Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΓΕΝΙΚΟΝ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ: Λάμπρος Κορομηλάς (1904-1907), η καθοριστικής σημασίας συμβολή του στο Μακεδονικό Αγώνα και στην Απελευθέρωση της Μακεδονίας.


ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΓΕΝΙΚΟΝ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1903-1908

Του Βασιλείου Λαούρδα.
Στην αίθουσαν αύτήν άπόψε βρίσκονται άρκετοί Θεσσαλονικεΐς πού γνωρίζουνε πολύ καλύτερα άπο τον άποψινόν ομιλητή σας τη δράση του Προξενείου Θεσσαλονίκης άπο το 1903 εως το 1908, γιατί ή εϊχαν έργαστή εκεί ή τό είχανε πολλές φορές έπισκεφθή.

Καί άσφαλώς ενας μεγάλος άριθμός άπο όσους βρίσκονται άπόψε εδώ θά είχαν νά πουν πολλές ιστορίες του Προξενείου, πού τις άκουσαν άπο τούς ίδιους τούς πρωταγωνιστές.

Εγώ ό ίδιος πέρασα πολλές εύχάριστες ώρες άκούγοντας περιγραφές προσώπων καί πραγμάτων του Προξενείου άπο σεβαστά πρόσωπα, πού μέ τιμούν μέ την φιλία τους, δπως είναι οί στρατηγοί κ. ’Αλέξανδρος ’Οθωναΐος καί κ. Κυριάκος Ταβουλάρης, ό κ. Κωνσταντίνος Ζάννας, ό κ. ’Αλέξανδρος Ζάννας, ό κ. Γεώργιος Μόδης, ό κ. Κωνσταντίνος Μπόνης καί άλλοι.

Ελπίζω καί εύχομαι ότι κάποιος άπο τούς σεβαστούς αύτούς φίλους του Ιδρύματος μας θά άποφασίση νά συγκεντρώση όλες αύτές τις άναμνήσεις καί νά τις άφήση στούς μεταγενεστέρους. Η δική μου ομιλία άπόψε οΰτε την πρόθεση, οΰτε την δυνατότητα έχει νά ύποκαταστήση τις άναμνήσεις αύτές.

 Ό σκοπός μου είναι νά ξεφυλλίσω μαζί σας τό άγνωστο εως τώρα καί άπρόσιτο, άκόμη καί σέ όσους ετυχε νά έργασθοΰνε εκεί, άρχεΐο του Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης, πού άντίγραφό του εχουμε στη βιβλιοθήκη τού 'Ιδρύματος Μελετών τής Χερσονήσου τού Αίμου, καί παραλλήλως νά σάς παρουσιάσω ή νά σάς υπενθυμίσω μερικά πρόσωπα καί πράγματα τού Προξενείου.

Τό ξεφύλλισμα θά γίνη μέ εναν μόνο συγκεκριμένο σκοπό, πού κατ’ άνάγκην θά άφήση κατά μέρος πλήθος άλλα πολύτιμα ή γραφικά στοιχεία τών εγγράφων, μέ τον σκοπό νά παρακολουθήσουμε τις γενικές ιδέες πού κατηύθυναν τό Προξενείο στην έκάστοτε δράση του.
Τό θέμα, όπως άντιλαμβάνεσθε καί σεις, εχει μεγάλη σημασία, γιατί μόνο δταν γνωρίσουμε τις γενικές ιδεολογικές κατευθύνσεις πού άκολουθοΰσε τό Προξενείο θά μπορέσουμε νά κατανοήσουμε όλες τις επί μέρους εκδηλώσεις πού προέρχονταν άπο έκεΐ καί πού άλλιώς θά μπορούσαν νά δώσουν την έντύπωση ότι ήταν εκδηλώσεις καί ενέργειες τής προσωπικής πρωτοβουλίας τού έκάστοτε προξένου.

 Ένα Γενικό Προξενείο στά μεγάλα εθνικά θέματα πού χειρίζεται είναι φορεύς εθνικής πολιτικής, ζητάει ή έκτελεΐ οδηγίες και κάνει προτάσεις μέσα σε ένα γενικώτερο πνεύμα, ρυθμιστής του οποίου είναι ή Κυβέρνησις καί εκτελεστής στον τομέα του τό Γενικό Προξενείο.

Το Γενικό Προξενείο τής Θεσσαλονίκης άπό τό 1903 έως τό 1908 άντιμετώπιζε τό τεράστιο πρόβλημα τής τύχης των Ελληνικών κοινοτήτων τής Μακεδονίας μέσα στην προϊουσα άποσύνθεση τής ’Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Η καλά υπολογισμένη έπίθεση τής Βουλγαρικής καί τής Ρουμανικής πολιτικής, τό διαρκώς αύξανόμενο ενδιαφέρον των κρατών τής Κεντρικής Εύρώπης για τα Βαλκάνια, ή βαθμιαία άφύπνιση του Τουρκικοΰ εθνικισμού καί ή έσωτερική άδυναμία του μικρού άκόμη τότε Ελληνικού βασιλείου, εξέθεταν τις Ελληνικές κοινότητες τής Μακεδονίας σέ θανάσιμο κίνδυνο.

Στη σημερινή ομιλία θά προσπαθήσω νά καθορίσω μέσα άπό τά άρχεΐα του Προξενείου τής Θεσσαλονίκης τις γενικές ιδέες πού κυριαρχούσαν εδώ γιά τά προβλήματα αυτά καί είδικώτερα τις γενικές ιδέες πού υπήρχαν πρώτον, γιά τήν τύχη του Ελληνισμού τής Μακεδονίας καί δεύτερον, γιά τον τρόπο με τον όποιον τό Ελληνικό βασίλειο καί ό Ελληνισμός τής Μακεδονίας ένόμιζαν ότι επρεπε νά άντιμετωπίσουν τον κίνδυνο.

Τά χρονικά όρια πού διάλεξα, άπό τό 1903 έως τό 1908, είναι τά χρόνια του Μακεδονικού Άγώνος, άπό τήν βουλγαρικήν επανάσταση του ’Ήλιντεν τον ’Ιούλιο του 1903, εως τήν έπανάσταση τών Νεοτούρκων, τον ’Ιούλιο του 1908.

Γενικός Πρόξενος τής Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη ήταν άπό τό 1897 εως τό 1904 ό Εύγένιος Εύγενιάδης καί άπό τον Μάϊο του 1904 εως τον Σεπτέμβριο του 1907 ό Λάμπρος Κορομηλάς, με υποπρόξενον άπό τό 1901 τον Φίλιππο Κοντογούρη.

Ό Εύγένιος Εύγενιάδης ως Γενικός Πρόξενος Θεσσαλονίκης άντιπροσώπευε τό πνεύμα καί την πολιτική του Ελληνισμού άμέσως έπειτα άπό τήν καταστροφή του 1897.

Οταν ήλθε στη Θεσσαλονίκη, έπειτα άπό τον πόλεμο του 1897, είχε νά λύση πολλά οδυνηρά προβλήματα, μεταξύ τών οποίων ήταν ή επιστροφή τών Ελλήνων υπηκόων τής Θεσσαλονίκης, πού είχαν φύγει άπό τή Θεσσαλονίκη δταν άρχισε ό πόλεμος, ή άπελευθέρωση καί ό επαναπατρισμός τών αιχμαλώτων τού 1897, πού είχαν σωριαστή στο Έπταπύργιον καί στο Λευκό Πύργο καί αποτελούσαν θλιβερή υπόμνηση τής άδυναμίας του Ελληνισμού, καί τέλος ή άναστήλωση τού γοήτρου τού Ελληνικού βασιλείου μεταξύ τών χριστιανών καί μάλιστα τών πατριαρχικών κατοίκων τής Μακεδονίας.

Τό πρώτο μέλημά του ήταν νά έγκατασταθή τό Ελληνικό Προξενείο οχι πιά σέ νοικιασμένο άπό Εβραίους ή άπό ’Οθωμανούς υπηκόους κτίριο, όπως γινόταν έως τότε, άλλά σέ κτίριο πού θά άνήκε στο κράτος καί μάλιστα κοντά στήν περιοχή τής Μητροπόλεως, ή άποστολή τής όποίας είχε γίνει μεγαλύτερη, έπειτα άπό τήν ίδρυση τής Βουλγαρικής ’Εξαρχίας.

Χάρις σέ κατάλληλες ένέργειες πού εγιναν άπό τό 'Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα, ό Άνδρέας Συγγρός προσέφερε όλες τις άναγκαΐες δαπάνες καί το 1898 τό Προξενείο εγκαταστάθηκε στο σημερινό κτίριο του 43ου δημοτικού σχολείου, σέ οικόπεδο πού ήταν ιδιοκτησία τής Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης.

 ’Από τό άπέριττο αύτό κτίριο πού είχε σχεδιασθή επίτηδες ώς Προξενείο και πού συγκοινωνούσε με την Μητρόπολη μέσα άπό μιάν μικρή πόρτα στήν αύλή του, ό Εύγένιος Εύγενιάδης άνέλαβε τό βαρύ εργο τής προστασίας των Ελλήνων υπηκόων τής Μακεδονίας καί των ’Οθωμανών υπηκόων πατριαρχικών χριστιανών.

Για να ρυθμισθοΰν οι σχέσεις τών Ελλήνων με τούς Τούρκους δεν ύπήρχαν μεγάλες δυσκολίες, παρ’ όλες τις πικρές άναμνήσεις πού υπήρχαν καί πού είχαν πάρει νέα ζωή με τον πόλεμο του 1897 καί παρ’ όλες τις περιπλοκές πού δέν επαυε νά δημιουργή τό ζήτημα τής Κρήτη.

Τό μεγάλο πρόβλημα, πού άντιμετώπισε σέ δλη τή Μακεδονία άμέσως μόλις ήλθε ό Εύγενιάδης εδώ, ήταν ή δραστηριότης τών Βουλγάρων, πού είχε άρχίσει ήδη άπό τό 1870.

 Οί Βούλγαροι προπαγανδισταί μέσα στή Θεσσαλονίκη, άλλά καί σέ όλη τή Μακεδονία, παντού όπου έπήγαιναν ώς δάσκαλοι, ώς έμποροι καί ώς ιερείς, τόνιζαν άδιάκοπα ότι οί χριστιανοί τής Μακεδονίας δέν είχαν τίποτε νά περιμένουν πια άπό τήν Ελλάδα, πού ό πόλεμος του 1897 άπέδειξε πόσο άνίσχυρη ήταν, καί ότι ό μόνος τρόπος για νά άπελευθερωθοΰν άπό τήν Τουρκική κυριαρχία ήταν νά άναγνωρίσουνε τήν Βουλγαρικήν Εξαρχία καί τον Βουλγαρικόν άγώνα εναντίον τών Τούρκων.

 ’Από κεΐ εως τό νά πείσουν τον Ελληνισμό τής Μακεδονίας νά συνεργασθή μαζί τους ή άπόσταση ήταν βέβαια μεγάλη καί γι αύτό οι Βούλγαροι άφήσαν γρήγορα τήν προπαγάνδα μέ τά λόγια καί άρχίσανε άπό τό 1898 καί πέρα σκληρή τρομοκρατία παντού δπου ύπήρχανε εστίες Ελληνικές.

Οί έκθέσεις του Εύγενιάδη κατά τά ετη 1900, 1901, 1902 καί 1903 είναι άτελεύτητο μαρτυρολογίο του Ελληνισμού σέ όλη τήν έκταση τής δικαιοδοσίας του Γενικού Προξενείου Θεσσαλονίκης, άπό τά Γιαννιτσά, εως τή Στρώμνιτσα καί άπό έκεΐ εως τή Χαλκιδική.

Ιδιαιτέρως δραματικές ήταν οί ήμέρες, οί μήνες καί τά χρόνια πού περνούσε ό Ελληνισμός γύρω άπό τά Γιαννιτσά, τήν ’Έδεσσα, τήν Καστοριά καί τήν Στρώμνιτσα, όπου δροΰσαν πολυάριθμες, καλά εξοπλισμένες καί καλά οργανωμένες ισχυρότατες βουλγαρικές συμμορίες.

 Ό Εύγενιάδης ήταν σέ θέση νά γνωρίζη άκριβώς τι γίνεται, γιατί διατηρούσε φιλικές σχέσεις μέ την Τουρκική εξουσία στή Θεσσαλονίκη, ιδίως μέ τον Στρατιωτικό διοικητή καί τον βαλή Θεσσαλονίκης, πού έφρόντιζαν πάντοτε νά τον ενημερώνουν.

Καί στις, περιορισμένες άλλωστε, κοινωνικές έμφανίσεις του στή Θεσσαλονίκη καί στά ύπομνήματά του πρός τό Υπουργείο Εξωτερικών καί στις συζητήσεις του μέ τούς Τούρκους άξιωματούχους, περίληψη τών οποίων έ'στελνε στο Υπουργείο Εξωτερικών, ό Εύγενιάδης έφρόντιζε πάντα νά τονίζη, σύμφωνα άλλωστε καί μέ τις οδηγίες τής κυβερνήσεως, ότι τό θέμα
τών βουλγαρικών συμμοριών ήταν θέμα τής άποκλειστικής δικαιοδοσίας του Τουρκικοΰ κράτους, πού έπρεπε νά ένισχυθή καί νά οργανωθή καλά, ώστε νά είναι σέ θέση νά προστατεύση τούς υπηκόους του.

Οί Βούλγαροι, πού γύριζαν στή Μακεδονία ώς κομιτατζήδες ή ώς προπαγανδισταί, συνέδεαν τό κήρυγμα τής έπαναστάσεως εναντίον τών Τούρκων μέ τήν υπόσχεση τής διανομής τών μεγάλων ταιφλικιών στούς άκτήμονές.

Τό αίτημα τής άποκαταστάσεως του μεγάλου άριθμοΰ τών χριστιανών άγροτών, πού ζοΰσαν ώς δουλοπάροικοι στά τσιφλίκια τών μπέηδων, ό Εύγενιάδης τό εΰρισκε δίκαιο και στις εκθέσεις του έτόνιζε ότι θά πρέπη καί τό 'Ελληνικό 'Υπουργείο τών Εξωτερικών καί οί Εύρωπαϊκές δυνάμεις, πού άνησυχοΰσαν γιά τήν ταραγμένη ατμόσφαιρα στήν Εύρωπαϊκή Τουρκία, νά άσκήσουν πίεση στήν Τουρκική κυβέρνηση, ώστε ή διανομή τών τσιφλικιών ή εστω ή ένοικίασή τους σέ χριστιανούς άκτήμονες νά γίνη άπό τήν ϊδια τήν Τουρκία.

Σέ ενα έκτενέστατο υπόμνημα γιά τήν κατάσταση στή Μακεδονία, πού ό Εύγενιάδης υπέβαλε στο 'Υπουργείο Εξωτερικών τήν άνοιξη του 1902, συνοψίζει τις άπόψεις του στά άκόλουθα βασικά συμπεράσματα:

1. Συνεργασία του 'Ελληνισμού τής Μακεδονίας μέ τούς Βουλγάρους γιά τήν άπελευθέρωση τής Μακεδονίας άπό τούς Τούρκους θά πρέπει νά άποκλεισθή μέ κάθε τρόπο, γιατί οί Βούλγαροι δέν επιδιώκουν άπλώς τήν κατάλυση τής τουρκικής κυριαρχίας, άλλά καί τήν άπορρόφηση ή τήν έκμηδένιση τών ελληνικών πληθυσμών.

2. Ό κίνδυνος του 'Ελληνισμού τής Μακεδονίας άπό τούς Βουλγάρους επιβάλλει τήν διατήρηση τής Τουρκικής κυριαρχίας, μέχρις ότου κατορθώση ό 'Ελληνισμός νά πάρη στά χέρια του τή διοίκηση όλης τής Μακεδονίας. Αύτό ό Εύγενιάδης δέν τό έβλεπε δύσκολο  ενα άπώτερο μέλλον, γιατί έπίστευε ότι ή βαθμιαία κατάρρευση τής ’Οθωμανικής αύτοκρατορίας θά οδηγούσε στήν προβολή καί στήν κυριαρχία του 'Ελληνισμού.

3. Ό καλύτερος καί ό θετικώτερος τρόπος γιά νά συντριβή ή δράση τών Βουλγάρων εναντίον τών 'Ελλήνων τής Μακεδονίας ήταν ή συνεργασία καί τών διπλωματικών άντιπροσώπων τής 'Ελλάδος καί τών γηγενών 'Ελλήνων τής Μακεδονίας μέ τούς Τούρκους.

4. Οί Τουρκικές αρχές δέν ήταν σέ θέση εως τώρα νά άντιμετωπίσουν τούς κομιτατζήδες. ΪΥ αύτό ήταν άνάγκη νά άναδιοργανωθή ή Τουρκική στή Μακεδονία διοίκηση, νά στελεχωθή άπό τίμιους καί άνιδιοτελεΐς στρατιωτικούς καί υπαλλήλους, παραλλήλως δέ νά περιορισθή τό σύστημα τών τσιφλικιών μέ τήν διανομή γαιών στούς άκτήμονες.

5. Καί στήν Τουρκική κυβέρνηση καί στήν Εύρωπαϊκή κοινή γνώμη θά πρέπει νά γίνη σαφές ότι γιά τις ταραχές στή Μακεδονία τήν εύθύνη τήν έχουν εξ ολοκλήρου οί Τούρκοι, πού δέν είναι σέ θέση νά διοικήσουν μέ δικαιο¬σύνη καί μέ ισχύ τις εύρωπαϊκές τους έπαρχίες.

6. Τό ζήτημα τών σλαβοφώνων πατριαρχικών είναι άρκετά περίπλοκο, χρειάζεται δε νά άντιμετωπισθή ριζικά με τήν ίδρυση δσον τό δυνατόν περισ¬σοτέρων καί καλυτέρων ελληνικών κοινοτικών σχολείων. Ή διάδοση τής ελ¬ληνικής παιδείας θά δημιουργήση στερεές προϋποθέσεις γιά τήν παραμονή τών σλαβοφώνων πατριαρχικών κοινοτήτων στις ελληνικές παραδόσεις.

Τά συμπεράσματα αυτά του Εύγενίου Εύγενιάδη, μοιάζουν, όπως θά τό διαπιστώσατε ήδη καί σεις, σά νά έχουν γραφή μέσα σέ ήρεμο γραφείο έπιστήμονος καί πολύ λίγο άπηχουν τήν οδύνη τών Ελλήνων τής Μακεδονίας πού έκινδύνευαν άπό τή μιά μέρα έως τήν άλλη νά έκμηδενισθοΰν άπό τούς Βουλγάρους.

Καί στήν ιδιωτική άλλωστε ζωή του ό Εύγενιάδης ζουσε μοναχικά, άπέφευγε νά έχη πολλές σχέσεις με τον Ελληνισμό τής Θεσσαλονίκης καί κρατούσε τό Προξενείο σέ ένα είδος λαμπράς άπομονώσεως, άνοιχτό μόνο γιά τούς 'Έλληνες υπηκόους, πού ζητούσαν άνανέωση τών διαβατηρίων τους, καί γιά τούς ξένους, πού θέλανε νά έπισκεφθοΰν τήν Ελλάδα.

'Η θεαματική δράση τών Βουλγάρων μέσα στή Θεσσαλονίκη τον Απρίλιο του 1903 καί ή εξ ίσου θεαματική επανάσταση του ’Ήλιντεν τον ’Ιούλιο του ίδιου έτους, τον έκαναν πολύ άπαισιόδοξο γιά τό μέλλον του Ελληνισμού τής Μακεδονίας, όταν δε τον ’Απρίλιο του 1904 τον έπισκέφθηκε στο Προξενείο ό Περικλής Άργυρόπουλος, τον βρήκε εξουθενωμένο.

 Εϊχε κάνει άλλωστε τό λάθος νά πάρη άμέσως άπό τήν άρχή εχθρική στάση άπέναντι του Γενικού Έπιθεωρητοΰ τής Μακεδονίας Χουσεΐν Χιλμή πασά καί νά περιμένη τήν σωτηρία του Ελληνισμού μόνο άπό τήν διεθνή χωροφυλακή πού είχε έγκατασταθή στή Μακεδονία άπό τό τέλος του 1903. 

Οι προετοιμασίες πού είχαν άρχίσει στήν ’Αθήνα γιά τήν άποστολή άνταρτικών σωμάτων στή Μακεδονία τον εΰρισκαν άντίθετο καί, όπως διηγείται ό Δικώνυμος Μακρής στά άπομνημονεύματά του, όταν ήλθαν άρχές του 1903 οι πρώτοι Κρητικοί στή Θεσσαλονίκη, γιά νά περάσουν άπό έκεΐ στο εσωτερικό τής Μακεδονίας, τούς εμπόδισε νά προχωρήσουν. 

Τήν ένοπλη άμυνα εναντίον τών κομιτατζήδων τή θεωρούσε ώς μάταιη. 

«’Έθεσα εις τον γενικόν» διηγείται ό Άργυρόπουλος «καί άλλο έρώτημα: Μήπως θά μπορούσαμε νά όργανώσωμεν ένοπλον άμυναν εναντίον τών κομιτατζήδων;

Καί πώς; μου άπεκρίθη.

Νά σχηματίσωμεν σώματα εις τήν Ελλάδα είναι άνωφελές, διότι οι παλαιοελλαδίται δεν γνωρίζουν τον τόπον.

 Νά τά σχηματίσωμεν με εντοπίους;
δεν είναι κατάλληλοι δι’ ένοπλον άγώνα.

 Οι πιο θαρραλέοι είναι άπογοητευμένοι.

Βλέπετε ότι δεν ύπάρχει ύλικόν, ουτε έδαφος πρός δράσιν. ’
Ίσως τοΰτο θά ήτο δυνατόν νά εϊχε γίνει προ τριών έτών.

Σήμερα ύπο την πίεσιν του Κομιτάτου οί σλαβόφωνοι, χωρίς νά έχουν βουλγαρικά αισθήματα, μάς έγκατέλειψαν εντελώς.

Οί Βούλγαροι έγέμισαν την χώραν μέ πράκτορας, πού φέρουν άποτέλεσμα, διότι οί Μακεδόνες άντιλαμβάνονται ότι κάτι υπάρχει πίσω άπο τούς πράκτορας, ένας στρατός, ό όποιος εις δεδομένην στιγμήν θά έπέμβη.

Οί 'Έλληνες είναι επιφυλακτικοί, διότι πάνω άπο τούς ολίγους πράκτοράς μας δεν υπάρχει τίποτε, δέν υπάρχει στρατός καί έτσι ούδέν τολμουν νά πράξουν.
Ουτω έσκέπτονταν οί Μακεδόνες».

 Ό ’Αργυρόπουλος κλείνει τήν περιγραφή τής ομιλίας του μέ τον Εύγενιάδη λέγοντας, ως συμπέρασμα, ότι ό Γενικός Πρόξενος είχε καταθέσει τά όπλα, προτού πολεμήση.


¨Βεβαίως προσωπικόν θάρρος δέν του έλειπε, αλλά ήτο άβουλος, έδέχετο τά κτυπήματα μέ πόνον τής καρδιάς, άλλ’ εις μάτην ζητούσε τρόπον νά άπομακρύνη, χωρίς νά δώση μάχην, τήν καταστροφήν. Είχε γίνει υπερβολικά νευρικός καί δέν ήξευρε πλέον τί του γίνεται. ΤΗτο έτοιμος νά τινάξη τό καράβι, ενώ ήτο καιρός άκόμη νά φορτσάρη τά στενά διά τής βίας".


'Η φράση του Άργυροπούλου γιά τον Εύγενιάδη, ότι «δεν ήξερε πλέον τί του γίνεται», είναι σκληρή γιά έναν Πρόξενο, πού άν όχι τίποτε άλλο, είχε τουλάχιστον έπιτύχει νά άποκαταστήση στή Μακεδονία τις σχέσεις Ελλήνων καί Τούρκων πού είχαν διακοπή μέ τον πόλεμο του 1897.

Καί άν δέν τό είπε καθαρά στον Άργυρόπουλο, στά έγγραφά του όμως εκφράζει τό φόβο ότι ένδεχόμενη δράση ελληνικών άνταρτικών σωμάτων στή Μακεδονία ήταν κίνδυνος νά διαταράξη καί πάλι τις σχέσεις Ελλήνων καί Τούρκων καί νά έκθέση σέ νέο θανάσιμο κίνδυνο τό βασίλειο τής έλευθέρας Ελλάδος.

Όπως καί άν έχουν πάντως τά πράγματα, στήν ’Αθήνα τουλάχιστον ήξεραν καλά τί τούς γίνεται, όπως φάνηκε λίγο άργότερα, όταν τον Μάιο του 1904 ό Εύγένιος Εύγενιάδης άνεκλήθη στήν ’Αθήνα καί άντικαταστάθηκε άπο τον τότε Πρόξενο τής Ελλάδος στήν Φιλιππούπολι Λάμπρο Κορομηλά.


Ή άναχώρηση του Εύγενιάδη έκλεισε τήν εποχή τής άμφιβολίας, του δισταγμού καί τής ήττοπάθειας.

 Ό ερχομός του Λάμπρου Κορομηλά άνοιξε μιά καινούργια εποχή, τήν εποχή τής πίστεως, του άγώνος καί τής νίκης.

 Τό Ελληνικό Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης πού ήταν έως τότε ένα άψυχο κτίριο γιά τις υπηρεσιακές μόνο ύποθέσεις, έγινε τώρα ψυχή του μαχομένου γιά τήν σωτηρία του Ελληνισμού τής Μακεδονίας.
 Ό Λάμπρος Κορομηλάς γεννήθηκε στήν ’Αθήνα τό 1856 καί άνήκε σέ παλιά καί γνωστότατη οικογένεια τών ’Αθηνών.


 Ό παπους του Χατζηλάμπρος Κόσκορος Κορομηλας είχε διατελέσει δημογέρων τών ’Αθηνών το 1798 καί είχε έκτελεσθή κατά τον πιο αγριο τρόπο άπο τούς Τούρκους, όταν είχε συλληφθή τραυματισμένος κατά τήν πολιορκία τών ’Αθηνών άπο τον Κιουταχή το 1826. 


Ό πατέρας του Άνδρέας Κορομηλας, πού είχε λάβει μέρος καί αύτός στήν άμυνα τών ’Αθηνών,τη βοήθεια του Νεοφύτου Δούκα, του Μιχαήλ Βόδα Σούτσου, του στρατηγού Φαβιέρου καί του Διδώ ειχεν ιδρύσει τον μεγαλύτερο τυπογραφικό καί έκδοτικό οικο τών ’Αθηνών καί πεθαίνοντας το 1858 ειχεν άφήσει μιάν άπό τις μεγαλύτερες περιουσίες τής εποχής του. 


’Αδελφοί του Λάμπρου ήταν ό Δημήτριος Κορομηλας, ιδρυτής τής Έφημερίδος καί συγγραφεύς του  Αγαπητικού τής Βοσκοπούλας, ή Χριστίνα Δοσίου, πού άνήκε στήν αύλή του Όθωνος, καί, άπό τόν δεύτερο γάμο τής μητέρας του, ό κατόπιν άρχιστράτηγος Γεώργιος Χατζήανέστης καί ή Αικατερίνη, σύζυγος του άντιβασιλέως τών ’Ινδιών σερ Έντουαρντ Λώ.


Ύστερα άπό εύρεΐες καί πολύχρονες σπουδές στή Γαλλία, στή Γερμανία καί στήν ’Αγγλία, ό Λάμπρος άνέλαβε άρχικά τήν διεύθυνση τών εκδοτικών επιχειρήσεων του πατέρα του καί έπειτα άσχολήθηκε μέ τήν δημοσιογραφία, άρθρογραφώντας άπδ τήν εφημερίδα του άδελφοΰ του ιδίως γιά ζητήματα οικονομικά. 
Το 1897 έγινε γενικός γραμματεύς του Υπουργείου Οικονομικών στήν κυβέρνηση του ’Αλεξάνδρου Ζαΐμη μέ ύπουργο τον Στέφανο Στρέϊτ καί το 1898 άφοΰ παραιτήθηκε έταξίδεψε γιά πολύν καιρό σέ διάφορα μέρη τής ’Ανατολικής καί τής Ευρωπαϊκής Τουρκίας. το συμπέρασμά του άπό τήν περιοδείαν αύτήν ήταν ότι, άν δε γινόταν συστηματική καί οργανωμένη προσπάθεια άπό τήν πολιτεία καί άπό τούς ιδιώτες, υπήρχε φόβος νά έκμηδενισθή ολόκληρος ό Έλληνικός πληθυσμός τής Εύρωπαϊκής Τουρκίας καί γενικώτερα τών Βαλκανίων.


 Γι’ αύτό, όταν του έζητήθηκε, έδέχθηκε πρόθυμα νά βοηθήση όσο καί όπου μπορούσε, καί τον ’Ιανουάριο του 1904 άνέλαβε τή θέση του Γενικού Προξένου τής Ελλάδος στή Φιλιππούπολι, όπου παρέμεινε εως τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, οπότε άνέλαβε το Γενικό Προξενείο τής Θεσσαλονίκης. 
Κατά τούς λίγους μήνες πού έμεινε στή Φιλιππούπολι είχε τήν εύκαιρία νά μελετήση άπό κοντά τις προθέσεις, τά σχέδια καί το πρόγραμμα δράσεως τών Βουλγάρων γι’ αύτο όταν ήλθε στή Θεσσαλονίκη ήταν πιά έτοιμος, μέ ξεκαθαρισμένες ιδέες καί μέ ξεκάθαρο πρόγραμμα.


 Τις ιδέες πού  έπικρατούσαν εως τότε στο Προξενείο Θεσσαλονίκης τις θεωρούσε έλαφρή φιλολογία μπροστά στο θανάσιμο κίνδυνο καί ολόκληρη ή πολιτική του πρός τούς Βουλγάρους κλεινόταν στήν άπλή διατύπωση «οφθαλμούς άντί οφθαλμού καί όδόντας άντί όδόντος».


 Άν ό Ελληνισμός δέν άντέτασσε ένοπλη άμυνα καί άν δέν άντιδροΰσε μέ σκληρήν άντεπίθεση κατά τών Βουλγάρων, κανένας τρόπος σωτηρίας δέν υπήρχε. 


Μέ τούς Τούρκους δέν ειχε τίποτα νά μοιράση, πρός τό παρόν τουλάχιστον, ό Ελληνισμός. 


’Απεναντίας μάλιστα, στήν Εύρωπαϊκή Τουρκία ή συνεργασία Ελλήνων καί Τούρκων ήταν επιβεβλημένη, γιατί ετσι μόνο θά μπορούσε νά σταματήση ή σλαβική επιδρομή στά Βαλκάνια. 


Καλή Τουρκική διοίκηση στή Μακεδονία ήταν βασική προϋπόθεση γιά τήν σωτηρία τού Ελληνισμού. 
Έφ’ όσον όμως ή Τουρκία δέν μπορούσε νά άντιμετωπίση τούς Βουλγάρους καί νά σταματήση τή σφαγή τών Ελλήνων, οί 'Έλληνες, χωρίς νά θίγουν τούς Τούρκους, ήταν ανάγκη νά άναλάβουν μόνοι τους τον άγώνα έναντίον τών Βουλγάρων. 
Ιων Δραγούμης


Οί άπλές αύτές σκέψεις, τις όποιες συμμερίζονταν καί άλλοι εκλεκτοί 'Έλληνες διπλωματικοί, δπως ό ’Ίων Δραγούμης, ό Γ. Σακτούρης καί πολλοί άπό τούς άντιπροσώπους τού Οικουμενικού Πατριαρχείου στή Μακεδονία, έσήμαιναν, άπό τή μιά μεριά, οργανωμένη ένοπλη άμυνα καί άντεπίθεση κατά τών Βουλγάρων καί, άπό τήν άλλη, προσπάθεια άποφυγής κάθε συγκρούσεως μέ τις στρατιωτικές δυνάμεις τών Τούρκων. 




’Αμέσως μόλις ήλθε ό Κορομηλάς στή Θεσσαλονίκη, τό Γενικό Προξενείο εγινε τό κέντρο καί ή καρδιά του άγώνος στή Μακεδονία. 


Άφοΰ έφυγε ό Εύγενιάδης καί προτού άκόμη έλθη ό ίδιος στή Θεσσαλονίκη, επί τή βάσει όμως οδηγιών πού έδινε στο κέντρο τών ’Αθηνών, άρχισαν νά έρχονται άπό τήν ’Αθήνα μέ ψευδώνυμα, καί ώς γραφείς τού Γενικού Προξενείου Θεσσαλονίκης, 
νεαροί άξιωματικοί τού τακτικού ελληνικού στρατού, ό ύπολοχαγός τού πυροβολικού ’Αθανάσιος Έξαδάκτυλος μέ τό ψευδώνυμο ’Αντωνίου τον Αύγουστο τού 1904, ό ύπολοχαγός τού μηχανικού Δημήτριος Κάκαβος, μέ τό ψευδώνυμο Ζώης τον ’Οκτώβριο τού ίδιου έτους, ό ύπολοχαγός τού πυροβολικού ’Ιωάννης ’Αβράσογλου (’Αβρακιώτης), ό υπομοίραρχος Σπύρος Σπυρομήλιος (Μπούας), ό άνθυπασπιστής Κυριάκος Ταβουλάρης (Κατσανός), οί ύπολοχαγοί τού Πυροβολικού ’Αλέξανδρος Μαζαράκης (Ίωαννίδης), Κώστας Μαζαράκης (Στεργιάκης) καί ’Ανδρέας Κουρούκλης (Καλύβας) καί ό άνθυπολοχαγός τού πυροβολικού ’Αλέξανδρος Όθωναΐος (Παλμίδης). 


Οί αξιωματικοί αύτοί, μερικοί άπό τούς οποίους έφυγαν έπειτα άπό τό Προξίενειο καί έβγήκαν στήν ύπαιθρο επί κεφαλής άνταρτικών σωμάτων, άνελάμβαναν όρισμένην περιοχήν του βιλαετιού τής Θεσσαλονίκης καί κρατώντας συνεχή επαφή με πράκτορες του Προξενείου έφρόντιζαν γιά τή συλλογή πληροφοριών, γιά τήν διανομή δπλων, γιά τό πέρασμα άνταρτών άπό τήν έλευθέραν Ελλάδα στή Μακεδονία, γιά τό συντονισμό τής δράσεως τών άνταρτικών σωμάτων, καί γιά οργανωμένη οικονομική επίθεση εναντίον τών Βουλγάρων.


 Παράλληλα, μυστική «Όργάνωσις Θεσσαλονίκης» πού ίδρυσε ό Κορομηλάς καί έτοποθέτησε ώς διευθυντή της τον άνθυπολοχαγό ’Αθανάσιο Σουλιώτη-Νικολαΐδη έτρομοκράτησε γιά τρία χρόνια τούς Βουλγάρους στή Θεσσαλονίκη. 


Τήν εργασία του στήν «’Οργάνωσιν Θεσσαλονίκης» τήν περιέγραψε ήδη με πολλή σεμνότητα ό ίδιος ό Σουλιώτης-Νικολαίδης στά άπομνημονεύματά του, πού δημοσιεύθηκαν άπό τό 'Ίδρυμα Μελετών τής Χερσονήσου του Αίμου . 


Γιά τήν άλλη δράση του Προξενείου, οι άδημοσίευτες άκόμη εκθέσεις του Κορομηλά άποτελοΰν σπουδαιότατο ιστορικό υλικό με εξαιρετικά χρήσιμες ή γραφικές πληροφορίες .
Οί 'Έλληνες τής Μακεδονίας, πού είχαν μείνει εως τώρα με τήν έντύπωση πώς θά έ'πρεπε μόνοι τους καί άβοήθητοι νά άντιμετωπίσουν τον άγώνα με τούς Βουλγάρους, άρχισαν νά βλέπουν τό Γενικό Προξενείο τής Θεσσαλονίκης ώς συνισταμένη ολοκλήρου του Ελληνισμού.

 Μέσα στο λιτό αύτό καί απέριττο κτίριο ύπήρχαν άνθρωποι πού μπορούσαν νά άκούσουν τον πόνο τους, νά τούς βοηθήσουν υλικά καί ήθικά, νά τούς ένισχύσουν καί νά τούς οδηγήσουν. ’Απ’ εύθείας επικοινωνία δέν ήταν βέβαια εύκολη, γιατί οί περισσότεροι άπό τούς 'Έλληνες τής Μακεδονίας ήταν Τούρκοι υπήκοοι καί ή είσοδός τους σέ ξένο Προξενείο καί μάλιστα στο Προξενείο τής Ελλάδος, δέν ήταν νοητή.

 Ό Κορομηλάς όμως ελυσε τό πρόβλημα αύτό χρησιμοποιώντας τήν μικρή πόρτα πού ήταν στο μεσότοιχο, άνάμεσα στή Μητρόπολη καί στο Προξενείο.

 "Όσοι ήθελαν νά πάνε στο Προξενείο, μπαιναν στήν Μητρόπολη καί άπό κεΐ περνούσαν άνενόχλητοι στο Προξενείο. Μέ τον τρόπον αυτόν περνούσαν στο Προξενείο οχι μόνο οί Μακεδόνες, άλλά καί οί πράκτορες, άντάρτες καί άπεσταλμένοι άπό τήν Νότιον Ελλάδα.

 Μέ τον ίδιο τρόπο περνούσαν καί πολεμοφόδια, πού μένανε προσωρινά στά ύπόγεια του Προξενείου, γιά νά διοχετευθοΰνε έπειτα άπό έκεΐ στις περιοχές τών άγώνων. 'Η επικοινωνία αύτή γινόταν έν γνώσει καί μέ τήν άδεια του μητροπολίτου Θεσσαλονίκης ’Αλεξάνδρου, τον όποιον ό Κορομηλάς έζήτησε μέ έγγραφό του τον Δεκέμβριο του 1905 νά παρασημοφορήση ή Ελληνική Κυβέρνηση εις αναγνώρισή τών υπηρεσιών του. 


«Είναι δε δίκαιον» έγραφε «νά άμειφθή ό άρχιερεύς ούτος, ον κατώρθωσα νά προσελκύσω άπολύτως. Μου είναι χρησιμώτατος, πρόθυμος άμέσως εις ο,τι ζητήσω παρ’ αύτοΰ, πλείστας δε υπηρεσίας παρέσχεν ήμΐν, ήδη φροντίζων οχι μόνον περί τής επαρχίας του, άλλα και περί τών συμφερόντων τών μητροπόλεων» .


’Αντίθετα άπδ τον Εύγενιάδη, πού, όπως είδαμε, ζουσε μάλλον άπομονωμένος, ό Κορομηλας, παράλληλα μέ τήν εντατική εργασία του στά γραφεία του Προξενείου, άνέπτυξε μεγάλη κοινωνική δραστηριότητα καί έφρόντιζε νά βρίσκεται σέ διαρκή επικοινωνία μέ τον Ελληνισμό τής Θεσσαλονίκης καί τών περιοχών τής άρμοδιότητος του Προξενείου του, συναντοΰσε συχνά τούς διπλωματικούς άντιπροσώπους ιδίως τής Γαλλίας, τής ’Αγγλίας, τής Ρωσσίας καί τής Αύστρίας καί επίσης συχνά έπισκεπτόταν όλες τις Τουρκικές πολιτικές άρχές του βιλαετιού.

 Μέ τήν άδιάκοπη κοινωνική του ζωή, μέ τήν επιβλητική καί ωραία εμφάνισή του, μέ τή γνώση ξένων γλωσσών καί ξένων χωρών πού είχε, μέ τήν εύφυία του καί τή διπλωματικότητά του κατώρθωσε λίγες εβδομάδες μετά άπό τον ερχομό του εδώ νά έπιβληθή σέ όλους καί νά προκαλέση τήν έμπιστοσύνη τών Ελλήνων καί τον φόβο τών εχθρών τής Ελλάδος.

Οί 'Έλληνες τής Θεσσαλονίκης, πού έβλεπαν τον Κορομηλα νά διασχίζη μέ μεγαλοπρέπεια τήν πόλη, μέσα σέ άνοιχτό λευκό άμάξι μέ τέσσερα άλογα καί μέ τή συνοδεία τών φουστανελοφόρων καβάσηδών του, ήταν υπερήφανοι γιά τήν έπιβλητικήν αύτή παρουσία του άντιπροσώπου τής έλεύθερης πατρίδας τους.

Χαρακτηριστική γιά τήν εργασία του στή Μακεδονία είναι ή άνταπόκριση άπό τήν Μακεδονία στή Νέα Ήμερα τής Τεργέστης, τον Δεκέμβριο του 1907, μετά τήν άποχώρησή του άπό τό Προξενείο Θεσσαλονίκης.

«Αί άξιοζήλοι άρεταί καί τά άνεκτίμητα προσόντα, δι’ ών πεπροίκισται ό κ. Λ. Κορομηλας, άφήκαν ζωηράν έντύπωσιν εις τον Έλληνικόν τής Μακεδονίας κόσμον, πάντες δέ οί εύτυχήσαντες νά γνωρίσωσιν αυτόν εκ του σύνεγγυς λατρεύουσιν εν τώ προσώπω αύτοΰ μοναδικήν έλληνικήν φυσιογνωμίαν καί προσωπικότητα.

 Έξέπληξεν αυτούς ή βαθεια του άνδρός μέχρις άκρων γνώσις τών ζητημάτων, ή οξεία άντίληψις καί παρατηρητικότης, ή φαεινή καί διαυγής κρίσις καί ή σθεναρά καί πειστική έπιβολή ορθών ριζικών ιδεών.

 Έξέπληξεν άκόμη καί ή άδάμαστος θέλησις καί πραγμάτωσις τών υποσχέσεων, ή τόλμη καί γενναιοφροσύνη μεθ’ ής έφέρετο, αύτό τοΰτο τό ΰφος τής αύτοπεποιθήσεως καί βαρύτητος μεθ’ ής ώμίλει.

 Ό προ του Γενικού Προξένου τής Ελλάδος παριστάμενος εΐχεν άπέναντί του μίαν αύθεντίαν.

Είτε δέ εν Θεσσαλονίκη διέμενεν, είτε τό έσωτερικόν της Μακεδονίας έπεσκέπτετο, ό τέως Γενικός Πρόξενος ειργάζετο μετ’ άγάπης καί πόνου πρός τόν τόπον, μελετών καί διευκρινίζων πάντα τά ζητήματα, καθαρώς εθνολογικά, οικονομολογικά, εμπορικά, γλωσσικά, εκπαιδευτικά καί οίασδήποτε άλλης φύσεως, σαφή περί όλων σχηματίζων ιδέαν καί μη παρασυρόμένος άπό στιγμιαίας εισηγήσεις καί εντυπώσεις.

Τό γραφεΐον του έγεμεν στατιστικών καί εκθέσεων τάς όποίας μόνος άνεγίγνωσκε καί έβασάνιζεν έγκύπτων σχεδόν άπό του ορθρου καί μη δεχόμενος ως γεΰμα είμή ποτήριον γάλακτος ή τεΐου ίνα συνέχιση δι όλης τής ημέρας τήν εργασίαν του.

Είχε δε εργασίαν δντως πολλήν, διότι συνεκέντρωσε πάσαν παρημελημένην, καί έδημιούργησεν αυτός όλως νέαν καί επί νέων βάσεων καί αρχών.
 'Η υπηρεσία του Γενικού Προξενείου έσυστηματοποιήθη έδραίως.

Τά άξιόλογα του κ. Ρωμάνου νομοσχέδια, τά θεσπισθέντα διά τόν προξενικόν κλάδον, έτέθησαν εις πλήρη υπό του κ. Λάμπρου Κορομηλά εφαρμογήν καί οί προξενικοί υπάλληλοι έχόρτασαν κυριολεκτικώς άπό δουλειά.

Δέν έμεινε δε ύπόθεσις ή ζήτημα μετέωρον, διότι είχε τήν δικαίαν άξίωσιν νά συγκεντρώση εις χειρ ας του πάσαν τήν προξενικήν εργασίαν, νά προσδιορίζη τούς υπευθύνους καί υπολόγους καί νά άνακαινίζη άν που έβλεπεν άνικανότητα ή ανεπάρκειαν.

Ούδαμοΰ έχαρίσθη.

'Ένεκα τούτου ίσως νά έφάνη εις πολλούς απότομος καί αύθαίρετος ή άμετάπειστος καί περιφρονών τάς γνώμας τών άλλων. Δι  ο ύπήρξαν οί κατακρίνοντες τήν επιμονήν του ταύτην, εκείνοι άκριβώς, οίτινες δέν άρέσκονται νά βλέπωσιν ισχυρούς καί άκάμπτους χαρακτήρας, άλλά έλαστικούς καί συμβιβαστικούς τούς οποίους, δλως ευαρίθμους ενταύθα τε καί εν Άθήναις, ούδόλως πρέπει νά λάβη τις υπ όψει» .

Οί δυσκολίες πάντως πού είχε νά άντιμετωπίση ό Κορομηλας στήν εργασία του ήταν μεγάλες.

 'Η βασική του άρχή, όπως τήν διατυπώνει στά Απομνημονεύματά του ό Περικλής Άργυρόπουλος, ήταν ότι όλοι όσοι ήθελαν νά άγωνισθοΰν γιά τήν Μακεδονία έπρεπε νά ύπακούουν χωρίς όρους εκείνον πού ώριζε ή κυβέρνησις νά ήγηθή του άγώνος.

 «Άπό αύτόν τά πάντα θά διοργανώνονται καί θά διευθύνονται έπί τόπου.
 Θά έδρεύη εις τήν Θεσσαλονίκην   Ύπουργειον τής Μακεδονίας  καί θά είναι εις θέσιν νά παρακολουθή καί νά έκτιμά πρόσωπα καί πράγματα, νά γνωρίζη τά πάντα εκ του πλησίον, νά λαμβάνη ταχέως άποφάσεις, νά αύτοσχεδιάζη τό νέον πρόγραμμα κυριολεκτικώς υπό τά πυρά του εχθρού, νά άνασυντάσση τάς δυνάμεις μας, πού είναι σήμερα άσύνδετες, σκόρπιες, διατακτικές. Άλλά όλα αυτά δέν μπορούν νά γίνουν εις τάς Αθήνας.

Επομένως σύλλογοι, κομιτάτα, πού άκολουθοΰν έστω καί παράλληλον, άλλ  άνεξάρτητον οδόν, πρέπει νά λείψουν, οί άξιωματικοί πού θά σχηματίσουν σώματα οφείλουν απόλυτον ύπακοήν εις τον γενικόν πρόξενον».

Τή συγκέντρωση όλων αυτών τών δυνάμεων καί την ενιαία διεύθυνση του Άγώνος άπό τό Γενικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης ό Κορομηλάς τήν επέτυχε τρεΐς-τέσσερις μήνες άπό τότε πού ήλθε στή Θεσσαλονίκη μέ μοναδικήν εξαίρεση τό Κέντρο Μοναστηριού, πού δέν εννοούσε νά ύποταχθή στήν ήγεσία του Κορομηλά.

Δ.Καλαποθάκης
'Ο Δημήτριος Καλαποθάκης, πού τό διηύθυνε άπό τήν Αθήνα, οί Κρητικοί πού ήσαν επί κεφαλής τών άνταρτικών σωμάτων έκεΐ καί ό Γερμανός Καραβαγγέλης στήν Καστοριά ζητούσανε νά δρουν άνεξάρτητα, έφθασαν μάλιστα νά έπικρίνουν βιαιότατα τον Κορομηλά γιά μεγάλες σπατάλες χρημάτων καί γιά διαφήμιση άνυπάρκτων επιτυχιών. 

Οί διαφορές δέν ήταν άπλώς καί μόνο προσωπικές. Οί Κρητικοί στις περιοχές Μοναστηριού, παρά τις συστάσεις καί τών άρμοδίων του Προξενείου έκεΐ καί παρά τις οδηγίες του Γερμανού Καραβαγγέλη άπό τήν Καστοριά, οχι μόνο δέν άπέφευγαν, άλλά συχνά έπεδίωκαν τις συγκρούσεις μέ τούς Τούρκους.
 Τούς ήταν δύσκολο νά καταλάβουν ότι ήλθαν στήν τουρκοκρατούμενη Μακεδονία γιά νά χτυπήσουν μόνο τούς Βουλγάρους καί οχι νά έλευθερώσουνε τή Μακεδονία άπό τούς Τούρκους.

'Η πολεμική κατά τού Κορομηλά όφείλονταν σ΄ αύτή κυρίως τήν ιδεολογική διαφορά.

 Ό Κορομηλάς άντέδρασε, μέ τήν ύποβολή τής παραιτήσεώς του στις 8 Σεπτεμβρίου τού 1905 καί μέ τήν υπόδειξη ώς διαδόχου του του Μιλτιάδη Φραγκίστα πού είχε ελθει στή Θεσσαλονίκη τον Απρίλιο του 1905 καί είχε έπιβληθή άμέσως μέ τό ήθος καί τή μόρφωσή του.


 Τήν παραίτηση δέν τήν δέχτηκε ό υπουργός τών Εξωτερικών Δημήτριος Ράλλης καί τό πρόβλημα τού Κέντρου Μοναστηριού ρυθμίστηκε λίγο άργότερα, όταν ό Καλαποθάκης έχασε κάπως τό κύρος πού ειχε μέ τό λάθος πού έκανε νά άναγγείλη άπό τήν εφημερίδα του τή δολοφονία τού Γερμανού Καραβαγγέλη άντί τής δολοφονίας τού Φωτίου Κορυτσάς καί μέ τήν άστοχη νεκρολογία πού έδημοσίευσε.

’Αναδημοσιεύω εδώ, χάριν της ιστορίας, τό άρθρο πού έδημοσίευσε  Καλαποθάκης, όταν ό άνταποκριτής του άπό τήν Θεσσαλονίκη του τηλεγράφησε εσφαλμένα οτι είχε δολοφονηθή ό μητροπολίτης Καστοριας Γερμανός Καραβαγγέλης, ένω πραγματικά ειχε δολοφονηθή ό μητροπολίτης Κορυτσάς Φώτιος.

«Αί σφαΐραι τών άνάνδρων δολοφόνων, αιτινες έρριψαν εκτάδην νεκρόν τό γιγάντιον σώμα του άθανάτου μητροπολίτου Καστοριας Γερμανού Καραβαγγέλη, έπλήγωσαν εις τά στέρνα ολόκληρον τον Ελληνισμόν.
 Ό άδάμαστος πατριωτισμός του μεγάλου της εκκλησίας ιεράρχου καί ή φλογερά αύτοΰ ψυχή, ήτις ενέπνεε καί έξήγειρε τόν Ελληνισμόν ολόκληρον, μολονότι άνέμενε τό πλήγμα, ούδέποτε έπτοήθη άπό τήν ιδέαν του θανάτου, 
Ούτε οπισθοχώρησε κατά εν έστω βήμα εν τω ’έργφ τής άντιδράσεως κατά τών βουλγαρικών ορδών. Πρωταγωνιστής, έμψυχών τόν ορθόδοξον έλληνικόν κλήρον εν τω άγώνι υπέρ πάντων καί συναγείρων διά τής φωνής αύτοΰ τούς άγωνιστάς τής πίστεως καί τής πατρίδος, είναι έκεΐνος, όστις εδωκε πρώτος τό σύνθημα τής ένεργοΰ άμύνης, παραινών, νουθετών, ένθουσιάζων τούς 'Έλληνας τής Μακεδονίας καί γράφων πρός τούς ενταύθα προ τριών ετών καί έξεγείρων αύτούς άπό του μολυβδίνου ύπνου των:
 'Έγερθήτε! Σπεύσατε! Πάσα ή χώρα έσκλαβώθη! 
»Σήμερον οτε ή Μακεδονία διέλυσε τήν άχλύν τών βαρβαρικών στιφών καί διεξάγει νικηφόρως τήν ένδοξον αύτής πάλην υπέρ του πολιτισμού, τά κτυπήματα του βουλγαρικοΰ εγχειριδίου είναι δειλά και άραιότερα. Άλλά πλήττουσι τούς μεγαλυτέρους καί ένδοξοτέρους μαχητάς του άγώνος. Όλόκληρος ό Ελληνισμός έν όλολυγμώ βαθυτάτης οδύνης θά θρηνήση τόν θάνατον του μητροπολίτου Γερμανού. Άλλά ή μεγάλη αυτη άπώλεια δέν θά χαλαρώση οΰτε τό σθένος, ουτε τήν άκμήν αύτοΰ. ’Έχει πολλούς άκόμα μαχητάς ό άγων τής Μακεδονίας. Όμοΰ δέ μέ ολους έκείνους τούς μεγάλους ήρωας οιτινες έπεσαν υπέρ τής πίστεως καί τής πατρίδος, ό Γερμανός θά καταλάβη έξαιρετικήν θέσιν έν τω έλληνικφ πανθέω, ώς ό κατ’ εξοχήν ιδανικός εργάτης τής Μακεδονικής ’Ιδέας, δστις άποτελεΐ τό εύγενέ- στερον πρότυπον αύτής».

Ή δυσκολία του Κέντρου Μοναστηριού ύπερνικήθηκε εξ άλλου όταν τό καλοκαίρι του 1906 ό Λάμπρος Κορομηλας προήχθη σέ Γενικό Επιθεωρητή τών Προξενείων Μακεδονίας καί έτσι άνέλαβε ύπό τον έλεγχό του καί τό Προξενείο Μοναστηριού. 


Ή προαγωγή του δμως ώς Γενικού Έπιθεωρητοΰ, πού έσήμαινε ότι δέν θά έμενε πια στή Θεσσαλονίκη άλλα στήν ’Αθήνα καί θά περιώδευε άπό καιρό σέ καιρό στή Μακεδονία, ήταν άποτέλεσμα μιας άλλης δυσκολίας, τής άντιδράσεως πού βρήκε, ενα χρόνο μετά τήν εναντίον του πολεμική του Κέντρου Μοναστηριού, άπό τούς ξένους έκπαιδευτάς τής τουρκικής χωροφυλακής, ίδιους τούς Ρώσσους, καί άπό τον βαλή τής Θεσσαλονίκης, Χασάν Φεχμή πασά. 


'Όπως γνωρίζετε, ή Τουρκία είχε άναγκασθή νά δεχθή ξένους όργανωτάς τής χωροφυλακής της, 


Άγγλους γιά τήν περιοχή τής Δράμας, 
Γάλλους γιά τήν περιοχή τών Σερρών,
 Ιταλούς γιά τό Μοναστήρι 
καί Ρώσσους γιά τή Θεσσαλονίκη.


 Τό ξαφνικό φούντωμα τών ελληνικών άνταρτικών σωμάτων καί τά άμείλικτα κτυπήματα πού έδέχοντο οί Βούλγαροι παντού όπου ένεφανίζονταν, συνδυάστηκαν, καί πολύ σωστά βέβαια, μέ τόν ερχομό του Κορομηλά στή Θεσσαλονίκη. Οί Ρώσσοι όργανωταί τής χωροφυλακής, δπως καί ό Ρώσσος πρόξενος Θεσσαλονίκης, πού, δπως εξηγεί στις εκθέσεις του ό Κορομηλας, είχανε ταχθή άνοικτά μέ τό μέρος τών Βουλγάρων, υπέδειξαν καί στον βαλή τής Θεσσαλονίκης καί στήν Κυβέρνηση Κωνσταντινουπόλεως, νά διώξουν τόν Κορομηλά άπό τήν Θεσσαλονίκη. 
Τό διάβημα πού έγινε άπό τήν Υψηλή Πύλη στήν Ελληνική Πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως καί άπό τήν Τουρκική Πρεσβεία Αθηνών στήν Ελληνική κυβέρνηση ήταν μετριοπαθές, ώδήγησε ομως κατ’ άνάγκην στήν έμμεση άπομάκρυνση του Κορομηλά άπό τη Θεσσαλονίκη, οχι όμως καί άπό τη Μακεδονία. 


Πρέπει πάντως νά άναγνωρισθή ότι καί ό ίδιος ό Κορομηλας συνετέλεσε, άθελά του έστω, στην πολεμική εναντίον του.
 Τήν άνοιξη του 1906, σέ μιά εκδρομή πού έγινε άπό τή Θεσσαλονίκη στή Βέροια, ο Κορομηλας έφρόντισε μέ τρόπο νά συγκεντρωθούν στή Βέροια χιλιάδες 'Έλληνες άπό τις γύρω περιοχές καί τό μεσημέρι, συνοδευόμενος άπό μεγάλη άκολουθία, έπισκέφθηκε όλες τις συντροφιές πού διασκεδάζανε, έμίλησε μπροστά σέ μιά τεραστία συγκέντρωση καί δέν έδίστασε νά συστήση στούς άκροατές του υπομονή γιά τό λίγο άκόμη χρονικό διάστημα πού έμενε μέχρις δτου γίνη καί πάλι ελληνική ή Μακεδονία.


 Ό βαλής τής Θεσσαλονίκης, πού είχε άλλωστε όργιστή άμέσως άπό τότε πού ήλθε στή Θεσσαλονίκη ό Κορομηλας μέ τό άγέρωχο ΰφος του, έγινε έξω φρένων μέ τήν εκδρομή τής Βέροιας, πού τή θεώρησε ως άρχή έπαναστάσεως, καί επέτυχε τήν άπομάκρυνσή του άπό τή θέση του Προξένου Θεσσαλονίκης .


Ό ρόλος του Γενικού Έπιθεωρητοΰ Χουσεΐν-Χιλμή πασά στήν υπόθεση αύτή ήταν άσαφής, όπως άσαφής ήταν καί ή πολιτεία του στό ζήτημα τών άνταρτικών ομάδων στή Μακεδονία, γενικά δμως ήταν μιά άπό τις ξεχωριστές προσωπικότητες τής εποχής εκείνης στή Μακεδονία, στό ΐδιο επίπεδο ήθους, θετικότητος, ευφυΐας καί δραστηριότητος μέ τόν Κορομηλά.

 'Ένας ’Άγγλος δημοσιογράφος, ο Τζών Φόστερ Φρέϊζερ, στό βιβλίο του Εικόνες άπό τά Βαλκάνια πού δημοσιεύθηκε τό 1906, τόν περιγράφει μέ τά άκόλουθα λόγια:

Χιλμή Πασάς
Ό Χιλμή πασάς, ο Γενικός ’Επιθεωρητής τής Μακεδονίας, είναι ένας άπό τούς πιο επιβλητικούς καί πιο άξιοπρόσεχτους άνθρώπους. Ή θέση του είναι μεταξύ τής Τουρκίας καί τών Εύρωπαϊκών δυνάμεων.

Ή άποστολή του είναι νά καθησυχάση τήν Εύρώπη, άλλά νά ύποχωρή όσο λιγώτερο μπορεΐ.

Είμαι βέβαιος ότι ένδιαφέρεται άποκλειστικά γιά τήν Τουρκία καί ότι εύχαρίστως θά έβλεπε νά λύνεται τό πρόβλημα τής Μακεδονίας.
Άλλά καταλαβαίνει καί ο ΐδιος πόσο δύσκολο είναι τό καθήκον πού του έχει άναθέσει ό Σουλτάνος.

Τόν έγνώρισα μέσω του Γενικού Προξένου τής Αγγλίας στή Θεσσαλονίκη κ. Graves, πού γνωρίζει δσο κανένας άλλος ξένος τά προβλήματα τής Θεσσαλονίκης.
 Ό Χιλμή πασάς είναι υψηλός καί άδύνατος, άλλά μέ πυρετώδη δραστηριότητα. Θά δημιουργούσε τήν εντύπωση ότι είναι άσθενικός, άλλά τά μάτια του, μεγάλα, διαπεραστικά, είναι γεμάτα φλόγα.

Σέ παρασύρουν καί  σε καθηλώνουν. 
Ό Χιλμή έργάζεται άκαταπόνητα.
 Βρίσκεται στο γραφείο του άπό τά χαράματα, βλέπει τούς γραμματείς, υπαγορεύει διαταγές, δέχεται ένα συνεχές ρεΰμα επισκεπτών, καπνίζει συνεχώς, πίνει άμέτρητα φλυτζάνια καφέ, καί εξακολουθεί δουλεύοντας εως τά μεσάνυχτα.
 Είναι άνθρωπος όλο νευρο. Τήν ώρα πού μιλάει, τά μακριά του δάκτυλα στρέφονται καί συστρέφονται διαρκώς. Μιλάει γρήγορα, άλλά ποτέ δογματικά. Σάς παρουσιάζει τά πράγματα πολύ λογικά καί πολύ καθαρά. Προηγουμένως ήταν διοικητής της 'Υεμένης καί είχε έπιβληθή μέ τή φωτιά καί τό σίδερο. 


Τώρα διοικεί τήν Μακεδονία μέ θαυμαστή δεξιότητα.


Άν καί οί ξένοι άντιπρόσωποι τόν παρακολουθούν διαρκώς, ποτέ δέν παύει νά έξυπηρετή τά συμφέροντα του Σουλτάνου. 
Ό Χιλμή πασάς είναι επί τρία χρόνια τώρα άντιβασιλεύς στή Μακεδονία.
Γνωρίζει πόσο μάταιο είναι, μέ όλα τά επαναστατικά στοιχεία πού υπάρχουν στή Μακεδονία, νά έπιχειρήση νά έξασφαλίση τήν τάξι καί τήν ηρεμία.

 Εύχαρίστως θά ύπέβαλε παραίτηση άπό τήν τόσο δύσκολη θέση του, άν ό Σουλτάνος δέν τόν είχε διατάξει νά παραμείνη έκεΐ πού είναι» .


Αύτό πού δέν έγνώριζε ό ’Άγγλος δημοσιογράφος, άσφαλώς τό έγνώριζε ο Λάμπρος Κορομηλάς, άπό τις μακριές έμπιστευτικές συζητήσεις πού είχε μέ τόν Χιλμή πασά στο Κυβερνείο ή σέ φιλικά σπίτια (όπως π.χ. του Δημη- τρίου Ζάννα) τής Θεσσαλονίκης.

Ό Χιλμή άνήκε κρυφά στήν κίνηση τών Νεοτούρκων πού ήθελαν νά ίδοΰνε τήν Τουρκία νά άπαλλαγή άπό τήν άνατολίτικη καθυστερημένη νοοτροπία τής σουλτανικής εποχής καί νά γίνη συγχρονισμένο ευρωπαϊκό κράτος .

 Τό πρόβλημα πού είχε, νά άκολουθήση καί νά έφαρμόση πολιτική πού δέν τήν έπίστευε, τό είχε ίσως ύπ΄ όψιν του ό Κορομηλάς, όταν τόν Μάρτιο του 1906 έπρότεινε στο 'Υπουργείο Εξωτερικών τής Ελλάδος τήν παρασημοφορία του.

 «Ή πολιτεία του Γενικού Έπιθεωρητού Χιλμή πασά» εγραφε "δέν ύπήρξεν έξόχως φιλελληνική, άλλ΄ όφείλομεν νά όμολογήσωμεν ήμεΐς, οί εκ του εγγύς τά πράγματα παρακολουθοΰντες, ότι ή άντίθετος κατηγορία, ήν τόσο συχνάκις προσάπτουσιν αύτώ οί εκ τών ήμετέρων άγαν σωβινισταί, περί μισελληνικών διαθέσεών του, είναι έ'τι όλιγώτερον άβάσιμος.

 Ό Χιλμή πασάς εις τοΰτο μόνον άποβλέπει διά τής πολιτικής αυτού, εις τό νά συμβιβάζη δύο τινα άσυμβίβαστα πολλάκις πράγματα, τήν έξυπηρέτησιν δηλονότι τών συμφερόντων τής πατρίδος του καί τήν έξοικονόμησιν τών επιθυμιών τών μεγάλων δυνάμεων.

Επειδή δέ σπανιώτατα, άν οχι ούδέποτε, αί έπιθυμίαι τών ξένων είσίν εύμενεΐς πρός ήμάς, εν Κωνσταντινουπόλει δέ υπάρχει τάσις πρός διηνεκή ύποχώρησιν εις τάς εύρωπαϊκάς άξιώσεις επί θυσία τών ήμετέρων δικαίων, ό Χιλμή πασάς, ό ευρισκόμενος συχνάκις εις λίαν δύσκολον θέσιν, είναι βεβαίως άξιος εύχαριστιών εκ μέρους ήμών, άφοΰ κατορθοΐ, μέ κίνδυνον νά δυσαρεστή ση καί τούς ενταύθα εύρωπαικούς, άλλά και τούς έν Κωνσταντινουπόλει κυβερνητικούς κύκλους, νά προστατεύση οπωσδήποτε τά ελληνικά συμφέροντα, ένώ ήδύνατο κάλλιστα άποσύρων εαυτόν εκ του μέσου νά άφήση αύτά όπως συντριβώσι μεταξύ τής Ευρωπαϊκής σφύρας καί του έν Γιλδίζ άκμονος.

 Έν άλλαις λέξεσι, ό Γενικός Επιθεωρητής δέν είναι έκτάκτως πρός ήμάς εύμενής, άλλά δέν θά ήπόρουν αν ήτο όλιγώτερον.
Άποβλέπων δέ εις τό φιλόδοξον του άνδρός καί εις τήν πιθανότητα ότι κολακευομένης τής φιλοδοξίας αύτοΰ θά καθίστατο πλειότερον ήμΐν ευνους, λαμβάνω τήν τιμήν νά παρακαλέσω τήν ήμετέραν εξοχότητα δπως εύαρεστηθή νά κρίνη, πριν ή άρξηται ή δράσις τών έλλην ο μακεδονικών σωμάτων, ίνα παράσχωμεν τώ Χιλμή πασά δείγμα τής πρός αύτόν έκτιμήσεως τής έλληνικής κυβερνήσεως διά τής εις αύτόν άπονομής του έλληνικοΰ μεγαλοσταύρου».

 'Η πρόταση αύτη του Κορομηλά ήταν βέβαια προσπάθεια νά κερδηθή γιά τις ελληνικές άπόψεις ό Χιλμή πασάς, ό όποιος άλλωστε είχε γεννηθή στή Μυτιλήνη, έγνώριζε έλληνικά καί συνδεόταν μέ προσωπική φιλία οχι μόνον μέ τόν Κορομηλά, άλλά καί μέ τόν Γερμανό Καραβαγγέλη καί μέ άλλους επιφανείς 'Έλληνες πού ήσαν στή Μακεδονία. 

Περισσότερο όμως άπό τήν έξυπηρέτηση τών άναγκών τής στιγμής, τό γενικό πλαίσιο ιδεών του Κορομηλά, όπως προκύπτει άπό τις εκθέσεις του, ήταν ότι ό καινούριος κίνδυνος γιά τόν Ελληνισμό, άπό τήν εποχή τής ιδρύσεως τής βουλγαρικής εξαρχίας καί πέρα, μέ τήν επιδίωξη του τεραστίου ογκου τών Σλάβων νά προωθηθούν πρός τήν Μακεδονία καί άπό έκει πρός τή Μεσόγειο, επέβαλε άναπροσαρμογή τών ιδεωδών του Ελληνισμού καί άναπροσαρμογή τής εθνικής του πολιτικής, μέ βασικήν άπό εδώ καί πέρα προϋπόθεση τή συνεργασία μέ τούς Τούρκους. 

Άπό τό πρόγραμμα αύτό, πού τό είχε ήδη διατυπώσει ό Εύγενιάδης καί πού τό έπίστευαν καί πολλοί άλλοι εκλεκτοί 'Έλληνες, δέν λείπει κάποια δραματικότης, γιατί ό Ελληνισμός, πού ζοΰσε εως τότε μέ τό ονειρο τής Κωνσταντινουπόλεως, μέ τήν Κόκκινη Μηλιά καί μέ τήν εικόνα του συμπαγοΰς ογκου τών ελληνικών κοινοτήτων τής Μικράς Άσίας, έπρεπε τώρα νά τά παραμερίση όλα αύτά καί έν συνεργασία μέ τούς Τούρκους νά στραφή εναντίον τών Βουλγάρων. 

Οί οδηγίες πού έδινε ό Κορομηλάς στά άνταρτικά σώματα τής κεντρικής Μακεδονίας ήταν νά άποφεύγουν συστηματική σύγκρουση μέ τις τουρκικές δυνάμεις άσφαλείας καί ένας άπό τούς λόγους πού έπέμενε πώς χρειαζόταν νά έχη ύπό τόν έλεγχό του τό Κέντρον Μοναστηριού ήταν, όπως είδαμε, οί συνεχείς συγκρούσεις τών άνταρτών τής περιφερείας εκείνης μέ τούς Τούρκους.

Παρ’ όλην όμως τή φιλική διάθεση του Κορομηλά πρός τούς Τούρκους καί πρός τόν Χιλμή πασά, διάθεση, πηγή τής οποίας ήταν οχι μόνο οί άνάγκες τών καιρών, άλλά καί οί γενικώτερες, όπως εΐδαμε, σκέψεις του γιά τόν προσανατολισμό τής εθνικής μας πολιτικής, ή παραμονή του στή Μακεδονία, έστω καί ύπό τήν ιδιότητα του Γενικού Έπιθεωρητοΰ τών Προξενείων, δέν μπορούσε νά παραταθή επί πολύ. 


Οί ξένες στρατιωτικές άποστολές στή Μακεδονία καί ό ΐδιος ό Χιλμή πασάς έγνώριζαν καλά τί γινότανε μέσα στό Γενικό Προξενείο τής Θεσσαλονίκης καί τόν Σεπτέμβριο του 1907, υστέρα άπό κατάλληλες ενέργειες τών Βουλγάρων καί κοινό διάβημα τών ενδιαφερομένων πρεσβειών, ιδίως τής Ρωσσικής, στήν Κωνσταντινούπολη, ό Μέγας Βεζύρης άπαίτησε άπό τήν Ελληνική Κυβέρνηση νά φύγη ό Κορομηλάς άπό τήν Μακεδονία. 


Πραγματικά ή Ελληνική Κυβέρνησις τόν άνακάλεσε άμέσως, άπαντώντας όμως μέ γενναιότητα στήν προσπάθεια μειώσεως του μεγάλου της τέκνου, μαζί μέ τή διαταγή τής επιστροφής του του άνήγγειλε τήν προαγωγή καί τόν διορισμό του ώς πρεσβευτοΰ στήν Ούάσιγκτον.


 Καί ή άναχώρησή του έγινε έγκαίρως, γιατί λίγο άργότερα, στις 22 Φεβρουάριου του 1908, ενας άπό τούς καλύτερους συνεργάτες του, ό διερμηνεύς του Προξενείου Θεόδωρος Ασκητής, έπλήρωσε μέ τό αΐμα του τήν άπόφασή του νά σταθή στό πλευρό του μα- χομένου Ελληνισμού τής Μακεδονίας.

Ό Λάμπρος Κορομηλάς καταδιώχτηκε άδικα άπό τούς Τούρκους, γιατί σκοπός τής πολιτικής του ήταν οχι ή άντιδικία μέ τούς Τούρκους, άλλά ή άμυνα του Ελληνισμού εναντίον τών Βουλγάρων. 


Τό λάθος πού έκαναν οί Τούρκοι, νά στραφούν εναντίον τών Ελλήνων, ώδήγησε, άργότερα, στον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο, στή συνεργασία Ελλήνων καί Σλάβων εναντίον τών Τούρκων.


 Είναι σήμερα γνωστό ότι μερικοί διαλεχτοί 'Έλληνες τής εποχής εκείνης, πως ό ’Ίων Δραγούμης καί ό ’Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης, κατ’ άρχήν τουλάχιστον ήταν εναντίον τής συνεργασίας αύτής καί συνεπώς εναντίον τού πρώτου Βαλκανικού πολέμου .


 'Όταν όμως ήλθε ή ώρα, δέν παρέλειψαν νά συμμορφωθούν μέ τήν άνάγκη τών καιρών.


 Τό παράδειγμα άλλωστε τό έδωσε ό ΐδιος ό Λάμπρος Κορομηλάς, ό όποιος ώς υπουργός τών ’Εξωτερικών τής κυβερνήσεως τού ’Ελευθερίου Βενιζέλου διεξήγαγε όλες τις μυστικές διπλωματικές διαπραγματεύσεις τό 1912, πού ώδηγήσανε στή συνεργασία Ελλήνων, Σέρβων καί Βουλγάρων έναντίον τών Τούρκων. 


Τό στοιχείο τής τραγικής ειρωνείας, πού ένυπήρχε στήν ριζικήν αύτή άλλαγή τής ιδεολογικής πολιτικής τού Κορομηλά, είναι βέβαιο ότι τό είχε συνειδητοποιήσει καί ό ΐδιος.


Ό Λάμπρος Κορομηλάς έπέρασε στήν ιστορία τού έθνους μας ώς ενας άπό τούς μεγαλύτερους φορείς τής διδασκαλίας, ότι κανένα άλλο γεγονός δέν μπορεΐ νά βαρύνη τόσο πολύ καί στήν εθνική καί στήν εκπαιδευτική μας πολιτική, όσο τό γεγονός τής παρουσίας του τεραστίου όγκου τών Σλάβων στά βόρειά μας σύνορα.

Τήν διδασκαλίαν αύτή έπρόβαλε τό εργο του Γενικού Προξενείου Θεσσαλονίκης άπό τό 1903 εως τό 1908.

 Τήν διδασκαλίαν αύτή έσυνέχισαν καί οί διάδοχοι του Κορομηλά στο Γενικό Προξενείο εως τό 1912.

Τήν διδασκαλίαν αύτήν συνεχίζει άκόμη καί τώρα τό λιτό, άπέριττο κτίριο του Γενικού Προξενείου, στις αίθουσες του οποίου άντηχοΰν άκόμη σήμερα τά βήματα τών Μακεδονομάχων καί στο κατώφλι του οποίου πλανάται ή σκιά του Θεοδώρου Άσκητοΰ .

Διάλεξις δοθεΐσα εις τάς 18 Φεβρουάριου 1960, εις τήν αίθουσαν τής Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, εις τήν σειράν τών διαλέξεων του ‘Ιδρύματος Μελετών τής Χερ- σονήσου του ΑΙ'μου περί του Μακεδονικού ’Αγώνος.

Ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1961, άρ. 42.
σιεύση εκτενή έπιλογή τών έκθέσεων του Λάμπρου Κορομηλα.

1 σχόλιο:

cummulus είπε...

Εξαιρετική ἀνάρτηση. Δέν ἤξερα ὅτι ¨ο Λ. Κορομηλᾶς ὅτι ἡ ἀδελφη του ἦταν σύζυγος του ΛΩ, καί ὅτι ὴταν ἀδελφός μέ τόν χατζηανέστη,