Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Ελληνικοί Μακεδονικοί Σύλλογοι στα ντόπια χωριά της Ανατολικής Μακεδονίας(1870-1913)

 Φιλεκπαιδευτικοί Σύλλογοι 
και Αδελφότητες 
στους καζάδες Δράμας, 
Ζίχνης και 
Νευροκοπίου(1870-1913).

του Γιάννη Αθανασιάδη.

A. Εισαγωγικές διευκρινήσεις

Στην εργασία-εισήγηση αυτή διερευνάται η ίδρυση, ανάπτυξη και δραστηριοποίηση των Φιλεκπαιδευτικών Συλλόγων και Αδελφοτήτων στους καζάδες Δράμας, Ζίχνης και Νευροκοπίου στο τέλος της τουρκοκρατίας, στο διάστημα 1870-1913. Δεν ακολουθείται η πολιτική διαίρεση των περιοχών αυτών, αλλά η θρησκευτική.
Βασικός ενοποιητικός άξονας είναι ο θρησκευτικός, και ειδικότερα η μητρόπολη Δράμας.

Στη διάρκειατης τουρκοκρατίας η Ανατολική Μακεδονία συμπεριλαμβανόταν στο βιλαέτι Θεσσαλονίκης.
Στο σαντζάκι της Δράμας εντάσσονται οι καζάδες Δράμας, Πραβίου, Καβάλας, Σαρισαμπάν και Θάσου.
Οι καζάδες Ζίχνης και Νευροκοπίου εντάσσονται στο σαντζάκι Σερρών , είναι δηλαδή αυτόνομοι πολιτικά, θρησκευτικά όμως υπάγονται στη μητρόπολη Δράμας, της οποίας ο πλήρης τίτλος, στην ύστερη φάση της τουρκοκρατίας, είναι: Μητρόπολη Φιλίππων, Δράμας, Ζιχνών και Nευροκοπίου.

Τα ιστορικά στοιχεία-θρησκευτικά γεγονότα, τα οποία είναι απαραίτητο να αναφερθούν, στην περίπτωση αυτή, είναι τα εξής:

Από τις αρχές του 17ου αιώνα, και πιο συγκεκριμένα από το 1618, η μητρόπολη Δράμας συμπεριέλαβε στους κόλπους της και τη μητρόπολη Φιλίππων, μετά την παρακμή της πόλης αυτής, και συναποτέλεσαν τη μητρόπολη Φιλίππων και Δράμας.
Το 1663 ο Πατριάρχης Διονύσιος συνένωσε την επαρχία Νευροκοπίου, την επαρχία Ζιχνών και Φιλίππων-Δράμας, που συναποτέλεσαν την επαρχία, μητρόπολη Δράμας.

Κατά το 18ο αιώνα, ο τίτλος του μητροπολίτη Δράμας είναι Φιλίππων, Δράμας, Ζιχνών και Νευροκοπίου.
 Το 1825 ο μητροπολίτης Νικόδημος αναγκάζεται να μεταφέρει την έδρα της μητρόπολης από τη Δράμα στην Αλιστράτη, όπου η σημαντική αριθμητική υπεροχή του ελληνικού πληθυσμού του προσέφερε κάποιο αίσθημα ασφάλειας.

Κατά “την τάξιν των θρόνων του” 1855, οι περιοχές Δράμας, Φιλίππων, Ζιχνών και Νευροκοπίου αποτελούν ξεχωριστή μητρόπολη.
Το 1883 ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ' απόσχισε την περιοχή Νευροκοπίου από τη μητρόπολη Δράμας και ίδρυσε την αρχιεπισκοπή για την ενίσχυση των Ορθοδόξων της περιοχής και την προστασία τους από τους Εξαρχικούς.

Το 1888 η αρχιεπισκοπή Νευροκοπίου προάγεται σε μητρόπολη , συνεργάζεται όμως στενά με τη μητρόπολη Δράμας, κυρίως στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα.

Έτσι, η μητρόπολη Δράμας, Φιλίππων, Ζιχνών και Νευροκοπίου, μετά το 1870 αναδεικνύεται σε έπαλξη του υπόδουλου ελληνισμού , στους καζάδες Δράμας, Ζίχνης και Νευροκοπίου και, με μια σειρά από φωτισμένους ιεράρχες, κατορθώνει να πυροδοτήσει τον εθνικό παλμό, μέσω μιας σημαντικής εκπαιδευτικής, θρησκευτικής και εθνικής δραστηριότητας, που εκτίθεται παρακάτω.

Β. Γενικότερο ιστορικό και εισαγωγικό πλαίσιο:
 “Εκπαιδευτική και εκπολιτιστική πολιτική στη Μακεδονία (1870-1913)”

Στις αρχές του τελευταίου τετάρτου του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα έντονη παρουσιάζεται η κινητοποίηση του Ελληνισμού για την εκπαιδευτική, εκπολιτιστική και εθνική ανάπτυξη των υπόδουλων αδελφών.

Έναυσμα στην κινητοποίηση αυτή αποτέλεσαν η προσπάθεια έξάπλωσης του πανσλαβισμού, οι κινήσεις των Σέρβων στη Β. Μακεδονία και των Ρουμάνων προς τους βλαχόφωνους χριστιανούς και, κυρίως, η διείσδυση των Βουλγάρων στη Μακεδονία.

Στη δεκαετία του 1860, τον Ελληνισμό της Μακεδονίας άρχισε να απασχολεί, ολοένα και εντονόνερα, η εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού, ιδιαίτερα μετά την εκκλησιαστική διένεξη του Πατριαρχείου με τους Βουλγάρους και την ανακάλυψη των προθέσεών τους για τη Μακεδονία και τη Θράκη.
Η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να συνεχιστεί χωρίς σοβαρούς κινδύνους για τη θέση του Ελληνισμού της Μακεδονίας.
Γι' αυτό οι Έλληνες πρόξενοι εισηγήθηκαν πιο ενεργή ανάμιξη του ελεύθερου Ελληνικού κράτους στα Μακεδονικά πράγματα. Στις εισηγήσεις τους, κοντά στα άλλα, ζητούσαν την ενίσχυση γενικά της εκπαιδευτικής, εκκλησιαστικής και εθνικής δραστηριότητας στις περιοχές της Μακεδονίας, που αποτελούσε τη γραμμή των “πρόσσω” του Ελληνισμού. Έτσι δόθηκε το έναυσμα για την οργάνωση και εφαρμογή μιας εκπαιδευτικής και εκπολιτιστικής πολιτικής στη Μακεδονία.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι το επίσημο Τουρκικό κράτος δεν είχε ιδιαίτερους λόγους να αντιτάσσεται σε καθαρά εκπαιδευτικές και πολιτιστικές πρωτοβουλίες, επέτρεψε τόσο στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, όσο και της Αθήνας, να διαθέσουν ενεργητικότητα, εφευρετικότητα και πόρους όχι ευκαταφρόνητους σε ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο: στην πνευματική εξύψωση του υπόδουλου Ελληνισμού, που θα του επέτρεπε, από τη μια, να αναχαιτίσει τη σλαβική διείσδυση και, από την άλλη, να διεκδικήσει ρόλο πρωταγωνιστή, στη διοίκηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας .

 Έτσι, η πνευματική ηγεσία της χώρας, στις τάξεις της οποίας συγκαταλέγονται επιφανείς Μακεδόνες, δεν άργησε να αναλάβει πρωτοβουλίες, τη στιγμή που οι ιθύνοντες, στο ελεύθερο Ελληνικό κράτος, δεν μπόρεσαν έγκαιραν να συνειδητοποιήσουν τις ραγδαίες εξελίξεις που σημειώνονταν στις παρυφές του βόρειου υπόδουλου Ελληνισμού .

Στο διάστημα αυτό ιδρύεται ο Σύλλογος προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων (1869) , με έδρα την Αθήνα και κύριο σκοπό τη διάδοση της ελληνικής παιδείας στις υπόδουλες επαρχίες, και ιδιαίτερα στη Μακεδονία.

Παράλληλα με την ποικίλη ενίσχυση της εκπαίδευσης των υποδούλων (σύσταση, ενίσχυση και ανάπτυξη σχολείων) της Μακεδονίας, ο Σύλλογος αυτός πέτυχε διπλό έργο:

να δημιουργήσει πυρήνες εθνικής δραστηριότητας σε όλες σχεδόν τις πόλεις, τις κωμοπόλεις και τα χωριά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και να καταστεί δέκτης των υποδούλων, με τη συγκέντρωση στην Αθήνα πλουσιότατου πληροφοριακού υλικού, σχετικού με την κατάσταση που επικρατούσε στις υπόδουλες ελληνικές επαρχίες.

Έτσι, ο Σύλλογος αυτός, με το αυξημένο κύρος και την παρεμβατικότητάτου στη Μακεδονία, κατέστη πολύτιμος σύμβουλος της τοτινής κυβέρνησης σε θέματα του υπόδουλου Ελληνισμού .

Επιπρόσθετα, μεγάλη ήταν η συμβολή του παραπάνω Συλλόγου και στην προετοιμασία ντόπιων στελεχών, ικανών να αναλάβουν τη διεύθυνση των σχολείων στους τόπους καταγωγής τους, ύστερα από την εκπαίδευσή τους στα διδασκαλεία,τα οποία ιδρύθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1870, με σκοπό την κατάρτιση των δασκάλων.
Στο ίδιο επίπεδο κινήθηκε και η προσφορά βοήθειας, ιδεολογική, υλική και ηθική, προς τους Φιλεκπαιδευτικούς Συλλόγους και Αδελφότητες, που ιδρύονται σε όλες τις περιοχές του αλύτρωτου Ελληνισμού.

Παράλληλα με το σύλλογο των Αθηνών, κινήθηκε και ο “Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως” , που ιδρύθηκε το 1861.

Η αποστολή του Συλλόγου αυτού ήταν διττή: από τη μια, επεδίωκε να καταστεί βήμα διεθνούς πολιτιστικής ακτινοβολίας στην πρωτεύουσα του οθωμανικού κράτους και, από την άλλη, καθοδηγητικό κέντρο της εκπαίδευσης του υπόδουλου Ελληνισμού.

 Την κύρια προσοχή του την έστρεψε στα σχολεία της Θράκης και λιγότερο της Μακεδονίας, όπου την πρωτοβουλία την είχε ο Σύλλογος των Αθηνών .

Για τη Μακεδονία, ο Σύλλογος αυτός βοηθήθηκε στην αποστολή του από τη “Μακεδονική Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα”, που ιδρύθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1871 και που αριθμούσε και στην επαρχία πολλά μέλη.
Ο “Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως” μερίμνησε για την έκδοση σχολικών βιβλίων, την κατάρτιση εκπαιδευτικών προγραμμάτων, την αποστολή δασκάλων και την οικονομική ενίσχυση των πτωχότερων σχολικών εφοριών.

Στην Αθήνα, εξάλλου, αλλά και στις διαφιλονικούμενες επαρχίες της Μακεδονίας και της Θράκης, τη μεγαλύτερη αίσθηση προξένησε η διάταξη για την πιθανή προσάρτηση πολλών περιφερειών στους διεκδικητές τους, εφόσον εξεδήλωναν ανάλογη επιθυμία τα 2/3 των χριστιανών.

Η τελευταία αυτή διάταξη κινητοποίησε τον Ελληνισμό, μια και ο κίνδυνος που την απειλούσε έπαιρνε συγκεκριμένη μορφή, γιατί ταυτιζόταν με το βουλγαρικό εθνικισμό και συνοδευόταν από τα αιτήματα των Βουλγάρων για ανεξάρτητη βουλγαρική εκκλησία (γεγονός που συνέβη με την ίδρυση της Εξαρχίας το 1870) και έλεγχο της Μακεδονίας και της Θράκης.

Στα πλαίσια αυτά εντάσσονται και οι Γενικοί Κανονισμοί , που συντάχθηκαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (1850-1860) σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης των Παρισίων (1856), τις διατάξεις του “Χάτι-Χουμαγιούν”, οι οποίες ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές για τον Ελληνισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. ΟιΚανονισμοίαυτοί, που επικυρώθηκαν με σουλτανικό βεράτι το 1860 και ίσχυσαν ως τη συνθήκη της Λωζάννης (1923), αποτέλεσαν αφορμή για την εκπαιδευτική και πολιτιστική κινητικότητα των υπόδουλων ελληνικών επαρχιών .

Έτσι, μέσα στην πενταετία, από το 1870 ως το 1875, χάρη στις ενέργειες των δύο κεντρικών Συλλόγων, της Αθήνας και της Κωνσταντινούπολης, δεκάδες ελληνικοί Σύλλογοι και Αδελφότητες συστήθηκαν σε πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της Μακεδονίας και των άλλων περιφερειών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. 

Οι σύλλογοι αυτοί ενίσχυσαν και επέβλεπαν την καλή λειτουργία των σχολείων, σε συνεργασία με τους φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης (δημογεροντία-Εκκλησία).Ταυτόχρονα, όμως, μεριμνούσαν και για την πνευματική, εθνική, καθώς και θρησκευτική καθοδήγηση των κατοίκων των περιοχών τους.
Τα ηγετικά στελέχη των συλλόγων αποτελούσαν άτομα με ειδικότερη κατάρτιση (έμποροι, εκπαιδευτικοί και κυρίως γιατροί) και εθνική ιδεολογία, γι’ αυτό και οι σύλλογοι διαπνέονταν από έντονα φιλελεύθερες και εθνικ(ιστικ)ές αντιλήψεις .

Αναμφίβολα, λοιπόν, οι Φιλεκπαιδευτικοί Σύλλογοι και Αδελφότητες, καθώς και τα φιλανθρωπικά και φιλοπρόοδα σωματεία, που έδρασαν στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και μέχρι την απελευθέρωση της Μακεδονίας (1913), σε όλο το χώρο της Μακεδονίας και του υπόλοιπου αλύτρωτου Ελληνισμού, διεξήγαγαν έναν ανελέητο αγώνακατάτου πανσλαβισμού και του βουλγαρικού κινδύνου, προέβαλαν και εμπέδωσαν τις ιδέες και την επιρροή του Ελληνισμού και παράλληλα τόνωσαν το θρησκευτικό συναίσθημα των κατοίκων τους.

“Οι Σύλλογοι αυτοί ιδρύουν και επιβλέπουν τα σχολεία, διαδίδουν τις ελληνικές ιδέες και αποκτούν μια ηθική και πνευματική επιρροή, που, σε δεδομένη στιγμή, μπορεί να τους χρησιμεύει για εθνικούς, θρησκευτικούς και πολιτικούς σκοπούς. Πρόκειται για μια ηθική και κοινωνική κατάκτηση, πρόδρομο προβαλλόμενης πολιτικής και εδαφικής κατάκτησης” .

Γ. Τοπικό Πλαίσιο:


 α. Οι σύλλογοι στον καζά Δράμας (1870-1913)

Αναμφισβήτητα, η εκπαιδευτική, κοινωνική και πολιτιστική δραστηριότητα ενός τόπου αποτελεί την καλύτερη απόδειξη εθνικής συνείδησης και ταυτότητας, γιατί είναι η πιό σαφής εκδήλωση της ελεύθερης βούλησης και της κοινωνικής ορμής τους.

 Στα πλαίσια αυτής της αναγκαιότητας εντάσσονται και οι Φιλεκπαιδευτικοί Σύλλογοι και Αδελφότητες, που έδρασαν στον καζά Δράμας στο διάστημα 1870-1913.

Με τους όρους αυτούς νοούνται όλα τα σωματεία και οι Σύλλογοι, που συμπεριέλαβαν στους καταστατικούς σκοπούς τους την πραγμάτωση εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, πολιτικών και εθνικών, κυρίως, στόχων ώστε να ισχυροποιηθεί το εθνικό και θρησκευτικό φρόνημα των κατοίκων του καζά Δράμας, σ’ αυτήν την κρίσιμη φάση της ύστερης τουρκικής παρουσίας στην περιοχή και με την ταυτόχρονη παρουσία του ελλοχεύοντος βουλγαρικού κινδύνου.

Ασφαλώς, οι Φιλεκπαιδευτικοί Σύλλογοι και Αδελφότητες του καζά Δράμας δεν ήταν αποτέλεσμα των κρυφών οικονομικών κονδυλίων εξωτερικών παραγόντων, αλλά έργο μιας συλλογικής δραστηριοποίησης των κατοίκων του για την ισχυροποίηση της εθνικής ιδέας.
 Αποτελούσε μια σημαντική προσπάθεια για την εθνική, θρησκευτική και πνευματική αφύπνιση των υπόδουλων κατοίκων της περιοχής και την ανάγκη διάδοσης της ιδέας του Ελληνισμού.

Η δημιουργία τους αποτελεί μετουσίωση της εθνικής ιδεολογίας και αναγκαιότητας, που κυοφορείται στις συνειδήσεις των επιφανών εκπροσώπων του Ελληνισμού της Δράμας.

“Ήταν το ξεχείλισμα της καρδιάς των Δραμινών, της ανεξάντλητης αυτής πηγής όλων των προγονικών αρετών” . 

Η ίδρυσή τους, ακόμη, συμπίπτει με την ταυτόχρονη κινητοποίηση σε όλο σχεδόν τον υπόδουλο Ελληνισμό της Μακεδονίας για την πραγματοποίηση εθνικών, θρησκευτικών και πνευματικών στόχων.

Η ίδρυση, εξάλλου, των δύο σημαντικών συλλόγων, που προαναφέρθηκαν (του “Συλλόγου προς διάδοσιν των Ελληνικών Γ ραμμάτων” στην Αθήνα, το 1869, και του “Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου” στην Κωνσταντινούπολη, το 1861, καθώς και η έκδοση των Γενικών Κανονισμών από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (1850-1860), θα σηματοδοτήσει την απαρχή μιας έντονης εκπαιδευτικής και φιλεκπαιδευτικής κινητικότητας στον καζά Δράμας για τη δημιουργία πολλών Φιλεκπαιδευτικών Αδελφοτήτων και άλλων Φιλανθρωπικών και Φιλοπρόοδων σωματείων στην περιοχή της Δράμας.

 Η κίνηση αυτή θα συντροφευθεί με την παράλληλη ίδρυση νέων καλύτερων εκπαιδευτηρίων, οικοτροφείων, γυμναστηρίων, βιβλιοθηκών, με την οικονομική υποστήριξη σχολείων που δεν είχαν επαρκείς πόρους.

Οι καθοδηγητικοί παράγοντες σ’ αυτήν την εκπαιδευτική και φιλεκπαιδευτική δραστηριότητα στον καζά Δράμας ήταν σημαίνοντα πρόσωπα της Εκκλησίας, όπως η εξαιρετική περίπτωση του μητροπολίτη Δράμας Χρυσοστόμου  στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, και επιφανείς εκπρόσωποι της ανερχόμενης αστικής τάξης, όπως οι περιπτώσεις του φιλογενούς Κάρολου Ασλάν , Ιωάννη Αναστασιάδη, Στ. Μιχαηλίδη και άλλων.

Σημαντική ήταν και η συμμετοχή των κατοίκων της περιοχής που βίωναν με ιδιαίτερη ένταση την ανάγκη διάσωσης του πολιτιστικού παρελθόντος και ανύψωσης της εθνικής και θρησκευτικής τους συνείδησης.
Η προσφορά των Φιλεκπαιδευτικών αυτών Συλλόγων στη σταθεροποίηση του εθνικού και θρησκευτικού φρονήματος των κατοίκων του καζά Δράμας είναι αναμφισβήτητη. Ιδιαίτερα όμως μεγάλη ήταν η συμβολή τους στην οικονομική ισχυροποίηση των σχολείων της πόλης και των κωμοπόλεων, στην ίδρυση και λειτουργία των παρθεναγωγείων και αρρεναγωγείων της περιοχής. Αποτέλεσμα της δράσης τους ήταν ο ηθικοπνευματικός εξοπλισμός και η σφυρηλάτηση της ελληνικής συνείδησης και ταυτότητας των κατοίκων του καζά Δράμας, καθώς και η δυναμική αντίδραση στον προσηλυτισμό της βουλγαρικής προπαγάνδας και η νικηφόρα αντιμετώπιση του Μακεδονικού ζητήματος .

Οι Φιλεκπαιδευτικοί Σύλλογοι και Αδελφότητες, που ιδρύθηκαν στον καζά Δράμας στο διάστημα 1870-1913, είναι δεκατρείς. Απ’ αυτούς, όμως, λειτούργησαν θετικότερα οι οκτώ. Οι σύλλογοι αυτοί, με βάση τον τοπικό προσδιορισμό τους, επιμερίζονται ως εξής:

1. Δράμα

Πρωτεύουσα του ομώνυμου σαντζακιού και του ομώνυμου καζά, καθώς και έδρα ορθόδοξου μητροπολίτη, ήταν η Δράμα.

Στη διάρκεια του τελευταίου τέταρτου του 19ου αιώνα, η Δράμα αποτελεί ένα σημαντικό κέντρο εμπορίου, στο οποίο αναπτύσσεται μια τοπική αστική τάξη, που, με τη βοήθεια των οθωμανικών αρχών, θα προωθήσει όχι μόνο ζητήματα παραγωγής και εμπορίου (κυρίως του καπνού), αλλά και τα γράμματα και τον πολιτισμό.
Η ανάπτυξη αυτή γίνεται εντονότερη και πιο φανερή στα χρόνια που ακολουθούν, καθώς η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια νέα περίοδο εξάπλωσης.

 Στα πολιτιστικά ζητήματα, παράλληλα με τους εκπροσώπους της αστικής τάξης που δραστηριοποιούνται, συμμετέχουν η εκκλησία (η μητρόπολη) και οι σχολικές κοινότητες της πόλης. Συγκεντρώνονται πόροι, κατασκευάζονται και λειτουργούν νέα σχολεία, τα οποία πετυχαίνουν σημαντικά εκπαιδευτικά αποτελέσματα.

Το μορφωτικό έργο των σχολείων της Δράμας το συμπλήρωνε, με την πολύπλευρη δράστηριότητά του, και ένα φιλεκπαιδευτικό σωματείο, η “Φιλοπροοδευτική Αδελφότητα Δράμας”, που είχε ιδρυθεί το 1874.

Το πρώτο καταστατικό-κανονισμός του σωματείου αυτού υπογράφτηκε από εικοσιεπτά (27) μέλη και ψηφίστηκε στις 11 Ιουνίου 1874.
Η πρώτη διευθύνουσα επιτροπή απαρτίστηκε από τα εξής μέλη:
Επίτιμος πρόεδρος, Κάρολος Ασλάν. Πρόεδρος, Ιω. Αναστασιάδης. Αντιπρόεδρος, X. Ζαφειρίδης.Ταμίας Παπαχρηστόδουλος. Γραμματεύς Β. Γρηγοριάδης. Συμπράκτορες, Πολυχρ. Διονυσίου, Αν. Ιωάννου,  Γεωρ. Σαπουνά .

Ο σκοπός του Συλλόγου αυτού διαγράφεται στο Κεφάλαιο Α', άρθρο 1 του κανονισμού του:

 “Σκοπός της Φιλοπροοδευτικής Αδελφότητος Δράμας είναι:
α. Η διάδοσις των Ελληνικών γραμμάτων εν Δράμα και τοις πέριξ χωρίοις, διά της υποστηρίξεως και βελτιώσέως των νυν υπαρχόντων εκπαιδευτηρίων, διά της συστάσεως Νηπιαγωγείου εν Δράμα, δι’ επικουριών εις απόρους Κοινότητας προς συντήρησιν των Σχολείων αυτών ή ανίδρυσιν νέων, όπου δεν υπάρχουσι, διά συνδρομής προς απόρους, αλλά ευφυείς, χρηστοήθεις και επιμελείς μαθητάς, σπουδάζοντας εν τοις ενταύθα Σχολείοις.
 β. Η διά βιβλιοθήκης και Αναγνωστηρίου ανάπτυξις και επί τα κρείττω μόρφωσις των μελών της Αδελφότητας,
 γ. Η ανίδρυσις ενταύθα Νοσοκομείου, εν ω να νοσηλεύονται ασθενείς άνευ διακρίσεως Θρησκείας και Εθνικότητος” .


Ο σκοπός αυτός ήταν ο ίδιος με των άλλων ομοειδών σωματείων της τουρκοκρατούμενης Μακεδονίας. Και πραγματικά με την οικονομική ενίσχυση του συλλόγου αυτού κτίστηκε και μια μεγάλη αίθουσα Αναγνωστηρίου, όπου υπήρχε αξιόλογη βιβλιοθήκη.
Στη βιβλιοθήκη του Αναγνωστηρίου είχαν συγκεντρωθεί και ορισμένα αρχαιολογικά ευρήματα.
Στις δράστη ριότητες της αδελφότητας, εκτός των παραπάνω, μπορούμε να σημειώσουμε την οργάνωση ενός Μουσικού Ομίλου και ενός Γυμναστηρίου.

 Η Φιλαρμονική μάλιστα της Δράμας έκανε την πρώτη της εμφάνιση μπροστά σε ακροατήριο στους σχολικούς αγώνες, που διεξάγονταν στο γυμναστήριό της.

Ως έμβλημά του ο Σύλλογος αυτός είχε ένα στεφάνι από κλαδί ελιάς .
«Η Αδελφότης έχει σφραγίδα φέρουσαν εν τω μέσω στέφανον εκ κλάδου ελαίας και περί αυτόν, κεφαλαίοις γράμμασι, τας λέξεις “Φιλοπροοδευτική Αδελφότης εν Δράμα”».

Αξιοσημείωτο είναι το περιεχόμενο του άρθρου 38:
“Η αδελφότης συνάπτει σχέσεις μετά των εν τη Οθωμανική αυτοκρατορία και αλλαχού Φιλεκπαιδευτικών και Φιλανθρωπικών σωματείων και επικαλείται την αρωγήν και σύμπραξιν αυτών”, υπονοώντας τη σχέση της με τους άλλους Συλλόγους του καζά Δράμας, αλλά και με τον “Σύλλογο προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων” της Αθήνας, καθώς και με τον “Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως”.
 Λίγα χρόνια μετά την ίδρυση της αδελφότητας, πληροφορούμαστε ότι ο Ασλάν σπούδαζε σε γυμνάσιο των Αθηνών, ως υπότροφό του, ένα νέο με την εποπτεία του Φιλολογικού Συλλόγου “Παρνασσός” .

Στις αρχές του αιώνα μας οι κάτοικοι της Δράμας ευτύχησαν να έχουν αρχηγό τους το μητροπολίτη Χρυσόστομο Καλαφάτη , το μετέπειτα εθνομάρτυρα μητροπολίτη Σμύρνης, ηγέτη φωτισμένο και θαρραλέο, που προσέφερε πολλά στο λαό της Δράμας, αλλά και της ευρύτερης περιοχής.

Χάρη στις άοκνες προσπάθειές του, τόσο η Δράμα, όσο και η ευρύτερη περιοχή της, παρουσιάζουν την εποχή αυτή μια ανθηρή εικόνα παιδείας .

Πρωτεργάτης σε κάθε εκπαιδευτική και προοδευτική κίνηση του καζά Δράμας,αλλά και του καζά Ζίχνης, ήταν ο μητροπολίτης Χρυσόστομος, ο οποίος ταυτόχρονα ήταν και πρωτοπόρος στον αγώνα εναντίοντης βουλγαρικής προπαγάνδας.
Η δράστηριότητάτου αυτή είχε αναγκάσει τους Τούρκους να τον εξορίσουν δύο φορές από την έδρα του, με την κατηγορία ότι πρωτοστατούσε σε εθνικά κινήματα .

Ο Γ. Χατζηκυριακού μας πληροφορεί για την εκπαιδευτική δραστηριότητα στη Δράμα:

 Ο Χρυσόστομος Χατζησταύρου,
 πρωτοσύγγελος του μητροπολίτη Δράμας
 Χρυσοστόμου Καλαφάτη
 
 “Παρεκτός τούτων και το παρά τη Μητροπόλει ίδρυμα της Αδελφότητος “Πρόοδος” επικυροί τον τίτλον της Κοινότητος ως προοδευτικής. Ανήγειρεν ευπρεπή αίθουσαν αναγνωστηρίου μετά βιβλιοθήκης, εν η προσερχόμενοι καθ’ εκάστην οι εταίροι, ως και πας φιλομαθής, αρύονται πνευματικήν τροφήν εξ εφημερίδων, περιοδικών και βιβλίων, άνευ της οποίας δεν δύναται να εννοηθεί, και μάλιστα εν τω νυν αιώνι της προόδου, η ζωή του όντως ανθρώπου. Εν τη αιθούση ταύτη τελούνται και δημόσια αναγνώσματα υπό των διδασκάλων και επιστημόνων της πόλεως, συντελούντα ου μόνον εις πνευματικήν τέρψιν και ωφέλειαν, αλλά και εις ενίσχυσιν έργου τινός κοινωφελούς χρηματικήν, ως εγένετο χάριν του Οικοτροφείου Αλιστράτης” .

Ανάμεσα στα ονόματα αυτών που ηγήθηκαν ως πρόεδροι της Φιλομούσου Αδελφότητας αναφέρονται τα ονόματα του Ιω. Αναστασιάδη, εμπόρου, του Δημ. Βάντση, γιατρού, και Ανδρέα Τζήμου . Η Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα Δράμας “Η Πρόοδος”, σε συνδυασμό με την υψηλή παιδεία των Εκπαιδευτή ρίων της πόλης, συνετέλεσε στην αναβάθμιση του εθνικού, θρησκευτικού, πνευματικού και γενικότερα του πολιτιστικού επιπέδου των κατοίκων της Δράμας στην ύστερη φάση της τουρκοκρατίας.

Το 1904, τέλος, ιδρύθηκε στη Δράμα και η Φιλόπτωχος Αδελφότης “Το Έλεος” με πρωτοβουλία, πάλι, του μητροπολίτη Χρυσοστόμου, και σκοπό την ίδρυση Νοσοκομείου για την Ελληνική Κοινότητα της Δράμας.

Υποβλήθηκε η σχετική αίτηση σουλτανικού ιραδά που δόθηκε ένα χρόνο αργότερα. Το 1905, ξεκίνησε η προσπάθεια για τη συγκρότησή του .



2. Τσατάλτζα

Χωριστή ή Τσατάλτζα
Σε μικρή απόσταση από τη Δράμα βρίσκεται η κωμόπολη Χωριστή ή Τσατάλτζα, όπως ήταν γνωστή επί τουρκοκρατίας.
“Το Τουρκικόν αυτής όνομα, (Τσ(ι)ατάλτζια), σημαίνον το δίκροον αυτής, εξηγείται εκ της τοποθεσίας, εν η αβαθής και βορβορώδης τάφρος φυσική διχάζει αυτήν, εκτισμένη ν εκατέρωθεν της τάφρου και ανωφερώς” .
“Η Τσατάλτζα υπό Εθνικήν άποψιν, δικαίως θεωρείται ακρόπολις του Ελληνισμού”, τονίζει η Μ. Χατζή Καλού .
 Πραγματικά, η Τσατάλτζα ήταν η ακρόπολη του Ελληνισμού στον καζά Δράμας, στην πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, και η “μεγάλη ευνοούμενη του μητροπολίτη Δράμας Χρυσοστόμου , για την πλούσια εκπαιδευτική κίνηση και τη σπουδαία δράση των κατοίκων της. Χάρη στον αμιγή ελληνικό πληθυσμό της κωμόπολης, η παιδεία άκμασε εκεί από πολύ νωρίς με εξαιρετικά αποτελέσματα.

Στις εκπαιδευτικές δραστηριότητες συμμετέχουν σύσσωμοι οι κάτοικοί της αφού “το ενδιαφέρον τους για την παιδεία ήταν ιδιαίτερα υψηλό” .

Το 1901, ιδρύθηκε στην Τσατάλτζα η “Φιλόπτωχος Αδελφότης Άγιος Γεώργιος”, που έδρασε χωρίς διακοπή ως την απελευθέρωση το 1913 από τους Τούρκους.

Ένα από τα σπουδαιότερα έργα του σωματείου αυτού υπήρξε η ανέγερση του Αναγνωστηρίου με βιβλιοθήκη.
 “Ουχ ήττον δε υστερεί εν τη ευγενεί του Γένους ημών προς πρόοδον αμίλλη, ως αποδεικνύει η υπάρχουσα Φιλοπρόοδος Αδελφότης, ήτις ανεγείρασα κομψόν και ευπρεπές αναγνωστήριον μετά βιβλιοθήκης, την ηθικήν και πνευματικήν των κατοίκων απεργάζεται προαγωγήν” .

Το ίδρυμα αυτό ήταν “το πνευματικό κέντρο των Ελλήνων της περιοχής” . Το Αναγνωστήριο, το Γυμναστήριο, και τα Εκπαιδευτήρια συνυπήρχαν στον ίδιο περίβολο, “κατά σειράν κυκλοειδώς”, στην ανατολική πλευρά του χειμάρρου που διέσχιζε την κωμόπολη και δραστηριοποιούσαν εκπαιδευτικά τους νέους της.
(Το Αναγνωστήριο της Ελληνικής Κοινότητας Τσατάλτζας διασώζεται μέχρι και σήμερα και χρησιμοποιείται από τον πολιτιστικό σύλλογο της κωμόπολης με χρήση παρόμοια της αρχικής. Στο ισόγειο υπάρχει αναγνωστήριο, αίθουσα με λαογραφικό υλικό και τα γραφεία του συλλόγου, ενώ η αίθουσα του πρώτου ορόφου εξακολουθεί να καλύπτει μαζικές εκδηλώσεις) .

Η “Φιλόπτωχος Αδελφότης Άγιος Γεώργιος” Τσατάλτζας, εκτός από το Αναγνωστήριο, συντηρεί και φιλαρμονική, την αρχαιότερη και μοναδική στον καζά Δράμας. “Γενναίες, τέλος, ευεργεσίες προσέφερε ο επίτιμος πρόεδρος της Αδελφότητας Στ. Μιχαηλίδης”. Αξιοπρόσεκτο είναι και το ενδιαφέρον της Ελληνικής Κοινότητος Τσατάλτζας για τη λειτουργία του Αναγνωστηρίου και των Εκπαιδευτηρίων.

Επίσης, το 1909, ιδρύθηκε στην Τσατάλτζα και ένας μουσικοδραματικός όμιλος νέων, με την επωνυμία “Όμιλος Ερασιτεχνών ο Απόλλων”.

 Ο όμιλος αυτός παρουσίαζε συχνά στη μεγάλη αίθουσα του Αναγνωστηρίου διάφορα θεατρικά έργα με η ρωικό, εθνικό και πατριωτικό περιεχόμενο.
“Εν τη ευρεία αιθούση του Αναγνωστηρίου παριστάνονται επί της σκηνής διάφορα ηρωικά εθνικά δράματα, όπως “Αρματολοί και Κλέφται, Μάρκος Μπότσαρης, Αθ. Διάκος, Παύλος Μελάς, και άλλα, συντελούντα μεγάλως διά την ανύψωσιν του αισθήματος, της ιδέας και της προς το Έθνος αφοσιώσεως”.
 Αξιοπρόσεκτοι είναι οι τίτλοι και το περιεχόμενο των παραπάνω έργων που μνημονεύονται και που καταδεικνύουν όχι μόνο τη συμβολή του ομίλου στην τόνωση του πατριωτικού φρονήματος των κατοίκων της Τσατάλτζας, αλλά και την περίεργη καμιά φορά ανεκτικότητα των τουρκικών αρχών.

Αναφέρεται, ακόμη, από νεότερη πηγή, ότι με πρωτοβουλία του μητροπολίτη Δράμας Χρυσοστόμου και με γενναίες εισφορές των κατοίκων της Τσατάλτζας
 ιδρύεται το 1906 ο Μουσικοδραματικός Σύλλογος Τσατάλτζας “ Η Αναγεννηθείσα Μακεδονία ”,
με πρωταρχικό σκοπό την εξύψωση του εθνικού και θρησκευτικού φρονήματος των κατοίκων και την άνθηση της αντίστασης έναντι του Τούρκου κατακτητή.
 Ο σύλλογος αυτός αναπτύσσει, παράλληλα, αξιόλογη πολιτιστική δράση (μουσική, θεατρική, γυμναστική και καλλιτεχνική διαπαιδαγώγηση των νέων).

Υπάρχουν, ωστόσο, αμφισβητήσεις για την ύπαρξη του συλλόγου αυτού από το έτος 1906. Με επιτόπια έρευνα στα αρχεία του συλλόγου διαπιστώθηκε πως ο σύλλογος αυτό δρούσε άτυπα στην αρχή και πως πρόκειται για μια συγχώνευση-μετεξέλιξη των δύο προαναφερθέντων συλλόγων της Τσατάλτζας, μια και το καταστατικό του συλλόγου αυτού, με την επωνυμία Μουσικοδραματικός Σύλλογος “Η Αναγεννηθείσα Μακεδονία”, εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 3/1915 απόφαση του Πρωτοδικείου Δράμας και οι σκοποί του είναι ευρύτερα πολιτιστικοί.

Μετά την απελευθέρωση, ο σύλλογος αυτός συνέχισε την εθνική και πολιτιστική του δράση και εξακολουθεί να δράστη ριοποιείται και σήμερα, για την αναβάθμιση του πνευματικού, καλλιτεχνικού και πολιτιστικού επιπέδου των κατοίκων της Χωριστής πλέον.

3. Δοξάτο

Σε μικρή απόσταση από την Τσατάλτζα (Χωριστή) βρίσκεται η γνωστή τραγική κωμόπολη Δοξάτο, που πριν από την ολοκληρωτική καταστροφή της από τους Βουλγάρους, το 1913, είχε αναπτύξει
αξιόλογη εκπαιδευτική και φιλεκπαιδευτική δραστηριότητα.

“Βαίνομεν θυμήρεις επί της ωραίας μεταξύ Δράμας και Καβάλας αμαξιτής οδού, διερχόμενοι μετά ώρας οδοιπορίαν διά την όψιν πόλεως ως εκ των καλών και ευπρεπών αυτής οικιών εχούσης κώμης Δοξάτου, ευημερούσης εκ της καλλιεργείας και εμπορίας του καπνού, εν η θάλλει και προάγεται διά της Ελληνικής παιδείας μία των σημαντικότερων Ελληνορθοδόξων κοινοτήτων της επαρχίας Δράμας” .
Το 1874 αναφέρεται η ύπαρξη στο Δοξάτο μιας Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητας με την επωνυμία
 “Οι Φίλιπποι”  (που είναι πιθανό ότι ιδρύθηκε λίγο νωρίτερα).

Η αδελφότητα αυτή διατηρούσε ένα καλά οργανωμένο αναγνωστήριο στο οποίο σύχναζαν όλοι σχεδόν οι νέοι της κωμόπολης αυτής.

 Το αναγνωστήριο ήταν ένα τριώροφο κτίριο, δίπλα ακριβώς στο ιερό της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου. Εκεί μελετούσαν διάφορα βιβλία εθνικού περιεχομένου και συζητούσαν για τα προβλήματα του Ελληνισμού .

 Στον πρώτο όροφο του αναγνωστηρίου λειτουργούσε μια λέσχη (καφενείο), που αργότερα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο Μακεδονικό Αγώνα.

 Επίσης, το 1879 αναφέρεται και μια αρχαιολογική εταιρεία -πρόκειται μάλλον για τη ν ίδια Αδελφότητα - που είχε σκοπό τη συγκέντρωση λαογραφικού υλικού, την περισυλλογή αρχαιολογικών θησαυρών και ζωντανών γλωσσικών μνημείων του λαού .

Το γλωσσικό και λαογραφικό υλικό αποστέλλεται στην Αθήνα και δημοσιεύεται στο περιοδικό “Παρνασσός”.
 Η αδελφότητα “Οι Φίλιπποι” συνεχίζει τη δράση της και μετά την απελευθέρωση της περιοχής (1913), μέχρι και σήμερα ως “Φιλοπροοδευτικός και Γυμναστικός Σύλλογος” .

Υπήρχαν, ακόμη, στο Δοξάτο και δύο όμιλοι, ένας μουσικός (φιλαρμονική - συγκρότημα μαντολινάτας) και ένας δραματικός .
Τα δύο αυτά σωματεία συνεργάζονταν και ανέβαζαν διάφορα έργα με εθνικό κυρίως περιεχόμενο.
Οι παραστάσεις δίνονταν στο κτίριο του αναγνωστηρίου, όπου και στεγάζονταν. Τις εισπράξεις από τις παραστάσεις τις διέθεταν πάντοτε για φιλανθρωπικούς και φιλεκπαιδευτικούς σκοπούς.
 Τους ίδιους σκοπούς εξυπηρετούσε, επίσης, και μια “Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών” .

Για την αγαστή συνεργασία των συλλόγων αυτών η Μ. Χατζή Καλού αναφέρει: “Διατηρούσι όμιλον μουσικόν καλώς κατηρτισμένον και όμιλον δραματικόν. Τα δύο σωματεία αδελφικά συνεργάζονται από καιρού εις καιρόν, δίδονται παραστάσεις επί σκηνής, παριστάνονται δε διάφορα εθνικά και ηρωικά δράματα, λαμβανουσών μέρος εις τας παραστάσεις και δεσποινίδων. Αι κυρίαι διατηρούσι φιλόπτωχον αδελφότητα, καλώς κατηρτισμένην, εξ ης πολλοί των πασχόντων αδελφών ευρίσκουσι υποστήρηξιν και περίθαλψιν” .
 Η “Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών” θα συνεχίσει την προσφορά βοήθειας στους πάσχοντες αδελφούς κυρίως στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα.

Θα παράσχει πολυτιμότατη βοήθεια, κύρια ενδυματολογική, στους Μακεδονομάχους του Καπετάν Τζάρα, ο οποίος δρούσε στην περιοχή αυτή .

Ακόμη, το 1909 μνημονεύεται και μια άλλη αδελφότητα, η “Ομόνοια”, με πρόεδρο τον Δ. Κοτρότση και γραμματέα τον I. Μπέτσο , αλλά δεν υπάρχουν πηγές διαφωτιστικές για το είδος και τη δράση της (πρόκειται πιθανότατα για ένα από τα βραχύβια εκείνα πολιτικά - πολιτιστικά σωματεία, που ιδρύθηκαν σε πολλές πόλεις μετά την ανακήρυξη του νεοτουρκικού συντάγματος).

Είναι, ωστόσο, γνωστό ότι ο Ιω. Σαιρφαρίκας, που ασκούσε την ιατρική στο Δοξάτο, ορίστηκε γιατρός της Αδελφότητας “Ομόνοια”, η οποία, παράλληλα με το εθνικό έργο που επιτελούσε, παρείχε περίθαλψη στους φτωχούς κατοίκους της περιοχής, με τη μίσθωση γιατρού ειδικά για το σκοπό αυτό .
Τέλος, αναφέρεται η αποστολή οικονομικής βοήθειας στο Δοξάτο απότο Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης .

4. Εδινερτζίκ (Αδριανή)

Στο χωριό Εδινερτζίκ (Αδριανή) υπήρχαν στις αρχές του αιώνα μας μια “ Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών ” και ένας “Θεατρικός Όμιλος Νέων”, που κατά τις διάφορες γιορτές παράσταινε με μεγάλη επιτυχία θεατρικά έργα εθνικού περιεχομένου .
“Το Εδινερτζίκ μετά της Τσιατάλτζης και του Δοξάτου αποτελούσι, ως τρις κλάδοι του αυτού στελέχους, τρίποδα, εφ’ ού η επαρχία Δράμας, ως εις ασάλευτον στυλοβάτην, επιστηρίζει ένα των ακλονήτων στύλων της εκκλησιαστικής και πνευματικής αυτής ισχύος” .

5. Βησσοτσ(ι)άνη (Ξηροπόταμος)

Το 1906 η κοινότητα Βησσοτσ(ι)άνης (Ξηροποτάμου) αριθμεί 130 οικογένειες ορθόδοξες, 60 βουλγα¬ρικές και 50 περίπου οθωμανικές.
Τα σχολεία Βησσοτσ(ι)άνης λειτουργούσαν σωστά και ο αριθμός των μαθητών τους ήταν περίπου 90, μαθητών και μαθητριών.

“Η Βησσοτσιάνη αποτελούσα Ελληνικήν κοινότητα εξ υπερεκατών οικογενειών (μετά 35 - 40 Οθωμανικών) εμμένει ευσυνειδήτως εις την πατρώαν πίστην διατηρούσα μεγάλην και ανιστορημένην εκκλησίαν και σχολείον αμφοτέρων φύλων μετά δύο διδασκάλων. Καιταύτην οι υιοί του σκότους ου παύονται επιβουλευόμενοι, ίνα έκτης ιεράςτων πατέρων εστίας αποσπάσωσι και εις τας σκολιάς του σχίσματος τρίβους αποπλανήσωσιν. Επανειλημμένως επιχείρησαν βία την Εκκλησίαν να αρπάσωσιν, αλλ’ ηστόχησαν του σκοπού των, αντιμετωπίσαντες την γενναίαν των κατοίκων αντίστασιν και την σθεναράν της Μητροπόλεως στάσιν” .

Στον κώδικα της εν Βησσοτσάνη Ιεράς Εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, του 1906, αναφέρονται τα εξής ονόματα των εφοροεπιτρόπων: Γιάννη Παράσχου, ταμία, Αγγ. Αρναούτη, παγκαρτζή, Ιω. Σαμαρά και Ανδρ. Αγγέλου, γραμματέων.

Γιατο έτος 1907 μνημονεύεται και μια Αδελφότητα στη Βησσοτσάνη (Ξηροπόταμο)Δράμας, χωρίς όμως λεπτομερειακή αναφορά για τη δράση και λειτουργία της .

6. Προσοτσάνη

Στην Προσοτσάνη, κωμόπολη βορειοδυτικά της Δράμας, ο αγώνας ανάμεσα στους σχισματικούς και ορθοδόξους υπήρξε ιδιαίτερα σκληρός, γι’ αυτό και η ίδρυση Εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και Φιλεκπαιδευτικών Συλλόγων αποτελούσε άμεση αναγκαιότητα.

“Η ημετέρα κοινότης, εκ της μακραίωνος των πατέρων πίστεως και του εξ αυτής απορρέοντος απαραγράπτου δικαίου αντλούσα δυνάμεις, ερρωμένως αμύνεται και στερρώ τω ποδί χωρεί προς εκπλήρωσιν της αποστολής της διατηρεί ακμαία σχολεία αρρένων και θηλέων, αλλά το σχολικόν κτίριον, παλαιόν και σαθρόν, ήκιστα εκπληροί τον προορισμόν του. Διά τούτο φιλοτιμία της κοινότητος και γενναία φιλομούσων ομογενών χορηγία ήρξατο η ανέγερσις νέου σχολικού κτιρίου επί εγκεκριμένου σχεδίου”.

Έτσι, το 1873 ιδρύθηκε στην Προσοτσάνη η “Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα Ηώς ”, με έμβλημα την εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής  - άλλοι μελετητές-συγγραφείς την παραθέτουν με τον τίτλο “Η Φιλόμουσος Αδελφότης Ηώς” .
“Και Φιλόμουσος Αδελφότης λειτουργούσα προ ετών και διαλυθείσα ανασυνέστη, ίνατω εκπαιδευτικώ της κοινότητας έργω επικουρήση” .

Το σωματείο αυτό, αν και ως κύριο σκοπό προέβαλλε την ενίσχυση της παιδείας, και μάλιστα τη μόρφωση των κοριτσιών με την ίδρυση Παρθεναγωγείου , ανέπτυξε και σημαντική δράση για την τόνωση του θρησκευτικού και εθνικού φρονήματος των κατοίκων της ελληνικής αυτής κοινότητας στον αγώνα της εναντίον των σχισματικών .

Ασφαλώς, σημαντικό επίτευγμα της Αδελφότητος της Προσοτσάνης στον τομέα της παιδείας, εκτός από την ίδρυση του Παρθεναγωγείου, ήταν ότι το 1879, επί μητροπολίτη Δράμας Γερμανού, κατόρθωσε να οικοδομήσει και το κτίριο του Παρθεναγωγείου .

Το 1878, ο Ν. Λιάμης, γιατρός, ως πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητας Προσοτσάνης “Ηώς”, πρωτοστατεί στη ματαίωση υπογραφής περιφερόμενου υπομνήματος προς τους πρεσβευτές των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων για την ίδρυση της Μεγάλης Βουλγαρίας.

Αυτή του η δραστηριότητα είχε ως αποτέλεσμα να γίνει στόχος δολοφονικής επίθεσηςαπό εξαρχικούς το 1898 .
Αργότερα, η αδελφότητα αυτή σχεδόν διαλύθηκε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, αλλά στις αρχές του 20ού αιώνα ανασυστάθηκε και συνέχισε εκ νέου την εκπαιδευτική και εθνική δράση της .

Β. Φιλεκπαιδευτικοί Σύλλογοι και Αδελφότητες στον καζά Ζίχνης(1870-1913)

Η ελληνική εκπαιδευτική και εκπολιτιστική δραστηριότητα στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα εντοπίζεται σε ολόκληρο τον καζά Ζίχνης.

Υπάρχουν, βέβαια, τα σημαντικά εκπαιδευτικά κέντρα, η Αλιστράτη και το Ροδολείβος, ωστόσο και στην ύπαιθρο του καζά αυτού παρατηρείται αξιόλογη κίνηση.

Ήδη στα 1876 μνημονεύεται ότι λειτουργούσαν “κοινά” σχολεία, τα “γραμματο- διδασκαλεία”, καθώς και αλληλοδιδακτικά , τα οποία, με την πάροδο του χρόνου, αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα.

Στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, και πιο συγκεκριμένα στα 1910-1911, υπάρχουν και λειτουργούν στην ύπαιθρο του καζά Ζίχνης πολλά σχολεία .

Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα, που είχε να αντιπαλέψει η ελληνική εκπαίδευση στον καζά Ζίχνης, ήταν το γλωσσικό πρόβλημα:
 “Δυσερεύνητος, επίσης, ο γλωσσικός κυκεών, όστις πολλαχού της χώρας απαντά, αλλά και εν τω τμήματι εκείνω.
Εν ταις κώμαις, επί παραδείγματι, Κλεπούσνα (Αγριανή), Αναστασιάκαι Χωροβίστη (Άγιο Χριστόφορο), μη απεχούσας πλέον της ώρας απ’ αλλήλων, ομιλούνται τρεις γλωσσικαί αποχρώσειςεν τη πρώτη Σλαυομιγής, εν τη δευτέρα η Ελληνική και εν τη τρίτη η Τουρκική.

Πώς και πότε κατεσκευάσθη ο γλωσσικός ούτος κυκεών δύσκολον εν τη σκοτία των αιώνων να εξερευνηθεί εναργής όμως πρόκειται ημίν απόδειξις ότι η γλώσσα ήκιστα δύναται να χρησιμεύση ως διακριτικόν της εθνικότητος γνώρισμα και μάλιστα εν τη ημετέρα χώρα” .
 Το γλωσσικό πρόβλημα συνίσταται όχι τόσο στην παρουσία των ελάχιστων σλαβόφωνων πληθυσμών, όσο κυρίως στην ύπαρξη των τουρκόφωνων.
Αν και οι Έλληνες αποτελούσαν την πλειοψηφία του συνολικού πληθυσμού, υπήρχαν αρκετοί ορισμένων χωριών, όπως της Νούσκας (Δαφνουδίου), Χωροβίστας (Αγίου Χριστοφόρου), Ράχωβας (Μεσοράχης), Πόρνας (Γάζωρου), και Ζηλιάχοβας (Ζίχνης), που είχαν ως μητρική τους γλώσσα την τουρκική.
 Έτσι, η διδασκαλία των ελληνικών ήταν αναποτελεσματική και οι απόφοιτοι των σχολείων δεν μπορούσαν να μιλήσουν καλά την ελληνική γλώσσα .

Το παραπάνω πρόβλημα προσπάθησαν να το επιλύσουν οι κοινότητες με την ίδρυση νηπιαγωγείων και ιδιαίτερα παρθεναγωγείων, πιστεύοντας ότι θα ήταν πιο εύκολος ο εξελληνισμός των τουρκόφωνων, εφόσον πρώτα μάθαιναν σωστά την ελληνική γλώσσα οι μελλοντικές μητέρες.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο και στον καζά Ζίχνης παρατηρείται το φαινόμενο τα κορίτσια που φοιτούσαν στα σχολεία να είναι περισσότερα από τα αγόρια.
 Και πραγματικά τα ευνοϊκά αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν. Σύμφωνα με μαρτυρία του 1906, οι τουρκόφωνοι Έλληνες είχαν αρχίσει να εγκαταλείπουν τα τουρκικά και να μιλούν ελληνικά:


“Από τινων δε ετών διά της εν τη Ελληνική γλώσση σχολικής εκπαιδεύσεως ήρξατο η εκμάθησις της Ελληνικής γλώσσας και η εγκατάλειψις της τουρκικής” . 

Προς την ίδια κατεύθυνση, γλωσσική, εκπαιδευτική και γενικότερα εκπολιτιστική, εργάστηκαν οι Φιλεκπαιδευτικοί Σύλλογοι και Αδελφότητες που ιδρύθηκαν (συνολικά 7) και στα σημαντικότερα κέντρα του καζά Ζίχνης, Αλιστράτη και Ροδολείβος, αλλά και στα μικρότερα μέρη - στα χωριά του, Ζηλιάχοβα (Ν. Ζίχνη), Σέμαλτο (Μ. Σούλι) και Καρλίκοβα (Μικρόπολη).

1. Αλιστράτη

Το μεγαλύτερο ελληνικό κέντρο του καζά Ζίχνης δεν ήταν η ομώνυμη κωμόπολη και πρωτεύουσα του, αλλά η Αλιστράτη, που στις αρχές του 20ού αιώνα κατοικούνταν από 3.000 περίπου Έλληνες και 500 Τούρκους .

 Στην κωμόπολη αυτή^που από το 18ο αιώνα και ως τις αρχές του 20ού ήταν και έδρα του μητροπολίτη Φιλίππων, Δράμας και Ζιχνών, υπήρχε ιδιαίτερα αξιόλογη εκπαιδευτική και πολιτιστική κίνηση και ανάπτυξη.

Η επίκαιρη τοποθεσία της, η ευφορία του εδάφους και η εμπορική δραστηριότητα των κατοίκων της, καθώς και η πνευματική της κίνηση, την είχαν αναδείξει στο δεύτερο πνευματικό κέντρο της Ανατολικής Μακεδονίας, μετά τις Σέρρες, και στα σχολεία της φοιτούσαν μαθητές απ’ όλη την επαρχία Ζίχνης .

Από το 1841 υπήρχε ένα ονομαστό Εκπαιδευτήριο αρρένων, η “Κεντρική Ελληνική Σχολή”, με πρώτο σχολάρχη το Δ. Καλαμπακίδη.
Στις αρχές του 20ού αιώνα η σχολή αυτή έφερε τον τίτλο “Αστική Σχολή” .

Προσέδωσε αίγλη και γόητρο στην Αλιστράτη.

 “Έτερον γεγονός αξιοσημείωτον ορίζον εποχήν της Αλιστράτης είναι και η σύστασις της ονομασθείσης Κεντρικής Ελληνικής Σχολής (Σχολαρχείου ή ημιγυμνασίου). 
Εις αυτήν εφοίτων ως εις ανωτέραν σχολήν εκ πάσης της επαρχίας Ζίχνης.
 Η Σχολή αυτή ανέδειξετην Αλιστράτην φωταυγή πνευματικήν του Γένους εστίαν .

Στην Αλιστράτη είχε ιδρυθεί το 1874 η “Συντηρητική Αδελφότης η Αμφίπολις”, ένα φιλεκπαιδευτικό σωματείο, για τη δράση του οποίου, κατά την πρώτη περίοδο της ύπαρξής του δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε.
Φαίνεται μάλιστα πως και η ζωή του τότε υπήρξε σύντομη .
Τα σχετικά με τη σύσταση και τον σκοπό της Αδελφότητας αναφέρονται στον Κανονισμό της, με ημερομηνία ίδρυσης 26 Δεκεμβρίου 1874.
Στο 1ο άρθρο του τονίζεται:
 “Υπό τον ανωτέρω τίτλον συνίσταται εν Αλεστράτη Αδελφότης, σκοπόν αυτής προτιθεμένη την διάσωσιν του καθεστώτος εν τοις Χριστιανικής χωρίοις του τμήματος διά της διασώσεως των Ελληνικών γραμμάτων”.
 “Επί τούτω δε αναλαμβάνει:
α. την ηθικήν και υλικήν υποστήρηξιν και περίθαλψιν απόρων μαθητών του τε τμήματος και της εν Αλεστράτη Κεντρικής Ελληνικής Σχολής” (άρθρο 2). “Η Αδελφότης έχει κυκλικήν σφραγίδα, φέρουσαν εν τω μέσω ως έμβληματο σημείον του Τιμίου Σταυρού και προς τα κάτω δύο χείρας συνημμένας, πέριξ δε τας λέξεις “Συντηρητική Αδελφότης η Αμφίπολις εν Αλεστράτη, 1874” (άρθρο 44ο) .

Το 1903, στις αρχές του Μακεδονικού Αγώνα, με την πρωτοβουλία ενός ιερωμένου, του αρχιδιακόνου Θεμιστοκλή, και με γραμματέα τον Δ. Γούσιο ανασυστήνεται το ίδιο σωματείο, με την ίδια επωνυμία και σκοπό την ενίσχυση της ορθόδοξης εκκλησίας και της ελληνικής παιδείας.

 Η Ορθοδοξία, σε αντίθεση με τους “σχισματικούς” Βουλγάρους, αυτή τη φορά αποτελεί το ένα σκέλος των εθνικών επιδιώξεων του υπόδουλου Ελληνισμού της Αλιστράτης και το άλλο η οργάνωση της ελληνικής παιδείας, η ισχυροποίηση της ελληνικής γλώσσας και η διατήρηση της εθνικής συνείδησης.
Για
την επίτευξη αυτού του δεύτερου στόχου η Αδελφότητα συνεργαζόταν με το “ Δραματικό Όμιλο ”, ο οποίος ανέβαζε θεατρικά έργα εθνικού και πατριωτικού περιεχομένου .

Με έξοδα του σωματείου αυτού ιδρύθηκε το 1904 ένα οικοτροφείο, στο οποίο διέμεναν 50-80 μαθητές, κυρίως παιδιά που οι γονείς τους είχαν σκοτωθεί από τους Βουλγάρους.
Η Αδελφότητα μεριμνούσε όχι μόνο για τη διατροφή των ορφανών, αλλά και για την ελληνοπρεπή μόρφωσή τους. Σκοπός της:
 “η εν τω τμήματι Ζίχνης, της επαρχίας Δράμας και Ζιχνών, συντήρησις του καθεστώτος διά της ενισχύσεως της Ορθοδόξου εκκλησίας και παιδείας Ελληνικής” (έγγραφο του 1903). [Ξεπροβάλλουν ολοζώντανα η ευγενική προσπάθεια και ο αγώνας που έκανε η Αδελφότητα για τη σωτηρία και τη μόρφωση των δυστυχισμένων αυτών παιδιών],

Γενικά, πρέπει να συμπεράνουμε ότι η Αδελφότητα αυτή προσέφερε σημαντικό έργο και είχε αρκετά έξοδα για τη συντήρηση του οικοτροφείου.
 Κατά μέσο όρο η ετήσια δαπάνη για τη συντήρηση του οικοτροφείου και για τους μισθούς των δασκάλων ανερχόταν σε 700 οθωμανικές λίρες.
 Ένα μέρος από αυτές καλυπτόταν από τους τόκους των χρημάτων που είχε καταθέσει στη μονή της Εικοσιφοίνισσας του Παγγαίου ο ευεργέτης της κοινότητας Αλιστράτης, Ευαγγέλου .
Διευθυντής του οικοτροφείου ήταν ο αρχιερατικός επίτροπος Αλιστράτης Ρούσης .

Το οικοτροφείο αυτό μαζί με τα σχολεία, το οίκημα της παλιάς μητρόπολης και τις οικίες των πιο σημαντικών προκρίτων προσπάθησαν να τα πυρπολήσουν οι Βούλγαροι κομιτατζήδες τον Οκτώβριο του 1906, αλλά απέτυχαν χάρη στη σθεναρή αντίσταση των κατοίκων .

 Το οικοτροφείο στεγαζόταν ως τον Απρίλιο του 1909 στο οίκημα της παλιάς μητρόπολης.
 Όταν όμως αυτό καταστράφηκε από πυρκαγιά, με τις ενέργειες του μητροπολίτη Δράμας Χρυσοστόμου χτίστηκε, σε λίγο χρονικό διάστημα, νέο κτίριο, που στέγασε και πάλι τους οικότροφους νέους. Τη διεύθυνση του ιδρύματος ανέλαβε ο δραστήριος τελειόφοιτος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης Διόδωρος Καράτζης .

(“Εν Αλιστράτη από του παρελθόντος έτους λειτουργεί και οικοτροφείον τη φιλογενεί μερίμνη και προστασίατου Αρχιερέως Δράμας. Εντω Μητροπολικώ οικήματι στεγάζονται, διατρέφονται και παιδα- γωγούνται μαθηταί πενήντα, τέκνα το πλείστον απορφανισθέντα υπό δολοφόνου Βουλγάρου χειρός.Τα τροφεία των τροφίμων τούτων του οικοτροφείου καταβάλλει πάνυ φιλοτίμως η εν Αλιστράτη καλουμένη συντηρητική Αδελφότης “Η Αμφίπολις”, ήτις, ιδρυθείσα το πρώτον τω 1874, ίνα αντιδράση κατά της έκτοτε επιβουλής των σχισματικών και απρακτήσασα επί τινα έτη, ανασυνέστη προ τριών ετών) .

Εκτός από το φιλανθρωπικό τομέα, η “Συντηρητική Αδελφότητα η Αμφίπολις” ανέπτυξε δραστηριότητα και σε άλλους πολιτιστικούς τομείς, με πρωτεργάτη το Γ. Στοϊμενίδη.
Το 1908, φιλόμουσα μέλη της, με τη βοήθεια των δασκάλων, συγκρότησαν ένα δραματικό όμιλο, που ανέβασε έργα εθνικού περιεχομένου και με τις εισπράξεις αγόρασαν χάλκινα μουσικά όργανα, με σκοπό τη συγκρότηση ενός μουσικού ομίλου.
 Μετά το 1909, όμως, κομματικές διενέξεις, που παρουσιάζονται, απειλούν και τελικά καταφέρνουν να διαλύσουν το φιλανθρωπικό και φιλοπρόοδο αυτό σωματείο , το οποίο προσέφερε έργο ανεκτίμητης αξίας.

2. Ροδολείβος

Η πιο σημαντική, μετά την Αλιστράτη, κωμόπολη του καζάΖίχνης ήταντο Ροδολείβος, στη βόρεια πλευρά του Παγγαίου.
Στην κωμόπολη αυτή ο χριστιανικός πληθυσμός υπερτερεί εμφανέστατα (550 χριστιανικές οικογένειες) έναντι των ελάχιστων μουσουλμάνων (80 τουρκικές οικογένειες).

Στο Ροδολείβος, από το 1870 και μετά, παρουσιάζεται σπουδαία εκπαιδευτική και πολιτιστική δραστηριότητα.
 Από το 1876 ακόμη αναφέρονταιτρίαακμάζοντα ελληνικά σχολεία (αλληλοδιδακτικά, αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο, τα οποία λειτουργούσαν εύρυθμα ως το τέλος της τουρκοκρατίας.
Το 1910-1911 τα σχολεία αυτά είχαν 300 περίπου μαθητές και μαθήτριες με επτά συνολικά δασκάλους .

Ο Γ. Χατζηκυριακού, ο οποίος επισκέπτεται την κωμόπολη αυτή το 1906, αναφέρει:

“Τό ωραίον όνομα Ροδολείβος, η πυκνότης 800 και πλέον Ελληνικών οικογενειών, προκαλούσι πολλήν επ’ αυτής προσοχήν. Συνειδυία και η κοινότης αύτη την σημασίαν και αποστολήν της βαίνει στερρώ τω ποδί προς πρόοδον και ακμήν.
Η υπέρ των σχολείων της μέριμνα εκφαίνεται διά των φιλότιμων, ας καταβάλλει, προσπαθειών προς βελτίωσιν αυτών υπό τε έπαυλιν σχολικών κτιρίων και της εσωτερικής αυτών διοργανώσεως. Ομολογεί την ανάγκην επαρκούς και υγιεινού παρθεναγωγείου και περί τούτο συγκεντροί ενδελεχή φροντίδα, ήτις μετ’ ου πολύ θα σημειώση και το βήμα τούτο της προς τα πρόσω πορείας αυτής” .

Η ομόθυμη συμπαράσταση των κατοίκων του Ροδολείβους οδήγησε σε σημαντικότατα παιδευτικά αποτελέσματα.
Παράλληλα με το έργο των σχολείων της κωμόπολης, σπουδαίο έργο έχει να επιδείξει και η “Φιλοπρόοδος Αδελφότης Η Αναγέννησις”, στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα.
Η αδελφότητα αυτή συστήθηκε το 1905, με προτροπή του μητροπολίτη Δράμας Χρυσοστόμου, του οποίου η ακτινοβολία εξακτινώνεται και μέχρι την κωμόπολη αυτή.
 Η “Αναγέννησις” ίδρυσε εντευκτήριο με αναγνωστήριο και αναβάθμισε την εθνική και θρησκευτική συνείδηση των νέων της κοινότητας αυτής.
“Ως συμπλήρωμα της διά των Σχολείων προόδου αυτής συνέστησε Φιλοπρόοδον Αδελφότητα, περιλαβούσαν εν αγαστή ενότητι την φιλότιμον νεωτέραν γενεάν, ήτις, ιδρύσασα και μικρόν εντευκτήριον μετ’ αναγνωστηρίου, συντελοί εις διάπλασιντης διανοίας,του ήθους και του φρονήματος ιδία, ού ουδένα διαλανθάνει η υψίστη σημασία” .

3. Ζελιάχοβα (Ν. Ζίχνη)

Πρωτεύουσα του καζά Ζίχνης και έδρα του αρχιερατικού επιτρόπου της μητρόπολης Δράμας, στην οποία και υπαγόταν, ήταν, στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, η Ζελιάχοβα (Ν. Ζίχνη). Υπήρχε εξατάξιο αρρεναγωγείο και πεντατάξιο παρθεναγωγείο.

 “Και η Ελληνική αύτη κοινότης της Ζελιαχόβης καλιεργεί εν τοις σχολείοις αυτής, αρρένων και θηλέων, τα Ελληνικά γράμματα, παρασκευάζουσα την νέαν γενεάν δι’ ελληνοπρεπούς μορφώσεως. Αλλ’ επιβάλλεται αυτή ίνα μη επιπλέον ολιγωρήση της ανοικοδομήσεως νέων διδακτηρίων καθ’ ότι τα υπάρχοντα παρακωλύουσι την πρόοδον και υποτιμώσι την υπόληψιν της κοινότητος ” .

Το 1874 ο “Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Ζελιαχόβης (Ζίχνης)”, για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των τουρκόφωνων κατοίκων της, ίδρυσε στην κωμόπολη νηπιαγωγείο, με τη βοήθεια του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου των Σερρών.
Βασικός σκοπός του ήταν η εγκατάλειψη της τουρκικής γλώσσας και η χρήση της ελληνικής.

Ταυτόχρονα, έστειλε υπόμνημα στο “Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως”, με το οποίο εξέθετε την κατάσταση της παιδείας και ζητούσε την ενίσχυσή του για την ίδρυση παρθεναγωγείου .

Η ίδια κίνηση έγινε και από τους κατοίκους της Ζελιάχοβας προς το “Σύλλογο προς διάδοσιντων Ελληνικών γραμμάτων” της Αθήνας, γιατί τον επόμενο χρόνο ο σύλλογος αυτός έστειλε από την Αθήνα, με έξοδά του, μια δασκάλα για να διδάξει στο παρθεναγωγείο,το οποίο άρχισε τότε να λειτουργεί . Έτσι το γλωσσικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε η κωμόπολη περιορίστηκε σημαντικά.

Ο Γ. Χατζηκυριακού , επισκεπτόμενος τη Ζελιάχοβα το 1906, δεν αναφέρει καμιά πολιτιστική δραστηριότητα του συλλόγου αυτού, στοιχείο δηλωτικό της παρακμής του, ενώ στην “Έκθεση της Εκπαιδευτικής Επιτροπής” του ΕΦΣΚ, του 1910-11, αναφέρεται σημαντική εκπαιδευτική και πολιτιστική δραστηριότητα στη Ζίχνη.

4. Σέμαλτο (Μ. Σούλι)

Στο Σέμαλτο, στα 1879, αναφέρεται η ύπαρξη της “Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητας η Δόξα”.

Επίσης, την άνοιξη του 1880 ιδρύεται και η “Φιλοπρόοδος Αδελφότης Αρετή ”.

Και οι δυο αυτοί σύλλογοι επικοινωνούν με τον “Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως”, από τον οποίο ζητούν την αρωγή του για την ενίσχυση των σχολείωντου χωριού αυτού .
Κατά την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας, παρατηρείται στο Σέμαλτο αξιόλογη εκπαιδευτική και εθνική δραστηριότητα:
“Και εν τη κώμη αυτή η Ελληνική ζωή, ο νεώτερος αυτής χαρακτήρ μετά των πλεονεκτημάτων της ζωηρώς εξεικονίζεται.
Εν τη Εκκλησία και των σχολείων συγκεντρούται η κεντρική του Ελληνικού των Ορθοδόξων πνεύματος ιδέα” .

5. Καρλίκοβα (Μικρόπολη)

Στο χωριό αυτό της ευρύτερης περιοχής της Δράμας, που τότε υπαγόταν διοικητικά στον καζά Ζίχνης, γνωρίζουμε ότι στα 1909 υπήρχε και λειτουργούσε μια “Φιλόπτωχος Αδελφότητα”, με πρόεδρο τον Δ. Κωνσταντίνου και γενικό γραμματέα το Γ. Βασιλείου .

 Η λειτουργία της εντάσσεται στην πρώτη δεκαετία του αιώνα μας και η προσφοράτης είναι μεγάλη στα ζητήματα της εκπαίδευσης των νέων, οι οποίοι πλησιάζουν τους 100 περίπου στο μικτό εξατάξιο σχολείο του χωριού.
Η δράση της είναι πολύπλευρη και ουσιαστική.

Γ. Οι φιλεκπαιδευτικοί Σύλλογοι στον καζά Νευροκοπίου (1870-1913)

Στον Καζά Νευροκοπίου παρουσιάστηκε αξιόλογη εκπαιδευτική και πολιτιστική κίνηση.

Εκτός από την πρωτεύουσάτου, το Νευροκόπι (Άνω), υπήρχαν και λίγα ακόμη χωριά, στα οποία ένα μέρος των κατοίκων τους έμεινε πιστό στην Ορθοδοξία και στα ελληνικά ιδεώδη και συντηρούσε ελληνικά σχολεία. 

Τα χωριά αυτά ήταν:

το Ζίρνοβο (Κάτω Νευροκόπι),
 η Στάρτσιστα (Περιθώρι),
η Κάτω Βροντού,
το Τσερέσοβο (Παγονέρι) και τ
ο Καράκιοϊ (Κατάφυτο) .

Από το 1883 έδρευε στο Νευροκόπι Ορθόδοξος μητροπολίτης και αργότερα και Βούλγαρος σχισματικός (μητροπολίτης). 

Ο αγώνας μεταξύ Ορθοδόξων και σχισματικών στην πόλη αυτή, που ήταν τριγυρισμένη από συμπαγείς βουλγαρικούς πληθυσμούς, υπήρξε αδιάκοπος και οξύς.

Τις δραματικές του φάσεις, κατά τα έτη 1900-1907, τις παρακολουθεί κανείς, μελετώντας τις εκθέσεις των μητροπολιτών Νικοδήμου και Θεοδωρήτου προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Στις εκθέσεις αυτές παρατηρεί πως ο Ελληνισμός, κάτω από την αδιάκοπη πίεση της βουλγαρικής βιαιότητας, υποχωρεί βαθμιαία, σχεδόν μέχρι εκμηδενισμού .

Στα παραπάνω χωριά του καζά Νευροκοπίου αναπτύχθηκε ενδιαφέρουσα εκπαιδευτική δράστη ριότητα παρά τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοί τους και παρά τη διαρκή τρομοκρατία των Βουλγάρων, οι οποίοι εξόντωναν συστηματικά αυτούς και τους προκρίτους τους, παρέμειναν μέχρι τέλους πιστοί στην Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό.

«Επίσης, παρέμειναν πιστοί εις τα ίδια ιδεώδη και οι κάτοικοι της Σταρτσίστης (Περιθωρίου), εις την οποίαν εδόθη δικαίως από πολύ ενωρίς ο ωραίος χαρακτηρισμός “Το Σούλι της Μακεδονίας”.» .

Στην Στάρτσιστα (Περιθώρι) ο δάσκαλος Γ. Ζιώγας προσέφερε σημαντικές εκπαιδευτικές υπηρεσίες για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως και στα γύρω χωριά, κυρίως στο ζήτημα της διάσωσης της ελληνικής γλώσσας, της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης.

 Στον καζά Νευροκοπίου ιδρύθηκε και έδρασε ουσιαστικά μία (1) φιλεκπαιδευτική αδελφότητα.

1. Στάρτσιστα (Περιθώρι)

Στον καζά Νευροκοπίου αξιόλογη εκπολιτιστική δραστηριότητα, με βάση πάντα τις υπάρχουσες ιστορικές πηγές, αναπτύχθηκε στη Στάρτσιστα.


Αναφέρεται ότι το 1881, στο χωριό αυτό, ιδρύθηκε και λειτούργησε Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα με την επωνυμία “Ηώς του Ορβήλου” , που επέδειξε αξιοζήλευτη δραστηριότητα στοντομέα της καλλιέργειας των ελληνικών γραμμάτων και στο πρόβλημα της διάσωσης της θρησκευτικής ελληνικής συνείδησης.

Άλλες πηγές αναφέρουν πως από το 1901 υπήρχε και μια άλλη αδελφότητα, ο “Ευαγγελισμός”, που προσπαθεί να ενισχύσει το σχολείο του χωριού (πρόκειται μάλλον για την ίδια αδελφότητα που
μετονομάζεται, καθώς επαναδραστηριοποιείται στις αρχές του 20ού αιώνα) .

Από τις συνδροές μελών της και τα έσοδα του παγκαριού της Εκκλησίας συγκεντρώνονταν κάθε χρόνο τα απαιτούμε γιατη μισθοδοσία των δασκάλωντου χωριού, χρήματα.

Ο Ευαγγελισμός προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στον Ελληνισμό της περιοχής”.

Το 1904, ο Μητροπολίτης Νευροκοπίου Θεοδώρητος, σε μια έκθεσή του προς το Πατριαρχείο, αναφέρει:

“Διά ταύτα ταπεινώς φρονώ ότι δέον και ταύτης της κοινότητος το επίδομα να αποκατασταθεί εις το πρότερον ποσόν των 30 λιρών, εκ ταύτας δε προστιθεμένων και ετέρων 10 λιρών, ας εκ παντός τρόπου θα προσπαθήσωσι να καταβάλωσιν ετησίως, ένθεν μεν το παγκάριον της εκκλησίας, ένθεν δε η εκεί από τριετίας σχεδόν υφισταμένη φιλόμουσος αδελφότης “Ο Ευαγγελισμός”, εξοικονομείται το ποσόν των 40 λιρών, εξ ων 25 μεν θα ώσι πάντως επαρκείς προς πρόσληψιν, ενός καλού οπωσδήποτε διδασκάλου, και μάλιστα, ει δυνατόν, Ν. Μέρκου, τινός, χρηματίσαντος και άλλοτε παρά τη εκεί κοινότητι και πλείστας χαίροντος συμπαθείας παρ’ αυτή, 15 δε δύνανται να διατεθώσι προς διορισμόν μιας νηπιαγωγού, ην από τόσων ετών ονειροπολεί η φιλοπρόοδος αύτη κοινότης, και ήτις θα συνετέλει τα μέγιστα προς διάδοσιν της Ελληνικής γλώσσας παρά ταις ομογενέσιν γυναιξίν” .


Α. Συμπεράσματα

Επιλογικά, οι κάτοικοι των καζάδων Δράμας, Ζίχνης και Νευροκοπίου, πρόσωπα σημαίνοντα και απλοί άνθρωποι, ανταποκρίθηκαν στην πρόταση για διάσωση, παγίωση και ανύψωση της εθνικής, θρησκευτικής συνείδησης και της ταυτότητάς τους, ώστε να παραμείνει αλώβητη η ιδέα του Ελληνισμού.

Οι 21 Φιλεκπαιδευτικοί Σύλλογοι και Αδελφότητες που ιδρύθηκαν και έδρασαν στο διάστημα 1870- 1913, απότοκοι αυτής της ιστορικής και εθνικής αναγκαιότητας, επιτέλεσαν στο ακέραιο τον πολυδιάστατο εθνικό ρόλο τους και οδήγησαν, ο καθένας με τον τρόπο του, στην απελευθέρωση του 1913 και στην αποδέσμευση της (ευρύτερης) περιοχής Δράμας, Ζίχνης και Νευροκοπίου από το διττό εξωτερικό κίνδυνο που την απειλούσε τότε.

Η απελευθέρωση του 1913 αποτέλεσε για τους Έλληνες της ευρύτερης αυτής περιοχής της Ανατολικής Μακεδονίας γεγονός αποφασιστικής σημασίας, τόσο για τη συσπείρωση των δυνάμεων του Ελληνισμού για περαιτέρω διεκδικήσεις, όσο και για νέες πολιτισμικές προόδους-επιτεύξεις.

 Όλα τα παραπάνω οφείλονται σε σημαντικό βαθμό και στους Φιλεκπαιδευτικούς αυτούς Συλλόγους και τις Αδελφότητες, που έδρασαν στην ευρύτερη αυτή περιοχή.


Δεν υπάρχουν σχόλια: