Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Ελληνική Μακεδονική Γή: Βλάστη Κοζάνης. Η πατρίδα επιφανών ανδρών και εθνικών ευεργετών.Τόπος καταφυγής και αφετηρία Μοσχοπολιτών.


Από Wikipedia
Εισαγωγή:
Α. Η Μοσχόπολη
 (αλβανικά: Voskopoja) ήταν μεγάλο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο του 18ου αιώνα στην Βαλκανική χερσόνησο. Βρίσκεται δυτικά της Κορυτσάς στην σημερινή νοτιοανατολικήΑλβανία (Βόρεια Ήπειρος). Τον 18ο αιώνα η πόλη αναπτύχθηκε σε ένα από τα κύρια αστικά κέντρα των  Βαλκανίων. Λόγω της συμβολής της πόλης στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό η πόλη αναφέρεται στην εποχή της ακμής της και ως «Νέα Αθήνα» ή «Νέος Μυστράς». 

Ως το τέλος του 17ου αιώνα η Μοσχόπολη ήταν ένας μικρός οικισμός, όμως παρουσίασε αλματώδη οικονομική και πνευματική ανάπτυξη από τον επόμενο αιώνα. Την περίοδο της μεγάλης ακμής της πόλης, τη δεκαετία του 1730, ο πληθυσμός της είχε φτάσει τις 60.000. Μάρτυρες της ακμής της είναι οι επιβλητικοί ναοί του Αγίου Νικολάου (1721), του Αγίου Αθανασίου (1721) και των Ταξιαρχών (1722) που κοσμούνται από πολλές και αξιόλογες αγιογραφίες.
Η πόλη  υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα βλαχόφωνα κέντρα, με κύρια ενασχόληση το εμπόριο, την κτηνοτροφία, την κατεργασία μαλλιού, ταπητουργίας και ανάπτυξη βυρσοδεψίας. Περίφημη ήταν η πόλη και για την σιδηρουργία, την αργυροχοΐα και την χαλκουργική της. Πολλοί Μοσχοπολίτες έμποροι στη Βενετία, στη Βιέννη, στην Οδησσό, την Κωνσταντινούπολη και άλλα σημαντικά κέντρα της εποχής ενίσχυσαν οικονομικά την πατρίδα τους και συντέλεσαν στην ίδρυση σχολείου, περίπου το 1700. Το σχολείο, με την ονομασία, «Ελληνικόν Φροντιστήριο» εξελίχθηκε σε σημαντικό εκπαιδευτικό κέντρο της περιοχής, το 1744 αναβαθμίστηκε από δωρεές και μετονομάστηκε σε «Νέα Ακαδημία».
Εκεί δημιουργήθηκε και το δεύτερο τυπογραφείο στον χώρο του υπόδουλου ελληνισμού (μετά από αυτό της Κωνσταντινούπολης), το 1731, με πρωτοβουλία του ιερομόναχου Γαβριήλ Κωνσταντινίδη. Επίσης τυπώθηκε και το πρώτο τετράγλωσσο λεξικό (Ελληνικής, Αλβανικής, Βλάχικης και Βουλγάρικης γλώσσας).
Η πόλη μνημονεύεται και στην «Νεωτερική Γεωγραφία», γνωστό περιηγητικό έργο του 18ου αιώνα των Δανιήλ Φιλιππίδη και Γρηγόριου Κωνσταντά για την ακμή που σημείωνε στον τομέα του πολιτισμού και του εμπορίου.
Το 1769 λόγω της συμμετοχής της πόλης στην προετοιμασία της εξέγερσης του 1770 (Ορλωφικά), η πόλη υπέστη λεηλασίες από μουσουλμάνους Αλβανούς (Τουρκαλβανούς). Σημαντικές καταστροφές έγιναν και από τα στρατεύματα του Αλή Πασά το 1788, που κατόπιν διαταγής του, καταστράφηκαν πολύτιμοι πολιτιστικοί θησαυροί της πόλης.
Η Μοσχόπολη δεν μπόρεσε να ανακτήσει την παλιά της δόξα, συνέχιζε να υπάρχει όμως ως οικισμός μικρότερης εμβέλειας. 
Οι κάτοικοί της κατέφυγαν σε περιοχές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Πολλοί άλλοι Μοσχοπολίτες μετά την καταστροφή της πόλης τους διακρίθηκαν ως έμποροι, ως τραπεζίτες και ως βιοτέχνες στην Ουγγαρία και την Αυστρία και συνέχισαν την παράδοση των προγόνων τους σε έργα ευποιίας με γενναίες δωρεές και την χρηματοδότηση κοινωφελών ελληνικών ιδρυμάτων (όπως η οικογένεια Σίνα).
Το 1916 ομάδα Αλβανών ατάκτων λεηλάτησε την πόλη κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Β. Η Βλάστη 
(παλαιότερες ονομασίες: Μπλάτσι] ή Βλάτσι, Μπλάτζι (1830), Μπλάτζη (1858), Βλάτζη (1860) και Βλάτση, αλλά πιθανότατα και Βλάττη) είναι ορεινό χωριό του νομού Κοζάνης. Υπήρξε ένα από τα σημαντικά προπύργια του Ελληνισμού κι ένα από τα μεγαλύτερα κεφαλοχώρια της Δυτικής Μακεδονίας.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι ήδη από τη βυζαντινή περίοδο στην τοποθεσία που στις μέρες μας βρίσκεται το χωριό της Βλάστης προϋπήρχε κάποιος οικισμός.[εκκρεμεί παραπομπή] Η ανάπτυξη της ξεκινά τον 15ο αιώνα, όταν μετά την εγκατάσταση Tούρκων Kονιάρων στην κοιλάδα των Kαϊλαρίων (Πτολεμαΐδας) οι χριστιανικοί πληθυσμοί που ζούσαν εκεί αναγκάστηκαν να μετοικήσουν στα ορεινά τμήματα της περιοχής, καθώς αυτά ήταν περισσότερο απρόσιτα στους κατακτητές.

Σημείο-σταθμό στην ανάπτυξη της Βλάστης αποτελούν τα τέλη του 18ου αιώνα. Μετά τα Ορλωφικά (1770 μ.Χ.) και τη λεηλασία της Μοσχόπολης, η οποία μέχρι τότε αποτελούσε ανθηρό κέντρο της περιοχής, ένας μεγάλος αριθμός Βορειοηπειρωτών Βλάχων προσφύγων συγκεντρώνεται στο χωριό της Βλάστης.

 Η ενδυνάμωση του ντόπιου πληθυσμού είχε ως αποτέλεσμα μία σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη και την πρόοδο του οικισμού.

Λόγω της μορφολογίας του εδάφους (ορεινά εδάφη και πλούσιων λιβάδια), οι κάτοικοι της Βλάστης ασχολήθηκαν κυρίως με την κτηνοτροφία. Παράλληλα, ανέπτυξαν και επαγγέλματα σχετικά με την κτηνοτροφία, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη της τυροκομίας, της υφαντουργίας και του εμπορίου. 
Επίσης, αρκετοί κάτοικοι έγιναν ξυλουργοί, κτίστες, αρχιτέκτονες, ζωγράφοι, χρυσοχόοι, ραφτάδες κ.α. 
Έτσι, μέχρι το 19ο αιώνα ο κάποτε οικισμός της Βλάστης έχει μετατραπεί σε μία σημαντική κωμόπολη: ο πληθυσμός της εκείνη την περίοδο έχει ξεπεράσει τους έξι χιλιάδες κατοίκους. Κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, σπουδαίο ρόλο έπαιξαν οι Βλαστιώτες οπλαρχηγοί Ιωάννης Φαρμάκης, και Δημήτριος Καραμήτσος. 
Η ακμή της Βλάστης διαρκεί μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Οι σημαντικές εξελίξεις της εποχής (Μακεδονικός Αγώνας, Βαλκανικοί Πόλεμοι και Α' Παγκόσμιος Πόλεμος) είχαν σαφείς αρνητικές επιπτώσεις στην πορεία του χωριού.
 Η σταδιακή μείωση του πληθυσμού ολοκληρώνεται στα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς το χωριό καίγεται από τους Γερμανούς κατακτητές.

ΒΛΑΤΣΙ (Ή ΒΛΑΤΣΗ): 

ΤΟΠΟΣ ΚΑΤΑΦΥΓΗΣ ΚΑΙ


 ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΜΟΣΧΟΠΟΛΙΤΩΝ
της Ευαγγελίας Βίττη
"Οταν την αποφράδα εκείνη ημέρα τής 2ας Σεπτεμβρίου τού έτους 1769 άρχισε ή τραγική έξοδος τών κατοίκων τής Μοσχοπόλεως, τότε οί περισσότεροι από αυτούς έγκαταλείποντας γιά πάντα τις πατρογονικές τους εστίες διεσκορπίσθησαν, ώς γνωστόν, σέ διάφορα μέρη τοΰ έλλαδικοΰ χώρου, κυρίως στη (Δυτική) Μακεδονία, άλλά καί τοΰ έξωελλαδικού αναζητώντας έκει καταφύγιο. 
Οί τόποι καταφυγής σήμαιναν γιά πολλούς τόπο οριστικής έγκαταστάσεως, γιά άλλους πάλι πέρασμα προσωρινό ή διαρκέστερο καί κατόπιν ορμητήριο γιά μετακίνηση πρός προσφορότερα γιά τούς ίδιους μέρη.
Τόπος καταφυγής καί έγκαταστάσεως προσωρινής ή μονιμότερης, πιθανόν όμως καί μόνιμης, ύπήρξε καί τό ορεινό Βλάτσι (ή ή ορεινή Βλάτση —επί τό λογιώτερον—) τής Δυτικής Μακεδονίας, τό όποιο κατά τή ρήση τού Dusan Popovic άπέβη σέ έν μικρογραφία Μοσχόπολιν. Σχολιάζοντας τόν χαρακτηρισμό αύτόν ό μελετητής τής ιστορίας τοΰ Βλατσιού Μιχαήλ Καλινδέρης άποδίδει τό γεγονός εις τό έπικρατεστέρως όνομαστόν τής Μοσχοπόλεως, έρμηνεία ή όποία ύπό μίαν έποψη μπορεΐ νά είναι σωστή άνταποκρινόμενη στήν ιστορική άλήθεια, ύπό άλλην έποψη όμως δέν καλύπτει πλήρως κάποια έρωτηματικά, όπως διαπιστώνεται.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οί Μοσχοπολίτες έπέλεξαν ώς τόπο έγκαταστάσεώς τους άστικά κέντρα κυρίως, τά όποια καί σχετικά μεγαλύτερη άσφάλεια παρείχαν καί επαρκέστερους όρους πρός διαβίωση ύπόσχονταν. 
Προβάλλουν λοιπόν εύθύς έξαρχής ορισμένα συγκεκριμένα έρωτήματα ώς πρός τήν καταφυγή τους στο Βλάτσι, τά όποια καλούμαστε νά θίξουμε στό πλαίσιο αύτό καί νά εξετάσουμε παράλληλα ποιά ή άντιμετώπισή τους έκ μέρους τών ειδικών, Βλατσιωτών κατ’ εξοχήν, άσχοληθέντων μέ τήν Ιστορία τής ιδιαιτέρας τους πατρίδας.
1. Ιστορικές πηγές
Αναφέρω ώς πρώτο τό θεμελιώδες ερώτημα τής ύπάρξεως ή μη —Ικανών— ιστορικών πηγών καί έν γένει Ιστορικών μαρτυριών, πού διαφωτίζουν τήν ιστορική γνώση ώς πρός τό ϊδιο τό Βλάτσι κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, καθώς και τόν βαθμό άξιολογήσεως ή άξιοποιήσεώς τους από τούς μέχρι τώρα μελετητές.
Ένώ από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα αρχίζει νά συγκεκριμενοποιείται ή ιστορική εικόνα του Βλατσιοΰ καί με τήν πάροδο του χρόνου νά γίνεται σαφέστερη χάρη στή διαπιστωθείσα γραπτή κυρίως παράδοση, ή ιστορική μας γνώση γιά τόν τόπο αυτό ώς πρός τόν 18ο αιώνα, ό όποιος καί μάς ενδιαφέρει εδώ ειδικότερα, χάνεται στήν άχλύ τού χρόνου καί στήν έλλειψη επαρκών ιστορικών μαρτυριών. 
Στήν έλλειψη αυτή προστίθεται καί ή πιθανόν μή έγκαιρη αξιοποίηση στο μεταξύ καταστραφέντων εγγράφων καί έν γένει αρχειακού υλικού καί τού ίδιου τού Βλατσιοΰ καί άλλων δυτικομακεδονικών κοινοτήτων κατά τούς ποικίλους πολέμους καί ιδίως κατά τόν Β' Παγκόσμιο, καθώς καί στή μή επαρκή χρήση ιστορικών πηγών προερχομένων άπό άλλες κωμοπόλεις λ.χ. τής Δυτικής Μακεδονίας ή καί άπό άλλες περιοχές εντός καί εκτός Ελλάδος, όπου έζησαν καί έδρασαν Βλατσιώτες.
Βεβαίως τό θέμα τών ιστορικών πηγών άπασχόλησε σοβαρά ήδη πρό πολλού στό παρελθόν επιφανείς Βλατσιώτες επιστήμονες κατά τήν έρευνα καί μελέτη τής ιστορίας τού Βλατσιοΰ, δπως τόν ’Αντώνιο Κεραμόπουλλο , τόν ’Ιωάννη Βασδραβέλλη  καί τόν ήδη άναφερθέντα Μιχαήλ Καλινδέρη , οί όποιοι καί σέ άναζήτηση προέβησαν καί στόν έντοπισμό σοβαρών ιστορικών πηγών καί στήν άνάλογη άξιοποίησή τους. 
Μάς διέσωσαν έμμεσα μέρος ίκανό άπό έν τώ μεταξύ καταστραφέντα άρχεΐα , έτσι ώστε τό συγγραφικό καί έκδοτικό έργο τών έρευνητών αύτών καί ύπό τήν έποψη αυτή, όπως καί έν γένει, νά άποτελεΐ σήμερα τή βάση τόσο γιά τήν ιστορική γνώση τής Κοινότητας Βλάτσης, όσο καί γιά τήν περαιτέρω έρευνα καί μελέτη τού παρόντος θέματος. 
Τονίζω μάλιστα ιδιαίτερα πώς ή χρήση καί άντιμετώπιση τοΰ επιστημονικού συγγραφικού έργου τών έπιφανών αύτών άνδρών γίνεται μέ βαθύτατο σεβασμό καί άμέριστη εύγνωμοσύνη, άνεξάρτητα άπό τήν κριτική στάση καί τήν ένδεχόμενη άσυμφωνία μου ώς πρός ορισμένα σημεία. 
Τό Ιδιο ισχύει εξάλλου καί γιά τόν εκλαϊκευτικό —θά λέγαμε— τόμο τού Ζήκου Τσίρου , καθώς καί γιά τά λογοτεχνίζοντα δημοσιεύματα τού Φώτη Βίττη , οί οποίοι παράλληλα πρός τούς άλλους μάς διέσωσαν πολυτιμότατο  λαογραφικό κυρίως υλικό, άλλα και ιστορικά στοιχεία γιά τό Βλάτσι, μάλιστα δέ ό Τσίρος μάς παραδίδει πλήθος ονομάτων Βλατσιωτών καί άπό τή νεώτερη εποχή, τά όποια μπορεί νά έχουν καί άναδρομική ισχύ, οπωσδήποτε όμως άποτελοΰν θησαυρό γιά τήν ιστορική ερευνά του τόπου .
Θά μού έπιτραπεΐ όμως έξω άπό όλα αύτά νά παρατηρήσω ότι δεν άξιοποιήθηκε δεόντως μία βασική πηγή:
ή προφορική Ιστορική παράδοση του Βλατσιού,
 οι ιστορικές μνήμες, 
τά βιώματα καί 
οί άναμνήσεις των κατά καιρούς γεροντοτέρων Βλατσιωτών καί αύτό βαρύνει όλους εμάς τούς Βλατσιώτες πού άσχολούμαστε με τήν ιστορία ή μέ παρεμφερείς πρός αύτήν κλάδους, βαρύνει όμως περισσότερο τούς λογίους τού τόπου των άρχών τού αιώνα μας καί τούς παλαιοτέρους. 
Τό Βλάτσι υπήρξε στή διαχρονική του ιστορία —τουλάχιστον άπό τά μέσα τού περασμένου αιώνα— τόπος ευνοημένος: 
καί λογίους διέθετε ικανούς, άλλά άπό όσο γνωρίζω καί αίωνοβίους γέροντες.
"Αν ειχε καταγραφεί καί άποθησαυρισθεΐ ή βιωμένη ιστορία εγκαίρως καί οί άναμνήσεις οί ιστορικές τού τόπου, οί κληροδοτημένες προφορικά άπό παππούδες καί γονείς —άντίστοιχα κάθε φορά—, ήδη ή γνώση θά μάς οδηγούσε στις άρχές τού πε¬ρασμένου αιώνα καί νωρίτερα άκόμη, τότε πού τά ιστορικά συμβάντα καί τά επακόλουθα τής καταστροφής τής Μοσχοπόλεως θά ήταν πιο νωπά στή θύμηση καί στήν παράδοση τών άνθρώπων τού Βλατσιού.
Βεβαίως τά ερωτήματα πού θά μάς άπασχολήσουν στή συνέχεια είναι άλληλένδετα καί τά όρια μεταξύ τους όχι σαφή, έτσι ώστε ή άπάντηση τού ενός νά άποτελεΐ καί άπάντηση (τών) άλλων ή νά διαφωτίζει καί αυτά.
2. Ιστορική υπόσταση καί κοινωνική δομή τον Βλατσιού
 πριν άπό τό ετος 1769
Υπήρξε άραγε τό Βλάτσι τόπος καταφυγής Μοσχοπολιτών τυχαίος καί υποχρεωτικός λόγος άμέσου άνάγκης ή τόπος κατά κάποιον τρόπο ελεύθερης επιλογής καί ανάλογος ύπό μίαν έποψη πρός τούς άλλους τόπους καταφυγής;
Ή άπάντηση στό δεύτερο ερώτημα πού θέτουμε εδώ προϋποθέτει τή γνώση ορισμένων συγκεκριμένων ιστορικών στοιχείων άφορώντων στό Βλάτσι, δηλαδή στήν υπόστασή του ώς οικισμού ή χωριού καί στήν πολιτισμική καί κοινωνική του δομή πριν άπό τό έτος 1769. Περί αύτών ενδείξεις έχουμε ώς έπί τό πλεΐστον, ή ερμηνεία τών  όποιων οδηγεί σέ συμπεράσματα εμμέσως διαφωτιστικά.
 Έτσι ή άρχαιότερη άναφερόμενη χρονολογία είναι τό έτος 1652, κατά τό όποιο μνημονεύονται Βλατσιώτες στή διασπορά, ενώ οί άμέσως επόμενες άντίστοιχες άναφορές, επίσης σέ πρόσωπα, άνέρχονται στά έτη 1692 καί 1726, καθώς καί στό έτος 1737, συνδέονται δέ μέ τό όνομα Στογιάννοβιτς καί τή Σεμέντρια . 
Σέ λίγο μεταγενέστερες άναφορές γίνεται μνεία τών έλθόντων άπό τό Βλάτσι στή Μητροβίτσα Δημητρίου Πόποβιτς τό 1762 άφ’ ενός καί τών άδελφών Μπάικου τό 1769 άφ’ έτέρου —γιά νά μείνουμε σέ ορισμένα μόνο χαρακτηριστικά παραδείγματα .
Έάν τό έτος 1652 άνταποκρίνεται πράγματι στήν ιστορική άλήθεια, τότε διασφαλίζεται τουλάχιστο ενα terminus ante quern ώς πρός τήν ιστορική ύπόσταση τού Βλατσιοΰ, διαφωτίζεται παράλληλα καί ή γνώση περί κινητικότητας τών Βλατσιωτών, γεγονός ιδιαίτερα ένδιαφέρον γιά τή σχέση τού τόπου μέ άλλες περιοχές καί μάλιστα άπόμακρες.
Ενδείξεις οδηγούν στήν ύπόθεση περί καταφυγής κατοίκων τού παλαιού γειτονικού οικισμού —ή χωριού— Πεκρεβενίκου στό Βλάτσι ώς σέ χώρο άσφαλέστερο καί περί συνοικήσεως τού χώρου.

 Τό έτος 1661 υπάρχει ό Πεκρεβενίκος κατά πληροφορία τού Έβλιγιά Τσελεπή, πιθανόν άκόμη καί τό 1697 κατά σχετική μαρτυρία, όπότε τό τελευταίο αύτό έτος μπορεί νά έκληφθεΐ στή συγκεκριμένη περίπτωση ώς terminus post quern τής έν λόγψ καταφυγής καί τής συνοικήσεως τού Βλατσιού .
Τού χώρου τό άσφαλές ή άσφαλέστερον σέ σχέση πρός άλλους τής περιοχής μπορούμε νά τό συμπεράνουμε καί άπό άλλα συναφή παραδείγματα, όπως λ.χ. άπό τό γεγονός ότι ή οικογένεια Χατζηκωνσταντίνου ή Χατζηκώστα άπό τή Ζέρμα τής Δυτικής Μακεδονίας κατέφυγε στό Βλάτσι γιά τόν λόγο αύτόν άκριβώς, όπου καί έγκατεστάθη μεταξύ τών έτών 1765-1770.
Τό έπιφανέστερο μέλος τής οίκογενείας, ό Δημήτριος Χατζηκωνσταντίνου, γεννήθηκε στό Βλάτσι περί τό 1765/1770 καί είναι γνωστός γιά τά καθήκοντά του ώς γραμματέας στήν αύλή τού Άλή Τεπελενλή στά Γιάννενα κατά τό διάστημα 1798-1807 .

Πριν άπό τό 1769 άναφέρονται οί Βλατσιώτες άρματολοί Βράκας καί Ντόκος (ή Δόκος) καί ή δράση τους στή Δυτική Μακεδονία , ενώ κατά τήν παράδοση άναφέρεται ώς συμπράξας μέ τόν Γεώργιο Παπαζώλη στήν Πελοπόννησο ό Βλατσιώτης Γιάννης Φαρμάκης.

Τού τελευταίου αύτού άνεψιός υπήρξε ό περίφημος Φιλικός καί ’Αγωνιστής τού 21 Γιάννης Γεωργίου Φαρμάκης, γεννημένος στό Βλάτσι τό 1772 , όπου τόν ίδιο άκριβώς χρόνο γεννήθηκε καί ό Κωνσταντίνος Βέλ(λ)ιος, ό μετέπειτα Βαρώνος τής Αύστροουγγαρίας καί μέγας εύεργέτης τής γενέτειράς του καί τού ’Έθνους μας. 
Ή οικογένεια τού Βέλ(λ)ιου (ή Μπέλ(λ)ιου) είχε καταφύγει στο Βλάτσι προερχόμενη από τό Λινοτόπι τοΰ Γράμμου, όπως καί άλλες οικογένειες.
Εκτός από τις άλλου είδους μαρτυρίες περί Βλατσιωτών επιφανών (όχι μόνο στη ιστορία τοΰ τόπου, παρά και στή γενική 'Ιστορία τοΰ Έθνους) καί τις σχετικές χρονολογίες διασώζονται καί μαρτυρίες μνημείων είναι εκείνες τών παλαιών ναών τοΰ Βλατσιοΰ, όπου φυλάσσονται εικόνες μέ ημερομηνίες άναγόμενες στά έτη 1756, 1760, 1761, 1766, καθώς καί ή άγία Τράπεζα τοΰ Ναοΰ τοΰ 'Αγίου Νικολάου μέ τήν εγχάρακτη επιγραφή σέ μάρμαρο, πού φέρει χρονολογία ,αψξα' =1761 —ένδείξεις όλα αυτά ίστορικών χρονικών όρίων καί άπήχηση πολιτισμικής παράδοσης τού τόπου .
3. Σχ ετιζόταν τό Βλάτσι μέ τή Μοσχόπολη πριν από τό ετος 1769;
Τό τρίτο κατά σειρά ερώτημα είναι άν ύπήρχε παλαιότερη σχέση καί έπικοινωνία -. αιεσα στό Βλάτσι καί τή Μοσχόπολη πριν άπό τήν καταστροφή της, έτσι ώστε νά αποτελέσει αύτό φυσικώ τώ λόγω χώρο ύποδοχής τών προσφύγων κατοίκων της.
Ή ειδική ιστορική βιβλιογραφία ή όφειλόμενη στούς άναφερθέντες Βλατσιώτες λετητές δέν καλύπτει τό σημείο αύτό προφανώς άπό έλλειψη άμέσων πηγών ή πιθανόν άπό μή διαπίστωση ένδεχομένως υπαρχόντων.
Κάποια συμπεράσματα έξάγονται εμμέσως άπό έπικρατούσα τοπική προφορική παράδοση τοΰ Βλατσιοΰ καί άπό ορισμένα ιστορικά δεδομένα.

Κατά τήν παράδοση λοιπόν τό τέμπλο τοΰ παλαιοτάτου ναού τοΰ 'Αγίου Νικολάου, τό όποιο σώζεται καί σήμερα, τό μετέφεραν Μοσχοπολίτες πρόσφυγες άπό τήν πατρίδα τους καί τό τοποθέτησαν έκει.
Επίσης κατά τήν παράδοση χρησιμέυσαν τά κελλιά τοΰ Ιδιου ναοΰ ώς προσωρινό τους κατάλυμα. Καί ό μέν Βασδραβέλλης θεωρεί τή μεταφορά τοΰ τέμπλου άπό τή Μοσχόπολη Ιστορικό γεγ
ονός , ό Καλινδέρης άντίθετα άμφισβητεί τήν ίστορικότητά της ύποστηρίζοντας τήν άποψη, ότι τό τέμπλο πρέπει νά έχει κατασκευασθεΐ επί τόπου, ειδικά γιά τόν ναό αυτόν, άπό τεχνίτες προερχομένους άπό τά περί τόν Γράμμον-Μοσχόπολιν μέρη, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ό ίδιος .

 Πάντως όποια καί νά είναι ή ιστορική άλήθεια, τό γεγονός άπηχεί νομίζω σχέση προηγούμενη τών δύο τόπων μεταξύ τους.
Καί ό Απόστολος Βακαλόπουλος καί ό Μιχαήλ Καλινδέρης στηριζόμενοι σέ είδηση όφειλόμενη στόν Popovic άναφέρουν συνύπαρξη Μοσχοπολιτών καί Βλατσιωτών κατά τό ετος 1770 στό Σρέμ, Σεμλίνο, Βελιγράδι, Ζέμουν κ.ά. .

 Σημαντική ή πληροφορία καί γιά τή γενικότερη ιστορία τής Μακεδονίας καί γιά τήν ειδικότερη τής Μοσχοπόλεως καί τοΰ Βλατσιοΰ, ή όποία όμως δεν διευκρινίζει οπωσδήποτε καί τό ερώτημα ώς πρός τήν ύπαρξη ή μή προηγουμένων σχέσεων άνάμεσα στις δυο γενέτειρες.
Τό ερώτημα παραμένει συνεπώς άνοιχτό επί τοΰ παρόντος βάσει τών δεδομένων καί ή άναζήτηση αμέσων μαρτυριών είναι κατά την άποψή μου επιβεβλημένη καί εδώ, όπως καί άλλου —όχι βέβαια όπωσδηποτε και εφικτήτή— γιά την καταξίωση τής ύποθέσεως ενδεχομένως.
 Βέβαια ή ίστορικά αποδεδειγμένη κινητικότητα τών Βλατσκοτών κατά τή συγκεκριμένη εκείνη εποχή καί ή επικοινωνία τους μέ τόπους άπόμακρους άφ’ ενός, άλλά καί τό Ιδιο τό γεγονός τής καταφυγής τών Μοσχοπολιτών στό Βλάτσι άφ’ ετέρου δέν μπορει παρά νά ενισχύουν τήν ύποτιθέμενη σχέση πριν άπό τό έτος 1769 .
4. Ποιοι καί πόσοι κατά προσέγγιση οί καταφυγόντες στό Βλάτσι Μοσχοπολίτες;
Οί Κεραμόπουλλος καί Καλινδέρης άναφέρονται σέ προφορική παράδοση τοΰ Βλατσιοΰ, σύμφωνα μέ τήν όποία τό χωριό άποτελούνταν μονάχα άπό δεκαέξι σπίτια, όταν κατέφυγαν σ’ αύτό κάτοικοι τών χωριών τοΰ Γράμμου καί τής Μοσχοπόλεως .
Ή είδηση αύτή έξυπακούει βέβαια άρκετά μεγάλο άριθμό καταφυγόντων τότε στό Βλάτσι οικογενειών, όπότε θά πρέπει κατά συνέπεια νά συνετέλεσαν άποφασιστικά στήν έπαύξησή του, άν ληφθοΰν ύπ’ όψη τό μέγεθος καί ή σπουδαιότητα πού άπέκτησε ή Κοινότητα Βλάτσης ήδη άπό τά τέλη τοΰ 18ου, ιδίως όμως άπό τις πρώτες δεκαετίες τοΰ 19ου αιώνα, όπως διαφαίνεται άπό γραπτές μαρτυρίες τής εποχής έκείνης .

 Άλλά πάλι καί οί μαρτυρίες πού άφοροΰν στό άμέσως πριν άπό τό 1769 ή στό άμέσως μετά χρονικό διάστημα, 1770/1772, υποδηλώνουν ύπαρξη σημαντικοτέρου οίκισμοΰ, οπωσδήποτε μέ περισσότερα άπό δεκαέξι σπίτια καί θέτουν κατά τή γνώμη μου υπό άμφισβήτηση τήν προφορική αύτή είδηση.
Καί ό Καλινδέρης τήν άμφισβητεϊ επίσης ώς πρός τή συγκεκριμένη έποχή, τή συσχετίζει όμως πρός άλλα, παραπλήσια γεγονότα, μεταγενέστερα, παρ’ ότι δέν εκφράζεται σαφώς.

Χαρακτηριστικά έν τούτοις ώς πρός τήν έποχή πού ένδιαφέρει πρός στιγμή παρατηρεί ότι ό πυρήνας τών καταφυγόντων δέν μπορει νά προσδιορισθει άριθμητικώς, επειδή... διά τούς ευθύς μετά τό 1769 προσελθόντας μετοίκους τό συγκεκριμένον άναζητείται καί εξάγεται εξ ολίγων επωνύμων .
Καί πράγματι, άν λάβουμε ύπ’ όψη τούς τρεις κυρίως άναφερθέντες Βλατσιώτες επιστήμονες, Κεραμόπουλλο, Βασδραβέλλη καί Καλινδέρη , ό άριθμός τών ονομάτων οικογενειών ταυτιζομένων μέ Μοσχοπολίτες είναι πολύ περιορισμένος καί, μέ έλάχιστες αποκλίσεις, συνοψίζεται κατ’ εξοχήν στά εξής ονόματα:
4.1. Λόσιος: Ό Βασδραβέλλης μόνο άνάγει τήν προέλευση τής οίκογενείας Δόσιου στή Μοσχόπολη, χωρίς όμως περαιτέρω σχόλια26, ενώ οί λοιποί άσχοληθέντες δέν άναφέρονται καθόλου στόν τόπο καταγωγής της πριν άπό τή μετοίκησή της στό Βλά- τσι. Κατά τόν Καλινδέρη διέθετε ή οικογένεια ιδιόκτητη οικία στό Βλάτσι πριν άπό τό πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα27, επιφανέστατα δέ μέλη της υπήρξαν οί εξής: Κων¬σταντίνος Δόσιος (*1810 Βλάτσι - f 1871 ’Αθήνα), νομικός, Υπουργός Εκκλησιαστι¬κών καί Δημοσίας Έκπαιδεύσεως Ελλάδος28, μέ τρεις γιους, τόν ’Αριστείδη (*1844 'Αθήνα - 11881 ’Αθήνα), τόν Λέανδρο (*1847 ’Αθήνα - f 1883 ’Αθήνα) καί τόν ’Αλέξαν¬δρο29. Γιός του τελευταίου υπήρξε ό Κωνσταντίνος Δόσιος (*1874 ’Αθήνα), Χημικός, Πλωτάρχης του Πολεμικού Ναυτικού30.
4.2. Δούμπας: Στό περί Θεοδώρου Δούμπα δημοσίευμά του στό Μακεδονικό Ημερολόγιο (1910) γράφει ό ’Ιωάννης Τσικόπουλος: 

Τών κατοίκων αυτής (δηλ. τής Μοσχοπόλεως) διασκορπιαθέντων άλλων άλλαχοϋ, άπόμοιρα αυτών προσέφυγεν εις τήν όρεινήν κωμόπολιν τής Δυτικής Μακεδονίας Βλάτσην. Μεταξύ τούτων συγκατελέγετο καί ή βραδύτερον εις πανελλήνιον κλέος άρθεΐσα οικογένεια Δούμπα.
Τή Μοσχόπολη θεωρούν τόπο προελεύσεως τής οίκογενείας Δούμπα επίσης ό Μητροπολίτης Ξάνθης Ιωακείμ Μαρτινιανός, ό Βασδραβέλλης καί ό Βακαλόπουλοςενώ ό Κεραμόπουλλος τό Έλληνοτόπιον (= Αινοτόπι) τής Πίνδου , άποψη τήν όποία ύποστηρίζει καί ό Ιστορικός, Καθηγητής τοΰ Πανεπιστημίου Βιέννης Max Demeter Peyfuss (μέ προγόνους καί Μοσχοπολίτες 'Έλληνες), καθώς μου έδήλωσε ό Ιδιος προσωπικά σέ συζήτησή μας στή Θεσσαλονίκη στό πλαίσιο τοΰ Συνεδρίου περί Μοσχοπόλεως .
Ό Καλινδέρης άρκεΐται στήν άναφορά άπόψεων άλλων μελετητών καί δέν έκφράζει ιδίαν γνώμη ώς πρός τήν αρχική πατρίδα τής οίκογενείας Δούμπα, γράφει έν τοΰτοις χαρακτηριστικά:
 Πόσον δυσχερής είναι ό προσδιορισμός τοΰ τόπου προελεύσεως έκάστης οίκογενείας άρκεΐ ώς παράδειγμα ή τον Δούμπα.
Ώς καταφυγών στό Βλάτσι μαρτυρεΐται ιστορικά ό Μιχαήλ Δούμπας,
 επιφανέστατα δέ μέλη τής οίκογενείας υπήρξαν 

ό γιός του Στέργιος Μιχαήλ Δούμπας (*1794 Βλάτσι - 11870 Βιέννη), μεγαλέμπορος, Πρόξενος στή Βιέννη καί έπί σειράν ετών έφορος τής Ελληνικής Κοινότητος Βιέννης , καθώς καί ό Θεόδωρος Νικολάου Δούμπας (*1818/1820 Βλάτσι - 11880 Βιέννη), επίσης μεγαλέμπορος στή Βιέννη .
 Νικόλαος Δούμπας

 Γιοι τοΰ Στεργίου ύπήρξαν ό Μιχαήλ Δούμπας (Βιέννη) καί ό ιδιαίτερα διακριθείς Νικόλαος Δούμπας (*1830 Βιέννη -  + 1900 Βουδαπέστη) μέ σπουδές καί στήν ’Αθήνα, Γερουσιαστής καί Μυστικοσύμβουλος τοΰ Αύτοκράτορος τής Αυστρίας Ιωσήφ Β' .

Τοΰ Θεοδώρου άναφέρονται τρεις γιοί, οί Άστέριος, Νικόλαος καί Κωνσταντίνος.
Στό Βλάτσι ήταν όνομαστό τό αρχοντικό τού Δούμπα ήδη άπό τις άρχές τού περασμένου αιώνα, παρέμεινε δέ στήν ιδιοκτησία τής οίκογενείας, μέχρις ότου πυρπολήθηκε στά 1944 .

Γιά τό φερώνυμο σχολείο στή γενέτειρα Βλάτσι θά γίνει λόγος πιό κάτω.
4.3. Κυριαζής ή Κυριάζης καί Τσικρίκης-Κυριάζης: Πιθανόν πρώην Δοσίδης κατά τόν Καλινδέρη, ό όποιος άμφισβητεί τήν προέλευση τής οίκογενείας άπό τή Μοσχόπολη, ύποθέτει δέ ότι μόνο κάποια προμάμμη τής οίκογενείας ελκει τήν καταγωγή άπό τήν περίπυστο πόλη .
Ή Καλλιρρόη Τσέτση, σύζυγος τοΰ Νικολάου Τσέτση, θυγατέρα τοΰ Ήλία Κυριαζή (sic), μου έτόνισε ρητά καί κατηγορηματικά πώς οί γονείς τοΰ πατέρα της, Κυ- ριαζής Κυριαζή (sic) καί Καλλιρρόη Μαρκοπούλου-Κυριαζή, ήσαν καί οί δύο Μοσχοπολίτες. Έτσι, στήν προκείμενη περίπτωση διαθέτουμε μία μαρτυρία άμέσου καί αξιόπιστου εκπροσώπου τής οίκογενείας Κυριαζή .
 Σημειώνω ότι ιδιόκτητες οικίες τής οίκογενείας υπήρχαν στό Βλάτσι άπό παλαιά .
4.4. Μίλίγγέρης: Πολύ άμυδρά ή άνάμνησις περί ύπάρξεως οίκογενείας Μιλιγγέρη, εκεί εις τό ακρον, όπου ή ομώνυμος βρύσις, γράφει ό Καλινδέρης άναφερόμενος συγχρόνως στόν Μητροπολίτη ’Ιωακείμ Μαρτινιανό, στό βιβλίο τοΰ οποίου γίνεται μνεία τοΰ άρχοντος Μιλιγγέρου άπό τή Μοσχόπολη . Ό Τσίρος άντίθετα όμιλει περί υπαρχόντων στό Βλάτσι άπογόνων τών Γεωργίου Κοΰτζου ή Μιλιγγέρου καί Μιχαήλ Μιλιγγέρου  στηριζόμενος πιθανόν σέ παράδοση προφορική.
 Πάντως τό όνομα Μιλιγγέρης (ή Μιλιγγέρος) οΰτε στόν πίνακα ιδιοκτητών οικιών στό Βλάτσι άναφέρεται, οΰτε μεταξύ τών μέχρι στιγμής γνωστών μας έγγράφως παραδοθέντων οικογενειακών ονομάτων τοΰ Βλατσιοΰ περιλαμβάνεται, χωρίς αυτό νά σημαίνει, κατά τή γνώμη μου, ότι ή έλλειψη άποτελεΐ κριτήριο άποφασιστικό γιά κάποιο πόρισμα.
4.5. Μισιρλής: Ό Καλινδέρης άναφέρει επί λέξει ότι πρόκειται γιά οικογένεια μέ προέλευση άπό τή Μοσχόπολη . Σέ πράξη τοΰ 1872 (ή 1873;) άναφέρεται ό Ζήκος Κ. Μισιρλή (sic) ώς ένας άπό τούς εφόρους τών σχολείων τής Κοινότητος Βλάτσης καί ένας άπό τούς επιτρόπους τών εκκλησιών της . Υπήρχε ιδιόκτητη οικία τής οίκογενείας στό Βλάτσι κατά τό πρώτο τέταρτο τοΰ αιώνα μας .
4.6. Μουσίκος: Καί τής οίκογενείας Μουσίκου τήν προέλευση άνάγει ό Καλινδέρης στή Μοσχόπολη . Σέ λογαριασμό τοΰ 1822 τού ’Αρχείου τών ’Αδελφών Γραμματικού άναγράφεται ό Γεώργιος Μουσικος, στόν πίνακα δέ Καλινδέρη άναφέρεται ιδιόκτητη οικία στό Βλάτσι πριν άπό τό πρώτο τέταρτο τοΰ αιώνα μας .
Επιφανέστατο μέλος τής οίκογενείας ύπήρξε ό Δημήτριος Μουσικος (*; Βλάτσι -+ περί τό 1870 Ρουμανία), μεγαλέμπορος στή Ρουμανία καί μέγας ευεργέτης τής ιδιαιτέρας του πατρίδας, όπως θά δούμε πιό κάτω .
4.7. Μπόντης: Ό Μπόντης έκ προγόνων ητο, κατά τόν Popovic, εκ Μοσχοπόλεως, παρατηρεί ό Καλινδέρης, ό Ιδιος δμως άμφισβητεΐ τήν προέλευση αυτή τής οίκογενείας Μπόντη καί υποθέτει άρχική πατρίδα της τή Γριάτσιανη , όπως θά σχολιάσουμε πιό κάτω. Στό Βλάτσι άναφέρεται ιδιόκτητη οικία τών Μπόντη πριν άπό τό πρώτο τέταρτο τού 20οϋ αιώνα , επιφανέστατα δέ μέλη τής οίκογενείας υπήρξαν ό Γούσιος Μπόντης (*1821 Βλάτσι - + 1875 Βελιγράδι), ό πλουσιώτερος έμπορος Βελιγραδιού καί Σερβίας τής εποχής του, ό Δημήτριος Μπόντης, Πρόξενος Γιουγκοσλαβίας στό Μοναστήρι περί τό 1889, ό Κωνσταντίνος Μιχαήλ Μπόντης καί ό Μιχαήλ Τέγου Μπόντης (*; Βλάτσι - f 1872 Βελιγράδι) .
Ο Γεώργιος Σίνας (1783, Νις - 1856, Βιέννη)
υπήρξε επιχειρηματίας, τραπεζίτης και εθνικός ευεργέτης,
με καταγωγή από την 
Μοσχόπολη (Βόρεια Ήπειρος).
 Υπήρξε επίσης ο ιδρυτής του 
Αστεροσκοπείου Αθηνών.
4.8. Σίνας: Ή καταφυγή καί εγκατάσταση στό Βλάτσι μελών τής οίκογενείας Σίνα άπό τή Μοσχόπολη θεωρείται γεγονός ιστορικό, καταξιωμένο καί άπό τήν ύπαρξη στό χωριό τής οικίας Σίνα πριν άπό τό πρώτο τέταρτο τού αιώνα μας .
Καί ό μέν Καλινδέρης όμιλεΐ απλώς περί κλάδου τής οίκογενείας , ό Τσίρος εν τούτοις άναφέρεται σέ συγκεκριμένα ονόματα Σίνα ώς οίκητόρων τού Βλατσιοϋ, τών άδελφών Εύαγγέλου καί Νικολάου Σίνα , χωρίς νά επικαλείται δμως κάποια προφορική παράδοση ή άλλη ιστορική πηγή.
 Διεξοδικότερος στήν άναζήτηση καί παροχή πληροφοριών άποδεικνύεται σέ ειδικό άρθρο του γιά τό «Μπλάτσι» ό άείμνηστος Καθηγητής τού Μετσοβείου Πολυτεχνείου Βλατσιώτης Γιώργος Τζιαφέτας, κατά τόν όποιο:
α. Ή κυριότερη ενδειξη τών δεσμών τής οίκογενείας Σίνα μέ τή Βλάστη είναι ή ιδιόχειρη υπογραφή τοϋ Σίμωνος Σίνα στό χρυσοποίκιλτο Ευαγγέλιο τοϋ "Αγίου Μάρκου στή Βλάστη πού υπάρχει μέχρι σήμερα (φερμένο προφανώς άπό τή Μοσχόπολη). Επίσης
β. Υπάρχουν μαρτυρίες γερόντων στή Βλάστη γιά τή διανομή τοϋ οικοπέδου τοϋ παπά-Σίνα, κοντά στόν Ί. Ναό τοϋ "Αγ. Νικολάου Κατά μαρτυρίες τών γερόντων, μετά τό θάνατο τοϋ παπα-Σίνα, πατέρα τοϋ Σίμωνος, τό οικόπεδο τεμαχίσθηκε γιά νά εξοφληθεί τό «μπόρτζι» (χρέος) πού επέβαλαν τότε οί πρόκριτοι (μουχτάρηδες) σάν ένα είδος κληρονομικοί) δημοτικού φόροι.
Στά άνωτέρω, τά οποία θεώρησα σκόπιμο νά παραθέσω αύτούσια, προστίθεται και μια άλλη μαρτυρία πού ενισχύει τήν άποδοχή τής ιδιαίτερης σχέσης τής οικογένειας Σίνα μέ τό Βλάτσι. Είναι αυτή πού μάς παραδίδει ό Φώτης Βίττης:
Μιά αρκετά πετυχημένη ζωγραφιά μέ τή σκηνή τοϋ χορού τής Μαρίας Σίνα μέ συνοδό τόν πεθερό της (Σίμωνα Σίνα) βρίσκονταν προπολεμικά στό αρχοντικό τών αδελφών Ήλία καί Χρυσού Κυριαζή Τσικρίκη στή Βλάστη, τήν όποία θυμάται καλά καί ή κόρη τοϋ πρώτου καί ανεψιά μου Καλλιρρόη Ν. Τσέτση. Δυστυχώς όμως μέ τά πολεμικά γεγονότα καί τή γερμανική κατοχή χάθηκε .
4.9. Τζιαχάνης καί 4.10. Ζντούκος: Πιθανόν νά κατάγονται άπό τή Μοσχόπολη καί οί δύο αύτές γνωστές οικογένειες. Στό Βλάτσι πάντως ήλθαν άπό τή γειτονική Πιπιλιστά (Νάματα), όπως είναι γνωστό στούς Βλατσιώτες καί όπως σημειώνει καί ό Καλινδέρης, σύμφωνα μέ τόν πίνακα τού οποίου ή οικογένεια Τζιαχάνη διέθετε ιδιόκτητη οικία στό Βλάτσι κατά τό πρώτο τέταρτο τοϋ 20οϋ αιώνα .
Ό Γεώργιος Λάιος στό ογκώδες έργο του περί Σίμωνος Σίνα άναφέρει κάπου περιστασιακά τό όνομα τής γυναικαδέλφης τοΰ τελευταίου, τής Μαρίας Βρέττα Τσεχάνη, πού ζοΰσε στις Σέρρες περί τό 1783.

Στό ίδιο έργο άναφέρεται καί ό Χατζή-Γεώργιος Τσεχάνης, Μοσχοπολίτης, εγκατεστημένος στή Βιέννη στά 1761 .
Άπό τό σύγγραμμα Μοσχόπολις» τοΰ Μητροπολίτου Ξάνθης ’Ιωακείμ Μαρτινιανοΰ προκύπτει ότι τό έπώνυμο Βρέτ(τ)ας άπαντά στή Μοσχόπολη διαχρονικά, τουλάχιστον άπό τήν έποχή τής καταστροφής της ώς καί τό 1904. Άναφέρονται λ.χ. ό άρχων Θεόδωρος Βρέττας Ζουπάν, ό όποιος προ καί μετά τήν έρήμωσιν τής πόλεως επί σειράν ετών διετέλει... έπί κεφαλής τής πόλεως, καθώς καί ό πρωτότοκος γιός του Κωνσταντίνος Βρέττας Ζουπάν, ιατρός, σύγχρονος καί αΰτός τής καταστροφής τής Μοσχοπόλεως , σύγχρονοι συνεπώς καί οί δύο τής Βρέττα-Τσεχάνη καί τού Τσεχάνη.

Ώς γνωστόν, οί Σέρρες υπήρξαν τόπος καταφυγής Μοσχοπολιτών άμεσος, άλλά καί έμμεσος μέ πέρασμα τό Βλάτσι.

 Ή συγγένεια τής Μαρίας Βρέττα-Τσεχάνη μέ τόν Σίνα, άλλά καί τά δύο επώνυμά της συνηγοροΰν σέ καταγωγή καί τής ’ίδιας άπό τή Μοσχόπολη.
Μέχρι στιγμής δέν έχω διαπιστώσει έπώνυμο Βρέττας μεταξύ τών (παλαιών) οίκητόρων τοΰ Βλατσιοΰ, όπου όμως συνυπήρχαν οί τύποι Τζεχάνης/Τζιαχάνης , οπότε Τσεχάνης/Τζεχάνης μπορεΐ νά άποτελοΰν φωνητική παραλλαγή τοΰ αύτοΰ επωνύμου• παρεμφερή παραδείγματα έχουμε .
4.11. Χινοβίτης: Λέγουν ότι καί ή οικογένεια Χινοβίτον ήλθεν εκ Μοσχοπόλεως, μάλλον όμως προέρχεται άπό τούς Χιονάδες, Χιοναδίτης-Χινοβίτης, σημειώνει έπί λέξει ό Καλινδέρης .
 Τό επώνυμο Χιοναδήτης καί Χιοναδίτις (sic) άναφέρεται σέ πληρεξούσια τών ετών 1787 καί 1791 τού ’Αρχείου τών ’Αδελφών Γραμματικού , δπως έχω διαπιστώσει, ή ετυμολογική συσχέτιση όμως τού Χινοβίτης μέ τό έπώνυμο αύτό δέν μέ βρίσκει σύμφωνη, τή στιγμή πού δέν μού είναι γνωστός κάποιος ενδιάμεσος μεταβατικός τύπος.
Εκτός τούτου εχω τή ρητή μαρτυρία τοΰ Βλατσιώτη φίλου Λεωνίδα Τσιγαρίδα, Ναυάρχου έ.ά. τοϋ Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού (Θεσσαλονίκη), ότι ή οικογένεια Χινοβίτη έλκει τήν καταγωγή άπό τή Μοσχόπολη. Ή μητέρα του ’Αγγελική Άγγελή-Τσιγαρίδα ύπήρξε θυγατέρα τής Πηνελόπης Χινοβίτη-Άγγελή καί έγγονή τού ιατρού Κωνσταντίνου Μιχαήλ Χινοβίτη. Ή οικογένεια διέθετε ιδιόκτητες οικίες κατά τό πρώτο τέταρτο τού αιώνα μας στό Βλάτσι .
’Από τή σύντομη επισκόπηση τών οικογενειακών ονομάτων τών θεωρουμένων ώς Μοσχοπολιτών διαπιστώνεται πράγματι ένας εντυπωσιακά περιορισμένος άριθμός Βλατσιωτών έλκόντων τήν καταγωγή άπό τή Μοσχόπολη. Βέβαια ή παρατήρηση τού Καλινδέρη άλλ ’ εγκαίρως καί πριν ή παράδοσις έξασθενήση τείνουσα πρός άπόσβεσιν δέν έδόθη ή δέουσα προσοχή πρός κάλυψιν ουσιωδών σημείων άφορώντων εις τό ερώτημα: Ποΐαι οίκογένειαι κατέφυγον εις Βλάτσην τότε, πόσαι (τουλάχιστον) καί εκ τίνος τόπου έκάστη είναι πάρα πολύ σωστή καί εμπίπτει στήν άποψη, τήν όποία έξέφρασα διευρυμένη στήν άναφορά μου ώς πρός τις πηγές  έν τούτοις διακρίνω μία άντινομία γενικά στήν άντιμετώπιση τού Καλινδέρη, γεγονός στό όποιο θά έπανέλθουμε πιό κάτω.
5. Σχέση τών άποδήμων Μοσχοπολιτών-Βλατσκοτών πρός τή γενέτειρά τους
 (ή γενέτειρα τών γονέων τους) Βλάτσι

Κάποιες οικογένειες Μοσχοπολιτών-Βλατσιωτών εγκαταλείπουν τό Βλάτσι καί αύτό συμβαίνει στή δεύτερη συνήθως ή καί στήν τρίτη γενιά τών προσφύγων.

Μετοικούν στις Σέρρες, κυρίως όμως στό Βελιγράδι, στή Βιέννη, στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες κ.ά.

 ’Εξακολουθούν οί μετοικήσαντες νά διατηρούν κατόπιν σχέση πρός τό ορμητήριό τους Βλάτσι καί πώς τό θεωρούν;
Νομίζω πώς ώς πρός αύτό τό σημείο οί άναφερθέντες κυρίως Βλατσιώτες μελετητές ύπήρξαν σαφείς καί άρκετά διεξοδικοί, βέβαια πάντα σέ σχέση πρός ορισμένα ονόματα .

Είναι γεγονός ότι οί Μοσχοπολίτες-Βλατσιώτες, όπως καί οί λοιποί Βλατσιώτες άνεξάρτητα άπό τις πατρογονικές ρίζες, σέ όλα τά μέρη τής διασποράς εύδοκιμούν στόν οικονομικό, πολιτικό, διπλωματικό, πνευματικό καί κοινωνικό τομέα τής δεύτερης πατρίδας τους καί διατηρούν παράλληλα άλώβητο τό ένδιαφέρον τους καί τόν σύνδεσμό τους πρός τή γενέτειρά τους ή γενέτειρα τών γονέων τους Βλάτσι καί έκφράζουν έμπρακτα τά συναισθήματά τους εύεργετώντας το.

Πρωτοστατούν κατά κύ
ριο λόγο στήν ίδρυση σχολείων στό Βλάτσι (αλλά καί άλλου) καί φροντίζουν μέ χρηματικές προσφορές σεβαστές ή μέ κληροδοτήματα γιά τή συντήρηση καί διατήρηση τών .δρυμάτων αύτών καί συντελούν άμέριστα στήν προώθηση καί τήν καλλιέργεια τών ελληνικών γραμμάτων καί στή συνέχιση τής εθνικής μας πολιτισμικής παραδόσεως.
Γιά τις εύεργεσίες τους πρός τό Βλάτσι διακρίνονται άπό τούς Μοσχοπολίτες Βλατσιώτες
 ιδιαίτερα ό Στέργιος Μιχαήλ Δούμπα
καί ό Θεόδωρος Νικολάου Δούμπας,
οί όποιοι, όπως εξάγεται άπό τά κατάστιχα τής Κοινότητος Βλάτσης, χρηματοδοτοΰν τό 1843 τήν ίδρυση φερωνύμου σχολείου στή γενέτειρα (Σκουλειό τ’ Ντούμπα) καί άπό τό 1846 καί μετά καί ειδικότερα κατά τό 1860-1881 ενισχύουν τά εκεί σχολεία ι.ε υψηλά χρηματικά ποσά.


 Ό σύνδεσμος τού Στεργίου Δούμπα πρός τή γενέτειρα, όπου διδάχθηκε καί τά πρώτα γράμματα, άντανακλάται καί στήν έπανειλημμένη, τήν πλήρη σεβασμού μνεία τού έκεΐ διδασκάλου του παπά-Κύρου, άπαθανατίσθηκε όμως και στήν εγχάρακτη επιτύμβια έπιγραφή στή Βιέννη, τήν όποια κατέγραψε ό Κεραμόπουλλος καί παραθέτουμε καί εδώ:
Stergio Dumba ... / Chef der Firma Gebr. M. Dumba/
Kaiserl. Tiirkischer / Generalconsul... /
geb. zu Blaci / Macedonien 1794 /gest. zu Wien 1870 .

’Ανεκτίμητη ύπήρξε ή προσφορά τοϋ Δημητρίου Μουσίκου, έμπορευομένου στή Ρουμανία, ό όποιος εύεργετεΐ τό Βλάτσι μέ τό φερώνυμο κληροδότημα τό έτος 1870, ιιέ τό όποιο Ιδρύεται τό «Μουσίκειον Παρθεναγωγεϊον» .

Τέλος, ώς ευεργέτες τών σχολείων τού Βλατσιού φέρονται καί οί Κωνσταντίνος Μ. Μπόντης καί Κωνσταντίνος Δόσιος . 
’Αναφέρω εδώ επίσης τόν νεώτερο εύεργέτη τής Κοινότητος Βλάτσης Νικόλαο Κωνσταντίνου Θεμελή, περί τοϋ όποιου θά γίνει λόγος στό επόμενο κεφάλαιο. Διατήρηση τών οικογενειακών σχέσεων τής οίκογενείας Μπόντη μέ τό Βλάτσι ιινημονεύει ό Κεραμόπουλλος ώς πρός τό έτος 1889 καί διατήρηση τής άνάμνησης τοϋ Βλατσιοϋ ώς γενέτειράς τους ώς πρός τό ετος 1934 .
6. Ποιες οικογένειες Μοσχοπολιτών παρέμειναν (οριστικά) στό Βλάτσι;
Μετά τό κύμα τής μετοικεσίας άπό τό Βλάτσι πρός άλλα μέρη μέ τήν ’έναρξη τοϋ 19ου αιώνα παρέμειναν οπωσδήποτε κάποιες οικογένειες Μοσχοπολιτών καί στό Βλάτσι. ’Από τις άναφερθείσες οικογένειες έξακολούθησαν νά κατοικούν στό χωριό ή νά διατηρούν έντονο τό σύνδεσμό τους πρός αύτό ποικιλοτρόπως ώς καί τις μέρες ιιας οί Ζντούκου, Κυριαζή ή Κυριάζη-Τσικρίκη, Μισιρλή, Τζιαχάνη, Χινοβίτη.
Χάρη στό ’Αρχείο τών ’Αδελφών Γραμματικού καί τά κατάστιχα τής Κοινότητος Βλάτσης καθίσταται έμφανές ότι ή μετοίκηση κάποιων άλλων οικογενειών άπό τίς επίσης άναφερθείσες συνετελέσθη μάλλον σταδιακά.

Έτσι τό έτος 1820 μνημονεύεται ό 
Θεόδωρος Δούμπας καί τό 1822 ό Νικόλαος Δούμπας (δέν ταυτίζονται μέ τούς προηγουμένους) ώς διαμένοντες στό Βλάτσι.

Έξ άλλου ό προαναφερθείς Θεόδωρος Ν. Δούμπας, ό όποιος γεννήθηκε στό Βλάτσι τό 1818/1820, καθώς ήδη σημειώσαμε, έφυγε κατά τόν Καλινδέρη δωδεκαετής άπό τή γενέτειρα γιά τίς Σέρρες καί κατόπιν γιά τή Βιέννη, όπου καί παρέμεινε μόνιμα άπό τό 1850 καί έξης. Τελευταία μνεία κατόχων τού επωνύμου Δούμπα ώς άκόμη κατοίκων τοΰ Βλατσιοΰ γίνεται σέ δημώδες στιχούργημα τοΰ Δημητρίου Χατζηκωνσταντίνου τοΰ έτους 1826 .
Μέλη τής οίκογενείας Μουσίκου άναφέρονται ώς κάτοικοι τοΰ Βλατσιοΰ τό 1820, μάλιστα δέ ό Γεωργάκης Μουσικος καί τό 1822 .
Ό Κεραμόπουλλος μαρτυρεί ύπαρξη τής οίκογενείας Μπόντη στό Βλάτσι κατά τό έτος 1862, άφηγειται δέ χαρακτηριστικά περιστατικά, όπως είπαμε καί πιό πάνω, σχέση έχοντα μέ τόν Δημήτριο Μπόντη καί τήν επίσκεψή του τό 1889 στό Βλάτσι σέ έκεΐ διαμένοντες συγγενείς του .
 Τής οίκογενείας Μπόντη τήν καταγωγή άπό τή Μοσχόπολη τήν άμφισβητει ό Καλινδέρης, όπως παρατηρήσαμε καί πιό πάνω καί συνδέει τό όνομα μέ έκεΐνο τού Μπόγδη άπό τή Γριάτσιανη, ό όποιος έζησε περί τό 1688 κατά τόν Popovic. 
Μάλιστα δέ σέ σχετικό σχόλιό του ό Καλινδέρης σημειώνει χαρακτηριστικά περί διατεινομένων ότι ελκουν τήν καταγωγήν άπό τήν περιώνυμον Μοσχόπολίν διά φαντασίαν . Βέβαια στήν περίπτωση τών Μπόντη πρόκειται γιά έπιφανές όνομα τοΰ Βλατσιοΰ, διαπιστώνω όμως κατά τά άλλα στόν Καλινδέρη κάποια ύπερβολική φειδώ ώς πρός τόν χαρακτηρισμό οικογενειών τοΰ Βλατσιοΰ ώς Μοσχοπολιτών, μέ άποτέλεσμα νά παραμένει ό κύκλος αύτός σχεδόν ερμητικά κλειστός καί άριθμητικά ελάχιστος. Καί επ’ αύτού άς μοΰ έπιτραπει νά παρατηρήσω ότι αύτό δέν μπορει νά όφείλεται κυρίως σέ έλλειψη μαρτυριών.
Διέπει τίς μελέτες, ιδιαίτερα τοΰ Καλινδέρη, κάποιος —διακριτικός μέν, έν τούτοις— άριστοκρατικός έκλεκτισμός, έτσι ώστε Μοσχοπολίτες νά είναι άποκλειστικά καί μόνο οικογένειες έπιφανεΐς, οί όποιες τελικά εγκαταλείπουν τό Βλάτσι άνεπιστρεπτί .
Επανερχόμαστε στόν χαρακτηρισμό τοΰ Βλατσιοΰ άπό τόν Popovic ώς έν μικρογραφία Μοσχόπολιν καί στήν άναγωγή τοΰ γεγονότος άπό τόν Καλινδέρη εις τό έπικραστέρως όνομαστόν τής Μοσχοπόλεως.
 Άν λάβουμε ΰπ’ όψη ότι τό Βλάτσι άνέδειξε επιφανείς άνδρες καί μή Μοσχοπολίτες, όπως τόν Φαρμάκη, τόν Βέλ(λ)ιο, τοΰς Γερμάνηδες, τόν Θωμάίδη, τόν Κεραμόπουλλο κ.ά., τότε παρατηρειται μία άσυμφωνία ανάμεσα στήν άποψη τοΰ Καλινδέρη καί τήν ιστορική πραγματικότητα τοΰ Βλατσιοΰ, που ή πρώτη κλονίζεται άπό τή δεύτερη.
Άν έπίσης λάβουμε ύπ’ όψη τό γεγονός ότι όπως έξάγει ό Ιδιος ό Καλινδέρης άπό τόν Κώδικα τής Σιατίστης, τό Βλάτσι ειχε προαχθεΐ ήδη τό 1797 σέ κωμόπολη καί σ’ αύτό κατά τή γνώμη του συνέβαλε τά μέγιστα ή μετοικεσία κατοίκων εκ τών περί τόν Γράμμον χωρίων καί κωμοπόλεων ώς καί κωμοπόλεων ως και τής περιπύστου Μοσχοπόλεως, τότε, συσχετίζοντας τό γεγονός μέ τήν προηγούμενη διαπίστωση, νομίζω πώς ή ρήση τοΰ Popovic πρέπει νά έρμηνευθει όχι μόνο ποιοτικά», παρά καί «ποσοτικά» καί νά ύποθέσουμε ικανότερο άριθμό Μοσχοπολιτών καταφυγόντων στό Βλάτσι, οπότε νά «άναζητηθή» τό «συγκεκριμένον» καί σέ άλλα επώνυμα οικογενειών τοΰ Βλατσιοΰ, έάν βέβαια ύπάρχει άκόμη κάποια δυνατότητα.
Παίρνοντας καί πάλι άφορμή άπό τό ’Αρχείο τών ’Αδελφών Γραμματικού άναφέρομαι σέ κάποιο έπώνυμο τοΰ Βλατσιοΰ, τό όποιο δέν συγκαταλέγεται μέχρι στιγμής ιιεταξύ έκείνων τών εκ Μοσχοπόλεως, όμως μία επιμελής έξέταση καί διασταύρωση πληροφοριών νά μπορούσε πιθανόν νά τό έντάξει.

Σέ όλους έμάς τούς Βλατσιώτες είναι γνωστή ή οικογένεια Θεμελή, μέ έξέχον μέλος τόν εύεργέτη τής Κοινότητος Βλάτσης Νικόλαο Κ. Θεμελή. Στόν Α' Κώδικα τοΰ Βλατσιοΰ άπό τό έν λόγω ’Αρχείο αν
αφέρονται ό Γιάννης Θεμελής τό έτος 1822 καί ό Γιάννης Θυμελή (sic) τό έτος 1828 ώς κάτοικοι τοΰ Βλατσιοΰ. 
Πρόκειται μάλλον γιά ένα καί τό αύτό πρόσωπο.
Ό Κ. Θεμελής φέρεται κατόπιν ώς ιδιοκτήτης οικίας στό Βλάτσι κατά τό πρώτο τέταρτο τοΰ αιώνα μας στόν πίνακα Καλινδέρη καί μάλιστα μέ τόν χαρακτηρισμό τής οικίας του ώς «πρώην σχολεΐον Δούμπα».

Επίσης κατά τόν ίδιο πίνακα υπήρχε καί δεύτερος Θεμελής ιδιοκτήτης οικίας στό Βλάτσι.
Τό ίδιο ’Αρχείο μάς διασώζει επιστολή άπό τις 3 Μάΐου 1844, τήν όποια άπευθύνει ό Ίωάνος (sic) Γ. Μάος άπό τό Βελιγράδι στόν πατέρα του Γεόργιο (sic) Μάο στή Βοσκόπολη ή Μοσκόπολη (ύπάρχουν έναλλάξ καί οί δύο γραφές). ’Ιδιαίτερο ένδια- φέρον γιά μάς εδώ παρουσιάζουν οί φράσεις:
πάτερ σάς ήδοπηό ότι σάς εστηλα με τόν Θεμελί 6: φλορία
καί
μανθάνοντας διά τόν κυρ Θεμελί ότη εκουρσεφθη

Άπό τήν επιστολή δέν εξάγεται ότι ό «κύρ Θεμελίς» είναι οπωσδήποτε Μοσχοπολίτης, έν τούτοις δέν άποκλείεται άποτελεί κάποιο στοιχείο σημαντικό, όπως σημαντικό στοιχείο είναι καί τό γεγονός ότι ή επιστολή διασώζεται σέ οικογενειακό ’Αρχείο Βλατσιώτη. 
Τό πρώτο ερώτημα είναι πώς βρέθηκε στό ’Αρχείο αυτό ή επιστολή καί τό δεύτερο άν πρόκειται γιά άπλή ομωνυμία προσώπων μέ τό οικογενειακό Θεμελής ή άν πρόκειται γιά μέλη τής ιδίας οίκογενείας. 
Τό επώνυμο Θεμελής ύπήρχε στή Μοσχόπολη; Άν ναι, μήπως ή οικογένεια τού Βλατσιοϋ Θεμελή ελκει τήν καταγωγή άπό τήν περιώνυμο πόλη;
Πάντως κατά τή διάρκεια τού Συνεδρίου περί Μοσχοπόλεως ή Κυρία Βαλαούρη- Γερμάνη, Μοσχοπολίτισσα διαμένουσα στήν Κορυτσά, μοϋ διεβεβαίωσε ότι τό επώνυμο Θεμελής ύπήρχε όντως στή Μοσχόπολη. 
Ή Ιδια μοϋ έτόνισε έπίσης ότι τό επώνυμο τοϋ συζύγου της Γερμάνης —έπώνυμο καί αυτό μεγάλης οίκογενείας εύπατριδών τοϋ Βλατσιοϋ καί εύεργετών— δέν είναι μοσχοπολίτικο παρά συνδέεται μέ τήν περιοχή τών Πρεσπών.
Κατά τήν πρώτη μου αύτή εδώ ενασχόληση μέ τόν προβληματισμό τοϋ παρόντος θέματος έπεχείρησα καί μία σύγκριση ονομάτων οίκητόρων τής Κοινότητος Βλάτσης, κατά τό Αρχείο τών Αδελφών Γραμματικού καί κατά τά μνημονευθέντα συγγράμματα τών Βλατσιωτών, μέ ονόματα Μοσχοπολιτών, τά όποια εμπεριέχονται στό εύρετήριο τοϋ μνημονευθέντος συγγράμματος τοϋ Μητροπολίτου Ιωακείμ Μαρτινιανού.
Μία άρχική διαπίστωση είναι ότι κάποια άπό τά ονόματα άπαντοϋν τόσο στό Βλάτσι δσο καί στή Μοσχόπολη, ώς παράδειγμα δέ παραθέτω έδώ τά έξης:
Βλάτσι                                                                ...Μοσχόπολη
1. Βαλαόρις (1822)                                             .1. Ναούμ Βαλαούρης (1804-1897)
                                                                                   .τζιότζια μπαλαούρι (1807)
                                                                                   .κόστη μπαλαούρι (1837)
                                                                                   .κόστη παλαούρι (1844)
                                                                                   .Ίουάνης παλαούρι (1822)
2. Γκόγκας (1900/1925)                                .2. τζηότζα γγόγκα (1822)
                                                                     .ναούμ γκόγκα (1844)
3.  Λουκάς (1900/1925)                            .3. Δούκας (1850)
4. Λαζο Μούρινας (1806)                     .4. ’Αλύπης Γκικάδια Μούρρα (1901)
(Μούρας-Μούρινα;)
Μοΰρας (1900/1925)                                         Λουκάς Γκικαδία Μούρρα (1901)
5. Νοΰκας (1900/1925)                                  .5. Λάμπρος Νούκα (1811)
6. Nτόκος (Δόκος) (1785/1790)                  .6. Σπΰρος Γιανκούση Ντόκου (1901)
Nτόκος (1900/1925)                                         .Διονύσιος Γ ιανκούση Ντόκου (1901)
7. Σιδέρυ (1824)                                         .7. Μιχαήλ Γεωργίου Σιδέρης (1750)
Σιδέρης (1900/1925)
8. Σίμος (1900/1925)                                     .8. Ιωάννης Σίμος (1750)
                                                                     .Χατζή Μιχαήλ Σίμος (1750)
9. Τέρπας (1900/1925)                                 .9. Νεκτάριος Τέρπος, ιερομόναχος (18ος αί.)
Τέρπος (1821)
10. Ζάχος Φοΰντος (1800)                         .10. νιτζάς φούντου (1822)
                                                                      .Φοΰντος (1900)

Ή συστηματική περαιτέρω αναζήτηση επωνύμων καί ή άντιβολή ενδεχομένων πηγών, καθώς καί ή διασταύρωση πληροφοριών, όπως ήδη έτέθη στήν αρχή, μπορούν πιθανόν νά οδηγήσουν στή διευκρίνηση τής συνυπάρξεως καί τών ανωτέρω καί άλλων επωνύμων στούς δύο τόπους, ώστε νά διευρυνθει τό φάσμα τών γνώσεών μας —κατά προσέγγιση βέβαια— περί τών καταφυγόντων στό Βλάτσι Μοσχοπολιτών 
άπό ύποχρέωση καί διάθεση συμβολής στήν άποκατάσταση τής όχι σπάνια άποσπασματικής εικόνας
 ώς πρός τήν 'Ιστορία τοϋ Μακεδονικού Ελληνισμού
άπό σεβασμό καί άγάπη πρός τήν 'Ιστορία τοϋ ϊδιου τοϋ Νέου Ελληνισμού.
Τόν Δεκέμβριο τοΰ 1956 πέθανε σέ ηλικία πλέον τών εκατό ετών ό πατρικός μου παππούς Στέργιος Βίττης, γεννημένος στό Βλάτσι, όπως καί ό πατέρας του Δημήτριος, ϊσως καί ό παππούς του. 
Μέχρι καί τήν πρώτη δεκαετία τοΰ αιώνα μας ό Στέργιος Βίττης άσκούσε εμπόριο διαμετακομιστικό μέ καραβάνια καί πάμπολλες φορές είχε διασχίσει τή Χερσόνησο τού Αίμου φτάνοντας στήν Κωνσταντινούπολη, στό Βουκουρέστι, στό Βελιγράδι καί σ’ αύτήν τή Βιέννη. 
Πολύπειρος, γλωσσομαθής, όμως λακωνικός στή φράση, «Πρώσσος» στήν άκρίβεια:
Είμαστε άπό τή Μοσχόπολη, τόν άκουγαν τά μεγαλύτερα άδέλφια μου πολλές φορές νά λέει.
Ή θύμηση τοΰ Βλατσιοΰ, ό θρύλος τής Μοσχόπολης ήσαν άπό τά πιό άγαπημένα θέματα στις έπιτραπέζιες συζητήσεις —ό άρτος ό επιούσιος— τοΰ μακαρίτη τοΰ πατέρα μου Νικολάου Βίττη άπό τά παιδικά μας χρόνια. 
Σίγουρα καί πολλών άλλων πατεράδων Βλατσιωτών. 
Έτσι προπαντός εξηγείται καί ή πυκνή προσέλευση Θεσσαλονικέων Βλατσιωτών στό Διεθνές Συνέδριο γιά τή Μοσχόπολη, ή συγκίνησή τους, ή ευγνωμοσύνη πρός τήν Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών καί ιδιαίτερα πρός τόν Πρόεδρό της, ομότιμο Καθηγητή τοϋ Α.Π.Θ. κ. Κωνσταντίνο Βαβοΰσκο, άλλά καί πρός όσους λαμπρούς ερευνητές είχαν τήν έμπνευση καί τήν πρωτοβουλία.
Άπό καρδιάς θά ήθελα ώς έν κατακλεΐδι καί άπό τή θέση αύτή έδώ νά εύχαριστήσω τούς άναφερθέντες φίλους καί συγγενείς γιά τήν όποιαδήποτε χρήσιμη πληροφορία τους, όπως καί τόν έξέχοντα Βαλκανιολόγο καί έκλεκτό φίλο Άχιλλέα Λαζάρου γιά τις συζητήσεις μας καί τις λίαν διαφωτιστικές άπόψεις του ώς πρός τό πραγματευόμενο θέμα. ’
Ιδιαίτερα άναφέρομαι στήν κ. Μαρία Τσίρου-Δημητρακοπούλου (Θεσσαλονίκη), καθώς καί στις κκ. Μαρία Ροπούλου καί Άννα Ροπούλου-Βασιλειώρη (Bochum), πού χάρη καί στή δική τους άγάπη κατέστη δυνατό τό παρόν δημοσίευμα καί τις εύχαριστώ επίσης άπό καρδιάς. 



Δεν υπάρχουν σχόλια: