Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Μακεδονικός Αγώνας: Η Μακεδονία κατά την πρώιμη φάση του μακεδονικού αγώνα (1878-1893)

Ελληνικό Γυμνάσιο Μοναστηρίου
Το Γυμνάσιο Μοναστηρίου αντικατέστησε το προϋπάρχον
Ημιγυμνάσιο της πόλης,
το οποίο λειτουργούσε ως Λύκειο από το 1838,
Κωνσταντίνου Βακαλόπουλου
"Νεότουρκοι και Μακεδονία 
(1908-1912)"
(οι φωτογραφίες επιλογή Yauna)


Η χρονική περίοδος 1878-1893 που διαδέχεται το συνέδριο του Βερολίνου, είναι αναμφισβήτητα μια από τις πιο ταραγμένες και αποφασιστικές εποχές για την ιστορική εξέλιξη της Μακεδονίας.

Πολλοί είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν το καθεστώς των χριστιανών κατοίκων της Μακεδονίας, οι οποίοι δέχονται άμεσα και έμμεσα τις επιπτώσεις του σφοδρού ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων και ιδιαίτερα των βαλκανικών.

Η μερική ή ολική σύμπτωση των εδαφικών διεκδικήσεων των βαλκανικών κρατών και σε προέκταση των ευρωπαϊκών χωρών στον μακεδονικό χώρο είχε σα συνέπεια την όξυνση του φανατισμού των πολιτικών προπαγανδών ιδιαίτερα στον εκπαιδευτικό και στον εκκλησιαστικό τομέα.

Σημαντική εξίσου επίδραση στη διαμόρφωση του πολιτικού αυτού κλίματος ασκούσε και ο τουρκικός παράγοντας, που προσπαθώντας να διατηρήσει το status quo, ακολουθούσε συνειδητά συγκεχυμένη και αντιφατική πολιτική, η οποία αποσκοπούσε γενικότερα στη διαίρεση και διάσπαση των διαφόρων μικρών ή μεγάλων ομοιογενών ομάδων της Μακεδονίας, στην αναζωπύρωση των εθνικών τους ανταγωνισμών και γενικότερα στην εξασθένιση του ελληνικού πληθυσμιακού στοιχείου.

Η χρονική περίοδος 1878-1893/94 σημαδεύεται από το συνέδριο του Βερολίνου,
τη δημιουργία της αυτόνομης βουλγαρικής ηγεμονίας (1878), 
την ίδρυση της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (I.M.R.O.) στα 1893 και
την πτώση της κυβέρνησης Σταμπούλωφ τον Μάρτιο του 1894 οπότε αρχίζει να μεταβάλλεται ριζικά η δομή της βουλγαρικής δραστηριότητας στο μακεδονικό χώρο.
Χάρτης εξάπλωσης της Βουλγαρικής Εξαρχίας
Ως προς την εθνολογική σύνθεση της γεωγραφικής αυτής περιοχής είναι δυνατό να παρατηρήσει κανείς ότι, ενώ το συντριπτικό πσοστό του σλαβόφωνου πληθυσμού της βόρειας ζώνης είχε προσχωρήσει στα 1870 στη βουλγαρική Εξαρχία και είχε αποκτήσει βουλγαρική εθνική συνείδηση, η νότια ζώνη αποτελούνταν από αμιγείς ελληνικούς πληθυσμούς.

Προβληματική παρέμενε ακόμη η κατάσταση στη μεσαία ζώνη του μακεδονικού χώρου, η οποία οριζόταν στα βόρεια από μια νοητή ευθεία,
που κατευθυνόταν από τη λίμνη της Αχρίδας στο Κρούσοβο, Ν. του Περλεπέ, Β. του Μοναστηριού ως το Νέστο και περιλάμβανε τις πόλεις Στρώμνιτσα, Πετρίτσι, Μελένικο και Νευροκόπι. 

Στα νότια η μεσαία ζώνη άρχιζε από το Γράμμο, κάλυπτε το μισό της γεωγραφικής έκτασης του καζά της Καστοριάς, κατευθυνόταν έπειτα στα νότια της Φλώρινας και της Έδεσσας, στα βόρεια της Κοζάνης, Θεσσαλονίκης, Χαλκιδικής προς τις Σέρρες και τη Δράμα. 

Στη μεσαία αυτή ζώνη, παράλληλα με την ύπαρξη συμπαγούς σλαβόφωνου πληθυσμού, κυρίως αγροτικού, με ρευστή, ακαθόριστη ή κυρίως με βουλγαρική εθνική συνείδηση και παρά τη βαθμιαία εδραίωση της βουλγαρικής κίνησης, ο γηγενής αστικός,
αλλά και το σημαντικότερο ποσοστό του αγροτικού πληθυσμού, διατηρούσε στα 1878 στη μεγαλύτερη πλειοψηφία του την ελληνική συνείδηση είτε ήταν σλαβόφωνος, βλαχόφωνος ή αλβανόφωνος, όπως επαληθεύεται σήμερα από τα πορίσματα των ευρωπαϊκών και των ελληνικών προξενικών εκθέσεων.

Ακόμη η κορύφωση των εθνικών ανταγωνισμών, που παρατηρήθηκε μετά το 1878 καθώς και η αφόρητη καταπίεση του τουρκικού ζυγού, ξεδιάλυναν βαθμιαία αυτή τη ρευστή ή ακαθόριστη εθνική συνείδηση του υπόλοιπου σλαβόφωνου πληθυσμού της μεσαίας γεωγραφικής ζώνης της Μακεδονίας και την μετέβαλαν σε βουλγαρική ή σ’ ελληνική.

Ο όρος «πατριαρχικός» και «εξαρχικός», που χρησίμευαν ως τότε για να χαρακτηρίσουν τη θρησκευτική απόκλιση του χριστιανικού πληθυσμού της Μακεδονίας, και έμμεσα την εθνική συνείδησή του, αρχίζουν να μεταβάλουν σταδιακά τη σημασία τους.

Στη μεσαία αυτή ζώνη, όπου συντελείται την εποχή αυτή η παγιοποίηση του εθνικού φρονήματος του ντόπιου σλαβόφωνου πληθυσμού, ο βουλγαρικός παράγοντας βρίσκεται αντιμέτωπος με την άκαμπτη αντίδραση του ξενόφωνου ελληνικού στοιχείου.

Καθοριστικοί παράγοντες που επηρεάζουν πρωταρχικά τη θέση του χριστιανικού στοιχείου της Μακεδονίας στα χρόνια 1878-1893, είναι η στάση της Πύλης, του πατριαρχείου, καθώς και των βαλκανικών και των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων

Στην αρχή η Πύλη κράτησε επιφυλακτική στάση απέναντι στη δραστηριότητα των διαφόρων ξένων κινήσεων στον μακεδονικό χώρο.
 Αναγνώριζε φαινομενικά τη σπουδαιότητα του ζητήματος και υποσχόταν να συνεργασθεί με την ελληνική κυβέρνηση για τη βελτίωση της κατάστασης.
Στην πραγματικότητα όμως επιδίωκε να διασπάσει το χριστιανικό στοιχείο και ιδιαίτερα το ελληνικό στη μεσαία γεωγραφική ζώνη. 

Είναι γεγονός βέβαια ότι η οθωμανική αυτοκρατορία με τα διάφορα μέτρα που πήρε κατά καιρούς διευκόλυνε έμμεσα τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας.

Έτσι σε πρώτο στάδιο αναγνώρισε την Εξαρχία σα νόμιμη εκκλησιαστική αρχή στην Τουρκία και εξέδωσε τα φιρμάνια των εξαρχικών επισκόπων της Αχρίδας και των Σκοπίων στα 1890 και των Βελεσών και του Νευροκοπίου στα 1894. 
Παράλληλα έδωσε τη συγκατάθεσή της για το διορισμό και άλλων αντιπροσώπων της Εξαρχίας σ’ επαρχίες, που υπάγονταν αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του πατριαρχείου.

Σε δεύτερο στάδιο καταπολέμησε τα πατριαρχικά προνόμια, αποδυνάμωσε και παρέλυσε τους εκκλησιαστικούς και κοινοτικούς φορείς, καταδίωξε το ελληνικό στοιχείο, επέτρεψε στους εξαρχικούς να καταλάβουν τις εκκλησίες και τα σχολεία των Ελλήνων και τέλος έδωσε τη συγκατάθεσή της για την εγκατάσταση Βουλγάρων δασκάλων στη Μακεδονία και για την ίδρυση βουλγαρικών σχολείων εκκλησιών χωρίς την άδεια των κατά τόπους μητροπολιτών.

Η αμφισβήτηση από την Πύλη των πατριαρχικών προνομίων στα 1883 
είχε ως βασικότερο σκοπό 
να πλήξει το υψηλό επίπεδο της ελληνικής παιδείας 
σ’ ολόκληρο τον οθωμανικό χώρο.

Η πολιτική αυτή, η οποία συνεχίσθηκε και στα επόμενα χρόνια χωρίς σημαντικές παρεκκλίσεις, στόχευε ειδικότερα στην εξασθένιση της εκπαιδευτικής δραστηριότητας του ελληνισμού της Μακεδονίας, που είχε υποστεί ουσιώδεις μεταβολές κατά την περίοδο 1876-1878 λόγιο της εντεινόμενης σχολικής διείσδυσης των ξένων εθνοτήτων και της κάμψης της οικονομικής ευρωστίας των ελληνικών κοινοτήτων του μακεδονικού χώρου.

Έτσι μετά το 1883 η Τουρκία παρεμβάλλει σημαντικά εμπόδια στο αξιόλογο έργο του «Συλλόγου προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων»
και της
 «Επιτροπής προς ενίσχυσιν της ελληνικής εκκλησίας και παιδείας»,
η οποία συνέχισε μετά το 1886 τη δραστηριότητα του πρώτου.

Ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄
ο Μεγαλοπρεπής.
Η Πύλη εφάρμοσε ακόμη αυστηρά μέτρα και επέβαλε τον έλεγχο των πτυχίων των Ελλήνων δασκάλων, των διδακτικών βιβλίων και των σχολικών προγραμμάτων, απαγόρευσε στους νεοδιορισμένους μητροπολίτες Σισανίου και Καστοριάς να μετέχουν στα διοικητικά συμβούλια των νομών και τέλος υπήγαγε τους μητροπολίτες και τους ιερείς στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων.

Η παραίτηση του πατριάρχη Ιωακείμ Γ' ξεσήκωσε τις θυελλώδεις διαμαρτυρίες του ελληνισμού της Μακεδονίας απέναντι στην Πύλη και τις κατατόπους τουρκικές αρχές.

Η κατάσταση άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα οδυνηρή για τον ελληνισμό της Μακεδονίας, κυρίως της μεσαίας γεωγραφικής ζώνης, κατά το 1886, μετά την ελληνική επιστράτευση και με αφορμή τα γεγονότα της Ανατολικής Ρουμελίας, που είχαν δυσμενή αντίκτυπο στην τουρκική στάση απέναντι στο ελληνικό πληθυσμιακό στοιχείο του μακεδονικού χώρου.

Αναατάσιος Πηχεών ή Πηχιών
(1836-1913)
 Στα τέλη όμως της ίδιας χρονιάς αποκαλύφθηκε μυστική επαναστατική εταιρεία, που είχε οργανωθεί από τον ένθερμο πατριώτη Αναστάσιο Πηχεών από την Αχρίδα,
και δραστηριοποιήσει ολόκληρο τον ελληνισμό της Δυτικής και της Βορειοδυτικής Μακεδονίας.

Τότε, δηλαδή στα τέλη του 1886 και στις αρχές του 1887, πραγματοποιήθηκαν 
πολυάριθμες συλλήψεις και φυλακίσεις Ελλήνων προκρίτων, ιερέων και δασκάλων 
της Κλεισούρας, 
της Βλάστης, 
της Σιάτιστας, 
της Νεβέσκας, 
της Χρούπιστας, 
της Φλώρινας, 
της Αχρίδας, 
της Μηλόβιστας, 
της Νιζόπολης, 
του Γκοπεσίου, 
του Μεγάροβου, 
του Τίρνοβου, 
της Κοριτσάς και 
του Μοναστηριού, 

οι οποίοι οργάνωναν ένοπλους αντιστασιακούς πυρήνες
 και προετοιμάζονταν για ένα νέο επαναστατικό κίνημα 
σε συνεργασία με τα ελληνικά ανταρτικά σώματα της Δυτικής Μακεδονίας 
και τους επίσημους διπλωματικούς εκπροσώπους του ελληνικού κράτους. 

Τα Πηχεωνικά προκάλεσαν την βαθμιαία επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, την ανάκληση του Έλληνα προξένου του Μοναστηριού Π. Πανουριά, την επίσημη μεσολάβηση του Γεωργίου Α', αλλά και την αμείλικτη καταδίωξη του ελληνισμού της Βορειοδυτικής κυρίως Μακεδονίας από τις τουρκικές αρχές. 

Πραγματικά, με αφορμή τις συνεχείς κρίσεις που δημιουργούνταν στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όπως η ελληνική επιστράτευση από τα γεγονότα της Ανατολικής Ρουμελίας και η συνεχής ανακίνηση του προνομιακού ζητήματος,
 οι τουρκικές αρχές της Μακεδονίας εφάρμοσαν στα σχολικά προγράμματα αυστηρό έλεγχο, 
όπως και στα διδακτικά βιβλία των ελληνικών σχολείων,
 απόκλεισαν τους Έλληνες υπηκόους από τις σχολικές εφορείες, 
αμφισβήτησαν το δικαίωμα σ’ αυτές να διορίζουν, να μεταθέτουν, και ν’ απολύουν τους Έλληνες δασκάλους και τέλος
 ανέστειλαν την λειτουργία των ελληνικών σχολείων.

Απέναντι σ’ αυτή την θλιβερή κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στα τέλη του 19ου αιώνα στον μακεδονικό χώρο, το πατριαρχείο εναντιώθηκε δυναμικά και απαγόρευσε στα 1890, μετά την παραίτηση του πατριάρχη Διονυσίου Ε', κάθε εκκλησιαστική λειτουργία στις ελληνικές εκκλησίες της Κωνσταντινουπόλεως και αργότερα σ’ ολόκληρη την οθωμανική επικράτεια.

Το μέτρο όμως αυτό δεν είχε άμεση εφαρμογή στον μακεδονικό χώρο, γιατί συνάντησε τη σφοδρή αντίδραση των εξαρχικών. 

Βέβαια η γενικότερη στάση του πατριαρχείου πρέπει να συσχετισθεί άμεσα με την πανορθόδοξη οικουμενική πολιτική του, η οποία δεν ήταν δυνατό να συμβιβασθεί άμεσα με τα πολιτικά συμφέροντα οποιασδήποτε ορθόδοξης χώρας.
Έτσι το πατριαρχείο εξυπηρετούσε τα ελληνικά, τα σέρβικά, αλλά ταυτόχρονα και τα ρωσικά συμφέροντα με γνώμονα την πνευματική υπόστασή του και την αποστολή του.

Υποβοηθούσε όλες τις ομόδοξες εθνικές ομάδες της επικράτειάς του, και κυρίως σ’ εκείνες τις περιοχές που δέχονταν τις έντονες πιέσεις άλλων ομόδοξων εθνοφυλετικών ομάδων, οι οποίες όμως δεν στρέφονταν κατά του ίδιου του πατριαρχείου.

Γι αυτό και το πατριαρχείο δεν ήταν δυνατό ν’ αποτελεί όργανο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, όπως επιθυμούσαν οι Έλληνες πρόξενοι της Μακεδονίας, οι οποίοι ενδιαφέρονταν πρωταρχικά για την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων ακόμη και σ’ εκείνες τις περιοχές, που θεωρούνταν έξω από τις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις, όπως στις γεωγραφικές περιφέρειες των Σκοπίων, της Πρισρένης, του Κουμάνοβου, των Βελεσών και άλλες.

Εκεί όμως οι κατατόπους εκπρόσωποι του πατριαρχείου κατέβαλαν έντονες προσπάθειες για τη δραστηριοποίηση του σερβικού στοιχείου, που θα αποτελούσε ουσιαστικό φραγμό στη βουλγαρική διείσδυση.

Πραγματικά το πατριαρχείο έδωσε τη συγκατάθεσή του στον διορισμό Σέρβων επισκόπων στη Βόρεια Μακεδονία (εξαρτημένων από το πατριαρχείο), στην ίδρυση σερβικών σχολείων και στη χρήση της σλαβικής γλώσσας στις εκκλησίες των περιοχών, που αποτελούσαν στόχους των εθνικών βλέψεων των Σέρβων.

Έτσι, παρά τις δικαιολογημένες αντιδράσεις των πατριαρχών Διονυσίου Ε' και Νεοφύτου Η ' στα σέρβικά αιτήματα, το πατριαρχείο επέτρεψε τελικά τη χρήση της σλαβικής γλώσσας σε εκκλησίες και σχολεία της Μακεδονίας της βόρειας και μέσης ζώνης της.

Ιδιαίτερα οξύ προβάλλει την εποχή αυτή, το πρόβλημα της παρουσίας ορισμένων αναποτελεσματικών μητροπολιτών, οι οποίοι δεν στάθηκε δυνατό ν’ ανταποκριθούν με τις ενέργειές τους στις κρίσιμες περιστάσεις, που περνούσε η μακεδονική υπόθεση. 

Η αδυναμία του πατριαρχείου να λάβει δραστικά μέτρα στα τέλη της δεκαετίας του 1880-1890, κάτω από τις ελληνικές πιέσεις για την αντικατάσταση ορισμένων εκκλησιαστικών εκπροσώπων του, οι οποίοι με τη στάση τους, είχαν προκαλέσει μεγάλη αναταραχή ανάμεσα στις ελληνικές κοινότητες και είχαν ωθήσει με την αργυρολογική πολιτική τους, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, μεγάλες μάζες των σλαβόφωνων κατοίκων στην Εξαρχία, καθώς και η διαμάχη του με τις ελληνικές κυβερνήσεις για το ζήτημα του συντονισμού της εκπαιδευτικής δραστηριότητας στη Μακεδονία μέσω των μητροπολιτών ή των Ελλήνων προξένων, όπως επίσης και η διακοπή της συνεργασίας των κατατόπους εκκλησιαστικών εκπροσώπων με τα ελληνικά προξενεία, προκάλεσαν τις αντιδράσεις των ελληνικών κυβερνήσεων, που περιέκοψαν τελικά τις κρατικές επιχορηγήσεις προς τις ελληνικές κοινότητες της Μακεδονίας επειδή αντιμετώπιζαν τεράστια οικονομικά προβλήματα.

Η πορεία των γεγονότων απέδειξε ότι η ρήξη αυτή έβλαψε σημαντικά τον ελληνισμό του μακεδονικού χώρου, γιατί τον στέρησε πρώτα απ' όλα από όλες τις υλικές προϋποθέσεις, που ήταν απαραίτητες για να συντηρεί τα ελληνικά σχολεία του και να πληρώνει τους πενιχρούς μισθούς των Ελλήνων δασκάλων και καθηγητών.

Η περικοπή σημαντικών χορηγημάτων από καίριες εθνικά περιοχές της Μακεδονίας, αλλά επίσης και η κακή διαχείριση των οικονομικών πόρων από ορισμένους Έλληνες προκρίτους σε διάφορες ελληνικές σλαβόφωνες κοινότητες κατέληξαν στη διακοπή της λειτουργίας του διδασκαλείου Θεσσαλονίκης στα 1888 και στη διάλυση της ιερατικής σχολής του Μοναστηριού.

Γεγονός είναι πάντως ότι τα γεγονότα αυτά είχαν δυσμενή αντίκτυπο και στη λειτουργία της ελληνικής κοινοτικής διοίκησης στη Μακεδονία.

Αντίθετα ο βουλγαρικός παράγοντας κατόρθωσε μετά το 1885 να αυξήσει σημαντικά τη δραστηριότητά του όχι μόνο στον μακεδονικό χώρο με την ίδρυση διδασκαλείων και τη φοίτηση υποτρόφων, αλλά και γενικότερα στην οθωμανική επικράτεια.

 Έτσι στα 1888 υπήρχαν στην Ευρωπαϊκή Τουρκία συνολικά 
686 Βούλγαροι δάσκαλοι και 
485 σχολεία, στα οποία φοιτούσαν 
23.589 μαθητές. 

Εκτός από τον τομέα της σχολικής κίνησης οι Βούλγαροι είχαν καταρτίσει μυστικές επιτροπές στα σλαβόφοονα χωριά της Μακεδονίας και είχαν πετύχει να εμφυσήσουν τη βουλγαρική εθνική συνείδηση σ’ ένα μεγάλο μέρος του αγροτικού πληθυσμού.

Παρά την κάμψη της εκπαιδευτικής δραστηριότητας του ελληνισμού της Μακεδονίας που παρατηρείται κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα,
η υπεροχή του ελληνικού στοιχείου και πολιτισμού σε ολόκληρο τον μακεδονικό χώρο υπήρξε δεδομένη και αιτιολογείται από τον σημαντικό αριθμό των ελληνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. 

Ζώντας οι μαθητές της Μακεδονίας σ’ ένα καθεστώς σφοδρού ανταγωνισμού των εθνοτήτων, αλλά μέσα σ’ ένα σύστημα ελεύθερης παιδείας, όπου είχαν την δυνατότητα να φοιτήσουν σ’ οποιοδήποτε σχολείο επιθυμούσαν, προτιμούσαν την ελληνική παιδεία, γιατί προς αυτήν και τα ελληνικά σχολεία αισθάνονταν να τους σπρώχνει όχι μόνον η ελπίδα για καλύτερη μόρφωση αλλά και η εθνική τους συνείδηση, όπως επιβεβαιώνεται και από τις ξένες αρχειακές πηγές.

Στις πόλεις και στις κωμοπόλεις, όπως
στο Μοναστήρι, 
στη Ρέσνα, 
στην Αχρίδα, 
στην Πρέσπα, 
στην Φλώρινα, 
στην Καστοριά, 
στην Κοζάνη, 
στα Σέρβια, 
στις Σέρρες, 
στην Στρώμνιτσα, 
στο Νευροκόπι, 
στο Μελένικο, 
στο Δεμίρ Χισάρ, 
στη Ζίχνα, 
στο Πετρίτσι, 
στην Έδεσσα, 
στα Γιαννιτσά, 
στη Βέροια, 
στην περιοχή της Κασσάνδρας, 
στην Καβάλα και 
στη Θεσσαλονίκη, 

αλλά και σε πολλά χωριά λειτουργούσαν κατά τα σχολικά έτη 1883-1885 συνολικά 
610 ελληνικά σχολεία μέσης και δημοτικής εκπαίδευσης, 
γυμνάσια, 
διδασκαλεία, 
ιερατικές σχολές, 
ανώτερα και κατώτερα παρθεναγωγεία και 
νηπιαγωγεία, στα οποία φοιτούσαν γύρω στους 
40.000 μαθητές. 

Στη Θεσσαλονίκη, στις Σέρρες και στο Μοναστήρι λειτουργούσαν ένα ελληνικό γυμνάσιο, ένα παρθεναγωγείο και πάμπολλα δημοτικά σχολεία και νηπιαγωγεία.

Επίσης στη Θεσσαλονίκη λειτουργούσε ένα πλήρες δημοδιδασκαλείο και στο Μοναστήρι μια ιερατική σχολή και ημιδιδασκαλείο, καθώς και στις Σέρρες.

Στην Καστοριά, 
στην Κοριτσά και 
στο Τσοτύλι, 
στη Βέροια, 
στη Νάουσα, 
στην Έδεσσα, 
στο Κρούσοβο, 
στη Στρώμνιτσα και 
στην Καβάλα
 λειτουργούσαν ημιγυμνάσια και ανώτερα παρθεναγωγεία με ελληνικά σχολεία, δημοτικά και νηπιαγωγεία. 

Στην Κοζάνη, 
στη Βλάστη, 
στη Σιάτιστα, 
στη Σέλιτσα, 
στη Χρούπιστα, 
στην Κλεισούρα, 
στα Σέρβια, 
στο Λιτόχωρο, 
στη Φλώρινα, 
στα Γιαννιτσά, 
στη Δοϊράνη, 
στο Μεγάροβο, 
στο Τίρνοβο, 
στην Αχρίδα, 
στον Περλεπέ, 
στη Γευγελή, 
στη Γουμένισα, 
στην Τζουμαγιά, 
το Μελένικο, 
στο Νευροκόπι, 
στο Δεμίρ Χισάρ, 
στη Νιγρίτα, 
στη Ζίχνα, 
στη Δράμα, 
στον Πολύγυρο και σ’ άλλα μέρη 
της Χαλκιδικής 
λειτουργούσαν ελληνικά σχολεία, δημοτικά, παρθεναγωγεία και νηπιαγωγεία.


Ανάμεσα στις διάφορες λύσεις που μελετά η επίσημη ελληνική πολιτική κατά τη διάρκεια της περιόδου 1878-1893, αλλά και στα επόμενα χρόνια ακόμη, για να βελτιώσει τη θέση του ελληνισμού της Μακεδονίας, είναι η ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας, η εκλογή ικανών ιεραρχών και η ορθή οικονομική ενίσχυσή τους, η αποστολή Ελλήνων γιατρών στη Μακεδονία, η αύξηση των εμπορικών επαφών ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Μακεδονία με τη δημιουργία ενός πυκνού σιδηροδρομικού δικτύου και τη συνένωση των τουρκικών και ελληνικών σιδηροδρόμων, πρόταση, που δεν έγινε αποδεκτή από τους Τούρκους, η πραγματοποίηση τακτικών δρομολογίων ανάμεσα στα μακεδονικά λιμάνια και τον Βόλο και τέλος η σύσταση τραπεζικών υποκαταστημάτων σε ορισμένα εμπορικά κέντρα του μακεδονικού χώρου.

Ανάλογη προτεραιότητα δόθηκε ακόμη και στη δημιουργία ενός πυκνού δικτύου πληροφοριών στη Μακεδονία με τη συνεργασία Ελλήνων δασκάλων, προκρίτων και κληρικών. 

Πάντως ιδιαίτερο μέλημα των ελληνικών κυβερνήσεων θα παραμείνει πάντοτε η ανακατανομή των εκκλησιαστικών περιφερειών αντίστοιχα προς τη διοικητική διαίρεση της Μακεδονίας —την πρόταση αυτή είχαν υποβάλει σε επανειλημμένες αναφορές τους προς το πατριαρχείο—, η ορθή επιλογή και ο διορισμός έμπειρων και δοκιμασμένων μητροπολιτών, οι οποίοι θα ήταν σε θέση να καλλιεργούν καλές σχέσεις με τις κατά τόπους τουρκικές αρχές και να προασπίζουν τους ντόπιους χριστιανικούς πληθυσμούς από τις καταδιώξεις τις αυθαιρεσίες και τη βαριά φορολογία χωρίς να τους επιβαρύνουν με επιπλέον υλικές εισφορές.

Ουσιαστικές λύσεις για τη βελτίωση της θέσης των Ελλήνων της Μακεδονίας προτείνουν κυρίως οι Έλληνες διπλωματικοί εκπρόσωποι, οι οποίοι ζούσαν από κοντά τα τεράστια προβλήματα των ελληνικών πληθυσμών στις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα.

Απαραίτητες προϋποθέσεις για την ευόδωση των αγώνων του μακεδονικού ελληνισμού θεωρούσαν οι Έλληνες πρόξενοι την καλλιέργεια φιλικών σχέσεων με τις τουρκικές αρχές, καθώς και τη θερμή υποστήριξη και επίσημη συμπαράσταση των εκπροσώπων του πατριαρχείου στα φλέγοντα εκπαιδευτικά προβλήματα των Ελλήνων.

Πρωταρχικός όρος για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού θα ήταν η επιλογή ικανών ιεραρχών, οι οποίοι κάτω από την εκκλησιαστική τους ιδιότητα θα επέβλεπαν και θα διεύθυναν τις εκπαιδευτικές υποθέσεις, θα συντόνιζαν τα κοινοτικά θέματα των πόλεων και των χωριών και ως μέλη των διοικητικών συμβουλίων θα ήταν οι μόνοι αρμόδιοι για την υπεράσπιση των ελληνικών συμφερόντων.

Αλλά και η ελληνική κυβέρνηση όφειλε ν’ αναλάβει την οικονομική συντήρησή τους, ώστε να μην απαιτούν πιεστικά από τους χωρικούς τα αρχιερατικά τους δικαιώματα, ωθώντας τους μ’ αυτόν τον τρόπο έμμεσα προς την Εξαρχία. Ανάλογη σημασία θα έπρεπε να δοθεί στην αύξηση των μισθών των δασκάλων και στην τακτική καταβολή τους, καθώς και στην ανασύσταση όλων των ελληνικών οικοτροφείων και ιερατικών σχολών που είχαν καταργηθεί στη Μακεδονία για οικονομικούς λόγους.

Παράλληλα θα ήταν ανάγκη να δίνεται η ευχέρεια στους κατατόπους προξένους να διορίζουν δασκάλους ακόμη και στα μέσα της σχολικής χρονιάς, εφόσον οι περιστάσεις το επέβαλαν, σ’ εκείνα τα χωριά της Μακεδονίας, για τα οποία δεν είχε προβλεφθεί το απαιτούμενο κονδύλιο μέσα στον προϋπολογισμό, αλλά είχαν ήδη ζητήσει την αποστολή δασκάλου ή υπήρχε επείγουσα εθνική ανάγκη.

Τέλος θεωρούνταν απαραίτητο, κατά τη γνώμη των Ελλήνων προξένων, να ορίζεται κάθε χρόνο ένα πάγιο χρηματικό κονδύλι στη διάθεση κάθε πρόξενου, ο οποίος θα ήταν σε θέση να το χρησιμοποιεί πάντοτε πρόχειρα και χωρίς την έγκριση της ελληνικής κυβέρνησης. Το ποσό αυτό θα ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικό για τη δωροδοκία των τουρκικών αρχών, για την αμοιβή ορισμένων ιερέων, που θα ήταν περισσότερο πρόθυμοι για την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων, για την υλική υποστήριξη των Ελλήνων προκρίτων, για τη μισθοδοσία των πρακτόρων, οι οποίοι θα παρακολουθούσαν την εχθρική δραστηριότητα και τέλος για την υλική συνδρομή εκκλησιών, μοναστηρίων, νοσοκομείων, απόρων, και για μικρά φολοδωρήματα σε κατώτερους Τούρκους υπαλλήλους.

Κατά τη χρονική περίοδο 1878-1885, δηλαδή ως την πραξικοπηματική κατάληψη της Ανατολικής Ρουμελίας από τον βουλγαρικό στρατό, η Εξαρχία με τη γνήσια εθνικοπολιτική χροιά της διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο στη σταδιακή εξέλιξη του πανσλαβιστικού κινήματος στη Μακεδονία. 

Ουσιαστικοί στόχοι της βουλγαρικής κίνησης παραμένουν 
η προσπάθεια αναταραχής στο μακεδονικό χώρο, 
η δωροδοκία των κρατικών τουρκικών οργάνων για την απόσπαση παραχωρήσεων, 
ο προσηλυτισμός των σλαβόφωνων πληθυσμών με υλικά ανταλλάγματα και την υπόσχεση απαλλαγής από την αρχιερατική χορηγία, 
 διορισμός Βουλγάρων επισκόπων, 
η δημιουργία εξαρχικών πυρήνων σε ελληνικές πόλεις και κωμοπόλεις και 
η όιασπορά ρωσικών και βουλγαρικών εφημερίδων, βιβλίων και εικόνων. 

Στην πραγματοποίηση των στόχων αυτών η βουλγαρική κίνηση αποβλέπει με τα παρακάτω μέσα:

1) Με τις αλλεπάλληλες αιτήσεις στην Πύλη για την εφαρμογή του 23ου και 62ου άρθρου της συνθήκης του Βερολίνου, άρθρων που αφορούσαν την παραχώρηση Οργανικού Νόμου στη Μακεδονία, ανάλογου μ’ εκείνον, ο οποίος είχε θεσπισθεί για την Κρήτη στα 1868, και επιβεβαίωναν τις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας των πληθυσμών της οθωμανικής αυτοκρατορίας ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Εδώ πρέπει να τονισθεί ότι η εφαρμογή του 23ου άρθρου της συνθήκης του Βερολίνου εγκαινίαζε για τον βουλγαρικό παράγοντα στον μακεδονικό χώρο ένα «modus vivendi», επειδή τον διευκόλυνε αναμφισβήτητα να ξεπεράσει ανώδυνα την χρονική περίοδο, που μεσολαβούσε ως τη στιγμή, κατά την οποία η Βουλγαρία θα προσαρτούσε οριστικά τη Μακεδονία.

2) Με την πυκνή αποστολή βουλγαρικών ανταρτικών σωμάτων, τα οποία μετά το 1878 διεισδύουν ασταμάτητα από τη Βουλγαρία και την Ανατολική Ρουμελία στον μακεδονικό χώρο και κατευθύνονται στα γεωγραφικά διαμερίσματα
Μελενίκου, 
Σερρών, 
Στρώμνιτσας, 
Μοναστηριού, 
Κοζάνης, 
Καστοριάς, 
Έδεσσας, 
δηλαδή σε περιοχές καθαρά ελληνικές.

 3) Με την εφαρμογή του δέκατου άρθρου του φιρμανιού της Εξαρχίας, που πρόβλεπε την επέκταση της δικαιοδοσίας του Βούλγαρου Έξαρχου σε περιοχές της οθωμανικής επικράτειας, όπου τα 2/3 του πληθυσμού θεωρούνταν Βούλγαροι. 
Με χαρακτηριστική επιμονή, με αλλεπάλληλα υπομνήματα και με τη συμπαράσταση των ρωσικών προξενικών αρχών της Θεσσαλονίκης και του Μοναστηριού,
οι εξαρχικοί ζητούν από την Πύλη τον διορισμό Βουλγάρων επισκόπων 
στη Στρώμνιτσα, 
στην επαρχία Αβρέτ- Χισάρ, 
στη Δίβρα,
στην Αχρίδα, 
στα Σκόπια, 
στα Βελεσά, 
στο Νευροκόπι, 
στο Ιστίπ, 
στην Κοτσάνη και 
στο Κράτοβο, αιτήματα, 
τα οποία προκαλούν όμως τις συνεχείς διαμαρτυρίες των Ελλήνων. 

4) Με την διοχέτευση παραποιημένων στατιστικών στον ευρωπαϊκό τύπο και την υιοθέτηση αυτών ακόμη και από ορισμένους Ευρωπαίους. 

Ας σημειωθεί ότι η βουλγαρική κίνηση επωφελείται επίσης από την πραγματοποίηση απογραφών στην Τουρκία, για να δικαιολογήσει την ύπαρξη βουλγαρικής εθνότητας στη Μακεδονία. 

Οι στατιστικές αυτές, οι οποίες παρουσίαζαν την υπεροχή του βουλγαρικού πληθυσμού στη Μακεδονία και αγνοούσαν την ισχυρή παρουσία του ελληνικού στοιχείου, 
προκαλούσαν θύελλα διαμαρτυριών των κοινοτήτων ολόκληρης της Μακεδονίας,
δηλαδή των επαρχιών 
Εθνολογικός Χάρτης Kanchov 
Καβάλας, 
Δράμας, 
Σερρών, 
Ελευθερουπόλεως, 
Μελενίκου, 
Νευροκοπίου, 
Βελεσών, 
Σκοπίων, 
Μοναστηριού, 
Πρεσπών, 
Φλώρινας, 
Καστοριάς, 
Ανασελίτσας, 
Σερβίων και Κοζάνης, 
Κοριτσάς, 
Βοδενών, 
Βεροίας, 
Γρεβενών, 
Χαλκιδικής και 
Αγ. Όρους.

Έτσι οι Έλληνες κάτοικοι των περιοχών αυτών, γύρω στους 800.000, απευθυνόμενοι προς το πατριαρχείο, την Πύλη και προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, διατράνωσαν τον Δεκέμβριο του 1884 τη γνήσια ελληνική συνείδησή τους.


Μετά το 1885, δηλαδή ύστερα από την πραξικοπηματική κατάληψη της Ανατολικής Ρουμελίας, που ανέτρεψε την ισορροπία δυνάμεων στη χερσόνησο του Αίμου και
 προκάλεσε εύλογη ανησυχία στους ελληνικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας, η προσοχή του βουλγαρικού παράγοντα στρέφεται άμεσα προς τον γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας.

Ήδη είχε πραγματοποιηθεί το πρώτο στάδιο της βουλγαρικής πολιτικής, που απέρρεε από τη συνθήκη του Αγ. Στεφάνου.
Η βουλγαρική κυβέρνηση με επικεφαλής τον αρχηγό του αντιρωσικού κόμματος Στέφανο Σταμπούλωφ, ενισχυμένη και από την ευνοϊκή έκβαση του σερβοβουλγαρικού πολέμου, που αναπτέρωσε το ηθικό των εξαρχικών της Μακεδονίας και συνέβαλε στην ενίσχυση της εθνικής συνείδησής τους, δρα τώρα ανεξάρτητα από την Εξαρχία, η οποία συνεχίζει να στηρίζει τα ρωσικά συμφέροντα και επιδίδεται με μεγαλύτερες ελπίδες και πεποίθηση στην πραγματοποίηση των σκοπών της. 

Με εξασφαλισμένη την υλική και ηθική συμπαράσταση της Ρωσίας (παρά την αντίθεση του Σταμπούλωφ), η οποία συνεχίζει να ενθαρρύνει τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας, της Αυστρίας και της Αγγλίας, που ευνοούν την παρουσία Αμερικανών ιεραποστόλων στον μακεδονικό χώρο και προωθούν τα συμφέροντα της καθολικής και προτεσταντικής κίνησης,
η βουλγαρική διείσδυση πραγματοποιεί κατά τη χρονική περίοδο 1885-1894 αξιόλογες προόδους. 

Επωφελούμενη από τη συγκυριακή ταύτιση των αλληλοσυγκρουόμενων ευρωπαϊκών συμφερόντων, που ενθάρρυναν έμμεσα και άμεσα την επέκταση του βουλγαρικού παράγοντα στον μακεδονικό χώρο, αλλά και από τη δεινή θέση του ελληνισμού στα τέλη της δεκαετίας, ύστερα από τα Πηχεωνικά, από την ανθελληνική στάση της Πύλης και την ανικανότητα των κατατόπους μητροπολιτών,
η βουλγαρική επιρροή πετυχαίνει να εξαπλωθεί σε καθαρά ελληνικές περιοχές της Μακεδονίας. 

Έτσι κατορθώνει να εντείνει σε πολύ μεγάλο βαθμό 
την κάθοδο των βουλγαρικών ανταρτικών σωμάτων στον μακεδονικό χώρο, 
ν’ αυξήσει σημαντικά τον αριθμό των βουλγαρικών σχολείων, φαινόμενο που αρχίζει να παρατηρείται κιόλας μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878,
να διορίσει Βουλγάρους επισκόπους στην Αχρίόα και στα Σκόπια στα 1890, στα Βελεσά και στο Νευροκόπι στα 1894 και 
τέλος να πετύχει την επίσημη αναγνώριση των βουλγαρικών σχολείων από την Πύλη (1893) και την απρόσκοπτη λειτουργία τους. 

Βέβαια ο ελληνισμός δεν θα μείνει απλός θεατής στη θεαματική αυτή άνοδο της βουλγαρικής δραστηριότητας. 

Αλλεπάλληλοι είναι πραγματικά οι αγώνες του για την υπεράσπιση και την κατοχή ελληνικών κτιρίων, σχολείων και εκκλησιών, που διεκδικούσαν οι εξαρχικοί.

Σε πολύ μικρότερο βαθμό από τον βουλγαρικό παράγοντα δράστηριοποιήθηκαν κατά την χρονική περίοδο 1878-1893 η ρουμανική, η σέρβική και η αλβανική κίνηση στον μακεδονικό χώρο.

Η ανάπτυξη της ρουμανικής κίνησης που επεκτάθηκε στη Δυτική και Βορειοδυτική Μακεδονία, παρά τις συντονισμένες ενέργειες των Αυστριακών προξένων και γενικότερα της αυστριακής πολιτικής, υπαγορευμένες από το γνωστό δόγμα «Drang nach Osten», καθώς και τις προσπάθειες του καθολικού δόγματος και των Γάλλων προξένων —είναι γεγονός ότι οι Λαζαριστές μοναχοί του Μοναστηριού είχαν συμβάλει αποφασιστικά στην έκδοση αδειών για την ίδρυση και τη λειτουργία κατώτερων ρουμανικών σχολείων, καθώς και για τη δημιουργία του ρουμανικού γυμνασίου στο Μοναστήρι, αποβλέποντας στη δυνατότητα αφομοίωσης των ρουμανιζόντων της Μακεδονίας από το καθολικό δόγμα—, δεν στάθηκε ικανή να σημειώσει σημαντικές επιτυχίες ανάμεσα στους βλαχόφωνους πληθυσμούς.

Και είναι γεγονός ότι ούτε οι δυναμικές ενέργειες ενός μικρού αριθμού ρουμανιζόντων με επικεφαλής τον Απόστολο Μαργαρίτη ούτε οι καταγγελίες τους στις τουρκικές αρχές του βιλαετιού Μοναστηριού που προκάλεσαν τα Πηχεωνικά, κατάφεραν να ξεριζώσουν την ελληνική συνείδηση των βλαχόφωνων της Βορειοδυτικής Μακεδονίας.

Με τις αδρές παροχές του Μακεδονορουμανικού συλλόγου του Βουκουρεστίου, οι οποίες υπολογίζονταν σε 120.000 φράγκα περίπου το χρόνο, η ρουμανική κίνηση πέτυχε στα τέλη της δεκαετίας του 1880-1890 ν’ αυξήσει τον αριθμό των ρουμανικών σχολείων που λειτουργούσαν με υποτυπώδη μορφή, συγκεντρώνοντας λιγοστούς μαθητές και ζήτησε επίμονα από το πατριαρχείο την άδεια για τη χρήση της ρουμανικής γλώσσας σε εκκλησίες και σχολεία (καθημερινές υπήρξαν οι σφοδρές αντιδράσεις των Ελλήνων στις απόπειρες των ρουμανιζόντων να εγκαταστήσουν ρουμανίζοντες ιερείς και δασκάλους σε ελληνικές εκκλησίες και σχολεία της Βορειοδυτικής Μακεδονίας), αλλά ακόμη και την ίδρυση αυτοκέφαλης ρουμανικής εκκλησίας, όπως η Εξαρχία.

Μετά το συνέδριο του Βερολίνου και την αυστριακή κατοχή της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, η Σερβία έστρεψε την προσοχή της προς το Αιγαίο και ειδικότερα προς τα βιλαέτια του Κοσσυφοπεδίου και της Μακεδονίας.

Την τάση αυτή υπέθαλψε φυσικά και η Αυστρία, η οποία με την συνθήκη του 1881 επέτρεψε την επέκταση των σερβικών συνόρων προς Ν. και αργότερα με τη συνθήκη του 1889 υποσχέθηκε να ευνοήσει τις βλέψεις της Σερβίας στην κοιλάδα του Αξιού.

Οι εδαφικές διεκδικήσεις των Σέρβων στον μακεδονικό χώρο, εκτός από το βιλαέτι του Κοσσυφοπεδίου, εκτείνονταν στα βόρεια διαμερίσματα των βιλαετίων Μοναστηριού και Θεσσαλονίκης, δηλαδή ως τη γραμμή Περλεπέ-Μοναστηρίου-Αχρίδας (στο βιλαέτι Μοναστηριού) και στην κοιλάδα της Στρώμνιτσας (βιλαέτι Θεσσαλονίκης).

Ο σέρβικός παράγοντας δραστηριοποιείται συστηματικά στον μακεδονικό χώρο κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1880-1890 κάτω από την καθοδήγηση του συλλόγου του Αγ. Σάββα, που εκπροσωπούσε την εποχή εκείνη περίπου 6.000 μέλη. 

Η προσοχή των Σέρβων στράφηκε αρχικά στα Σκόπια, όπου συνάντησαν την σφοδρή αντίδραση του βουλγαρικού παράγοντα και γι αυτό προσπάθησαν να προσεταιρισθούν την εκεί ανθηρή ελληνική κοινότητα, η οποία αντέταξε σθεναρή άμυνα στις βίαιες σερβικές ενέργειες για την κατάληψη των ελληνικών σχολείων και εκκλησιών.

 Η ίδρυση του σερβικού προξενείου στα Σκόπια στα 1887 απέβλεψε κυρίως στη δημιουργία και ανάπτυξη οργανωμένης σερβικής κοινότητας παράλληλα με την ελληνική και τη βουλγαρική.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1891 λειτουργούσαν στα Σκόπια και στα γύρω χωριά επτά σέρβικά σχολεία και ένα παρθεναγωγείο.

 Την ίδια χρονιά ο μητροπολίτης Σκοπίων Παίσιος επέτρεψε την τέλεση της εκκλησιαστικής λειτουργίας στον αριστερό χώρο της ελληνικής μητρόπολης στα σλαβικά παρά τις θυελλώδεις διαμαρτυρίες της ελληνικής κοινότητας.

Έντονες σερβικές ενέργειες για τη δημιουργία συγκροτημένων κοινοτήτων αναπτύχθηκαν ακόμη στο Μοναστήρι, στη Δοϊράνη, στα Βελεσά και σ’ άλλες περιοχές του μακεδονικού χώρου.

Στο Μοναστήρι ιδρύθηκε σερβικό προξενείο στα 1888 και αργότερα σχολή με την ονομασία «Εκπαιδευτική Σχολή για τη Μακεδονία».

 Σέρβικά σχολεία άρχισαν επίσης να λειτουργούν την εποχή εκείνη στον Περλεπέ, στο Κρούσοβο και σ' άλλες κωμοπόλεις.
Στο διπλωματικό πεδίο ο Σέρβος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη επιδίωξε στα 1891 τη συνεργασία της ελληνικής κυβέρνησης στη Μακεδονία σε αντιστάθμισμα της ολοένα εντεινόμενης βουλγαρικής διείσδυσης.

 Η ελληνική όμως πλευρά παρέμενε πάντοτε επιφυλακτική και απαιτούσε αρχικά τον καθορισμό των ορίων των ζωνών επιρροής στον μακεδονικό χώρο. Η σύγκρουση των εδαφικών βλέψεων της Σερβίας και της Βουλγαρίας στον ζωτικό χώρο της Μακεδονίας ήταν αναπόφευκτη.

Οι Αλβανοί ύστερα από το 1880, δηλαδή δύο μόλις χρόνια μετά την ίδρυση του Αλβανικού Συνδέσμου της Πρισρένης, οπότε αντιμετωπίζουν και πάλι την εχθρική στάση της Πύλης, αντιδρούν, αισθάνονται ιδιαίτερα δυσαρεστημένοι και επιθυμούν ζωηρά την ανεξαρτησία τους και τη δημιουργία ενός βιλαετιού, το οποίο θα συμπεριλάμβανε όλους τους Αλβανούς.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1880-1890 η αυστριακή πολιτική αποβλέποντας στη δημιουργία ενός μεγάλου αλβανικού κράτους ως τον Αξιό, ευνοούσε την διάδοση της αλβανικής γλώσσας στον μακεδονικό χώρο με την ίδρυση αλβανικών σχολείων και την έκδοση και μετάφραση αλβανικών βιβλίων.

Με την άμεση συμπαράσταση της Αυστρίας και των ρουμανικών συλλόγων του Βουκουρεστίου οι Αλβανοί μπέηδες της Κοριτσάς, οι οποίοι κρατούσαν εχθρική στάση κατά των Ελλήνων, αγωνίζονταν σκληρά για την ίδρυση αλβανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Τα αλβανικά σχέδια προωθούνται επίσης από τον αλβανικό σύνδεσμο «Diturija», ο οποίος ιδρύεται στο Βουκουρέστι στα 1885.
Δύο χρόνια αργότερα, στα 1887, μέλη του συνδέσμου αυτού ιδρύουν στην Κοριτσά αλβανικό σύνδεσμο με την πρωτοβουλία 23 μπέηδων και 11 χριστιανών, ο οποίος απέβλεπε στη διάδοση της αλβανικής γλώσσας στις αλβανόφωνες περιοχές της Μακεδονίας και στην ίδρυση πολυάριθμων αλβανικών σχολείων.
Ο σύνδεσμος αυτός επιχορηγούνταν με πλούσιες υλικές συνδρομές από τον αλβανικό σύλλογο του Βουκουρεστίου και τους ισχυρούς Αλβανούς μπέηδες, υποστηριζόταν θερμά από τον ισχυρό Αλβανό μπέη, τον Αλιό μπέη, μέλος του αλβανικού συλλόγου του Βουκουρεστίου και ένθερμο οπαδό της αλβανικής εθνικής ιδέας.

Πρόεδρος του συλλόγου εκλέγεται ο αδελφός του Αλιό μπέη.
Η ίδρυση του πρώτου αλβανικού σχολείου στην Κοριτσά σα 1887 προκάλεσε την σφοδρή αντίδραση του ντόπιου ελληνισμού. Ενώ όμως στα 1887-1888 φοιτούσαν στο αλβανικό σχολείο 100 μαθητές, στα 1889 είχαν απομείνει μόνο 38.
Η αναμφισβήτητη πληθυσμιακή υπεροχή του ελληνισμού της Κοριτσάς και γενικότερα ολόκληρου του βορειοηπειρωτικού χώρου που κρυφός πόθος τους παρέμενε πάντοτε η ένωσή τους με το ελληνικό κράτος, υπήρξε ο βασικότερος ανασταλτικός παράγοντας για την υλοποίηση των σχεδίων των Αλβανών μπέηδων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: