Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Η Μακεδονία στις αρχές του αιώνα: Η εμφάνιση της βουλγαρικής εθνικής συνείδησης στο μακεδονικό χώρο.


Του Κ. Α. Βακαλόπουλου.

Η εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού στη Μακεδονία είναι άμεσα ταυτισμένη με το πρόσωπο του Έλληνα δασκάλου Δημητρίου Μιλαδίνωφ από τη Στρούγκα.

 Η παρουσία του Ρώσου σλαβολόγου Βίκτωρα Grigorovich, καθηγητή του πανεπιστημίου του Καζάν, στη Μακεδονία, στα 1854, σήμανε ουσιαστικά την απαρχή της δημιουργίας βουλγαρικής εθνικής συνείδησης στο μακεδονικό χώρο με πρωτεργάτες τους αδελφούς Δημήτριο και Κωνσταντίνο Μιλαδίνωφ.

 Στοχεύοντας στην ανακάλυψη σλαβικών χειρογράφων και άλλων σλαβικών μνημείων του βουλγαρικού πολιτισμού, ο Grigorovich προσπάθησε κατά την περιοδεία του στη Μακεδονία να εμφυσήσει στους χριστιανικούς πληθυσμούς της βορειοδυτικής κυρίως ζώνης τη βουλγαρική εθνική συνείδηση.

Αποφασιστικό ρόλο στην καλλιέργεια βουλγαρικής συνείδησης ανάμεσα στις συμπαγείς σλαβόφωνες μάζες του βόρειου μακεδονικού χώρου είχαν κυρίως τα κηρύγματα του πανσλαβισμού, δια μέσου των αλλεπάλληλων απεσταλμένων του, αλλά ακόμη και του ίδιου του Grigorovich, που επικεντρώνονταν σε διάφορες επαγγελίες για επικείμενη απελευθέρωση και ένωση όλων των σλαβικών λαών με τη ρωσική συμπαράσταση.

Από τις αρχές ήδη της δεκαετίας του 1850—1860 οι αδελφοί Μιλαδίνωφ άρχισαν με ιδιαίτερο ζήλο να διαδίδουν τη βουλγαρική γραφή ανάμεσα στους σλαβόφωνους πληθυσμούς και να καταβάλουν ανάλογες προσπάθειες για την εισαγωγή της διδασκαλίας της βουλγαρικής γλώσσας στα Βελεσά,στην Αχρίδα, στο Μοναστήρι, στην Έδεσσα και στο Κιλκίς, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις των ντόπιων ελληνικών πληθυσμών και των κατά τόπους εκκλησιαστικών εκπροσώπων του πατριαρχείου.

 Η ταχεία μεταστροφή των αδελφών Μιλαδίνωφ σε φανατικούς οπαδούς του πανσλαβισμού στη Μακεδονία και η ακαταπόνητη δραστηριότητά τους στους τομείς της διάδοσης της βουλγαρικής γλώσσας, της ίδρυσης βουλγαρικών σχολείων και της δημιουργίας ανεξάρτητης βουλγαρικής εκκλησίας, αποτέλεσαν τους αποφασιστικότερους παράγοντες για την εδραίωση της βουλγαρικής κίνησης στο βόρειο μακεδονικό χώρο, ιδιαίτερα στις περιοχές Σκοπίων, Αχρίδας και Βελεσών, και σήμαιναν ουσιαστικά την έναρξη της σκληρής φάσης των εθνικών ανταγωνισμών.

Οι ευάριθμες για την εποχή εκείνη ελληνοβλαχικές και σλαβόφωνες ελληνικές κοινότητες των Βελεσών, των Σκοπίων, της Αχρίδας αλλά και του Περλεπέ ακόμη, άρχισαν ν’ αντιμετωπίζουν μετά το 1860 σοβαρότατα προβλήματα από την ολοένα και μεγαλύτερη διείσδυση της βουλγαρικής κίνησης.

Απέναντι στη δράστηριοποίηση των βουλγαρικών ενεργειών, που συντελούνται στα μέσα του 19ου αιώνα αρχικά στη Βόρεια Μακεδονία, αλλά και στις διαρκώς εντεινόμενες τουρκικές διώξεις σε βάρος των Ελλήνων του μακεδονικού χώρου, ο βόρειος ελληνισμός συσπειρώνεται και ανασυντάσσει τις δυνάμεις του.

 Στα πλαίσια των προσπαθειών του αυτών εντάσσεται η ίδρυση πατριωτικού σωματείου με την επωνυμία «Καζίνο» στα 1852 στο Μοναστήρι, στο οποίο συμμετείχαν πολλοί νέοι Μοναστήριώτες, όπως οι Μηνάς Μπίστας, Νικ. Ζιούζιος, Κ. Παπαναούμ, Κ. Γεώρσης, Σ. Βοσνιάκου, Γ. Τσάκας,Δ. Παπαθεοχάρους και άλλοι,που καταδιώχθηκαν στα 1861 από τις τουρκικές αρχές, συνελήφθησαν για τις ενέργειές τους και ορισμένοι απ’ λυτούς έχασαν τη ζωή τους στις φυλακές Μοναστηριού, ενώ άλλοι εξορίστηκαν στη Μ. Ασία.

 Τόσο μεγάλη υπήρξε η τόλμη και η αποφασιστικότητα των νέων αυτών Μοναστήριωτών ώστε, όταν ο Μεγάλος Βεζύρης, όπως αναφέρεται, επισκέφτηκε το Μοναστήρι στα 1860, εκείνοι αρνήθηκαν να τον υποδεχτούν επειδή θεωρούσαν το σουλτάνο «άρπαγα» και παράνομο κυρίαρχο των εδαφών τους.

Αλλά και βορειότερα ακόμη του Μοναστηριού, στην Αχρίδα, όπου συντελούνταν την εποχή εκείνη έντονες βουλγαρικές ενέργειες για την ίδρυση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων,αρχειακή μαρτυρία του 1864 αναφέρει ότι ο ελληνισμός της πόλης αυτής καταδιωκόταν με ιδιαίτερη αγριότητα από τις ντόπιες τουρκικές αρχές και στα ελληνικά σχολεία απαγορευόταν να κυκλοφορούν βιβλία επαναστατικού περιεχομένου.
Η πολύτιμη αυτή και ιδιαίτερα σημαντική αρχειακή ένδειξη δείχνει ακριβώς τη δυναμικότητα του ελληνικού στοιχείου της Αχρίδας στα μέσα του 19ου αιώνα και την πρόωρη επαναστατική κινητοποίησή του για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού.
 Παρά τις αλλεπάλληλες φονικές επιδρομές των Τουρκαλβανών στα μέσα του 19ου αιώνα σ’ ολόκληρο το βορειοδυτικό μακεδονικό χώρο και την αισθητή συρρίκνωση του ελληνικού πληθυσμιακού στοιχείου, η έντονη και κυριαρχική παρουσία των ελληνικών σχολείων υπήρξε γεγονός αναντίρρητο.

Ο Αυστριακός περιηγητής G. Hahn υπογραμμίζει στα 1867, τρία μόλις χρόνια πριν την ίδρυση της Εξαρχίας, το γεγονός ότι οι σλαβόφωνοι κάτοικοι της Αχρίδας επιδίωκαν να ονομάζονται Έλληνες και όχι Σλάβοι και τονίζει ότι είχαν ελληνική εθνική συνείδηση.

Ενδεικτικό για τις συνθήκες διαβίωσης του ελληνισμού της Αχρίδας την εποχή αυτή (στα 1868) αποτελεί το περιεχόμενο του παρακάτω εγγράφου,το οποίο στάλθηκε τη χρονιά εκείνη από τους Έλληνες εκπροσώπους των επτά συντεχνιών της Αχρίδας και των 24 χριστιανικών χωριών των γύρω περιοχών προς το σουλτάνο:

 «Μεγαλειότατε! Φοβερά κακουργήματα, ληστείαι, απαγωγαί και ανθρωποθυσίαι ανθρώπων υπό των ληστών, και από χωριά μόλις το εν τέταρτον της ώρας απέχοντα της πόλεως, είναι συντόμως τα υψηλότερα και ονομαστότερα ατυχήματα της αθλίας ημών και τυραννουμένης ζωής, την οποίαν μετά βασάνων και στεναγμών διάγομεν. Φόβος και τρόμος κατέχει πάντας, μήτε εις τους αγρούς ημών τολμώντες να εξέλθομεν, μήτε εις την αγοράν μας αυτήν ασφαλώς όντες καθότι εν πλήρει μεσημβρία και εν τω μέσω της αγοράς εφονεύθη και εσχάτως τίμιος έμπορος...».

Στο νοτιότερο δυτικομακεδονικό χώρο και συγκεκριμένα στην επαρχία Καστοριάς παρατηρούνται κατά τη δεκαετία του 1860—1870 οι πρώτες βουλγαρικές ενέργειες για τον προσηλυτισμό πολλών σλαβόφωνων Ελλήνων, που κατοικούσαν στα βόρεια και βορειοανατολικά μέρη, ιδιαίτερα στα Κορέστια, στα χωριά Κωστενέτσι (Ιεροπηγή), στη Μπόμπιστα (Βέργα), στο Εμπόριο και στην Τύρσια (Τρίβουνο).

Στα Κορέστια η πρώτη βουλγαρική κίνηση εκδηλώθηκε στα 1860 με την πρωτοβουλία του ντόπιου μοναχού Γεράσιμου στα χωριά Βαψόρι και Βίτσι και με την ανοχή των τουρκικών αρχών.

 Η κατάσταση βέβαια εκτραχύνθηκε μετά το 1870,όταν άρχισαν οι εξαρχικοί να προσπαθούν απεγνωσμένα να πείσουν τους χωρικούς να υπογράψουν διάφορες αναφορές για την ίδρυση βουλγαρικών σχολείων και για την τέλεση της εκκλησιαστικής λειτουργίας στα βουλγαρικά.

Μάλιστα στην ελληνική κωμόπολη της Γκορέντσας, όπου υπήρχε ελληνικό σχολείο, παρθεναγωγείο και ελληνική εκκλησία, οι εξαρχικοί επιχείρησαν να εισαγάγουν τη σλαβική κατά την εκκλησιαστική λειτουργία, αλλά αποκρούστηκαν από την ελληνική κοινότητα, η οποία είχε επικεφαλής το δάσκαλο Κων. Τσιούλκα και το συνεργάτη του Γώγο.

Ανάλογο χαρακτήρα είχαν οι βουλγαρικές ενέργειες και στην επαρχία Βοδενών καθώς επίσης και στα πλησιέστερα αστικά κέντρα της Γουμένισας και των Γιανιτσών.

 Ήδη από το 1858, από τότε δηλαδή,που εγκαταστάθηκε στην Έδεσσα η βουλγαρική οικογένεια των Τζανεσαίων από το Κράτοβο, και δημιουργήθηκε ό πρώτος βουλγαρικός πυρήνας, άρχισε η συστηματική προσπάθεια για την προσέλκυση των ντόπιων Ελλήνων μαθητών.

Τελικά, αφού πέτυχαν οι εξαρχικοί να ιδρύσουν βουλγαρικό σχολείο με 30 μαθητές, έστρεψαν έπειτα την προσοχή τους στην εισαγωγή της σλαβικής στην εκκλησία των Αγ. Αναργύρων. Στα 1862 μάλιστα, ύστερα από αλλεπάλληλες συμπλοκές με τους Έλληνες, έγιναν προσωρινοί κύριοι της ελληνικής εκκλησίας.

Το 1870, η ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας έδωσε και τυπικά το σύνθημα για την έναρξη της σκληρής εθνικής διαπάλης στο μακεδονικό χώρο.

Το δέκατο άρθρο του φιρμανιού της Εξαρχίας,το οποίο πρόβλεπε την επέκταση της δικαιοδοσίας του Βουλγάρου Εξάρχου σε περιοχές της οθωμανικής επικράτειας, όπου τα 2/3 του πληθυσμού θεωρούνταν Βούλγαροι, υπήρξε η πιο επίμαχη διάταξη, επειδή διακανόνιζε το εκκλησιαστικό ζήτημα δημιουργώντας και υποδαυλίζοντας την ένταση των εθνικών ανταγωνισμών.

Στο άρθρο αυτό θα στηριχθούν στο εξής τα επιχειρήματα του βουλγαρικού στοιχείου της Μακεδονίας,ιδιαίτερα μετά το 1878,το οποίο θα διεκδικήσει επίμονα με αλλεπάλληλα υπομνήματα και επικαλούμενο την πληθυσμιακή υπεροχή του, το διορισμό Βουλγάρων επισκόπων στη Στρώμνιτσα, στα Βελεσά, στο Νευροκόπι, στο Ιστίπ, στην Κότσανη και στο Κράτοβο.

Η τεράστια αίσθηση που προκάλεσε τόσο στον ελληνισμό του βασιλείου όσο και στους υπόδουλους της Μακεδονίας και της Θράκης η έκδοση του φιρμανιού της Εξαρχίας και ιδιαίτερα η παρουσία του δέκατου άρθρου καθώς και η κατοπινή ρήξη πατριαρχείου — Εξαρχίας, η οποία κατέληξε στο σχίσμα (1872), επέδρασαν σημαντικά στο πολιτικό καθεστώς του χριστιανικού πληθυσμού του μακεδονικού χώρου.

 Έτσι μετά το 1870 εντάθηκαν οι βουλγαρικές ενέργειες για την προσέλκυση των χριστιανικών πληθυσμών στις περιοχές Σκοπίων, Αχρίδας, Νευροκοπίου, Μελενίκου, Στρώμνιτσας, Μοναστηριού, Βοδενών και Σερρών.

Οι κάτοικοι των γεωγραφικών αυτών περιφερειών πιέζονταν αφόρητα να υπογράψουν αναφορές και να ζητήσουν την υπαγωγή τους στην Εξαρχία εφόσον συγκέντρωναν την πληθυσμιακή υπεροχή στις περιοχές τους, τη δημιουργία αναγνωρισμένων βουλγαρικών κοινοτήτων και το διορισμό Βουλγάρων επισκόπων.

Στις περιοχές Βελεσών, Σκοπίων και Αχρίδας, όπου οι χριστιανικοί πληθυσμοί είχαν στη συντριπτική πλειοψηφία τους βουλγαρική εθνική συνείδηση, διορίστηκαν στα 1873—1874 Βούλγαροι εκκλησιαστικοί εκπρόσωποι.

Στην επαρχία Πρεσπών και Αχριδών η εδραίωση της βουλγαρικής κίνησης έγινε ιδιαίτερα αισθητή μετά το 1872.

 Ήδη στα 1868 οι εξαρχικοί εμπόδιζαν τον ελληνοβλαχικό πληθυσμό της Ρέσνας να ψάλλει ελληνικά κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, ενώ παράλληλα είχαν επιβάλει βίαια στην κωμόπολη έναν Βούλγαρο δάσκαλο επιδιώκοντας ν’ απομακρύνουν τον Έλληνα.

Στις αρχές της δεκαετίας (1870—1880) ο ελληνισμός της Ρέσνας έχει ν’ αντιπαλαίσει με τις σκληρές προσπάθειες  των εξαρχικών για την εισαγωγή της σλαβικής στο' μητροπολιτικό ναό.

 Η συρρίκνωση του ελληνισμού της Αχρίδας έγινε ακόμη εντονότερη μετά την οριστική εγκατάσταση του μητροπολίτη Αχριδών και Πρεσπών Μελετίου στο Κρούσοβο,ο οποίος είχε εξαναγκαστεί από τις περιστάσεις να μεταφερθεί στο μεγάλο εκείνο βορειότερο ελληνικό αστικό κέντρο της Μακεδονίας.

Ο ελληνισμός όμως γενικότερα της Βορειοδυτικής Μακεδονίας υφίσταται την εποχή αυτή τα πάνδεινα και από τις αλλεπάλληλες και φονικότατες επιδρομές των μουσουλμάνων της Δίβρας.

Είναι αδύνατο να περιγράφει κανείς με λεπτομέρειες τις απάνθρωπες συνθήκες διαβιώσεώς τους, ενώ σημειώνονταν καθημερινά πολυάριθμες δολοφονικές ενέργειες σε βάρος τους.
Τα βασικότερα αίτια που ωθούσαν τους αυτουργούς των εγκλημάτων αυτών, ήταν η λαφυραγωγία και η εκδίκηση. Στα γύρω χωριά του Μοναστηριού, αλλά και νοτιότερα ακόμη, είχαν διακοπεί οριστικά οι μετακινήσεις των ντόπιων χριστιανικών πληθυσμών.
 Μέσα στο Μοναστήρι η κατάσταση παρέμενε τεταμένη καθώς οι επικεφαλής της βουλγαρικής κοινότητας του Μοναστηριού, Κ. Μισαϊκώφ και Δημ. Ρόμπης, παρακινούσαν στα 1872 τους οπαδούς τους να μη αναγνωρίζουν το πατριαρχείο, ενώ Βούλγαροι ιερείς ιερουργούσαν σε βουλγαρικά σπίτια.
Παρά τις μάταιες προσπάθειές τους να ιδρύσουν βουλγαρικό σχολείο, οι εκπρόσωποι της βουλγαρικής κίνησης, επωφελούμενοι στα 1872 από την ανθελληνική στάση του Τούρκου διοικητή του Μοναστηριού Ασάμ πασά,επιχείρησαν με συκοφαντικές δυσφημίσεις ν’ απομακρύνουν τον επίσημο εκπρόσωπο του ελληνικού κράτους Πέτρο Λογοθέτη.
 Το Σεπτέμβριο του 1873 πετυχαίνουν μάλιστα να ιδρυθεί βουλγαρική εκκλησία στο κεντρικό τμήμα της πόλης του Μοναστηριού.
Σε ολόκληρη τη μεσαία γεωγραφική ζώνη της Μακεδονίας η βουλγαρική διείσδυση αντιμετώπιζε τις έντονες αντιδράσεις των συμπαγών ελληνικών, ελληνόφωνων ή ξενόφωνων, πληθυσμών.

Στην περιφέρεια Νευροκοπίου, όπως π.χ. στα χωριά Στάρτσιστα και Ντόλεν, οι ελληνοβουλγαρικές διαμάχες είχαν πάρει μεγάλες διαστάσεις.

 Στο Νευροκόπι οι εξαρχικοί κατέλαβαν προσωρινά στα 1870 την ελληνική εκκλησία των Ταξιαρχών, αφού πέτυχαν ήδη από το 1869, με την άδεια του μητροπολίτη Δράμας Αγαθαγγέλου, να τελείται η εκκλησιαστική λειτουργία αρχικά στον αριστερό χορό στα σλαβικά και έπειτα εκ περιτροπής και στις δύο γλώσσες.
Το γεγονός όμως αυτό έδωσε αφορμή για τη δημιουργία θλιβερών επεισοδίων, τα οποία κορυφώθηκαν το Πάσχα του 1870.
Τελικά, ύστερα από σχετική απογραφή του ντόπιου πληθυσμού, αποδείχθηκε η αριθμητική υπεροχή του ελληνικού στοιχείου και η εκκλησία των Ταξιαρχών αποδόθηκε και πάλι στην ελληνική κοινότητα.

Την ίδια εποχή,στο σαντζάκι Σερρών, όλες οι βουλγαρικές ενέργειες για την ίδρυση σχολείων και την κατάληψη ελληνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων τελεσφόρησαν χωρίς θετικά αποτελέσματα.

Στην κωμόπολη της Δοϊράνης, που αριθμούσε 6.000 περίπου κατοίκους, χρονολογείται από το 1874 περίπου η παρουσία του πρώτου βουλγαρικού πυρήνα.
 Οι λιγοστοί εξαρχικοί εκμεταλλευόμενοι τη δεινή οικονομική κατάσταση της επισκοπής Πολυανής και του επισκόπου Μελετίου και χρησιμοποιώντας διάφορα μέσα για τη δωροδοκία των τουρκικών αρχών, απέτυχαν μολαταύτα να καταλάβουν τα ελληνικά σχολεία και τις εκκλησίες μπροστά στη σθεναρή αντίδραση της ελληνικής κοινότητας.
Αλλά και στα γύρω χωριά της Δοϊράνης δεν στάθηκε δυνατό να καρποφορήσουν οι βουλγαρικές ενέργειες για την προσέλκυση των ντόπιων πληθυσμών στην Εξαρχία.

 Αντίθετα στον καζά της Γευγελής και ιδιαίτερα στη Μπογδάντσα διεξαγόταν ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1850—1860 σκληρή πάλη ανάμεσα σε Έλληνες και Βουλγάρους, οι οποίοι επιχειρούσαν να διορίσουν τους δικούς τους δασκάλους στα ελληνικά σχολεία.

Από τότε γενικεύθηκε πια η αναταραχή στη μεγάλη αυτή κωμόπολη με αφορμή την κατάληψη της ελληνικής εκκλησίας, η οποία αποτέλεσε τη βασική αιτία για τις συνεχιζόμενες σκληρές και βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα στο ελληνικό και στο βουλγαρικό στοιχείο.

 Στον καζά του Αβρέτ Χισάρ, όπου η παρουσία του ελληνικού πληθυσμού υπήρξε ασήμαντη, είχε κυριαρχήσει μετά το 1859 η βουλγαρουνιτική κίνηση, εκμεταλλευόμενη τη ρευστή εθνική συνείδηση του ντόπιου χριστιανικού στοιχείου, όπως θα μνημονευθεί διεξοδικά παρακάτω.

Στην επαρχία Βοδενών η βουλγαρική δραστηριότητα κορυφώθηκε μετά τα μέσα του 1870 προφασιζόμενη τον αποκλεισμό της μητρόπολης Βοδενών από την Εξαρχία.
 Αξιόλογες προσπάθειες κατέβαλε τότε ο μητροπολίτης Βοδενών σε συνεργασία με το ντόπιο ελληνισμό, για να αναστείλει τις βουλγαρικές ενέργειες. Ας σημειωθεί ότι η γεωγραφική δικαιοδοσία της μητρόπολης Βοδενών εκτεινόταν την εποχή εκείνη και στους καζάδες των Γιανιτσών και της Γευγελής.
Τα σημαντικότερα λοιπόν αστικά κέντρα της γεωγραφικής περιφέρειας της μητρόπολης Βοδενών αποτελούσαν τα Βοδενά, που ήταν και πρωτεύουσα του ομώνυμου καζά, τα Γιανιτσά, η Γουμένισα και η Γευγελή.

Στα Βοδενά κατοικούσαν στα 1873 400 τουρκικές και 800 χριστιανικές οικογένειες, από τις οποίες οι 60 θεωρούνταν βουλγαρικές


Έδρα του αρχιερατικού επιτρόπου του μητροπολίτη Βοδενών ήταν τα Γιανιτσά.

Στην κωμόπολη αυτή και στη Γευγελή κυρίαρχη υπήρξε η ελληνική παρουσία, ενώ στη Γουμένισα το ελληνικό και το βουλγαρικό στοιχείο εκπροσωπεύονταν σε ίση αναλογία.

 Στις περιοχές αυτές ενεργοποιήθηκαν ο μοναχός Χατζηπαύλος, φανατικός οπαδός της Εξαρχίας, μαζί με το Βούλγαρο Γεώργ. Γώγο, που συγκαταλέγονταν ανάμεσα στα σημαντικότερα στελέχη της βουλγαρικής οργάνωσης στην επαρχία Βοδενών.

 Οι τολμηρές προσπάθειές τους για την εισαγωγή της σλαβικής γλώσσας κατά τη λειτουργία στην ελληνική εκκλησία των Αγ. Αναργύρων της Έδεσσας,τους έφερναν συχνά σε αντιπαράθεση με το ελληνικό στοιχείο.

Σύγχρονα πολυάριθμοι απεσταλμένοι των εξαρχικών περιέτρεχαν τις περιφέρειες Γιανιτσών και Γουμένισας με σκοπό την προσέλκυση των ντόπιων κατοίκων, την ίδρυση βουλγαρικών σχολείων και το διορισμό Βουλγάρων δασκάλων.

 Στα τέλη του 1870 και στις αρχές του επόμενου χρόνου η κατάσταση επιδεινώθηκε μέσα στην Έδεσσα μετά από τις βίαιες επιθέσεις των εξαρχικών στην εκκλησία των Αγ. Ανάργυρων και την έναρξη σφοδρών ελληνοβουλγαρικών συγκρούσεων και ισάριθμων επεμβάσεων εκ μέρους των ντόπιων τουρκικών αρχών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: