Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Μακεδονική Γη: Ο Μακεδονικός Αγώνας στο Μορίχοβο (βουλγ. Марѝхово, σλαβ. Мариово)


Το Μορίχοβο αποτελούσε στο παρελθόν την "ακρόπολη του σλαβόφωνου Ελληνισμού" .
Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα οι Βούλγαροι πυρπόλησαν 100 χωριά
με σκοπό να κάμψουν το φρόνημα των Ελλήνων κατοίκων
(Απόστολος Βακαλόπουλος).
Ο Μακεδόνας επαναστάτης
Αθανάσιος Μπρούφας
(Παλαιοκρίμνι 1850 - Μορίχοβο 1896)

Το λεν οι κούκοι στα βουνά κι οι πέρδικες στα πλάγια,
το λέει κι ο πετροκότσυφας σ' αντάρτικα λημέρια.
Οι αντάρτες εσκορπίσανε, γινήκανε μπουλούκια
ο Μπρούφας στο Μορίχοβο, Ζαρκάδας στα Καϊλάρια,
κι ο Τάκης ο περήφανος ψηλά στο Περιστέρι.
Kαι πάλιν εσυνάχτηκαν στην Παναγιά Λιμνίτσα
κι εκείθεν στέλνουν προσταγές και την Τουρκιά τρομάζουν:
Τούρκοι, καθήστε φρόνιμα! Σας καίμε τα χωριά σας.
Δεν είναι ο περσινός καιρός, Βούλγαροι αρκουδιαραίοι
μόν' είναι Ελληνόπουλα, που ζούνε στα λαγκάδια
και πολεμούνε την Τουρκιά και νύχτα και ημέρα
(Δημοτικά τραγούδια του Μακεδονικού Αγώνα, Δημήτριος Α. Πετρόπουλος)

του Γεωργίου Μόδη.
"Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ 
ΚΑΙ  Η ΝΕΩΤΕΡΗ 
ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ"
 ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ.
(οι φωτογραφίες επιλογή Yauna)

Μορίχοβο λέγεται η βόρεια πλευρά του Καιμακτσαλάν. 

Σήμερα είναι γιουγκοσλαβική.

 'Εχει απέραντα δάση από  πεύκα όλόισια και πανύψηλα, και μιαν ανώμαλη έκταση με βαθειές χαράδρες και απότομες κορυφές, σε πολλά σημεία στεφανωμένες με γιγάντιους βράχους. 
Το καλοκαίρι είχε και πολλά τσελιγκάτα πλούσιων Σαρακατσαναίων με μεγάλα ονόματα, όπως Σουλτογιάννη, Γεωργό-πασα κ.λ.π. 
Χάρη στα...προσόντα τούτα η περιοχή αυτή ήταν ανέκαθεν καταφύγιο ανταρτικών ομάδων και ληστοσυμμοριών. 

Εκεί έδρασε και έπεσε το 1896 ο Μπρούφας.


Εκεί  επίσης το 1878-1880 βρήκαν άσυλο και ορμητήριο πολλοί μεγάλοι καπεταναίοι. 

Είχαν συνηθίσει πια οι μόνιμοι κάτοικοι, άλλα και οι καλοκαιρινοί Σαρακατσαναιοι, να τους ταίζουν, να τους κρύβουν και να είναι αφωνότεροι και από  τα πρόβατα τους.
 Ο Έριγώνας (Τσέρνα) διασχίζει την περιοχή με βαθειές όχθες που είναι σωστά απότομα βουνά. Σχηματίζει και την περίφημη καμπή που τραγούδησαν οι Γάλλοι στον πρώτο ευρωπαικό πόλεμο (la boucle de la tserna).
 'Εμειναν εκεί κολλημένοι περισσότερο από  δυο ολάκερα χρόνια.
'Εξι ήταν τα χωριά, που με πρωτεύουσα την Γραδέσνιτσα μας στάθηκαν πάντοτε πιστά και αφοσιωμένα «μέχρι θανάτου».

Αργότερα έγιναν δικά μας με τον αγώνα και άλλα. 
Υπήρχαν εκτός απ' το καθαυτό Μορίχοβο και άλλα πέντε, αρκετές ώρες μακριά, κάτω στον κάμπο και στις παρυφές των βουνών, που έμειναν επίσης ακλόνητα.

Όλοι οι κάτοικοι τους ήταν σλαβόφωνοι.
Άλλα είναι ζήτημα αν βρίσκονταν οπουδήποτε αλλού καλύτεροι 'Ελληνες απ' αυτούς. 

Διατηρούσαν και την παράδοση οτι κατάγονταν από  το Μωριά και γι' αυτό λέγονταν Μοριχοβίτες.

 Ο Τσβίιτς, ο Σέρβος γεωγράφος, έγραψε ότι πολλοί είχαν και βλάχικο αίμα.

Την άνοιξη του 1904 άρχισαν κι' εκεί  οι κομιτατζήδες τον βίαιο εκβουλγαρισμό.

 Σκότωσαν μερικούς απ' τα χωριά του κάμπου και των υπωρειών, όπως το Μάκοβο. Ήρθαν και οι πρώτοι «συμμοριόπληκτοι» πρόσφυγες, που είχαν εγκατασταθή στα δωματιάκια της αυλής του γυμνασίου και στα άλλα ιδρύματα του Μοναστηρίου.

Τον Ιούνιο επιχείρησαν το μεγάλο τόλμημα. 
Πήγαν στην Γραδέσνιτσα, έπιασαν με μπαμπεσιά τον παπά, τον δάσκαλο και άλλους νοικοκυραίους, άλλα την έπαθαν
Βρέθηκαν ξαφνικά κυκλωμένοι από  ενόπλους χωρικούς. Αναγκάστηκαν να αφήσουν τους ετοιμοθάνατους και να φύγουν με σκυφτά κεφάλια.

Μακεδονομάχος οπλαρχηγός
Αντώνιος Ζώης από το Μοναστήρι

Δεν ήταν δυνατόν να τους πυροβολήσουν οι χωρικοί, γιατί θα είχαν φασαρίες με τους Τούρκους για τα όπλα .

Το πρώτο σώμα σχημάτισε στο Μορίχοβο ο Μοναστηριώτης οπλαρχηγός Αντώνιος Ζώης, που είχε δράσει εκεί με τους αθώους και καλούς από  κοντινά χωριά άρχικομιτατζήδες Τόλη-Πασά και γέρο Κόλη. 

Μόλις δολοφονήθηκε στο Μοναστήρι ο φίλος του Θεόδωρος Μόδης — 4 Σεπτεμβρίου του 1904 — παράτησε οικογένεια και δουλειά και εξαφανίστηκε. 

Αμέσως βρήκε οπαδούς οκτώ Μοριχοβίτες και δυό από  το Μπάχοβο, τους Προμάχους της Αλμωπίας. 

Γιά περισσοτέρους δεν είχε τα όπλα και τ' άλλα μέσα.

 Με αυτούς κατόρθωσε να κράτηση άθικτα και αλώβητα τα χωριά μας. 
Οι κομιτατζήδες δεν τόλμησαν να πειράξουν κανένα. 
Ούτε στα σκόρπια μαντριά και στα δασικά πριόνια.
 Περιορίστηκαν να τους δολοφονούν στο δρόμο, όταν πήγαιναν δεκάωρη και δωδεκάωρη πορεία για το παζάρι.
Η τουρκική άρχή είχε πάρει μερικά μέτρα για την προστασία τους. Κινητοποιούσε Κυριακή και Δευτέρα — μέρα της εβδομαδιαίας αγοράς — αποσπάσματα, είχε εγκαταστήσει μόνιμη φρουρά στο Μάκοβο, σχεδόν στη μέση του δρόμου.

Και πάλιν όμως βρήκαν τον τρόπο οι κομιτατζήδες να δείχνουν την παλληκαριά τους σε άοπλους χωρικούς. 
Στον Περλεπέ, όπου διοικητικά άνηκαν, ούτε καν πατούσαν. 

Ο Κατεχάκης υποσχέθηκε στον Κ. Μαζαράκη να στείλη τον Εύθ. Καούδη με 10 άνδρες του στο Μορίχοβο.
 Δεν ξέρουμε για ποιό λόγο δεν έφτασε ποτέ έκει.
Την άνοιξη του 1905 ήρθε ο Ρέμπελος (ανθυπολοχαγός Τσολακόπουλος) με τους μισούς του σώματος Νίδα.

Ήταν  ακόμα πληγωμένος στο πόδι αλλά αποφασισμένος ν' αγωνιστή μ'όλη την ψυχή και μ'όλη του την δύναμη. Είναι μόνο παράξενο πως το κομιτάτο όλο  αυτό το διάστημα, απ' τον Σεπτέμβριο ως τον Απρίλιο, δεν έβαλε όλα τα δυνατά του και όλα τα μέσα να ξεμπερδέψη με το μικρό σώμα του Ζώη και να βάλη πόδι με κάθε τρόπο στη Γραδέσνιτσα και τα άλλα χωριά. 

Δεν καταλάβαινε ότι θα γινόταν οδυνηρό και τρομερό αγκάθι στο νευραλγικότερο πλευρό του; 
Το πιθανότερο είναι ότι δεν ήταν πολύ περίφημο το αρχηγείο του.

Με τον ερχομό του σώματος του Ρέμπελου άνοιξε ένας φρικτός έλληνο-βουλγαρικός λογαριασμός αίματος. 

Στο Ίβεν, ένα χωριουδάκι κρεμασμένο στους βράχους πάνω απ' την Τσέρνα, έθαψαν οι κομιτατζήδες στις αρχές του Μαίου μια μάνα και την κόρη της, γιατί δεν στάθηκαν οι γιοί της να τους πιάσουν και να τους θανατώσουν!...  

Ύστερα από  ένα μήνα, τη νύχτα της 10 Ιουνίου, το σώμα του Ρέμπελου με κάμποσους ώπλισμένους χωρικούς κύκλωσαν το γειτονικό στο Ίβεν Μπάρνικ, πατρίδα του βοεβόδα Τράικο

Είχαν πληροφορηθή ότι ήταν εκεί ο αρχηγός τους, που έτρεφε μεγάλη αγάπη για τη γενέτειρα του και μεγαλύτερη για μια στρουμπουλή χήρα...που συχνά πυκνά πήγαινε να τη δη σπίτι της. Επειδή όμως ο ίδιος απουσίαζε, πλήρωσαν γι' αυτόν ο πάππος,ο θειος και άλλοι συγγενείς και συνεργάτες του, που πρόβαλαν και αντίσταση.

 Είχαν ακολουθήσει το σώμα και μερικοί από το "Ιβεν, που λυσσομανούσαν για εκδίκηση.
Στις 22 του ιδίου μηνός σκοτώθηκε έξω από τό ΙΙετάλινο ο βοεβόδας Ντήμκος, που είχε πρωτοστατήσει στην απάνθρωπη εξόντωση της μάνας και της κόρης της. 
Σε μια συμπλοκή που είχε ένα μικρό τμήμα με κομιτατζήδες πέρα από  το Πετάλινο και την Τσέρνα, κοντά στο Πόλοκ, έπεσαν δυο παιδιά από  τη Σταραβίνα, πρωτοξαδέρφια μεταξύ τους και δευτεροξαδέρφια με τις τραγικές μάνα και κόρη του "Ιβεν. 

Πολλοί εξ άλλου κομιτατζήδες και επιστρατευμένοι χωρικοί, που είχαν συγκεντρωθή, βγήκαν από  την απέραντη δασική ζώνη και προχώρησαν με στρατιωτική τάξη προς την Γραδέσνιτσα, όπου έφθασαν κοντά το μεσημέρι. 
Οι πρώτοι της προφυλακής, περισσότεροι από  εκατό, φορούσαν στρατιωτικές στολές και μιλούσαν τούρκικα μεταξύ τους.
 'Ετσι ξεγέλασαν τους χωρικούς. 

'Εκαψαν 70 σπίτια, κατακρεούργησαν τον Παπαδημήτρη και τον γραμματοδάσκαλο Μαρκούρη και όσους βρήκαν μπροστά τους. 

Το σώμα του Ρέμπελου ήταν μακριά. 

Όταν άκουσαν τις τουφεκιές και είδαν τον καπνό, κατάλαβαν και έτρεξαν.
 Άλλα οι κομιτατζήδες μπήκαν στο δάσος.
 'Επεσε και το σκοτάδι. 

Η έκθεση του προξενείου Μοναστηρίου της 16-7-1905 γράφει ότι ζητωκραύγαζε για την Ελλάδα ο Παπαδημήτρης, όταν ένας βουλγαρόπαπας από  την Καρατζόβα, ο Παπαπαγκράτιος, βύθισε τη λόγχη στο λαιμό του.
 Οι κομιτατζήδες στη φυγή τους κτυπήθηκαν από  τους Σαρακατσαναίους του Σουλτογιάννη. 'Ενα άλλο τμήμα που πήγε να βάλη φωτιά και στο μικρό Πετάλινο, αποκρούσθηκε από  το απόσπασμα του Παναγιώτη Φιωτάκη.

Δεν άργησαν να κάμουν το ιδιο αντάρτες και χωριάτες σε δυο χωριά του Περλεπέ, το Ποντουρούς και την Τσερνίτσανη. 
Στο πρώτο απ' αυτά είχε πληγωθή βαριά στο μηρό από  σφαίρα ενός μαρτίνι ο Κρητικός αντάρτης Πενταράκης.
 Τον φόρτωσαν σ' ένα μουλάρι και τον έφεραν έξω από  το Παράλαβο, στην άρχή του κάμπου, όπου ένας Τουρκαλβανός, που τον είχαμε στην υπηρεσία μας, τον έφερε με μια βοιδάμαξα, ντυμένο άρρωστη χανούμισα, στο Μοναστήρι, στο κοινοτικό νοσοκομείο. 
Τον είδα πολλές φορές. 
Στον ιδιο θάλαμο ήταν κι' ένας άλλος Κρητικός αντάρτης πληγωμένος, ο Ντελάκης. 
Τούς έβλεπαν και τους επισκέπτονταν πολλοί, ακόμα και κυρίες και δεσποινίδες. 
Μόνο η αστυνομία δεν πήρε είδηση...
Είχε κάμει πολλές φορές έρευνα στο νοσοκομείο, γιατί είχαν καταφύγει σ' αυτό παιδιά του εκτελεστικού που είχαν σκοτώσει με πιστολιές και γιατί έκανε εκεί τις συνεδριάσεις του το μυστικό «Δικαστήριο»...

Ασχολήθηκαν και με τους δυο τραυματίες οι Τούρκοι.
 Επειδή δεν ήξεραν ούτε λέξη από  τούρκικα η άλλη τοπική γλώσσα, τους παρουσίασαν για Σαρακατσαναίους που είχαν τραυματίσει οι κομιτατζήδες.
 Τούς είχαν εφοδιάσει με τα σχετικά νοφούζια. Παρουσιάζονταν συχνά και μερικοί Σαρακατσαναιοι, «συγγενείς τους», που κουβαλούσαν και κανένα τουλούμι βούτυρο η τενεκέ τυρί για τους αστυνομικούς...

Το φθινόπωρο ο Ρέμπελος κατέβηκε στο Μοναστήρι ντυμένος χωριάτικα, μ' ένα Παζαριώτικο καραβάνι, και από  κει έφυγε για τη Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά με το τραίνο. 
Θα εφοδιάστηκε με ξένο νοφούζιο και διαβατήριο.
 Για καλό και για κακό ταξίδεψαν μαζί του και δυο Μοναστηριώτες έμποροι, που θα αντιμετώπιζαν καμιά αστυνομική άδιακρισία.
 Αγρυπνούσαν και οι Έλληνες σιδηροδρομικοί. 'Απ' τη Θεσσαλονίκη η αναχώρηση ήταν εύκολη. Αγκυροβολούσαν κάθε μέρα ένα η δυό ελληνικά καράβια.
 Αναχώρησε αργότερα για την Αθήνα και ο Ζώης και ξαναήλθε το φθινόπωρο του 1906 με το σώμα του Βρόντα.

Το 1912 ο Ζώης με το σώμα του έστησε την ελληνική σημαία στο Μορίχοβο και το κατέλαβε 
'Εν ονόματι του βασιλέως Γεωργίου".

Αναγκάστηκαν να παραδεχθούν και οι Σέρβοι την Ελληνική κατοχή. Τα άτυχα όμως χωριά του Μορίχοβου ανταλλάχτηκαν το 1913 με άλλα του κάμπου της Φλώρινας, που τα είχαν καταλάβει οι Σέρβοι.

Ο Ζώης αυτοκτόνησε τον Απρίλιο του 1941 σ' ένα χωριό της Φλώρινας, όταν είδε να κατακλύζουν την πατρίδα του τα γερμανικά τάνκς.

Είχαν έρθει στο μεταξύ στο Μορίχοβο και άλλα μικρότερα σώματα, του Κρόμπα (ανθυπολοχαγού Λυμπερόπουλου), του Παναγιώτη Φιωτάκη, Κρητικού, του Τρομάρα (Σωτηριάδη).

Ο Κράμπας έπεσε στο Πετάλινο, σε σύγκρουση με τούρκικο λόχο, στις 8 Νοεμβρίου του 1905.
 Είχε πάει σ' ένα χωριό, δυό ώρες παρακάτω, να πιάση κάποιον Ηλία, όργανο του κομιτάτου. 
ον βρήκαν στο μαντρί, όπου τον οδήγησαν οι δυό "Άγγελιαφόροι" και αγροφύλακες του χωριού. Παρά τις διαμαρτυρίες πολλών, θέλησε να τον φέρη πάνω στα λημέρια, για να έξετάση με την ησυχία του αν ήταν αληθινή η εναντίον του κατηγορία, ότι εξυπηρετούσε το κομιτάτο... 
Στο δρόμο όμως το 'σκασε ο αιχμάλωτος!! 
Είχε το θάρρος να τους παρακολούθηση από  μακριά ο αθεόφοβος, έως ότου είδε να μπαίνουν στο Πετάληνο και έστειλε τον τούρκικο λόχο που έζωσε χαράματα το χωριό.

Έκαμε δεύτερο λάθος ο Κρόμπας-να μείνη εκεί τη νύχτα, γιατί έπεφτε ψιλό σπυρωτό χιόνι. Έκτος απ' τον αρχηγό, έπεσαν και ο 'Αθαν. Μπινέκος από  το Μοναστήρι, ένα ψηλό ξανθό παλληκάρι που ήταν πολύ καιρό με τους κομιτατζήδες, ξεγελασμένος απ' τα απατηλά τους κηρύγματα, και τους άφησε όταν τους είδε να ενεργούν απροκάλυπτο τον βίαιο έκβουλγαρισμό, ο Τρύφων Πετκάνης απ' το Πετάλινο, ο Μπάμπαρης από  τη Γρούνιστα, ο Χρίστος Γκόλιος από  το Τσέγκελι και ο Χρίστος Σουγαράκης απ' το "Ιβεν, ο γιος της μάνας που μπήκε ζωντανή στο τάφο με την κόρη της.
Και ο άλληλόχρεος λογαριασμός συνεχίστηκε.
 
Τον Φεβρουάριο του 1906 πήγε ο Σκαλίδης στο "Ιβεν και θυσίασε στον τάφο της μάνας και κόρης δώδεκα χωριανούς τους, δικαίους και αδίκους.


Ήταν εκείνο τον χειμώνα στο Μορίχοβο και τα μικρά σώματα των δυο νεαρών Κρητικών Γεωργίου Σκαλίδη και Ευαγγέλου Νικολούδη. 

Το Κέντρο για κάποιαν απείθεια τους αποκήρυξε και τους έκοψε το φτωχικό τους επίδομα (ένα είκοσόφραγκο το μήνα για τροφή, τσιγάρο, πιοτό, καφέ, πλυντικά κ.λ.π.). 

Τους πρόσταξε έπειτα να φύγουν κάτω στην 'Ελλάδα. 
Ο Νικολούδης υπάκουσε και αναχώρησε για να πέση τον Μάιο, καθώς ερχόταν με καινούργιο σώμα για το Μορίχοβο, σε μεγάλη σύγκρουση με Τούρκικη διλοχία, στις φαλακρές ράχες της Κέλης. 

Ο Σκαλίδης έφυγε επίσης αργότερα μα για τον κάμπο, αφού πρώτα σημείωσε με το αίμα το πέρασμα του από  το "Ιβεν. 

Άρχισε να γυρίζει από  χωριό σε χωριό του κάμπου με γκάιντες και χορό, έμπαινε και σε αμφίβολα και εχθρικά ακόμη χωριά. 
Τα πήρε σβάρνα όλα χωρίς καμιά διάκριση, σαν να μην υπήρχαν χιλιάδες στρατιώτες και τάγματα κυνηγών σε λίγες ώρες απόσταση, στο Μοναστήρι.

 Όλοι τα 'χασαν με το απίστευτο θάρρος τους. 
Τούς έβλεπαν να πηγαίνουν φορτωμένοι κουρέλια και ασήμια με γκάιντες και χορό, προς τον θάνατο. Το περίεργο ήταν ότι αργούσαν να κάνουν την εμφάνιση τους οι Τούρκοι, σαν να τους είχαν φοβηθή. Δεν ήθελαν, φαίνεται, να πιστέψουν τις πληροφορίες που τους έρχονταν πως αντάρτες γύριζαν με χορό και γκάιντες στα χαμηλά καμποχώρια... 

Μερικά χωριά έτρεξαν στο Μοναστήρι να δηλώσουν στο «Νοφούζι νταιρέσι» (είδος ληξιαρχείου) ότι έπρεπε να λογαριάζωνται Όύρούμ» ('Ελληνες), όπως πρώτα.
 Το Κέντρο τους πρόσταξε τότε να γυρίσουν αμέσως στο Μορίχοβο, όπου θα 'παιρναν τους καθυστερημένους μισθούς, στολές, μπότες κ.λ.π.


Ο Σκαλίδης χασομέρησε μια μέρα στο Ράπες, όπου του είπαν ότι ο βοεβόδας Τράικο ήθελε να μονομαχήση μαζί του. 
Στη θέση του όμως πρόβαλαν λόχοι «κυνηγών»!!...
Και η Τσέρνα από  μια δυνατή βροχή είχε γίνει ολότελα αδιάβατη. 
Επεσαν όλοι, εννέα Κρητικοί και όχτώ Μοριχοβίτες, στους μεγάλους βράχους κάτω απ' το πολύπαθο "Ιβεν.


'Εκθεση του προξενείου Μοναστηρίου έγραψε ότι ο Σκαλίδης, όταν σώθηκαν τα φυσίγγια του, όρμησε εναντίον των Τούρκων «κραδαίνων μάχαιραν».
 
Σώμα Γεωργίου Βολάνη
Τον Ιούνιο ήρθε στο Μορίχοβο, με 20 περίπου άνδρες, ο Γεώργιος Βολάνης απ' τους Λάκκους της Κρήτης. 

Είχε αίχμαλωτιστή τη βραδιά που έπεσε ο Παύλος Μελάς και κατάφερε να το σκάση από  τις φυλακές Μοναστηρίου

'Εχασε τους μισούς άνδρες στη μεγάλη ολοήμερη μάχη με πολύ στρατό πάνω στη δασωμένη ράχη του Λεχόβου.
 'Εμεινε χωρίς σχεδόν οπαδούς και με δυσκολία σώθηκε ο ίδιος ο Π. Γύπαρης που είχε κιόλας απομακρυνθή και γύρισε πίσω για να κάμη συντροφιά στον άρρωστο Βολάνη. 
Φορούσε στην αρχή ο Βολάνης κρητικιά βράκα, που πρώτη φορά αντίκρυζαν στο Μορίχοβο. 
Πολλοί χωρικοί νόμιζαν ότι έβαζε εκεί το ψωμοτύρι. 
\Την αντικατέστησε όμως μ' ένα κεντημένο ντουλαμά. 
Απ' το στήθος του κρέμονταν πολλά ασημικά που ακολουθούσαν με σιγανή υπόκρουση το περπάτημα του. Είναι περίεργο πως ένας τόσο γενναίος άνδρας είχε αδυναμία γι' αυτά τα μπιχλιμπίδια. 
Υπήρχε όμως η παλιά  κλέφτικη παράδοση.

Του Κίτσου η μάνα, στο γνωστό δημοτικό τραγούδι, έκλαιε περισσότερο τα κληρονομικά τσαπράζια, παρά το γιό της.
 
Οι Κρήτες Μακεδονομάχοι, Μακρής-Καραβίτης-Βολάνης
Ο Βολάνης είχε δείξει ικανότητες μοναδικές και θάρρος απίστευτο και άφθαστο. 
Πολλά αποσπάσματα τον κυνηγούσαν με επιμονή τρεις σχεδόν βδομάδες. 
Είχε κάμει αρκετές επιδρομές στον κάμπο για εκδίκηση της σφαγής του παπά και των άλλων τεσσάρων προκρίτων του Δομπρομίρ. 
Οι Τούρκοι, όπως το περιμέναμε, κινητοποιήθηκαν. 
Στις 12 Όκτωβρίου, την αυγή, στρατιωτικά τμήματα φάνηκαν σε δυο άντικρυνά υψώματα. Ο Βολάνης χώθηκε σ' ένα μεγάλο και πυκνό δάσος και τρύπωσε στο βάθος μιας ρεματιάς. Ξάφνου, το μεσημέρι, ακούστηκαν πολλές τουφεκιές. Χτυπούσαν το σώμα του Καραβίτη που λημέριαζε κάπου στη διεύθυνση τους.
 Με διαταγή του Βολάνη όλοι οι άντρες άφησαν Εκεί κάπες και σακίδια, αναρριχήθηκαν ένα απότομο ανήφορο, κατρακύλησαν απ' την άλλη του πλευρά, δρασκέλισαν δεύτερο βουνό και ανέβηκαν σε τρίτο.
 Ήταν  τρεις μεγάλες και βαθειές δασωμένες χαράδρες στη σειρά. 
Ρίχτηκαν έπειτα ορμητικά ανάμεσα από  πυκνό δάσος στα νώτα των Τούρκων.
 Ο αιφνιδιασμός τελεσφόρησε. 
Ο Καραβίτης και οι μισοί του άντρες γλύτωσαν. 
Οι άλλοι είχαν ήδη πέσει και μαζί τους δυό Μοναστηριώτες φίλοι μου, Ξιφτας και Καπηλιάδης.

Το βράδυ της 24 Όκτωβρίου συμμορία από  είκοσι πέντε κομιτατζήδες έστησε ενέδρα έξω απ' την Πόλτσιστα. Κανένας αντάρτης δεν έπαθε τίποτε. 'Ενας όμως νεαρός κομιτατζής αιχμαλωτίστηκε. Τον άρπαξεν ο Στρατής Βολάνης απ' τα μακριά του ξανθά μαλλιά.

Τα χαράματα της 5 Νοεμβρίου η φρουρά της Βιτώλιτσας από  δυό λόχους είχε κυκλώσεί την Μπέσιστα.
 Ο Βολάνης με τρία καταλύματα, δεκατρείς η δεκατέσσερεις άντρες, ξέφυγαν σ' ένα ύψωμα πάνω απ' το χωριό, ένώ στρατιωτικά τμήματα του έρριχναν όμοβροντίες.

Ένα άλλο κατάλυμα, του Ιωάννη Μαυρογένη, πήρε άλλη διεύθυνση, προς τα κάτω, αφού σκότωσε τον αξιωματικό, τον σαλπιγκτή και ένα λοχία που είχαν στηθή πίσω από  μια ξηρολιθιά. 
Απ' το δικό μας κατάλυμα ο Πετρούσης παράτησε τον οπλισμό και με τα χωριάτικα του ανακατώθηκε με τους χωρικούς. 
Οι άλλοι τρεις επιχειρήσαμε έξοδο και γυρίσαμε πίσω, τραυματισμένοι. Περιμέναμε να φανούν από  στιγμή σε στιγμή οι Τούρκοι που θα μας ξέκαμαν οπωσδήποτε, κι' αν ακόμη δεν φέρναμε καμιά αντίσταση, για να γλυτώσουν απ' το όχληρό βάρος μας. Πρόβαλε όμως κοντά το μεσημέρι ο Βολάνης που μας έβαλε με άλλους τραυματίες σε μουλάρια και γαιδούρια και μας πήρε στη Γραδέσνιτσα.

Τι έπαθε ο «γενναίος, ένδοξος, ηρωικός αυτοκρατορικός στρατός»; Φόρτωσε σε δυό άλογα τους σκοτωμένους του και γύρισε στην έδρα του. Πήρε, φαίνεται, για αντάρτες όλο υς τους χωρικούς που έστεκαν πανικόβλητοι στα υψώματα!!

Οι τραυματίες είμασταν 6 και μοιραστήκαμε άνά δυο σε τρία χωριά, όπου νοσηλευτήκαμε. 
Υπήρχαν μπόλικα αντισηπτικά, γάζες, βαμβάκια, επίδεσμοι και άλλα γιατρικά. Είχαν πάρει μερικοί δάσκαλοι και άλλοι μαθήματα νοσοκόμου. 
Ο Νικόλας Ξυλευσίνος του καταλύματος μου, ο βαρύτερα λαβωμένος με τρεις σφαίρες, ήταν στα τελευταία του. 
Όλοι τον είχαν ξεγράψει. 
Οι χωρικοί όμως έσφαξαν ένα κριάρι και τον τύλιξαν στο δέρμα του με την ιδέα ότι θα γινόταν και σάβανο του. 
Ύστερα όμως από  δυο βδομάδες πήγε κυνήγι για αγριογούρουνα και αρκούδες, ενώ η δική μου ελαφριά πληγή κι' εκείνη του Μανόλη δεν εννοούσαν να κλείσουν, παρ' όλες τις προσπάθειες του δασκάλου-νοσοκόμου.

Ο Νικόλας ήταν ο μόνος απ' την άρχή μη Κρητικός οπλίτης του σώματος. 
Στρατιώτης του ιππικού απ'τη Μάνδρα της Ελευσίνας, είχε χάσει το επώνυμο του και έγινε Ξυλευσίνος (Ελευσίνιος). 

Με τον ιδιο τρόπο μεταβαπτίστηκα κι'εγώ σέ Βιτωλιάνος (Μοναστηριώτης). 

Μιά μέρα του Νοεμβρίου που έπεφτε πυκνό χιόνι, ήρθε στο Μορίχοβο καινούργιο σώμα από  σαράντα άντρες με αρχηγό τον Βρόντα (άνθυπίλαρχο Βασίλειο Παπά) και υπαρχηγό τον Λαύρα (άνθυπίλαρχο Φιλώτα Πηχεών) απ' την Καστοριά.
  Ήταν ομαδάρχης ο Γεώργιος Κονδύλης, λοχίας του πεζικού τότε. 

Μοίρασαν την περιοχή. 
Ο Βροντάς πήρε την Γρούνιστα και τα γύρω της, ο Βολάνης την Γραδέσνιτσα.
Ένα πρωί που οι χωρικοί απ' τη Γρούνιστα και το Πετάλινο κυνηγούσαν με τουφεκιές αγριόχηνες που είχαν πέσει χιλιάδες στα σπαρτά, ο Βολάνης νόμισε ότι πολεμούσε ο Βροντάς. 

Τρέχει αμέσως, ξεφορτώνει στο δρόμο ένα καραβάνι με σανίδια, καβαλικεύουν τα μουλάρια όλοι και για συντομία περνούν με καλπασμό μέσα από  τη Σταραβίνα, όπου ήταν η έδρα της διλοχίας. Νόμιζαν ότι οι στρατιώτες θα βρίσκονταν στη μάχη της Γρούνιστας. 
Οι φτωχοί «νιζάμηδες» που ήταν ρεντίφ (έφεδροι) σαραντάρηδες, οικογενειάρχες, τα'χασαν, δταν είδαν να ξεχύνεται το αντάρτικο ιππικό, και κλείστηκαν στο στρατώνα τους.

Μιά βδομάδα αργότερα, την αυγή, η φρουρά της Σταραβίνας, που πήγαινε να κύκλωση τη Γρούνιστα, είδε τους τρεις άντρες του Βρόντα που φύλαγαν καραούλι σ' ένα ύψωμα και τους κυνήγησαν.
 Εκείνοι επειδή δεν μπορούσαν να υποχωρήσουν προς το χωριό, το 'βαλαν στα τέσσερα προς το βουνό. Πίσω τους και οι στρατιώτες με τουφεκιές από  μακριά. Το κυνηγητό βάσταξε πολλές ώρες. Ήρθε πάλι τρεχάτος στη Γρούνιστα ο Βολάνης. 
Ο Βροντάς είχε βγη απ' το χωριό με τους πρώτους πυροβολισμούς. 
Και ο Βολάνης, μη βρίσκοντας ούτε τον Βρόντα ούτε τους Τούρκους, στρώθηκε για αποζημίωση στα ψητά που είχαν έτοιμαστή για τον Βρόντα. 
Όμως οι στρατιώτες είχαν κουραστή και πεινάσει.
 'Εμπαιναν κι' αυτοί εκείνη την ώρα στο χωριό κάτι να μασήσουν και να το πληρώσουν στους χωρικούς με βουρδουλιές.
'Ετσι, χωρίς καθόλου να το περιμένουν, βρέθηκαν, αντάρτες και στρατιώτες, αντιμέτωποι μέσα στο ίδιο χωρώ, ενώ πάσχιζαν να πολεμήσουν την πείνα. Ακολούθησε μια γενναία άλλά σύντομη συμπλοκή. 
Οι αντάρτες το 'βαλαν στα πόδια προς τα κάτω, οι στρατιώτες προς τα πάνω προς τη Σταραβίνα και τον στρατώνα τους. Φαίνεται όμως Οτι οι αμαρτίες των φτωχών έφεδρων δεν είχαν εκείνη τη μέρα τελειωμό. 'Απ 'το μέρος που πήγαν αυτοί έρχονταν τρεχάτοι, για βοήθεια τώρα τούΒολάνη,οι άντρες του Βρόντα. Νέα, πάλι, σύγκρουση και νέα γενναία διασκόρπιση. 
Οι ρεντίφηδες γύρισαν στο στρατώνα με τρεις ελαφρά πληγωμένους.

Ο γενναίος, ένδοξος, ανίκητος κ.λ.π. αυτοκρατορικός στρατός (Σιαχανέ) δεν έκαμε εκεί πάνω πολύ καλή φιγούρα ούτε είχε λαμπρή εμφάνιση.

Την πληγή μου γιάτρεψε ο Γ. Κονδύλης. 

Με βοηθό τον Νώντα, μου έκαμε εγχείρηση με τις κάμες, και έβγαλε απ' το πόδι ένα κομμάτι σφαίρα που δεν άφηνε την πληγή να κλείση παρ' όλα τα αντισηπτικά και τις προσπάθειες του δασκάλου-νοσοκόμου. 
Δυο κάμες, αφού άπολυμάνθηκαν στη φωτιά, άνοιξαν την πληγή.
Ο Νώντας πήγαινε και δούλευε λήσταρχος στη Δυτική Μικρά Ασία. 
Δεν είχε πειράξει όμως παρά μόνο «Τούρκους και Εβραίους».
 Ποτέ Ρωμιούς. 
Το είχε παραγγελία απ' τη μάνα του. 
Παραμονές του πολέμου του 1912 πρόλαβε να πιάση σκλάβο τον Τουρκαλβανό εισαγγελέα του Μετσόβου και πήρε 2.000 λίρες που τις σκόρπιζε μ' όσην ευκολία τις κέρδισε.

Ο Γ. Κονδύλης με ακόλουθο πάντοτε τον Νώντα πήρε μέρος και στην εκστρατεία εναντίον μιας γριάς στη Σταραβίνα. 
Είχε σχέσεις με τους αξιωματικούς της φρουράς, τους έπλενε τα ρούχα και τους πρόσφερνε και άλλες Οχι περισσότερο καθαρές έκδουλεύσεις.

Η εντολή ήταν να μη φανερωθή ο φόνος για να μη θυμώσουν οι φίλοι της αξιωματικοί. 
'Επρεπε δηλ. να γίνη με τρόπο που να φαίνεται φυσικός ο θάνατος της. 
Αποφασίστηκε να στραγγαλιστή με σχοινί που το κρατούσαν απ' τα δυο άκρα ο Νώντας και ο Στρατής. 

Ο Γ. Κονδύλης είχε το γενικό πρόσταγμα.
 Η γριά όμως ζωντάνεψε την άλλη μέρα!
 Ήταν βρεγμένο απ' το χιόνι το σχοινί και δεν έσφιγγε. 
Η γριά που είδε κυριολεκτικά το χάρο με τα μάτια, έβαλε μυαλά και έκοψε τις σχέσεις με τους αξιωματικούς.


Όταν ο Γ. Κονδύλης έγινε στρατηγός "κεραυνός", υπουργός, άντιβασιλεύς κ.λ.π. και του υπενθύμιζε κανείς την εφτάψυχη γριά, τιναζόταν και έβαζε το δάχτυλο στο στόμα.

Την ημέρα των Φώτων, 6 Ιανουαρίου 1907, δόθηκε η «μεγάλη μάχη». 

Τα χαράματα εκείνης της μέρας πρόβαλε η φρουρά της Βιτώλιστας, στην Μπέσιστα, όπου βρίσκονταν τα δυο σώματα.
Η τούρκικη προφυλακή δε θέλησε να ενόχληση την έξοδο τους προς το βουνό. Προτίμησε να κράτηση ουδετερότητα.
Όταν όμως έφτασε ο κύριος Ογκος, δεν καθυστέρησε η μάχη. Οι Τούρκοι προχώρησαν με όμοβροντίες. Τα δυο όμως σώματα είχαν ήδη όχυρωθή πίσω από  τους μεγάλους βράχους του υψώματος. Επιχείρησαν να τα ύπερφαλαγγίσουν και να τα κυκλώσουν. 

Σε δυό ώρες όμως υποχώρησαν κανονικά και έπειτα το' βαλαν στα πόδια άντικανονικώτατα. Και είδαμε να φεύγουν τρεχάτοι στο χιονισμένο κάμπο οι στρατιώτες του Σουλτάνου και τους κυνηγούσαν από  πίσω οι αντάρτες. 
Οι αρχηγοί έστειλαν τον Σουδία να σταματήση τους τελευταίους και να τους φέρη πίσω. Στάθηκε και πολέμησε μονάχα μια διμοιρία η ενωμοτία. Ταμπουρώθηκε σε μια κυκλική ξηρολιθιά που είχε στο κέντρο μεγάλη θυμωνιά άχυρο, πολύ χρήσιμη στην άμυνα. 
Ο γραμματεύς του σώματος Βολάνη, Βασίλειος Τζοτζόλης, που είχε μάθει, όπως έλεγε, τα κολλυβογράμματα στις φυλακές, και ο Γεωργ. Κονδυλάκης που πήγαν με λίγους άλλους να τους ριχτούν, δέχτηκαν από  μια σφαίρα στο μέτωπο. 
Ως τόσο ο γιγαντόσωμος Παναγ. Φιωτάκης στάθηκε πολλήν ώρα όρθιος και άκαμπτος και πυροβολούσε. Ξεκίνησε σ' ενίσχυση των Τούρκων και η φρουρά της Σταραβίνας.
 Πολλοί χωρικοί όμως που ξέθαψαν τα κρυμμένα τουφέκια, την ανάγκασαν να μείνη ως το βράδυ στο βάθος της μεγάλης και βαθειας ρεματιάς. 
Ευτυχώς δεν άκουσαν τις τουφεκιές τριακόσιοι «κυνηγοί» που ήταν τρεις ώρες μακριά. 
Ο αέρας φυσούσε στην αντίθετη διεύθυνση. 
Τα δυό σώματα το βράδυ έθαψαν τους δυό νεκρούς στο νεκροταφείο της Γραδέσνιτσας και τράβηξαν για το καλοκαιρινό λημέρι του Βολάνη.

Οι κωνικές καλύβες από  ελατόκλαδα ήταν γεμάτες χιόνια και πάγο. 
Με πολλή δυσκολία και κόπους τις καθάρισαν. Έφτιαξαν και δυό καινούργιες. 'Αλλα την άλλη μέρα ήρθαν απεσταλμένοι των χωριών που τους δήλωσαν ότι δεν θα ήταν πιά δυνατό να τους τροφοδοτήσουν, γιατί είχαν φτάσει δυό και ίσως τρία τάγματα "κυνηγοί" (άβεζή-ταμπούρ), που ξεχύθηκαν ευθύς και έψαχναν παντού. 
Το χειρότερο, έρευνούσαν συστηματικά και με επιμονή και προσοχή όλα τα ανοιγμένα στο χιόνι μονοπάτια. Σε μια δυό η τρεις το πολύ μέρες θα τους εύρισκαν κι' αυτούς. Κάποιον άρρωστο από  καιρό αντάρτη, που έμενε κάπου δυό μήνες σ' ένα απόμερο μαντρί ντυμένος χωριάτικα, τον έπιασαν. Είχαν αγριέψει οι πασάδες του Μοναστηρίου. 
Όχι μόνο τράπηκε σε φυγή ο σουλτανικός στρατός, άλλά βρέθηκε μαχαιρωμένος κι' ένας στρατιώτης. 'Ενας από  τους άντρες του Βολάνη, όταν είδε σκοτωμένους τους δυό συντρόφους και χωριανούς του, ρίχτηκε στον πληγωμένο στρατιώτη με το «πασαλή». 
Έπιτελάρχης της εκστρατείας ήταν ο λοχαγός τότε Ένβέρ-πασάς, δικτάτωρ της Τουρκίας αργότερα.

Δεν υπήρχεν άλλη σωτηρία παρά να καταφύγουν στον γειτονικό καζά Καρατζόβας (Αλμωπίας) του βιλαετιού της Θεσσαλονίκης. 
Πιθανότατα οι πασάδες Μοναστηρίου δε θα καταδέχονταν να ειδοποιήσουν η να ζητήσουν βοήθεια απ' τους συναδέλφους της Θεσσαλονίκης.

Τα δυό σώματα κατέβηκαν νύχτα σ' ένα νεροπρίονο, όπου θα εύρισκαν τρόφιμα. Δεν τα βρήκαν. Φαίνεται πως οι Τούρκοι θα είχαν αποκλείσει τους δρόμους, δηλαδή τα μονοπάτια στο χιόνι.
 Άμεσος ο κίνδυνος.
 Μπήκαν ευθύς στο ποτάμι και ανέβηκαν τέσσερεις ώρες συνέχεια το ρεύμα του για να χαθούν ολότελα τα ίχνη τους στο χιόνι. 
Ακόμα δε σκληρότερη ήταν η ανάβαση του Αλπικού βουνού. Το χιόνι ήταν περισσότερο από  δυο μέτρα.
 Οι πρωτοπόροι που το άνοιγαν και έσχιζαν την παρθενιά του, άλλαζαν κάθε δέκα λεπτά. Και έπρεπε να υπερπηδήσουν την κορυφογραμμή πριν νυχτώση. 
Σίγουρο δικό μας χωριό ήταν μόνο το Μπάχοβο (Πρόμαχοι). Τα άλλα ήταν τούρκικα η ανάμικτα. Μικροπαρεκτροπή και λοξοδρόμηση σήμαινε καταστροφή. 

Ο όπλαρχηγός Αντώνιος Ζώης, που χρησίμευε για οδηγός μαζί με τον Σουδία, αποφάσισε κάποια στιγμή ν' αύτοκτονήση γιατί νόμιζε ότι είχαμε παραπλανηθή και πηγαίναμε σε βέβαιη καταστροφή. Ευτυχώς δρασκελίσαμε το ηλιοβασίλεμα την κορυφογραμμή του Καιμακτσαλάν και πέσαμε με το πρώτο σκοτάδι στο λιμέρι του Μπαχοβίτη όπλαρχηγού Τσότσου.
Το καλοκαίρι που είχε ξανακάμει το ίδιο ταξίδι ο Βολάνης — χωρίς χιόνια βέβαια — άρχισε τις τουφεκιές με το μικρό εκείνο σώμα. Τούς πήρε για κομιτατζήδες κι' εκείνοι νόμισαν πως είχαν να κάνουν με Βουλγάρους η Τούρκους! 
Αναγνωρίστηκαν από  τους κάλυκες των φυσιγγιών.
Πέρασαν εκείνη τη νύχτα όπως-όπως. 
Δεν ήταν δυνατό να στεγάσουν εβδομήντα πρόσωπα δυο καλύβες φτιαγμένες για είκοσι το πολύ. Την άλλη μέρα παραμέρισαν, σήκωσαν το χιόνι και έστησαν καινούργιες καλύβες από ελατόκλαδα, όπου έκαιε αληθινά «άσβεστον πυρ» από  χλωρά ξύλα που έβγαζαν περισσότερο καπνό παρά ζέστη.
 Το υψόμετρο ήταν κάπου 2.000 μέτρα. 
Έπειτα από  οχτώ μέρες δυό αγγελιαφόροι απ' τη Γραδέσνιτσα έφεραν την είδηση ότι οι Τούρκοι των «άβεζή-ταμπούρ» είχαν φύγει. 
Πρώτος ξεκίνησε ο Βολάνης. 
Πραγματικά, Τούρκοι άλλοι έκτος απ' τη φρουρά της Σταραβίνας δεν υπήρχαν. 
Το μεσημέρι όμως της άλλης μέρας ξάφνου ξεχύθηκαν στη Γραδέσνιτσα και τ' άλλα χωριά οι «κυνηγοί», σα να τους ξέρασε η γη.

 Το σώμα είχε έγκατασταθη για καλό και για κακό στα τέσσερα σπίτια που είχαν υπόγειες κρύπτες.

Μα του καταλύματος μας η νοικοκυρά έλειπε στο ποτάμι για πλύση. Και η κωφάλαλη κόρη της, όταν είδε τους Τούρκους, έβαλε άγριες άναρθρες φωνές .
 Ουτε καν πλησίαζε στην κρύπτη για να την σκεπάση.
 Ο Μανόλης έβγαλε το μαχαίρι, τον εμπόδισαν όμως οι άλλοι που έδεσαν και φίμωσαν την άμοιρη κοπέλλα. 
Ουτε λόγος μπορούσε να γίνη για κατέβασμα στην κρυψάνα. 
Μας έσωσε η γειτόνισσα, όταν οι στρατιώτες άρχισαν να χτυπούν την πόρτα!
 «Είναι άδειο το σπίτι αγάδες. Πήγαν όλοι στη Σταραβίνα, όπου γέννησε αγόρι η παντρεμένη εκεί κόρη τους», ακούστηκε γλυκύτερη από  άηδονολάλημα η φωνή της. 
Είχε την πρόνοια να έτοιμάση για τους στρατιώτες και καφέδες. 
Τούς πήρε σπίτι της. Τα πολλά βήματα απομακρύνθηκαν...

Ήρθε ευθύς έπειτα η σπιτονοικοκυρά, μα «κατόπιν εορτής». 
Όταν είδε την κόρη της δεμένη και έμαθε τα καμώματα της, είπε: «Καλά της κάματε. Και χειρότερα».
Το ίδιο βράδυ ο Βολάνης έφυγε για το λημέρι του Μπαχόβου(Προμάχων).

Μείναμε εκεί  συνολικά σαράντα μέρες. Δυο τρεις φορές τη βδομάδα έρχονταν εκεί  ψηλά από  10-15 Μπαχοβίτες φορτωμένοι με ψωμί, τυρί, φασόλια, ρύζι, λάδι, ζάχαρη, μπουκάλια κονιάκ κ.λ.π. περπατούσαν όλη τη νύχτα πάνω από  χιονισμένους γκρεμούς μέσα από  πυκνά δάση και βαθειά φαράγκια σε βαθύ χιόνι και γλυστερούς πάγους και πηχτό σκοτάδι με κίνδυνο να πέσουν σε ενέδρα Τούρκων η κομιτατζήδων, να πέσουν σε γκρεμό και σε κοπάδι λύκων. 
Μουλάρια και άλογα δεν μπορούσαν να προχωρήσουν με τόσο χιόνι. Μουσκίδι απ' τον ίδρωτα και το λυωμένο πάνω τους χιόνι, έλεγαν ένα «καλημέρα», άδειαζαν τα σακκιά και έφευγαν μ' ένα «γειά σου». Σα να έκαναν την συντομώτερη και ελαφρότερη μικροδουλειά. 
Δεν άξιζε τον κόπο να χασομερήσουν για να δεχτούν ευχαριστίες η άλλες εκδηλώσεις.

Μια μέρα ο Γ. Κονδύλης σταμάτησε έναν απ'αύτούς. «Στάσου, βρε χριστιανέ», του είπε, «να σε ευχαριστήσω, να σε φιλήσω, θα σου 'βγαζα τον σκούφο αν δεν ήταν λιγδωμένος». Εκείνος όμως το 'βαλε στα πόδια, ένώ όλοι γύρω γελούσαν.

Το σώμα τού Βρόντα έμεινε ακίνητο εκεί  ψηλά όλο το σαρανταήμερο. Είχε όμως ένα στασιαστικό κίνημα. 
Οπλαρχηγός Παναγιώτης Φιωτάκης.

Οι μισοί άντρες του στασίασαν και ανακήρυξαν αρχηγό τους τον Παναγιώτη Φιωτάκη. 

Κανένας δεν ήταν Κρητικός

'Εμειναν πιστοί και πειθαρχικοί ο Νώντας, ο Μπιάλας και άλλοι, λίγο πολύ επίσης παλιοί κλέφτες, και επαναστάτησαν οι φρόνιμοι!
Ήξεραν και την ιστορία του Σκαλίδη και Νικολούδη. 'Αποκηρύχτηκαν κι' αυτοί από  το Κέντρο, τους κόπηκε ο μισθός και κάθε άλλη χορηγία.
Τι τους έσπρωξε στην ανόητη ενέργεια; 
Είναι μυστήριο. Ο Βροντάς η Βασιλ. Παπάς ήταν ένας γενναίος αξιωματικός, όσο φρόνιμος και ευγενής χωρίς να παραφέρεται. 

Δεν μπορούσαν να έχουν παράπονα για την συμπεριφορά του. Ήταν  ίσως θύματα της ακινησίας και ανίας. Ακολούθησαν έπειτα και αυτοί τα βήματα του Σκαλίδη και κατέβηκαν στον κάμπο. 'Επεσαν όλοι, και οι είκοσι δυό, σε μεγάλη σύγκρουση με τουρκικό τάγμα κοντά στο μοναστήρι του Παραλόβου.
Ο Φιωτάκης, όταν ξόδεψε όλα τα φυσίγγια του, έσπασε το μάλινχερ του σ' ένα βράχο και αυτοκτόνησε με το πιστόλι.
Είχε κατηγορηθή πριν ένα χρόνο ότι δεν έτρεξε να βοηθήση τον Σκαλίδη στην απέλπιδα πάλη του με τους Τούρκους, στους βράχους της Τσέρνας. 
Τώρα έδειχνε παράφορο θάρρος και τόλμη πρωτάκουστη. 

Στην ίδια θέση κοντά στο μοναστήρι έπεσε ένα χρόνο νωρίτερα σε συμ,πλοκή με Τούρκους ο Βούλγαρος βοεβόδας Σουγάρεφ με τους είκοσι τέσσερεις κομιτατζήδες του. 
Τον Μάρτιο, τέλος, ο Βολάνης αναχώρησε για τα σύνορα και την Κρήτη. 
Το νόστιμο είναι ότι τον άφησαν και έμειναν με τον βρόντα εκείνοι ακριβώς που ανυπομονούσαν και φώναζαν περισσότερο απ'όλους τούς άλλους να φύγουν, όπως ο Μανόλης Μυλωνάκης ο Ξυλευσίνος, ο Χρίστος Αράπης η Μπεσιστάνος και δυο άλλοι. 
«Τούς τραβάει το χώμα του Μοριχόβου», είπε ο Βολάνης.

 Και αληθινά τους σκέπασε αργότερα.
Την παραμονή ο Βροντάς παράθεσε δείπνο στη Γρούνιστα. Σ' ένα απ' τα σπίτια με μια τρύπα στη μέση για τζάκι κι' άλλη μια στη στέγη για καπνοδόχο έστρωσαν, σε ψάθες και κλαδιά από  έλατα, κρέατα, ψωμιά, μπόλικα τυριά, μπουκάλες και πλόσκες με κρασί, πιπεριές κ.λ.π. Είχαμε καθήσει Ολοι γύρω σταυροπόδι. Απέναντι μου ήταν ο Γ. Κονδύλης.

Είπε λίγα λόγια ο Βροντάς, είπε περισσότερα ο Κονδύλης, άλλοι τραγούδησαν, άλλοι χόρεψαν. Όλοι ήπιαν μπόλικο το κρασί.
 Ο Κονδύλης άρχισε να πειράζη τον φίλο του Βαγγέλη τον «Αρβανίτη», ένα κατακόκκινο και ολόξανθο αλβανόφωνο Ηπειρώτη, που αγαπούσε ιδιαίτερα το κρασί. 
'Ελεγε ο Κονδύλης, καθιστός σταυροπόδι, πως στη μεγάλη μάχη της Μπέσιστας είχε τρυπώσει πίσω από  μια μεγάλη πέτρα. 
Ο Βαγγέλης διαμαρτυρόταν και ζητούσε τη μαρτυρία των άλλων. 
Όλοι γελούσαν κι' ο Κονδύλης εξακολουθούσε τα πειράγματα.
 Ο Βαγγέλης τότε όρθιος, με γουρλωμένα μάτια, σέρνει το περίστροφο του, το ακουμπά στο κεφάλι του Κονδύλη που αδιάκοπα γελούσε και τραβάει τη σκανδάλη. 
Δεν πήρε φωτιά. 
Νομίσαμε πως ήταν άδειο το περίστροφο και αστειευόταν. 
Την τρίτη η τέταρτη όμως φορά εκπυρσοκρότησε. 
Η σφαίρα πέρασε κολλητά στ' αυτί του Κονδύλη και πλήγωσε ελαφρά στο πόδι ένα άντικρυνό Κρητικό.
Περίστροφο γκόλτ έπαθε για πρώτη φορά τρεις αφλογιστίες!
 Έάν δεν απεργούσε, δεν θα προλάβαινε ο Γ. Κονδύλης να πη: 

«Άν ήξερα πως τόσο εύκολα γίνεται κανείς άντιβασιλεύς σ' αυτόν τον τόπο, θα το είχα κάνει από  τότε που ήμουν λοχίας». 

«Λοχία, έχεις τύχη βουνό», του είπε ο Βολάνης.

 Τον Βαγγέλη θέλησαν να τον σκοτώσουν μερικοί. Τον προστάτευσαν όμως οι αρχηγοί.
 Από  τότε, αρκετό διάστημα δεν έβαλε κρασί στο στόμα του.
 Ο Βολάνης ξεκίνησε απ' τη Γρούνιστα το μεσημέρι. 
Ήταν  λιακάδα. Δεν υπήρχε πουθενά χιόνι. 
Κινδυνέψαμε όμως σοβαρότατα κάτω στον κάμπο στην πλευρά του Περιστεριού.
 Ήταν  πολύ το χιόνι. Είχε πέσει και καταχνιά.
 Οι οδηγοί είχαν χάσει το δρόμο και στριφογύριζαν στα ίδια .μέρη σαν τυφλά μουλάρια.
Ξημέρωσαν όμως έξω απ' την Αγία Παρασκευή, όπου και κατευθύνονταν.
Λίγο αργότερα, στο Μορίχοβο προσχώρησε και ήρθε μαζί μας η βουλγάρικη έως τότε συμμορία από  είκοσι πέντε άντρες, με αρχηγούς τον Τσίτσο απ' τη Μπεσίστα και τον Μπραγιάννη απ' το Ζίχοβο. 

Τούς έστειλαν γρήγορα στην Αθήνα να την δουν και να τους δη και να πάρουν το ευρύτερο βάπτισμα. 

Ξαναγύρισαν στο Μορίχοβο τον Αύγουστο, με αρχηγό τους τον Στέφο, που είχε υπηρετήσει πολλούς μήνες στα χωριά της Βίγλιστας και Κορυτσάς του «Μοράβα».
 Ήξερε τη γλώσσα και τα έθιμα τους και ταίριαζε πολύ καλά μαζί τους. 
'Εγραψε, ευτυχώς, πρόχειρα απομνημονεύματα που διαφοιτίζουν και τα γεγονότα του Μοριχόβου. Ακολούθησαν στον ερχομό άλλο δρομολόγιο. 
Πέρασαν απότον Όλυμπο, τα Πιέρια, το Βέρμιο και από  κει στο Καιμακτσαλάν. 

Ο Στέφος παίνεσε τον αρχηγό του Όλύμπου που είχε βάλει τάξη σ' όλη την περιοχή. 'Εμειναν τρεις μέρες μέσα στη Νάουσα και θαύμασαν τον πλούτο, την πολυτέλεια και την φιλοξενία της.
 «Δεν κάνει να μείνουμε εδώ;», είπε του Στέφου ο Τσίτσος.

Υπηρετούσαν ήδη στο Μορίχοβο έκτος απ' τον Βρόντα και ο Γκούρας (υπολοχαγός Παπαυγέρης), ο Ζώης, ο Πέρδικας (Νεράντζης απ' τη Σιάτιστα) και ο Μανόλης Νικολούδης. 

Επίσης και ο Κατσίγαρης, αρχηγός στην 'Αλμωπία (Καρατζόβα), που είχε ζητήσει αυτός τώρα με τη σειρά του καταφύγιο στο Μορίχοβο. Είχε μάλιστα και νικηφόρες συγκρούσεις με κομιτατζήδες. 

Κοντά στο Μπάρνικ έχασε έναν οπλίτη και έφερε στη Γρούνιστα τρεις τραυματίες δικούς του. Πήρε όμως δώδεκα τουφέκια, πέντε περίστροφα και την τσάντα του Βούλγαρου αρχηγού.
 Σκοτώθηκαν δώδεκα κομιτατζήδες και ο βοεβόδας Ζαρπάνωφ.

Αποσπασματάρχης με μικρό σώμα γύριζε και ο Γ. Κονδύλης μια μέρα σ' ένα χωριό του κάμπου, όπου οι άντρες του ατακτούσαν, θέλοντας να δείξουν ότι αψηφούσαν τους Τούρκους. 'Εβγαλε κι' αυτός το περίστροφο και το άδειασε στον αέρα. 'Λπο την στιγμή εκείνη απόλυτη πειθαρχία και τάξη βασίλευε στο σώμα του.

Χωρίστηκε πάλι το Μορίχοβο σε ζώνες επιρροής.
 Οι Στέφος, Τσίτσος, Μπραγιάννης, πήραν το πιο δύσκολο και επικίνδυνο τμήμα, την περιοχή δηλαδή Μπέσιστας-Πόλτσιστας.

 Είχε καλυτερέψει βέβαια η Μπέσιστα με την προσχώρηση του Τσίτσου.
 Δεν είχε όμως την τυφλή πίστη και αφοσίωση των άλλων χωριών. 
Πετάχτηκαν ευθύς στο Ζίχοβο, την γενέτειρα του Μπραγιάννη, για να τιμωρήσουν τους κομιτατζήδες που είχαν σκοτώσει τον αδελφό του και είχαν αρπάξει τα παιδιά του για τιμωρία της αποστασίας του. 

Το φθινόπωρο του 1906 είχε βάλει εκεί φωτιά και μαχαίρι ο Βολάνης. 
Ο λογαριασμός όμως αυτός είχε πιά παλιώσει και σκεπαστή απ' τον καινούργιο που άνοιξε η προσχώρηση του Μπραγιάννη. 
Είχαν την καλή τύχη να συναντήσουν στην άκρη του χωριού τον κομιτατζή Τότσκαν, τον μισητότερο εχθρό. Τού 'ριξαν και τον πλήγωσαν. 
Ο Μπραγιάννης του βύθισε ευθύς το μαχαίρι στο στήθος με το επιφώνημα: 
«Τώρα μπορώ ν' αποθάνω».
 Το αποτέλεσμα ήταν ότι το χωριό τους δέχτηκε μ' ενθουσιασμούς και παγούρια ρακής.

Στο δάσος κύκλωσαν τη συμμορία του βοεβόδα Μάρκο από  δεκατέσσερεις κομιτατζήδες.
 Ήταν κι' ένας απ' την Πόλτσιστα που είχε αδερφό τον Ηλία, αντάρτη του σώματος. 
Δυό αδελφοί σε δυο αντίθετες παρατάξεις!

 'Ετρεξεν όμως ο τουρκικός στρατός της Βιτώλιστας και κύκλωσε τους κυκλωμένους κι΄ εκείνους που τους κύκλωσαν.
 Ο Στέφος, όπως γράφει, με τον Μπραγιάννη και οχτώ άλλους είχαν αποκοπή και βαστούσαν όλο το τουρκικό βάρος. 
Πολέμησαν έως τα μεσάνυχτα. 
Ο Μπραγιάννης με ένα γνωστό του ένωμοτάρχη, Ισμαήλ Τσαούς, και με βρυσιές, ταμπουρωμένοι και οι δυό πίσω από  ένα γιγάντιο βράχο, αλληλοχτυπιόνταν.
 Γινόταν τριμέτωπος πόλεμος, Ολοι εναντίον όλων. 

Κάποτε είδανε να ρίχνεται στο ποτάμι, την Τσέρνα, ο βοεβόδας Μάρκος για να πνιγή, όπως όλοι νόμισαν. Μα εκείνος πέρασε στην αντίπερα όχθη κάτω από  βροχή έλληνο-τουρκικές (!) σφαίρες. Ήξερε, φαίνεται, κάποιο πέρασμα. Μόλις βρέθηκε στην αλλη όχθη, άρχισε να τουφεκίζη. Σκότωσε μάλιστα κι' έναν αντάρτη.
 Προτίμησε για στόχο δικούς μας κι' όχι Τούρκους. 
Άλλα δική μας σφαίρα τον ξαπόστειλε κι' αυτόν.
Οι Τούρκοι άρχισαν και πετροπόλεμο.
 Κυλούσαν από  ψηλά μεγάλες πέτρες και βράχους που αφθονούσαν. 
Η παράξενη μάχη παρατάθηκε μπερδεμένη δέκα ώρες. 
Τα μεσάνυχτα οι αντάρτες έβγαλαν τα τσαρούχια, έβαλαν στην πλάτη τους λαβωμένους και στα νύχια ξεγλύστρησαν στο πηχτό και παγερό σκοτάδι, χωρίς να τους πάρουν είδηση οι Τούρκοι. Θα είχαν κι' αυτοί κουραστη και ξεπαγιάσει.
Αρχές Ιανουαρίου, μαζί με τα σώματα του Μανόλη Νικολούδη και του Περδίκα κύκλωσαν τη συμμορία Βασίλωφ σε μια καλύβα μέσα στο δάσος της Πόλτσιστας. 
Μα ήρθε αυτόκλητος στον κρότο των όπλων ο στρατός της Βιτώλιστας και έβαλε στο κυνήγι με αδελφική ισότητα τους διαμαχομένους αντιπάλους. 
Οι κομιτατζήδες είχαν και απώλειες, γιατί οι δικοί μας που τους είχαν περιζώσει έφυγαν πιο νωρίς.
Στις 8 Φεβρουαρίου του 1908 το σώμα βρισκόταν στη Μπέσιστα.
 Τα χαράματα, λόχος στρατού τους κύκλωσε.
 Κατόρθωσαν να ξεφύγουν με δυό μόνο λαβωμένους. Ο διοικητής Ομως του λόχου, από  τους νέους και ζωηρούς αξιωματικούς που δημιούργησαν το νεοτουρκικό κίνημα, δεν εννοούσε να τους αφήση. Τούς πήρε καταπόδι από  κοντά. 
Πήγαινε ο ίδιος μπροστά με λίγους στρατιώτες και το σαλπιγκτή.
Γιά το σώμα ανοιγόταν εύκολη διέξοδος προς τα κάτω, προς το Ψώβικ. 

Προτίμησε όμως ο Στέφος την αντίθετη και δυσκολώτερη διεύθυνση. 
Ακολούθησε τον εύκολο δρόμο μονάχα ο Γεωργούλας, που σκόνταψε όμως σ' έναν ολάκερο λόχο «κυνηγών». Χώθηκε σ' ένα χαντάκι και άρχισε να τους ρίχνη. 
Σαν είδε ένας αξιωματικός πως ήταν ολομόναχος, πλησίασε και του φώναξε να πα-ραδοθή (Τεσλίμ-Τεσλίμ). Ο Γεωργούλας τον παράδωσε στις αγκάλες του Α-λαχ και των ουρί του μουσουλμανικού Παραδείσου. Διδάχτηκε όμως και αυτός, κάπως άργά, Οτι οι εύκολώτεροι δρόμοι δεν είναι πάντοτε οι καλύτεροι. Έπεσε κόσκινο από  σφαίρες.
Στο μεταξύ το κυνηγητό του σώματος εξακολουθούσε αμείλικτο. 'Ενας αντάρτης πληγώθηκε, ένας άλλος λαβωμένος αιχμαλωτίστηκε. Ο Στέφος βρέθηκε μόνος, κατάμονος σε μια ρεματιά. Τα φυσίγγια του βρίσκονταν στο τέλος. Ο νεαρός αξιωματικός πλησίαζε. Πίστεψε πως έφτασε η τελευταία του στιγμή. Ά ρχισε να καταστρέφη έγγραφα και γράμματα που είχε πάνω του και ετοίμασε το πιστόλι για να τινάξη τα μυαλά του. 
Μα ξάφνου έπεσαν πολλές και ανέλπιστες μπαταρίες που έκαναν τον νεαρό αξιωματικό να το βάλη αυτός τώρα στα πόδια. 
Ήταν τα σώματα των Μανόλη Κατσίγαρη, Μανόλη Νικολούδη, Πέρδικα που έτρεξαν σε βοήθεια μαζί με το σώμα του Παναγιώτη Γερογιάννη που είχε ύποχρεωθή, απ' τον άγριο τουρκικό διωγμό στα χωριά του Περιστεριού, να ζήτηση καταφύγιο στο Μορίχοβο. Κινητοποιήθηκαν και ο'ι ένοπλοι χωρικοί, που έβγαλαν απ' τις κρύπτες τα όπλα. Έπεσαν νεκροί έξι αντάρτες και πολλοί άλλοι μαζί με τον Μπραγιάννη τραυματίστηκαν.

Ο Στέφος αναφέρει ότι έφτασε τότε στο Μορίχοβο ο λοχαγός Καλομενόπουλος με τον υπαξιωματικό Μπενούκα. που είχαν δραπετεύσει απ' τις φυλακές Μοναστηρίου.

Ακολούθησαν τον Μανόλη Κατσίγαρη κι' άλλους στο δρόμο για τα Θεσσαλικά σύνορα. Μα κοντά στην Παλατίτσα της Βέροιας έγινε αφορμή να σκοτωθή εξ αιτίας του, χωρίς ο ίδιος να φταίη, ο Κατσίγαρης και ο παλαίμαχος του Μοριχόβου Μανόλης Μυλωνάκης.

Ο Κατσίγαρης ζήτησε από  ένα γέρο αντάρτη—και παλιό κλέφτη —να κατεβή απ'το άλογο, που είχε αγοράσει, για να άνεβή ο λοχαγός.
Εκείνος όμως αρνήθηκε. 
Ο Κατσίγαρης τον μπάτσισε. 
Και ο γέρο κλέφτης τον σκότωσε και χώθηκε σε μερικά κλαδιά. 
'Ετρεξε εναντίον του ο Μανόλης.
 Δέχτηκε όμως κι' αυτός μια σφαίρα στην καρδιά.
Δεν άργησε να ξεσπάση και στο Μορίχοβο η μπόρα του τουρκικού διωγμού, που είχε σακατέψει και ρημάξει τα χωριά του Περιστεριού. Ήρθαν ως προπομποί ειδικά τμήματα, πολύπειρα πιά σ' αυτές τις δουλειές. Τη μανία τους συγκέντρωσε κυρίως η Γραδέσνιτσα. Ήξεραν ότι οι κάτοικοι της μαζί με άλλους ξέθαψαν πολλές φορές τα τρυπωμένα τουφέκια και χτυπούσαν τα νώτα του στρατού. Και απ' τη Γραδέσνιτσα άρχισε το άγριο ξυλοκόπημα.

Η 1543 αναφορά του προξενείου Μοναστηρίου έλεγε :

 «Στρατός έπελθών εις την Γραδέσνιτσα του Μοριχόβου — υπήρχε και η άλλη του κάμπου του Περιστεριού — συνέλαβε πλείστους χωρικούς, ούς ύπέβαλεν εις τρομεράς κακώσεις και τους έξηνάγκασε να παραδώσουν τα όπλα. Συνέλαβαν είκοσι πέντε όπλα και άνεκάλυψαν είκοσι όχτώ κρύπτας, άνασκάψαντες πολλάς οικίας».

Οι χωρικοί δηλ. πρόσφεραν είκοσι πέντε όπλα  και εξαγόρασαν την ησυχία τους.

Τα βουλγαρικά όμως χωριά ούτε καν τα ένώχλησαν, και τις βουλγάρικες συμμορίες τις παραμέλησαν ολότελα. 
Θεωρούσαν πιά ακίνδυνους τους Βουλγάρους.
Γεγονός πάντως είναι ότι, ενώ άλλοτε μοίραζαν με κάποιαν ισότητα τις κλωτσιές στους γκιαούρηδες, τώρα είχαν φορτώσει σε μας το μονοπώλιο των ξυλοκοπημάτων.
Η Τουρκία είχε πάρει τώρα πολλά μέτρα εναντίον μας
Έκτος απ' τις μόνιμες φρουρές, είχε εγκαταστήσει σε πολλές κορυφές και σταθμούς οπτικού τηλεγράφου, για την εύκολώτερη και ταχύτερη μετάδοση των διαταγών και πληροφοριών.

Την άνοιξη του 1908 ξαναήρθε ο Βολάνης με σαράντα άντρες και το όνομα του σκόρπισε τον τρόμο σε μεγάλη ακτίνα.

Στη νότια και δική μας τώρα πλευρά του Καιμακτσαλάν και κοντά στον Άγιο Αθανάσιο είχε δώσει μαζί με τον Ιωάννη Καραβίτη και τον Μανόλη Νικολούδη μεγάλη μάχη με πολλούς κομιτατζήδες, που είχαν γενική κινητοποίηση και συγκέντρωση, για να ξεκάνουν το μικρό σώμα του Νικολούδη που βρισκόταν έκει. 
Άν δεν έφθανε τουρκικός στρατός απ' τα Καλύβια του Φαρμάκη, θα την είχαν πολύ άσχημα οι κομιτατζήδες. 
Σκοτώθηκαν όμως ο βοεβόδας Παγούντσε Γούτσεφ και αρκετοί άλλοι.

Τραυματίστηκε ο αρχηγός Τζόλες και έπεσε το άσπρο άλογο του αιχμάλωτο στα χέρια του Βολάνη. Αποδείχτηκε για μια ακόμη φορά η σκοπευτική κατωτερότητα των Βουλγάρων.
'Επειτα από  λίγο καιρό που κηρύχτηκε το νεοτουρκικό «Χουριέτ», έγιναν γιορτές και πανηγύρια, κατέβηκαν στις πόλεις με στέφανα και ανθοδέσμες αντάρτες, κομιτατζήδες πήγαν μια βραδιά στο καφενείο του ξενοδοχείου «Θεσσαλονίκη» (στο Μοναστήρι) ο Τζόλες και άλλοι αρχικομιτατζήδες.

Άλλοτε δεν τολμούσαν ούτε να πλησιάσουν. Τώρα συνοδεύονταν και από  αξιωματικούς. Θρασείς, όπως πάντοτε, άρχισαν κιόλας να τραγουδούν κομιτατζήδικα τραγούδια. 
Οι δικοί μας έφεραν τότε μέσα στο καφενείο το άσπρο άλογο του Τζόλε, κάτω από  τα ζωηρά χειροκροτήματα και τις ζητωκραυγές των πελατών. 
Οι κομιτατζήδες έφυγαν με σκυμμένα τα κεφάλια.

Τα σώματα του Βολάνη, Στέφου, Τσίτσου, Μπραγιάννη και οι άλλοι συγκεντρώθηκαν στο Μεγάροβο, λίγες μέρες έπειτα απ' τη νεοτουρκική μεταπολίτευση, κι' από  κει κατέβηκαν μαζί με τα αλλα στο Μοναστήρι, όπου βρήκαν αποθεωτική υποδοχή. 
Το γενικό πρόσταγμα είχε ο ταγματάρχης Βεχίπ μπέης, τότε διοικητής της στρατιωτικής σχολής Μοναστηρίου και υπερασπιστής αργότερα του Μπιζανίου.

Είναι βέβαιο ότι είχαμε σημειώσει αναμφισβήτητα πρόοδο στην περιοχή γύρω απ' το καθαυτό Μορίχοβο, όπως και σ' όλη την περιφέρεια Μοναστηρίου. 

Το μικρό χωριό Πόλοκ στην αρχή περνούσε για βουλγαρικό και ήταν καταφύγιο των κομιτατζήδων. Στο τέλος όμως οι κομιτατζήδες το έκαψαν. 

Είχε ταχθή ολόψυχα μαζί μας. 

Το Μπίλιανικ, κάτω στον κάμπο, ήταν από  καιρό γραμμένο και στα τούρκικα βιβλία για βουλγάρικο. Την άνοιξη όμως του 1908 αντιστάθηκε με τα όπλα και κυνήγησε τους κομιτατζήδες που ήθελαν να ξαναμπούν μέσα.
Τα ελληνικά σώματα έφταναν στα περίχωρα του Περλεπέ και κόντευαν να ενωθούν με τα σέρβικα. Ήρθε και σε κάποια επαφή μαζί τους ο Βολάνης. 
Ανταρτικό σώμα εμφανίστηκε και στην περιοχή της 'Οχρίδας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: