Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Εθνική Παλιγγενεσία: Οι Ελληνικές κοινότητες Ρωσίας και Βαλκανίων.

Για τις ελληνικές παροικίες της Κεντρικής Ευρώπης αναφέραμε ενδεικτικά την κοινότητα της Βιέννης.
Θα ολοκληρώσουμε με  τις Ελληνικές παροικίες στις πρώην Γιουγκοσλαβικές χώρες και της Ρωσσίας.
Αποσπάσματα από το Παροικιακό Ελληνισμό.


Από το .history-of-macedonia.com
 Σημαντικό ποσοστό απόδημων Ελλήνων συγκέντρωσαν και οι περιοχές που σήμερα ανήκουν στην πρώην Γιουγκοσλαβία και οι οποίες στα χρόνια της τουρκοκρατίας ήταν διαιρεμένες στις καθαρά σερβικές επαρχίες -υπό τους Οθωμανούς- και στις περιοχές που πέρασαν στα 1521 στα χέρια των Οθωμανών και περιήλθαν στα 1718 στους Αυστριακούς.

Τα κέντρα εγκατάστασης των ελλήνων παροίκων στις περιοχές αυτές ήταν πολυάριθμα. Στις καθαρά σερβικές επαρχίες οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στις πόλεις Νίσσα (Nis), Κραγκούγιεβατς (Kragujevac), Κρούσεβατς (Krusevac), Βάλιεβο (Valjevo), Ποζάρεβατς (Pozarevac), Σμεντέρεβο (Smederevo), Βελιγράδι (Beograd), Σάμπατς (Sabac) και σε άλλες δευτερεύουσας σημασίας πόλεις.

Στις περιοχές που τέθηκαν μετά το 1718 υπό αυστριακή κυριαρχία Έλληνες συναντάμε στο Σεμλίνο (Zemun), στη Μιτροβίτσα (Mitrovica), στο Βούκοβαρ (Vukovar), στο Κάρλοβιτς (Sremski Karlovci), στις πόλεις Πάντζεβο (Pancevo) και Βέρσατς (Vrsac) που ανήκουν στην επαρχία Μπανάτου και στο Σλαβόνσκι Μπροντ (Slavonski Brod), Κάρλοβατς (Karlovac), Οσιγιέκ (Osijek) και Ζάγκρεμπ (Zagreb) που ανήκουν στην περιοχή της Κροατίας.


 Όλες αυτές οι ελληνικές παροικίες, με ιδιαίτερα σημαντικές του Βελιγραδίου και του Σεμλίνου, άκμασαν καθ' όλη τη διάρκεια του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, ενώ από το 1840 και εξής άρχισαν να παρακμάζουν, όπως και οι υπόλοιπες εστίες του ελληνισμού της διασποράς.

Προνόμια - Οργάνωση - Εκκλησία.

Το πρώτο προνόμιο που παραχωρήθηκε στους ορθόδοξους βαλκάνιους -κυρίως Σέρβους αλλά και Έλληνες και Βλάχους- που ήρθαν στις γιουγκοσλαβικές επαρχίες ήταν στα 1690 (26 Απριλίου),
όταν ο αυστριακός αυτοκράτορας Λεοπόλδος Α', μετά από αίτημα των νεοαφιχθέντων στις περιοχές αυτές ορθοδόξων, τους εγγυήθηκε προστασία και συμπαράσταση σε κάθε περίσταση ορίζοντας ότι δεν είχε κανείς το δικαίωμα να τους ενοχλήσει ή να τους υποδουλώσει,
ενώ ένα έτος αργότερα (11 Απριλίου 1691) νέο αυτοκρατορικό διάταγμα διόριζε υποβοεβόδα των μεταναστών αυτών τον Ιωάννη Μοναστιρλή.

Καθώς το Σεμλίνο ανακηρύχτηκε στα 1749 ελεύθερος καισαροβασιλικός στρατιωτικός δήμος, με μικρές μόνο στρατιωτικές υποχρεώσεις προς το κράτος, οι κάτοικοί του απέκτησαν το δικαίωμα αυτοδιοίκησης. Ανάμεσα, λοιπόν, στους κατοίκους που αναρριχήθηκαν στις ανώτερες θέσεις της διοίκησης της πόλης υπήρχαν και αρκετοί Έλληνες και Βλάχοι (π.χ. οι Ι. Κυρίτσας, Κ. Πέτροβιτς και Π. Μόρφης έδρασαν ως δήμαρχοι της πόλης).

Ίδρυση ναού για τους έλληνες παροίκους 


Σεμλίνο, Αγ.Νικόλαος.
Οι έλληνες πάροικοι από την αρχή της εγκατάστασής τους στις πρώην γιουγκοσλαβικές περιοχές προσπάθησαν να αποκτήσουν δικούς τους ναούς ή τουλάχιστον την άδεια να γίνεται η Θεία Λειτουργία στην ελληνική γλώσσα, καθώς αφενός η θρησκευτική ζωή τους ήταν στενά συνδεδεμένη με εκείνη των υπόλοιπων ορθοδόξων των πόλεων (Βουλγάρων, Ρουμάνων, Σέρβων) κι αφετέρου οι ορθόδοξοι των πόλεων βορειότερα του ποταμού Σάβου υπάγονταν εκκλησιαστικά στη μητρόπολη Καρλοβικίων ενώ εκείνοι των νότιων γιουγκοσλαβικών περιοχών εξαρτιόνταν από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης.
Πραγματικά, σε κάθε πόλη όπου συγκεντρώθηκαν οι έλληνες πάροικοι απέκτησαν τουλάχιστον έναν ορθόδοξο ναό.
Ο πρώτος ορθόδοξος ναός ιδρύθηκε στο Σεμλίνο και αφιερώθηκε στον 'Αγιο Νικόλαο. Η ανέγερσή του άρχισε στα 1745 και αποπερατώθηκε στα 1752.

Λίγο αργότερα, στα 1780 ιδρύθηκε και δεύτερος ορθόδοξος ναός στην πόλη αφιερωμένος στη Γέννηση της Θεοτόκου. Τέλος, ο έλληνας απόδημος Θεόδωρος Αποστόλου χρηματοδότησε εξ ολοκλήρου την ανέγερση του παρεκκλησίου των Αρχαγγέλων.


Δικούς τους ορθόδοξους ναούς ή παρεκκλήσια απέκτησαν οι έλληνες πάροικοι και στις πόλεις Βέρσατς (Vrsac) (ναός του Αγίου Νικολάου), Σμεντέρεβο (Smederevo) και Ρούμας (Rumas), ενώ στο Τζάκοβο (Cakovo) και στο Βελιγράδι (Beograd) οι Έλληνες εκκλησιάζονταν στους ίδιους ναούς με τους Σέρβους,
αλλά πέτυχαν να γίνεται η λειτουργία και στην ελληνική γλώσσα.


Οι τόποι καταγωγής των ελλήνων και βλάχων παροίκων των πρώην γιουγκοσλαβικών χωρών ήταν κυρίως η δυτική Μακεδονία και δευτερευόντως η Ήπειρος, η Θράκη και η Θεσσαλία.
Οι συχνότερα απαντώμενες πόλεις προέλευσης των παροίκων ήταν οι: Κοζάνη, Σιάτιστα, Βλάστη, Κλεισούρα, Σέλιτσα
ενώ στο Βελιγράδι, ειδικότερα, συναντά κανείς Έλληνες και από την Αδριανούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα, τις Σέρρες, την Κατράνιτσα, την Καστοριά, το Βελβεντό, το Μπλάτσι, τη Μοσχόπολη και το Μελένικο.

Η αριθμητική δύναμη των παροικιών αυτών ήταν ιδιαίτερα αξιόλογη με βάση τα μεγέθη της εποχής, ενώ τα μέλη τους παρουσιάζουν σταθερή αριθμητική αύξηση στη διάρκεια του 18ου αιώνα.

Tο Σεμλίνο εξελίχτηκε σε σημαντικότατη ελληνική παροικία με 200-250 Έλληνες στα 1764, οι οποίοι στα 1816 άγγιξαν τους 800 για να φτάσουν τους 1000 στα 1823.

Από τα μέσα, όμως, του 19ου αιώνα το ελληνικό στοιχείο τόσο στο Σεμλίνο όσο και στις άλλες γιουγκοσλαβικές πόλεις παρουσίασε αισθητή μείωση.

Αναφορικά με τις σχέσεις των ελλήνων παροίκων με τους αυτόχθονες πληθυσμούς και παρά τις αντιθέσεις , οι Έλληνες των πρώην γιουγκοσλαβικών χωρών κατόρθωσαν σε πολλές περιπτώσεις να επιβληθούν στην τοπική κοινωνία και να διαδραματίσουν πρωτεύοντα οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό ρόλο
(π.χ. τρεις Έλληνες σταδιοδρόμησαν ως δήμαρχοι στο Σεμλίνο). Γνωστές ελληνικές οικογένειες των γιουγκοσλαβικών περιοχών αποτελούν, ενδεικτικά, οι οικογένειες Ζάγκλα στο Σμεντέρεβο (Smederevo), Θωμά, Κουμανούδη, Μπουκουβάλα, Χριστοδούλου κ.ά. στο Βελιγράδι και Καραμάτα, Δάρβαρη, Σολλάρου, Ζήκου κ.ά. στο Σεμλίνο.

Παιδεία

Οι Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στις πρώην γιουγκοσλαβικές περιοχές μερίμνησαν από νωρίς για την ίδρυση σχολείων ελληνικών. Στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους, πριν αποκτήσουν δικά τους σχολεία, μόρφωναν τα παιδιά τους με ιδιωτικούς δασκάλους ή τα έστελναν στα κοινά για όλους τους ορθοδόξους (Έλληνες, Σέρβους, Βούλγαρους) των πόλεων σχολεία, όπου διδάσκονταν και ελληνικά.
Το ελληνικό σχολείο του Σεμλίνου (Zemun), που ιδρύθηκε στα 1794 μετά από μία έντονη διένεξη μεταξύ Ελλήνων και Σέρβων,
ονομάστηκε "Ελληνομουσείο" και διαιρούνταν σε τρεις κύκλους:

α) την απλή ελληνική σχολή ή πρώτο σχολείο, όπου τα παιδιά μάθαιναν ανάγνωση,
β) την ελληνική σχολή ή δεύτερο σχολείο, όπου οι μαθητές έπαιρναν τις βασικές γνώσεις γραμματικής και γ) το τρίτο σχολείο, όπου οι μαθητές τελειοποιούσαν τις γνώσεις τους και διδάσκονταν μεταξύ άλλων και τη Ρητορική.

 Το ελληνικό σχολείο του Σεμλίνου στα 1802 αριθμούσε 88 μαθητές και μαθήτριες, ενώ γρήγορα απέκτησε μεγάλη φήμη και ήρθαν να φοιτήσουν σε αυτό και Σέρβοι και Ούγγροι από το Σεμλίνο, το Βελιγράδι και άλλες περιοχές.

 Το σχολείο διέθετε επίσης και βιβλιοθήκη, ενώ ανάμεσα στους ξακουστούς λογίους της εποχής που υπηρέτησαν ως δάσκαλοι σε αυτό, ως την παύση της λειτουργίας του στα 1876, ανήκουν ο Ευφρόνιος Ραφαήλ Πόποβιτς, ο Ιωάννης Τουρούντζας και ο Δημήτριος Μπίρδας.
Ελληνικό σχολείο απαντά και στο Ζάγκρεμπ (Zagreb), στο Βέρσατς (Vrsac) όπου το σχολείο ιδρύθηκε στα 1822, στο Νεγκότιν (Negotin), στο Σάμπατς (Sabac), στο Σμεντέρεβο (Smederevo) και στο Βελιγράδι (Beograd).

Εκτός από την ίδρυση σχολείων, η περαιτέρω πνευματική δραστηριότητα στις ελληνικές παροικίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας υπήρξε περιορισμένης εμβέλειας κι εντοπίζεται κυρίως στο φιλολογικό και συγγραφικό έργο μερικών λογίων, όπως του Δημήτριου Δάρβαρη, του Γεώργιου Ζαχαριάδη και του Τριαντάφυλλου Δούκα, οι οποίοι έδρασαν στο Σεμλίνο και έγραψαν έργα κυρίως παιδαγωγικά, θρησκευτικά και κάποια χρηστικά για την εξυπηρέτηση των εμπόρων.

Επίσης, μετέφρασαν στα ελληνικά αξιόλογα γερμανικά, ρωσικά, σερβικά και άλλα σλαβικά βιβλία και στα σλαβικά αρχαίους έλληνες συγγραφείς.
Τέλος, στο Σεμλίνο από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα συναντά κανείς αρκετά βιβλιοπωλεία και τυπογραφεία, με ιδιαίτερα σημαντικά ανάμεσά τους εκείνα των ελληνικών οικογενειών Καραμάτα και Πούλιου.

Φιλανθρωπία
Οι έλληνες πάροικοι στις πρώην γιουγκοσλαβικές χώρες, ακολουθώντας το πρότυπο και των άλλων Ελλήνων μέσα στο πλαίσιο της αψβουργικής μοναρχίας, επένδυαν πολλά από τα χρήματα που είχαν συγκεντρώσει σε κοινωφελείς σκοπούς.

 Έτσι, γνωρίζουμε ότι επιφανείς Έλληνες (το ζεύγος Νικόλαος κι Ευγενία Κίκη) έχτισαν ένα μεγαλοπρεπές νοσοκομείο στο Βελιγράδι, ενώ άλλοι κληροδοτούσαν μεγάλα ποσά προς συντήρηση πνευματικών ιδρυμάτων, βοήθεια φτωχών, προικοδότηση άπορων κοριτσιών, υποστήριξη φτωχών φοιτητών του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου και άλλες αγαθοεργίες στις περισσότερες γιουγκοσλαβικές πόλεις όπου ήταν εγκατεστημένοι έλληνες πάροικοι.

Παράλληλα, σημαντικά ποσά έστελναν οι έλληνες αυτοί και στις υπόδουλες πατρίδες τους
για την ενίσχυση σχολείων
και άλλων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στις πόλεις

κυρίως της δυτικής Μακεδονίας.

Οι έλληνες έμποροι στην πρώην Γιουγκοσλαβία ήταν μεγαλέμποροι, παραγγελιοδόχοι και μικρέμποροι.
Οι μεγαλέμποροι λειτουργούσαν συχνά με τη μορφή των εμπορικών οίκων.
Σημαντικοί ελληνικοί εμπορικοί οίκοι του Βελιγραδίου ήταν,
ενδεικτικά, των οικογενειών
Κίκη, Θωμά, Μπουκουβάλα, Χριστοδούλου κ.ά.


Εκτός, όμως, από το εμπόριο οι Έλληνες στην πρώην Γιουγκοσλαβία ασκούσαν και μια σειρά άλλων επαγγελμάτων σχετικών με το εμπόριο, όπως, καταρχήν,
χρηματιστηριακές και τραπεζιτικές δραστηριότητες.
Ξακουστοί τραπεζιτικοί οίκοι στο Σεμλίνο ήταν των οικογενειών Δάρβαρη και Σπίρτα,
ενώ στο Βελιγράδι σπουδαίος τραπεζίτης ήταν ο Ι. Κουμανούδης και
στο Ζάγκρεμπ ο Αναστ. Πόποβιτς ίδρυσε το πρώτο ταμιευτήριο της Κροατίας.
Στις αρχές του 19ου αιώνα ο έλληνας Π. Σπίρτας άνοιξε το πρώτο εργοστάσιο για την επεξεργασία κουκουλιών στο Σεμλίνο,
ενώ οι Έλληνες του Κραγκούγιεβατς ίδρυσαν το πρώτο εργοστάσιο μπίρας στη Σερβία.

 Γλώσσα.

Η ελληνική γλώσσα ήταν η γλώσσα της ανώτερης κοινωνικής τάξης των γιουγκοσλαβικών λαών και η γλώσσα του εμπορίου.

Αργότερα, οι έλληνες έμποροι προσπαθώντας να συνεννοηθούν με τους πελάτες τους -τους γιουγκοσλαβικούς λαούς- επιδόθηκαν στην εκμάθηση της σερβικής γλώσσας κι εξέδωσαν προς αυτή την κατεύθυνση πολλά ελληνοσερβικά και σερβοελληνικά βοηθήματα.

 Οι Έλληνες του Σεμλίνου ήταν, επίσης, ενήμεροι για τη δράση του Ρήγα Φεραίου και την προετοιμασία γενικά της Ελληνικής Επανάστασης και κάποιοι από αυτούς, με κυριότερους ανάμεσά τους τον Ιωάννη Γεωργίου Τουρούντζια, το Φυλακτό Νικολάου, το Γεώργιο Αθανασίου, το Γεώργιο Αυξεντίου και τον Κωνσταντίνο Γεωργίου-Κυρίτσα, κατατάχθηκαν στους οπαδούς του Ρήγα.
Γενικά, οι οπαδοί του Ρήγα στο Σεμλίνο ανήκαν σε πλατιά κοινωνικά στρώματα και πολλοί από αυτούς διέθεταν οικονομική επιφάνεια και ισχυρή κοινωνική θέση..

Οι Ελληνικές παροικίες στη Ρωσική Αυτοκρατορία

Kατά την περίοδο του 15ου έως τα μέσα του 17ου αιώνα απαντάται μια κίνηση κληρικών και εκκλησιαστικών λογίων από τα τρία μεγάλα Πατριαρχεία της Ανατολής (Kωνσταντινούπολης, Αλεξάνδρειας και Ιεροσολύμων) προς την πλούσια και ομόδοξη Ρωσική Αυτοκρατορία με απώτερο σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων.
Τα ταξίδια αυτά, παρά τον περιστασιακό τους χαρακτήρα, ενίοτε κατέληγαν σε διαδρομές με επαναληπτικό ρυθμό και μόνιμες εγκαταστάσεις. Οι ζητείες είχαν λάβει τη μορφή συγκεκριμένης και επίσημης δράσης των Πατριαρχείων.
Ταυτόχρονα όμως, απαντώνται και μεμονωμένες περιπτώσεις ατόμων ελληνικής καταγωγής στις τάξεις του ρωσικού στρατού και του διπλωματικού σώματος.
Οι πρώτες, λοιπόν, συμπαγείς ομάδες ατόμων ελληνικής καταγωγής εμφανίζονται σε ορισμένα εμπορικά κέντρα της Ουκρανίας: στο Νέζιν και το Λβόφ.
Η δεύτερη περίοδος άρχισε στα τέλη του 18ου αιώνα με τη μαζική μετανάστευση ατόμων από τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο και τα νησιά προς την περιοχή της νεοαποκτηθείσας, τότε, νότιας Ρωσίας, με την παράλληλη σύσταση Κοινοτήτων όπως αυτών της Οδησσού, της Χερσώνας, του Ταϊγανίου (Taganrog), κλπ.
 Βρισκόμαστε στην περίοδο μετά το τέλος των Ρωσοτουρκικών Πολέμων του 1768-1774 και 1787-1792.
Τέλος, μέσα στο πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα παρουσιάστηκε ένα ρεύμα χριστιανών Ποντίων από τα εδάφη του υπό οθωμανική κατοχή Πόντου προς τις ρωσικές περιοχές της Υπερκαυκασίας.

Ο Ιβάν Δ' της Ρωσίας, γνωστότερος με το προσωνύμιο Τρομερός (Ива́н IV Гро́зный), υπήρξε ο πρώτος τσάρος του Βασιλείου της Ρωσίας. Γεννήθηκε στις 25 Αυγούστου 1530 στη Μόσχα, γιος του ρουρικίδα Μεγάλου Δούκα της Μοσχοβίας Βασιλείου Γ' και της Έλενας Γκλίνσκαγια.
Μέσω του πατέρα του ήταν δισέγγονος του Θωμά Παλαιολόγου, Δεσπότη του Μυστρά και αδελφού του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου.

Από την εποχή του Ιβάν του Τρομερού και κυρίως επί Θεοδώρου Α' Ιβάνοβιτς τα πατριαρχικά κέντρα της Ανατολής οργάνωναν αποστολές στη Ρωσία εκμεταλλευόμενα το ενδιαφέρον των Τσάρων για την κληρονομιά του Βυζαντίου και το ιδεολόγημα της "τρίτης Ρώμης ", αλλά και τους δεσμούς με τους ρώσους ομόδοξους, προσπαθώντας παράλληλα να ανακόψουν τη διείσδυση των καθολικών και των προτεσταντών στην ευρύτερη περιοχή
.
Συχνά στην περίοδο μεταξύ 15ου και 18ου αιώνα οι κληρικοί που περιόδευαν στην Ουκρανία -που από το 1656 βρισκόταν σε καθεστώς ρωσικής κυριαρχίας με ντόπιους όμως άρχοντες (γέτμαν)- συνοδεύονταν από "ανιψιούς", εμπόρους που βρίσκονταν έναντι αμοιβής υπό την προστασία των κληρικών αυτών.
Μέσω αυτού του μηχανισμού θα αρχίσουν οι πρώτες συμπαγείς εγκαταστάσεις εμπόρων ελληνικής καταγωγής στα εμπορικά κέντρα της Ουκρανίας.
Η παροικία μάλιστα του Νέζιν εκμεταλλεύτηκε από νωρίς τα προνόμια που τους παραχώρησαν οι ουκρανοί γέτμαν και ίδρυσε επίσημα από το 1696 την ελληνική εμπορική Αδελφότητα του Νέζιν.
Το σχέδιο του Μεγάλου Πέτρου για έξοδο της Ρωσίας στον Εύξεινο ευοδώθηκε επί Αικατερίνης Β'. Μέρος των προτάσεων αποτέλεσε και το "ελληνικό σχέδιο" για την επέκταση της αυτοκρατορίας προς τις θερμές θάλασσες με αξιοποίηση των ορθόδοξων στοιχείων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κυρίως των Ελλήνων.


Η ίδια η τσαρίνα είχε φροντίσει, με προσκλήσεις γνωστών λογίων (Ευγένιος Βούλγαρης, Κωνσταντίνος Θεοτόκης) στη Ρωσία, να στηρίξει τη διαδικασία όπου οι πνευματικές ανταλλαγές των δύο ορθόδοξων πολιτισμών διαπλέκονταν
με τα ρωσικά αυτοκρατορικά σχέδια και τους εθνικούς πόθους των Ελλήνων.

Οργάνωση της κοινότητας- προνόμια.

Η συμπαγής εμπορική παροικία του Νέζιν κατάφερνε να αποσπά μια σειρά προνομίων, σε όλο το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, από τους τοπικούς άρχοντες (γέτμαν), τα οποία στη βάση τους επικύρωναν το ένα το άλλο. Αλλά και τα διατάγματα του Μεγάλου Πέτρου (11 Μαρτίου 1710) και της Αικατερίνης Β' (1 Σεπτεμβρίου 1785) αναγνώρισαν και επικύρωσαν τα προηγούμενα. Οι Έλληνες της πόλης, με πρωτοβουλία του ιερέα Χριστόφορου Ντμήτριεφ (από τη Μακεδονία), κατάφεραν να αποκτήσουν άδεια ανέγερσης δικού τους ναού (1679). Έτσι οικοδομήθηκαν αρχικά ο ξύλινος ναός των Μιχαήλ και Γαβριήλ και κατόπιν ο λίθινος ναός των Αγίων Πάντων, που εγκαινιάστηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1731.
 Η Οδησσός, μια πόλη που ξεκίνησε εκ θεμελίων από τους έλληνες πολεμιστές-αποίκους του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1768-1774, προσφέρεται καλύτερα για μελέτη όσον αφορά στη δημογραφική εικόνα της.

Πέρα από την Odesskii Greckeskii Division (Οδησσινή Ελληνική Μοίρα), οι Έλληνες, κυρίως έμποροι, στάθηκαν από τα πιο ενεργά οικονομικά στοιχεία της πόλης και συνεισέφεραν τα μέγιστα στην ανάπτυξή της.
Χαρακτηριστικό είναι πως η πόλη σχεδιάστηκε αρχικά να περιλαμβάνει δύο τομείς: το στρατιωτικό και τον ελληνικό.
Σύντομα όμως έλαβε χαρακτήρα πολυπολιτισμικής πόλης: στους δρόμους της κυκλοφορούσαν ρώσοι, ουκρανοί κοζάκοι, εβραίοι, έλληνες, αρμένιοι, τάταροι, πολωνοί, γερμανοί (μεννονίτες και καθολικοί), ιταλοί και άγγλοι έμποροι, ο καθένας με την ενδυμασία και τη λαλιά του.
Η ιταλική και η ελληνική ήταν οι πιο διαδεδομένες ξένες γλώσσες, απαραίτητες για όποιον εμπορευόταν στην περιοχή. 
Τα άτομα ελληνικής καταγωγής παρουσίαζαν τη μεγαλύτερη συγκέντρωση στην οδό Deribasovskaia.
Η απογραφή του de Ribas (1795) μέτρησε 2.349 άρρενες κατοίκους, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται ευγενείς, δημόσιοι υπάλληλοι, στρατιωτικοί και η Οδησσινή Μοίρα.
Το 1797 ο ανδρικός πληθυσμός έφτανε τα 3.455 άτομα, ενώ μαζί, ως ίδια εθνική κατηγορία, υπολογίστηκαν οι 269 Έλληνες, Αλβανοί και Μολδαβοί. Το 1817 ο συνολικός πληθυσμός έφτανε τις 33.000 άτομα, με το 5% του συνόλου να είναι ελληνικής καταγωγής.


Παιδεία.

Η πρόνοια για τη βασική εκπαίδευση των παιδιών των αποίκων είχε αφεθεί στα χέρια της εκάστοτε Κοινότητας.
Έτσι, από το 1687 λειτουργούσε στο Νέζιν ελληνικό σχολείο στο ναό των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Επίσης, η ελληνική διδασκόταν σε άλλα 10 σχολεία της περιοχής.

Στην ίδια πόλη λειτούργησε μετά το 1804 η Σχολή Αλεξάνδρου υπό την εποπτεία του ελληνικού δημοτικού συμβουλίου, με διευθυντή που προερχόταν από τις τάξεις της Αδελφότητας.
Τέλος, έδρα ελληνικών υπήρχε στο ανώτερο ίδρυμα "Γυμνάσιο Ανωτάτων Επιστημών" του δούκα Bezborontcko.
Από το 1824 λειτούργησε ελληνικό σχολείο και στη Μαριούπολη, ενώ παρόμοιο σχολείο λειτουργούσε την ίδια εποχή και στο χωριό Μισχάνα του άλλοτε ταταρικού Alavedi. Ανώτερη στρατιωτική σχολή λειτούργησε από το 1775 στη Χερσώνα με διαταγή της Αικατερίνης Β'.
Πρόκειται για το "Ελληνικό Γυμνάσιο" ή "Γυμνάσιο των Αλλοδαπών Ομοθρήσκων". Από το 1792 συγκροτήθηκε σε Σώμα Αλλοδαπών Ομοθρήσκων", με έδρα την Πετρούπολη, για να παύσει τη λειτουργία του το 1796.

Στην Οδησσό σχολείο βασικής εκπαίδευσης, στο οποίο τα μαθήματα διεξάγονταν στα ελληνικά, λειτούργησε από το 1814.

Στην ίδια πόλη και παράλληλα με την παγίωση της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων των παροικιών και την εθνική αφύπνιση άρχισαν να παίζονται θεατρικές παραστάσεις, μετά το 1815, στα ελληνικά και με χαρακτήρα πατριωτικό.
Έτσι, στις 20 Φεβρουαρίου 1818 παρουσιάστηκε ο "Φιλοκτήτης" του Σοφοκλή,
σε μετάφραση του Ν. Σ. Πίκκολου, ε
νώ συγκίνηση προκάλεσε και η παράσταση του "Θανάτου του Δημοσθένους",
έργου επίσης του Ν. Σ. Πίκκολου.
Στην Οδησσό λειτούργησε και ελληνικό τυπογραφείο από το 1818, ενώ από το 1827 η Ελληνοεμπορική Σχολή απέκτησε το δικό της τυπογραφείο.
Με χρονική τομή την εποχή του Διαφωτισμού και των επιδράσεών του θα μπορούσαμε επίσης να παρακολουθήσουμε την πορεία του Νικηφόρου Θεοτόκη και του Ευγένιου Βούλγαρη (μέλους της Ακαδημίας της Πετρούπολης), που συνδέθηκαν και στήριξαν τους κύκλους της ρωσικής διανόησης στο 18ο αιώνα, μέχρι τη δράση του αρχιτέκτονα Γεράσιμου Πιτσαμάνη, του Ανδρέα Μουστοξύδη και του Κωνσταντίνου Οικονόμου στο 19ο αιώνα.

Ο ρωσικός κλάδος των Ζωσιμάδων ανέλαβε τη συντήρηση του σχολείου του Μπαλάνου (μετέπειτα Ζωσιμαίας) στην πατρίδα τους, τα Ιωάννινα, και βοήθησε στην εκτύπωση μεγάλης ποσότητας βιβλίων, με αποκορύφωμα την εκτύπωση συγγραμμάτων που επιμελήθηκε ο Κοραής.

 Ο Ζώης Καπλάνης, μεγαλέμπορος της Μόσχας, διέθεσε όλο το κεφάλαιό του για τη συντήρηση σχολείων και νοσοκομείων στην Ελλάδα.

Ο Ιωάννης Ντόμπολης, μεγαλέμπορος από την Πετρούπολη, κληροδότησε την περιουσία του για την ίδρυση πανεπιστημίου που θα έφερε το όνομα του φίλου του Καποδίστρια στην Ελλάδα.

Ο Ιωάννης Βαρβάκης, επιχειρηματίας στο Αστραχάν και μετέπειτα στο Ταγκανρόκ κληροδότησε την περιουσία του (1825) στην ελληνική επαναστατική κυβέρνηση.


Ο ψαριανός πλοιοκτήτης Ιωάννης Βαρβάκης πολέμησε στο πλευρό των Ρώσων στο Αιγαίο κατά την περίοδο 1770- 1774.
Με την αποχώρηση του ρωσικού στόλου βρέθηκε στη Μαύρη Θάλασσα και από εκεί στην Πετρούπολη, όπου απέκτησε πρόσβαση στην αυτοκρατορική αυλή.
Η Αικατερίνη Β' του παραχώρησε δάνειο 10,000 ρουβλίων και το δικαίωμα για αφορολόγητο εμπόριο ψαριών στη Κασπία.

Στο Αστραχάν ξεκίνησε επιχείρηση εμπορίας ψαριών και χαβιαριού, και απέκτησε έτσι μεγάλη περιουσία καθώς και τίτλους ευγένειας.

Από το 1812 βρέθηκε στο Ταγκανρόγκ, όπου πήρε τη ρωσική υπηκοότητα αλλά και τίτλους ευγενείας και για την οικογένειά του που ζούσε στην Ελλάδα.

Ο γνωστός έμπορος και κατόπιν πρόξενος των Η.Π.Α. στην Οδησσό, Ιωάννης Ράλλης ανήκε σε μια οικογένεια διασκορπισμένη στο Λονδίνο, το Μάντσεστερ, τη Μασσαλία, την Τεργέστη και την Κωνσταντινούπολη.

Αξιοσημείωτο ήταν το γεγονός πως στις αρχές του 19ου αι. οι δέκα πλουσιότεροι Έλληνες έμποροι της Οδησσού ( Θ. Σεραφίνος, Αλ. Μαύρος, Δ. Ιγγλέσης, Αλ. Κουμπάρης, Β. Γιαννόπουλος, Γρ. Μαρασλής, Κ. Παπαχατζής, Η. Μάντσης, Ιω. Αμβροσίου, Δ. Παλαιολόγος) διέθεταν συνολικό κεφάλαιο 10,000,000 συναλλαγματικών ρουβλίων (δηλαδή ένα ποσό υπό τη μορφή πιστωτικής κάλυψης και όχι μετρητών).



Δεν είναι τυχαίο ότι τα πρώτα σιγαροποιεία στην περιοχή είχαν ιδρυθεί από Έλληνες.

Ο γάλλος πρόξενος στην Οδησσό Francois Sauron έγραφε το 1832 ότι υπήρχαν 40 ξένες εμπορικές επιχειρήσεις στην πόλη, εκ των οποίων οι ελληνικές ήταν οι πολυαριθμότερες και πλουσιότερες.

Πράγματι, από τη δεκαετία του 1820 οι έλληνες έμποροι υπερίσχυσαν των βασικότερων ανταγωνιστών τους, των ιταλικής καταγωγής εμπόρων και παρουσίασαν σχετική σταθερότητα στη διάρκεια των επιχειρήσεών τους σε όλο το 19ο αιώνα.

Ήταν τέτοια η δυναμική των επιχειρηματιών ελληνικής καταγωγής στη Ρωσία, ώστε, εάν πιστέψουμε τα στοιχεία που δίνει ο Ιωάννης Καποδίστριας, το 1811 υπήρχαν 800 ελληνικές εμπορικές επιχειρήσεις σε όλη την αυτοκρατορία.


Μέχρι την έναρξη του Απελευθερωτικού Αγώνα οι Έλληνες ζούσαν σε παραδοσιακές τοπικές κοινότητες, στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο εθνικισμός που γέννησε ο Διαφωτισμός και η Γαλλική Επανάσταση από την αρχή συνδέθηκε με την αλλαγή, ή εξέλιξη για πολλούς, των κοινωνικών και πολιτιστικών μορφών που ονομάστηκε από τους κοινωνιολόγους μοντερνοποίηση, δηλαδή το πέρασμα από τον παραδοσιακό στο μοντέρνο κόσμο.

Ο ελληνικός εθνικισμός συγκροτήθηκε στις παροικίες του εξωτερικού. 

Εκεί υπήρξε μόνιμη και σταθερή επαφή των διανοούμενων-εμπόρων με τα μηνύματα του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης.
Οι διανοούμενοι και έμποροι αυτοί αντιμετώπισαν θετικά τα νέα μηνύματα για τους ίδιους ακριβώς λόγους που τα αποδέχτηκαν και οι ευρωπαίοι όμοιοί τους: είχαν μοντέρνες κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες ως αστοί-έμποροι.
Επίσης, στις παροικίες μακριά από τον ελληνικό χώρο είχαν πλέον αδυνατίσει οι τοπικιστικοί δεσμοί και το ανάλογο πνεύμα.

Στην Οδησσό στις 14 Σεπτεμβρίου 1814 
οι έμποροι Νικόλαος Σκουφάς, Εμμανουήλ Ξάνθος και 
Αθανάσιος Τσακάλωφ ίδρυσαν τη Φιλική Εταιρεία, 
μια οργάνωση στα πρότυπα των ανάλογων τεκτονικών,
με σκοπό την εξέγερση του έθνους.




Η ελληνική παρουσία στο χώρο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια όλου του 19ου και 20ου αι. Οργανωμένες ελληνικές κοινότητες παρουσιάστηκαν σε πάνω από είκοσι πόλεις, ενώ έλληνες έμποροι δραστηριοποιήθηκαν και σε άλλες περιοχές (Μόσχα, Πετρούπολη, Κίεβο, Νικολάϊεφ, Ισμαϊλ), χωρίς να οργανωθούν σε κοινότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: