Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Ανατολική Ρωμυλία: Η γενοκτονία του Θρακικού Ελληνισμού.


"Εκεί που μας χρωστάγανε μας κλέβουν και το βόδι". 
Αυτό μου' ρθε στο μυαλό όταν διάβασα έκπληκτος στο φιλοβουλγαρικό blog http://illustrationbelomore.blogspot.gr/2012/06/blog-post_18.html για "Αιγαιακή Θράκη".
Δεν τους φτάνει η "Αιγαιακή Μακεδονία"...
----------------------------------------- Τμήμα της ανάρτησης του illustrationbelomore----------- 
Πρεμιέρα για το βιβλίο του Ντιμίταρ Σαλαπάτοφ “ Βουλγαρικά Χριστιανικά χωριά στην Δυτική (Αιγαιακή) Θράκη” ( Премиера на книгата на Димитър Шалапатов „Българските християнски селища в Западна (Беломорска) Тракия")έλαβε χώρα στο Χάσκοβο. Δεκάδες Θρακιώτες ήρθαν να ακούσουν για την Μελέτη αυτή που αναφέρεται στην τραγική μοίρα της Αιγαιακής Θράκης, απο επιφανείς συγγραφείς, κριτικούς και κοινό.
Την εκδήλωση ξεκίνησε ο Νικόλα Ιντζόφ, ο οποίος εξήρε το έργο του Ντιμίταρ Σαλαπάτοφ. Απόγονος μεταναστών ο ίδιος, απο το “Πατριαρχικό χωριό” Μαναστίρ (Μοναστήρι, κοινότητας Κέχρου), ο Ιντζόφ χαρακτήρισε σημαντική την συμβολή του βιβλίου του Σαλαπάτοφ στην υπόθεση της Θράκης.

----------------------------------------------------- τέλος -----------------------------------------------------------------------
Αμέσως μου ήρθε στο μυαλό το βιβλίο του Απόστολου Π. Ευθυμιάδη "Η Συμβολή της Θράκης εις τους απελευθερωτικούς Αγώνας του Έθνους" .
Στο βιβλίο του ο κ. Ευθυμιάδης δεν χρησιμοποιεί το όρο "γενοκτονία". Διαβάζοντάς το όμως θα καταλάβει ο αναγνώστης ότι είναι γραμμένο ακριβώς για να αποδείξει τι σημαίνει  "γενοκτονία".


Τι είναι γενοκτονία :


Η γενοκτονία μπορεί να επιδιωχθεί είτε με σειρά ομαδικών φόνων, όλων ή σχεδόν όλων των μελών μιας φυλής, είτε με συστηματική εξασθένιση αυτής (με διάφορα μέσα) μέχρι τη βαθμιαία εξάλειψή της φυλής.

Στα βίαια δε μέσα αυτά περιλαμβάνονται και σειρά απαγορευτικών μέτρων επί εθνικών, θρησκευτικών, γλωσσικών, ηθικών, ιστορικών ή άλλων παραδόσεων προκειμένου να επέλθει διαφοροποίηση ή αλλοίωση της καταδιωκόμενης φυλής με βέβαιη την συν τω χρόνω απώλεια του εθνικού και φυλετικού γνωρίσματός της (Wikipedia).
 του Αποστόλου Π. Ευθυμιάδη


ΟΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ ΑΓΩΝΕΣ ΤΩΝ ΘΡΑΚΩΝ

1. Εισαγωγή.

Ή Θράκη, ή όποια, παρά την μεγάλην προσφοράν της εις τους άγώνας των Πανελλήνων κατά την Έθνικήν μας παλιγγενεσίαν, παρέμεινεν υπόδουλος επί ενα περίπου είσέτι αιώνα μετά την άνεξαρτησίαν του Ελληνικού κράτους, διεξήγαγε σκληρούς και αιματηρούς άγώνας, διά νά διατηρήση την Ελληνικότητά της και νά ένωθη ελεύθερα πλέον με την Μητέρα της Ελλάδα.

Και διεξήγαγεν ή Θράκη τους σκληρούς και αιματηρούς αυτούς άγώνας, διότι ειχε ν’ άντιπαλαίση πλέον κατά την περίοδον αυτήν όχι μόνον μέ τούς Τούρκους κατακτητάς, άλλά και μέ τά στίφη τών βαρβάρων τής Στέππας του Βορρά, τούς άπό τής έμφανίσεώς των εις τό προσκήνιον τής ιστορίας έπιβουλευομένους την ύπόστασιν τής Φυλής μας Βουλγάρους, οί όποιοι, ώθούμενοι και ένθαρρυνόμενοι υπό τής προστάτιδός των Ρωσίας διά την πραγματοποίησιν τών ονείρων του Πανσλαβισμού, έπεδίωξαν, μέ την τρομοκρατίαν την όποίαν εξαπέλυσαν εις την Έλληνικωτάτην Θράκην μας, εις την Άνατολικήν Ρωμυλίαν και εις την Μακεδονίαν και μέ τάς θηριωδίας, τάς όποίας διέπραττον, τή άνοχή τών Τούρκων κατακτητών, νά εξοντώσουν τό Έλληνικόν στοιχειον εκ τών Ελληνικών αυτών περιοχών και νά έκβουλγαρίσουν ούτω την παναρχαίαν αυτήν κοιτίδα τού Ελληνισμού, ως άναπτύσσεται εις προηγούμενον κεφάλαιον.

Ό Πανσλαβισμός, ό όποιος έκαλλιεργήθη και προηγουμένως, κυρίως όμως κατά τον 19ον αιώνα, υπό τού Πρεσβευτού τής Ρωσίας εις την Κωνσταντινούπολιν μισέλληνος στρατηγού Ίγνάτιεφ, εβλεπε τά όνειρά του νά πραγματοποιούνται διά τής συνθήκης τού Άγιου Στεφάνου, διά τής όποίας έδημιουργειτο, τή επιμονή τών Ρώσων, ή «μεγάλη Βουλγαρία» ώς προγεφύρωμα τής Στέππας τού Βορρά διά τάς περαιτέρω πανσλαβικάς επιδιώξεις της.

Άλλά και ή έπακολουθήσασα συνθήκη τού Βερολίνου τής 13ης Ιουλίου τού 1878, διά τής όποίας περιωρίζοντο τά όρια τής δημιουργηθείσης διά τής συνθήκης τού Άγιου Στεφάνου «μεγάλης Βουλγαρίας», δέν περιώριζε και την βουλιμίαν τών άποθρασυνθέντων, λόγω τής ύποστηρίξεώς των υπό τής Ρωσίας, Βουλγάρων, οί οποίοι, άφού προσήρτησαν τό 1886 τήν μέχρι τότε αυτόνομον ηγεμονίαν τής Ανατολικής Ρωμυλίας εις τό κράτος των,
άπεδύθησαν εις έξοντωτικόν άγώνα εναντίον τών Ελλήνων τής Θράκης καί τής Μακεδονίας μέ σκοπόν την μεταβολήν του εθνολογικού χαρακτήρος των Έλληνικωτάτων αυτών περιοχών τής τότε οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την δημιουργίαν ούτω προϋποθέσεων διά την προβολήν ύπ’ αυτών εδαφικών άξιώσεων και επί τών χωρών αυτών, αί όποιαι άπετέλουν άπό τών άρχαιοτάτων χρόνων τήν κοιτίδα του Ελληνισμού. 


Κατόπιν δε τής ψευδοεπαναστάσεώς των του 1903 ("Ιλιντεν), οί Βούλγαροι εξαπέλυσαν τά στίφη τών κομιταζήδων εις τήν Θράκην και εις τήν Μακεδονίαν, οί όποιοι μέ τάς θηριωδίας των έπεδίωξαν νά εξοντώσουν τον Ελληνισμόν, ό όποιος είναι εγκατεστημένος άπό άρχαιοτάτων χρόνων εις τάς πεποτισμένας και καθηγιασμένας μέ ποταμούς ελληνικού αίματος περιοχάς αύτάς, διά νά τάς προσαρτήσουν ούτως εις τό κράτος τών άπογόνων του Κρούμου, ώς άκολούθως άναπτύσσεται.


2. Εγκλήματα τών Βουλγάρων εις τήν Θρακην.

Έξόντωσις υπό τών Βουλγάρων του Ελληνισμού τής Βορείου Θράκης (Ανατολικής Ρωμυλίας). Βανδαλισμοί, εμπρησμοί, λεηλασίαι, φόνοι, βαρβαρότητες, θηριωδίαι και φρικαλεότητες τών Βουλγάρων.

Οί Βούλγαροι, άποσχισθέντες, ώς Όρθόδοξοι χριστιανοί, εκ του Όρθοδόξου Οικουμενικού Πατριαρχείου τής Κωνσταντινουπόλεως και προσαρτήσαντες τό 1886 τήν μέχρι τότε αυτόνομον ηγεμονίαν τής Ανατολικής 'Ρωμυλίας (Βορείου Θράκης) εις τήν δημιουργηθεισαν προηγουμένως (1878), διά τής συνθήκης του Άγιου Στεφάνου τής 3ης Μαρτίου 1878 και μέ τήν σκανδαλώδη παρέμβασιν και ύποστήριξιν τής Ρωσίας, «μεγάλην Βουλγαρίαν», έπεδίω£αν άκολούθως νά εξοντώσουν όλοσχερώς, μέ τήν έξαπολυθείσαν τρομοκρατίαν τών Βουλγάρων κομιτατζήδων εις τήν Μακεδονίαν και εις τήν Θράκην και μέ πρωτοφανείς και ανήκουστους βαρβαρότητας, θηριωδίας και φρικαλεότητας, τον άνερχόμενον τότε εις εκατοντάδας χιλιάδων Ελληνισμόν τής Βορείου Θράκης (Ανατολικής 'Ρωμυλίας) και νά έκβουλγαρίσουν τήν άπό τών άρχαιοτάτων χρόνων ύφισταμένην εις τον Θρακικόν αυτόν χώρον κοιτίδα του Ελληνισμού.

Διά τήν πραγμάτωσιν του άνωτέρω σκοπού, τής έξοντώσεως δηλονότι του Ελληνισμού τής Ανατολικής Ρωμυλίας, ώργάνωσαν και εξαπέλυσαν οί Βούλγαροι τον φανατισμένον βουλγαρικόν όχλον μέ πρωτοστατοϋντας τους αιμοχαρείς κομιτατζήδες, οί οποίοι κατέστρεψαν μέ εμπρησμούς και λεηλασίας ολοκλήρους Ελληνικός πόλεις και χωρία, κατεκρεούργησαν τούς 'Έλληνας κατοίκους των, έβίασαν καί ήτίμασαν Έλληνίδας και διέπραξαν πρωτοφανείς και άνηκούστους βαρβαρότητας, θηριωδίας και φρικαλεότητας, αί όποίαι δεν έχουν διαπραχθή ούτε υπό των φοβερωτέρων βανδάλων και καννιβάλων εις την Ιστορίαν της άνθρωπότητος.


Ακολούθως σκιογραφούνται ένδεικτικώς ώρισμέναι έκ των βαρβαροτήτων, θηριωδιών και φρικαλεοτήτων των Βουλγάρων, αί όποιαι έχουν διαπραχθή εις τόν χώρον τής Θράκης και είδικώτερον είς τήν Βόρειον Θράκην (Άνατολικήν Ρωμυλίαν) διά τήν ολοσχερή έξόντωσιν τού εγκατεστημένου είς τήν περιοχήν αυτήν από άρχαιοτάτων χρόνων και άκμάζοντος τότε πολυπληθούς Ελληνισμού, ό όποιος, παρά τήν μεγάλην προσφοράν αίματος και θυσιών είς τους αγώνας τού "Εθνους μας, ώς αναπτύσσεται είς προηγούμενον κεφάλαιον, κατά τήν μακραίωνα τουρκικήν δουλείαν και κατά τήν Έλληνικήν Έπανάστασιν τού 1821 και είδικώτερον είς τούς άγώνας του κατά τών Βουλγάρων κομιτατζήδων διά τήν διατήρησιν τής Ελληνικότητάς του και τήν άνάκτησιν τής ελευθερίας του, ήναγκάσθη νά έκριζωθή έκ τών πατρογονικών έστιών του και νά ζητήση φιλοξενίαν ώς έκριζωμένος και καθημαγμένος πρόσφυξ είς τήν αγκάλην τής έλευθέρας Μητρός Ελλάδος.

2.1. Απόπειρα δολοφονίας υπό τών Βουλγάρων τοϋ Μητροπολίτου
Άδριανουπόλεως -1878 - (μετέπειτα ΟΙκουμενικού Πατριάρχου
Διονυσίου τού Ε')

Οί Βούλγαροι έπωφθαλμίων ανέκαθεν τήν Θράκην και ιδιαιτέρως τήν πρωτεύουσαν αυτής, τήν Άδριανούπολιν, τήν όποίαν ήθελον ώς προγεφύρωμά των διά τήν Κωνσταντινούπολιν, ή όποία ητο ό απώτερος στόχος των.
Ή βουλγαρική προπαγάνδα ώργίαζε, διά νά εμφάνιση τήν Θράκην ώς κατωκημένην (κατοικημένην) υπό Βουλγάρων, ενώ έν τή πραγματικότητι μόνον έλάχισται βουλγαρικοί οίκογένειαι κατωκουν (κατοικούσαν) είς τήν Άδριανούπολιν και είς τά προάστιά της.

 Ώς έκ τούτου, οί Βούλγαροι μετέφεραν έκ τοϋ έσωτερικού τής Βουλγαρίας, τή ανοχή τών Τούρκων, και έγκατέστησαν βουλγαρικός οίκογενείας είς τήν Άδριανούπολιν, διά νά δικαιολογήσουν έν συνεχεία και τήν Ίδρυσιν είς αύτήν και βουλγαρικών σχολείων, τά όποια όμως έλειτούργουν μέ τήν φοίτησιν είς αυτά μαθητών μεταφερομένων έκ τού έσωτερικού τής Βουλγαρίας.
Τά ανωτέρω δόλια τεχνάσματα και τάς μεθοδεύσεις τών Βουλγάρων διά τόν έκβουλγαρισμόν τής Θράκης και τήν ταυτόχρονον έξόντωσιν τού από τών άρχαιοτάτων χρόνων έγκατεστημένου είς τόν
Θρακικόν χώρον Ελληνισμού παρηκολούθει μέ ιδιαιτέραν προσοχήν και ανησυχίαν ή ’Ορθόδοξος Ελληνική Εκκλησία μας, ό όποια άντέδρασεν εις τάς επιδιώξεις αύτάς τών Βουλγάρων.

Ώς έκ τούτου, ή μανία τών Βουλγάρων έστράφη έναντίον του ’Ορθοδόξου Ελληνικού Κλήρου και ιδιαιτέρως έναντίον τών Ιεραρχών του, οί όποιοι έπί κεφαλής τοϋ ποιμνίου των ηγούντο τών αγώνων τοϋ Έλληνισμοϋ διά τήν άνάκτησιν τής έλευθερίας του, άλλά και διά τήν άντιμετώπισιν τών Βουλγάρων κομιτατζήδων, οί όποιοι αφήνιασαν κυριολεκτικώς, όταν τό 1878 έδημιουργήθη, μέ τήν συνθήκην τοϋ Άγιου Στεφάνου και τήν σκανδαλώδη παρέμβασιν και ύποστήριξιν τής Ρωσίας, ή «μεγάλη Βουλγαρία» και ό ρωσικός στρατός, προελαύνων άπό τής Φιλιππουπόλεως πρός τήν Άδριανούπολιν, κατέλαβεν ολόκληρον τήν Θράκην.


Πλειστα δσα είναι τά διαπραχθέντα υπό τών Βουλγάρων εγκλήματα εις βάρος τοϋ Όρθοδόξου Έλληνικοϋ Κλήρου κατά τήν περίοδον έκείνην τής καταλήψεως τής Θράκης υπό τών Ρώσων.

Ένδεικτικώς μνημονεύεται άκολούθως μόνον ή απόπειρα δολοφονίας υπό τών Βουλγάρων τοϋ τότε Μητροπολίτου Άδριανουπόλεως και μετέπειτα Οίκουμενικοϋ ΙΊατριάρχου Διονυσίου τοϋ Ε' ώς και ή δολοφονία τοϋ Έλληνος Ηγουμένου τοϋ Μετοχιού τής Ίεράς Μονής Κύκκου τής Κύπρου είς τήν Άδριανούπολιν.

Ό Μητροπολίτης Άδριανουπόλεως Διονύσιος, γνωρίζων τόν σλαβικόν κίνδυνον διά τόν Ελληνισμόν τής Θράκης και προβλέπων πολλά δεινά υπό τών Βουλγάρων, τή άνοχή τών προστατών των Ρώσων, συνεβούλευσε τό Χριστεπώνυμον ποίμνιόν του νά είναι προσεκτικόν και έπιφυλακτικόν έναντι αυτών, παρά τήν υποδοχήν τών Ρώσων, ώς ελευθερωτών έκ τοϋ τουρκικοϋ ζυγοϋ, και τήν τέλεσιν δοξολογίας είς τόν Μητροπολιτικόν Ναόν κατά τήν είσοδον τών 'Ρώσων είς τήν Άδριανούπολιν τήν Ιην Ίανουαρίου τοϋ 1878.

Τάς άνωτέρω συστάσεις τοϋ Μητροπολίτου Άδριανουπόλεως Διονυσίου πρός τό Χριστεπώνυμον ποίμνιόν του έπληροφορήθησαν υπό κατασκόπων των οί Ρώσοι και οί Βούλγαροι καί, ώς έκ τούτου, άπε- φάσισαν τήν έξόντωσίν του. Ούτω, Κυριακήν τινα, μετά τήν Θείαν Λειτουργίαν ώρμησεν έκ τών προαστίων τής Άδριανουπόλεως, οπου διέμενεν, όχλος Βουλγάρων άκολουθούμενος και υπό μαινάδων Βουλγάρων γυναικών πρός τό Μέγαρον τής Ίεράς Μητροπόλεως.
 Όταν κατέφθασεν ό συρφετός αυτός τών Βουλγάρων είς τό Μητροπολιτικόν Μέγαρον, παρεβίασε τήν έξώθυραν και άνήλθεν ό έπί κεφαλής του είς τον πρώτον όροφόν του, όπου ητο τό γραφειον του Ιεράρχου, τον όποιον συνέλαβον και αύροντές τον εκ τών ποδών του τον κατεβίβασαν διά του κλιμακοστασίου εις τό ισόγειον, ενώ ή κεφαλή του τυπτόμενη έτραυματίζετο εις έκάστην βαθμίδα του κλιμακοστασίου.
Όταν οί Βούλγαροι έξέβαλον τον Μητροπολίτην συρόμενον και άναίσθητον εξωθεν του Μητροπολιτικού Μεγάρου, συνέχισαν νά τον σύρουν εις τάς οδούς, διά νά τον μεταφέρουν εις άπόκεντρον μέρος, όπου θά τον έφόνευον.
Καθ’ όν χρόνον δμως ό συρφετός αυτός τών Βουλγάρων διήρχετο έμπροσθεν τής οικίας του Έθνομάρτυρος Πατριάρχου Κυρίλλου του ΣΤ, όπου διέμενεν τότε Ελληνική οικογένεια, ειδεν ή οικοδέσποινα τής οικίας εκ του παραθύρου τον συρόμενον υπό τών Βουλγάρων Ίεράρχην και άδιαφορουσα διά τον κίνδυνον, τον όποιον διέτρεχεν, ήνοιξε την θύραν τής οικίας της καί, τή βοήθεια τών συγγενών της και άλλων γνωστών της, οί όποιοι εσπευσαν νά προασπίσουν τον κακοποιούμενον υπό τών Βουλγάρων και καθημαγμένον Μητροπολίτην των, μετέφεραν τον Ιεράρχην ημιθανή εις τό έσωτερικόν τής οικίας και έκλεισαν τήν έξώθυραν, την όποίαν και έκλείδωσαν, διά νά μην είσέλθουν εις αυτήν οί Βούλγαροι.

Ό κατά τά άνωτέρω μαινόμενος βουλγαρικός όχλος, βλέπων τότε ότι διέφυγεν εκ τών χειρών του ό συρόμενος ύπ’ αύτοϋ Μητροπολίτης, ώρμησεν εις τήν θύραν, ή όποια είχε κλεισθή και είχε κλειδωθή, προσπαθών νά τήν θραύοη, διά νά είσέλθη εις τήν οικίαν και νά φονεύση τον λιπόθυμον και ημιθανή Ιεράρχην.
Κατά ευτυχή συγκυρίαν δμως διήρχετο τήν στιγμήν εκείνην εκ τής οδού, ή όποια ήτο προ τής οικίας, όπου ειχεν είσαχθή ό ημιθανής Μητροπολίτης Διονύσιος, 'Ρώσος Αξιωματικός, ό όποιος διέλυσε τον βουλγαρικόν συρφετόν, ό οποίος προσεπάθει νά θραύση τήν έξώθυραν τής άνωτέρω οικίας, και είδοποίησεν άμέσως τον Στρατιωτικόν Διοικητήν τής Άδριανουπόλεως και τον Έλληνα Πρόξενον, οί όποιοι εσπευσαν νά παράσχουν τήν συνδρομήν των και τήν συμπαράστασίν των εις τον τραυματισμένον και ημιθανή Ιεράρχην, εις τον όποιον ό 'Ρώσος Στρατιωτικός Διοικητής ειπε μέ συμπάθειαν:
 «Μη φοβεισθε, Σεβασμιώτατε. Του λοιπού θά σάς προστατεύωμεν ήμεις».

Οί άνωτέρω άμέσως μετέφεραν τον τραυματισμένον και ημιθανή Μητροπολίτην Διονύσιον εις τό Μητροπολιτικόν Μέγαρον, όπου τον έτύλιξαν μέ νωπά δέρματα ζώων και παρέμεινε νοσηλευόμενος επί μακρόν χρονικόν διάστημα.

Κατά τήν ώς άνω απόπειραν τής δολοφονίας ύπό των Βουλγάρων τού Μητροπολίτου Άδριανουπόλεως Διονυσίου, πέραν τών άλλων τραυμάτων του, ο Ιεράρχης άπώλεσε και τόν ένα οφθαλμόν του, τόν όποιον βραδύτερον άντικατέστησε μέ ύάλινον.

 Όταν έθεραπεύθη τελείως ό Μητροπολίτης Διονύσιος, έζήτησεν εκ τής οίκογενείας, εις τήν οικίαν τής όποίας μετεφέρθη ημιθανής ό Ιεράρχης και διεσώθη εκ τού μαινομένου βουλγαρικού όχλου, νά δώσουν εις αύτόν τό προσόψιον, μέ τό όποιον ειχον σπογγίσει τό καθημαγμένον εκ τών τραυμάτων του πρόσωπόν του, διά νά τό έχη ώς άναμνηστικόν τής απόπειρας τής δολοφονίας του.

Ό Μητροπολίτης Άδριανουπόλεως Διονύσιος συνέχισε, μετά τήν αποθεραπείαν του, τους εθνικούς αγώνας του κατά τών Βουλγάρων, διά νά προστατεύση τό Χριστεπώνυμον ποίμνιόν του εκ τής βουλγαρικής και γενικώτερον σλαβικής επιβουλής κατά τής Θράκης.

Τους κατά τά άνωτέρω εθνικούς άγώνας τού Μητροπολίτου Άδριανουπό- λεως Διονυσίου κατά τών Βουλγάρων και τών Τούρκων άνεγνώρισε και έξετίμησεν ή Μεγάλη τού Χριστού ’Εκκλησία και τό 1887, μετά εννέα δηλονότι ετών διαποίμανσιν τής 'Ιεράς Μητροπόλεως Άδριανουπόλεως, τόν άνέδειξεν Οικουμενικόν Πατριάρχην,ώς Διονύσιον τόν Ε'.

2.2. Δολοφονία ύπό τών Βουλγάρων τού 'Ηγουμένου τού Μετοχιού


τής Ίερας Μονής Κύκκου τής Κύπρου εις τήν Άδριανούπολιν


Μετά τήν εκλογήν τού Μητροπολίτου Άδριανουπόλεως Διονυσίου, ώς Οικουμενικού Πατριάρχου, τό 1887 και τήν άναχώρησίν του έκ τής Άδριανουπόλεως διά τήν Κωνσταντινούπολιν, ένεθαρρύνθησαν οί Βούλγαροι εις τήν άνθελληνικήν δραστηριότητά των και ήρχισαν πάλιν τάς βιαιοπραγίας, τούς φόνους και τάς ληστείας τών Ελλήνων, οί όποιοι συνέχιζον και μέ μεγαλυτέραν μάλιστα έντασιν τόν διμέτωπον άγώνα των κατά τών Τούρκων κατακτητών διά τήν άνάκτησιν τής ελευθερίας των και κατά τών Βουλγάρων επιδρομέων διά τήν διατήρησιν τής ’Εθνικότητάς των, συσπειρωμένοι περί τό ’Ορθόδοξον Οίκουμενικόν Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως, έκ τού όποιου είχον άποσχισθή οι σχισματικοί Βούλγαροι.

Μεταξύ τών φονευθέντων υπό τών Βουλγάρων, κατά τήν άν τέρω περίοδον, Ελλήνων Κληρικών τής ’Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας μας καταλέγεται και ό Ηγούμενος τού Μετοχιού τής Ίερ Μονής Κύκχου τής Κύπρου, τό όποιον εύρίσκετο πλησίον τού Έλληνικοϋ Γυμνάσιου Άδριανουπόλεως και ητο συνεχόμενον μέ τήν αυλήν του.
Ό Ηγούμενος τού άνωτέρω Μετοχιού, ό όποιος ητο έκ τών στενωτέρων συνεργατών του Μητροπολίτου Άδριανουπόλεως Διονυσίου εις τόν ενάντιον τών Βουγάρων διεξαγόμενον τότε άγώνα τών ύποδούλων Ελλήνων, συνέχισε και μάλιστα ένέτεινε τήν έθνικήν και κοινωνικήν του δράσιν και μετά τήν άναχώρησιν διά τήν Κωνσταντινούπολιν του έκλεγέντος, ώς Οικουμενικοί) Πατριάρχου, μέχρι τότε Μητροπολίτου Άδριανουπόλεως Διονυσίου.


Οί Βούλγαροι, παρακολουθούντες τήν κατά τά άνωτέρω μεγάλην και συνεχώς έντεινομένην έθνικήν δράσιν του Ηγουμένου του άνωτέρω Μετοχιού, άπεφάσισαν νά τόν εξοντώσουν και άνέθεσαν τήν δολοφονίαν του εις τόν Βούλγαρον υπηρέτην του, εις τόν όποιον ύπεσχέθησαν άδράν άμοιβήν και τά χρήματα, τά όποια θά εύρισκεν εις τό δωμάτιον τού Ηγουμένου μετά τήν δολοφονίαν του.

Ό άνωτέρω Βούλγαρος υπηρέτης του Ηγουμένου είσήλθε νύκτα τινά εις τό δωμάτιόν του καί, ενώ έκοιμάτο ό Ηγούμενος, τόν έδολοφόνησε και τόν έλήστευσε , τά δέ χρήματα τού δολοφονηθέντος Ηγουμένου τά εκρυψεν εις λάκκον, τόν όποιον ήνοιξεν εις τήν αυλήν τού Μετοχιού.

Μετά τήν κατά τά άνωτέρω δολοφονίαν, τό πτώμα τού δολοφονηθέντος Ηγουμένου τό έτοποθέτησεν ό δολοφόνος Βούλγαρος εις μεγάλον σάκκον και τό ερριψεν εις τόν πλησίον τής Άδριανουπόλεως παραρρέοντα ποταμόν Τούντζαν, παραπόταμον τού ποταμού Έβρου.

Όταν τήν έπομένην εύρέθη εις τόν άνωτέρω ποταμόν τό πτώμα τού δολοφονηθέντος Ηγουμένου καθημαγμένον εντός τού σάκκου, συνελήφθη ώς ύποπτος τής δολοφονίας ύπό τής τουρκικής Αστυνομίας ό Βούλγαρος υπηρέτης τού Ηγουμένου, ό όποιος άνακρινόμενος (ομολόγησε τήν δολοφονίαν, άπεκάλυψε και τόν λάκκον εις τήν αυλήν τού Μετοχιού, όπου είχε κρύψει τά χρήματα τού δολοφονηθέντος Ηγουμένου και τελικώς κατεδικάσθη εις θάνατον και άπηγχονίσθη.


2.3 Απόπειρα δολοφονίας και έκδίωξις υπό τών Βουλγάρων τοϋ έκλεγέντος Έλληνος Μητροπολίτου Βάρνης Νεοφύτου. Βανδαλισμοί, βεβηλώσεις και θηριωδίαι τών Βουλγάρων 
εις τήν Βάρναν τής Ανατολικής Ρωμυλίας.


Οί Βούλγαροι, συνεχίζοντες τήν εφαρμογήν τών σχεδίων των διά τήν ολοσχερή έξόντωσιν τοϋ Ελληνισμού τής Βορείου Θράκης (Ανατολικής Ρωμυλίας) και είδικώτερον τής περιοχής τής Βάρνης, έθεώρησαν δτι τούς έδόθη ή κατάλληλος πρός τούτο ευκαιρία, όταν άπεβίωσε τό 1906 ό μέχρι τότε Μητροπολίτης Βάρνης Πολύκαρπος, ό όποιος ανέπτυξε μεγάλην έθνικήν δράσιν και διεξήγαγε μέ άπαράμιλλον σθένος σκληρούς άγώνας διά τήν προστασίαν τοϋ Χριστεπωνύμου ποιμνίου του υπό τών Βουλγάρων κομιτατζήδων και διά τήν διατήρησιν τοϋ Ελληνισμού και τής Όρθοδοξίας είς τήν περιφέρειαν τής Μητροπόλεώς του.

Ούτως, όταν έξελέγη, ώς διάδοχος τοι άνωτέρω άποβιώσαντος Μητροπολίτου Βάρνης Πολυκάρπου, ό νέος Μητροπολίτης Βάρνης Νεόφυτος, οί Βούλγαροι άπεφάσισαν, μέ τήν άνοχήν ή και τήν άνεπίσημον προτροπήν τής βουλγαρικής Κυβερνήσεως και τοϋ Βουλγάρου Επισκόπου Βάρνης Συμεών, νά ματαιώσουν τήν ένθρόνισιν είς τήν Έλληνικήν Ορθόδοξον Μητρόπολιν Βάρνης τοϋ κατά τά άνωτέρω έκλεγέντος νέου Μητροπολίτου αυτής Νεοφύτου και νά καταργήσουν μέ τόν τρόπον αυτόν τήν Έλληνικήν Μητρόπολιν Βάρνης, ή όποια άπετέλει προπύργιον τοϋ Ελληνισμού είς τήν Βόρειον Θράκην.

Διά τήν πραγμάτωσιν τοϋ άνωτέρω σκοπού ή βουλγαρική Αστυνομία τής Βάρνης έπρομήθευσεν είς τόν άρχικομιτατζήν Δραγκούλεφ και είς τήν συμμορίαν του ενα όνον και ή βουλγαρική Επισκοπή μίαν παλαιάν άρχιερατικήν στολήν, μέ τήν όποίαν ένέδυσαν τόν όνον αυτόν και είς τήν όποίαν έγραψαν μέ έντονα και μεγάλα γράμματα τήν επιγραφή: METROPOLITE GAIDURIS , διά νά χρησιμοποιηθή υπό τοϋ βουλγαρικού όχλου διά τήν υποδοχήν τοϋ νεοεκλεγέντος Έλληνος Μητροπολίτου Βάρνης Νεοφύτου κατά τήν άφιξίν του άτμοπλοϊκώς είς τήν Βάρναν τήν 3ην Ιουνίου 1906.

Όταν έπλησίαζεν ή ώρα τής προσεγγίσεως είς τόν λιμένα τής Βάρνης τοϋ άτμοπλοίου τής Αύτρουγγαρικής εταιρείας « Λόϋδ», μέ το όποιον κατέφθανεν είς τήν Βάρναν, προερχόμενος έκ τής Κωνσταντνουπόλεοας, ό νεοχειροτονηθείς Έλλην Μητροπολίτης Βάρνης Νεόφυτος, ό άρχικομιτατζής Δραγκούλεφ και ή συμμορία του ήρχισαν νά προσκαλουν μέ τά τύμπανα του Δήμου τής Βάρνης τους Βουλγάρους εις συλλαλητήριον κατά του μετ’ ολίγον άφικνουμένου άτμοπλοϊκώς εις τήν Βάρναν Έλληνος Μητροπολίτου μέ τήν άκόλουθον άνακοίνωσιν: 


«Κατ’ εντολήν τής βουλγαρικής Κυβερνήσεως, του Δημαρχείου Βάρνης και τής βουλγαρικής Μητροπόλεως προσκαλούνται ολοι οί Βούλγαροι πολιται τής Βάρνης και τών περιχώρων, καθώς και οί τυχόν παρεπιδημουντες, όπως λάβωσι μέρος εις τό συγκροτούμενον ήδη προ τής βουλγαρικής Μητροπόλως συλλαλητήριον κατά του έρχομένου Έλληνος Μητροπολίτου».

Επειδή όμως, παρά τάς άνωτέρω τυμπανοκρουσίας και τάς άνακοινώσεις διά συλλαλητήριον, οί Βούλγαροι κάτοικοι τής Βάρνης δεν προσήρχοντο εις τόν προ τής βουλγαρικής Μητροπόλεως χώρον, εκτός τής ληστοσυμμορίας τού άρχικομιτατζή Δραγκούλεφ και ελάχιστων τυχοδιωκτών και επειδή επρεπε νά συγκροτηθή οπωσδήποτε πολυπληθές συλλαλητήριον, διά νά δικαιολογηθή ή διασαλπισθεισα άνά τόν κόσμον υπό τού βουλγαρικού βαλκανικού πρακτορείου «Ναρδόνα βόλια» (εθνική θέλησις) τού βουλγαρικού λαού διά τήν έξόντωσιν τού Έλληνισμού τής Βορείου Θράκης, έπενόησαν οί εχοντες τήν πρωτοβουλίαν διά τήν όργάνωσιν τού συλλαλητηρίου κατά τού άφικνουμέ-νου Έλληνος Μητροπολίτου νέον τέχνασμα πραγματοποιήσεως και επιτυχίας τού κατά τά άνωτέρω προγραμματισθέντος συλλαλητηρίου.
Δηλαδή ήρχισαν νά φωνάζουν δαιμονιωδώς τά μίσθαρνα όργανά των «ότι τρομερά πυρκαϊά έξερράγη και άπετέφρωσε τά πρός τόν λιμένα κτίρια», ενώ ταυτοχρόνως ό άρχικομιτατζής Δραγκούλεφ και ή συμμορία του ώρμησαν εις τους Ιερούς Ναούς και ήρχισαν νά κτυπούν δαιμονιωδώς τους κώδωνάς των άναγγέλλοντες τήν δήθεν έκραγεισαν πυρκαϊάν εις τάς κτιριακάς εγκαταστάσεις τού λιμένος τής πόλεως.

Κατόπιν τών άνωτέρω, οί Βούλγαροι κάτοικοι τής Βάρνης, άγνοούντες τήν πραγματικότητα και τάς δόλιας μεθοδεύσεις τών πρωτο- στατούντων διά τήν όργάνωσιν και πραγμάτωσιν τού συλλαλητηρίου, εσπευσαν πρός τό ύποδεικνυόμενον μέρος τού λιμένος διά τήν κατάσβεσιν τής δήθεν έκραγείσης πυρκαϊάς, ή όποια δέν υπήρχε.

Ούτω, μέ τό άνωτέρω δόλιον και παραπλανητικόν τέχνασμα, κατωρθώθη ή συγκέντρωσις άρκετού πλήθους εις τόν χώρον τού λιμένος, όπου κατέφθασεν εν τώ μεταξύ ή ληστοσυμμορία τού άρχικομιτατζή Δραγκούλεφ μέ τόν όνον, ό όποιος έχειροτονήθη «Άρχιερεύς» ύπό τού Βουλγάρου Επισκόπου τής Βάρνης διά τήν ύποδοχήν τού καταφθάσαντος εις τήν Βάρναν νεοεκλεγέντος Έλληνος Μητροπολίιου Βάρνης Νεοφύτου και διά τήν ματαίωσιν τής άποβιβάσεώς του εις τόν λιμένα τής πόλεως.

Ούτω, μέ τό πρόσχημα τού κατά τά άνωτέρω σκηνοθετηθέντος συλλαλητηρίου τών Βουλγάρων κατοίκων τής Βάρνης, άπηγορεύθη ύπό τού Νομάρχου Βάρνης ή άποβίβασις εις τό λιμένα της τού άφιχθέντος μέ τό άτμόπλοιον τής Αύστρουγγαρικής εταιρείας «Λόύδ» νεοχειροτονηθέντος Έλληνος Μητροπολίτου Βάρνης Νεοφύτου και μέ τήν πρόσθετον πρόφασιν ότι δεν επιτρέπεται ή άποβίβασίς του και ή ένθρόνισίς του είς τήν Έλληνικήν Ίεράν Μητρόπολιν Βάρνης υπό τής βουλγαρικής Κυβερνήσεως, ή όποια δέν είχεν είδοποιηθή προηγουμένως πρός τοϋτο και δέν είχε δώσει τήν, μή άπαιτουμένην, εγκρισίν της.


 Κατόπιν τών άνωτέρω, ήναγκάσθη νά έπιστρέψη είς τήν Κωνσταντινούπολιν ό νεοεκλεγείς Μητροπολίτης Βάρνης Νεόφυτος, άφοϋ καθυβρίσθη κατά τόν χυδαιότατον τρόπον υπό του φανατισθέντος και μαινομένου έναντίον του βουλγαρικοϋ όχλου και τών ληστοσυμμοριών τοϋ άρχικομιτατζή Δραγκούλεφ.
Άφοϋ κατωρθώθη, κατά τά άνωτέρω, ή ματαίωσις τής άποβιβάσεως είς τόν λιμένα τής Βάρνης τοϋ άφιχθέντος είς αυτήν Έλληνος Μητροπολίτου Βάρνης Νεοφύτου, ό άρχικομιτατζής Δραγκούλεφ μέ τήν ληστοσυμμορίαν του και τούς συγκεντρωθέντας μέ τό άνωτέρω σκηνοθετηθέν συλλαλητήριον τυχοδιώκτας τοϋ υποκόσμου τής Βάρνης ώρμησαν είς τήν Έλληνικήν συνοικίαν τής πόλεως μέ τήν συνοδείαν και τοϋ όνου, ό όποιος έχειροτονήθη «Άρχιερεύς» υπό τοϋ Βουλγάρου Επισκόπου Βάρνης, και άλαλάζοντες μανιωδώς εθραυσαν τά παράθυρα τών Ελληνικών Ιερών Ναών, τών Σχολείων, τών καταστημάτων και τών οικιών έμπροσθεν τών Προξενείων τών έγγυητριών τής εφαρμογής τής συνθήκης τοϋ Βερολίνου Μεγάλων Δυνάμεων τής Ευρώπης, τά όποια άνήχοντο μέ άπάθειαν και άδιαφορίαν τούς διαπραττομένους εμπροσθέν των βανδαλισμούς και τάς βαρβαρότητας αύτάς τών Βουλγάρων,
 οί όποιοι άπεσκόπουν είς τήν ολοσχερή έξόντωσιν και τόν άφανισμόν τοϋ Έλληνισμοϋ τής Βορείου Θράκης (Ανατολικής 'Ρωμυλίας).

Τό Οίκουμενικόν Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως, τό όποιον δέν ειχεν άντιληφθή, ώς φαίνεται, τάς πλεκτάνας τών δολίων οργάνων τοϋ Πανσλαβισμοϋ και είχε πεισθή διά τάς άγαθάς δήθεν προθέσεις τής βουλγαρικής Κυβερνήσεως, ή όποια έπέτρεψεν έν τώ μεταξύ τήν έλευσιν και ένθρόνισιν είς τήν Έλληνικήν Μητρόπολιν τής Βάρνης τοϋ νεο-χειροτονηθέντος Μητροπολίτου Νεοφύτου, άπεφάσισε νά άποστείλη και διά δευτέραν φοράν, μετά άπό τούς, κατά τά άνωτέρω, προηγηθέντας προπηλακισμούς του και τάς χυδαίας ύβρεις υπό τοϋ μαινομένου έναντίον του βουλγαρικοϋ όχλου, τόν Αρχιερέα Μητροπολίτην Βάρνης Νεόφυτον είς τήν Μητρόπολιν του.

Οί Βούλγαροι όμως, άποθρασυνθέντες έτι μάλλον κατόπιν τής, κατά τά άνωτέρω, προηγούμενης επιτυχίας των διά τήν ματαίωαιν τής άποβιβάσεως εις τήν Βάρναν του 'Έλληνος Μητροπολίτου αυτής Νεοφύτου και άπό τήν έπιδειχθεισαν άδιαφορίαν τών έγγυητριών τής εφαρμογής τής συνθήκης τού Βερολίνου Μεγάλων Δυνάμεων τής Ευρώπης διά τούς προηγηθέντας βανδαλισμούς και τάς βαρβαρότητας τών Βουλγάρων κατά τήν πρώτην άφιξίν του και ματαίωσιν τής άποβιβάσεώς του εις τήν Βάρναν, άπεφάσισαν και άπετόλμησαν τόν φόνον του Μητροπολίτου Νεοφύτου μέ λιθοβολισμόν κατά τήν έπιτραπείσαν ύπό τής βουλγαρικής Κυβερνήσεως δευτέραν ελευσίν του εις τήν Βάρναν.
Ούτω, κατά τήν δευτέραν άφιξιν εις τήν Βάρναν τού Έλληνος Μητροπολίτου Νεοφύτου, ύπεδέχθη κατά τόν πλέον φαρισαϊκόν τρόπον και παρέλαβεν έκ τού άτμοπλοίου τόν άφιχθέντα εις τήν Βάρναν διά δευτέραν φοράν Έλληνα Αρχιερέα εκπρόσωπος τής βουλγαρικής Κυβερνήσεως, ενώ τά μίσθαρνα όργανά της, ώπλισμένα μέ περίστροφα και ρόπαλα, άνέμενον εις τήν άποβάθραν τής πόλεως τό θύμα των και μόλις έδόθη τό σύνθημα ύπό τού Έπάρχου τής Βάρνης μέ έκ τών προτέρων όρισθείσαν κίνησιν τής χειρός του ήρχισε λυσσοδώς ό λιθοβολισμός τού Μητροπολίτου Νεοφύτου.

Ό λιθοβολούμενος Ιεράρχης ματαίως διαμαρτύρεται και ζητεί τήν βοήθειαν και τήν προστασίαν τών παρισταμένων εις τήν ύποδοχήν του βουλγαρικών Αρχών, αί όποίαι, τουναντίον, προυστάτευον, μέ τήν βουλγαρικήν Αστυνομίαν, τούς λιθοβολούντας τόν Έλληνα Μητροπολίτην Βουλγάρους, διά νά περατώσουν άπερίσπαστοι και μέ τήν άνεσίν των τό σκηνοθετημένον έγκλημά των.

Τελικώς, μετά άπό πλήγμα μέ μεγάλον λίθον εις τό στήθος του, επεσε λιπόθυμος ό λιθοβολούμενος Ιεράρχης και μετεφέρθη άναίσθητος και καθημαγμένος έκ τών πολλών πληγμάτων εις τό άτμόπλοιον, μέ τό όποιον άφίχθη εις τήν Βάρναν και τό όποιον τόν έπανέ- φερεν αίμόφυρτον και εις οίκτράν κατάστασιν εις τήν Κωνσταντινούπολή.

Άποθρασυνθέντες έτι μάλλον οί Βούλγαροι και έκ τής δευτέρας αύτής επιτυχίας των εις τήν ματαίωσιν τής άποβιβάσεως και εις τήν άπόπειραν δολοφονίας μέ λιθοβολισμόν τού Μητροπολίτου Βάρνης Νεοφύτου, έπεδόθησαν εις τήν έκτέλεσιν τού δευτέρου μέρους τού προγράμματος τών βανδαλισμών και τών θηριωδιών των κατά τών Ελλήνων κατοίκων τής Βάρνης, οί όποιοι άνύποπτοι είχον προσέλθει εις τόν λιμένα τής πόλεως, διά νά ύποδεχθούν μέ τόν προσήκοντα σεβασμόν τον πνευματικόν πατέρα των και Ποιμενάρχην των Μητροπολίτην Νεόφυτον και οί όποιοι έδάρησαν και ποικιλοτρόπως έκακοποιήθησαν υπό του μαινομένου βουλγαρικού όχλου, ό όποιος ώρμησεν εν συνεχείς μέ μανίαν εις τήν Έλληνικήν συνοικίαν τής πόλεως και εθραυσε μέ λίθους τά παράθυρα τών Ελληνικών Ιερών Ναών, του Ελληνικού Προξενείου και τών ελληνικών καταστημάτων και οικιών.
Οί Βούλγαροι, βεβαιωθέντες εκ τών πραγμάτων ότι οί κατά τά άνωτέρω βανδαλισμοί και βαρβαρότητές των τελεσφορούν, χωρίς νά άποδοκιμάζωνται υπό τών έγγυητριών τής Βερολινίου συνθήκης Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, άπεφάσισαν εν συνεχείς και τήν κατάληψιν τού Ελληνικού Ιερού Ναού τού Άγιου Νικολάου, τής παρακειμένης Ελληνικής Σχολής και τού Ελληνικού Νοσοκομείου.


Ούτω, κατ’ εφαρμογήν τού καταρτισθέντος προγράμματος των, οί Βούλγαροι διέδωσαν τήν 4ην Ιουλίου 1906, ότι δήθεν ερχεται πάλιν εις τήν Βάρναν ό Έλλην Μητροπολίτης Νεόφυτος και ώργάνωσαν συλλαλητήριον τά μέλη τού Συλλόγου «Βουλγάρου Φιλογενούς», τά όποια καθοδηγούμενα υπό τού άρχικομιτατζή Δραγκούλεφ ώρμησαν κατά τού Ιερού Ναού τού Άγιου Νικολάου καί, άφού παρεβίασαν τήν θύραν του μέ τήν προστασίαν τών βουλγαρικών Αρχών, κατέσχισαν όλα τά ιερά βιβλία και τά Ευαγγέλια, κατέστρεψαν τά Άγια Ποτήρια και τήν Αγίαν Τράπεζαν και έμελάνωσαν μέ βαφήν όλας τάς ελληνικός έπιγραφάς τού Ιερού Ναού.

Ό ευρισκόμενος, κατά τήν ώραν τής κατά τά άνωτέρω επιδρομής και εισβολής τών Βουλγάρων εις τον Ίερόν Ναόν τού Άγιου Νικολάου, Έλλην Ίερεύς έδάρη άνηλεώς υπό τού μαινομένου βουλγαρικού όχλου μέ ξύλα και ρόπαλα και έσύρθη διά τής κόμης του και τής γενειάδος του εξωθεν τού Ιερού Ναού λακτιζόμενος και ποικιλοτρόπως κακοποιούμενος, διέφυγε δέ τον θάνατόν του μέ τήν παρέμβασιν διερχομένου άξιωματικού, ό όποιος σεβόμενος τό σχήμα του τον έπροστάτευσε και τον παρέδωσε λιπόθυμον εις παρευρεθέντας Έλληνα, οί ό όποιοι τον μετέφεραν άναίσθητον και καθημαγμένον εις τήν οικίαν του.

Ό Νεωκόρος τού κατά τά άνωτέρω καταληφθέντος υπό τών Βουλγάρων Ιερού Ναού τού Άγιου Νικολάου κατέφυγε, διά νά αποφυγή τον φόνον του, εις τό κωδωνοστάσιον τού Ναού, άλλά και έκει τον άντελήφθησαν οί μαινόμενοι Βούλγαροι και τον ερριψαν εκ τού κωδωνοστασίου εις τήν αυλήν τού Ιερού Ναού, όπου τον περισυνέλεξαν ημιθανή και εις οίκτράν κατάστασιν παρατυχόντες Έλληνες, οί όποιοι τόν μετέφεραν ώς αμορφον καθημαγμένην μάζαν είς τήν οικίαν του, όπου και άπεβίωσε.



2.4. Βανδαλισμοί, λεηλασίαι, βεβηλώσεις, βαρβαρότητες, θηριωδίαι και φρικαλεότητες τών Βουλγάρων
 εις τήν Φιλιππούπολιν τής Βορείου Θράκης


Μετά τήν, κατά τά άνωτέρω, επιτυχίαν ιών βανδαλισμών και τών βαρβαροτήτων τών Βουλγάρων εις τήν Βάρναν, ό άρχικομιτατζής Δραγκούλεφ περιεφέρετο εις διάφορα χωρία τής Βορείου Θράκης, όπου κατώκουν (κατοικούσαν) 'Έλληνες, διά νά φανατίζη και νά προετοιμάζη ψυχολογικώς τούς διαμένοντας έκει Βουλγάρους διά τήν διάπραξιν και εις τά χωρία αυτά τών ιδίων βανδαλισμών εις βάρος τών Ελλήνων, ώς και είς τήν Βάρναν.

Τελικώς δέ, και άφού διήλθε και έκ τής Στενημάχου, άφίχθη ό Δραγκούλεφ είς τήν Φιλιππούπολιν, δπου τόν ύπεδέχθησαν οί Βούλγαροι ώς έθνικόν ήρωα διά τούς βανδαλισμούς, τούς οποίους διέπραξε μέ τήν ληστοσυμμορίαν του είς τήν Βάρναν, και δπου έλαβε χώραν σύσκεψις είς τό Δημαρχειον τής πόλεως διά τήν όργάνωσιν και μεθόδευσιν βανδαλισμώ ν και κατά τών Ελλήνων κατοίκων τής Φιλιππουπόλεως τής Βορείου Θράκης.

Οί Έλληνες τής Φιλιππουπόλεως, παρακαλουθούντες τήν, κατά τά άνωτέρω, άνθελληνικήν, προκλητικήν και άνευ προσχημάτων δραστηριότητα τών Βουλγάρων κομιτατζήδων και τοϋ φανατισθέντος έναντίον των βουλγαρικοϋ δχλου, ήθέλησαν νά άμυνθοϋν και νά προλάβουν τήν διάπραξιν βανδαλισμών και βαρβαροτήτων τών Βουλγάρων και εις τήν Φιλιππούπολιν.

Πρός τούτο, άφ’ ενός μέν ή έκδιδομένη τότε είς τήν Φιλιππούπολιν ελληνική έφημερίς «Φιλιππούπολις» μέ συνεχώς δημοσιευόμενα άρθρα της έπέστησε τήν προσοχήν τής βουλγαρικής Κυβερνήσεως και τών βουλγαρικών Αρχών έπί τών προετοιμαζομένων βανδαλισμών και είς άλλα, έκτος τών προηγηθέντων είς τήν Βάρναν βανδαλισμών, χωρία και πόλεις τής Βορείου Θράκης, άφ’ ετέρου δέ Επιτροπή Ελλήνων προκρίτων τής Φιλιππουπόλεως έπεσκέφθη τόν Βούλγαρον Νομάρχην Φιλιππουπόλεως και τόν παρεκάλεσε νά λάβη τά ένδεικνυόμενα μέτρα άσφαλείας διά τήν προστασίαν τών περιουσιών και τής ζωής τών Ελλήνων κατοίκων τής Φιλιππουπόλεως και τής περιφερείας της έκ τυχόν παρανόμων ένεργειών και άλλων έκτροπων τών Βουλγάρων.

Ό Νομάρχης Φιλιππουπόλεως διεβεβαίωοεν είς τήν άνωτέρω Επιτροπήν τών Ελλήνων Φιλιππουπολιτών κατά τήν έπίσκεψίν των είς αύτόν δτι ή βουλγαρική Κυβέρνησις έχει λάβει τοιαύτα αυστηρά και τελεσφόρα μέτρα άσφαλείας, ώστε νά μή διατρέξουν ούδένα άπολύτως κίνδυνον ούτε ή ζωή άλλ’ ούτε και αί περιουσίαι τών Ελλήνων είς όλην τήν Βουλγαρίαν.


 Ή άνωτέρω διαβεβαίωσις έδόθη ύπό τού Νομάρχου Φιλιππουπόλεως εις τήν Επιτροπήν τών Ελλήνων προκρίτων τής Φιλιππουπόλεως, διά νά εφησυχάσουν οί Έλληνες και νά μήν λάβουν τά επιβαλλόμενα μέτρα άμύνης των και προστασίας τής ζωής και τών περιουσιών των έκ τών βανδαλισμών τών Βουλγάρων, οί όποιοι ήδη ειχον προγραμματισθή και διά τους οποίους ειχε δώσει τάς σχετικός οδηγίας ό ίδιος ό Νομάρχης, ώς άπεδείχθη έκ τών διαδραματισθέντων
τήν έπομένην ημέραν τών άνωτέρω παραοχεθεισών διαβεβαιώσεων του θλιβερών γεγονότων τής Φιλιππουπόλεως.

Παρά τάς άνωτέρω άπατηλάς, δόλιας καί παραπλανητικός διαβεβαιώσεις τον Νομάρχου Φιλιππουπόλεως, ό όποιος, άφου εδωσε τάς σχετικός οδηγίας εις τους όργανωτάς τών βανδαλισμών, άπουσίασεν εκ τής Φιλιππουπόλεως, διά νά προσποιήται δήθεν άγνοιαν τών όσων θά συνέβαιναν τήν έπομένην ημέραν κατά τήν άπουσιαν του,
ό βουλγαρικός όχλος τής Φιλιππουπόλεως εις όργανωθεισαν διαδήλωσίν του τήν 16ην Ιουλίου 1906 διέσχιζε μαινόμενος και μέ μανιακός κραυγάς τάς όδούς τής Φιλιππουπόλεως και εισέβαλε κατ’ άρχήν εις τον

Έλληνικόν Μητροπολιτικόν Ναόν τής Άγιας Μαρίνης , όπου κατέστρεψε τά πάντα, εθραυσε τήν Αγίαν Τράπεζαν, τάς εικόνας, τά ιερά σκεύη και κατέσχισε τά Ευαγγέλια, τά ιερά βιβλία και τά άμφια τών Ιερέων, ερριψε δέ τά θρυμματισθέντα τεμάχια τών ιερών σκευών και εικόνων εις τήν οδόν διά τήν ετι μεγαλυτέραν βεβήλωσίν των.

Έν συνεχείς ό κατά τά άνωτέρω μαινόμενος βουλγαρικός όχλος ώρμησεν εις τό Μητροπολιτικόν Μέγαρον και κατέστρεψε τά πάντα, τον δέ άναπληρουντα τον άπουσιάζοντα Μητροπολίτην Αρχιμανδρίτην Φώτιον έκακοποίησε και έτραυμάτισε θανασίμως.

 Έξαλλοι οί Βούλγαροι συνέχισαν τους βανδαλισμούς των και τάς βαρβαρότητάς των και εις τήν περιώνυμον Μαράσλειον Έλληνικήν Σχολήν, τής όποίας τά έπιπλα, τάς εικόνας, τά θρανία, τάς θύρας και τά παράθυρα κατέστρεψαν και μετέβαλον εις θρύμματα.
Τήν ίδιαν τύχην είχεν έν συνεχείς και ή περικαλλής και πλούσια εις βιβλία Μαράσλειος Βιβλιοθήκη, τά βιβλία τής όποίας ερριψαν εις τήν οδόν και τά εκαυσαν.
 Μετά τήν Μαράσλειον Βιβλιοθήκην οί βανδαλισμοί τών Βουλγάρων συνεχίσθησο:ν και εις τά άλλα Ελληνικά Σχολεία, Παρθεναγωγεία, Νηπιαγωγεία, εις τά ευαγή Ελληνικά Ιδρύματα και εις τους Ελληνικούς Ίερούς Ναούς τής Άγιας Παρασκευής, του Άγιου Δημητρίου, του Άγιου Κωνσταντίνου, του Άγιου Διονυσίου και του Άγιου Χαραλάμπους.

Εις τήν Έλληνικήν Λέσχην « Όρφεύς» ουνεσωρεύθησαν λίθοι και θρύμματα εκ τών θρυμματισθέντων επίπλων και οργάνων της, τά όποια κατεστράφησαν και έθρυμματίσθησαν υπό του μαινομένου βουλγαρικού όχλου, ό όποιος έπεδόθη έν συνεχείς εις τήν λεηλασίαν και εις
τήν καταστροφήν τών ελληνικών καταστημάτων, ό άριθμός τών όποιων άνήρχετο τότε είς εκατόν είκοσιν περίπου και τα όποια έκόσμουν τήν αγοράν τής Φιλιππουπόλεως, τήν όποίαν οί βάνδαλοι Βούλγαροι μετέβαλον είς σωρόν ερειπίων. Αί ζημίαι τών άρπαγεισών και καταστραφεισών ελληνικών περιουσιών τής Φιλιππουπόλεως ανέρχονται, κατά μετριωτέρους υπολογισμούς, είς 8.000.000 περίπου χρυσά φράγκα.
Ό φανατισμένος και μαινόμενος βουλγαρικός όχλος δέν περιωρίσθη είς τούς βανδαλισμούς του κατά τών Ελληνικών 'Ιερών Ναών, Σχολείων, Βιβλιοθηκών, Λεσχών, ευαγών Ιδρυμάτων και καταστημάτων, άλλά έστράφη μέ τάς ιδίας εγκληματικός διαθέσεις και κατά
τής ζωής τών Ελλήνων κατοίκων τής Φιλιππουπόλεως, πολλούς έκ τών όποιων έκακοποίησε και έτραυμάτισε θανασίμως, τόν δε Δικηγόρον Μαλιάδην έφόνευσαν οί Βούλγαροι μέ ρόπαλα, μέ τά όποια κατεκερμάτιααν και έπολτοποίηααν τήν κεφαλήν του.

Προσέτι οί βάρβαροι άπόγονοι του Κρούμου Βούλγαροι ειχον προγράψει και δέκα εξ Έλληνας προύχοντας τής Φιλιππουπόλεως, οί όποιοι όμως διέφυγον τόν θάνατον, διότι κατώρθωσαν νά άπομακρυνθοϋν άπό τού χώρου τών βανδαλισμών και νά κρυφθούν εις κρησφύγετα, εις τά όποια δέν ήδυνήθησαν νά τούς εύρουν οί αιμοχαρείς Βούλγαροι κομιτατζήδες.


Τήν ιδίαν τύχην μέ τούς Έλληνας κατοίκους τής Φιλιππουπόλεως ειχον και οί Έλληνες κάτοικοι τού Τατάρ Παζαρτζίκ και τής Περιστεράς, όπου έπέδραμον οί Βούλγαροι κομιτατζήδες μέ τόν φανατισμένον και μαινόμενον βουλγαρικόν όχλον (τήν 20ην Ιουλίου 1906 εις τό Τατάρ-Παζαρτζίκ και τήν 21ην Ιουλίου 1906 εις τήν Περιστεράν) και κατέστρεψαν τούς Ελληνικούς Ιερούς Ναούς, τά Ελληνικά Σχολεία και τά ελληνικά καταστήματα, τά όποια διετήρουν, μέ τόν πλούτον και τάς συναλλαγάς των, τάς άγοράς τών άνωτέρω δύο πόλεων τής Βορείου Θράκης.

2.5. Βανδαλισμοί, λεηλασίαι, βεβηλώσεις, βαρβαρότητες και θηριωδίαι τών Βουλγάρων 
εις τόν Πύργον τής Βορείου Θράκης.

Τήν ιδίαν ημέραν, Κυριακήν 16 Ιουλίου 1906, κατά τήν όποίαν διεδραματίζοντο τά θλιβερά γεγονότα τών βανδαλισμών εις τήν Φιλιππούπολιν, διαπράττοντο παρόμοιαι βαρβαρότητες και βανδαλισμοί και εις τόν Πύργον τής Βορείου Θράκης, όπου τό άπόγευμα τής προηγουμένης τών βανδαλισμών ημέρας είχεν άφιχθή ό άρχικομιτατζής Δραγκούλεφ και κατήρτισε σπείραν ληστοσυμμοριτών διά τήν διάπραξιν τών άποφασισθέντων βανδαλισμών εις τόν Πύργον.

Ό Έλλην Πρόεδρος τής Εφορείας τού Πύργου όμού μετ’ άλλων Ελλήνων προυχόντων, οί όποιοι ειχον πληροφορηθή τό Σάββατον (15/7/1906) τήν προγραμματισθείσαν συγκρότησιν τού συλλαλητηρίου τών Βουλγάρων κατά τήν Κυριακήν, 16ην Ιουλίου, έπεσκέφθησαν τόν Βούλγαρον Νομάρχην Πύργου, τόν όποιον ενημέρωσαν σχετικώς και τόν παρεκάλεσαν νά προστατεύση τούς Έλληνας κατοίκους τού Πύργου και τής περιοχής του, ώς και τούς Ελληνικούς Ιερούς Ναούς, τά
Σχολεία, τά ευαγή Ιδρύματα και τά καταστήματα εξ ένδεχομένου κινδυνου καταστροφής των υπό τών Βουλγάρων.

Ό Νομάρχης Πύγου
διεβεβαίωσεν, ώς και ό Νομάρχης Φιλιππουπόλεως τήν ιδίαν ήμέραν. τους έπισκεφθέντας αυτόν Έλληνας προύχοντας ότι όλα αυτά, τά οποία εθεσαν ύπ’ όψιν του, είναι διαδόσεις άνυπόστατοι καί, ώς εκ τούτου, δεν πρέπει νά άνησυχοϋν και ότι ή βουλγαρική Κυβέρνησις, δια  παν ενδεχόμενον, ελαβεν όλα τά ένδεικνυόμενα μέτρα άσφαλείας, ώστε νά μήν ύποστούν ούδεμίαν άπολύτως ζημίαν αί περουσίαι τών Ελλήνων ούτε νά έκτεθή εις κίνδυνον ή ζωή των. Μετά τάς άνωτέρω διαβεβαιώσεις έφυγεν ό Νομάρχης Πύργου εκ τής έδρας του, ώς και ό Νομάρχης Φιλιππουπόλεως, διά νά προσποιήται φαρισαϊκώς δήθεν άγνοιαν τών όσων θά συνέβαιναν τήν έπομένην ημέραν εις τόν Πύργον.
Μετά τήν κατά τά άνωτέρω έσκεμμένην και προγραμματισθεισαν άπουσίαν του Νομάρχου Πύργου έκ τής έδρας του, ώργανώθη συλλαλητήριον τό άπόγευμα τής Κυριακής, 16ης Ιουλίου 1906, τών Βουλγάρων κατοίκων του Πύργου, τούς όποιους έκάλουν μέ προκηρύξεις, προσκλήσεις;, τύμπανα και κωδωνοκρουσίας εις τό κέντρον τής πόλεως, όπου τούς ώμίλησεν ό άρχικομιτατζής Δραγκούλεφ και τούς παρώτρυνε νά καταστρέψουν ό,τι Έλληνικόν ύπήρχεν είς τήν πόλιν των.

 Διά τήν έντονωτέραν δέ παρότρυνσιν τών συγκεντρωθέντων Βουλγάρων ό Δραγκούλεφ τούς άνέγνωσε τηλεγράφημα έκ τής Φιλιππουπόλεως, μέ τό όποιον έγνωστοποιούντο οί εκεί προηγηθέντες τήν ίδιαν ημέραν βανδαλισμοί τών Βουλγάρων και κατέληξε μέ τό σύνθημα:

«Εμπρός λοιπόν πρός τήν Έλληνικήν Εκκλησίαν και τήν Σχολήν».

Όταν όμως οί Βούλγαροι ώρμησαν μέ τήν παρότρυνσιν και τό σύνθημα τοϋ Δραγκούλεφ είς τήν Έλληνικήν Εκκλησίαν, οί παρακαλουθοϋντες έξ άποστάσεως τό συλλαλητήριον τών Βουλγάρων 'Έλληνες εσπευσαν και παρετάχθησαν εμπροσθεν τοϋ 'Ιεροϋ Ναοϋ, πριν προλάβουν οί επιδρομείς Βούλγαροι, τούς όποιους άπέκρουσαν και δέν τούς έπέτρεψαν νά πλησιάσουν και νά μολύνουν και νά βεβηλώσουν τήν Εκκλησίαν των.

Τότε οί ύποχωρήσαντες πολυάριθμοι και θρασύδειλοι Βούλγαροι, προ τής τόλμης και τής σθεναράς άντιστάσεως τών ολιγάριθμων άλλά άπεφασισμένων νά προστατεύσουν οπωσδήποτε τήν Εκκλησίαν των Ελλήνων, έζήτησαν τήν συνδρομήν τής βουλγαρικής Αστυνομίας, ή όποια εσπευσεν άμέσως είς τήν Έλληνικήν Εκκλησίαν και έπετέθη μέ τά ξίφη κατά τών άοπλων Ελλήνων, οί όποιοι ύπερήσπιζον μέ τά στήθη των τήν "Εκκλησίαν των καί, άφοϋ τούς διέλυσε, παρέδωσε τήν Έλληνικήν Εκκλησίαν είς τούς βανδάλους Βουλγάρους, οί όποιοι μαινόμενοι ώρμησαν και κατέστρεψαν και έβεβήλωσαν τήν Αγίαν Τράπεζαν, τό 'Άγιον Ποτήριον, τό Εύαγγέλιον, τά ιερά σκεύη και τά άμφια τών Ιερέων, τά όποια ερριψαν είς τήν οδόν και τά κατεπάτησαν.

Τήν ίδιαν τύχην μέ τήν Έλληνικήν Εκκλησίαν είχε και ή Ελληνική Βιβλιοθήκη τοϋ Πύργου, τήν όποίαν κατέστρεψαν οί Βούλγαροι και τής όποίας τά έπιπλα και τά βιβλία κατεθρυμμάτισαν και κατέ-σχισαν και τά ερριψαν έν συνεχεία είς τήν οδόν, όπου τά εκαυσαν.

Συνεχίζοντες τούς βανδαλισμούς των οί Βούλγαροι έπετέθησαν κατά τών Ελληνικών Σχολείων και άλλων ευαγών Ιδρυμάτων, ώς και κατά τών ελληνικών καταστημάτων, τά όποια έλεηλάτησαν και μετέβαλον εις ερείπια.

 Αί ύλικαι ζημίαι τών βανδαλισμών τών Βουλγάρων εις τόν Πύργον υπολογίζονται τουλάχιστον εις τό ποσόν τών 2.000.000 χρυσών φράγκων.

 Πέραν τών άνωτέρω υλικών ζημιών, οί βάρβαροι Βούλγαροι έκακοποίησαν και έτραυμάτισαν θανασίμως τους προβαλόντας άντίστασιν διά τήν προστασίαν τών καταστημάτων των Έλληνας κατοίκους τού Πύργου, πολλοί έκ τών όποιων έμειναν διά βίου άνάπηροι έκ τών θηριωδιών τών Βουλγάρων.

2.6. Βανδαλισμοί, λεηλασίαι, βεβηλώσεις, βαρβαρότητες 
και θηριωδίαι τών Βουλγάρων 
εις τήν Στενήμαχον και 
εις τό Εύσταθοχώριον τής Βορείου Θράκης


Μετά μίαν εβδομάδα άπό τών βανδαλισμών τών Βουλγάρων εις τήν Φιλιππούπολιν και εις τόν Πύργον (16/7/1906), ήτοι τήν έπομένην Κυριακήν, 23ην Ιουλίου 1906, διεπράχθησαν παρόμοιοι βανδαλισμοί και βαρβαρότητες εις τήν Στενήμαχον και εις τό Εύσταθοχώριον τής Βορείου Θράκης.
Τήν παραμονήν τών διαπραχθέντων βανδαλισμών τών Βουλγάρων εις τήν Φιλιππούπολιν και εις τόν Πύργον, ήτοι τό Σάββατον, 15 Ιουλίου 1906, Επιτροπή Ελλήνων προκρίτων τής Στενημάχου έπεσκέφθη τόν Βούλγαρον Νομάρχην Φιλιππουπόλεως, διά νά ζητήση τήν προστασίαν τής βουλγαρικής Κυβερνήσεως, διότι ό άρχικομιτατζής Δραγκούλεφ είχε μεταβή εις τήν Στενήμαχον, όπου συνέστησε βουλγαρικόν Σύλλογον, σκοπός τού όποιου ητο ή καταστροφή τών περιουσιών και ή έξόντωσις τών Ελλήνων κατοίκων τής Στενημάχου .

 Ό Νομάρχης Φιλιππουπόλεως διεβεβαίωσε τήν άνωτέρω Επιτροπήν τών Ελλήνων Στενημαχιτών, ώς και τήν Επιτροπήν τών Ελλήνων Φιλιππουπολιτών, ότι θά πρέπει νά είναι ήσυχοι οί Έλληνες κάτοικοι τής Στενημάχου και βέβαιοι ότι δέν θά έκτεθή εις ούδένα άπολύτως κίνδυνον ή ζωή των και αί περιουσίαι των έκ τών Βουλγάρων, άρκει νά είναι νομοταγείς, προσεκτικοί και νά διαμένουν εις τάς οικίας των, όταν διά λόγους άσφαλείας δέν επιτρέπεται ή έξοδός των εις τήν πόλιν.

Οί Στενημαχιται όμως, παρά τάς άνωτέρω άνειλικρινείς και φαρισαϊκός διαβεβαιώσεις τού Νομάρχου Φιλιππουπόλεως, τάς όποίας μέ μεγάλην δυσπιστίαν ήκουσαν, προητοιμάσθησαν διά τήν άμυνάν των είς περίπτωσιν έπιθέσεως έναντίον των υπό τών Βουλγάρων κομιτατζήδων.


 Πληροφορηθέντες τά άνωτέρω οί Βούλγαροι δέν έτόλμησαν νά έπιτεθουν κατά τών Ελλήνων κατοίκων τής Στενημάχου τήν 16ην Ιουλίου, ώς ειχον προγραμματίσει, άλλ’ άνέβαλον τήν έπιδρομήν των κατά τής Στενημάχου είς άλλην εύνοϊκωτέραν δι’αύτούς ευκαιρίαν.

Μετά όμως τήν έπιτυχίαν τών βανδαλισμών των είς τήν Φιλιππούπολιν τήν 16ην Ιουλίου 1906, άπεθρασύνθησαν οί Βούλγαροι και άπεφάσισαν νά πραγματοποιήσουν τήν έπιδρομήν των κατά τών Ελλήνων κατοίκων τής Στενημάχου τήν έπομένην ημέραν, Δευτέραν, 17 Ιουλίου 1906.

Άλλά και πάλιν ήναγκάσθησαν νά άναβάλουν τήν έπιδρομήν των κατά τών Ελλήνων τής Στενημάχου οί Βούλγαροι, διότι οί Στενημαχίται, πληροφορηθέντες τήν έπικειμένην τότε έπιδρομήν τών Βουλγάρων κομιτατζήδων, έκλεισαν τά καταστήματά των τήν Δευτέραν, 17 Ιουλίου 1906, καί, άφοϋ ώπλίσθησαν, έξήλθον είς τάς παρυφάς τής πόλεως, διά νά άποκρούσουν τούς Βουλγάρους έπιδρομεις.

Τήν κατά τά άνωτέρω προετοιμασίαν των Ελλήνων κατοίκων τής Στενημάχου διά τήν άμυνάν των και τήν άπόκρουσιν τών έπιδρομέων Βουλγάρων κομιτατζήδων έπληροφορήθη υπό τών οργάνων του ό Νομάρχης Φιλιππουπόλεως, ό όποιος άπέστειλεν ολόκληρον τάγμα βουλγαρικού στρατού είς τήν Στενήμαχον, διά νά τήν πολιορκήση και νά άποκλείση τούς Έλληνας κατοίκους της είς τάς οικίας των, ώστε νά μή δυνηθοϋν νά άμυνθοϋν κατά τών Βουλγάρων έπιδρομέων, οί όποιοι θά έπέδραμον κατά τής Στενημάχου διά τήν καταστροφήν τών περιουσιών και τήν έξόντωσιν τών Ελλήνων κατοίκων της.

Τό άνωτέρω τάγμα τοϋ βουλγαρικοϋ στρατοϋ μετά τήν άφιξίν του είς τήν Στενήμαχον διηρέθη είς περιπόλους, αί όποιαι διέτρεχον τάς οδούς τής πόλεως και διέταζον τούς Έλληνας κατοίκους της νά κλεισθοϋν είς τάς οικίας των, άλλως θά συλλαμβάνωνται όσοι θά έπιχειρήσουν νά έξέλθουν είς τάς οδούς και τάς πλατείας τής πόλεως.

Άλλά και πάλιν δέν ήτο βέβαιος ό Νομάρχης Φιλιππουπόλεως διά τήν έπιτυχίαν τού δολίου σχεδίου του διά τήν καταστροφήν τών περιουσιών και τήν έξόντωσιν τών Ελλήνων κατοίκων τής Στενημάχου.

 Ώς έκ τούτου, τήν 22αν Ιουλίου 1906, ημέραν Σάββατον και παραμονήν τών βανδαλισμών κατά τών Ελλήνων τής Στενημάχου έπεσκέφθη αυτοπροσώπως ό Νομάρχης τήν Στενήμαχον, διά νά βεβαιωθή διά τήν άκριβή τήρησιν τών δοθεισών έντολών και οδηγιών του διά τήν έπιτυχίαν τών δολίων σχεδίων του, συνέστησε δέ και πάλιν είς τούς Έλληνας κατοίκους της νά υπακούσουν είς τάς διαταγάς τοϋ στρατοϋ καί νά μην τολμήσουν νά τάς παραβοϋν, διότι μόνον ούτω θά είναι βέβαιοι ότι δεν θά ύποστοϋν ζημίας εκ τών Βουλγάρων και δεν θά έκτεθή εις κίνδυνον ζωή των.
Ούτως, άφοϋ διεμορφώθησαν, κατά τά άνωτέρω, αί πλέον κατάλληλοι συνθήκαι διά τήν επιτυχή και άνενόχλητον επιδρομήν τών Βουλγάρων κατά τών Ελλήνων κατοίκων τής Στενημάχου, τήν επαύριον τής έπισκέψεως του Νομάρχου Φιλιππουπόλεως εις τήν Στενήμαχον, ήτοι τήν 23ην Ιουλίου 1906, και ενώ έκοιμώντο ήσυχοι οί Έλληνες κάτοικοι τής Στενημάχου, οί Βούλγαροι κομιτατζήδες και ό φανατισμένος βουλγαρικός όχλος κατέλαβον, μέ τήν προστασίαν και τήν
βοήθειαν του στρατού και τής άστυνομίας, τους Ελληνικούς Ιερούς Ναούς και τά Ελληνικά Σχολεία τής Στενημάχου, τά όποια κατέστρεψαν όλοσχερώς και κατερείπωσαν, ώς προ μιας έβδομάδος εις τήν Φιλιππούπολιν και εις τόν Πύργον.
"Έκπληκτοι οί Έλληνες κάτοικοι τής Στενημάχου έπληροφορήθησαν, όταν ήγέρθησαν έκ τού ύπνου, τήν κατά τά άνωτέρω κατάληψιν και καταστροφήν τών Ελληνικών Ιερών Ναών, τών Ελληνικών Σχολείων κο,ί άλλων ευαγών Ιδρυμάτων, δέν ήδύναντο όμως νά κινηθούν διά τήν προστασίαν των και τήν διάσωσίν των, διότι πολυάριθμοι περίπολοι τού βουλγαρικού στρατού τούς έφρούρουν «μέ έφ’ όπλου λόγχην» κεκλεισμένους εις τάς οικίας των.

Συνεχίζοντες τούς βανδαλισμούς των οί Βούλγαροι, μετά τήν κατάληψιν τών Ελληνικών Ιερών Ναών, Σχολείων και ευαγών Ιδρυμάτων, ώρμησαν κατά τών ελληνικών καταστημάτων, τά όποια έλεηλάτησαν και εν συνεχείς τά μετέβαλον εις σωρούς ερειπίων.

Αί ύλικαι ζημίαι τών βανδαλισμών τών Βουλγάρων εις τήν Στενήμαχον άνέρχονται, κατά τούς
Κατά τήν αυγήν τής ίδιας ημέρας, κατά τήν όποίαν διεπράχθησαν οί βανδαλισμοί τών Βουλγάρων εις τήν Στενήμαχον, ήτοι τήν 23ην Ιουλίου 1906, πεντήκοντα περίπου Βούλγαροι κομιτατζήδες έπέδραμον εις τό Εύσταθοχώριον, τό όποιον εύρίσκεται 20 περίπου χιλιόμετρα βορειοδυτικώς τού Πύργου και κατέλαβαν τήν Έλληνικήν Εκκλησίαν και τήν Έλληνικήν Σχολήν και εν συνεχείς ήνάγκασαν τούς Έλληνας κατοίκους τού Εύσταθοχωρίου, μέ προτεταμένα τά όπλα, νά υπογράψουν άναφοράν και δήλωσίν των πρός τόν Βούλγαρον Μητροπολίτην Συλήμνου ότι δήθεν θέλουν νά άρνηθούν τό Έλληνικόν ’Ορθόδοξον Πατριαρχειον τής Κωνσταντινουπόλεως και νά υπαχθούν εις τήν σχισματικήν βουλγαρικήν Εκκλησίαν.

Ώς έκ τών άνωτέρω βαρβαροτήτων και θηριωδιών τών Βουλγάρων, ήναγκάσθησαν οί Έλληνες κάτοικοι τού Εύσταθοχωρίου νά έγκαταλείψουν τάς οικίας των και τάς περιουσίας των εις τούς Βουλγάρους και νά καταφύγουν άλλοι μέν εις τά όρη και εις τά δάση και άλλοι δέ εις τόν Πύργον, όπου διέφυγον προσωρινώς τόν κίνδυνον τής έξοντώοεώς των.

Δεν υπάρχουν σχόλια: