Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Mια μακεδονική ιστορία:Η ελληνική παροικία στη Βιέννη, 18ος-πρώτο μισό 19ου αιώνα, Griechische Gemeinde Wien


της Βάσω Σειρηνίδου
Η Βάσω Σειρηνίδου είναι Λέκτορας στο Τμήμα Ιστορίας 
και Αρχαιολογίας του Εθνικού 
και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.


Ο Δημήτριος Χατζηκώτσιος ξεκίνησε γύρω στα 1740 από την πατρίδα του, τη Σιάτιστα, ακολουθώντας τα εμπορικά καραβάνια προς την Κεντρική Ευρώπη.

 Εκτοτε διάβηκε αρκετές φορές τα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διέμεινε κατά διαστήματα στη Σαξονία και στην Ουγγαρία.
Το 1766, σε ηλικία 48 ετών, ζοΰσε μόνιμα στη Βιέννη και διατηρούσε εμπορικό οίκο στην περιοχή της alter Fleischmarkt.
Εισήγαγε από την Ανατολή βαμβάκι, μαλλί, κρόκο και δέρματα και το ύψος των ετήσιων συναλλαγών του έφτανε τα 10.000 αυστριακά φιορίνια. Σύμφωνα με δήλωσή του, δεν σκόπευε να επιστρέψει στην πατρίδα του .

Στις λίγες γραμμές που οι αψβουργικές αρχές αφιέρωσαν στον άγνωστό μας Δημήτριο Χατζηκώτσιο από τη Σιάτιστα, με αφορμή την απογραφή των εμπορευόμενων Οθωμανών υπηκόων στη Βιέννη (το 1766), συνοψίζονται όλες εκείνες οι ιστορικές διαδικασίες, οι συλλογικές πρακτικές και οι ατομικές αποφάσεις που συνέθεσαν ένα από τα εμβληματικότερα παραδείγματα της νεοελληνικής ιστορίας, αυτό του παροικιακοΰ ελληνισμού στην Κεντρική Ευρώπη.


Χερσαία εκδοχή του ευρΰτερου μεταναστευτικού ρεύματος που εκδηλώθηκε στον ελληνικό χώρο μεταξύ του 18ου και των πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα και οδήγησε στη δημιουργία εμπορικών παροικιών στα σημαντικότερα κέντρα της Ευρώπης, της Ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης θάλασσας,
η ελληνική Διασπορά στην Κεντρική Ευρώπη απαρτιζόταν κατεξοχήν από ανθρώπους προερχόμενους από τον ευρύτερο μακεδονικό χώρο. 

Αλλά και η ίδια η ιστορία των ελληνικών παροικιών στην Αψβουργική Αυτοκρατορία έγινε αντιληπτή και συγκροτήθηκε πρωτίστως ως μακεδονική ιστορία

Την αρχή έκανε ο ιστορικός Σπυρίδων Λάμπρος, τον Φεβρουάριο του 1912, με τον πρυτανικό του λόγο
«Σελίδες εκ της ιστορίας του εν Ουγγαρία και Αυστρία μακεδονικού ελληνισμού».

Με το κείμενο αυτό, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Νέος Ελλψομνήμων, ο Σπυρίδων Λάμπρος επιχειρούσε, λίγους μήνες πριν την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων, να εγγράψει την πρόσφατη ιστορία της Μακεδονίας στο ελληνικό εθνικό αφήγημα .

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950, η ιστορία του παροικιακού ελληνισμού στην Αψβουργική Αυτοκρατορία έφερε σταθερά μακεδονικό πρόσημο.
Η μακεδονική διάσταση του φαινομένου δηλωνόταν, εξάλλου, και στους τίτλους των συναφών μελετών της περιόδου .
 Όπως πάλι μπορούμε να διακρίνουμε από τους σχετικούς τίτλους, από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 το ελληνικό πρόσημο φαίνεται να κερδίζει έδαφος έναντι του μακεδονικού . Από ιστοριογραφικής σκοπιάς, πάντως, η μετατόπιση της έμφασης από το τοπικό στο εθνικό δεν συνιστούσε κάποια τομή σε σχέση με την προηγούμενη πρακτική.
Σε κάθε περίπτωση, επρόκειτο για προσεγγίσεις συμβατές με το εθνικό αφήγημα.

Τομή για την ιστοριογραφία των εμπορικών μεταναστεύσεων του 18ου αιώνα αποτέλεσε η δημοσίευση από τον Αμερικανο-σέρβο ιστορικό Traian Stoianovich το 1960 της κλασικής πλέον μελέτης του The Conquering Balkan Orthodox Merchant .

Στη μελέτη αυτή, η έμφαση στη μακεδονική και ελληνική διάσταση του παροικι- ακού φαινομένου υποχωρούσε έναντι μιας ευρύτερης βαλκανικής προοπτικής.
 Ο αντίκτυπος του έργου του Stoianovich έγινε αισθητός στον ελληνικό χώρο μόλις τη δεκαετία του 1980 και συνδυάστηκε με τη στροφή της ελληνικής ιστοριογραφίας σε πιο οικονομικο-ιστορικές προσεγγίσεις του παροικιακού φαινομένου .
Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι από την ίδια εποχή το ενδιαφέρον των νέων ιστορικών επικεντρώθηκε περισσότερο στις παροικίες του θαλάσσιου ελληνικού εμπορικού δικτύου (Τεργέστη, Αλεξάνδρεια, Βενετία, Λονδίνο, Οδησσός, Λιβόρνο, Μασσαλία) και λιγότερο στις εμπορικές εγκαταστάσεις της Κεντροανατολικής Ευρώπης .

 Η τάση αυτή φάνηκε να μεταβάλλεται την τελευταία δεκαετία, με την εμφάνιση νέων μελετών -αδημοσίευτων διδακτορικών διατριβών και δημοσιευμένων μονογραφιών- σχετικών με την ιστορία του ελληνικού παροικιακοΰ φαινομένου στην Αψβουργική Αυτοκρατορία .
 Η τελευταία έγινε πλέον αντιληπτή ως τμήμα της ευρΰτερης ιστορίας του μεταναστευτικοΰ φαινομένου, ενώ οι ίδιες οι παροικίες αποτέλεσαν πεδία, όπου δοκιμάστηκαν σύγχρονα εργαλεία και θεματικές της ιστορικής δημογραφίας, της ιστορίας της οικογένειας, της μικροϊστορίας, της επιχειρηματικής ιστορίας και της δικτυακής ανάλυσης .

Με δεδομένη τη διεΰρυνση του πλαισίου μελέτης του παροικιακοΰ ελληνισμού τα τελευταία χρόνια, η απόδοση ιδιαίτερης έμφασης στη μακεδονική διάσταση του θέματος θα μπορούσε να θεωρηθεί κοινότοπη ή ακόμα αναχρονιστική.
Για την παροΰσα εργασία, ωστόσο, η απόπειρα να διαβαστεί εκ νέου το κατεξοχήν παράδειγμα της ιστορίας του παροικιακοΰ ελληνισμού στην Αψβουργική Αυτοκρατορία, η ελληνική παροικία στη Βιέννη, ως μακεδονική ιστορία, αποτελεί μία άκρως ενδιαφέρουσα πρόκληση.

 Αποδεσμευμένη από τα σημερινά στενά γεωγραφικά και εθνικά της συμφραζόμενα, η έννοια του «μακεδονικού» προσφέρει ένα εναλλακτικό πλαίσιο μελέτης του παροικιακοΰ φαινομένου.

Οχι μόνο δεν «στενεΰει» την οπτική μας, αλλά αντίθετα τη διευρΰνει, καθώς μας εξοικειώνει με φαινόμενα πολιτισμικής πολυσχιδίας.

 Ετσι, η έννοια του «μακεδονικού», για την οποία γίνεται λόγος εδώ, περιλαμβάνει γεωγραφικά τμήματα ευρΰτερα της σημερινής γεωγραφικής περιφέρειας της Μακεδονίας, ανθρώπους που δεν έχουν αποκλειστικά τα ελληνικά ως μητρική γλώσσα, περισσότερα πολιτισμικά πρότυπα αλλά και ιδιαίτερους τρόπους οργάνωσης των εμπορικοδν δικτΰων, ιδιαίτερες μεθόδους του επιχειρείν και ιδιαίτερες ταυτότητες.

Από τη Μακεδονία στην Κεντρική Ευρώπη: ακολουθώντας τους δρόμους του εμπορίου
Η εκδήλωση μεταναστεύσεων εμπορικού χαρακτήρα από τα οθωμανικά Βαλκάνια προς την Κεντροανατολική Ευρώπη υπήρξε φαινόμενο μακράς διάρκειας.

 Ανάλογα με την οργάνωση της μετακίνησης, τους προορισμούς, τον τύπο εγκατάστασης και τις μορφές της οικονομικής δραστηριότητας των μεταναστών, μπορούν να διακριθούν δύο φάσεις στην ιστορία των εμπορικών μεταναστεύσεων προς την Κεντροανατολική Ευρώπη.

Η πρώτη φάση εκτείνεται από τις αρχές του 17ου μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα και χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη εμπορικών μετακινήσεων από τη Νότια Βαλκανική προς την Τρανσυλβανία καθώς και την Κεντρική και Βορειοανατολική Ουγγαρία.
 Κύριοι φορείς της μετανάστευσης ήταν ορθόδοξοι έμποροι από τη Μακεδονία, που ήδη από τον 16ο αιώνα είχαν κινηθεί προς τον βορρά, ακολουθώντας τους δρόμους του πλανόδιου εμπορίου.
Στην Τρανσυλβανία, οι Μακεδόνες έμποροι άρχισαν να εγκαθίστανται μόνιμα από τις αρχές του 17ου αιώνα στις πόλεις Sibiu και Brasov, που αποτελούσαν τα κύρια εμπορικά κέντρα της περιοχής .

 Από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα και μαζικά από τις αρχές του 18ου αιώνα τους βρίσκουμε εγκατεστημένους και στην Ουγγαρία.
Οργάνωναν τις εγκαταστάσεις τους σε πόλεις που διέθεταν στοιχειώδεις δομές αγοράς και παραγωγή, κατάλληλη προς εμπορική εκμετάλλευση: κατά κύριο λόγο, σε οινοπαραγωγικές πόλεις στα βορειο-ανατολικά (π.χ. Gyongyos, Eger, Miskolc, Tokaj) και σε πόλεις που βρίσκονταν κατά μήκος εμπορικών αρτηριών ή εξειδικεύονταν στο εμπόριο ζώων (π.χ. Nagyvarad, Kecskemet, Ujvidek) .

Το εμπόριο των Μακεδόνων στην Τρανσυλβανία και την Ουγγαρία σε αυτή την πρώιμη φάση ήταν κυρίως λιανικό, ενώ κυρίαρχη μορφή οργάνωσής τους συνιστούσαν οι κομπανίες.
Επρόκειτο για εμπορικές συσσωματώσεις, αναγνωρισμένες από τις αρχές του τόπου εγκατάστασης, τα μέλη των οποίων απολάμβαναν εμπορικά και φορολογικά προνόμια, ελευθερία τέλεσης των θρησκευτικών τους καθηκόντων καθώς και το δικαίωμα αυτοδιοίκησης μαζί με μια σχετική δικαστική αυτονομία.


Η δεύτερη φάση των εμπορικών μεταναστεύσεων εκτείνεται από τις αρχές -και κυρίως από τα μέσα- του 18ου αιώνα μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα.
Κατά τη φάση αυτή, η μεταναστευτική δραστηριότητα οργανώθηκε γύρω από την εξαγωγή και τη μεταφορά πρώτων υλών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Κεντρική Ευρώπη και τη διοχέτευση ευρωπαϊκών μεταποιημένων προϊόντων στις οθωμανικές αγορές. Σημαντική ώθηση προς την κατεύθυνση αυτή έδωσαν οι Συνθήκες του Κάρλοβιτς (1699) και του Πασάροβιτς (1718), που υπογράφηκαν μεταξύ της Οθωμανικής και της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας.

Οι συνθήκες αυτές επικύρωναν την ελεύθερη εμπορική επικοινωνία, διά ξηράς και θαλάσσης, μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών και επεφύλασσαν στους υπηκόους της καθεμιάς δασμολογικές-φορολογικές ελαφρύνσεις και δικαιώματα εγκατάστασης και εμπορίας επί των εδαφών της άλλης.

Με την παραχώρηση ελευθεριών εγκατάστασης και εμπορίας σε Οθωμανούς υπηκόους στα εδάφη τους, οι Αψβούργοι επιδίωκαν την τόνωση του εξωτερικού τους εμπορίου και την οικονομική διείσδυση στον χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, ανταγωνιζόμενοι τις ναυτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις που είχαν ήδη οικονομικά ερείσματα στην περιοχή.
 Την ανάγκη πρόσβασης στην αγροτική παραγωγή των Βαλκανίων επέβαλε, εξάλλου, η ανάπτυξη κατά τον 18ο αιώνα της αυστριακής και βοημικής βαμβακουργίας .

Στο πλαίσιο του νέου εξαγωγικού εμπορίου, που εγκαινίασαν οι Συνθήκες του Κάρλοβιτς και του Πασάροβιτς, αναδύθηκαν νέες εμπορικές παροικίες.
Αν και κατά την προηγούμενη περίοδο οι Μακεδόνες έμποροι εγκαθίσταντο σε μεσαίου και μικρού μεγέθους πόλεις της ουγγρικής ενδοχώρας, τον 18ο αιώνα δημιουργούνται παροικίες στους βασικούς διαμετακομιστικούς σταθμούς (Ζέμονα/Zemun, Νεόφυ- το/Νονί Sad, Ρωσάβα/Orsova, Mehadia, Brod)  καθώς και στις μεγάλες αγορές της Κεντρικής Ευρώπης.

Μεταξύ των τελευταίων, η Βιέννη κατέχει τη σημαντικότερη θέση για το μακεδονικό εμπόριο.

Καταναλωτικό και χρηματιστικό κέντρο της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας, η πρωτεύουσα αναδείχθηκε και στο μεγαλύτερο κέντρο αποθήκευσης και αναδιανομής του μακεδονικού βαμβακιού στην Ευρώπη.
 Εγινε η έδρα των περισσότερων ελληνικών επιχειρήσεων στην Κεντρική Ευρώπη και χώρος υποδοχής μιας από τις σημαντικότερες ελληνικές παροικίες.

Παράλληλα με τη συγκρότηση νέων εμπορικών εγκαταστάσεων, το εξαγωγικό εμπόριο του 18ου αιώνα προκάλεσε την ανάπτυξη μεταναστευτικών ρευμάτων από περισσότερες περιοχές του ελληνικού χώρου.
Οι απογραφές των Ελλήνων εμπόρων, που διενεργούσαν σε τακτά χρονικά διαστήματα οι αψβουργικές αρχές, παρέχουν τη δυνατότητα να εντοπίσουμε διαφοροποιήσεις ως προς τους τόπους καταγωγής των μεταναστών.
 Συγκεκριμένα, σε απογραφές που έλαβαν χώρα σε διάφορες στιγμές του 18ου αιώνα στην Ουγγαρία εμφανίζονται ως αποδημητικές αφετηρίες, σχεδόν αποκλειστικά, η ευρύτερη περιοχή της Μοσχόπολης και η Δυτική Μακεδονία, ιδίως η βόρεια περιοχή της μέσης κοιλάδας του Αλιάκμονα, που τέμνεται από τους ορεινούς όγκους της Πίνδου, του Σινιάτσικου και του Βούρινου .

Αντίθετα, στις δυο απογραφές των ετών 1766 και 1825 των εμπορευόμενων ορθόδοξων Οθωμανών υπηκόων στη Βιέννη, που έχουμε στη διάθεσή μας, η εικόνα παρουσιάζεται πιο διαφοροποιημένη (Πίνακας 1).
Η Μοσχόπολη καθώς και πόλεις και οικισμοί της Δυτικής Μακεδονίας (Σιάτιστα, Καστοριά, Κοζάνη, Σέρβια, Κλεισούρα, Βλάστη, Νυμφαίο κ.ά.) εξακολουθούν να αποτελούν και εδώ τη βασική δεξαμενή του μεταναστευτικού δυναμικού, προστίθενται, ωστόσο, και νέες περιοχές του μακεδονικού χώρου (όπως η Θεσσαλονίκη, οι Σέρρες -κέντρο βαμβακοπαραγωγής- και το γειτονικό τους Μελένικο) και της Ηπείρου (όπως τα Γιάννενα και το Αργυρόκαστρο), ενώ εμφανίζονται για πρώτη φορά έμποροι από τη Θεσσαλία και τη Χίο.


Έτος    Μακεδονία  Ήπειρος Θεσσαλία Χίος-Σμύρνη Τεργέστη Διάφορες      Σύνολο

1766       32              22              13               1                    -              14                 82
             (39%)    (26,8%)  (16%)        (1,2%)                           (17%)                  (100%)


1825      40              25               25            17                      7              17               `131
             (30,5%)    (19%)    (19%)        (13%)          (5,5%)       (13%)                  (100%)


Πίνακας 1: Γεωγραφικές περιοχές προέλευσης των εμπορευόμενων ορθόδοξων Οθωμα¬νών υπηκόων στη Βιέννη με βάση στοιχεία από τις απογραφές των ετών 1766 και 1825
(Πηγή: Enepekides, Griechische Handelsgesellschaften, ό.π. Hofkammerarchiv, Kommerz Presidium, Nr. 274)


Η παρουσία μεταναστευτικών και εμπορικών δικτύων από περισσότερες περιοχές του ελληνικού χώρου αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της Βιέννης σε σχέση με τις παλαιότερες εμπορικές εγκαταστάσεις της ουγγρικής ενδοχώρας και της Τρανσυλβανίας και θα αποτυπωθεί ανάλογα τόσο στο οικονομικό-επιχειρηματικό πεδίο όσο και στο πεδίο της κοινοτικής συγκρότησης.

Λειτουργία και χαρακτηριστικά του μακεδονικού επιχειρηματικού δικτΰου στη Βιέννη
Με δεδομένη την απουσία παράδοσης εξωτερικού εμπορίου στην Αυστρία, οι πρώτοι που έσπευσαν να εκμεταλλευτούν τις ευνοϊκές ρυθμίσεις των Συνθηκών του Κάρλοβιτς και του Πασάροβιτς ήταν οι Μακεδόνες και Μοσχοπολίτες έμποροι.

Με δυναμικότερους εκπροσώπους και συνδετικούς κρίκους του μακεδονικού και του ηπειρωτικού χώρου (όπου βρισκόταν η Μοσχόπολη) τους Βλάχους, καταστάθηκάν κυρίαρχοι φορείς του χονδρικού εμπορίου μεταξύ της Οθωμανικής και της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας. Το κύριο προϊόν που εμπορεύονταν ήταν το μακεδονικό βαμβάκι και ακολουθούσαν το μαλλί, τα δέρματα, το λάδι, το κρασί και άλλα αγροτικά προϊόντα της Ανατολής. Σε πολύ μικρότερη αναλογία εξάγονταν στις οθωμανικές αγορές υφάσματα της αυστριακής και βοημικής νηματουργίας, βιεννέζικες πορσελάνες, σιδηρικά, καθρέπτες αλλά και ασημένια νομίσματα.

Η κυριαρχία των Μακεδόνων στο ανατολικό εμπόριο της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας θα γνωρίσει τριγμούς από τη δεκαετία του 1770 και εξής, όταν οι αψβουργικές αρχές θα επιχειρήσουν να ανατρέψουν το αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο.

 Η πολιτογράφηση Οθωμανών σε Αψβούργους υπηκόους αποτέλεσε μέτρο μερκαντιλιστικής έμπνευσης, προκειμένου να παραμένουν στην αυτοκρατορία τα κέρδη του εμπορίου με το Λεβάντε. Στην Ουγγαρία (1774) και στην Τρανσυλβανία (1777) οι Μακεδόνες έμποροι που ήταν Οθωμανοί υπήκοοι, εξαναγκάστηκαν σε υποχρεωτική πολιτογράφηση και σε μεταφορά της οικογένειας και της περιουσίας τους στα αψβουργικά εδάφη.
Στη Βιέννη και την Τεργέστη μια σειρά περιοριστικών μέτρων έναντι των εμπορευόμενων Οθωμανών υπηκόων προσανατόλισαν αρκετούς εξ αυτών στην πολιτογράφησή τους ως Αψβούργων.

 Με τον τρόπο αυτόν, έχαναν μεν τα προνόμια που απέρρεαν από τις Συνθήκες του Κάρλοβιτς και του Πασάροβιτς, αποκτούσαν, όμως, όλα τα δικαιώματα των γηγενών εμπόρων.
Παράλληλα, από τη δεκαετία του 1770 νέα δίκτυα θα διεκδικήσουν μερίδιο στο εξαγωγικό εμπόριο των δύο αυτοκρατοριών.

Οι θεσσαλοί, με επικεφαλής τους Αμπελακιώτες, θα καταλάβουν για μισό περίπου αιώνα (μέχρι τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα) τον σημαντικότατο τομέα της εισαγωγής των θεσσαλικών ερυθρών βαμβακονημάτων, που πριν είχαν στα χέρια τους οι Ηπειρώτες .

Επίσης, από τις αρχές του 19ου αιώνα ιδρύθηκαν στη Βιέννη υποκαταστήματα χιώτικων εμπορικών οίκων, που είχαν ήδη έδρες στο Λιβόρνο και την Τεργέστη. Επρόκειτο, δηλαδή, για μια διείσδυση των κατεξοχήν κυρίαρχων του θαλάσσιου δικτύου της ελληνικής εμπορικής Διασποράς στον χώρο δράσης του χερσαίου δικτύου .

Τα περιοριστικά μέτρα των αρχών, ο ανταγωνισμός με τα άλλα εμπορικά δίκτυα και ίσως η προαίσθηση του εφήμερου χαρακτήρα της ακμής του οθωμανικού εξαγωγικού εμπορίου, που συνέπιπτε με τη συγκυρία των Ναπολεόντειων Πολέμων και του ηπειρωτικού αποκλεισμού, συνέβαλαν στην αλλαγή του επιχειρηματικού προσανατολισμού του μακεδονικού δικτύου.

 Ετσι, πριν το τέλος του 18ου αιώνα παρατηρείται το φαινόμενο οι ευπορότεροι Μακεδόνες και Ηπειρώτες έμποροι να στρέφονται προς την απόκτηση της αψβουργικής υπηκοότητας και μέσω αυτής να εκμεταλλεύονται ένα νέο πεδίο επιχειρηματικής δράσης, απαγορευμένο για τους Οθωμανούς υπηκόους.
Συμμετέχουν, δηλαδή, στο ιδιαίτερα προσοδοφόρο εμπόριο μεταξύ Αυστρίας και Ουγγαρίας, στηριζόμενοι στο δίκτυο των συγγενών και συντοπιτών τους που ήταν εγκατεστημένοι στην ουγγρική ενδοχώρα.

 Μερικές από τις ευπορότερες οικογένειες Μακεδόνων και Μοσχοπολιτών εμπόρων της Βιέννης, όπως οι Σίνα, οι Νάκοι, οι Χατζημιχαήλ, οι Κοΰρτη, οι Δέρρα κ.ά., 
φαίνεται ότι δημιούργησαν τις περιουσίες τους, όχι τόσο από τη συμμετοχή τους στο εμπόριο μεταξύ Οθωμανικής και Αψβουργικής Αυτοκρατορίας, αλλά ως ενδιάμεσοι του εμπορίου της Ουγγαρίας με την Αυστρία και ιδίως του σημαντικότατου για την τροφοδοσία της αψβουργικής πρωτεύουσας εμπορίου ουγγρικών σιτηρών και βοοειδών .

Η οργάνωση και δομή των μακεδονικών επιχειρήσεων στη Βιέννη παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που τη διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα δίκτυα της ελληνικής εμπορικής Διασποράς.

Σε αντίθεση με τα πολυάνθρωπα και περίπλοκα εταιρικά σχήματα των αμπελακιώτικων «συντροφιών» καθώς και με τις ευέλικτες και πολυεθνικά διαπλαδωμένες επιχειρήσεις των Χιωτών, οι μακεδονικές επιχειρήσεις στη Βιέννη χαρακτηρίζονται από τη σταθερή σύνθεση και τη συνακόλουθη μικρή κινητικότητα ατόμων από ένα επιχειρηματικό σχήμα σε άλλο .

Απλή δομή, σταθερά σχήματα, λίγοι συνεταίροι, συγκέντρωση του κεφαλαίου στον κλειστό κύκλο της οικογενειακής επιχείρησης, μαρτυρούν ένα μάλλον «συντηρητικό» μακεδονικό επιχειρηματικό πρότυπο.
Από την άλλη, ως Αψβούργοι υπήκοοι οι Μακεδόνες εμφανίζουν, σε σύγκριση με τα άλλα δίκτυα της ελληνικής Διασποράς στη Βιέννη, τον μεγαλύτερο βαθμό ενσωμάτωσης στην οικονομική και κοινωνική δομή του τόπου εγκατάστασης.
 Από αυτούς καθώς και από το συγγενές δίκτυο των Μοσχοπολιτών προέρχεται το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων της Βιέννης που έλαβαν τίτλους ευγενείας, απέκτησαν ακίνητη ιδιοκτησία και κατέλαβαν υψηλές θέσεις στην οικονομική και κοινωνική ιεραρχία της πόλης .

Δεν είναι, εξάλλου, τυχαίο ότι από τα ίδια δίκτυα προέρχονται και τα γνωστότερα σήμερα ονόματα Ελλήνων της Βιέννης, όπως ο Σίνας, ο Καραγιάννης (Κάραγιαν), ο Δούμπας, ο Σακελλάριος, ο Μπέλιος, ο Δάρβαρης κ.ά.

Καθώς τα οικονομικά ενδιαφέροντα των ευπορότερων οικογενειών του μακεδονικού δικτύου ήταν σαφώς προσανατολισμένα στο εσωτερικό της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας, αυτές αισθάνθηκαν σε μικρότερο βαθμό τις συνέπειες από τη σταδιακή παρακμή του οθωμανικού εξαγωγικού εμπορίου στην Κεντρική Ευρώπη, μετά το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων (1799-1815).

Όταν μετά την τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα το μεταναστευτικό ρεύμα από τον ελληνικό χώρο προς τη Βιέννη αναστέλλεται και τα υπόλοιπα δίκτυα αποχωρούν, οι Μακεδόνες θα παραμείνουν αποκλειστικοί εκπρόσωποι της ελληνικής παροικίας στην πόλη.

Μακεδονικές ταυτότητες στη Διασπορά: τουρκομερίτες και εντόπιοι


Η ελληνική παροικία της Βιέννης αποτελούσε ένα διακριτό και αναγνωρίσιμο σημείο στον χωροταξικό χάρτη της πόλης.
Από την εποχή των πρώτων σποραδικών μετακινήσεων ορθόδοξων εμπόροον είχε δημιουργηθεί ένας οικιστικός πυρήνας στην περιοχή της «παλιάς κρεαταγοράς» (“alter Fleischmarkt”), στο βορειοανατολικό τμήμα της λεγάμενης Innenstadt (εντός των τειχών της πόλης της Βιέννης), ο οποίος εμπλουτίστηκε με την έλευση νέων μεταναστών.


Αν και απουσιάζουν ακριβή στοιχεία, στην πολυπληθέστερη φάση της, στην καμπή του 18ου προς τον 19ο αιώνα, η ελληνική παροικία πρέπει να αριθμούσε γΰρω στα 2.000 άτομα.

Στην alter Fleischmarkt χτυποΰσε η καρδιά του ελληνικού εμπορίου.

 Εκεί βρίσκονταν οι κατοικίες και οι εμπορικοί οίκοι των Ελλήνων και άλλων ορθόδοξων εμπόρων που έρχονταν από τα Βαλκάνια, ενώ στην ίδια περιοχή χτίστηκαν οι δυο ελληνορθόδοξες εκκλησίες και λειτούργησε το ελληνικό σχολείο .

Με την εγκατάσταση των πρώτων εμπόρων στην περιοχή της alter Fleischmarkt σημειώθηκαν και οι πρώτες απόπειρες για τη θεσμική οργάνωση της ελληνικής παροικίας.

Κατά κανόνα, η αρχή της εγκατάστασης ορθόδοξων εμπόρων στην Αψβουργική Αυτοκρατορία συνέπιπτε με τη συγκρότηση εκ μέρους τους εκκλησιαστικών αδελφοτήτων.

Οι αδελφότητες ήταν ενώσεις λαϊκών, αναγνωρισμένες από τις τοπικές αρχές, που είχαν στόχο την υποστήριξη εκκλησιαστικών και φιλανθρωπικών σκοπών.

Οι αρμοδιότητές τους, όμως, δεν περιορίζονταν σε εκκλησιαστικά ζητήματα, αλλά επεκτείνονταν και στον διοικητικό και οικονομικό τομέα.
Ως συλλογικά σώματα, εκπροσωπούσαν τους εμπόρους ενώπιον των αρχών και ήταν φορείς διαφόρων προνομίων .
Βάση της κοινοτικής συσπείρωσης των Ελλήνων στη Βιέννη υπήρξε ο ορθόδοξος ναός του Αγίου Γεωργίου, που ιδρύθηκε μεταξύ των ετών 1718-1723 από την ομώνυμη αδελφότητα των ορθόδοξων Οθωμανών υπηκόων που εμπορεύονταν στην πόλη.


Επίσημα, ωστόσο, η κοινοτική ζωή της παροικίας χρονολογείται από το 1776, χρονιά κατά την οποία η αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία εξέδωσε το διάταγμα που αναγνώριζε στην αδελφότητα του Αγίου Γεωργίου το δικαίωμα της αποκλειστικής κυριότητας του ιεροΰ ναοΰ.

 Με το εν λόγω διάταγμα έληγε προς όφελος της αδελφότητας μια διαμάχη που είχε ξεσπάσει από το πρώτο μισό του 18ου αιώνα μεταξύ των Ελλήνων εμπόρων της Βιέννης και του Σέρβου μητροπολίτη της σλαβονικής πόλης Κάρλοβιτς (στα νότια σύνορα της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας), στη δικαιοδοσία του οποίου είχε υπαχθεί με απόφαση των αψβουργικών αρχών ο ιερός ναός του Αγίου Γεωργίου .
 Η αυτοκράτειρα αναγνώριζε το αποκλειστικό δικαίωμα των μελών της αδελφότητας να χρησιμοποιούν τον ναό και να εκλέγουν ιερείς «το Γένος και την Θρησκείαν Ρωμαίους», ενώ περιόριζε τις δικαιοδοσίες του μητροπολίτη του Κάρλοβιτς στην τυπική επικύρωση της εκλογής των ιερέων .
Η διαμάχη γΰρω από την κυριότητα του ορθόδοξου ναού του Αγίου Γεωργίου στη Βιέννη αποτελούσε πτυχή των ευρύτερων συγκρούσεων που αναπτύχθηκαν από τα μέσα του 18ου αιώνα στο πλαίσιο των εθνοτικά μικτών, ορθόδοξων κοινοτήτων της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας, με πρωταγωνιστές τους Ελληνες και τους Σέρβους.

Στο επίκεντρο των συγκρούσεων βρέθηκαν ζητήματα εκκλησιαστικής οργάνωσης και γλώσσας τέλεσης της Θείας Λειτουργίας. 

Ανάλογα με την αριθμητική αναλογία και την οικονομική δύναμη των αντιμαχόμενων ομάδων, οι διαμάχες οδήγησαν είτε στη δημιουργία ξεχωριστών κοινοτήτων είτε στον αποκλεισμό της μίας εξ αυτών
. Στην Τεργέστη και τη Βουδαπέστη, το 1782 και το 1788 αντίστοιχα, ακολουθήθηκε ο πρώτος δρόμος, ενώ στη Βιέννη επιτεύχθηκε ο αποκλεισμός των Σέρβων και της γλώσσας τους από τη χρήση του ναού και την εκκλησιαστική λειτουργία .

Το αυτοκρατορικό προνόμιο του 1776 αποτέλεσε το θεσμικό πλαίσιο οργάνωσης της αδελφότητας των «Τουρκομερητών Ρωμαίων πραγματευτών», δηλαδή των Ελλήνων εμπόρων της Βιέννης που είχαν οθωμανική υπηκοότητα.
 Στη γενική συνέλευση, που πραγματοποιήθηκε την ίδια χρονιά, αποφασίστηκε η εκλογή δεκαοκτώ μελών (επιστάτες), ως διοικητών της αδελφότητας και εκπροσώπων της στις αρχές, με ετήσια θητεία. Το 1777 ο αριθμός τους περιορίστηκε σε δώδεκα (δωδεκάς).
 Οι επιστάτες εξέλεγαν τους εφημερίους και τους τρεις λαϊκούς επιτρόπους, που ήταν υπεύθυνοι για την άρτια λειτουργία του ναού.
Επειδή η αδελφότητα, ως συλλογικό όργανο, επικοινωνούσε με τις αρχές και για ζητήματα οικονομικού ενδιαφέροντος των μελών της, λαμβανόταν πρόνοια ώστε στη δωδεκάδα να εκλέγονται αντιπρόσωποι απ’ όλες τις περιοχές του ελληνικού χώρου που είχαν εμπορική επικοινωνία με τη Βιέννη.

Στην αδελφότητα του Αγίου Γεωργίου εκπροσωπούνταν, συνεπώς, όλα τα μεταναστευτικά-εμπορικά δίκτυα που δραστηριοποιούνταν στην πόλη .

Αντίθετα, από την αδελφότητα του Αγίου Γεωργίου ήταν αποκλεισμένοι οι έμποροι που είχαν αποκτήσει την αψβουργική υπηκοότητα, οι λεγόμενοι «εντόπιοι».
 Επρόκειτο για μέλη του μακεδονικού-μοσχοπολίτικου δικτύου που συναντήσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, τα οποία είχαν φτάσει πρώτα στη Βιέννη, συμμετείχαν στο εσωτερικό εμπόριο της αυτοκρατορίας και επεδείκνυαν υψηλό βαθμό ενσωμάτωσης στην οικονομική και κοινωνική δομή του τόπου εγκατάστασης.
Ως «Κοινό της των Γραικών τε, και Βλάχων της ανατολικής Θρησκείας Κ.Β. (σ.σ. Καισαροβασιλι- κών) Υπηκόων» θα αποσπάσουν, το 1787, προνόμιο από τον αυτοκράτορα Ιωσήφ τον Β' για την ίδρυση του ορθόδοξου ναοΰ της Αγίας Τριάδας στην περιοχή της alter Fleischmarkt .

Το προνόμιο του 1787 προς τους εντοπίους ήταν, ως προς το πνεύμα και τα σημεία, πανομοιότυπο με εκείνο που απέσπασαν ο τουρκομερίτες το 1776.
 Και εδώ, οι ιερείς «πρέπει να ήναι και το Γένος και την Θρησκείαν Γραικοί», ο μητροπολίτης του Κάρλοβιτς αρκούνταν στην επικύρωση της εκλογής τους και διασφαλιζόταν ο κοσμικός χαρακτήρας της κοινότητας.
Εξι εκλεγμένοι επιστάτες (εξάς) με ετήσια θητεία αποτελουσαν τη διοικητική αρχή που διόριζε τους ιερείς και τους επιστάτες του ιεροΰ ναοΰ, εκπροσωπούσε την κοινότητα ενώπιον των αρχών και φρόντιζε για τα ζητήματα που την απασχολούσαν.

Η λειτουργία δυο ελληνορθόδοξων κοινοτήτων με κριτήριο συσπείρωσης την υπηκοότητα -οθωμανική ή αψβουργική- αποτελεί μοναδικό φαινόμενο στον χώρο των ελληνικών παροικιών της Κεντρικής Ευρώπης και έχει γίνει αντικείμενο διάφορων ερμηνειών.

Με ιδιαίτερη έμφαση έχει σχολιαστεί η εμφάνιση στα προνόμια αλλά και στον επίσημο τίτλο της κοινότητας, από την πρώτη κιόλας στιγμή της ίδρυσής της, του ονόματος «Βλάχοι» δίπλα στο «Γραικοί» .
Η δήλωση του εν λόγω ονόματος ήταν, αφενός, ενδεικτική της βλαχικής καταγωγής πολλών και εξεχόντων μελών της κοινότητας, όπως οι Σίνα, οι Δάρβαρη, οι Τύρκα, οι Κούρτη, οι Γΰρα και άλλοι.

Αφετέρου, ήταν ενδεικτική μιας γενικότερης τάσης προβολής της ιδιαίτερης βλαχικής ταυτότητας, που εκδηλώθηκε κατά την ίδια εποχή και σε άλλες ορθόδοξες εμπορικές κοινότητες εντός της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας.
 Η τάση αυτή εκφράστηκε με τις προσπάθειες γραπτής κωδικοποίησης της βλαχικής διαλέκτου και συνοδεύτηκε από την απαίτηση εισαγωγής της στη Θεία Λειτουργία .
 Στην ελληνική κοινότητα της Πέστης, η απαίτηση αυτή οδήγησε σε ενδοκοινοτικές διαμάχες που διήρκεσαν μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα .

 Αντίθετα, στη Βιέννη δεν τέθηκε ποτέ αίτημα εισαγωγής της βλαχικής διαλέκτου στις εκκλησιαστικές ακολουθίες ή στην εκπαίδευση. Χωρίς να απεμπολούν την εθνοτοπική τους ταυτότητα, οι εξελληνισμένοι γλωσσικά και πολιτισμικά Βλάχοι της Βιέννης παρέμειναν σταθερά προσανατολισμένοι στην ελληνική πολιτισμική περιοχή.

Περισσότερο από μία εθνοτικού τύπου διαφοροποίηση, στην ύπαρξη των δύο ελληνικών κοινοτήτων πρέπει να αναζητήσουμε τους διαφορετικούς οικονομικούς προσανατολισμούς αλλά και τον ανταγωνισμό μεταξύ των δικτύων της ελληνικής εμπορικής Διασποράς στη Βιέννη.

Όπως τονίστηκε παραπάνω, Αψβούργοι υπήκοοι έγιναν κυρίως οι Μακεδόνες που αποτελούσαν το αρχαιότερο και μεγαλύτερο εμπορικό δίκτυο στην Αψβουργική Αυτοκρατορία, ενώ οι Θεσσαλοί και οι Χιώτες, που έφτασαν αργότερα, διατήρησαν την οθωμανική υπηκοότητα, καθώς μεγάλο μέρος των οικονομικών ενδιαφερόντων τους εξακολουθούσε να συνδέεται με την Ανατολή.

Στις αντιπαραθέσεις μεταξύ των φορέων των δύο υπηκοοτήτων μπορούμε να ανα¬γνωρίσουμε τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε αυτούς που είχαν ήδη εδραιώσει τη θέση τους στην αγορά της Βιέννης και σε εκείνους που κατέφθαναν μαζικά, προκειμένου να δοκιμάσουν την τύχη τους στις επιχειρήσεις. Ανάμεσα στους τελευταίους υπήρχε φυσικά και ένα πλήθος Μακεδόνων, που ως Οθωμανοί υπήκοοι -τουρκομερίτες- δι¬αφοροποιούνταν από τους συμπατριώτες τους Αψβούργους υπηκόους -εντοπίους.

Η μετανάστευση στη Βιέννη δημιούργησε διαφορετικές εκδοχές της μακεδονικής ταυτότητας.

 Η σταδιακή εγκατάλειψη των οικονομικών και κοινωνικώѵ δεσμών των εντοπίων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και ο προσανατολισμός τους στην κατάληψη ευνοϊκών θέσεων στην οικονομία του τόπου εγκατάστασής τους ήταν μία διαδικασία με παραμέτρους όχι μόνο οικονομικές.

Σήμαινε και τη συγκυριακή ή προοδευτική υποχώρηση των πολιτισμικών αντιστοίχων του βαλκανικού εμπορίου, της ελληνικής δηλαδή γλώσσας και κουλτούρας, και την υιοθέτηση πολιτισμικών μέσων που επέτρεπαν καλύτερη πρόσβαση στα νέα οικονομικά και κοινωνικά περιβάλλοντα.

Για τους Οθωμανούς υπηκόους, η ανέλιξη στην κοινωνία υποδοχής είτε ήταν δυσκολότερη είτε δεν υπήρχε καν στον ορίζοντα προσδοκιών τους, καθώς η προοπτική της πρόσκαιρης παραμονής στη Βιέννη τούς προσανατόλιζε στο κοινωνικό και πολιτισμικό σύστημα του τόπου καταγωγής τους .

Ωστόσο, τα πολιτισμικά φαινόμενα στη Διασπορά δεν είναι ούτε γραμμικά ούτε στεγανά. Παρά τη μεγαλύτερη ετοιμότητά τους για ενσωμάτωση στην κοινωνία υποδοχής, θα είναι οι εντόπιοι εκείνοι που θα ιδρύσουν ελληνικό σχολείο στη Βιέννη και θα φροντίσουν για τη χρηματοδότηση της ελληνόγλωσσης παιδείας στην Αψβουργική Αυτοκρατορία.

Μακεδόνες εντόπιοι, εξάλλου, θα συνδεθούν και με μερικές από τις σημαντικότερες εκφράσεις του νεοελληνικού Διαφωτισμού.

Εμπορική παροικία και νεοελληνικός Διαφωτισμός

Η ελληνική παροικία της Βιέννης αποτέλεσε χώρο υποδοχής και δεξίωσης όλων εκείνων των εκδηλώσεων και των διεργασιών που συνθέτουν το φαινόμενο του νεοελληνικού Διαφωτισμού.

Οι συνθήκες σχετικού πολιτικού φιλελευθερισμού στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιωσήφ του Β' (1780-1790) και κυρίως η λειτουργία τυπογραφείων που διέθεταν τυπογραφικά στοιχεία στα ελληνικά -όπως και σε άλλα αλφάβητα γλωσσών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης- κατέστησαν την πόλη κέντρο της ελληνόγλωσσης εκδοτικής παραγωγής .

Από το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα, ο εμπορικός πυρήνας της ελληνικής παροικίας εμπλουτίστηκε από Ελληνες λογίους, οι οποίοι συνέρρεαν στην αψβουργική πρωτεύουσα για να τυπώσουν τα έργα τους.
 Η ύπαρξη δύο ανθηρών ελληνικών κοινοτήτων προσέφερε, άλλωστε, δυνατότητες επαγγελματικής κινητικότητας σε Έλληνες λογίους που κατέφθαναν στη Βιέννη για να απασχοληθούν ως εφημέριοι στους ιερούς ναούς του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Τριάδας ή ως ιδιωτικοί διδάσκαλοι των Ελληνοπαίδων της παροικίας.

Μερικά από τα γνωστότερα ονόματα της ελληνικής διανόησης της εποχής, όπως οι εκδότες του Λόγιου Ερμή, Ανθιμος Γαζής και Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο Νεόφυτος Δούκας, ο Κωνσταντίνος Κούμας, ο Κωνσταντίνος Κοκκινάκης, ο Αθανάσιος Ψαλίδας και πολλοί άλλοι, έζησαν για μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα στη Βιέννη.

Η σύνδεση της ελληνικής παροικίας με τις πνευματικές και ιδεολογικές διεργασίες του Διαφωτισμού δεν περιορίζεται, ωστόσο, στη συγκυριακή παρουσία Ελλήνων λογίων στο εσωτερικό της.

 Στα τέλη του 18ου αιώνα, το κοινωνικό ιδανικό του «μορφωμένου αστού» και το πρόταγμα του νεοελληνικού Διαφωτισμού περί «φωτισμού του Γένους» φαίνεται να έχουν γίνει συνείδηση για τους Ελληνες εμπόρους στη Βιέννη.

Οι εργασίες του Φίλιππου Ηλιου σχετικά με τους συνδρομητές βιβλίων στα χρόνια του Διαφωτισμού έδειξαν ότι η Βιέννη βρισκόταν στην πρώτη θέση από πλευράς συχνότητας παρουσίας σε καταλόγους συνδρομητών, δεύτερη μετά την Κωνσταντινούπολη σε αριθμό συνδρομών και πρώτη σε αριθμό αντιτύπων, ενώ το αναγνωστικό της κοινό ήταν σχετικά δεκτικό και σε βιβλία που εξέφραζαν τις ανανεωτικές τάσεις της ελληνικής διανόησης.

Δίπλα σε βιβλία θρησκευτικού περιεχομένου, λεξικά και γραμματικές, ένα μέρος του αναγνωστικού κοινού έδειχνε προτίμηση σε έργα μαθηματικών, φυσικής, χημείας, γεωγραφίας και ιστορίας . Παράλληλα, ο ιΕλληνες έμποροι της Βιέννης ανταποκρίθηκαν θετικά στο διαδεδομένο στους αστικούς κΰκλους της εποχής πρότυπο του επιχειρηματία-χορηγοΰ.

 Οι αδελφοί Δάρβαρη, αποκλειστικοί χρηματοδότες της έκδοσης των έργων του έτερου αδελφού, Δημητρίου, οι μεγαλέμποροι αδελφοί Τσετίρη, ο Ναουμ Νίττας, ο Αθανάσιος Μανούσης, ο Ιωάννης Κάρτζιας αποτελοΰν μερικά μόνο παραδείγματα εμπόρων που ανέλαβαν με δικές τους δαπάνες την έκδοση βιβλίων.

Η ελληνική παροικία της Βιέννης αποτέλεσε, όμως, και τον κοινωνικό χώρο δεξίωσης του πιο προωθημένου εκδοτικού εγχειρήματος του νεοελληνικού Διαφωτισμού, της έκδοσης εφημερίδας. Εμπνευστές του φιλόδοξου έργου ήταν δυο Μακεδόνες που είχαν αποκτήσει την αψβουργική υπηκοότητα, ανήκαν δηλαδή στους λεγόμενους «εντοπίους».



 Η πρώτη διασωθείσα ελληνική εφημερίδα, η Εφημερίς, τυπώθηκε το 1790
από τους Σιατιστινοΰς αδελφούς 
Γεώργιο και Ποΰλιο Ποΰλιου 
στο τυπογραφείο του Josef Edler von Baumeister,
 που από το 1792 ανέλαβαν οι ίδιοι.

 Επρόκειτο για την δεύτερη απόπειρα έκδοσης ελληνικής εφημερίδας στη Βιέννη.
 Η πρώτη είχε σημειωθεί το 1784 από τον Ζακΰνθιο τυπογράφο Γεώργιο Βεντότη.
 Η εφημερίδα του Βεντότη είχε διάρκεια ζωής δυο μηνών, ενώ κανένα φΰλλο της δεν διασώθηκε.
Εξι χρόνια αργότερα, οι συνθήκες εμφανίζονταν πιο ευνοϊκές για την ευόδωση ενός παρόμοιου εκδοτικού εγχειρήματος.

Η Εφημερίς των αδελφών Ποΰλιου κυκλοφόρησε από το 1790 μέχρι το 1797 . Από το 1790 μέχρι το 1792, υπό τη διεΰθυνση των ιδίων, κυκλοφορούσε και η σέρβική έκδοση της εφημερίδας με τον τίτλο Serbskija Novini.

 Η Εφημερίς περιείχε ειδήσεις για πολιτικά γεγονότα από την Ευρώπη, που προέρχονταν από μεταφράσεις γερμανόφωνων εφημερίδων, νέα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, εμπορικές ειδήσεις, αγγελίες αλλά και πλήθος πληροφοριών για επιστημονικές ανακαλύψεις και εφευρέσεις, καταχωρήσεις για κοινωνικές εκδηλώσεις, δεξιώσεις, γιορτές, φιλολογικές συναθροίσεις, συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις στη Βιέννη και αλλοΰ.

Με άλλα λόγια, το περιεχόμενό της ανταποκρινόταν στον κοινωνικό τΰπο του φιλοπερίεργου και φιλομαθούς αστοΰ, που πρόβαλε ως πρότυπο ο Διαφωτισμός, και είχε απήχηση στους κόλπους της ελληνικής παροικίας.

Όπως όλα τα εκδιδόμενα έντυπα στην Αυστρία, η Εφημερίς βρισκόταν υπό τον αυστηρό έλεγχο της λογοκρισίας, η οποία δεν φαινόταν στην αρχή ιδιαίτερα αυστηρή με το ελληνόγλωσσο έντυπο.
 Στην υπόθεση αυτή μας οδηγεί το γεγονός ότι στην Εφημερίδα είχε δημοσιευτεί το 1791 η γαλλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, ενώ το 1794 δημοσιεύτηκαν ειδήσεις σχετικά με τις αποτυχίες του αψβουργικού στρατού στον πόλεμο με τους Γάλλους.

Τον κίνδυνο επισήμαναν πρώτες οι οθωμανικές αρχές, που ζήτησαν την απαγόρευση της κυκλοφορίας της Εφημερίδας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Το 1797 η Πύλη κατήγγειλε στις αψβουργικές αρχές ότι οι αδελφοί Πούλιου δημοσίευαν στο φύλλο τους επαινετικά σχόλια για το γαλλικό σύστημα διακυβέρνησης, ενώ σε ελληνικό ημερολόγιο που εξέδωσαν, απεικονίζονταν υπάλληλοι της γαλλικής δημοκρατίας με τις στολές τους.
Την ίδια χρονιά στο τυπογραφείο ανακαλύφθηκαν από την αυστριακή αστυνομία επαναστατικά φυλλάδια του Ρήγα.


 Ο Γεώργιος Πούλιος συνελήφθη ως συνεργάτης του και απελάθηκε. Ο Πούλιος διέφυγε της σύλληψης, μιας και εκείνο το διάστημα βρισκόταν στη Μολδαβία για να προωθήσει βιβλία του τυπογραφείου του .

Οι επόμενες προσπάθειες για έκδοση ελληνικής εφημερίδας δεν προέρχονταν από οργανικά μέλη της εμπορικής παροικίας.
Αποτυχημένες απόπειρες έκαναν τα έτη 1804 και 1805 ο Νεόφυτος Δούκας και ο Ανθιμος Γαζής, αντίστοιχα.
Το 1807 ο Αυστριακός Joseph Franz Hall, διευθυντής της εμπορικής ακαδημίας της Βιέννης και μέλος της επιτροπής λογοκρισίας, έλαβε για 25 χρόνια το δικαίωμα έκδοσης ελληνικής εφημερίδας.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1811, κυκλοφόρησαν οι Ειδήσεις διά τα ανατολικά μέρη με εκδότη τον Ευφρόνιο Ραφαήλ Πόποβιτς, δάσκαλο του ελληνικού σχολείου της πόλης. Διάδοχός του στη διεύθυνση της εφημερίδας, η οποία από το 1812 πήρε τον τίτλο Ελληνικός Τηλέγραφος ή περιοδική εφψερίς πολιτική, φιλολογική τε και εμπορική, ήταν ο γιατρός Δημήτριος Αλεξανδρίδης .

Από την άλλη, δύσκολα θα μπορούσε να εντοπιστεί μια εσωτερική σχέση ανάμεσα στην εμπορική παροικία της Βιέννης και την έκδοση του κατεξοχήν οργάνου των νεωτερικών τάσεων του νεοελληνικού Διαφωτισμού, του Λόγιου Ερμή (1811- 1821) .

 Αφενός οι εκδότες του, Ανθιμος Γαζής και στη συνέχεια Θεόκλητος Φαρμακίδης και Κωνσταντίνος Κοκκινάκης, ήταν λόγιοι-ιερείς και δεν προέρχονταν από τον εμπορικό κόσμο.
Αφετέρου, και κυρίως, η ελληνική παροικία δεν φάνηκε να υποστηρίζει το συγκεκριμένο εγχείρημα. Δεν είναι τυχαίο πως, όταν το 1813 ο Λόγιος Ερμής είχε διαπόψει τη λειτουργία του εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων, δεν υπήρξε κάποια κίνηση υποστήριξης από τους Ελληνες της Βιέννης και η επαναλειτουργία του περιοδικού το 1816 είχε στηριχθεί στη χρηματική συνδρομή αναγνωστών από τη Βλαχία.

 Γνωρίζουμε επίσης πως η αδελφότητα του Αγίου Γεωργίου προκάλεσε στην ουσία την παραίτηση του Θεόκλητου Φαρμακίδη από τη θέση του υπεφημερίου του ιερού ναοΰ το 1817, αφοΰ του πρόβαλε το ασυμβίβαστο των ιδιοτήτων του κληρικού και του εκδότη του Λόγων Ερμή .

Περισσότερο από την ενίσχυση της λόγιας παραγωγής, η χρηματοδότηση της εκπαίδευσης υπήρξε κατεξοχήν υπόθεση του ελληνικού εμπορικού κόσμου της Βιέννης.

 Η διάθεση κληροδοτημάτων (λάσσων) για την ίδρυση ή ενίσχυση ελληνικών σχολείων στους τόπους καταγωγής αποτελούσε διαδεδομένη πρακτική μεταξύ των εμπόρων.

 Όπως, πάντως, προκύπτει και από τις διαθήκες Ελλήνων εμπόρων που έχουμε στη διάθεσή μας, πρωταρχική μέριμνα, ιδιαίτερα των Μακεδόνων που είχαν αποκτήσει την αψβουργική υπηκοότητα, ήταν η ίδρυση ελληνικού σχολείου στη Βιέννη .

Το Εθνικό Σχολείο/Εθνική Σχολή (Nationalschule) της Βιέννης ξεκίνησε να λειτουργεί επίσημα το 1804, κατόπιν προνομίου που παραχώρησε ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος ο Β' στην κοινότητα της Αγίας Τριάδας.

 Η ιδέα της ίδρυσης ενός οργανωμένου δημόσιου σχολείου είχε συζητηθεί στις 10 Μαρτίου του 1801 σε συνέλευση της κοινότητας και είχε από τότε ανοίξει κατάλογος χρηματικών συνδρομών.

Στις 22 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους οι έφοροι της κοινότητας υπέβαλαν στις τοπικές αρχές αίτηση για χορήγηση άδειας σχολείου, για να λάβουν θετική απάντηση δύο χρόνια αργότερα (1803).

Αποφασιστικής σημασίας για την απόσπαση της αδείας υπήρξε το γεγονός ότι το σχολείο είχε συγκεντρώσει ένα ιδρυτικό κεφάλαιο, ικανό να εξασφαλίσει τη λειτουργία του.

 Μεγάλο μέρος αυτού του κεφαλαίου προερχόταν από την περιουσία του Χριστόφορου Νάκου, ο οποίος, αφού όρισε χρηματικά ποσά στη διαθήκη του για την ενίσχυση του σχολείου της ιδιαίτερης πατρίδας του στη Μακεδονία και τη θέσπιση σπουδαστικών υποτροφιών σε άπορους νεαρούς από τη γαιοκτησία του στο Βανάτο, με κωδίκελο που συνέταξε το 1800 δέσμευε τους κληρονόμους του με την υποχρέωση να καταθέτουν ετήσια εισφορά 1.000 αυστριακών φιορινίων στο ελληνικό σχολείο της Βιέννης, που έκανε τότε τα πρώτα του βήματα .

Το διάταγμα του Φραγκίσκου του Β" έθεσε τα θεσμικά πλαίσια της οργάνωσης και της λειτουργίας της Εθνικής Σχολής .
Σύμφωνα με αυτό, το σχολείο μπορούσε να έχει μέχρι και τέσσερις τάξεις, περιοριζόταν δηλαδή στην παροχή στοιχειώδους εκπαίδευσης, και το πρόγραμμα σπουδών του όφειλε να ακολουθεί το αντίστοιχο των γερμανικών σχολείων.

 Στην πρώτη και τη δεύτερη τάξη οι μαθητές διδάσκονταν την καθομιλουμένη ελληνική γλώσσα. 
Ειδικότερα, η διδασκαλία προέβλεπε συλλαβισμό, ανάγνωση, στοιχεία γραμματικής, ασκήσεις γραφής και καλλιγραφία, στοιχεία αριθμητικής και κατήχηση.

 Στην τρίτη και την τέταρτη τάξη, εκτός από την κατήχηση και τα ιερά μαθήματα, προβλεπόταν η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, της αριθμητικής, της γεωγραφίας, της φυσιογνωσίας και της φυσικής ιστορίας.

Το σχολείο υπαγόταν στον αυστηρό έλεγχο των αυστριακών εκπαιδευτικών αρχών.

 Οι δάσκαλοι προτείνονταν από την κοινότητα, τον τελικό λόγο για τον διορισμό τους όμως, κατόπιν εξέτασης των γνώσεων, της επάρκειάς τους στη γερμανική γλώσσα και των παιδαγωγικών τους δεξιοτήτων, είχαν οι αρμόδιες αρχές.
Το μάθημα της κατήχησης δίδασκε ο εφημέριος της εκκλησίας. Τα διδακτικά βιβλία, εκτός από αυτά των θρησκευτικών, όφειλαν να είναι δίγλωσσα, γραμμένα σε ελληνικά και γερμανικά, και να έχουν εγκριθεί από ειδική επιτροπή.
Η λειτουργία της Εθνικής Σχολής δεν ήταν απρόσκοπτη.
Ο ασφυκτικός έλεγχος των αρχών και η αδυναμία εξεύρεσης διδασκάλων που να πληρούν τα κριτήρια που όριζε το διάταγμα, αποτελούσαν βασικά προβλήματα. Από την άλλη, η λειτουργία ενός δημόσιου ελληνικού σχολείου στη Βιέννη είχε να ανταγωνιστεί τον διαδεδομένο στους εύπορούς     Ελληνες θεσμό της κατ’ οίκον διδασκαλίας
καθώς και την κοινωνική προτεραιότητα και υπεροχή της γερμανόγλωσσης έναντι της ελληνικής εκπαίδευσης, 
από τη στιγμή που η μόνιμη εγκατάσταση στη Βιέννη αποτελούσε κυρίαρχη επιλογή.

Οι δυσκολίες των τέκνων της παροικίας στην ελληνική γλώσσα ή ακόμα η εγκατάλειψή της προς όφελος της γερμανικής συνιστοΰν εκφράσεις του παραπάνω φαινομένου .

Ακριβώς αυτές οι ειδικές συνθήκες της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης στη Διασπορά αποτέλεσαν το υλικό για τον παιδαγωγικό προβληματισμό του Δημητρίου Δάρβαρη (1757-1823), ενός από τους πολυγραφότερους λογίους του νεοελληνικού Διαφωτισμού .

Γόνος μιας κλεισουριώτικης εμπορικής οικογένειας με επιφανή παρουσία στη Ζέμονα και τη Βιέννη και μέλος ο ίδιος της κοινότητας της Αγίας Τριάδας Βιέννης, εκπόνησε ένα μακρόπνοο και συστηματικό εκδοτικό πρόγραμμα με στόχο την άρτια εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων στις παροικίες.

 Εχοντας να διαχειριστεί συνθήκες γλωσσικής ανομοιογένειας, ο Δάρβαρης επεξεργάστηκε ευέλικτες μεθόδους γλωσσικής διδασκαλίας και μέσω εύληπτων και εύχρηστων σχολικών εγχειριδίων κατέστησε οικεία τη σπουδή της ελληνικής στη νεολαία των παροικιών.
Με τη σειρά του, το παιδαγωγικό και ηθικοπλαστικό έργο του αντανακλά το αστικό πολιτισμικό σύμπαν των Μακεδόνων μεγαλεμπόρων της Βιέννης.
Ο Δημήτριος Δάρβαρης αναδεικνύεται, έτσι, ως ο οργανικός διανοούμενος της ελληνικής εμπορικής Διασποράς στην Κεντρική Ευρώπη.

Ελληνική παροικία και ελληνικό κράτος

Η προσφορά της ελληνικής παροικίας της Βιέννης στην υπόθεση της εθνικής απελευθέρωσης είναι θεμελιακή.

 Εγκειται ακριβώς στη δημιουργία των όρων εκείνων, που καθιστούσαν επίκαιρο το αίτημα της εθνικής χειραφέτησης.
Η ανάδειξη της γλώσσας σε κριτήριο κοινοτικής συσπείρωσης, η ενίσχυση της ελληνόγλωσσης εκδοτικής παραγωγής, η ίδρυση και υποστήριξη ελληνικών σχολείων, συνέβαλαν στην εμπέδωση και διάδοση της ιδέας του ελληνικού γένους, ως διακριτής ιστορικής οντότητας.
 Στην ίδια την Επανάσταση, ωστόσο, οι Ελληνες της Βιέννης δεν θα έχουν ενεργή συμμετοχή.

Οι μοναδικές γνωστές περιπτώσεις Ελλήνων εμπόρων που κινητοποιήθηκαν για την ενίσχυση του επαναστατικού αγώνα, ήταν αυτές του Πανταλέοντα Βλαστού και του Αναστασίου Παπά.

 Ο Βλαστός, Οθωμανός υπήκοος και μέλος χιώτικης εμπορικής οικογένειας, συμμετείχε με οικονομικές συνδρομές στην ενίσχυση του πολεμικού ταμείου και σχεδίαζε τη χρηματοδότηση μιας ομάδας έμπειρων Γάλλων αξιωματικών του μηχανικού και του πυροβολικού, οι οποίοι θα πολεμούσαν στο πλευρό των Ελλήνων .

Ο Σερραίος έμπορος Αναστάσιος Εμμανουήλ Παπάς είχε συμμετάσχει στα επαναστατικά γεγονότα της Μολδαβίας και στη συνέχεια μετέβη στην Τεργέστη, με σκοπό να περάσει στην Ελληνική Χερσόνησο και να λάβει μέρος στον αγώνα, σχέδιο το οποίο τελικά ανεστάλη .

Είναι γεγονός ότι η Επανάσταση και αργότερα η δημιουργία ελληνικού κράτους δεν αποτέλεσαν τομή για τη ζωή των Ελλήνων στη Βιέννη, που στη συντριπτική πλειοψηφία τους ήταν Μακεδόνες.

 Τα οικονομικά τους ενδιαφέροντα, ιδίως των Αψβούργων υπηκόων, ήταν σταθερά προσανατολισμένα στον χώρο της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας και οι μακεδονικές ιδιαίτερες πατρίδες τους δεν είχαν ενταχθεί στο ελληνικό βασίλειο.

Χωρίς να λείπουν και οι εξαιρέσεις, τα μέλη των παλαιών και εύπορων μακεδονο-βλαχικών οικογενειών της Βιέννης (Γύρα, Δάρβαρη, Δούμπα, Πατσιατζή, Τύρκα, Τσετίρη, Καραγιάννη) δεν άφησαν ίχνη οικονομικής τους παρουσίας στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Με εξαίρεση τις γνωστές περιπτώσεις του Γεωργίου Σίνα, του Κωνσταντίνου Μπέλιου, του Νικολάου Δούμπα, του Αθανασίου Μανούση και μερικών άλλων, τα ονόματα μεγάλων μακεδονικών οικογενειών της Βιέννης δεν απαντώνται μεταξύ των ευεργετών του ελληνικού κράτους.

 Η κοινότητα της Αγίας Τριάδας, πάντως, θεσμοθέτησε υποτροφίες για νέους που ήθελαν να αποκτήσουν τεχνική ή ιατρική εκπαίδευση στη Βιέννη, με σκοπό να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους συμπατριώτες τους.
 Το 1837 σε έρανο που οργανώθηκε από κοινότητες της Διασποράς για την ανέγερση ιερού ναού στη Νέα Πέλλα, όπως ονομάστηκε ο συνοικισμός Μακεδόνων προσφύγων στην Αταλάντη Λοκρίδος, το ποσό που συγκεντρώθηκε από τη Βιέννη ήταν μόνο 577 φιορίνια 

 Παρακινούμενος από το απογοητευτικό αποτέλεσμα του εράνου, ο Κωνσταντίνος Μπέλιος επαίνεσε αυτούς που «καίτοι μη γνήσιοί Μακεδόνες όντες, αλλ’ Έλληνες άλλων επαρχιών», συνεισέφεραν οικονομικά και κατηγόρησε τους άλλους «γνήσιους Μακεδόνας, προς τους οποίους παρρησιάσθη ο κατάλογος με τας ανηκούσας παρακλήσεις και προτροπάς, αλλά κατά δυστυχίαν έδειξαν αδιαφορίαν. [...] Αλλά πού αίσθησις, πού φιλογένεια;».

Οι Μακεδόνες της Βιέννης αντιλαμβάνονταν ως πατρίδα τους περισσότερο τον γενέθλιο τόπο καταγωγής τους στη στενή τοπική του εκδοχή, παρά ένα ελληνικό κράτος που περιελάμβανε άγνωστους γι’ αυτούς τόπους. 

Η ταυτότητά τους, ως μιας διακριτής εθνικής ομάδας στη Διασπορά, εκφράστηκε μέσα από τη δημιουργία και την υποστήριξη θεσμών, όπως οι δύο εκκλησίες και η Εθνική Σχολή, ή από φιλανθρωπική δραστηριότητα με αποδέκτες τα άπορα μέλη της παροικίας καθώς και μέσα από την υποστήριξη άλλων ελληνορθόδοξων κοινοτήτων στην Αψβουργική Αυτοκρατορία.
Εξαιτίας της θέσης της αλλά και της οικονομικής και κοινωνικής εμβέλειας των μελών της, η ελληνική παροικία της Βιέννης αποτελούσε τον φυσικό και κοινωνικό χώρο, στον οποίο προσέτρεχαν για βοήθεια μέλη άλλων παροικιών.
Αν, μιλώντας για τη Διασπορά, καλούμαστε συχνά να ορίσουμε και ένα «κέντρο», τότε το κέντρο της ελληνικής Διασποράς στην Κεντρική Ευρώπη φαίνεται ότι ήταν η ίδια η ελληνική παροικία της Βιέννης.





Δεν υπάρχουν σχόλια: