Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

Βυζαντινή Παρακαταθήκη: Η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών.

 EΝΑ απο τα αρχαιότερα μοναστήρια της Μακεδονίας είναι αυτό του Τιμίου Προδρόμου Σερρών, κτισμένο το 1270 από τον αγιορείτηιερομόναχο Ιωαννίκιο, Σερραίο την καταγωγή, που άφησε το Όρος προκειμένου να προστατεύσει τον ορφανό από τους δύο γονείς ανεψιό του Ιωακείμ.
Ήταν το έτος 1260.
Δέκα χρόνια αργότερα, αφού είχε μονάσει κοντά στο χωριό Χιονοχώρι, ήρθε με τον 12ετή Ιωακείμ στο μέρος όπου είναι τώρα η Μονή του Τιμίου Προδρόμου και όπου υπήρχε ερειπωμένο εκκλησάκι.
Το επισκεύασε, έκανε και κάποιο κελλί και έμεινε για άσκηση και προσευχή.
Το εκκλησάκι αυτό σώζεται ως σήμερα και το 1270 θεωρείται έτος ιδρύσεως της ιστορικής Μονής.

Δεν άργησαν να πλαισιώσουν τον φημισμένο αγιορείτη Γέροντα αρκετοί μοναχοί και έτσι ανοικοδομήθηκαν άλλα κελλιά, έγιναν προσθήκες στο εκκλησάκι και προστέθηκαν απαραίτητα κτίσματα.
Το 1290 ο Ιωαννίκιος εκλέχθηκε επίσκοπος Εζεβών (σημερινής Δάφνης Νιγρίτας), κοιμήθηκε εν Κυρίω το 1300 και τάφηκε στο προαύλιο της Μονής, όπου σώζεται και ο τάφος του (στο αριστερό μέρος σήμερα του μεσαίου τμήματος του μεγάλου ναού).
Την ηγουμενία ανέλαβε το 1300 ο ανεψιός του Ιωακείμ, ο οποίος από το 1288 ήταν επίσκοπος Ζιχνών.

Αμέσως διέθεσε την απαιτούμενη δαπάνη κι έκτισε «το μεγαλόπρεπο, λιθόκτιστο και θολωτό ναό, προς τιμήν της απότομης της τιμίας κεφαλής του Προδρόμου».
Είναι στερεότατος και καλλωπίσθηκε εσωτερικά με απαράμιλλες τοιχογραφίες, τις οποίες θαυμάζουν σήμερα ειδήμονες και μη.
Ο Ιωακείμ, που θεωρείται ο δεύτερος κτίτωρ, επέκτεινε τη Μονή δυτικά, έκτισε υψηλό μανδρότοιχο, πάνω στον οποίο δημιουργήθηκαν κελλιά για τους μοναχούς που διαρκώς αυξάνονταν σε αριθμό.
Έκανε την τράπεζα, ανοικοδόμησε τον υψηλό τετράγωνο πύργο, στον οποίο αργότερα μεταφέρθηκε η βιβλιοθήκη της Μονής, απέκτησε προσοδοφόρα κτήματα για τη συντήρηση της αδελφότητος, που δεν άργησαν να αυξηθούν από προσφορές των χριστιανών.
Ο Ανδρόνικος Β', τοιχογραφία στη
Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών



Η ανάπτυξη και η φήμη του Τιμίου Προδρόμου προσείλκυσαν την προσοχή και την εύνοια των βυζαντινών αυτοκρατόρων, κυρίως των Ανδρόνικου Β' και Ανδρόνικου Γ' των Παλαιολόγων.

Έτσι προίκισαν τη Μονή με χορηγίες, δωρεές και προνόμια, όπως διατυπώθηκαν σε χρυσόβουλλα (των ετών 1309, 1318, 1321, 1321, 1329 και 1332).
Φυσικά ο Ιωακείμ μερίμνησε ιδιαίτερα και για την ηθική προαγωγή των μοναχών.
Οι «Κτιτορικές Διατάξεις» του για την κοινοβιακή ζωή, που επικυρώθηκαν και με σιγίλλιο του πατριάρχου Ησαΐα (1325), φανερώνουν τις υψηλές και αυστηρές απαιτήσεις που έθετε σαν «προϋπόθεση για ένθεο μοναχικό βίο ο συντάκτης τους,
που επέβαλε και το άβατο των γυναικών στη Μονή,
απαγόρευση που ίσχυσε ως το 1945,
οπότε έπαυσε να ισχύει με έγκριση του τότε μητροπολίτου Σερρών Κωνσταντίνου Μεγγρέλη.
Ο Ιωακείμ ανήγειρε, ως εξάρτημα της μεγάλης, και δεύτερη μικρή Μονή, επίσης του Τιμίου Προδρόμου, μέσα στην πόλη των Σερρών (1328-1329), «για να χρησιμεύσει σαν προγυμνάσιο και προεκπαιδευτήριο για τους νέους, όσους είχαν τον πόθο να λάβουν το μοναχικό σχήμα... δεν ήταν όμως τελείως ώριμοι και σε ηλικία κατάλληλη». Η Μονή αυτή κατερειπώθηκε από την πολυκαιρία, αλλά ανακτίσθηκε το 1819 με τη χορηγία του Χατζη-Κωνσταντίνου και του Χατζη-Σύλ-βεστρου, Σερραίων. Ο Ζιχνών Ιωακείμ, λίγο πριν το μακάριο τέλος του, παραιτήθηκε από τη διοίκηση και διαποίμανση της επισκοπής του, ήρθε και εγκαταβίωσε στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου, έγινε μάλιστα και «μεγαλόσχημος» μοναχός και εξεδήμησε προς Κύριον το 1333.
Η Εκκλησία μας τον κατέταξε μεταξύ των αγίων της, το 1505, και τιμά τη μνήμη του στις 12 Δεκεμβρίου. Σε λειψανοθήκες φυλάσσονται τεμάχια από τα άγια λείψανα του, όπως και η τίμια κάρα του.
Stefan Uroš IV. Dušan
Το θάνατο του δευτέρου κτίτορος ακολούθησε περίοδος ακμής η οποία σύντομα έδωσε τη θέση της σε δοκιμασίες, εξαιτίας των εμφύλιων ερίδων των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου και των διεκδικητών του θρόνου,

και των επιθέσεων των Σέρβων που βρήκαν την ευκαιρία να εισβάλουν και να κατακτήσουν και την περιοχή των Σερρών, επί του κράλη της Σερβίας Στέφανου Δουσάν (1346).

Αν και ο κράλης αυτός σεβάστηκε τα προνόμια του Τιμίου Προδρόμου και μάλιστα τα κατοχύρωσε και με δικό του χρυσόβουλλο, η Μονή δοκίμαζε το γενικότερο δυσμενές κλίμα που επικρατούσε στην περιοχή, ώσπου το 1371 ήρθαν οι οθωμανοί Τούρκοι, προσωρινά, και από το 1383 οριστικά.

Με φιρμάνι, όμως, του σουλτάνου Μουράτ του Α' από το 1373, η Μονή είχε εξασφαλίσει την προστασία της («να μείνει απείραχτη μαζί μ' όλα τα χωράφια της και τα κτήματα της»).
Έτσι συνέχισε τη λαμπρή παρουσία και πορεία της, αποτελώντας φωτεινό φάρο για τους χριστιανούς της Ανατολικής Μακεδονίας και πέρα απ' αυτήν.


Το γεγονός δε ότι είχε πλούσια βιβλιοθήκη και μορφωμένους μοναχούς, που καταγίνονταν σε μελέτες θεολογικές και φιλοσοφικές,
οδήγησε τον οικουμενικό πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο να εγκαταβιώσει στη Μονή μετά την παραίτηση του (1464), όπου και απέθανε και ετάφη (1472)
Γενάδιος Σχολάριος και Μωάμεθ Β΄

Η ανακομιδή των λειψάνων του έγινε το 1854 και φυλάσσονται σε ειδικό κιβώτιο.
Στην περίοδο της μακράς οθωμανικής κυριαρχίας η Μονή αγωνίσθηκε να διατηρήσει τα κεκτημένα προνόμια της, με σκοπό να προσφέρει περισσότερες υπηρεσίες
στον υπόδουλο ελληνισμό
.

Επέτυχε την έκδοση προστατευτικών σουλτανικών φιρμανιών που σώζονταν ως το 1918 στα αρχεία της. Το 1650 η Μονή κινδύνευσε από τους δανειστές της. Σώθηκε χάρη στην κινητοποίηση του μητροπολίτου Σερρών και διακεκριμένων προσώπων της πόλεως.

Από πλευράς κτιριακών εγκαταστάσεων σημειώνουμε ότι, όπως προκύπτει από τις αντίστοιχες επιγραφές και άλλα στοιχεία, το έτος 1535 αγιογραφήθηκε το πανάρχαιο παρεκκλήσιο γεννήσεως του Τιμίου Προδρόμου.

Το 1555 κτίσθηκε το παλαιό Μαγειρείο, το 1597 κατασκευάσθηκε η προστατευτική μάνδρα στη δυτική πλευρά, το 1620 τοποθετήθηκαν 18 στασίδια Δύο χρόνια αργότερα ανοικοδομήθηκε, εκτός τειχών, το παρεκκλήσιο της αγίας Παρασκευής και το 1630 «ζωγραφίσθηκε και αγιογραφήθηκε στη νότια πλευρά του καθολικού το στενόμακρο παράρτημα, που λέγεται Μακρυναρίκιον».

Ο οικοδομικός οργασμός συνεχίζεται και τα επόμενα χρόνια: Το 1634 κτίζεται το παρεκκλήσιο Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στο περιβόλι, και το Κοιμητήριο της Μονής, ενώ ανιστορείται το παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών, ανάμεσα στα κελλιά
Το 1642 κατασκευάζονται οι δύο μεγάλες κρήνες και υδρεύεται η Μονή.
Το 1645 κτίζεται το τείχος που αργότερα υποστηρίχθηκε με αντερίδες (ποδαρικά) και το 1655 αγιογραφήθηκε η μεγάλη εικόνα του Τιμίου Προδρόμου που στα μετέπειτα χρόνια επαργυρώθηκε με δαπάνη προυχόντων της Άνω Βρόντους.

Το 1917 το αργυρό επικάλυμμα αφαίρεσαν οι Βούλγαροι.
Το ίδιο έκαναν και στα επικαλύμματα άλλης μικρής εικόνας του Προδρόμου και της Παναγίας. Παρεκκλήσια προστέθηκαν και άλλα.

Και στη διάρκεια του 19ου αιώνος βελτιώθηκε σημαντικά, από κτιριακής πλευράς η Μονή: Σκεπάσθηκαν με μόλυβδο οι στέγες των θόλων του καθολικού (1799-1800), κατασκευάσθηκε το νέο ξυλόγλυπτο, αρίστης τέχνης, τέμπλο (1803), ξαναζωγραφίσθηκε το «Μεσονυκτικό» (1805), επανακτίσθηκε το ψηλό κωδονοστάσιο (1849), ανοικοδομήθηκε το «υψώροφον» (1851), ζωγραφίσθηκε ο νάρθηκας (1852), ανηγέρθη το περίκομψο συντριβάνι (1854),
δηλαδή η φιάλη της Μονής, και το κομψό και θολωτό παρεκκλήσιο του Ευαγγελισμού (1857),
ξανακτίσθηκαν τα κελλιά της βορινής πλευράς που είχαν πυρποληθεί το 1820 (1858-68), έγινε το νέο σκευοφυλάκιο (1869), ανακαινίσθηκαν τα δωμάτια του νοσοκομείου (1875), επισκευάσθηκε ο τετράγωνος πύργος (έργο του β' κτίτορος Ιωακείμ) και μετατράπηκε σε βιβλιοθήκη (1876).

Πολλά οφείλει η Μονή και στον ηγούμενο της Χριστόφορο, από τις Σέρρες (1892-1904) που εγκατέστησε στην Τιμίου Προδρόμου ελαιοπιεστήριο, έκτισε 10 σπίτια στην πόλη για να αποδίδουν τα μισθώματα τους, απάλλαξε τη Μονή από παλαιά χρέη και συνέγραψε κι εξέδωσε στη Λειψία το κτιτορικό της, με τίτλο «Προκυνητάριον».
Αλλά από το 1913 και μετά η Μονή «δεν είδε άσπρη μέρα», παρά το γεγονός ότι το 1912 η περιοχή ελευθερώθηκε από τους Τούρκους.

Αιτία υπήρξαν οι Βούλγαροι, που εποφθαλμιούσαν την περιοχή.

Στη διάρκεια της πρώτης κατοχής τους (Μάιο με Ιούνιο 1913),
πυρπόλησαν τη μοναστηριακή συνοικία των Σερρών και «φεύγοντας, παρέσυραν κι έκλεψαν 1200 γιδοπρόβατα και 120 βόδια και γελάδια» της Μονής.
Όταν επανήλθαν, στις
27 και 28 Ιουνίου 1917, εκτόπισαν 19 πατέρες από τον Τίμιο Πρόδρομο.
Αρκετούς στη Βουλγαρία, όπου υπέφεραν τα πάνδεινα.
Γύρισαν τον Οκτώβριο του 1918 εξαντλημένοι, σε άθλια κατάσταση και «βρήκαν ένα Μοναστήρι ρημαγμένο τελείως.
Τα κελλιά των πατέρων όλα άδεια και γυμνά.

Την πλούσιακαι ονομαστή Βιβλιοθήκη με τα αρχαία και πολύτιμα χειρόγραφα της, με τους παλαιούς της Κώδικες και με όλα τα επίσημα και αξίας έντυπα βιβλία της, τα είχαν στην κυριολεξία καταληστέψει.


Εκατό τόμοι χειρόγραφοι επί μεμβράνης,
διακόσιοι τόμοι χειρόγραφοι επί παλαιού χάρτου,
χίλιοι πεντακόσιοι ακόμα τόμοι,
διάφορα έντυπα βιβλία έκαμαν φτερά Ταξίδεψαν για τη Βουλγαρία...».

Ακόμη έκλεψαν τα σιγίλλια,
τα χρυσόβουλλά,
τα φιρμάνια.
Κι από το καθολικό όλα τα ιερά σκεύη,
τα αργυρά επικαλύμματα των εικόνων και των ευαγγελίων,
τα σμάλτινα εξαπτέρυγα, τ
ους πολυελαίους,
τον ξυλόγλυπτο αρχιερατικό θρόνο κ.λπ.

Ύστερα από τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922) και την ανταλλαγή των πληθυσμών, η ελληνική κυβέρνηση απαλλοτρίωσε τα μοναστηριακά κτήματα και η Μονή Τιμίου Προδρόμου έδωσε τα αγροκτήματα της στην Τουμπέτσα και στη Δερβέσια (εκτάσεως περίπου 9.000 στρεμμάτων), καθώς και των μετοxιών της σε διάφορα χωριά.

Στερήθηκε έτσι των αναγκαίων προσόδων της, οι μοναχοί μειώνονταν συνεχώς, λιγόστεψε το προσωπικό...

Τη χαριστική βολή έδωσαν και πάλι οι Βούλγαροι με τους Γερμανούς συμμάχους τους (Απρίλιος 1941 - Οκτώβριος 1944) που κατέλαβαν και διοίκησαν τη Μονή στη διάρκεια της Κατοχής.


Έτσι αυτή βρέθηκε στα πρόθυρα διακοπής της λειτουργίας της, αφού το 1984 που ενθρονίστηκε στις Σέρρες ο μητροπολίτης Μάξιμος (Ξύδας) βρήκε «τον μοναδικό μοναχό - ηγούμενο π. Χρυσόστομο». Με ενέργειες του μετατράπηκε η Μονή από ανδρική σε γυναικεία κι εγκαταστάθηκε
(11 Αυγούστου 1986) αδελφότητα μοναζουσών
από την ιερά Μονή Παναγίας Οδηγήτριας ΠορταριάςΒόλου,
με ηγουμένη την Φεβρωνία μοναχή, που έδωσαν νέα πνοή ζωής στην παλαίφατη και ιστορική Μονή του Τιμίου Προδρόμου, το καύχημα και αγλάισμα των Σερρών και της ευρύτερης περιοχής.
Αναστηλώθηκε η ανατολική πτέρυγα των κελλιών. Ανακαινίσθηκε το καθολικό, καθαρίστηκαν και υποστηλώθηκαν όλοι οι υπόγειοι χώροι, αντιμετωπίσθηκε το θέμα της θερμάνσεως, ενώ ανακαινίσθηκε κι αποκαταστάθηκε στην παλαιά μορφή και το μετόχι της Μονής στις Σέρρες, το γνωστό Προδρομούδι.
Οι μοναχές διακονούν και στην αγιογραφία, το χρυσοκέντημα και το εργόχειρο.
Λειτουργεί έκθεση ειδών ευλάβειας και χειροτεχνημάτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: