Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία: Μακεδόνες αρματολοί τον 17ο αιώνα.

"εις  τους χειλλίους εξακοσίους ενηνταπέντι χρόνους έβγαλαν το Μιτάνοι από το αρματολήκοι και το πήρεν ο Αλιμάνης εις ταις οκτο του Σεπτεμβρίου."
Ανορθόγραφο κείμενο του μοναστηριού της Αγίας Τριάδας στο Βελβενδό.

Αρματολός τις.

ΑΙΙΟΣΤ. Ε. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΙΙανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης  

Ο ΑΡΜΑΤΟΛΟΣ ΜΕΪΝΤΑΝΗΣ
(ΤΕΛΗ 17ου
AI.)


Κατά τους πρώτους ιδίως αιώνες της Τουρκοκρατίας θα έζησαν και θα έδρασαν πολλοί ασφαλώς και ονομαστοί αρματολοί και κλέφτες, για τους όποιους όμως σήμερα δεν ξέρουμε τίποτε.

 Μόνον η εύρεση και η δημοσίευση νέων ιστορικών πηγών ίσως μας γνωρίση μερικούς απ’ αυτούς και μας αποκαλύψη ενδιαφέρουσες πτυχές από τη δράση τους, όπως π.χ. έγινε υστερ’ από την εκδοση των «Στρατιωτικών Ενθυμημάτων» του Νικ. Κασομούλη, ο οποίος εξιστορεί την ζωή ενός σχεδόν άγνωστου αρματολού και κλέφτη του 17°ου αι., του Μεγδάνη, η μάλλον του Μειντάνη, όπως θα έπρεπε να γραφή το όνομά του.

Την ιστορία του την άκουσε ο Κασομούλης από τον καπετάνιο του Ασπροποτάμου Νικολό Στορνάρη τον καιρό που υπηρετούσε κοντά του ως γραμματικός (1822 -1826).

Αλλά και ο Στορνάρης είχε ακούσει να μιλούν γι ’ αυτόν — άγνωστο πότε — οι πατέρες της μονής Κλινοβού Ασπροποτάμου, οι όποιοι του εδιάβασαν την ιστορία του άπό ένα χειρόγραφο.

Η ιστορική λοιπόν διήγηση για τον αρματολό Μειντάνη μας έχει παραδοθή από τρίτο πρόσωπο, τον Κασομούλη, ο όποιος την κατέγραψε μετά τον Μάιο του 1841, δηλαδή υστερ΄ από 16-19  χρόνια από τότε που την άκουσε.

Επομένως πρέπει να έχη αλλοιωθή σημαντικά η ακρίβεια των γεγονότων και των χρονολογιών της ιστορίας, όπως αυτή μας παραδίδεται από τον Κασομούλη.
Αντιλαμβάνεται κανείς τώρα τις δυσκολίες που έχει ν’ άντιμετωπίση ο ιστορικός, όταν επιχειρήση να διερευνήση τα πραγματικά γεγονότα της ιστορίας αυτής αναζητώντας την αλήθεια.

Και πρώτα το οικογενειακό επίθετο Μειντάνης δεν είναι το πραγματικό του. Η τουρκική λέξη μειντάνης, που πήρε στα ελληνικά τη σημασία ληστής, κλέφτης, φαίνεται ότι υστερ΄ από την ανταρσία του προσκολλήθηκε ως επίθετο δίπλα στο μικρό του όνομα.
Το ίδιο έγινε και με άλλους σύγχρονους κλέφτες.

ΙΙάντως ο Μειντάνης από την Κοζάνη, όπως τον θέλει ο Κασομούλης,
 δεν είναι ο ίδιος με τον σύγχρονό του Πάνο Μειντάνη από την Κατούνα, 
όπως νομίζει ο Βλαχογιάννης.
 Το πράγμα θ’άποδειχθή στο τέλος της μικρής μου αυτής μελέτης.

Ο Μειντάνης της Κοζάνης έζησε και έδρασε, κατά τον Κασομούλη, μεταξύ 1660-1690 στη Μακεδονία και Θεσσαλία και συγκεκριμένα στις περιοχές Καστοριάς, Έδεσσας, Βέροιας, Σερβίων, Έλασσώνας και Τρικκάλων.
Σε πολλές συμπλοκές είχε κατατροπώσει τους Τούρκους και είχε γίνει το φόβητρό τους για πολλά χρόνια.
 Έτσι αναγκάστηκε ο πασάς των Τρικκάλων να του προσφέρη το αρματολίκι της περιοχής, όπου τελευταία δρούσε, πρόταση που τη δέχτηκε ο Μειντάνης.

Μπήκε λοιπόν με πομπή στα Τρίκκαλα, για να παρουσιαστή εμπρός στον καδή να δηλώση επίσημα την υποταγή του (να κάμη το ιταάξι, όπως έλεγαν)  πήρε τον μουρασελέ, την απόφαση δηλαδή που τον αναγνώριζε ως καπετάνιο ορισμένων επαρχιών, φαίνεται της περιοχής Τρικκάλων, και γύρισε γεμάτος τιμές πίσω στα γνώριμά του εδάφη με την εντολή να τα προφυλάγη τώρα από τους κλέφτες.

 Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς έγινε το γεγονός αυτό.

Πάντως στη θέση του αθτή φαίνεται ότι έμεινε αρκετά χρόνια, παρά τις επιβουλές πολλών Τούρκων επισήμων και των προκρίτων των Τρικκάλων, που τον φθονούσαν για την επιρροή και τη δύναμή του στην περιοχή.

Από εδώ και πέρα η αφήγηση του Κασομούλη παρουσιάζει κενά, ανακρίβειες και σκοτεινά σημεία, τα όποια θα προσπαθήσω—όσο μου είναι δυνατόν—να διαλευκάνω.

Ο Μειντάνης, γράφει ο Κασομούλης, για ν’ αποφύγη τις παγίδες των εχθρών του, φρόντιζε να περιοδεύη στις επαρχίες του μόνο την άνοιξη, ενώ το φθινόπωρο και τον χειμώνα κρυβόταν σε απομονωμένα και απόκρημνα μέρη, ιδίως στα χωριά του Άσπροποτάμου Γαρδίκι και Μουτζιάρα, που βρίσκονταν στην ανατολική πλευρά της Πίνδου μέσα σε φαράγγια και περιτριγυρίζονταν από τα παρακλάδια του Αχελώου.

Τον χειμώνα το μέρος αυτό το σκέπαζαν τα χιόνια και το έκαναν απροσπέλαστο κρησφύγετο.

Ήταν όμως δυνατόν ο αρματολός Μειντάνης να ζη στην ορεινή περιοχή του από τις αρχές κιόλας της καπετανίας του με τόσες προφυλάξεις, σχεδόν καταδιωκόμενος, αυτός που αψηφώντας τον κίνδυνο ενέδρας είχε τολμήσει να κατεβή στα Τρίκκαλα και να παρουσιαστή εμπρός στον καδή, για να παραλάβη ο ίδιος απ’ αυτόν το δίπλωμα του αξιώματος του ;

 Οι κλέφτες πολύ σπάνια πρόβαιναν στην τολμηρή αυτή πράξη, που ήταν δυνατών να τους στοιχίση τη ζωή.

Τι λοιπόν συνέβη με τον Μειντάνη ; 

Επειδή στο σημείο αυτό η αφήγηση του Κασομούλη μου φαίνεται συγκεχυμένη και απίθανη, παραδέχομαι οτι ο Μειντάνης, ύστερ’ από αρκετά χρόνια που έμεινε στο αρματολίκι, αναγκάστηκε να ξαναγίνη κλέφτης και να πάρη τα κατάλληλα προφυλαχτικά μέτρα.

 Η γνώμη μου αυτή νομίζω ότι επιβεβαιώνεται και από την παρακάτω ανορθόγραφη «ενθύμηση», που βρέθηκε γραμμένη στο εξώφυλλο ενός Μηναίου (εκδ. 1551) στό μοναστήρι της 'Αγίας Τριάδας του Βελβενδού :

 "εις  τους χειλλίους εξακοσίους ενηνταπέντι χρόνους έβγαλαν το Μιτανοι από το αρματολήκοι και το πήρεν ο Αλιμάνης εις ταις οκτο του Σεπτεμβρίου."


Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο «Μιτάνοι» του κειμένου είναι ο αρματολός Μειντάνης πολύ γνωστός στην περιοχή Βελβενδού, Σερβιών, Κοζάνης και Βέροιας.
Ωστε στα 1695 οι Τούρκοι πήραν από τον Μειντάνη το αρματολίκι και το έδωσαν στον Άλιμάνη, κατά πάσαν πιθανότητα Τουρκαλβανό (Άλιμάν), όπως φαίνεται και από τα τουρκαλβανικά στρατεύματα που δρουν κατόπιν εναντίον του Μειντάνη.

Σε ποιούς λόγους οφείλεται η έλλειψη της εμπιστοσύνης προς τον Μειντάνη και η αφαίρεση της καπετανίας του ;

Ίσως η αποκήρυξή του έχει σχέση με τον μακροχρόνιο πόλεμο των Βενετών με τους Τούρκους (1684-1699) και την σύμπραξη των Ελλήνων αρματολών στις επιχειρήσεις της Στερεας.

Πάντως γεγονός είναι ότι από τις 8 Σεπτεμβρίου 1695 ο Μειντάνης είναι και πάλι κλέφτης. ’Έτσι τώρα εξηγούνται οι τόσες προφυλάξεις του για να μην πέση σε ενέδρα των εχθρών του.

Ο Κασομούλης εξακολουθώντας την αφήγησή του γράφει ότι κάποτε οι Τούρκοι και οι πρόκριτοι με την προδοσία μερικών χωρικών κατόρθωσαν να μάθουν θετικά ότι ο Μειντάνης κρυβόταν στα χωριά Γαρδίκι και Μουτζιάρα με 15-20 μόνο συντρόφους του.

Τότε, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, αποφάσισαν να του επιτεθούν. Ετοίμασαν μυστικά στα Τρίκκαλα ένα σώμα 3.000 περίπου Αλβανών, όπως ίσως υπερβολικά γράφει ο Κασομούλης, και το βράδυ μιας ημέρας του Δεκεμβρίου—δεν αναφέρεται το ετος—ξεκίνησαν ακολουθώντας το δρόμο Δραμίζι -Κόρμπο- διάσελο Βετερνίκου -ΙΙύρας δέση-γέφυρα Μουτζιάρας στενά του Γαρδικιού.

Μπροστά προχωρούσαν αγγαρευμένοι χωρικοί, άλλοι με φτυάρια ανοίγοντας το δρόμο και άλλοι με δαδιά φωτίζοντας τον τόπο, και ακολουθούσαν αι Τουρκαλβανοί.

 Έτσι την άλλη ημέρα το πρωί βρέθηκαν μέσα στο Γαρδίκι, την ώρα άκριβώς που ο Μειντάνης πήγαινε στην εκκλησία «διά το επίσημον των εορτών» (εννοεί, ασφαλώς, των Χριστουγέννων). "Οταν τους είδε, τραβήχτηκε άμέσως ατό σπίτι του και απ’ έκεί άντιστάθηκε 3-4 ώρες.

Τέλος, βλέποντας ότι δεν υπήρχε καμιά σωτηρία, αποφάσισε με τους τελευταίους οκτώ συντρόφους του ν’άνοιξη δρόμο με το γιαταγάνι μέσα από τους εχθρούς.

Στην έξοδό του όμως ολοι βρήκαν θάνατο. Οι Τούρκοι μετά έκοψαν τα κεφάλια τα έμπηξαν σε ψηλά κοντάρια  και θριαμβευτικά ξαναγύρισαν στα Τρίκαλλα .
Από εκέι ο πασάς έστειλε το κεφάλι του Μειντάνη στον σουλτάνο στην Κωνσταντινούπολη, για να πιστοποιηθή η μεγάλη επιτυχία του.

Η εξιστόρηση όμως των τελευταίων ημερών και στιγμών του Μειντάνη από τον Κασομούλη δεν φαίνεται να είναι ακριβής, όπως αποδεικνύεται από την εξής σύγχρονη των γεγονότων «ενθύμηση» :

ετους αψ [1700] εγίνηκε χειμών φοβερός  και έπεσε χιόνι πολύ και αρχισεν το χιόνι από τους είκοσι δικεβρίου και εχιόνισε εως όπου εβγήκε ο μάρτιος.

 Και επεσ’ ενα χιόνι πρώτα και έκαμε ένα μήνα εις τον κάμπο,  και από κει και δώθε έβρέχει και τα βουνά εχιόνιζαν, εως όπου εβγήκε ο μάρτις και έπεσε και άλλο ένα χιόνι εις τες είκοσι του αυτού μηνός και έκαμε εις τον κάμπον ήμέρας η' και εψόφησαν πολλά πράματα και τον αυτόν μήνα ετζα[ο]κοσαν και το τελαίπωρον τον Μεηδάνον και τον εχάλασαν. Εις χωρίον Γαρδίκι τον επιασαν και εις Θεσσαλονίκη τον εχάλασαν  .

  Σύμφωνα με την αξιόπιστη αυτή σύγχρονη είδηση οι Τούρκοι ξεκίνησαν εναντίον του Μειντάνη τον Μάρτιο του 1700 (όχι τον Δεκέμβριο) και κατόρθωσαν να τον πιάσουν ζωντανό μέσα στο Γαρδίκι. Έτσι ο Μειντάνης έζησε πάλιν ως κλέφτης πέντε όλόκληρα χρόνια, από το 1695- 1700. Αφού πιάστηκε αιχμάλωτος, πιθανόν υστέρα  από μια ηρωική αντίσταση και προσπάθεια εξόδου μέσα από τους εχθρούς, μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και θανατώθηκε.

Επομένως ο Μειντάνης αυτός δεν μπορεί να ταυτιστή με τον σύγχρονό του ΙΙάνο Μειντάνη, που βρήκε το θάνατο το 1717 εμπρός στο Άγγελόκαστρο πολεμώντας εναντίον των Τούρκων.

Από τα παραπάνω βγαίνει ακόμη το συμπέρασμα, ότι πολύ πιθανόν ο Κασομούλης η ο καπετάν Στορνάρης, είτε επειδή είχαν ξεχάσει μερικές από τις λεπτομέρειες των γεγονότων είτε επειδή έκριναν μέσα τους πως ο θάνατος του Μειντάνη δεν ταίριαζε σ ’έναν ήρωα, αλλοίωσαν την ιστορική διήγηση έτσι, ώστε να τον παρουσιάζουν να δέχεται την αιφνιδιαστική επίθεση των Τουρκαλβανων μέσα στο χωριό τις ημέρες των Χριστουγέννων και να βρίσκη ένδοξο θάνατο σε μια απελπισμένη έξοδο.


Δεν υπάρχουν σχόλια: