Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Μακεδονικός Αγώνας: Ο Μακεδονομάχος Γ. Στοιμενίδης και η συμβολή της Αλιστράτης στο Μακεδονικό Αγώνα

του Κωνσταντίνου Ι. Κοντού.
 
Όπως προαναφέρθηκε και πριν από την είσοδο του Π. Μελά στη Μακεδονία, ένα χρόνο νωρίτερα (1903), είχε κάνει την εμφάνισή του στην Αλιστράτη ελληνικό ανταρτικό σώμα, αρχηγός του οποίου ήταν ο Αντώνιος Ντούρας από την Κρήτη, με υπαρχηγό το Σερραίο Αθανάσιο Θάνο.

Αλλά τον επόμενο χρόνο το 1904, έρχονται στην Αλιστράτη ο Αντώνιος Σακτούρης, πρόξενος της Ελλάδος στις Σέρρες και ο υπίλαρχος του ελληνικού στρατού, Γουναρίδης, ο γνωστός καπετάν Βαρδής, δήθεν ως διευθυντής της Σχολής, οι οποίοι οργανώνουν την κωμόπολη, μυούν τους κατοίκους στον Αγώνα και ορίζουν Επιτροπή Άμυνας από τους πλέον γενναίους προκρίτους του χωρίου.


Ο καπετάν Βαρδής οργανώνει νέο ανταρτικό σώμα με επικεφαλής τον οπλαρχηγό Δούκα, φόβητρο των Βουλγάρων και του διαβόητου αρχηγού τους Πανίτσα, ο οποίος με ορμητήριο τη Σκρίτζοβα (Σκοπιά) επιχειρούσε ληστρικές και δολοφονικές επιδρομές εναντίον της περιοχής της Αλιστράτης.

Οι σπουδαιότεροι που εντάχθηκαν στο νέο αυτό σώμα, υπό το Σερραίο οπλαρχηγό Δούκα Δούκα ήταν:

ο Ιωάννης Καραγκιόζης, ο Γεώργιος Στοϊμενίδης, ο Γεώργιος Κούτλες, οι Ιωάννης και Δημήτριος Φράγκος, οι Χρήστος και Μιχαήλ Φράγκος, ο Μιλτιάδης Μάλαμας, ο Βασίλειος Γιόφκος, ο Ιωάννης Βούλτσιος, ο Ιωάννης Γούσιος, ο Κων/νος Κουλεμάνης, οι Δημήτριος και Ιωάννης Θεοδωράκης, ο Πέτρος Πετρίδης, ο Νικόλαος Φράγκου, ο Ιωάννης Στοϊμενίδης, ο Αθανάσιος Καψημάλης, ο Μιλτιάδης Σκόρδας δάσκαλος, ο Κων/νος Τσίμπας και άλλοι, των οποίων τα ονόματα διαφεύγουν, πολλοί δε σε εφηβική ηλικία.

Πολλοί από αυτούς τιμήθηκαν με παράσημα για αξιόλογες υπηρεσίες, τις οποίες προσέφεραν ως μέλη του ελληνικού ανταρτικού σώματος.

Από προφορικές αφηγήσεις Αλιστρατινών, και ιδίως του τότε μαθητή Μιλτιάδη Βασ. Βογιατζή, γνωρίζουμε ότι ο Πανίτσας, αξιωματικός πυροβολικού του βουλγαρικού στρατού, που είχε φθάσει και στο βαθμό του συνταγματάρχη, πληροφορούμαστε ότι δολοφονήθηκε αργότερα μέσα στην όπερα της Βιέννης από κάποια Βουλγάρα δασκάλα, κατ’ εντολή Βουλγάρων "κομιτατζήδων", επειδή ήταν υπέρ της δημιουργίας ανεξαρτήτου Μακεδονικού κράτους και όχι υπέρ της ενσωμάτωσης της Μακεδονίας στη Βουλγαρία.


Από αφηγήσεις πάλι Αλιστρατινών, μαθαίνουμε ότι ένα μήνα μετά την άφιξη του καπετάν Βαρδή στην Αλιστράτη, είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης του, επειδή οι Τούρκοι είχαν υποπτευθεί ότι δεν επρόκειτο για δάσκαλο αλλά για Έλληνα αξιωματικό.

Αυτό είχε πληροφορηθεί από τον Τούρκο λοχαγό ο Βασίλειος Βογιατζής, ο οποίος και έσπευσε να ειδοποιήσει τον καπετάν Βαρδή για την επικείμενη σύλληψη του.

 Μετά από αυτό ο καπετ Βαρδής κατέφυγε στην οικία του Γεωργίου Στοϊμενίδη και μεταμφιεσμέν : σε χωρικό μεταφέρθηκε τη νύχτα από τον αγωγιάτη Μητρούση Καπλά. στην Καβάλα, όπου παραδόθηκε στο Ελληνικό Προξενείο .
Η συμβολή των κατοίκων της Αλιστράτης στη νικηφόρο έκβαση το Μακεδονικού Αγώνα υπήρξε αποτελεσματική και οι υπηρεσίες, τις οποι πρόσφεραν οι κάτοικοι στα ανταρτικά σώματα, ανεκτίμητες .
Ασχολούμενοι κατά τη διάρκεια της ημέρας στις ειρηνικές καθημερινά; τους εργασίες - για παραπλάνηση των τουρκικών αρχών - το βράδυ μάχονταν στο πλευρό των ανταρτών.

Αλλά και όσοι δεν μπορούσαν να μετασχουν σε επιχειρήσεις των ανταρτών εναντίον των βουλγαρικών συμμοριών, πρόσφεραν αξιόλογες υπηρεσίες και θεωρούσαν τους εαυτούς τους - περήφανους.

 Μεγαλύτερη, όμως, υπερηφάνεια έδειχναν εκείνοι, οι οπον κατά καιρούς στα σπίτια τους παρείχαν φιλοξενία στους άνδρες του αντάρτικού σώματος εκθέτοντας τον εαυτό τους σε μεγάλο, και με οδυνηρές συνέπειες, κίνδυνο, σε περίπτωση ανακάλυψης τους, διότι εάν συλλαμβάνονταν θα τιμωρούνταν με βαριές ποινές.

Κυριώτεροι από αυτούς ήταν οι Μιλτιάδης Μάλαμας, Χρήστος Δοξατλής, Γεώργιος Μπαφέρας, Γεώργιος Ζιώγας, ιερέας Παπακωνσταντίνου. Αθαν. Νανούσης, Αφοί Κων. Νανούση, Αθαν. Καψημάλης, οι Αφοί Νικόλ και Δημ. Καψημάλης και πολλοί άλλοι.

Και η συμπεριφορά βέβαια των φιλοξενουμένων ανταρτών ήταν υποδειγματική και κατέβαλαν τα έξοδα της διατροφής τους κατά τη διάρκεια της φιλοξενίας.

Ενδεικτικό του ότι οι άνδρες του ανταρτικού σώματος όχι μόνο δεν επιβάρυναν τους φιλοξενούντες, αλλά και φέρονταν με μεγάλη λεπτότητα είναι το παρακάτω περιστατικό:

 ο Αλιστρατινός Αθανάσιος Καψημάλης, αν και πιεζόταν από τον οπλαρχηγό Δούκα να λάβει χρήματα για πολυήμερη φιλοξενία, αρνιόταν έντονα να πληρωθεί, λέγοντας ότι τα χρήματα χρειάζονται για την αγορά πολεμοφοδίων.
 Ο Δούκας, προσποιούμενος ότι υποχωρεί, παρακάλεσε τον Καψημάλη να βγει από την οικία και να διαπιστώσει, αν η έξοδος των ανταρτών διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει αντιληπτή. 


Αφού ο Καψημάλης βγήκε, ο Δούκας άφησε σε εμφανές μέρος του δωματίου, στο ράφι του τζακιού, χρήματα, τα οποία βρήκε ο Καψημάλης επιστρέφοντας στο δωμάτιο, μετά την αναχώρηση του Δούκα
.
Παρά τις ελληνικές προσπάθειες, ο ελληνισμός εξασθένιζε βαθμιαία, κάτω από την άριστα οργανωμένη συγκρότηση των βουλγαρικών σωμάτων και τις συνεχείς επιθέσεις τους.

Μάταια προσπαθούσε ο Σακτούρης να επιστήσει την προσοχή των αρμοδίων του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών και της επίσημης ελληνικής πολιτικής στα τραγικά γεγονότα, που διαδραματίζονταν στο γεωγραφικό χώρο της Ανατολικής Μακεδονίας.

Ο Έλληνας πρόξενος των Σερρών πρότεινε συνεχώς νέες λύσεις για τη βελτίωση της κατάστασης και θεωρούσε απαραίτητη την ενίσχυση των βορειότερων αστικών κέντρων του σαντζακιού Σερρών.

Για την καθοριστική σημασία της Αλιστράτης απέστειλε προς τον Υπουργό Εξωτερικών την από 17 Οκτωβρίου 1907 επιστολή του στην οποία χαρακτήριζε την Αλιστράτη
"ως κεφάλι και καρδιά της Ζίχνης" (βλ. ανωτέρω: Μέρος Δ' Κεφ. Г' παρ. 7).

Ωστόσο, η κατάσταση διαρκώς χειροτέρευε και αλλεπάλληλες συνεχίζονταν οι βουλγαρικές επιθέσεις κατά των ελληνικών στόχων“.

Απ' όλα τα ανωτέρω και ειδικότερα δε περί της συμβολής της Αλιστράτης στο Μακεδονικό Αγώνα, διαπιστώνεται ότι η προσφορά των κατοίκων της σε αίμα, υπήρξε ο ατίμητος αδάμας στο στέμμα της ελευθερίας.

Πράγματι, οι Αλιστρατινοί απτόητοι προ των θανασίμων κινδύνων που τους απειλούσαν και με ακμαίο το εθνικό τους φρόνημα, συνέχισαν με αυταπάρνηση το διμέτωπο αγώνα τους, μέχρι της κατά τον Ιούλιο του 1908 ανακηρύξεως του Τουρκικού Συντάγματος, που σήμανε και τον τυπικό τερματισμό του Αγώνα.

Έτσι, η συμβολή των Αλιστρατινών, τόσο στην ευνοϊκή έκβαση του Μακεδονικού Αγώνα, όσο και στην εν συνεχεία επιτυχή διεξαγωγή των νικηφόρων Βαλκανικών Πολέμων των ετών 1912-1913, υπήρξε ομολογουμένως αποτελεσματική και οι υπηρεσίες, τις οποίες πρόσφεραν στα μαχόμενα ελληνικά ανταρτικά Σώματα, ανεκτίμητες.

Μη μπορώντας να αναφέρουμε όλους εκείνους τους Αλιστρατινούς οι οποίοι έδρασαν με τον τρόπο τους ο καθένας, προς ματαίωση των βουλγαρικών σχεδίων κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά και φοβούμενοι, μήπως ασεβήσουμε στις ιερές σκιές των πατριωτών Μακεδονομάχων, εάν άλλους μνημονεύσουμε και άλλους από άγνοια παραλείψουμε, γι' αυτό ας μας συγχωρεθεί εξαίροντες τη συνεισφορά όλων στην νίκης έκβαση του Μακεδονικού Αγώνα, να αποτίσουμε τον οφειλόμενο φόρο τιμής και ευγνωμοσύνης προς αυτούς. 


Διότι με τις θυσίες τους και τους αγώνες τους, συνετέλεσαν στην απελευθέρωση της Μακεδονίας και ανάγκασαν τον προαιώνιο γείτονα εχθρό, να εγκαταλείψει την επιδίωξη της αναβίωσης της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου της 21ης Φεβρουάριου 1878.


Συγχρόνως, όμως, πρέπει να επιτελέσουμε και άλλο ιερό καθήκον. Να προσπέσουμε ευλαβικά στους ιερούς τάφους όλων εκείνων των Αλιστρατινών Μακεδονομάχων, που βρήκαν μαρτυρικό θάνατο από τον Τούρκο κατακτητή, είτε από το Βούλγαρο κομιτατζή, δίδοντες προς αυτούς την υπόσχέση, ότι εμπνεόμενοι και καθοδηγούμενοι από τη θυσία τους, δε θα υστερήσουμε εκείνων, αν παραστεί ανάγκη προς προάσπιση της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Πατρίδος μας, όπως οραματίσθηκε ο ποιητής:
"Όμορφη, πλούσια, άπαρτη και σεβαστή και αγία".

Για την εν γένει δράση του Μακεδονομάχου Γεωργίου Στοϊμενίδη και της ομάδος του, η Κοινότητα Αλιστράτης είχε δώσει τις εξής πληροφορίες :

"Ο Γεώργιος Στοϊμενίδης του Ιωάννου γεννήθηκε στην Αλιστράτη το 1873. Ήταν γόνος καλής οικογένειας, γαλουχημένης με την ιδέα της ανακτησης της ελευθερίας της σκλαβωμένης πατρίδας.

Διέθετε, για την εποχή εκείνη, καλή μόρφωση (απόφοιτος της Κεντρικής Ελληνικής Σχολής Αλιστράτης).

Για τα φυσικά και ψυχικά του προτερήματα και τις ικανότητες που διέθετε, κρίθηκε ως το καταλληλότερο πρόσωπο για το ρόλο του υπεύθυνου του Μακεδονικού Αγώνα στην Αλιστράτη και την περιοχή της.

Διορίστηκε και ήταν ο αποκλειστικά υπεύθυνος Οργανωτής του Μακεδονικού Αγώνα στην Αλιστράτη και τα περίχωρά της, καθοδηγητής кш τροφοδότης πολεμικού υλικού.
Όλες οι επιχειρήσεις των αντάρτικων ομάδων της περιοχής του οργανώνονται και κατευθύνονταν από τον ίδιο καθώς και οι εντολές εκτέλεσης των κομιτατζήδων και κάθε άλλου εχθρού του Ελληνικού στοιχείου.


Έτσι, συνετέλεσε ιδιαίτερα στην εξάπλωση του Μακεδονικού Αγώνα στην Αλιστράτη και τα περίχωρά της.

Κατακρεουργήθηκε από τους Βούλγαρους στρατιώτες στο Δοξάτο στις 30 Ιουνίου 1913, όταν μπήκε με ομάδα 10-15 ενόπλων Ελλήνων παλικαριών, προερχόμενοι από την Καβάλα, όπου και από υπεύθυνους οργανωτές, εξοπλίστηκαν μαζί με άλλη ομάδα από 10 άνδρες με επικεφαλής τον Πέτρο Πετρίδη του Στεφάνου, η οποία κατευθύνθηκε προς τα χωριά Παγγαίου - Ελευθερούπολης - Ηλιοκώμης - Πρώτης - Ροδολείβους - Κρηνίδας (Βιτάστα).

Την 2η ομάδα αποτελούσαν οι
1) Πέτρος Πετρίδης του Στεφάνου,
2) Θεοχάρης Μπάλλας του Ιωάννου,
 3) Χαρίλαος Σπόντης του Αθανασίου,
4) Δημήτριος Σπόντης του Αθανασίου ναύτης του πολεμικού στόλου και δύο άνδρες από το Παγγαίο.

Το Ιστορικό του εξοπλισμού των ομάδων αυτών:

Στις 30 Ιουνίου 1913 το πολεμικό πλοίο "ΔΟΞΑ" αποβίβασε στην Καβάλα δύναμη Ναυτικού, η οποία ήρθε σε επαφή με τους υπεύθυνους οργανωτές του Αγώνα, τοπικούς παράγοντες της Καβάλας, οι οποίοι άρχισαν να εξοπλίζουν τους Έλληνες, για την ταχύτερη εκδίωξη των Βουλγαρικών υπολειμμάτων στρατού από τα εδάφη της Μακεδονίας.

Η μία ομάδα, με επικεφαλής τον Πέτρο Πετρίδη, ανέβηκε στο ύψωμα Γκιτζίκι, απ' όπου παρακολούθησε την καταστρεπτική μανία των Βουλγαρικών ορδών στην Κωμόπολη της Αλιστράτης και με τις διόπτρες διέκριναν τους καπνούς και τις φλόγες των καιομένων σπιτιών της.

Αμέσως αναχώρησαν κατευθυνόμενοι, μέσω των χωρίων του Παγγαίου, στην Αλιστράτη, όπου και έφθασαν την επομένη 1η Ιουλίου 1913 και μπήκαν μαζί με τους γενναίους στρατιώτες ως απελευθερωτές.

Τότε είδαν τα ερείπια και τους τελευταίους καπνούς των καιομένων σπιτιών τους.

Κατά τη διαδρομή τους, ανήγγειλαν στους κατοίκους των παραπάνω χωριών την απελευθέρωση της Καβάλας και των υπολοίπων διαμερισμάτων.
Από το ύψωμα Περιστέρι του όρους Παγγαίου την ίδια ημέρα διακρίνουν το καταστρεπτικό έργο των Βουλγάρων στρατιωτών στην μαρτυρική Κωμόπολη του Δοξάτου.

Η άλλη ομάδα, με επικεφαλής το Γεώργιο Στοϊμενίδη, αναχώρησε για την Αλιστράτη,
μέσω Δοξάτου-Δράμας, με μοναδικό σκοπό την ανακοπή των τμημάτων του Βουλγαρικού στρατού που αποχωρούσαν και κυρίως των Βουλγάρων, που αποκόμιζαν τα αγαθά των Ελλήνων από τις λεηλασίες στα στενά της Προσωτσάνης.

 Όταν έφθασε στο Δοξάτο, βρέθηκε μπροστά σε μια τραγική εικόνα. 


Ο βουλγαρικός στρατός επιδίδονταν στο καταστρεπτικό εξοντωτικό του έργο.


 Σφαγές - λεηλασίες - εμπρησμός.

Με τα παλικάρια του επιτέθηκε στους Βουλγάρους που οπισθοχωρούσαν για να τους εμποδίσει στο καταστρεπτικό τους έργο.

 Κατά τη μάχη που επακολούθησε εναντίον των πολυάριθμων Βουλγάρων στρατιωτών, έπεσε νεκρός, μαζί με τα παλικάρια του απαθανατίζοντας το όνομά του".

Η Κοινότητα της Αλιστράτης, τιμώντας τη μνήμη του, έστησε προτομή του στην κεντρική πλατεία του Δημαρχείου, τα αποκαλυπτήρια της οποίας έγιναν στις 23 Ιουνίου 1974, όπως φαίνεται από το πρόγραμμα της τελετής.

Εκτός από τους ανωτέρω, πάρα πολλοί είναι εκείνοι από τους κατοίκους της Αλιστράτης, οι οποίοι με ευχαρίστηση πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους για την επιτυχία του Αγώνα και ήταν περήφανοι γι' αυτό.


Ένας από αυτούς, ο Πέτρος Στ. Πετρίδης πήγε το 1904 στην Αθήνα και συνεργάστηκε με την γυναίκα του Παύλου Μελά, Ναταλία.

 Παρέμεινε για λίγες ημέρες στο Άσυλο και μετά πήγε στο Εκπαιδευτήριο της Καλλιθέας Αττικής, όπου εκπαιδεύονταν οι οπλαρχηγοί του Ηπειρωτικού και Μακεδονικού Αγώνα.

 Εκεί, συνεργάστηκε με το λοχαγό Μάριο Κουρέβελη και κατατοπίστηκε για την περαιτέρω δράση του Αγώνα.

Μετά την περάτωση της εκπαίδευσής του τον προόριζαν για την Ήπειρο.

 Τελικά, για την καλύτερη δράση του Αγώνα στην ευρύτερη περιοχή της Αλιστράτης, όπου υπήρχε οξύ πρόβλημα, τον έστειλαν στην Αλιστράτη, συνεχίζοντας τη δράση μέχρι της τελικής νίκης.


Το εθνικό φρόνημα των κατοίκων κατά το Μακεδονικό Αγώνα

Το εθνικό φρόνημα των κατοίκων της Αλιστράτης, τα τελευταία χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα, ήταν ανεπτυγμένο σε έντονο βαθμό.

 Αξίζει εδώ να αναφέρουμε ένα περιστατικό το οποίο συνέβη στις 12 Οκτωβρίου 1908.

Ο διαβόητος αρχικομιτατζής Πανίτσας, όταν έμαθε ότι μετά από 2 ημέρες θα γινόταν στην Αλιστράτη συγκέντρωση εκλεκτόρων, από τους οποίους θα επακολουθούσε εκλογή επιτροπής, πήγε εκεί νύχτα μαζί με δύο οπαδούς του στο σπίτι ενός υποστηρικτή του.

Στην Αλιστράτη είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι εκλέκτορες των γύρω Κοινοτήτων.

Ο Πανίτσας πίστεψε πως θα μπορούσε να επηρεάσει τους λίγους προσκείμενους Βουλγάρους, ώστε να ψηφίσουν το Βούλγαρο αντιπρόσωπο από τη Σκρίτζοβα (Σκοπιά).

Όταν οι κάτοικοι κατά τις 10 η ώρα πληροφορήθηκαν το σκοπό του ερχομού του Πανίτσα, εξαγριώθηκαν.

 Όλη η Κοινότητα, γέροι, νέοι και παιδιά συγκεντρώθηκαν στην πλατεία και ζητούσαν την άμεση απομάκρυνση του λήσταρχου.

Επιτροπή κατοίκων, με επικεφαλής το διευθυντή του Οικοτροφείου Διόδωρο Κάρατζη, παρουσιάστηκε στον αρμόδιο αστυνομικό υπάλληλο, προέβη σε έντονες παραστάσεις για τη νυχτερινή άφιξη του Πανίτσα, ζήτησε την απέλασή του και κατέστησε τον αστυνομικό υπεύθυνο για ό,τι θα συνέβαινε.

 Ο αστυνομικός έδωσε υπόσχεση ότι θα ικανοποιούσε τη δίκαιη απαίτηση του λαού.
Επειδή όμως η ώρα περνούσε και δε γινόταν τίποτε, ο λαός αποφάσισε να κάνει διαδήλωση μέχρι το σπίτι που βρισκόταν ο Πανίτσας.

 Συγκεντρώθηκαν περισσότεροι από 800, γυναίκες και άντρες, έξω από το σπίτι. Όλοι κρατούσαν σημαίες και κραύγαζαν:

 "Έξω ο κακούργος. Έξω ο δολοφόνος. Έξω ο ληστής". 

Ευτυχώς, ο Διόδωρος Κάρατζης κράτησε την ψυχραιμία του, διότι μία λέξη του προς το οργισμένο πλήθος, θα είχε οδυνηρές συνέπειες για την κωμόπολη.
 Στο μεταξύ ο Πανίτσας προσπάθησε να βγει μπροστά στο πλήθος και να ζητήσει το λόγο, αλλά εμποδίστηκε από στρατιώτες.


Η όξυνση των πνευμάτων και η αγανάκτηση του λαού ανάγκασαν τον αστυνομικό υπάλληλο να τον απομακρύνει.
Ετσι, το σχέδιο του αρχικομιτατζή Πανίτσα, χάρη στη σθεναρή στάση των Αλιστρατινών, απέτυχε παταγωδώς .

 Έντονη στη διαδήλωση αυτή ήταν και η συμμετοχή των γυναικών της Αλιστράτης, όπως παρακάτω περιγράφουμε .


Πολλά επίσης αρχοντικά της Αλιστράτης, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε μερικά, όπως στο αρχοντικό της οικογένειας Μάλαμα, υπήρχε σήραγγα διαφυγής, που κατέληγε στο προαύλιο των Σχολείων, την οποία χρησιμοποιούσαν την περίοδο εκείνη σε περιπτώσεις ανάγκης.
Μάλιστα ο γενάρχης της οικογένειας Μάλαμα Κωστάκης (συνταξιούχος τότε δάσκαλος), διετέλεσε Γραμματέας της Ιεράς Μονής Εικοσιφοίνισσας, ο μόνος Αλιστρατινός με ελληνική υπηκοότητα.

Ίσως να βρέθηκε στο μοναστήρι για τις ανάγκες του Αγώνα .

Στο αρχοντικό αυτό γίνονταν, κατά το Μακεδονικό Αγώνα, συγκεντρώσεις των Μακεδονομάχων και ήταν κέντρο σύναξης των ανταρτών του Δούκα. Έτσι, όταν γίνονταν αντιληπτοί από τους Βουλγάρους, διέφευγαν από την υπόγεια σήραγγα προς το προαύλιο του Αρρεναγωγείου.

Συνθηματικά της παρουσίας Βουλγάρων ήταν το τίναγμα των κουβερτών από τις γυναίκες στους υπερυψωμένους αυλότοιχους στις δύο γωνίες του σπιτιού. Όταν, λοιπόν, τίναζαν τις κουβέρτες, αυτό σήμαινε ότι υπάρχει το ελεύθερο.

Όταν σταματούσαν το τίναγμα, αυτό σήμαινε ότι υπήρχε κίνδυνος.

Ο γενάρχης των σημερινών οικογενειών Μάλαμα, Μιλτιάδης, δάσκαλος στο επάγγελμα, είχε ενεργό ανάμειξη στο Μακεδονικό Αγώνα.

Υπήρξε, μάλιστα και συνεργάτης του καπετάν Δούκα, στην άμαξα του οποίου καθόταν κατά την παρέλαση των Μακεδονομάχων στην πόλη των Σερρών.
Από αφηγήσεις του γιου του Χρήστου μαθαίνουμε ότι σε παιδική ηλικία ο μυημένος στο Μακεδονικό Αγώνα Μιλτιάδης, πήγαινε και αγόραζε τρόφιμα από διάφορα μαγαζιά σε μικρές ποσότητες για να μη γίνει αντιληπτή η παρουσία Μακεδονομάχων αγωνιστών στο σπίτι τους.

Επίσης η οικία του Παπαστέφανου χρησίμευε και ως κατάλυμα των διερχόμενων ανταρτών και οπλαρχηγών.

Η οικία του Στοϊμενίδη χρησίμευε ως προπεδευτήριο των νέων στην άσκηση των όπλων και τον κλεφτοπόλεμο και ως μυστική κρύπτη για τη φύλαξη των όπλων.

 Όλοι δηλ. οι Αλιστρατινοί, ανεξαρτήτως ηλικίας προσέφεραν στον Αγώνα, αναλόγως με τις δυνατότητες τους ο καθένας.

Για το επεισόδιο αναφέρεται η εφημερίδα "ΕΜΠΡΟΣ" στο φύλ• 4.317 της 24 Οκτωβρίου 1908.


Δεν υπάρχουν σχόλια: