Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Μαρτυρική Προσοτσάνη Δράμας : Οι απαρχές της ιστορίας ενός κλασσικού ελληνικού Μακεδονικού χωριού

 Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μία από καιρό οφειλόμενη προσφορά στον ευπατρίδη εκδότη της Ηούς κ. Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο, ακάματο και ανιδιοτελή αγωνιστή της πολιτιστικής ανάδειξης του τόπου του.


Αποτελεί επίσης στοιχειώδες αντίδωρο σε όλους τους κατοίκους της Προσοτσάνης, όπως και της Μακεδονίας γενικότερα, για τη χαρά που μου έχουν δώσει να λαμβάνω πνευματική τροφή επί πολλά χρόνια μελετώντας την ιστορία τους σε μακρινές εποχές.

 Ο χαρακτηρισμός του αγωνιστή που αποδίδω στον εκδότη της Ηούς θεωρώ ότι δεν είναι υπερβολικός, γιατί στους χαλεπούς καιρούς της άνωθεν προβολής μίας σκληρά ωφελιμιστικής λογικής και μίας ελαφρός δυτικόφερτης υποκουλτούρας είναι πραγματικός αγώνας η ανάδειξη του γνήσιου λαϊκού πολιτισμού, του βασισμένου σε μακραίωνο ιστορικό υπόβαθρο.
 
Τα πρόσωπα και οι κοινότητες συγκροτούνται εκτός των άλλων και μέσα από μνήμες και ιστορικές αναφορές, ατομικές και συλλογικές.

 Η ιστορική γνώση και συνείδηση συνιστά ισχυρό υπόβαθρο ηθικής συγκρότησης, αυτοπεποίθησης και δημιουργίας για τα επιμέσους πρόσωπα και την κοινότητα, και ειδικά στις μέρες μας, με την πολύπλευρη κρίση που βιώνουμε, μπορεί να αποτελέσει ισχυρή θωράκιση της κοινωνίας, σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, σπέναντι σε αποπροσανατολισμούς, εκφοβισμούς και απαξιωτικές συμπεριφορές που δεχόμαστε από διάφορες κατευθύνσεις.

 Η γνώση της ιστορίας δεν αφορά μόνο τα μεγάλα γεγονότα και τις μεγάλες ιστορικές οντότητες.

Αφορά και το άμεσο, το τοπικό, το εγγύς, τον τόπο όπου ζούμε και τους ανθρώπους που προϋπήρξαν ημών σε αυτόν.

Αυτή η ιστορία μάλιστα, του άμεσου και του κοντινού, παίζει έναν καθοριστικότερο ρόλο στη συγκρότηση της ιστορικής ιυτοσυνειδησίας σε σχέση με την ιστορία των μεγάλων οντοτήτων.
 Η γνώση και η ανάδειξη ης μόνο οφέλη μπορεί να επιφέρει στην κοινότητα.

Ο τόπος αυτός έχει ιστορία, και η ιστορία αυτή ευτύχησε να τύχει της προσοχής ,αι να μελετηθεί από έναν ευπατρίδη λόγιο τον Γεώργιο Βουλτσιάδη.

Οι γραμμές που ακολουθούν συνιστούν μία συμπλήρωση της ιστορίας της Προσοτσάνης, σε εποχές πιο μακρινές από αυτές στις οποίες εντρύφησε με τόση επιτυχία ο Βουλτσιάδης.

Αντικείμενο της παρούσης είναι οι απαρχές της ιστορίας της Προσοτσάνης, οι συνθήκες υπό τις οποίες μπορούμε να εωρήσουμε ότι συγκροτήθηκε ο οικισμός, και τα ιστορικά δεδομένα που αντλούνται από τις αλαιότερες σχετικές μαρτυρίες.

Τα στοιχεία που θα παρατεθούν στη συνέχεια έχουν προκύψει στα πλαίσια ερευνών και μελετών του γράφοντα, σχεδόν επί εικοσαετία, με αντικείμενο ον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μακεδονίας στα χρόνια του ύστερου Βυζαντίου και της .ρώιμης τουρκοκρατίας.

Η παλαιότερη ιστορία της Προσοτσάνης έχει αποτελέσει αντικείμενο μελέτης του γράφοντα που δημοσιεύτηκε προ ετών στο περιοδικό Ιστορικογεωγραφικά.

Το παρόν κείμενο συνιστά σε κάποιο βαθμό σύνοψη της προαναφερθείσας μελέτης, εμπλουτισμένο όμως με επιπλέον στοιχεία και εν μέρει αναθεωρημένο, κατόπιν εκτενέστερης μελέτης ων πηγών.

Κάνοντας λόγο για "απαρχές" της ιστορίας της Προσοτσάνης δεν αναφερόμαστε σε διάφορες διακοπτόμενες φάσεις κατοίκησης του χώρου κατά την αρχαιότητα, αλλά σε αυτή την ιστορική φάση κατά την οποία ο οικισμός συγκροτείται με αυτό το όνομα για να 'ωρίσει στη συνέχεια μία συνεχή ιστορία μέχρι τις μέρες μας.

Και η φάση αυτή εντοπίζεται την ύστερη μεσαιωνική εποχή.


Για την ακρίβεια οι πρώτες καταγραφές περί της Προσοτσάνης σε σωζόμενα ιστορικά τεκμήρια εντοπίζονται σε δύο βυζαντινά απογραφικά έγγραφα, τα γόμενα "πρακτικά", των ετών 1316 και 1341 από το αρχεία της Μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους.

Παρενθετικά αναφέρουμε ότι η ιστορία των επιμέρους περιοχών του ελληνικού χώρου τά τη βυζαντινή εποχή, ιδίως στα πεδία της οικιστικής, της τοπογραφίας και του πληθυσμού ιρουσιάζει μεγάλα κενά και δεν εύκολη η αποκατάσταση της.

Οι πηγές που θα παρείχαν μία σχετική πληροφόρηση απουσιάζουν, και οι ελάχιστες που σώζονται δεν αποκαλύπτουν παρά μια αποσπασματική μόνο εικόνα.


Η απουσία των πηγών οφείλεται στις δύο καταστροφές που ώρισε η βυζαντινή πρωτεύουσα, το 1204 και το 1453, και στην επακόλουθη καταστροφή των σχτικών αρχείων, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπου η αδιάλειπτη κρατική συνέχεια από τον Μεσαίωνα μέχρι τις μέρες μας έχει επιτρέψει και τη διατήρηση των αντίστοιχων αρχειακών τεκμηρίων.

 Τα ελάχιστα απογραφικά έγγραφα που σώζονται από την εποχή του Βυζαντίου είναι τα αντίγραφα που τηρούντο από τους μεγάλους χωροδεσπότες, για την ακρίβεια 5 τα μοναστήρια, και είχαν έτσι την τύχη να διασωθούν στα αρχεία τους.

Από τέτοια έγγραφα πληροφορούμαστε και την ύπαρξη της Προσοτσάνης κατά τις χρονολογίες που αναφέρθηκαν νωρίτερα.

Στα έγγραφα της Μονής Ιβήρων γίνεται αναφορά "αγρίδιον" της Πρισότζιανης ή Προσέτζιανης, ως τόπου όπου είχαν τότε μετοικήσει πάροικοι της μονής από το Ροδολίβος.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο χαρακτηρισμός "αγρίδιον" με οποίο δηλώνεται η Προσοτσάνη.

Ο όρος "αγρίδιον" δήλωνε μία ανοίκιστη ή μη μόνιμα οικούμενη αγροτική περιοχή, και εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται για νέους οικισμούς, στους οπίους δεν είχε ακόμη αποδοθεί το νομικό καθεστώς του "χωρίου".

Τεκμαίρουμε λοιπόν, ότι σχετική συγκρότηση της Προσοτσάνης θα πρέπει να συντελέστηκε τότε, στις αρχές του 14ου να, μέσα από την εγκατάσταση αγροτών από άλλα μέρη της Ανατολικής Μακεδονίας, όπως δείχνει το παράδειγμα των χωρικών από το Ροδολίβος.

Σχετικά σύντομα, για την ακρίβεια από το 1382-83, η όλη περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας βρέθηκε κάτω από την τουρκική κυριαρχία.

Μέχρι πρόσφατα η ιστορία των επιμέρους περιοχών του ελληνικού χώρου κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας ήταν εν πολλοίς άγνωστη, ιδίως σε ό,τι αφορά βασικές ιστορικές παραμέτρους όπως η οικιστική, ο πλυθυσμός, η οικονομία, και περιοριζόταν σε γενικευτικές αναφορές και σε θρύλους.

 Σε ανάλογα πλαίσια κινείται και η εξιστόρηση του Βουλτσιάδη, σε ό,τι αφορά στις απαρχές της ιστορία της Προσοτσάνης, δεδομένου ότι ο αξιόλογος μελετητής αντικειμενικά δεν μπορούσε να έτει στέρεη ιστορική τεκμηρίωση για εκείνη την εποχή, σε αντίθεση με μεταγενέστερες όδους για τις οποίες έχει εκτελέσει ένα υποδειγματικό ερευνητικό εγχείρημα.

Κατά τον Βουλτσασιάδη λοιπόν, η Προσοτσάνη συγκροτήθηκε στα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας κατόπιον  εγκατάστασης νομαδικών κτηνοτροφικών πληθυσμών.

 Η θέση αυτή εκ των πραγμάτων θεωρείται αφού λάβουμε υπόψη τη μαρτυρία των προαναφερθέντων εγγράφων της Μονής Ιβήρων, και ως προς το χρόνο συγκρότησης του οικισμού που είναι πολύ προγενέστερος, αλλά σε σχέση με την ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά των πιθανότατα πρώτων οικιστών.

 Για πρώιμη εποχή της τουρκοκρατίας, μπορούν πλέον να αξιοποιηθούν και οθωμανικές πηγές που ρίχνουν αρκετό φως σε βασικά ιστορικά δεδομένα της Προσοτσάνης, όπως και των λοιπών  οικισμών της Ανατολικής Μακεδονίας, κατ' αυτήν την εποχή της ελλιπούς έως τώρα ιΐκής πληροφόρησης.

Σε αρχειακές συλλογές της Τουρκίας σώζεται μεγάλος όγκος εγγράφων της οθωμανικής διοίκησης, ως επί το πλείστον ανέκδοτα, που ανάγονται μέχρι τις πρωιμότερες φάσεις ;. Το είδος της πηγής που αξιοποιείται στην έρευνα μας είναι τα φορολογικά απογραφικά κατάστιχα, πολλά εκ των οποίων αναφέρονται σε διάφορες περιοχές του ελληνικού χώρου και διασώζουν πλουσιότατη ιστορική πληροφόρηση.

Καταγραφές της ευρύτερης περιοχής της ας έχουμε εντοπίσει σε τρία τέτοια κατάστιχα, των ετών 1478, 1519 και 1530, εκ των οποίων τα δύο πρώτα ανέκδοτα, τα οποία έχουν μελετηθεί και αποδελτιωθεί στη διάρκεια σειράς ερευνητικών αποστολών στην Κωνσταντινούπολη.

Η Προσοτσάνη εντοπίζεται και στα τρία αυτά κατάστιχα, από τα οποία πλέον χρήσιμο είναι το παλαιότερο κατάστιχο, του 1478, επειδή περιέχει λεπτομερέστερη καταγραφή δεδομένων σε σχέση με τα άλλα δύο.

Στον ενάμιση περίπου αιώνα από την αρχική εμφάνιση της, η Προσοτσάνη του 1478 παρουσιάζεται ένας αναπτυγμένος οικισμός με πληθυσμιακή και οικονομική ευρωστία, που προφανώς βασίζεται στην ευφορία της πεδινής γης του άνω ρου του Αγγίτη, που συνιστά τον παραγωγικό της χώρο.

 Η Προσοτσάνη ανήκε τότε στη διοικητική περιφέρεια (καζά) της Δράμας, η οποία όμως δεν ταυτίζεται με τα όρια της σημερινής νομαρχίας, αλλά περιελάμβανε και το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής νομαρχίας Καβάλας.
 Η Προσοτσάνη ήταν ένα από τα δυτικότερα χωριά του καζά της Δράμας, που το σύνορο του με αυτόν της Ζίχνας βρισκόταν στον Αγγίτη.

Άλλα κοντινά στην Προσοτσάνη χωριά του καζά της Δράμας που εντοπίζονται στα κατάστιχα του 1478, 1519 και 1530 είναι η Κουμπάλιστα (Κοκκινόγεια), η Βούλπιτσα (Πύργοι) και ο Άγιος Παντελεήμων που μπορεί να τοποθετηθεί πέριξ του ομώνυμου σωζόμενου ναϊσκου δυτικά της Προσοτσάνης.

Παραδόξως, στα κατάστιχα αυτά δεν εντοπίζεται η Πετρούσσα (παλαιά
ονομασία Πλέβνα), παρόλο που λόγω της ακμαιότητας της σε πιο πρόσφατες περιόδους έπρεπε να έχει και αυτή μία αντιστοίχως μακρά ιστορία.

 Ίσως στο παρελθόν να ήταν γνωστή με κάποιο άλλο όνομα και έτσι να μην μπορεί να ταυτιστεί ενδεχόμενη καταγραφή της στα κατάστιχα.



Γενικά, οι οικισμοί της περιοχής του σημερινού Δήμου Προσοτσάνης που καταγράφονται το 1478 ανήκαν τότε εν μέρει στον καζά της Δράμας και εν μέρει στον καζά της Ζίχνης  με σύνορο των δύο καζάδων τον Αγγίτη.

Οι αναφορές μας στη Ζίχνα δεν αφορούν στη σύγχρνη Νέα Ζίχνη, αλλά στην Παλαιά Ζίχνα, ερημωμένη σήμερα αλλά ακμαία τότε επαρχιακή πόΐ έδρα διοικητικών αρχών και μητροπολίτη.

Ειδικότερα, οι οικισμοί αυτοί όπως καταγράφον το 1478 είναι οι εξής:


    .............αριθμός νοικοκ... ............χριστιανικοί.. μουσουλμάνοι
Προσοτσάνη......................Προσοτσάνη  ....  91........    19  
Κουμπάλιστα.................    Κοκκινόγεια   .... 47    -  
Άγιος Παντελεήμων  εγγύς Προσοτσάνης...    16    -  
Βούλπιτσα....................    Πύργοι .............   89    -   
Μακόρι.......................    πηγές Αγγίτη .....................    14  
Ραμέντσα....................    Γραμμένη  ...........  15.........    2   
Καλαπότι....................    Πανόραμα ............. 45.........    2   
Ρουσάλια ....................   Χαριτωμένη..........  98.........    9   
Γκορνίτζοβα ...............   Καλή Βρύση..........    2    -   
Καρλίκοβα.................    Μικρόπολη..........    291......    10  

Η οικονομία της Προσοτσάνης, όπως αντικατοπτρίζεται στη φορολογία, αντιπροσωπεύει το τυπικό μοντέλο των αγροτικών οικισμών της Ανατολικής Μακεδονίας, με την έμφαση της παραγωγικής δραστηριότητας να δίνεται στην καλλιέργεια δημητριακών, και δευτερευόντως στην αμπελοκαλλιέργεια, ενώ συμπληρωματικό ρόλο στην τοπική οικονομία παίζοι. δραστηριότητες όπως η οπωροκηπευτική, η μελισσοκομία, η καλλιέργεια ειδών που παρέχουν πρώτη ύλη για τη βιοτεχνία (της Δράμας ή και των Σερρών): βαμβάκι, κρόκος, και μία περιορισμένη κτηνοτροφία προβάτων και χοίρων.

Το 1478 καταγράφονται στην Προσοτσάνη 11 νοικοκυριά, τα οποία συνιστούν ένα συγκριτικά μεγάλο οικιστικό μέγεθος για τα γενικότερ δεδομένα της Ανατολικής Μακεδονίας. Τα 91 νοικοκυριά είναι χριστιανικά και τα 19 μουσουλμανικά.

Από τα τελευταία, τα περισσότερα (16 στα 19) ανήκουν σε μία μόνο οικογένεια, αφο τα ονόματα των επικεφαλής δείχνουν ότι επρόκειτο για γιους ή εγγονούς κάποιου Ελιάς ( μεγάλος τους αριθμός μπορεί να αντανακλά την μουσουλμανική πρακτική της πολυγαμίας; και τα υπόλοιπα τρία σε προσήλυτους στο Ισλάμ (διακρίνονται από το χαρακτηρισμό veled 'Abdulah, "υιός του δούλου του Θεού", δίπλα στο όνομα τους αντί πατρώνυμου). Στην κατο γραφή του 1519 (όπως και στην επόμενη του 1530) παρατηρούμε μία δραματική επαύξηση των καταγεγραμμένων νοικοκυριών της Προσοτσάνης, τα οποία ξεπερνούν πλέον τα πεντακόσια

Η εντυπωσιακή αυτή αύξηση οπωσδήποτε αντιπροσωπεύει τη γενικότερη δημογραφική τάσι της εποχής, που υπήρξε αυξητική για ολόκληρο τον ελληνικό χώρο, όπως και για όλη την Ευρώπη, πέραν όμως αυτής ενδεχομένως ερμηνεύεται και λόγω τοπικών συνθηκών.
Γνωρίζουμε ότι η ευρύτερη περιοχή της Δράμας είχε καταστεί στη διάρκεια της τουρκοκρατίας χώρος με ιδιαίτερα σημαντική την παρουσία του μουσουλμανικού στοιχείου, ως αποτέλεσμα εποικι¬σμών και εξισλαμισμών, και το δεδομένο αυτό ήταν ήδη υπαρκτό από την πρώιμη περίοδο της τουρκοκρατίας και γίνεται εμφανές στα κατάστιχα που εξετάζονται εδώ.

 Η Προσοτσάνη είναι ένα από τα σχετικά λίγα χωριά της ευρύτερης περιοχής της Δράμας που διατηρούσαν τότε μία σαφή και ξεκάθαρη υπεροχή του χριστιανικού πληθυσμού (πάνω από 80 % το 1478, περί το 75 % στις καταγραφές του 1519 και του 1530), και η μεγάλη επαύξηση του πληθυσμού της ίσως να οφείλεται σε συγκέντρωση Χριστιανών από άλλα χωριά που ήθελαν να αποφύγουν τη συμβίωση με εύρωστους μουσουλμανικούς πληθυσμούς.

Η επαύξηση του μουσουλμανικού πληθυσμού και στην Προσοτσάνη τοποθετείται σε μεταγενέστερο χρόνο (17ο - 18ο αιώνα) και μπορεί να συσχετισθεί με μετοικήσεις που ανταποκρίνονται στην εισαγωγή της καπνοκαλλιέργειας, όπως άλλωστε καταδεικνύει ο Βουλτσιάδης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: