Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία: Τα εθνικά αισθήματα των Μακεδόνων και η επαναστατική τους δράση (1430-1821).

Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, 
ΕΤΑΙΡΕΙΑ  ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡ. 14
Θεσσαλονίκη 1954
(οι φωτογραφίες  επιλογές Yauna)
Εθνικά Αισθήματα 
και Δράση 
Ελλήνων Μακεδονίας
 επί τουρκοκρατίας (1430-1821).

 ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ 
ΕΠΙ ΤΗι ΕΘΝΙΚΗι ΕΟΡΤΗι ΤΗΣ 25ηι ΜΑΡΤΙΟΥ 
ΕΚΦΩΝΗΘΕΙΣ 
ΕΝ ΤΗι ΑΙΘΟΥΣΗι 
ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Κυρίες και κύριοι.

Η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών από πέρυσι έχει καθιερώσει να πανηγυρίζη με σεμνή πνευματική γιορτή, όπως και τα άλλα ανώτατα πνευματικά ιδρύματα του κράτους, την πιο μεγάλη εθνική στιγμή του νέου Ελληνισμού και ν’ αποτίνει φόρο αιώνιας τιμής και ευγνωμοσύνης στους αθανάτους εκείνους προγόνους μας, οι οποίοι χάρισαν σε μας τους μεταγενεστέρους το πρώτο και ύψιστο αγαθό, την ελευθερία. Ιδιαίτερος όμως σκοπός της Εταιρείας είναι να τονίση και να εξάρη την ηρωική προσφορά των Ελλήνων της Μακεδονίας, οι όποιοι με ποταμούς αιμάτων πότισαν την πολυβασανισμένη χώρα τους.

Πραγματικά όχι μόνο τα εθνικά τους αισθήματα, αλλά και οι εθνικές τους πράξεις είναι τόσο πολλές και τόσο μεγάλες, ώστε ο ομιλητής της ημέρας δεν αισθάνεται καθόλου την ανάγκη να εκφρασθή με περίτεχνα ρητορικά σχήματα και λυρικούς τόνους. Τα δεδομένα μόνα τους γεννούν τα αισθήματα του θαυμασμού και της λατρείας και προκαλούν την εθνική συγκίνηση και την ψυχική ανάταση.  Ας σημειωθή μάλιστα ότι πολλά ακόμη Ιστορικά στοιχεία μένουν και ίσως μείνουν για πάντα σκοτεινά και άγνωστα.

Αλήθεια τι γνωρίζαμε πριν από 20 χρόνια για τη συμμέτοχη και συμβολή των Ελλήνων της Μακεδονίας στον αγώνα του 1821 ; 

Ελάχιστα και αυτά ξηρά και χρονογραφικά. Σήμερα ομως, ύστερ΄ από τις αλλεπάλληλες ανακαλύψεις νέων ιστορικών στοιχείων, η ομίχλη των περασμενων διαλύεται και περίλαμπρη προβάλλει η τιμητική θέση των Ελλήνων της Μακεδονίας μέσα στον πανελλήνιο αγώνα.
Τώρα το φως των προβολέων της ιστορίας αγωνίζεται να εισδύσει ακόμη πιο βαθιά στο σκοτεινό παρελθόν της Μακεδονίας. Θα ήταν λοιπόν ενδιαφέρον ν’ αναζητούσαμε τα φωτεινά εκείνα σημεία, τις σπάνιες εκείνες μαρτυρίες, οι όποιες μιλούν για τη στάση των Ελλήνων της Μακεδονίας εμπρός στην κοινή μεγάλη πατρίδα, για τα εθνικά τους δηλαδή αισθήματα και τη δράση τους κατά τη διάρκεια της μακραίωνης δουλείας.

Οι δυσκολίες μιας τέτοιας αναδρομής γίνονται πολύ μεγάλες, σχεδόν ανυπέρβλητες, όσο περισσότερο πλησιάζουμε προς τους «δίσεχτους εκείνους χρόνους», και την αγωνία και προκαλούσε τον αργό θάνατο.
Ο Θεσσαλονικεύς ιστορικός Αναγνώστης, που είδε με τα μάτια του την τελευταία άλωση της αγαπημένης του πατρίδας και εζησε έπειτα έντονα τα αισθήματα αυτά των σκλάβων ομοεθνών του, γράφει

 «Πολλοί μεν ούν είλοντ’ αν αντί της ενεγκαμένης την πολιν και πληρης μεν αν ην ευσεβών ήδη, πλήρης δε μοναχών, γέμουσα δε θυμηδίας και τέρψεως τω χριστωνύμω πρεπούσης πληρώματι, ει μη.....τα κατ’ αυτήν ούιω προυχώρησε.

Νυνί δε μη ότι γε πόθον, οι ταύτην εκ μακρού καταλαβείν είχον, μετάμελον έσχον της προθυμίας, αλλά και ήμίν της εις την πόλιν ελεύσεως μεταμέλει, της ελπίδος σαφώς διημαρτηκόσι.
 Πάντα γαρ άνω και κάτω γεγόνασι, το του λόγου».

Δηλαδή

«Πολλοί θα προτιμούσαν τη Θεσσαλονίκη από την πατρίδα τους και θα ήταν γεμάτη πια απο ευσεβείς κατοίκους και μονάχους, γεμάτη από χαρά και τέρψη, ταιριαστη στον χριστιανικό της πληθυσμό, αν......τα πράγματα δεν έφταναν σ’ αυτό το σημείο. 

Τώρα όμως όχι μόνον αυτοί, που ποθούσαν από καιρό να έλθουν στην πόλη μας, μετάνιωσαν γι’ αυτή τους τη διάθεση, αλλά και εμείς μετανιώσαμε, που ήλθαμε, επειδή διαψευστήκαμε στις προσδοκίες μας. Γιατί όλα έγιναν άνω κάτω, όπως λέγει ο λόγος».

Κατόπιν ο Αναγνώστης, αφού παρέβαλε την πόλη με πλοίο, που το δέρνουν οι άνεμοι, επικαλείται το έλεος του Θεού και του τροπαιούχου 'Αγίου Δημητρίου. Είναι η μυστική προσευχή για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης

«Θεού δε αρα τούτο αν είη και της εκείνου σαφώς πηδαλιουχίας, καταπραύναι μεν τα των επερχομένων κορυφούμενα κύματα, ίθύναι δε προς γαλήνην και σωτηρίαν χαρίσασθαι και δούναι πρύμναν κρούσασθαι του λοιπού και πλεύσαι δεύτερον, ο φασι, πλούν, μεταβεβλημένων απάντων επί το βέλτιον και ο συνοίσει τη πόλει, μεσιτεύσαντος του ημεδαπού τροπαιούχου και μάρτυρος και των της πατρίδος οιάκων αύθις ειπείν έπιλαβομένου και προς την τοσαύτην των συμφορών θάλασσαν τη εαυτού χρησαμένου δυνάμει. Γενοιτο δε μη ουκ εις μακραν, ίλέω του θεού έπιβλέψαντος όμματι και φιλανθρωπευσαμένου συνήθως, εφ’ οις αυτόν παροργίζομεν ».

Η ίδια ταραχή των πνευμάτων και η ίδια αναστάτωση των ψυχών παρατηρείται παντού καθ όλη τη διαρκεια της τουρκοκρατίας.
Παραστατικήν εξεικόνιση των δεινών αυτών μας δίνει ανώνυμος πατριώτης το 1806

«Ποιος εμβαινει εις μίαν πολιτείαν της Ελλάδος και δεν αισθάνεται μίαν ψυχρότητα εις την καρδίαν του, άκούοντας πανταχόθεν να εξέρχεται το αί και το άλλοίμονον ; Τι άλλο ακροάζεται ένας ξένος πάρεξ αναστεναγμούς; Τι άλλο βλέπει ο Έλλην ειμή δάκρυα ; Τι άλλο εύρίσκεται τέλος πάντων εις τους  Έλληνας ειμη λύπη, φοβός, φυλακή και θανατος ;

Ενα γενικόν μουρμούρισμα λύπης, μια σιωπή απελπισίας κυριεύει ολων τας καρδίας. Καί πολλών η αδυναμία μιας δικαίας εκδικήσεως και η πολλά αισθαντική των καρδία φθείρει την ζωήν και θνήσκουν απελπισμένοι» (’).

Αυτή είναι πραγματικά η κατάσταση στις πόλεις, κωμοπόλεις και στα πεδινά χωρεά.
Συσπειρωμένοι, οι κάτοικοι μέσα στους κόλπους των κοινοτήτων τους έζησαν γύρω από τις ταπεινές τους εκκλησίες αιώνες ολόκληρους, αιώνες γεμάτους από προσδοκίες και φόβους, από ελπίδες και απογοητεύσεις.    

Αν από τους φρικτούς εφιάλτες της εποχής εκείνης είχαν ξεγλυτώσει οι Έλληνες στρατιωτικοί και λόγιοι, που έφυγαν στην Ιταλία και στις άλλες χώρες της Ευρώπης, δεν έχουν όμως απαλλαγή από το βαθύτατα ριζωμένο στην ψυχή του ανθρώπου αίσθημα της νοσταλγίας, που τους κάνει να στρεφουν τα βλέμματα και τις σκέψεις τους προς τους σκλαβωμένους εκεί κάτω αδελφούς των.

Το αίσθημα αυτό το κάνουν εντονώτερο οι διαφορετικές συνθήκες ζωης και οι στερήσεις, που δοκιμάζουν στις νέες τους πατρίδες.

Ιανός Λάσκαρις
Ένας τέτοιος αθεράπευτος νοσταλγός, ένας ακούραστος κυνηγός μιας ωραίας μακρινής οπτασίας, που έσβησε τόσο ξαφνικά σα μια γλυκεία μελωδία, πρέπει να θεωρηθή ο σοφός και μεγάλος πατριώτης Ίανός Λάσκαρις η Ίάνος Λάσκαρις, όπως καλύτερα πρέπει να ονομάζεται, γόνος της γνωστής αιωνόβιας αύτοκρατορικής οικογένειας των Λασκάρεων.

Αυτή η ακατανίκητη δύναμη του Ίάνου να ιδή τη σκλαβωμένη γη και τους δυστυχισμένους συμπατριώτες του, καθώς και η επιθυμία του να εξετάση τι μπορεί να κάνη για την απελευθέρωσή τους, ήταν ίσως η κυριώτερη αιτία, που τον παρακίνησε, όταν ήταν βιβλιοθηκάριος του Λαυρέντιου των Μεδίκων της Φλωρεντίας, να ύποβάλη στον υψηλό φιλόμουσο προστάτη του την Ιδέα να τον στείλη στις χώρες της Ανατολής προς αναζήτηση και συλλογή ελληνικών χειρογράφων.

 Έτσι με έξοδα του Φλωρεντινού ηγεμόνα ο Ίάνος Λάσκαρις πραγματοποιεί κατά τα τέλη του ΙΕ' αιώνα δυο ταξίδια κυρίως στις βόρειες ελληνικές χώρες της ευρωπαικής Τουρκίας, τα όποια διήρκεσαν δυο ολόκληρα χρόνια.

Θα ήταν πραγματικά ενδιαφέρον να παρακολουθούσε κανείς τον Λάσκαρι στα ταξίδια του αυτά, όχι μόνο για να γνωρίση τον ζήλο και τις περιπέτειες των πρώτων εκείνων κυνηγών των ελληνικών χειρογράφων, αλλά και την πολιτική και πνευματική κατάσταση του Έλληνισμού της εποχής εκείνης.

Δυστυχώς όμως δεν μας άφησε καμιά περιγραφή των ταξιδιών του, όπως έκαναν αργότερα άλλοι απεσταλμένοι βασιλέων η ’Ακαδημιών, αλλά μόνον ενα σημειωματάριο, πολύτιμο βέβαια κι’ αυτό, στο όποιο σημειώνει σύντομα τους τόπους, απ’ όπου πέρασε, καθώς και τα πρόσωπα  από τα όποια αγόρασε χειρόγραφα.

Τότε πέρασε και από τη Θεσσαλονίκη και αγόρασε χειρόγραφα από τους συγγενείς του Ματθαίου Λάσκαρι, που μόλις είχε πεθάνει, από τον Μανουήλ Λάσκαρι, πιθανώς μακρινούς συγγενείς του, και από τον Δημήτριο Σγουρόπουλο.
Μαζί με τους δύο τελευταίους αυτούς λογίους, όπως και με άλλους διαφόρων πόλεων, θα συζήτησε πολλές φορές το προσφιλές θέμα της απολυτρώσεως του ελληνικού λαού.

Μέσα σε μια ατμόσφαιρα, θερμή από καϋμούς και πόνους, ξαναμμένοι οι σκλάβοι Έλληνες θα μίλησαν μαζί του ώρες και μέρες ολόκληρες για την μακριά και αξημέρωτη νύχτα της δουλείας.

 Τι άλλο παρά αυτό θα μπορούσε να είναι το κύριο θέμα του νοσταλγού Λάσκαρι, ο όποιος, γέρος 80 χρόνων, ύστερ’ από τόσες εκκλήσεις του προς τους ισχυρούς της Δύσεως, προς τον Κάρολο Η' της Γαλλίας, τον Μαξιμιλιανό Α' της Γερμανίας και τον πάπα Ιούλιο Β' και αργότερα τον Λέοντα I', δεν έχει απελπιστή και δεν χάνει το θάρρος του να στραφή προς τον πανίσχυρο Κάρολο Ε', τον αυτοκράτορα του 'Αγίου Ρωμαϊκού κράτους, και να τον παρακίνηση να εκστρατεύση εναντίον της Ανατολής;

Τι άλλο παρά αυτό θα μπορούσε να είναι το κύριο θέμα του Λάσκαρι, ο οποίος στην προσλαλιά του προς τον αυτοκράτορα Κάρολο Ε' τονίζει οτι,
αφότου άρχισε να γνωρίζη τον κόσμο, έθεσε ως σκοπό του την απελευθέρωση της Ελλάδας και ο οποίος κατά τη διάρκεια των δύο επιστημονικών του ταξιδιών φρόντιζε να περισυλλέγη ίσως με περισσότερο ζήλο στρατιωτικές πληροφορίες παρά ελληνικά χειρόγραφα;

Οτι τα έντονα αυτά αισθήματα της ελευθερίας τα δοκίμαζε όχι μόνον ο Λάσκαρις, αλλά και οι άλλοι κάτοικοι των ελληνικών χωρών, επομένως και της Μακεδονίας, μας το βεβαιώνει ο ίδιος λέγοντας ότι κατά τα ταξίδια του είχε την ευκαιρία να έλθη σε επαφή και συνεννοήσεις με πολλούς προκρίτους, να εισδύση στις ψυχές των κατοίκων και να γνωρίση τι μεγάλη βοήθεια θα μπορούσαν να προσφέρουν στους βασιλείς της Δυτικής Ευρώπης, αν αυτοί επιχειρούσαν να πραγματοποιήσουν την ποθητή σταυροφορία.
 Ακόμη ο Ίάνος Λάσκαρις μας δίνει την πολύτιμη πληροφορία, ότι ηλθε σε επαφή με πολλούς γενιτσάρους (είναι η εποχή που το γενιτσαρικό σώμα αποτελείται μόνον από χριστιανόπαιδα) και διαπίστωσε με μεγάλη χαρά ότι πολλοί απ’ αυτούς ήταν κρυπτοχριστιανοί και πρόθυμοι να υποστηρίξουν τους ομοδόξους των σε περίπτωση σταυροφορίας.

 Και τελειώνει με την εξής δραματική έκκληση προς τον Κάρολο Ε'

«Τα λείψανα της αρχαίας Ελλάδος προσπίπτουν ενώπιον σου διά να σε παρακαλέσουν να τα έλευθερώσης από την δυστυχίαν, η οποία τα πιέζει τώρα και κατά την οποίαν βλέπουν το τέκνον αποσπώμενον από την αγκάλην της περιαλγοϋς μητρός διά να όδηγηθή αλλαχού, να άλλάξη εκεί θρησκείαν και να χρησιμεύσω δεν ήξεύρω διά ποίαν υπηρεσίαν, τέλος δε ίνα πολεμήση εναντίον των ίδιων του πατέρων και συγγενών.
Οι τεθλιμμένοι ούτοι στέλλουν (παρά τα ολίγα μέσα, τα οποία κέκτηνται) μυστικάς αγγελίας διά να ζητήσουν να συμπονέσης το χριστιανικόν αυτό πληθος, υποσχόμενοι να εκθέσουν την ζωήν των εις πάντα κίνδυνον διά να ιδουν αρχήν τινα της εύνοιας σου προς ύποστήριξιν της ύποθέσεώς των.

Δεν είναι τόσον μεταβεβλημένοι, ώστε να μη δύνανται να βοηθήσουν μεγάλως με δπλα και ζωοτροφίας, τας όποίας κατέχουν, εις την έκτέλεσιν και συμπλήρωσιν της έπιχειρήσεώς σου, οταν θα εύαρεστηθής να την αναλάβης.
Ταύτα, Μεγαλειότατε, είναι όσα η Ελλάς με έπεφόρτισε να σού προτείνω» (").

Προς τον ίδιο τον Κάρολο Ε' απευθύνεται άγνωστος και ασήμαντος στιχοπλόκος, ο οποίος μεταξύ των Ελλήνων μνημονεύει και τους Μακεδόνες και λέγει ότι θα ταχθούν κάτω από τις σημαίες του-

’Εκεί και των Μακεδονών γένος και των Κέρκυρας,
 ομού συν των Δωραχυνών της μάχης και της πείρας,
 σχεδόν ειπειν, πετώμενοι ήξουσι προσκυνήσαι 
πάντες την βασιλείαν σου, δουλωτικώς εκείσε(*).

Όλες όμως οι προσπάθειες των Ελλήνων εκείνων λογίων ναυάγησαν, γιατί η εποχή των σταυροφοριών είχε περάσει πιά για πάντα.
Οι ανταγωνισμοί και οι διενέξεις των ισχυρών της Δυτικής Ευρώπης ματαίωναν κάθε δυνατότητα δημιουργίας μιας αξιόλογης και εμψυχωμένης σταυροφορικής στρατιάς.
Η Δύση αδυνατούσε να τους βοηθήση αποτελεσματικά.
Γι΄ αυτό έπρεπε οι Έλληνες να δημιουργήσουν μόνοι τους τις μαχητικές τους δυνάμεις, που θα τους προστάτευαν και που θ΄ άποτελούσαν αργότερα τον απελευθερωτικό τους στρατό.

Άλλωστε προς αυτή την κατεύθυνση τους ωθούσαν οι ίδιες οι νέες συνθήκες ζωής, που είχαν δημιουργηθή στην Ελλάδα. Έτσι παράλληλα προς τις ιδέες, ότι οι ελληνικές χώρες είναι δυνατόν να ελευθερωθούν μόνο με τη βοήθεια της Ευρώπης, ιδέες που ριζώνονται
από την εποχή της δυναστείας των Παλαιολόγων και επιδρούν ως τις παραμονές του 1821, αρχίζει να παρατηρήται βαθμιαία στροφή μέρους του ελληνικού έθνους προς τον εαυτό του, στροφή, που επρόκειτο πολύ αργότερα να δημιουργήση
το έπος της εθνικής μας παλιγγενεσίας.

Ιδού ποιές ήταν οι νέες συνθήκες ζωής, που έκαναν τους ραγιάδες να στραφούν σιγά σιγά προς τον εαυτό τους :
Οι παντοειδείς αυθαιρεσίες μιας άδικης και τυραννικής εξουσίας, οι εξευτελιστικές απαγορεύσεις, οι αβάσταχτες φορολογίες και αγγαρείες, οι καταδιώξεις, οι κακοποιήσεις, οι φυλακίσεις και οι εκτελέσεις, η προσβολή των αυστηρών αντιλήψεων ηθικής των υποδούλων και άλλες ακόμη δευτερεύουσες αιτίες, που καταπίεζαν στον υπέρτατο βαθμό το ένστικτο της αύτοσυντηρησίας, καθώς και τα αισθήματα της τιμής και της ελευθερίας.
 "Ολ’ αυτά δημιουργούσαν μια αφόρητη κατάσταση τρομοκρατίας, που γέμιζε με αγωνία τη ζωή των Ελλήνων, που τους άπήλπιζε και τους έσπρωχνε προς την εξέγερση.

Ορθά λοιπόν παρατηρούσε ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη Φωτάκος, όταν έλεγε : «Η άληθινή αιτία (της έπαναστάσεως) είναι η απελπισία των Ελλήνων...»(*).

Οι κάτοικοι του υπαίθρου της Μακεδονίας, οπως και των άλλων ελληνικών χωρών, ήταν επόμενο ν’ αντιδράσουν στην κατάσταση αυτή, ιδίως μετά την εγκατάσταση στις εύφορες πεδιάδες αύτής, καθώς και της Θεσσαλίας, χιλιάδων Τούρκων έποίκων, των Έβλιάτι φατιχάν, δηλ. των παιδιών των καταχτητών (6), οπότε πολλοί εντόπιοι πληθυσμοί φαίνεται ότι άποσύρθηκαν η συμπιέστηκαν προς τα ορεινά μέρη των γειτονικών περιοχών.

Έτσι επάνω στα βουνά γίνεται μια φυσική επιλογή των Ελλήνων, δημιουργείται μια δυναμική βιολογικά καταβολή ενός πληθυσμού, που ζη σχεδόν ανεξάρτητος η κάτω από ελαφρότερους σχετικά όρους ζωής.

Έκεί επάνω καταφεύγουν οι πιο ανυπότακτοι, οι πιο αποφασιστικοί και οι πιο δυναμικοί  Έλληνες.

Έκεί επάνω άναχωνεύονται και δημιουργούνται νέοι ορεινοί πληθυσμοί, που δεν βρίσκονται στη συνηθισμένη απλή αντίθεση προς τους πεδινούς, τους κολλίγους των κατακτητών, αλλά διαφέρουν ριζικά απ’ αυτούς ως προς την αντίληψη και τον τρόπο της ζωής.

Μέσα στο ελληνικό έθνος πλάθεται μια ξεχαιριστή ομάδα ανθρώπων, των βουνίσιων, με ξεχωριστή ψυχοσύνθεση.
Την αντίθεσή τους προς τους καμπίσιους δεν είναι ορθό να την ερμηνεύουμε έχοντας υπ’ όψη μας μόνο το διαφορετικό περιβάλλον, αλλά κυρίως τη διαφορετική στάση τους απέναντι των κατακτητών.
.............................................................................................................

Στες χώρες σκλάβοι κατοικούν, στους κάμπους με τους Τούρκους.
Χώρες λαγκάδια κι’ ερημιές έχουν τα παλληκάρια.
Παρά με Τούρκους, με θεριά καλύτερα να ζούμε(7).

Ο Γάλλος εκδότης ελληνικών δημοτικών τραγουδιών Fauriel, ο οποίος στην εισαγωγή του δίτομου έργου του μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τη ζωή των κλεφτών και των αρματολών, στηριζόμενος σε προφορικές παραδόσεις, αναφέρει ότι στη Θεσσαλία εφαρμόστηκε για πρώτη φορά ο θεσμός των αρματολών, γιατί οι πολεμικοί και ανυπότακτοι κάτοικοι του ’Ολύμπου, του Πηλίου, της Πίνδου και των Άγράφων κατέβαιναν πολλές φορές στον Θεσσαλικό κάμπο και έκαναν μεγάλες καταστροφές και λεηλασίες (8).

Μολαταύτα οι πρώτοι εκείνοι ορεινοί καταδρομείς, οι πρώτοι εκείνοι Έλληνες κομμάντος δεν είναι παιδιά μόνο της Θεσσαλίας, άλλα και της Ακαρνανίας και των βορειοελλαδιτικών χωρών, της Ηπείρου και της Μακεδονίας.
Ο Μακεδόνας Συνταγματάρχης
από το Πισοδέρι Φλώρινας
Νικ. Κασομούλης 
(1795-1872)
Ότι η τιμή της πρώτης δραστικής αντιστάσεως του ελληνικού λαού εναντίον τών κατακτητών ανήκει και στους κατοίκους των χωρών αυτών έχει αποδειχθή ύστερ’από τη δημοσίευση του πρώτου τόμου των «Στρατιωτικών Ενθυμημάτων» του Σιατιστινού Νικ. Κασομούλη, ο οποίος έλαβε ενεργό μέρος στους αγώνες της ανεξαρτησίας.

Έκεί ιδίως, όπου περιγράφει την «στρατιωτικήν κατάστασιν της βορείας Ελλάδος προ του 21»,
μας αποκαλύπτει εναν ολόκληρο κόσμο ηρώων, αγωνιστών της ελευθερίας,
μεταξύ των οποίων οι Έλληνες της Μακεδονίας κατέχουν περίλαμπρη θέση. 

Ως αρχαιότερος γνωστός κλέφτης άναφέρεται ο Μειντάνης, που έζησε και έδρασε μεταξύ 1660-1700 στη Μακεδονία και Θεσσαλία και συγκεκριμένα γύρω από την Καστοριά,
Σερβία, Ελασσωνα και Τρίκαλα.
Ο Μακεδόνας αρματωλός
από το Πισοδέρι Φλώρινας
Πάνος Μει(ν)τάνης
(17ος αιών)

Είχε γίνει το φόβητρο των καταχτητών και είχε κατορθώσει ύστερ’ άπο διάφορες συμπλοκές, άγνωστες σε μας, να τους απώθηση από τα ορεινά μέρη των περιοχών αυτών (9).

Στις ειδήσεις αυτές πρέπει να προστεθή και μια άλλη, απαρατήρητη και ανεκμετάλλευτη από τους ιστορικούς, η οποία μας ανάγει στα πρώτα έτη των τουρκικών κατακτήσεων στη Μακεδονία και προσθέτει νέους τίτλους τιμής στους κατοίκους της. 

'Ο σύγχρονος της Έπαναστάσεως και γνώστης των τουρκικών πραγμάτων Φαναριώτης λόγιος Ίακωβάκης Ρίζος Νερουλός, στηριζόμενος ίσως σε τουρκικές πηγές, αναφέρει ότι
πρώτος καπετάνιος του αρματολικιού του Ολυμπου υπήρξε ο Καρά Μιχάλης, που έδρασε κατά τα τέλη του 15ου αι. (10).
 Το όνομά του για πρώτη φορά το ακούουμε και δεν ξέρουμε τίποτε άλλο γι’ αυτόν, αλλά το επίθετό του Καρά πολλά μας διδάσκει για τον τρόμο, που θα έσπειρε στους εχθρικούς πληθυσμούς, ώσπου ν’ αναγνωριστή αρματολός του Όλύμπου.

Πόσοι άλλοι ακόμη σαν τον Καρά Μιχάλη και τον Μειντάνη θα έδρασαν ασφαλώς στους σκοτεινούς εκείνους αιώνες, άγνωστοι στρατιώτες μιας σκληρής και άγριας πάλης υπέρ βωμών και εστιών ;

Αυτοί συγκρότησαν τις περίφημες ομάδες των κλεφτών της Μακεδονίας, που περιφέρονταν απειλητικά επάνω στους ορεινούς όγκους της Πίνδου, του Βερμίου, των Πιερίων, του Όλύμπου και των Χασίων.
Η παρουσία τους ενθαρρύνει τους νέους και τους παρακινεί να κρατούν περήφανη στάση απέναντι των καταχτητών και των έθελοδούλων.
Γι’ αυτό στο στόμα τους διαρκώς είχαν την απειλή «σηκώνομαι κλεφτης». Καί δεν δίσταζαν καθόλου να την πραγματοποιήσουν.

Ο Κασομούλης μάλιστα αναφέρει ότι οι υποψήφιοι κλέφτες υποβάλλονταν σε ένα είδος δοκιμασίας, για να κριθούν αν ήταν άξιοι να γίνουν δεκτοί στις πρωτότυπες εκείνες ελληνικές στρατιωτικές σχολές.
Οι κλέφτες παρουσίαζαν τον υποψήφιο στον καπετάνιο, ο όποιος, αφού τον κοίταζε καλά καλά από πάνω ως κάτω, τον παρέδιδε στον τσαούση του, για να εκτελή στην αρχή διάφορες αγγαρείες. 'Η πρώτη ήταν η σκληρότερη και έξευτελιστικώτερη.

 Ο τσαούσης τον φόρτωνε με ένα σακκί 50- 80 οκάδων και τον διέταζε να το μεταφέρη σ’ ένα πρωτοπαλλήκαρο, αλλά εκείνος τον παρέπεμπε σε άλλο κ.ο.κ., ώσότου απαυδησμένος ο νέος κατέληγε πάλι στον τσαούση η καμιά ομάδα παλληκαριών και τους παρακαλοϋσε να βεβαιώσουν οτι πρόθυμα έξετέλεσε την εργασία, που του ανέθεσαν.
Καί πραγματικά με τις φωνές «άξιος ! άξιος !» έληγε η σκληρή εκείνη δοκιμασία (").
Οι κλέφτες και γενικώτερα οι ορεινοί πληθυσμοί άντικρύζοντας σε κάθε τους βήμα τον κίνδυνο ήταν επόμενο να έχουν εμπιστοσύνη μόνο στον εαυτό τους, μόνο στα όπλα τους, που σιγά σιγά πήραν την υπόσταση αχώριστου ζωντανού συντρόφου και προσωποποιήθηκαν.

Αυτοί αποκαθαίρουν τον ρύπο του ραγιαδισμού και συντελούν στην ηθική αναγέννηση του ελληνικού έθνους.

Με τη στάση τους εμπνέουν γενναία αισθήματα και δείχνουν σε όλους τον δρόμο της τιμής και του καθήκοντος.
Δημιουργούν τη μορφή του ηρωικού νέου, τον μύθο του παλληκαριού, που ενσαρκώνει τα αισθήματα της αντρίκειας περηφάνειας και της αδίστακτης άντιστάσεως εναντίον των κατα
κτητών και των συμμάχων τους.      
Ίδού το παλληκάρι, ειδικά το παλληκάρι της Μακεδονίας, όπως το ζωγραφίζει η, καλύτερα, όπως το άνασταίνει στη φαντασία μας γεμάτο κίνηση, ζωή και φως ενα από τα ωραιότερα κλέφτικα τραγούδια, ενα διαμάντι της δημοτικής μας μούσας, το όποιο μόλις πριν από λίγα χρονιά πέρασε απο το στόμα γέρου Σαμαριναίου στη δημοσιότητα και ετσι σώθηκε από τον αφανισμό.

Τρεις περδικούλες κάθουνταν άπάν’ από το Σμόλκα,
 μοιργιολογούσαν κι’ ελεγαν, μοιργιολογούν και λένε'
Τ ειν' τα μπαιράκια ποϋρχονται απ' τη Ρωμέικη ράχη ;
Αφήστε τους κι’ ας ερχωνται, νάρθοϋνε παραδώθε.

Σαν ζώνει ο Γιάννης το σπαθί, σαν παίρνει το ντουφέκι,
 τραβάει τον ανήφορο σάν τ’άγριο περιστέρι.
Τρέχει η μάνα τ' που κοντά, χτυπιέται και φωνάζει'
«Που πας, Γιαννάκη μ’, μουναχός, δίχως κανέν’ κοντά σου; »

Ο Γιάννης χαμογέλασε, ταράζει το κεφάλι.

«Δεν είν’ εδώ Τααρίτσανη, διν είναι ’Αλασσώνα.
'Εδώ το λένε Τσιούργιακα, το λένε Σαμαρίνα».

Τραβάει ο Γιάννης το σπαθί και κάνει το γιουρούσι, 
δεξιά μεριά τους εκοβε, ζερβιά τους θημωνιάζει.
Η Αρβανιτιά τον τρόμαζε, για φόβο στα παιδια τους 
τα λένε άρβανίτικα για τη λαχτάρα πονειδαν 
«Σώπα, ο Πρίφτης ερχεται να κόψη το κεφάλι». (12)

Γιγάντια και μυθική ανασταίνεται η μορφή του νέου της ελληνικής Μακεδονίας, που «γοργά μετράει τη γη» κρατώντας στο χέρι του το σπαθί του με την «τρομερή του κόψη».
 Γιά πρώτη φορά μέσα στο σκοτάδι της σκλαβιάς ακούεται στον πολυβασανισμένο άκριτικό ελληνικό βορρά η πρώτη στροφή του έθνικού μας ύμνου.

Οπως οι νότιοι Έλληνες,
 έτσι και οι βόρειοι, 
ζούν με συνεχείς ελπίδες, 
που τις τρέφουν προφητείες, 
παραδόσεις και δημοτικά τραγούδια. 

Η περιλάλητη ναυμαχία της Ναύπακτού (1571), οπου οι χριστιανικές ναυτικές δυνάμεις της 'Ισπανίας, της Βενετίας και του ΙΊάπα καταστρέφουν τις τουρκικές, ενθουσιάζει και συνταράζει τους ελληνικούς πληθυσμούς.
Ο αναβρασμος των Ελλήνων της Μακεδονίας φαίνεται ότι δεν είχε υστερήσει καθόλου, γιατί βλέπουμε ότι η οργή του σουλτάνου Σελίμ Β ξεσπάζει τρομερή επάνω τους.

Καθαιρεί τον μητροπολίτη της Θεσσαλονίκης Ίωάσαφ Άργυρόπουλο από τον αρχιεπισκοπικό του θρόνο με την κατηγορία, ότι διαβίβασε στη Δύση την ειδηση της καταστροφής του στόλου του, και ενεργεί σφαγές και λεηλασίες στη Θεσσαλονίκη, στο Αγιον Όρος και στις Σέρρες.

Σε τριάντα χιλιάδες ανεβάζουν τα θύματα των περιοχών αυτών, καθώς και των άλλων ελληνικών χωρών.
 Δυστυχώς δεν έχουμε άλλες πληροφορίες για τον ερεθισμό αυτόν των Ελλήνων της Μακεδονίας, ο οποίος πιθανώς να ειχε προχωρήσει και στο στάδιο των επαναστατικών ζυμωσεων και κινήσεων (13).

Αργότερα, κατά τα μέσα του ΙΗ' αι., οι Μπλατσιώτες αρματολοί Βράκας και Δόκος απειλούσαν, ως την ανύψωση του Άλή πασά των Ίωαννίνων, τα περίχωρα της Καστοριάς, Σιάτιστας, Κοζάνης, Βέροιας και “Εδεσας. Μετά τη δολοφονία τους το αρματολίκι περ’ από τον Αλιάκμονα έμεινε ακέφαλο (14).

Κατά την εποχή αυτή περνά από τη Δυτική Μακεδονία ο θρυλικός μοναχός Κοσμάς ο Αιτωλός με το επιβλητικό του παράστημα και τα φλογερά του μάτια,
ο άγιος που σάλπισε στους Έλληνες το σάλπισμα της εθνικής παλιγγενεσίας. 

Πίσω του αφήνει φωτεινά τα ιχνη του διάβα του, τον θρύλο και την παράδοση, που είναι ακόμη ως σήμερα ζωντανά στο στόμα του λαού.
Τότε, λέγει η παράδοση, πέρασε και από την Καστοριά και μάζευε τούς χριστιανούς στο νεκροταφείο του  Αγίου Ανδρέα στη συνοικία Καρύδη. Έκεί, έχοντας για αμβωνα μια συκαμιά, που σώζεται ως σήμερα, έκανε το έθνικο- θρησκευτικό του κήρυγμα (15).

Στη Σαμαρίνα μιλούν ακόμη για το πέρασμα του Άγιου Κοσμά και δείχνουν τα χαραγμένα σ’ένα βράχο δυσανάγνωστα γράμματα, που αναφέρονται δήθεν στο γεγονός αυτό (16).

 Πήγε και στη Σιάτιστα και επάνω από τον λόφο του Προφήτη Ήλία είπε τις εξής προφητείες, που τις θυμούνται οι γεροντότεροι Σιατιστινοί, γιατί πιστεύουν ότι πραγματοποιήθηκαν-

«Θα έλθη καιρός να σας πάρουν οι εχθροί σας και τη στάχτη από τη φωτιά σας, άλλα σείς να μη αλλάξετε την πίστη σας, όπως θα κάνουν άλλοι».

Κι’ αληθινά ύστερ’ από λίγα χρόνια οι κάτοικοι διαφόρων χωριών γύρω από τη Σιάτιστα, αδυνατώντας να υπομείνουν τις φοβερές καταπιέσεις των κατακτητών, δέχθηκαν τον ισλαμισμό (17).

Αυτοί θα είναι ασφαλώς μερικοί από τούς Τούρκους Βαλαάδες, τους εξισλαμισμένους χριστιανούς των περιφερειών Γρεβενών και ’Ανασελίτσας. 

Γι’αυτούς διηγούνται ότι αφιέρωναν στο ξακουστό μοναστήρι της Ζάμπορδας κάλτσες, γελάδες και βόδια κι’ όταν έπεφτε στη χώρα τους βαρύ θανατικό έστελναν κι’έφερναν το λείψανο του Άγιου (18).
Επίσης ο  'Αγιος Κοσμάς μίλησε στους Σιατιστινούς και τους ειπε

 «Καλότυχοι είστε σείς, που βρεθήκατε εδώ επάνω στα ψηλά βουνά, γιατί αυτά θα σας φυλάξουν από πολλά δεινά. Θ’ ακούτε και δεν θα βλέπετε τον κίνδυνο  η τρεις ώρες η τρεις μέρες θα υποφέρετε».

Κι αυτά πραγματικά έγιναν, λέγουν οι Σιατιστινοί, στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο κατά τη διάρκεια της μεγάλης μάχης της Σιάτιστας (4 Νοεμβρίου 1912).
 Τότε οι κάτοικοί της τρεις μέρες ολόκληρες δοκίμασαν φριχτή αγωνία. Κι’ άλλες ακόμη παραδόσεις κυκλοφορούν στο ύπαιθρο για τη δυνατή και μυστηριώδη προσωπικότητα του 'Αγίου Κοσμά (18).

Τα εθνικά αισθήματα των Ελλήνων του βορρά ανταποκρίνονται παντοτε και απόλυτα προς τα αντίστοιχα των αδελφών τους του νότου, όπως διαπιστώνουμε και αργότερα, κατά τα τέλη του ΙΗ' και τις αρχές του ΙΘ' αιώνα, μελετώντας τα οδοιπορικά των ξένων εκείνων περιηγητών, οι οποίοι δεν θαυμάζουν και δεν ονειροπολούν μόνο μέσα στα τοπία και στα ερείπια των κλασσικών μνημείων, άλλα αρχίζουν να συμπαθούν τους άτυχους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων και να συγκινούνται από την αξιολύπητη θέση τους.

Αγανακτούν και κλαίουν όχι μόνο για την τύχη των νεκρών ερειπίων, άλλα και των ζωντανών λειψάνων της αρχαίας Ελλάδας.
 Βλέπουν τη δύσκολη ζωή των σκλάβων, νοιώθουν την ψυχική τους ταραχή, άκούουν τα πονεμένα και μονότονα τραγούδια τους, ξεχωρίζουν στ΄ απελπισμένα λόγια τους και μαντεύουν στα έκφραστικά τους βλέμματα τους ακοίμητους μυστικούς πόθους των για δικαιοσύνη και έλευθερία.

Τα ίδια αισθήματα ανευρίσκουν στις ψυχές ιών Ελλήνων ραγιάδων του βορρά και όσοι ξένοι φιλάρχαιοι περιηγούνται τη χώρα τους και γνωρίζουν να παρατηρούν καλά.

 Τόσο μάλιστα βαθιά είναι ριζωμένοι μέσα τους οι κοινοί του Ελληνισμού πόθοι, ώστε και οι κάτοικοι της Θάσου, ενός νησιού, που είχε αποκλεισθή από κάθε επικοινωνία με τον εξω κόσμο εξ αίτιας των εφιαλτικών πειρατικών επιδρομών στο Αίγαίο, να τους συμμερίζωνται με ολη τους τη θέρμη.

Ο Γάλλος πρόξενος της Θεσσαλονίκης Cousinery, που επισκέφθηκε το νησί κατα τα τελη του IΗ αι., παρατηρεί έκπληκτος οτι ο δυστυχισμένος αυτός πληθυσμός έβρισκε κιόλας τον καιρό ν’ αποθαυμάζη τα λείψανα των περασμένων μεγαλείων της πατρίδας του.
Κι’ αυτή ακριβώς η θεώρηση του θέρμαινε την αγάπη του γι’ αυτήν.
Η δόξα του αρχαίου πολιτισμού της ήταν συχνό θέμα των συζητήσεών τους.

Οι ιερείς μάλιστα, που ήταν οι περισσότερο μορφωμένοι, προσπαθούσαν κάποτε να ερμηνεύσουν τα αρχαία μνημεία.

Ολοι οι κάτοικοι, όπως παρατηρούσε ο Cousinery, είχαν πατροπαράδοτη την πίστη, ότι θ’ απελευθερωθούν.
Ήταν ένα «αίσθημα» η καλύτερα ενα προαίσθημα, όπως θα λέγαμε εμείς σήμερα, που το μετέδιδε η μια γενεά στην άλλη.
Αυτό το προαίσθημα τους εκανε να θεωρούν τη σκλαβιά τους προσωρινή και να επαναλαμβάνουν συχνά τις λέξεις'
 «Μιά μέρα θα ξαναγίνουμε ελεύθεροι» (20). 

Τι άλλο εξέφραζαν οι λέξεις αυτές παρά τ
ην αξερρίζωτη πίστη όλου του ελληνικού έθνους 
στην εθνική του αποκατάσταση ; 

Τι άλλο παρά το πανελλήνιο

ΙΙάλι με χρόνια, με καιρούς, πάλι δικά μας θάναι !!!

Κατά την εποχήν αυτή οι Έλληνες της Μακεδονίας όχι μόνο συμμερίζονται τα αίσθήματα των αδελφών τους του νότου, άλλα πρωταγωνιστούν για την πραγμάτωση των προαιώνιων εθνικών πόθων.

Ετσι ο Γεώργιος Παπαζώλης από τη Σιάτιστα, λοχαγός της αυτοκρατορικής φρουράς της Αικατερίνης Β' της Ρωσίας, είναι εκείνος, που με τις περιπαθείς διηγήσεις του για τα δεινά των ραγιάδων όχι μόνο κατώρθωσε να κίνηση το ενδιαφέρον των τριών αδελφών Όρλώφ, και προ πάντων του Γρηγορίου, εύνοουμένου της τσαρίνας, αλλά και να σταλή στην  Ελλάδα, για να προετοιμάση την επανάσταση του 1770 (21).

Σ’ αυτήν ελαβαν μέρος, έκτος από τον γέρο Ζιάκα, τον αρματολό των Γρεβενών (22), και οι Θεσσαλομακεδόνες αρματολοί Ζήδρος και Λάζος του Όλυμπου και Βλαχάβας των Χασίων και μετά την αποτυχία της εξακολούθησαν τους αγώνες τους με αποτέλεσμα να εξαναγκάσουν τους κυριάρχους των να τους χορηγήσουν άμνηστεία και να τους επιτρέψουν ν’ άποκατασταθούν στα αρματολίκια τους.

Οι οπλαρχηγοί αυτοί εξουσίαζαν όλη την περιοχή, που εκτείνεται από την  Εδεσα ως τα Τρίκαλα και από τα Σέρβια ως την Κατερίνη και τον Πλαταμώνα.

Γιά τον Ζήδρο μάλιστα αναφέρεται ότι δεν έπέτρεπε να περιέρχωνται Τούρκοι και Αλβανοί δπλοφόροι την περιοχή Έλασσώνας - Όλυμπου (23).

Μετά το 1770 δρούν στην περιοχή Γρεβενών ο πολυτραγουδημένος κλέφτης Τόσκας και οι τρεις γιοί του Κυριάκος, Στέργιος και Βαρκής με τους οπαδούς των(24).
Νίκο Τσάρας
Αξίζει όμως να σταθούμε λίγο και να εξάρουμε την προσωπικότητα του Νίκου Τσάρα, ο οποίος πρέπει να καταλάβη μια από τις τιμητικώτερες θέσεις μέσα στο Πάνθεο των εθνικών μας ηρώων.

 Ο Νίκος Τσάρας με τις παράτολμες και θυελλώδεις πολεμικές του επιχειρήσεις εναντίον των κατακτητών άποτελεί επιβλητικό παράδειγμα αρχηγού όμάδων καταδρομών, άξιο προσοχής και μελέτης.
Γιος του Τσάρα, πρωτοπαλλήκαρου του Ζήδρου, υψώνεται πολύ ενωρίς επάνω από τις περιωρισμένες φιλοδοξίες των οπλαρχηγών για την κατοχή ενός αρματολικιού και αποβλέπει στο κοινό συμφέρον του έθνους. ’

Αρνούμενος κάθε συμβιβασμό με τον Αλή πασά των Ιωαννίνων, που προσπαθούσε να επιβληθή στους αρματολούς, αποσύρεται από τον Ολυμπο στις Βόρειες Σποράδες με 700 άνδρες, εξασφαλίζει τις οικογένειές τους στη Χερσόνησο της Κασσάνδρας και στα νησιά
 και αρχίζει εναν αμείλικτο πόλεμο στην ξηρά και στη θάλασσα εναντίον των καταχτητών.

 «Με μόνον τα ξίφη εις τας χείρας, γράφει ο Κασομούλης, δοθέντες μετά σπουδης και επιτυχίας εις το εργον της πειρατείας, συνειθίσαντες κατ’ ολίγον εις την θάλασσαν να κωπηλατούν και οι ίδιοι, και να διευθύνουν τα πειρατικά πλοιάρια και μόνοι των, χωρίς τινα δυσκολίαν τρέχοντες από την θάλασσαν εις την ξηράν και από την ξηράν εις την θάλασσαν, στήνοντες τον ενα πόδα εξω και τον άλλον εις τα πλοία, παρουσιαζόμενοι εις τους Οθωμανούς όλους, και ιδιαιτέρως εις τον Άλήπασιαν τρομακτικώτεροι, άρχισαν εντεύθεν να καταφρονούν περισσότερον τους εχθρούς, και μιμούμενοι το παράδειγμά των οι μεταγενέστεροι να φέρουν μυρίας δυσκολίας και κίνδυνους εις τον κοινόν εχθρόν». 

Την εποχήν εκείνη αποθανάτισε το λαικό δίστιχο:

Στη Σκιάθο και στη Σκόπελο ποτέ κρίτης δεν κρενει,
τ' είναι λημέρι τον Σταθά, βίγλα τον Νικο - Τσάρα.

Την αξία της φυσιογνωμίας εκείνης, που στάθηκε υπόδειγμα υπεράνθρωπης ανδρείας και τόλμης στους μεταγενεστερους, μονον ενας μεγάλος μπορούσε να εκτίμηση ορθά.

Και πραγματικά πολλά χρόνια αργότερα, αμέσως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς (Σεπτεμβριος 1821), ο Κολοκοτρώνης, που είχε γνωρίσει τον Νίκο Τσάρα στα Επτάνησα, αναπολώντας μια νύχτα τα περασμένα εξυμνούσε τη μεγάλη προσωπικότητά τον εμπρός στη συντροφιά, που τον άκουε προσεκτικά.

Έλεγε οτι ήταν ο μονος από τους Όλυμπίους
που θα μπορούσε να προσφέρη μεγάλες υπηρεσίες στην Επανάσταση, 
και δάκρυζε για τον πρόωρο χαμό του(25).

Αν λάβη λοιπόν κανείς υπ’ όψη τη δυναμική δράση των αρματολών και κλεφτών του Όλυμπου, Βερμίου, Πιερίων και Χασίων, ιδίως κατά τα τελευταία πενήντα προεπαναστατικά χρόνια, εννοεί όχι μονο γιατί οι κάτοικοι της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας είχαν αποθέσει ολες τις ελπίδες τους ο αυτούς (26), αλλά και γιατί η φήμη τους είχε ξαπλωθή στη Νότια Ελλάδα και οι κάτοικοί της εξυμνούσαν τοσο πολύ την ανδρεία τους ( 27).

Η αίγλη τους αυτή αντανακλούσε, όπως ήταν πολυ φυσικό, στα πρόσωπα ολων των Ελλήνων του Βορρά. 

Οι περιοχές του Όλύμπου, Βερμίου και Χασίων ήταν για τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, αν όχι κάτι περισσότερο, τουλάχιστον ο,τι η Μάνη για την Πελοποννησο και ο,τι τα Σφακια για την Κρητη.

Ας μη ξεχνούμε ακόμη ότι  Έλληνες της Μακεδονίας, φίλοι και οπαδοί του μεγάλου Ρήγα Βελεστινλή, συλλαμβάνονται μαζί του και βρίσκουν στο Βελιγράδι μαρτυρικό θάνατο.

 Οι περιλήψεις των καταθέσεων τους στην αυστριακή αστυνομία, οι οποίες έχουν σωθή, αποτελούν τη λαμπρότερη και αψευδέστερη απόδειξη για τα αγνά πατριωτικά αισθήματα, τα οποία ενέπνεαν τους μάρτυρες εκείνους της ελευθερίας.

Η απόδοση των κύριων σημείων των θαρραλέων καταθέσεών τους εμπρός στην ανακριτικη αρχή ας θεωρηθή ως ενα μνημόσυνο και προσκλητήριο των ψυχών των ηρώων εκείνων, οι οποίοι έπεσαν αγωνιζόμενοι για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.

Παναγιώτης Εμμανουήλ, ετών 22, από την Καστοριά, ομολογεί ότι γνώριζε την πρόθεση του Ρηγα, ότι χάρηκε πολύ μαζί με τον  Αργέντη για τη μελλοντική απελευθέρωση της Ελλάδας από τον ζυγό της σκλαβιάς, ότι πολλές φορές μίλησε γι’ αυτή στους φίλους του στο σπίτι του ’Αργέντη και δήλωσε ότι μετά την αποκατάσταση της ελευθερίας θα κατέβαινε στην πατρίδα του.

Ιωάννης Εμμανουήλ, αδελφός του προηγουμένου, ετών 24, άγαμος, φοιτητής της ιατρικής, ομολογεί ότι ο Ρήγας του εδωκε χειρόγραφο το επαναστατικο τραγούδι «'Ως πότε παλληκάρια», για να το διαδώση, ότι το πήρε μαζί του σ ενα ταξίδι στην πατρίδα του Καστοριά, ότι μετά την επιστροφή του το έψαλλε με ενθουσιασμό και ότι την απελευθέρωση της 'Ελλάδας την επιθυμεί από τα βάθη της ψυχής του, γιατί η πατρίδα του τόσους αιώνες τωρα στενάζει κάτω από τον βαρβαρικώτατο και τυραννικώτατο ζυγό.

Θεοχάρης Γεωργ. Τορούντζιας, ετών 22, από τη Σιάτιστα, άγαμος, έμπορος, ομολογεί, μεταξύ πολλών άλλων, ότι γνώριζε την πρόθεση του Ρήγα, ότι πήρε από τον Σακελλαρίου το «'Ως πότε παλληκάρια», το αντέγραψε και το εψαλλε μαζί του, καθώς και με τους φοιτητάς της ιατρικής Καρακάση και Παναγιώτην Εμμανουήλ, ότι μίλησε πολλές φορές μαζί τους για την κατάσταση στην Ελλάδα και ότι όλοι ευχήθηκαν να ιδούν πάλι σ’ αυτήν την ελευθερία (28).

Η σπορά του Ρήγα έφερε «τον γλυκύν καρπόν», που άνέμενε. Στις 17 Μαίου 1815 (π. η.) έγραφε ο Κοραής στον φίλο του Ι. Ρώτα

«Δεν έμεινεν αμφιβολία ότι έφθασε και των Γραικών ο καλός καιρός, και εφθασε με τόσην ορμήν, ώστε καμμία δύναμις ανθρώπινη δεν είναι πλέον ικανή να μας όπισθοποδήση» (29).

Ποιά ήταν τα αίσθήματα των Ελλήνων της Μακεδονίας την εποχήν αυτή και που ήταν στραμμένες οι σκέψεις τους είναι πιά πολύ γνωστό ύστερ’άπό τις ιστορικές έρευνες των τελευταίων ετών.

 Οι πιο χαρακτηριστικές όμως απ όλες τις σχετικές μαρτυρίες μου φαίνονται εκείνες, που αναφέρει ο μολλάς της Θεσσαλονίκης Χαιρουλλάχ ιμπν Σινασή Μεχμέτ αγάς στο Σεγιαχατναμέ ( Οδοιπορικό) του,
 που το απευθύνει προς τον σουλτάνο Μαχμούτ Β'-

ότι την ήμερα ακριβώς που εφθασε στη Θεσσαλονίκη, μια ημέρα του Σεπτεμβρίου του 1820, έμαθε ότι είχαν πιάσει ενα μεσόκοπο Έλληνα, γιατί μάθαινε στα παιδιά του ενα τραγούδι, γραμμένο από έναν άπιστο της Θεσσαλίας, τραγούδι, που ο σουλτάνος το είχε απαγορεύσει με φιρμάνι.

Και δέκα ήμέρες αργότερα ο μουτεσελίμης (αναπληρωτής του πασά) του ανακοινώνει στο Διοικητήριο οτι οι Έλληνες του βιλαετιού (όχι μόνο της Θεσσαλονίκης) «εδώ και λίγο καιρό» κινούνται ύποπτα και ετοιμάζονται να εξεγερθούν (30).

Εξι δηλαδή μήνες πριν από την έκρηξη της Ελληνικής επαναστάσεως
 ο ερεθισμός τών πνευμάτων και
 ο πατριωτικός ενθουσιασμός 
των Ελλήνων της Μακεδο­νίας 
ήταν εντονώτατος.

Ποιες άλλες μαρτυρίες θά μπορούσαν να καταδείξουν καλύτερα την κοινότητα των εθνικών πόθων και των ονείρων των Ελλήνων της Μακεδο­νίας καί των αδελφών τους τού Νότου;

 Ή ίδια ψυχή, τα ίδια αισθήματα.

Κοι­νές οι περιπέτειες της δουλείας, κοινή η αντίδρασή τους, κοινοί οι αγώνες τους.

Τοσο μάλιστα έντονος είναι ο πόθος όλων για την ανάκτηση τής ελευθε­ρίας, ώστε ανώνυμος τής προεπαναστατικής εποχής να αναφωνή

 «Η ελευ­θερία, Έλληνες, εις ημάς είναι ως η όρασις εις τούς οφθαλμούς» (31).


Σημειώσεις.

1.         Αναγνώστης, εκδ. Βόννης, σελ. 526- 527.
2.         Α ν ων υ μ ο υ, 'Ελληνική νομαρχία, εκδ. β', επιμελείς Β. Ν. Τωμαδακη, Άθήναι 1948, σελ. ΙΟδ.
3.         Emile Legrand, Bibliographie Hellenique ou description raison- nee des ouvrages publies en grec par des Grecs aux XVe et XVIe siecles, Paris 1885, τομ 1 σελ. c ci.in - CLVI. Βλ. τη μετάφραση του τέλους της προσλαλιάς προς τον Κάρολο Ε' στού Η• Βουτιερίδη, 'Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Άθήναι 1924, σελ. 246 -247. Γιά τα ταξίδια του Λάσκαρι και την παραμονή του στη Θεσσαλονίκη βλ• ακόμη Börje Knös, Un atnbassadeur de l’hellenisme—Janus Lascaris — et la tradition greco - byzantine dans l’huraa- nisme frangais, Uppsala 1945, σελ. 30-51, όπου και σχετική βιβλιογραφία.
4.         Γεωργίου Θ, Ζώρα, Κάρολος ο Ε' της Γερμανίας και αι προς άπελευθέρωσιν προσπάθειαι, Άθήναι 1953, σελ. 13.
5.         Χρυσανθοπούλου Φωτίου η Φ ω τ α κ ο υ, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής έπαναστάσεως, Άθήναι 1899, τομ. 1 σελ. κβ’• Πρβλ.και σε>. κστ -κξ.
6.         Βλ. Λ. Κουτσονίκα, Γενική Ιστορία της 'Ελληνικής έπαναστάσεως, Άθήναι 1864, τομ. 2 σελ• η'. Πρβλ. και Jakovaky Rizo Ν ε r ο u 1 ο 9, Histoire moderne de la Gr£ce, Genäve 1828, σελ. 53.
7.         C. F a u r i e 1, Chants populaires de la Grece nioderne, Paris 1824, τομ. 1 σελ. 128.
8.         Fauriel, ενθ’ αν. σελ. x|vij - χ|ιχ.
9.         Νικ. Κασομούλη, Ενθυμήματα στρατιωτικά της έπαναστάσεως των 'Ελλήνων (1821 - 1833), Άθήναι 1940, τομ. 1 σελ. 4-7.
10.       Jak. Rizo Ν ε r ο u 1 ο s, Histoire moderne de la Grkce, σελ. 50.
11.       Κασομούλη, ‘Ενθυμήματα στρατιωτικά της έπαναστάσεως των'Ελλήνων (1821 -1833), Άθήναι 1942, τομ. 3 σελ. 625.
12.       I. Κ. Β α σ ο ρ α β ε λ λ η, Οι Μακεδόνες εις τους ύπέρ της ανεξαρτησίας αγώνας, 1796 - 1832, Θεσσαλονίκη 1940, σελ. 14. Γιά τον Γιάννη του Παπά βλ. Άποστ. Βακαλοπούλου, Ίστορικαί ερευναι εν Σαμαρίνη της Δυτικής Μακεδονίας. Άνάτυπον εκ του «Γρηγορίου του Παλαμά» (τ. ΚΑ') σελ. 18.
13.       Βλ. Σπ. Λάμπρου, Άργυροπούλεια, Άθήναι 1910, σελ. V[ß V|Y . Κ. Σ α θ α, Τουρκοκρατούμενη 'Ελλάς
13.       Βλ. Σπ. Λάμπρου, Άργυροπούλεια, Άθήναι 1910, σελ. V[ß  V|Y . Κ. Σ α θ α, Τουρκοκρατούμενη 'Ελλάς (1453 - 1821), Άθήναι 1869, σελ. 172. Πρβλ. και Π. Π ε ν ν α, ‘Ιστορία των Σερρών (1333 - 1913), Άθήναι 1938, σελ• 41. Αποστ. Βακαλοπούλου, Η Θεσσαλονίκη στα 1430, 1821 και 1912-1918, Θεσσαλονίκη 1947, σελ. 30 -31.
14.       Κασομούλη, 'Ενθυμήματα στρατιωτικά, τομ. 1 σελ. 17 υπ- 2.
15.       Γ ε ω ρ γ. Γ κ α ν ο υ λ η, ‘Ο Άγιος Κοσμάς ο Αίτωλός ο Εθναπόστολος, «Μακεδονικόν Ήμερολόγιον» 10 (1934) σελ. 276. Πρβλ. και Φ. Μ ι χ α λ ο π ο υ λο υ, Κοσμάς ο Αίτωλός, Άθήναι 1940, σελ. 77.
16.       Άπό επίσκεψή μου στη Σαμαρίνα το καλοκαίρι του 1936.
17 Γ χανούλη, Ο "Αγιος Κοσμάς, ενθ'αν. σελ 277. Πρβλ. και Μ ι χ α λ ο π ούλου Κοσμάς ο Αίπιιλός, σελ Γ>8 • 59, 76.
18. Μ ι χ. Κ α λ λ ι ν ο ε ρ η, Σημειώματα Ιστορικά εκ εής Δυτικής Μακεδονίας, Πτολεμιιίς 19ι9,σελ 6-7. Γιά τους Βαλαάδες βλ. Σ τ ι λ π. Κυριακίδου-Κων. I σούρκα, Τραγούδια Βαλλαχάδων «Μακεδονικά» τομ 2(1953) σελ 461 - 471, όπου
και βιβλιογραφία.
19 Ι'κανούλη, Ο "Αγιος Κοσμάς, ενθ•’ αν. σελ. 277.
20. Ε C ο u s i ιι e r y, Voyage daus la Macedoine, Paris 1831, σελ. 103 - 105. Πρβλ. και A. K. H n k a 1 ο pn u los, Thasos. Son histoire, son adniinistration de 14;V» k I»1 2, Paris 1953, σελ 28-30, 31.
21        Βλ. Π. Κοντογιόννη, üi Έλληνες κατά τον πρώτον έπί Αικατερίνης Β’ Ρωσοτονρκικόν πόλεμον (1768- 1774), ’AiKjvai 1903, σελ. 68-81.
22        Ηλ. άριΊρο «Ziaκaς» στη Μεγάλη 'Ελληνική "Εγκυκλοπαίδεια.
 Κ α σ ο μ ο υ λ η, ’Ενθυμήιιατα στρατιωτικά, τομ. 1 σελ. 1718, 20 - 22.
24. Κασομούλη, Ενθυμήματα στρατιωτικά, τομ. 1 σελ. 11, 16.
2.ι. Κασομούλη, 'Ενθυμήματα στρατιωτικά, τομ. 1 σελ 40 κεξ
26.       Κ α σ ο μ ο υ λ η, ΈνίΙυμήμαια στρατιωτικά, τομ. 1 σελ 141. Πρβλ. και σελ. 150. Πρβλ. και Μ Raybaud, Memoires sur la Grece, Paris 1825, τομ 2 σελ. 43 F i n Ihn, History of the greek revolulion, Edinburgh - London 1861, τομ. I οελ. 23.
27.       R a y li a u d, Memoires sur la Grece, τομ. 2 σελ. 33. P o u q u e v i 1 I e, Histoire de la regeneratioii de la Grece, Paris 1821, τομ 3 σελ. 35ι.
28.       Λ I, p Β r a n d, Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεσηνλή και των συν αύιφ μαρτυρησάντων, ’ΑΟήναι 1S91, μειάφρ Σπ. Λάμπρου σελ 87 - 91, 91 - 97, 101 - 105 Πρβλ. και Α p. Uasca I a k i s, Khigas Velestinlis, Paris 1937. σελ. 153 ύποσ. 2, 158 159
29.       Δ. Θ ε ρ ε ι α ν o fi, Αδαμάντιος Κοραή::, Τεργέστη 1889, τομ. 3 σελ 1 -2.
30.       Α. Παπάζογλου, Η Θεσσαλονίκη κατά τον Μάιο του 1821 «Μακε δονικά> 1 (1940) σελ 423,424. Πρβλ. και Β α κ α λ ο π ο υ λ ο υ, Η Θεσσαλονίκη στα 1430, 1821 και 1912 1918, σελ. (3 κεξ.
31.       'Ανωνύμου, Ελληνική νομαρχία, ενθ•’ αν. σελ. 18.

Δεν υπάρχουν σχόλια: