάς Αίγας και έφθασαν μέχρι του Στρυμόνος ποταμού με αρχηγόν τον Κάρανον και τους απογόνους του.

Αναφερόμενος εις τον Βυζαντινόν Χρονογράφον Γεώργιον Σύγγελον ο κ. Δασκαλάκης γράφει τα εξής:

«Ό Κάρανος, 7ος γόνος του Τημένου χαί Ενδεκατος του Ηρακλέους, εξώρμησεν εκ Πελοποννήσου με μισθοφορικά στρατεύματα προς κατάκτησιν χωρών και ίδρυσιν ίδιου βασιλείου.
Κατόπιν ευνοικού χρησμού του Μαντείου των Δελφών διήλθε μετά της στρατιάς του τάς ορεινάς αλύσεις της Πίνδου και έφθασε μέχρι των Μακεδονικών βασιλείων της Λυγκηστίδος και της Όρεστίδος.
Τότε ο βασιλεύς των Ορεστών εθρίσκετο εις πόλεμον κατά του βασιλέως των Έορδών.

Ο δε Κάρανος επροθυμοποιήθη να παράσχη εις αυτόν βοήθειαν υπό τον όρον να παραχωρηθή εις αυτόν το ήμισυ της χώρας του αντιπάλου προς ίδρυσιν ίδιου βασιλείου.

 Πράγματι κατά την διήγησιν ταύτην μετά την νίκην του Καράνου και του βασίλειος των Όρεστών κατά του βασίλειος των Εορδών ο Κάρανος κατέλαβε τα εδάφη εκείνα, εις τα όποια ίδρυσε το βασίλειον των Τημενιδών, κτίσας ως πρωτεύουσαν τας Αίγας».

Ή παράδοσις αύτη ανευρίσκεται είλημμένη εκ του Διόδωρου εν τω διασωθεντι εις λατινικήν μετάφρασιν τμήματι του χρονικού του Εύσεβίου.

Ο κ. Δασκαλάκης εξ όλων τούτων συνάγει το συμπέρασμα ότι ιδρυτής του κράτους των Άργεαδών  Τημενιδών Μακεδόνων υπήρξεν ο Κάρανος, ο δέ ύπό των Ηροδότου και Θουκυδίδου φερόμενος ως ιδρυτής Περδίκκας καταλαμβάνει την τετάρην θέσιν μετ αυτόν, ήτοι Κάρανος, Κοινός. Τυρίμας, Περδίκκας.

Ή εκδοχή αύτη δέν φαίνεται ανταποκρινόμενη εις την ιστορικήν αλήθειαν, διότι τοιαύτη εκστρατεία του Καράνου εκ Πελοποννήσου κατά της "Ιλλυρίας, της Άνω Μακεδονίας, ούτε μνημονεύεται εις τους συγγραφείς, ούτε πιθανολογείται εκ των πραγμάτων, διότι ο στρατός του Καράνου θα ήτο πολύ δύσκολον να εκκίνηση εκ του Άργους της Πελοποννήσου, να διέλθη διά ξηράς από λαούς πολεμικούς, ως ήσαν οι Αιτωλοί, οι Μαγνήτες, οι Θεσσαλοί, οι Πίερες.
Εκ των νεωτέρων συγγραφέων ο κ. Δημήτριος Κανατσούλης στηριζόμενος κυρίως εις την παράδοσιν του Ηροδότου και του θουκυδίδου υποστήριζεν ομοίως ότι κοιτίς των Άργεαδών - Τημενιδών βασιλέων τήξ Μακεδονίας δέν ύπήρξεν η Όρεστίς και το Άργος Όρεστικόν, άλλα το Άργος της Πελοποννήσου.

Εκείθεν κατά τόν εν λόγω συγγραφέα εξώρμησαν οι Τημενίδαι και έφθασαν εις Ίλλυρίαν. εκείθεν δέ εις  Ανω Μακεδονίαν και τέλος κατήλθον εις την νοτίαν περιοχήν της Μακεδονίας, όπου εγκατεστάθησαν οριστικώς και έκτισαν την πρωτεύουσάν των εις τον χώρον της παλαιάς Εδέσσης, την οποίαν ώνομασαν Αίγας, λόγω της ροής άφθονων υδάτων η λόγω των αίγάγρων, οίτινες ωδήγησαν εκεί τα βήματα του Καράνου .

 Κατά τον κ. Κανατσούλην, όστις ακολουθεί τόν Κ. Παπαρρηγόπουλον, όλας τας δυσκολίας περί την ερμηνείαν των παλαιών μυθολογικών παραδόσεων δημιουργεί η ονομασία των Μακεδόνων βασιλέων, ως Τημενιδών, ενώ είναι δεδομένον και ιστορικώς εξηκριβωμένον ότι ο Ηρακλείδης Τήμενος εξεδίωξεν εκ του Άργους της Πελοποννήσου τον υιόν του Όρέστου Τισαμενόν και έβασίλιευσε κατόπιν εις αυτό .

Δέν δύνομαι να συμφωνήσω μέ την γνώμην ταύτην των δύο Ελλήνων ιστορικών, διότι, εάν έγίνετο εκστρατεία του Καράνου εκ του  Άργους της Πελοποννήσου, θα άφινεν ίχνη και θα εμνημονεύετο υπό του Όμηρου η ύπό του Ηροδότου, όπως μνημονεύεται η κάθοδος των Αχαιών και των Ηρακλείδων  Δωριέων.
 Άλλως τε αι επεκτατικαί εκστρατείαι γίνονται πάντοτε εις βάρος των γειτονικών περιοχών και ουχί εις βάρος απομεμακρυσμένων και αγνώστων επικρατειών.
Ούτω και οι Μακεδόνες-Δωριείς κατελθόντες εκ της Ιλλυρίας έγκατεστάθησαν περί την Όρεστίδα και κατά πασαν πιθανότητα εις την πεδιάδα του Άργους Όρεστικού και εκείθεν βραδύτερον προωθήθησαν πρός ανατολάς.
Μέ την γνώμη  ταύτην συμφωνούν οι δοκιμώτεροι των ιστορικών συγγραφέων.

Είδομεν ανωτέρω τον Γάλλον ιστορικόν Paul Cloche, όστις δέχεται ότι η εξόρμησις των Άργεαδών Τημενιδών προς Ανατολάς εγένετο εκ του Άργους Όρεστικού, οπόθεν οι πρώτοι Μακεδόνες βασιλείς κατήγοντο  και ότι η ονομασία των Άργεαδών δέν προήλθεν από το Άργος της Πελοποννήσου η της Όρεστίδος, άλλα από τον Άργαίον η 'Αργέον, τόν βασιλέα της Μακεδονίας.

Πρώτος διετύπωσε την άποψιν ταύτην ο Στέφανος Βυζάντιος εν τη επιτομή, άλλά την έφερεν εις φώς ο Γερμανός ιστορικός συγγραφεύς Julius Beloch και την ανέπτυξε στηριζόμενος εις τον Ηρόδοτο ν, (I, 56 και VII, 43) και εις τον Ήσίοδον, καθώς και εις τον Χατζηδάκην (Περί της καταγωγής των "Αρχαίων Μακεδόνων. Αθήναι 1897) :

«Ό Ηρόδοτος ονομάζει τους Δωριείς γένος των Μακεδόνων και ο "Ησίοδος θεωρεί τόν Μακεδόνα και τόν Μάγνητα αδελφούς, γενικώτερον δέ τους Μακεδόνας και τους Μάγνητας λαούς στενώτατα συγγενεύοντας. Ωσαύτως αναφέρει ότι ο Ελλάνικος ονομάζει τόν Μακεδόνα άδελφόν του Αιτωλού (FR. 46 FHG, I, 51) καταλέγει δε τους Μακεδόνας εις το Αιολικόν γένος». 

Ο Julius Beloch επίσης γράφει ότι από τον Τήμενον, τον Βασιλέα του Άργους της Πελοποννήσου κατήγοντο, πλην των βασιλέων της πόλεως ταύτης και οι βασιλείς της Μακεδονίας γνωστοί, ως Τημενίδαι.

Άλλά, ενώ εκ των χωρίων τούτων του συγγραφέως φαίνεται να δέχεται την άποψιν του Ηροδότου, περαιτέρω (έν σελ. 237) συσχετίζων ολας τας μυθολογικάς παραδόσεις δέχεται την άκόλουθον άποψιν ως γενικόν συμπέρασμα:

 «Ή ιστορία των Μακεδόνων αρχίζει κατά τό 700 προ Χριστού εις την Όρεστίδα, την οποίαν ενέμοντο από κοινού με το Έλληνικόν φύλον των Όρεστών. Είς την περιοχήν αυτήν τοποθετείται άπό την παράδοσιν η κοιτίς της βασιλικής δυναστείας των Μακεδόνων, η οποία φέρει τα δύο ονόματα: Αργεάδαι και Τημενίδαι. 
Το πρώτον εξ αυτών δυνατόν να σημαίνη   καταγωγήν από τινα   Άργαίον, οπότε θά πρόκειται περί του  Αργαίου του Α' , όστις εβασίλευσεν άπό το 652—621 προ Χριστού η διά τινα παλαιότερον φέροντα το όνομα τούτο, άγνωστον όμως εις την ιστορίαν. 

Το δεύτερον δυναστικόν όνομα Τημενίδαι το έφερον επίσης οι ηγεμόνες των ιστορικών Άργείων από τόν Ήρακλείδην Τήμενον, αρχηγόν των Δωριέων, οίτινες κατέλαβον το Άργος της Πελοποννήσου μετά την τρίτην κάθοδον των  Ηρακλείδων. 

Η ομωνυμία αύτη έδωκε λαβήν εις την διαμόρφωση της παραδόσεως οτι οι Τημενίδαι των Μακεδόνων κατήγοντο άπό το Άργος της Πελοποννήσου. 
Η μόνη λογική εξήγησις, καταλήγει ο Beloch, της συμπτώσεως των δύο δυναστικών ονομάτων είναι ότι το όνομα Τήμενος είναι μακεδονικόν και ότι έφθασεν εις τους Ήρακλείδας του "Άργους δια μέσον των Μακεδόνων, οι οποίοι έγιναν υπήκοοι των  Ηρακλείδων εις την Κεντρικήν Στερεάν και απετέλεσαν εν από τα συστατικά στοιχεία των Δωριέων.

Η η βασιλεία του Περδίκκα ανήκει εις το πρώτον ήμισυ του Ζ' αιώνος προ Χριστού, κατ΄ αυτήν δέ οι Μακεδόνες επεξετάθησαν από την Όρεστιδα προς τα ανατολικά. Πρώτον φαίνεται ότι κατέλαβον την Έορδαίαν, χώραν όμορον της Όρεστίδος, έπειτα την Βοττιαίαν και την Πιερίαν νοτίως του Αλιάκμονος και τέλος την Άλμωπίαν».

Διά της ερμηνείας ταύτης ο Beloch διευκολύνεται η λύσις του προβλήματος της καταγωγής των Τημενιδών από το  Άργος της Πελοποννήσου η από το Άργος της Όρεστίδος.
Το πρόβλημα τούτο εμβάλλει εις πειρασμόν όλους τους συγγραφείς, οι οποίοι ερμηνεύουν κατά γράμμα το κείμενον του "Ηροδότου και του Θουκυδίδου και απορρίπτουν την γνώμην του Άππιανού.
Ο κ. Δασκαλάκης δέχεται ότι, η ύπό του Άππιανού υποστηριζόμενη εκδοχή ότι οι Αργεάδαι βασιλείς της Μακεδονίας έλαδον την πρόσωνυμίαν ταύτην από το Άργος της Όρεστιδος, οπόθεν κατήγοντο, είναι προίόν συγχύσεως λόγω της παρόδου του χρόνου.

Ο κ. Κανατσούλης, ακολουθών την άντίληψιν ταύτην του κ. Δασκαλάκη αποφαίνεται ότι «ή πρώτη πρωτεύουσα του κράτους των Μακεδόνων ήσαν αι Αίγαί και από τόν Άρχέλαον η Πέλλα.
Το Άργος Όρεστικόν ουδέποτε υπήρξε πρωτεύουσα των Μακεδόνων, ούτε κατά την μυθικήν παράδοσιν».

Ό κ. Δασκαλάκης γράφει ότι ο Ηρόδοτος ευρισκόμενος πλησιέστερων χρονικώς τπρος την ίδρυσιν του οίκου των Αργεαδών δεν ήτο δυνατόν να πάθη σύγχυσιν,
 διότι όλοι οι Έλληνες της εποχής του επίστευον περί της εκ του Πελοποννησιακού Άργους καταγωγής των βασιλέων της Μακεδονίας,
 ενώ ο 'Αππιανδός έγραψε τόν 2ον αιώνα μετά Χριστόν, οπότε αί παραδόσεις είχον υποστή παραμόρφωσιν και σύγχυσιν.

Δέν είναι πειστικός ο συλλογισμός του κ. Δασκαλάκη, διότι πιθανώς να συμβαίνη το αντίθετων, ήτοι ο Παυσανίας και ο Στράβων και ο  Αππιανός, μεταγενέστεροι οντες, να προέβησαν εις έξακρίβωσιν και διευκρίνισιν των αντιφατικών παραδόσεων'!.

Πάντως η γνώμη του Beloch φέρεται επικρατούσα εστηρίχθη δέ επί της εκτεθείσης εκδοχής του Γερμανού ιστορικού Abel εις διατριβήν του επί του θέματος τούτου, περί της όποιας εγένετο λόγος εν υποσημειώσει άρ. 28.
Η γνώμη αύτη εγένετο δεκτή και υπό του Κ. Παπαρρηγοπούλου και Παύλου Καρολίδου, ως αναφέρει ο κ. Δασκαλάκης, όστις φαίνεται παρεσύρθη και από τον Βυζαντινόν Χρονογράφον Σύγγελον .

Τήν θεωοίαν ταύτην των Beloch και Abel αποδέχονται και οι διακεκριμένοι σύγχρονοι συγγραφείς της Ιστορίας του Ελληνικού "Εθνους κ.κ. 'Ι. Θεοδωρακόπουλος, "Ι. Άνδρεώτης, Κ. Τσάτσος κλπ. Πράγματι οι συγγραφείς του Β' τόμου της εν λόγω Ίστορίας αντιγράφουν σχεδόν τον Beloch ως εξής:


«Ή Ιστορία των Μακεδόνων αρχίζει κατά το 700 π. Χρ. εις την Όρεστιδα, που μοιράζονταν μέ ένα φύλον Ελληνικόν τους Όρέστας. 
Στήν ίδια περιοχήν (τήν Ορεστιδα) τοποθετείται από την παράδοσιν η κοιτίς της βασιλικής δυναστείας των Μακεδόνων, που φέρει δύο ονόματα: 
Αργεάδαι  Τημενίδαι.
 Το πρώτον ες αυτών δυνατόν να σημαίνη καταγωγήν από έναν Άργέα, άγνωστον στήν παράδοσιν η από έναν Αργαίο, όποτε θα πρόκειται για τον Άργαίον τον Α' (652—621 προ Χρ.) παρά για παλαιότερόν του, που λανθάνει το δεύτερον δυναστικόν όνομα το έφερον επίσης οι ηγεμόνες των  ιστορικών  Αργείων από τόν Ήρακλείδην Τήμενον, αρχηγόν των Δωριέων, που κατέλαβον το Άργος  (τής ΙΙελοποννήσο ) . 

Αυτή η ομωνυμία έδωσε λαοήν στήν οιαμόρφωσιν της παραδόσεως ότι οι Τημενίδαι των Μακεδόνων κατήγοντο από το Πελοποννησιακόν  Αργός. 
Η μόνη λογική έξήγησις της συμπτώσεως των δύο δυναστικών ονομάτων είναι ότι το όνομα Τήμενος είναι Μακεδονικόν και ότι έφθασεν ως τους Ήρακλείδας του Άργους  διά μέσου των Μακεδόνων, που έγιναν υπήκοοι των Ηρακλείδων στήν Κεντρικήν Στερεάν και απετέλεσαν ένα άπό τα συστατικά στοιχεία των Δωριέων». 

Περαιτέρω αντιγράφουν πιστώς τόν Beloch οι εν  λόγω Ακαδημαίκοί συγγραφείς  ότι η βασιλεία τού Περδίκκα ανήκει εις το πρώτον ήμισυ του Ζ αιώνος π.Χρ.

Κατ  αύτήν οι Μακεδόνες απλώθηκαν από την  Ορεστίδα πρός τα ανατολικά.
Η  Όρεστίς λοιπόν και το Αργός Ορεστικόν υπήρξεν η κοιτίς της δυναστείας των βασιλέων της Μακεδονίας, οίτινες εκαλούντο  Αργεάδαι, ουχί ως καταγόμενοι από το  Άργος της Πελοποννήσου η της Όρεστίδος, άλλ' εκ του Αργαίου η τοϋ Αργέα, διότι τα εις -άδης επώνυμα σημαίνουν οίκογενειακήν καταγωγήν, δηλαδή προγονικήν καταγωγήν, ως π.χ. Καρνεάδης,  Ανδρεάδης, Δημάδης, Δημητριάδης, Βασιλειάδης και ούτω καθεξής.

 Έάν η επωνυμία των Αργεαδών προήρχετο εκ της πόλεως Άργος  ήτο Αργείος η Αργέστης, ουχί όμως 'Αργεάδης.
Επίσης η επωνυμία Τημενίδαι φαίνεται ότι προέρχεται από το κύριον όνομα Τημένου,  το όποιον έσυνηθίζετο εις Μακεδονίαν και εντεύθεν μετεβιβάσθη εις Πελοπόννησον , διά του   ήγηθέντος της τελευταίας καθόδου των Ηρακλείδων  Δωριέων-Μακεδόνων Τημένου, όρμηθέντος από Βορρά προς Νότον.

Εκ πάντων των ανωτέρω προκύπτει ότι πιθανωτέρα και επικρατέστερα είναι η εκδοχή ότι κοιτίς της Μακεδόνικης Δυναστείας υπήρξεν η Όρεστίς, όπου η πόλις του Αργούς Όρεστικού, ύπήρςεν η βάσις έξορμήσεως των πρώτων Μακεδόνων προς Νότον και Ανατολάς.

ΙΙρωτεύουσα της Όρεστίδος υπήρξε το Κέλετρον, η σημερινή Καστοριά, η έδρα των τοπικών βασιλέων, μεταξύ των όποιων μνημονεύεται ο 'Αντίοχος κατά τους χρόνους του ΙΙελοποννησιακού πολέμου, ως αναφέρει ο Θουκυδίδης.

 Είς την δευτέραν πολιν της Όρεστίδος, το Άργος Όρεστικόν, φαίνεται ότι επιδραμόντες έξ Ιλλυρίας έγκατεστάθησαν οι Μακεδόνες και συνενεμήθησαν μετά του παλαιόθεν ελληνικού φύλου των Ορεστών την  Ορεστιδα, τέλος δέ επεκράτησαν ούτοι ύποτάξαντες τουςΟρέστας η από κοινού Μακεδόνες και Ορέσται μετηνάοτευσαν προς ανατολάς η τέλος εκδιωχθέντες υπό των Όρεστών ήναγχάσθησαν να τραπούν προς ανατολάς και να εγκαταστήσουν την πρωτεύουσα, αυτών παρά την  Έδεσσαν, όπου ίδρυσαν την πόλιν των Αιγών.

 Έπί Αλεξάνδρου του Α' υπετάγησαν εις τους Μακεδόνας οι Όρέσται, οι Έλιμιώται κλπ. βασιλείς, βραδύτερον δε επί  Αρχελάου συνεχωνεύθησαν με το ενιαίον Μακεδονικόν κράτος της Πέλλης, όπου είχε μεταφερθή υπό του Αρχελάου η πρωτεύουσα εξ Αιγών.

Κατά συνέπειαν η γενεαλογία των Μακεδόνων βασιλέων είναιι κατά την επικρατέστεραν έκδοχήν κατά χρονολογικήν σειράν 

1) Κάρανος, 
2) Κοινός, 
3) Τυρίμας η Θουρίμας. 
4) ΙΙερδίκκας
5) Αργαίος, 
6) Φίλιππος ο Α', 
7) Αέροπος, 
8) Αλκέτας, 
9) Αμύντας ο Α', 
10) Αλέξανδρος Α' ο Φιλέλλην.

Οι προγενέστεροι, οίτινες είχον έλθει εξ Ιλλυρίας και εγκατεστάθησαν εις την Ορεστίδα είναι άγνωστοι.
Οι μεταγενέστεροι μέχρι του Περσέως είναι γνωστοί από την ιστορίαν.

Έν τελικω συμπεράσματι 
τα επώνυμα  Αργεάδαι και Τημενίδαι προήλθον άπό γενεολογικήν καταγωγήν Μακεδόνων 
το δέ όνομα του Τημένου, 
εξ ού οι διαδεχθέντες αυτόν ως βασιλέα του  Αργούς της Πελοποννήσου απόγονοι
 εκλήθησαν Τημενίδαι, 
είναι όνομα Μακεδονικόν, 
μεταδιβασθέν ύπό των Μακεδόνων  Δωριέων 
εις το  Άργος της Πελοποννήσου κατά τήν τελευταίαν  κάθοδον των Ηρακλείδων.

Άγαπώμεν και τιμώμεν τόσον το Άργος  της Πελοποννήσου, όσον και το   Άργος Όρεστικόν, διότι είμεθα αδελφοί και ρέει εις τάς φλέφας μας το ίδιον αίμα, είτε οι Πελοποννήσιος μετηνάστευσαν εκείθεν εις Μακεδονίαν και ίδρυσαν την Μακεδονικήν δυναστείαν, είτε οι Μακεδνοί μέ τον Ηρακλείδη/ Τήμενον κατήλθον εις την Πελοπόννησον.

Τ' ανωτέρω εξετέθησαν, διότι, ενώ η αγάπη μας είναι η αυτή και διά το Άργος της Πελοποννήσου και διά το  Άργος  της Όρεστίδος, εν τούτοις η πρός την ιστορικήν αλήθειαν αγάπη μας είναι και οφείλει να είναι μεγαλύτερα.

Ή ιστορική αλήθεια λοιπόν, την οποίαν με κόπον και υπομονήν ανεζήτησα και εξέθεσα ανωτέρω, αποδεικνύει ότι η Μακεδονία, όπως και η  Ηπειρος, ήτο Ελληνική προ του 11ου και 12ου αιώνος προ Χριστού και δή προ της εκ Βορρά καθόδου των Μακεδνών, οι οποίοι επίσης ήσαν Έλληνες και κατήλθον από Βορρά ποός Νότον, πρώτον ως  Αχαιοί και είτα ως Δωριείς προς Πελοπόννησον και ως Μακεδνοί, Μακεδόνες και Μαγνήτες πρός Ανατολάς και Νοτιοανατολάς (Μαγνησίαν).

Από της καθόδου των Μακεδνών εις τάς περιοχάς της Όρεστίδος, της Λυγκηστίδος, της Πελαγονίας, της  Ελίμειας, της   Έορδίας, της Άλμωπίας, της Παιονίας, της Μυγδονίας, της Βοττιαίας, της Πιερίας, της Ημαθίας, της Βισαλτίας κλπ., κλπ. εσημειώθη πρόοδος εις τας τέχνας και εις την επεξεργασίαν, όχι μόνον του χαλκού και του ορειχάλκου, αλλά και του σιδήρου, οι δέ φορείς της τέχνης της επεξεργασίας των μετάλλων τούτων  Ελληνες Μακεδνοί έπεκράτησαν των μεμονωμένων κρατιδίων, τα ήνωσαν ύπό την ήγεοίαν των και έδημιούργησαν το αναγκαίον πρόφραγμα της Ελλάδος κατά των περιστοιχιζόντων αυτήν βαρβάρων επιδρομέων.

Το πρόφραγμα τούτο επέτρεψε, εις τους νοτιωτέρους "Ελληνας και δή εις τους "Αθηναίους να αναπτύξουν εν ασφάλεια και άνέσει την φιλοσοφίαν και την πνευματικήν άνθισιν, η όποια εφώτισε την ανθρωπότητα, να βάδιση εις την οδόν της προόδου και της ευημερίας με τον Πλάτωνα, τον Σωκράτην, τον  Αριστοτέλην και την άναρίθμητον πλειάδα των φιλοσόφων, των ποιητών, των ιστορικών, των καλλιτεχνών και των θεμελιωτών της ανθρωπινής επιστημονικής σκέψεως.

Η σφυρηλάτησις της φυλετικής ενότητος, της κοινής γλώσσης, των κοινών εθνικών στοιχείων των παλαιοτέρων ελληνικών βασιλείων με τους άπό του βορρά κατελθόντας Μακεδνούς και μέ τους αδελφούς των Μάγνητας εγένετο εις την Δρυοπίδα, την λεγομένην ακόμη και σήμερον Δωρίδα, όπου προσέλαβον το επώνυμον των Δωριέων και εκείθεν κατήλθον εις Πελοπόννησον, ως Δωριείς, και εις την Όρεστιδα, όπου Μακεδνοί και Όρεσται συνέζησαν επί πολλά ετη, ίσως επί αιώνας.

 Εκείθεν εκκινήσαντες επεξετάθησαν πρός Ανατολάς και συνέστησαν το κράτος των Αιγών παρά την "Εδεσσαν.
Το  Ορεστικόν Άργος λοιπόν παρά την λίμνην νής Όρεστιάδος, όπου άνευρεθησαν διά των ανασκαφών τα ίχνη λιμναίας οικήσεως και πολλά λίθινα εργαλεία της νεολιθικής εποχής, υπεδέχθη και εφιλοξένησε τους εκ της Πίνδου και της  Ιλλυρίας κατελθόντας Μακεδνούς και τους προέπεμψεν η συνεστράτευσε μετ' αυτών πρός Νότον και πρός  Ανατολάς μέχρι της Θράκης.



Δεν υπάρχουν σχόλια: