Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Μακεδονική Γή.Βυζαντινή Παρακαταθήκη: το Ευαγγέλιο του Μελενίκου


του Ανδρέου Ξυγγοπούλου, 
Ομοτίμου Καθηγητού του 
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 
Ακαδημαϊκού

Δυο είναι οι λόγοι που μέ εφεραν εις τήν μελέτην τον Ευαγγελίου του Μελενίκου.
Αφ΄ ενός ή εκ της βυζαντινής καί έλληνικωτάτης άλλοτε μακεδονικής αυτής πόλεως προέλευσις του χειρογράφου πού φυλάσσεται τώρα εις την Έθνικήν Βιβλιοθήκην των   Αθηνών, 
άφ ετέρου δέ και κυρίους αί τέσσαρες λαμπροί ολοσέλιδοι μικρογραφίαι αί περιεχόμεναι εις τον κώδικα, αί όποίαι είλκυσαν την προσοχήν μου χάρις εις την έξαιρετικήν των τέχνην.

'Η περι αυτών λεπτομερής ερευνά μου μέ επεισεν οτι αύται προέρχονται άπό άλλο κατά ενα τουλάχιστον αιώνα παλαιότερον χειρόγραφον εκείνου, εις το οποίον τώρα εύρίσκονται.
 Αί τέσσαρες αυταϊ μικρογραφίαι μέ τον κλασσικόν εντελώς χαρακτήρα τόσον εις τάς μορφάς δσον και εις τά οικοδομήματα, πού στολίζουν το βάθος έκάστης εΐκόνος, είναι πράγματι εργα εξαιρετικού ενδιαφέροντος.

Άπηχούν αύται την μεγάλην άνανεωτικήν κίνησιν πού χαρακτηρίζει τήν Μακεδονικήν δυναστείαν και μάλιστα την εξοχον δράσιν του αύτοκράτορος Κωνσταντίνου Ζ' του Πορφυρογέννητου και τάς φροντίδας του πρός διάσωσιν διά τής αντιγραφής τών θησαυρών τής κλασσικής ελληνικής γραμματείας, καθώς και τών έργων τών χριστιανών Πατέρων τής Εκκλησίας.


Εύλογος λοιπόν ήτο ή επιθυμία μου νά καταστήσω γνωστά όχι μόνον εις τούς ειδικούς, άλλά καί εις το μορφωμένον εύρύτερον κοινόν τά εξοχα αυτά ζωγραφικά εργα πού περικλείει το Εύαγγέλιον του Μελενίκου.

Ευτυχώς τήν επιθυμίαν μου αυτήν προσεφέρθη λίαν προθύμως νά ίκανοποιήση ή 'Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών διά τής έκδόσεως του άνά χείρας μικρού βιβλίου.
 Μεγάλη συνεπώς είναι ή ευγνωμοσύνη μου πρός την Εταιρείαν και όλως Ιδιαιτέρως πρός τον παλαιόν και άγαπητόν μου φίλον, τον δράστηριώτατον Γενικόν αυτής Γραμματέα κ. I. Βασδραβέλλην, τον όποιον και άπό την θέσιν αυτήν θερμότατα ευχαριστώ.
Αλλά θά ήτο μεγάλη εκ μέρους μου παράλειψις αν δεν άπέτεινα τάς θερμάς μου ευχαριστίας εις τον λαμπρόν Επιμελητήν του Τμήματος τών Χειρογράφων τής Εθνικής Βιβλιοθήκης και άγαπητόν μου φίλον κ. Π. Νικολόπουλον διά την πολύτιμον βοήθειάν του κατά την μελέτην του κωδικός.

Αι ευχαριστίαι μου τέλος άπευθύνονται και πρός την Έπιμελήτριαν τών δημοσιευμάτων τής 'Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών Καν Μ. Βαφειάδου - Βογιατζάκη πού είχε την φροντίδα τής έκτυπώσεως του βιβλίου μου, καθώς καί είς τον παλαιόν και πάντοτε άγαπητόν φίλον κ. X. Μακαρόναν διά την καλωσύνην του νά έπιμεληθή την δσον το δυνατόν άρτιωτέραν έκτύπωσιν τών πινάκων πού συνοδεύουν το κείμενόν μου.
Άθήναι A. Ξ.

ΤΟ ΕΤΑΓΓΕΛΙΟΝ TOY ΜΕΛΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΝ ΑΘΗΝΩΝ

Εις άπό τούς πλέον πολυτίμους κώδικας του Τμήματος Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των ’Αθηνών είναι άναμφιβόλως ό ύπ΄ άριθμδν 2645, γνωστός, λόγω τής προελεύσεώς του, ως Εύαγγέλιον του Μελενίκου.

Παρά την έξαιρετικήν σημασίαν πού παρουσιάζουν αί μικρογραφίαι του χειρογράφου, ούδεμία συστηματική μελέτη καί δημοσίευσές των έχει μέχρι τοΰδε γίνει, καθ΄ όσον τουλάχιστον γνωρίζω.

Μόνον ελάχισται άπό τάς μικρογραφίας καί τα έπίτιτλα έχουν απεικονισθή.

Προτου ομως έλθωμεν εις την μελέτην τών μικρογραφιών καί των επιτίτλων, πού κοσμούν τον κώδικα, είναι άνάγκη νά ίδωμεν την προέλευσήν του, καθώς καί αύτό τούτο τό χειρόγραφον.

Η προέλευσις τον κώδικος

Εις τάς εικόνας τού έδημοσίευσεν ό Schlumberger  άναγράφεται έσφαλμένως, ότι τό χειρόγραφον εύρίσκεται εις τήν Μονήν του Προδρόμου παρά τάς Σέρρας.
 Τό σφάλμα τοΰτο προήλθεν άπό τον υπό του G. Millet δημοσιευθέντα Κατάλογον τών άρνητικών φωτογραφιών τών εύρισκομένων εις τήν Συλλογήν τών Hautes Etudes τών Παρισίων.
 Έκεΐ δηλαδή εις σειράν άρνητικών εκ χειρογράφων τής Μονής Προδρόμου, τά όποια έδώρησαν εις τήν Συλλογήν ό P. Perdrizet καί ο Chesnay, παρεισέφρησαν, έξ άβλεψίας τών δωρητών, καί τά άρνητικά του κώδικος του Μελενίκου .
Εις τήν πραγματικότητα ομως τό χειρόγραφον προέρχεται εκ Μελενίκου, 'οπου τό είδεν εις τήν εκκλησίαν του 'Αγίου Στεφάνου καί το περιέγραψε δι΄ολίγων το 1907 ό Perdrizet .
Ή περιγραφή αύτή, αν καί λίαν σύντομος καί εις μερικά σημεία οχι άκριβής , μάς επιτρέπει νά ταυτίσωμεν κατά τρόπον άπολύτως άσφαλή το Εύαγγέλιον πού έδώ μάς άπασχολει μέ το ευρισκόμενον εις τήν εκκλησίαν του 'Αγίου Στεφάνου του Μελενίκου.

Όπως είναι γνωστόν, το 1913 το Μελένικον κατελήφθη άπδ τά ελληνικά στρατεύματα, άλλά κατά τδ ίδιον έτος διά τής Συνθήκης του Βουκουρεστίου περιήλθεν εις τήν Βουλγαρίαν.
Τότε οί 'Έλληνες του Μελενίκου έφυγον άπο τήν γενέτειραν καί έζήτησαν καταφύγιον οι περισσότεροι εις το Σιδηρόκαστρον, άλλοι εις τάς Σέρρας, τήν Θεσσαλονίκην καί τάς ’Αθήνας.
Οί εις το Σιδηρόκαστρον καταφυγόντες, μεταξύ τών όποιων καί ό Μητροπολίτης Μελενίκου, κατώρθωσαν νά μεταφέρουν έκεΐ τά ιερά σκεύη καί τάς εικόνας τών εκκλησιών, τά βιβλία καί τά χειρόγραφα .
Τά κειμήλια ταΰτα, τά βιβλία καί τά χειρόγραφα, μετεκομίσθησαν άργότερον εις τάς ’Αθήνας καί κατετέθησαν εις το Βυζαντινόν Μουσεΐον καί εις τήν Έθνικήν Βιβλιοθήκην.
Μεταξύ τών χειρογράφων δύναται νά ΘεωρηΘή άπολύτως βέβαιον δτι ήτο καί το Εύαγγέλιον πού εδώ μάς άπασχολεΐ .
Καιρός δμως νά ελθωμεν εις τον κώδικα του Ευαγγελίου, του οποίου αί μικρογραφίαι άποτελοΰν τό θέμα του παρόντος μικρού βιβλίου.
Τό χειρόγραφον άποτελεΐται άπό 219 φύλλα έκ περγαμηνής μεγάλου μεγέθους (0,317 X 0,23 μ). Περιέχει τέσσαρας ολοσέλιδους μικρογραφίας.
Τρεις έξ αύτών είκονίζουν τούς Εύαγγελιστάς Ματθαίον, Λουκαν καί Μάρκον, ή δε τετάρτη τον Ιησοΰν ορθιον εύλογοΰντα.
Πέντε έπίτιτλα στολίζουν το χειρόγραφον.
 Ό κώδιξ είναι Εύαγγελιστάριον μετά κόκκινων σημαδοφώνων. Περιέχει δηλαδή τάς εύαγγελικάς περικοπάς μέ τήν σειράν πού άναγινώσκονται αύται εις τήν Εκκλησίαν καθ’ όλον το έτος, αρχής γινομένης άπό τον πρόλογον του κατά Ίωάννην Εύαγγελίου
Εν αρχή ήν ό Λόγος κλπ. πού είναι, ώς γνωστόν, το Εύαγγέλιον τής ήμέρας του Πάσχα.

Ή γραφή του κώδικος μάς επιτρέπει νά χρονολογήσωμεν αύτόν άπό του τέλους του 11ου ή τών αρχών του 12ου αίώνος.
Εις τά φφ 218Γ καί 218Υ υπάρχει τό σημείωμα:
Τό παρών (sic) εύαγγέλιον προσηνέχθη εις τ(ήν) σεβασμίαν μονή(ν) τον Χάμπαρ, τών άρχιστρατήγω(ν) διά Βασιλείου σεβαστού (/ τον Βαμπουληνού κατά μήνα νοέμβριον ινδ. ια (sic) ετ(ους) ,ψιε (6715 == 1206 άπόΧρίστου) .

Τό σημείωμα τοΰτο ώδήγησε τον Perdrizet είς τήν λανθασμένην χρονολόγησιν του κώδικος άπό τοΰ έτους 1207.

Aι μικρογραφίαι

Αί τέσσαρες εικόνες, πού διασώζει τό χειρόγραφον, παρουσιάζουν άπό άπόψεως τέχνης έξαιρετικόν ενδιαφέρον. ’Ανάγκη λοιπόν νά έξετάσωμεν μίαν έκάστην αυτών χωριστά διά νά δυνηθώμεν νά καταλήξωμεν είς μερικά θετικά οπωσδήποτε συμπεράσματα περί τής τεχνοτροπίας των καί περί τοΰ χρόνου, κατά τον οποίον έζωγραφήθησαν.
Πρός εύκολίαν θά ίδομεν πρώτον τάς τέσσαρας ολοσέλιδους εικόνας τών Εύαγγελιστών καί τοΰ Ιησοΰ καί κατόπιν τά έπίτιτλα. Ό χωρισμός αύτός είναι απαραίτητος, διότι αί δύο ομάδες άνήκουν, όπως θά ϊδωμεν, είς διαφόρους έποχάς.

Αί ολοσέλιδοι εικόνες

'Όπως καί άνωτέρω είπομεν, τρεις μόνον άπό τούς συγγραφείς τών Εύαγγελίων σώζονται σήμερον είς τον κώδικα:
ό Ματθαίος, ό Λουκάς καί ό Μάρκος.
'Η άπολεσθεΐσα είκών τοΰ Τωάννου θά εύρίσκετο άσφαλώς είς τήν αρχήν τοΰ χειρογράφου, όπως συμβαίνει με όλα τά εικονογραφημένα Εύαγγελιστάρια, καί τούτο, όπως εϊπομεν, διότι ή σειρά τών περικοπών άρχίζει με τον πρόλογον τοΰ κατά Ιωάννην Εύαγγελίου.

Ό Ματθαίος (φ. 45ν. Διαστάσεις 0,24x0,19 μ. Πίν. 1,2).
Είκονίζεται καθήμένος επί σκαμνιού άνευ έρεισινώτου καί έστραμ- μένος πρδς δεξιά, ώς πρός τον θεατήν.
Οί, πόδες του πατούν επί υποποδίου.
Τήν δεξιάν έχει έπί του γόνατος, τήν δε άριστεράν φέρει εις τό πρόσωπον με τεταμένον τον δείκτην εις σχήμα σκεπτομένου.

 Τήν εκφρασιν τής βαθείας σκέψεως τονίζουν καί οί οφθαλμοί, πού φαίνονται νά βλέπουν άπλανώς.
Προ του Εύαγγελιστοΰ εύρίσκεται χαμηλόν επιπλον, έπί του οποίου μελανοδοχεΐον, φιάλη μέ μελάνην καί μικρόν είλητάριον κλειστόν, δεμένον μέ νήμα.
Παραπλεύρως του επίπλου είκονίζεται άναλόγιον, έπί του όποιου άνοικτόν βιβλίον, προφανώς τό Εύαγγέλιον.
 Δύο σκοτεινού χρώματος επιμήκη ορθογώνια έπί τών δύο άπέναντι σελίδων του άνοικτοΰ βιβλίου ύποδηλοΰν τάς γραμμένας στήλας του κειμένου.
 Λεπτομέρειαν ρεαλιστικήν σπανιοντάτην, καθ’ όσον γνωρίζω, παρουσιάζει ή κάτω γωνία του άριστεροΰ φύλλου του βιβλίου, τής όποίας τό άκρον εχει καμφθή, δπως συχνά συμβαίνει εις τάς περγαμηνάς. Εις τό βάθος τής μικρογραφίας, όπισθεν του Ματθαίου, είκονίζεται οικοδόμημα μέ άέτωμα, χωρίς νά παριστάνεται ή σαμαρωτή στέγη, τήν όποίαν τό άέτωμα προϋποθέτει.
Τό κτήριον είκονίζεται μέ τάς δύο πλευράς, τήν μίαν δηλαδή τών μακρών καί τήν μίαν τών στενών, έπί τής αύτής γραμμής παρά τούς κανόνας τής προοπτικής.
 Έπί τής μακράς πλευράς ύπάρχει τοξωτόν άνοιγμα.
Εις τό έπιστύλιον τέλος του οικοδομήματος είκονίζονται άγρια φυτά.
Τό σχήμα του σκεπτομένου μέ τήν χειρα εις τό πρόσωπον δεν είναι άγνωστον εις τάς παραστάσεις τών Εύαγγελιστών.
Τό εύρίσκομεν ήδη άπό του 10ου αίώνος εις τον Ματθαίον του περιφήμου κώδ. 43 τής άγιορειτικής Μονής Σταυρονικήτα  (Πίν. 14) καί κατόπιν εις σειράν όλην χειρογράφων, οπού μέ τον ίδιον τρόπον είκονίζονται καί άλλοι Εύαγγελισταί . 'Όπως δέ άποδεικνύουν κατά τρόπον μή έπιδεχόμενον άμφιβολίαν αί συγκρίσεις πού έ'καμαν ό Friend  καί ιδίως ό Weitzmann , το σχήμα τοΰτο άντιγράφει άρχαΐα πρότυπα είκονίζοντα άνδριάντας ή καί άνάγλυφα φιλοσόφων καί γενικώς διανοουμένων.

Ό Λουκάς (φ. 67ν. Διαστάσεις: 0,25 X 0,18 μ. Πίν. 3,4).
 Είκονίζεται καθήμενος επί σκαμνιού άνευ έρεισινώτου καί πατών επί ύποποδίου. Είναι, ΄ππως καί ό Ματθαίος, έστραμμένος προς δεξιά.
Μέ τήν άριστεράν χεΐρα κρατεί επί τών γονάτων βιβλίον άνοικτόν, ενώ μέ τήν δεξιάν βυθίζει τήν γραφίδα εις το μελανοδοχεΐον, πού εύρίσκεται επί τής προ αύτοΰ χαμηλής τραπέζης.
Έπ  αύτής είκονίζεται καί λευκόν άντικείμενον εις σχήμα τριγώνου μέ μικρον δίσκον εις τήν αιχμήν του, άγνώστου, εις εμέ τούλάχιστόν, χρήσεως.
 Πιθανόν νά πρόκειται περί φύλλου περγαμηνής ήπλωμένου επί τής τραπέζης καί προσηλωμένου εις τάς δύο άνω γωνίας μέ καρφίον.

 Παραπλεύρως τής χαμηλής τραπέζης είκονίζεται άναλόγιον(;), επί του όποιου κλειστόν έσταχωμένον βιβλίον καί έπ΄ αύτοΰ μακρον άνεπτυγμένον είλητάριον φθάνον μέχρι τοΰ εδάφους, δπου είκονί- ζεται καί έρριμμένον βιβλίον.

Εις τό βάθος άριστερά, όπισθεν τοΰ Εύαγγελιστοΰ, ύψοΰται περίεργον οικοδόμημα συγκείμενον εκ δύο συνηνωμένων τριπλεύρων πύργων, τό άνω μέρος τών οποίων φέρει επαλλήλους ζώνας κοσμημάτων.

'Η μικρογραφία αύτή είναι πιστότατον άντίγραφον τής είκόνος επίσης του Λουκά είς τον κώδ. 43 τής Μονής Σταυρονικήτα (Πίν. 16). Ή άπόλυτος αύτή όμοιότης επιτρέπει δύο άξίας λόγου διαπιστώσεις:

Τό περίεργον δηλαδή κτήριον όπισθεν τοΰ Λουκά είς τήν μικρογραφίαν πού μάς άπασχολεΐ είναι μικρόν τμήμα τών πολυτελών έλληνιστικοΰ χαρακτήρος οικοδομημάτων, τών είκονιζομένων είς τήν μικρογραφίαν τοΰ κώδικος τής Μονής Σταυρονικήτα.

 Ή είς τό ίδιον έξ άλλου αυτο χειρόγραφον επιγραφη επί τοΰ άνοικτοΰ βιβλίου πού κρατεί επί τών γονάτων ό Λουκάς είναι ή άρχή τοΰ Εύαγγελίου του Έπειδήπερ πολλοί έπεχείρησαν κλπ..
 Τοΰτο οδηγεί είς τήν σκέψιν, δόι τό μακρόν είλητάριον επί τοΰ άναλογίου πού φθάνει μέχρι τοΰ εδάφους θά πρέπη νά είναι αί Πράξεις τών άποστόλων, συγγραφεύς τών οποίων είναι έπίσης ό Λουκάς.
 Καί εϊναι μέν άληθές δτι είς τήν ήμετέραν μικρογραφίαν τό είλητάριον τοΰτο είναι άγραφον, είς τό πρότυπόν του όμως, τον κώδικα δηλαδή τής Μ. Σταυρονικήτα, τοΰτο φέρει σχήματα απομιμούμενα γράμματα κατά στήλας, δπως τοΰτο έγίνετο είς τά άρχαΐα έκ παπύρου είλητάρια. Ιδέαν δε άρκετά σαφή τής διατάξεως αύτής μάς δίδει τό είς τήν Βιβλιοθήκην τοΰ Βατικανού γνωστότατον είκονογραφημένον είλητάριον τοΰ Ίησοΰ τοΰ Ναυή, τό άντιγραφέν κατά τον 10ον αιώνα άπό παλαιοχριστιανικόν πρότυπον.

’Ήδη όμως άπό του τέλους περίπου του 10ου αίώνος ή λαμπρά σύνθεσις, όπως τήν βλέπομεν εις τον κώδικα τής Μ. Σταυρονικήτα, άρχίζει ν’ άπλοποιήται όσον άφορα εις τό πολύπλοκον οικοδόμημα του βάθους.
 Ό ζωγραφήσας τήν άπασχολοΰσαν ήμάς μικρογραφίαν του Μελενίκου διετήρησεν, όπως ειδομεν, άπό τό οικοδόμημα αύτό μικρόν μόνον τμήμα έκ του άριστεροΰ άκρου.
Εις τον άπό του 10ου αίώνος κώδ. 56 τής Εθνικής Βιβλιοθήκης Αθηνών ό ζωγραφήσας τον Λουκαν, άν καί άντιγράφει πιστότατα πρότυπον δμοιον πρός τον κώδικα τής Μ. Σταυρονικήτα, όσον άφορα τον Ευαγγελιστήν καί τά προ αύτοΰ έπιπλα, παραλείπει δμως καθ’ ολοκληρίαν τά οικοδομήματα του βάθους .
Τών κτηρίων όμως τούτων έπανευρίσκομεν τάς δύο πλευράς εις τον κώδ. 72 τής Μονής Πάτμου .
Εις ένα κώδικα τέλος τής Βιβλιοθήκης Bodleian τής ’Οξφόρδης παραλείπεται τό επιπλον μέ τό μακρόν άνοικτόν είλητάριον .

Ουτω άπό τήν γενομένην έρευναν προκύπτει τό άναμφισβήτητον συμπέρασμα, ότι ή εδώ έξεταζομένη είκών του Λουκά βυθίζοντος τήν γραφίδα εις τό μελανοδοχεΐον εύρίσκεται πλησιέστατα πρός παλαιόν πρότυπον, άπό κώδικα δηλαδή εντελώς άνάλογον πρός τον τής Μ. Σταυρονικήτα, όπως καί άπό κώδικα όμοιον πρός τον άπό του 10ου αίώνος Άθηναϊκόν 56.
Τό συμπέρασμα τοΰτο, δσον άφορα εις τήν παράστασιν του Εύαγγελιστοΰ, θά μάς είναι πολύ χρήσιμον, ως θά ίδωμεν κατωτέρω.

Ό Μάρκος (φ. 93ν. Διαστάσεις: 0,45 X 0,185 μ. Πίν. 5,6). Είκονίζεται καθήμενος, δπως καί οί άλλοι δύο Εύαγγελισταί, έπί σκαμνιού άνευ έρεισινώτου πρός δεξιά καί πατών επί υποποδίου.

Διά της δεξιάς κρατεί έπι τών γονάτων βιβλίον άνοικτόν.
Τήν άριστεράν μέ τήν γραφίδα εις τά δάκτυλα εχει επί άναλογίου, επί τοΰ οποίου άνοικτόν βιβλίον μέ έπίμηκες ορθογώνιον εις έκάστην σελίδα ύποδηλοΰν τήν γραμμένην επιφάνειαν.

Τό άναλόγιον στηρίζεται επί λεπτού κίονος, εις τον όποιον περιελίσσεται δελφίν.
 Παρά τό άναλόγιον χαμηλόν έρμάριον, επί τοΰ όποιου όργανα γραφής.
Κατά τό δεξιόν κάτω άκρον τής είκόνος κυλινδρική κίστη μέ ήμιάνοικτον πώμα πρός έναπόθεσιν κυλίνδρων χειρογράφων.

’Όπισθεν τοΰ Εύαγγελιστοΰ, κατά τό άριστερόν μέρος, οικοδόμημα εις σχήμα άρχαίου ναοΰ(;) μετά επιστυλίου στηριζομένου έπί τεσσάρων κιόνων φερόντων κορινθιακά κιονόκρανα καί εχοντος άνάγλυφον διακόσμησιν. Έπί τοΰ επιστυλίου άέτωμα καί άγρια φυτά. ’Όπισθεν τών κιόνων διακρίνεται ό τοίχος τοΰ σηκοΰ(;).

'Η μικρογραφία αυτή παρουσιάζει περίεργον άνάμειξιν στοιχείων προερχομένων άπό διάφορα πρότυπα, μέ βάσιν όμως τον κώδικα. 43 της Μ. Σταυρονικήτα (Πίν. 15).
Άπό τήν είς το αυτό χειρόγραφον παράστασιν τοΰ Ίωάννου (Πίν. 17) παρέλαβε πράγματι ό μικρογράφος τό άναλόγιον μέτόν έλισσόμενον δελφΐνα, όπως καί τήν κίστην μέ τό ήμιάνοικτον πώμα, παρέλειψεν όμως τούς εντός αύτής τρεις κυλίνδρους, πού ύποδηλοΰν ίσως τάς τρεις έπιστολάς τοΰ Θεολόγου.
 Τό επί τών γονάτων όμως τοΰ Μάρκου άνοικτόν βιβλίον δεν είκονίζεται ούτε εις τον κώδικα τής Μ. Σταυρονικήτα, ουτε εις τούς συγγενεστάτους πρός αύτόν, όπως ό ’Αθηναϊκός 562, ό κώδ. 21 Δημοσίας Βιβλιοθήκης τοΰ Λένινγραδ κ.ά.

Εις αύτούς ό Μάρκος κρατεί είς τήν δεξιάν γραφίδα. Τό επί τών γονάτων δμως βιβλίον εύρίσκομεν εις ετερον τύπον άπεικονίσεως τοΰ Εύαγγελιστοΰ, τον όποιον άντιπροσωπεύει, μεταξύ άλλων, 6 κώδ. 364 τής Βιβλιοθήκης τοΰ Βατικανού . Με τον τύπον δε αύτόν είκονίζεται ό Ματθαίος είς τον Άθηναϊκόν κώδ. 56 .
 Οί τέσσαρες τέλος κίονες μέ τά κορινθιακά κιονόκρανα, πού ύποβαστάζουν τό έπιστύλιον καί τό άέτωμα είς τήν μικρογραφίαν τήν εδώ έξεταζομένην, φαίνονται άντιγράφοντες τήν όπισθεν τοΰ Ματθαίου κιονοστοιχίαν είς τον κώδικα τής Μ. Σταυρονικήτα  (Πίν. 14).


Ό τύπος ούτος τής άπεικονίσεως τοΰ Μάρκου εμφανίζεται καί πάλιν τον 13ον αιώνα, δπως τον βλέπομεν διά τήν παράστασιν τοΰ Λουκά είς τον λαμπρόν κώδ. 5 τής άγιορειτικής Μονής Ίβήρων  καί είς τό άντίγραφον του, τον κώδ. 54 τής Εθνικής Βιβλιοθήκης τών Παρισίων .
 Τοΰτο είναι πολύ φυσικόν, δεδομένου ότι, όπως είναι γνωστόν, οί ζωγράφοι τής εποχής αύτής επανέρχονται είς τά παλαιά πρότυπα.

Είναι άξία ιδιαιτέρας προσοχής ή μορφή τοΰ Μάρκου είς τήν έξεταζομένην μικρογραφίαν, μέ τά άδρά χαρακτηριστικά τοΰ προσώπου, τά όποια καθιστά έντονώτερα τό βαθύ μέλαν χρώμα τής κόμης καί τοΰ πυκνοΰ κοντοΰ γενείου .
Τά έντονα αύτά χαρακτηριστικά εύρίσκομεν καί εις άλλας συγχρόνους περίπου μικρογραφίας, όπως π.χ. εις τον ώραιον Σιναϊτικόν κώδ. 2041.
 Ή σοβαρά εξ άλλου εκφρασις ενθυμίζει ζωηρώς τάς νεκρικάς προσωπογραφίας του Φαγιούμ τής Αίγύπτου.
Τοΰτο δε εξηγείται εύκόλως άν λάβωμεν ύπ΄ όψιν δτι ό Μάρκος εδρασεν εις τήν Αίγυπτον, οπού καί έμαρτύρησε καί έτάφη εις τήν ’Αλεξάνδρειαν.

 Ακόμη δέ οτι κατά τον 1ον μ.Χ. αιώνα, κατά τον όποιον εζησεν ό Μάρκος, ή τέχνη τής προσωπογραφίας εις τήν Αίγυπτον εύρίσκετο εις τήν άκμήν της.

 Είναι λοιπόν φυσικόν νά υποθέσωμεν δτι θά έγινε τότε υπό τών Χριστιανών ή είκών του Εύαγγελιστου καί Μάρτυρος Μάρκου, του οποίου διέσωσε τά πραγματικά χαρακτηριστικά.

Ό Χριστός (φ. 167ν. Διαστάσεις: 0,21x0,15 μ. Πίν. 7,8). Είκονίζεται ορθιος πατών έπί ύποποδίου.

 Τό άνω σώμα εϊναι έλαφρώς έστραμμένον πρός δεξιά, ως πρός τον θεατήν.
Εις τήν άριστεράν καλυπτομένην ύπό του ίματίου, τό όποιον άφήνει γυμνήν τήν άκραν χεΐρα, κρατεί κλειστόν είλητάριον.

Μέ τήν δεξιάν, καμπτομένην διαγωνίως προ του στήθους, εύλογεΐ.

Ή είκών αύτή του Ίησοΰ εύλογοΰντος φαίνεται άσφαλώς άντιγράφουσα παλαιότερον πρότυπον εντελώς άνάλογον μέ έκεΐνο πού έχρησιμοποίησεν ό ζωγραφήσας τον προφήτην Ιερεμίαν εις
τον κώδ. V 9 τής Λαυρεντιανής Βιβλιοθήκης τής Φλωρεντίας .


Ή άπεικόνισις τοΰ Ίησοΰ εύλογοΰντος εις τήν θέσιν αύτήν εϊναι άρκετά περίεργος καί, καθ’ όσον γνωρίζω, αν μή μοναδική εις τό ήμέτερον χειρόγραφον, πάντως σπανιωτάτη.

Δεν θα ήδύνατο δέ νά έξηγηθή ή έκεΐ παρουσία της, άν δεν ληφθή υπ οψιν τό εις τήν απέναντι σελίδα (φ. 168Γ) εύαγγελικον κείμενον.
Έκεΐ πράγματι υπάρχει περικοπή εκ τοΰ κατά Λουκαν Εύαγγελίου άναγινωσκομένη εις τήν λειτουργίαν τής 1ης Σεπτεμβρίου.
Συμφώνους πρός τό Μηναΐον, τήν ή μέραν αύτήν εορτάζεται ή αρχή τής  Ινδίκτου, ήτοι του νέου ετους.

 Κατά τό Συναξάριον δέ, ή Εκκλησία εορτάζει τήν πρώτην ταυτην (τοΰ μηνός), δι αυτής όλον άγιάζουσα και έπενλογούσα τον ένιαυτόν .
Εις τήν υμνολογίαν εξ άλλου τής ήμέρας αύτής, δηλαδή τής 1ης Σεπτεμβρίου, έπανειλημμένως άναπέμπεται δέησις πρός τον Χρίστον νά έπευλογήση τον άρχόμενον έκκλησιαστικόν ενιαυτόν . Χαρακτηριστικόν δέ έπί τοΰ προκειμένου είναι καί τό Άπολυτίκιον τής Ίνδίκτου:
'Ο πάσης δημιουργός τής κτίσεως, ό καιρούς και χρόνους εν τή ιδία εξουσία θέμενος, ευλόγησον τον στέφανον του ένιαντού τής χρηστότητός συν, Κύριε, κλπ

Ουτω λοιπόν ή υμνολογία τής 1ης Σεπτεμβρίου δικαιολογεί τήν έκεΐ άπεικόνισιν τοΰ Ίησοΰ εύλογοΰντος «τον στέφανον τοΰ ένιαυτόΰ».

Τά έπίτιτλα


'Όπως καί άνωτέρω εϊπομεν, εκτός τών τεσσάρων ολοσέλιδων μικρογραφιών πού ήδη έξητάσαμεν, κοσμούν τό χειρόγραφον καί πέντε έπίτιτλα. Τούτων σπουδαιότερον άπό είκονογραφικής άπό- ψεως είναι τό του φ. 1Γ, τό όποιον καί θά μάς άπασχολήση διά μακροτέρων κάπως.
Έπίτιτλον του φ. 1Γ. Άποτελεΐται άπό μέγα τετράγωνον (διαστ. 0,155 X 0,17 μ., Πίν. 9)  καί εύρίσκεται ύπεράνω τής περικοπής του κατά Ιωάννην, τής άναγινωσκομένης τήν ημέραν του Πάσχα.

Εις τό μέσον του τετραγώνου εϊναι εγγεγραμμένος κύκλος φέρων εντός δεύτερον συγκεντρικόν κύκλον μέ τήν εικόνα του Τη σου καθημένου έπί θρανίου άνευ έρεισινώτου καί πατοΰντος έπί υποποδίου.
 Ό Σωτήρ, πού άποτελεΐ τό κέντρον τής όλης συνθέσεως, εύλογεΐ μέ τήν έκτεταμένην δεξιάν, διά δε τής άριστεράς στηρίζει έπί του γόνατος κλειστόν Εύαγγέλιον μέ πολυτελή στάχωσιν.
 Μεταξύ του έξωτερικοΰ καί του έσωτερικοΰ κύκλου ή έπιγραφή:
+ Tη άγια και μεγάλη  Κυ(ριακή) τον Πάσχα Έύαγγέλιον εκ τ(ου) κατά Ίω(άννην).

’Έξω του έγγεγραμμένου κύκλου, εις τάς τέσσαρας γωνίας του τετραγώνου, είκονίζονται οί τέσσαρες Εύαγγελισταί έν προτομή έντός κύκλων κρατούντες καθείς τό Εύαγγέλιον του.

Παρά τούς Εύαγγελιστάς, εις τήν άνω καί κάτω πλευράν του τετραγώνου, είκονίζονται τέσσαρες ’Άγγελοι.
Εις τάς όρθάς πλευράς παριστάνονται, εκατέρωθεν τοΰ εγγεγραμμένου δίσκου εντός κύκλων άνω μέν δύο έξαπτέρυγα καί κάτω δύο Σεραφίμ.
’Έξω τοΰ τετραγώνου, είς τό ΰψος τοΰ εντός τοΰ κύκλου είκονιζομένου Ίησοΰ, παριστάνονται στρεφόμενοι πρός τον Σωτήρα άριστερά ή Θεοτόκος καί δεξιά ό Πρόδρομος, άμφότεροι ορθιοι μέ, τάς χεΐρας είς σχήμα δεήσεως.
 Κάτω τέλος τών δύο αυτών μορφών είκονίζεται αριστερά γέρων υψών τήν άριστεράν είς σχήμα κηρύγματος, δεξιά δε παριστάνονται δύο άλλαι μορφαί, εκ τών όποιων ή μία υψώνει επίσης τήν δεξιάν κατά τον ϊδιον τρόπον. Ούδεμία δύναται, νομίζω, νά ύπάρξη άμφιβολία δτι πρόκειται περί τής άπεικονίσεως τριών προφητών, τών όποιων δμως ό ταυτισμός δεν είναι εύκολος, λόγω τής μερικής φθοράς των.

Είναι φανερόν ότι τά διεσπαρμένα στοιχεία πού άποτελοΰν τό έξεταζόμενον επίτιτλον προέρχονται άναμφιβόλως άπό κάποιαν διαλελυμένην είκονογραφικήν σύνθεσιν, τήν όποίαν δεν θά ήτο άδύνατον νά ευρωμεν.
Τήν βάσιν πρός τοΰτο μάς δίδουν αί είς τό αύτό υψος εύρισκόμεναι τρεις μορφαί, τής Παναγίας, τοΰ είς τό μέσον καθημένου Ίησοΰ καί τοΰ δεξιά είκονιζομένου Προδρόμου. Αί τρεις αύταί μορφαί άπαρτίζουν πράγματι τήν πασίγνο^στον σύνθεσιν τής Δεήσεως.

Οί τέσσαρες Εύαγγελισταί καί οί ίσάριθμ,οι ’Άγγελοι, οί είκονιζόμενοι είς τό επίτιτλον πού μάς άπασχολεΐ, άποτελοΰν στοιχεία τής λεγομένης Μεγάλης Δεήσεως, τής όποίας τήν άπεικόνισιν επί τοΰ άργυροΰ επιστυλίου τοΰ δευτέρου τέμπλου τής Άγιας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως (563) γνωρίζομεν άπό τήν περιγραφήν τοΰ Παύλου Σιλεντιαρίου .
Ιδέαν λίαν σαφή τής Μεγάλης Δεήσεως, όπως αυτη διεμορφώθη κατά τούς μετά τήν Είκονομαχίαν χρόνους, μας δίδει το έπιστύλιον τοΰ τέμπλου τής εις τήν Σεβάστειαν άνασκαφείσης εκκλησίας.
Έκεΐ πράγματι εύρίσκομεν εις επίπεδόγλυφον τεχνικήν ώς κεντρικήν μέν παράστασιν τά τρία πρόσωπα τής Δεήσεως—Παναγίαν, Χρίστον καί Πρόδρομον— εκατέρωθεν τής όποίας άνά δύο ’Αγγέλους καί μετ’ αύτούς σειράν άγιων.
 Διά τούς χρόνους τών Παλαιολόγων χαρακτηριστικών παράδειγμα είναι ή σειρά τών λαμπρών εικόνων τών προερχομένων άπό τό τέμπλον τοΰ Καθολικοΰ τής άγιορειτικής Μονής Χιλανταρίου.


 Έκεΐ παριστάνονται ή Δέησις, δύο ’Αρχάγγελοι, ό Πέτρος, ό Παύλος καί οί τέσσαρες Εύαγγελισταί.
Μελετώντες άλλοτε τάς μικρογραφίας τοΰ Εύαγγελίου τοΰ άποκειμένου εις τό Έλληνικόν Ίνστιτοΰτον τής Βενετίας, προκειμένου περί τοΰ εις τήν αρχήν τοΰ χειρογράφου είκονιζομένου έπιτίτλου, έσχετίσαμεν αύτό μέ τό λίαν άνάλογον τοΰ Εύαγγελίου τοΰ Μελενίκου, πού εδώ τώρα μας άπασχολεΐ.

Κατελήξαμεν δέ εις τήν ύπόθεσιν ότι άμφότερα πηγάζουν άπό κοινόν πρότυπον, τό όποιον παρέστησαν διαλελυμένον κατά τον ϊδιον σχεδόν τρόπον.
 Τό πρότυπον εκείνο εΐχομεν ύποθέσει δτι ήτο ή παράστασις τής Μεγάλης Δεήσεως εις τό έπιστύλιον του τέμπλου κάποιου ναοΰ. 
Τοιαύτην δέ ύπόθεσιν θά ήδύνατο νά εύνοήση ή μικρογραφία του Σιναϊτικοΰ κώδ. 208 . 


Η έκεΐ παράστασις τής Δεήσεως καί κατά τάς γωνίας τών τεσσάρων Ευαγγελιστών έστραμμένων πρός τον Ίησοΰν δεικνύει τήν έκεΐθεν προέλευσιν τής μικρογραφίας, ως ήδη παρετήρησεν ό Weitzmann .
Λεπτομερεστέρα όμως μελέτη του έπιτίτλου του κώδικος του Μελενίκου, πού εδώ μάς απασχολεί, όπως καί του έπιτίτλου εις τό Εύαγγέλιον τής Βενετίας, μας έφερεν εις άλλα πολύ, όπως νομίζω, πιθανώτερα συμπεράσματα.
Εις τούτο συνετέλεσεν ιδίως ή άπεικόνισις εις άμφότερα τά έπίτιτλα τών δύο Έξαπτερύγων καί τών δύο Σεραφίμ.
 Ταΰτα πράγματι ούδόλως είκονίζονται εις τάς γνωστάς μου τούλάχιστον παραστάσεις τής Μεγάλης Δεήσεως πού κοσμούν τά τέμπλα τών εκκλησιών, εις τάς όποίας εύρίσκονται σχεδόν πάντοτε μόνον ’Άγγελοι πού τούς βλέπομεν καί εις τά δύο έπίτιτλα τά έδώ έξεταζόμενα.

Ή Δέησις όμως άποτελεΐ, δπως είναι γνωστόν, τό κεντρικόν θέμα καί μιας άλλης μεγάλης καί πολυπλόκου συνθέσεως, δηλαδή τής Δευτέρας Παρουσίας .
Εις όλας πράγματι τάς άπό τούς μεταεικονομαχικούς χρόνους παραστάσεις τής Δευτέρας Παρουσίας είκονίζεται εις τό άνω μέρος τής δλης πολυπροσώπου συνθέσεως ή Δέησις μέ τον Χρίστον έπί θρόνου καί έκατέρωθέν του τήν Θεοτόκον καί τον Πρόδρομον όρθιους δεομένους .
Εις τήν Δέησιν όμως αυτήν, εκτός άπό τάς στρατιάς τών Αγγέλων, πού δορυφοροΰν τον Ίησοΰν, εύρίσκονται παρά τούς πόδας τοΰ Σωτήρος δύο Έξαπτέρυγα καί δύο Σεραφίμ μέ κλειστάς τάς πτέρυγας (Παναγία τών Χαλκέων), άλλου μέ άνοικτάς (Παρισινός κώδ. 74, Torcello) καί άλλου τέλος δύο μόνον 'Εξαπτέρυγα (Έλεφάντινον άνάγλυφον τοΰ Victoria and Albert Museum) .

Τά 'Εξαπτέρυγα λοιπόν καί τά Σεραφίμ άποτελοΰν στοιχεΐον άπαραίτητον είς τήν Δέησιν, δταν αυτη, ώς κεντρικόν θέμα, είκονίζεται είς τήν σκηνήν τής Δευτέρας Παρουσίας. Ενίοτε προστίθενται καί άλλαι ούράνιαι δυνάμεις, όπως οί Τροχοί (Παρισινός κώδ. 74), επί τών όποιων μάλιστα είς τήν Στουντένιτσα πατεΐ ό Τησοΰς .
Είς τό επίτιτλον τοΰ Εύαγγελίου τής Βενετίας είκονίζονται άκόμη καί οί δύο κορυφαίοι Απόστολοι Πέτρος καί Παΰλος .
 Καί ούτοι όμως ύπάρχουν βεβαίως καί εις μερικάς παραστάσεις τής Μεγάλης Δεήσεως, άλλ’ άποτελοΰν καί μέρος τής Δευτέρας Παρουσίας, εις τηv όποίαν οι δώδεκα Μαθηταί κάθονται έπί θρόνων εκατέρωθεν της Δεήσεως.
 Eις μιαν τοιχογραφίαν της Καππαδοκίας όπου η 
Δέησις εύρίσκεται είς τήν άψΐδα άντί τής Πλατυτέρας, βλέπομεν παρά τούς πόδας τοΰ ’Ιησού εντός κύκλων τάς προτομάς τού Πέτρου καί τού Παύλου.
 Ταύτας έπανευρίσκομεν καί είς άλλο καππαδοκικόν μνημεΐον, είς τήν άψιδα τού οποίου εικονίζεται ό ’Ιησούς μεταξύ δύο ’Αγγέλων4 

Είναι λοιπόν πολύ πιθανόν, ότι ή παρουσία τών δύο κορυφαίων ’Αποστόλων είς τήν Μεγάλην Δέησιν προέρχεται άπό τήν Δευτέραν Παρουσίαν.
Οΰτω εκ τής γενομένης έρεύνης προκύπτει τό άρκετά θετικόν, δπως τούλάχιστον νομίζω, συμπέρασμα, ότι αί υπό μορφήν διαλελυμένην εικόνες είς τό έπίτιτλον τού Εύαγγελίου τού Μελενίκου, πού έδώ μάς άπασχολεΐ, όπως καί είς τό έπίτιτλον τού Εύαγγελίου τής Βενετίας, προέρχονται όχι άπό τήν σύνθεσιν τής Μεγάλης Δεήσεως, όπως είχομεν άλλοτε ύποθέσει, άλλ’ άπό τήν πολυπρόσωπον καί πολύπλοκον παράστασιν τής Δευτέρας Παρουσίας, είς τήν όποίαν ή Δέησις άποτελεΐ τό δεσπόζον θέμα.

Μίαν τέλος ενδειξιν περί τούτου παρέχουν ακόμη καί αί τρεις μορφαί είς τό κάτω μέρος τού έπιτίτλου τοΰ Μελενίκου, ή οχι καλή διατήρησές τών οποίων δεν μάς έπέτρεψε τον ταυτισμόν.
 Εις τούτον μάς οδηγεί όμως τό κείμενον τής Ερμηνείας τών ζωγράφων τό περιγράφον τήν σκηνήν τής Δευτέρας Παρουσίας, όπου άναφέρονται τά εξής: 


Και μακρόθεν ούτοι οΐ προφήται μέ χαρτία λέγοντες ό Ήσαιας (...). 'Ο Ιωήλ (...). 'Ο Δανιήλ .(...) .


 Είναι άληθές ότι εις τάς προ τής Άλώσεως παραστάσεις τής Δευτέρας Παρουσίας, τάς εις εμέ τουλάχιστον γνωστάς, ούδαμοΰ εμφανίζονται οί τρεις αύτοί προφήται. 
Άπό του 16ου αίώνος καί εξής εύρίσκομεν δύο τοιαύτας μορφάς, άν καί σπανίως, εις τήν σκηνήν αύτήν είκονιζομένας έν προτομή εις τό άνω μέρος «μακρόθεν» μέ άνοικτά είλητάρια εις τάς χεΐρας . Είναι πολύ πιθανόν, άν μή βέβαιον, ότι οί Κρήτες άγιογράφοι, πού είργάσθησαν τον 16ον αιώνα εις τό Άγιον Ορος, είχον προ οφθαλμών βυζαντινά πρότυπα, τά όποια σήμερον δεν είναι άκόμη γνωστά.


Κλείνοντες τον περί του λίαν ενδιαφέροντος αύτοΰ έπιτίτλου λόγον, δέον νά προσθέσωμεν ότι κάτω αύτου εύρίσκεται τό άρχικόν γράμμα Ε σχηματιζόμενον άπό κλάδους μέ φύλλα κισσού, έντός του όποιου είκονίζεται νεανική μορφή καθημένη καί γράφουσα.
 Δύναται νά θεωρηθή άπολύτως βέβαιον ότι ή μορφή αύτή είκονίζει τον Πρόχορον, ο όποιος εγραψε τό τέταρτον Εύαγγέλιον καθ’ ύπαγόρευσιν του Ιωάννου του Θεολόγου. Εις τον κώδικα του Έλληνικοΰ ’Ινστιτούτου τής Βενετίας πού, ώς είδομεν, άνήκει είς τήν ιδίαν οικογένειαν μέ τό Εύαγγέλιον τοΰ Μελενίκου, τό Ε είς τήν άρχήν τοΰ κατά Ίωάννην περιλαμβάνει τάς μικροσκοπικάς εικόνας τοΰ Θεολόγου καί τοΰ Προχόρου γράφοντος.


 Διατί όμως ό ζωγράφος τοΰ Εύαγγελίου τοΰ Μελενίκου παρέλειψε τον Ίωάννην καί είκόνισεν εντός τοΰ άρχικοΰ Ε μόνον τον Πρόχορον γράφοντα;
Την εξήγησιν μας δίδει το γεγονός οτι εις τον κώδικα του Μελενίκου είκονίζετο είς τήν άρχήν ό ’Ιωάννης, τοΰ όποιου ή ολοσέλιδος μικρογραφία έχει, ώς εΐδομεν, άπολεσθή


Τοΰτο άποδεικνύεται άπολύτως βέβαιον έκ τοΰ ότι σώζονται είς τό χειρόγραφον αί εικόνες τών τριών άλλων Ευαγγελιστών, τάς όποίας άνωτέρον έξητάσαμεν. 
H άπεικόνισις λοιπόν τοΰ Θεολόγου μετά τοΰ γράφοντος Προχόρου εντός τοΰ άρχικοΰ Ε ήτο περιττή, άφοΰ είς τήν άπέναντι σελίδα ύπήρχεν ή είκών του. Τό γεγονός τής άπεικονίσεως μόνου τοΰ Προχόρου είς τό άρχικόν Ε μάς επιτρέπει νά συμπεράνωμεν ότι είς τήν άπολεσθεΐσαν μικρογραφίαν ο Ιωάννης θά είκονίζετο μόνος, όπως καί είς τήν μικρογραφίαν τοΰ κώδ. 43 τής Μ. Σταυρονικήτα2 (Πίν. 17) καί άκόμη είς τον Άθηναϊκόν κώδ. 563.


Διαφορετικά είναι όμως τά πράγματα σχετικώς μέ τον κώδικα τής Βενετίας. Έκεΐ δηλαδή δέν υπάρχουν αύτοτελείς εικόνες τών Ευαγγελιστών. Ό ζωγράφος ουτω ήναγκάσθη νά συμπτύξη εντός τοΰ άρχικοΰ Ε καί τον Τωάννην καί τον Πρόχορον, έχων πρός τοΰτο προ οφθαλμών τάς πολλάς παραστάσεις τοΰ Θεολόγου ύπαγορεύοντος είς τον τελευταΐον τό Εύαγγέλιον του.

Τά λοιπά έπίτιτλα

Έρχόμεθα τώρα είς τήν εξέτασήν τών υπολοίπων τεσσάρων έπι-τίτλων πού ύπάρχουν είς τον κώδικα.


Φ. 46Γ. ’Ορθογώνιον έπίτιτλον (δαστ. 0,11 X 0,185 μ. ΙΙίν. 10).
 Εύρίσκεται άνω τής περικοπής Ματθ. 5, 42 κ.έξ. Εντός πλαισίου κοσμουμένου μέ συνεχείς ρόδακας εύρίσκεται ή έπιγραφή:,
+Σάββατον πρώτ(ον) μετά τήν Ν. (Πεντηκοστήν)+/+ Εκ τον κατά Ματθαϊον.
Είς τό άνω μέρος τοΰ πλαισίου εικονίζεται είς τό μέσον λεκάνη μετά βάσεως πλήρης υδατος. Είς αύτήν προσέρχονται τέσσαρες πέρδικες, δύο έξ έκάστης πλευράς, εκ τών οποίων ή μία μικροτέρα καί ή άλλη μεγαλυτέρα.









Φ. 68Γ. Έπίτιτλον όμοιου σχήματος (διαστ. 0,115 X 0,185μ. Πίν. 11).
Τό πλαίσιον κοσμείται μέ σχηματοποιημένους κλάδους καί άνθη.
Εντός τοΰ πλαισίου ή έπιγραφή: +Σάββατoν πρώτον τον νέου ετους. Εύρίσκεται ύπεράνω τής περικοπής Λουκ. 4,31.
Είς τό άνω μέρος τοΰ πλαισίου εικονίζεται είς τό μέσον άναβρυτήριον μέ λαβάς έπί βάσεως. Πρός αύτό διευθύνονται αριστερά μία πέρδιξ(;) καί εν παγώνιον, δεξιά δέ έπίσης μία πέρδιξ(;) καί παρ΄αύτήν άλλο παγώνιον, τό οποίον άπομακρύνεται άπό τό άναβρυτήριον. ’Άνω τέλος δύο πτηνά ίπτανται διευθυνόμενα πρός τό άναβρυτήριον.



Φ. 94Γ. Έπίτιτλον όμοιου σχήματος μέ τά προηγούμενα (διαστάσεις 0,245 X 0,185 μ. Πίν. 12).
Τό πλαίσιον φέρει διακόσμησιν λίαν σχηματοποιημένην.
Εντός τοΰ πλαισίου ή έπιγραφή: + Σά(ββατον) Α' τών νηστειών ήτοι του αγίου μ(ά)ρ(τυρος) Θεοδώ(ρον) Εναγγέ(λιον).
 Εύρίσκεται ύπεράνω τής περικοπής Μάρκ. 2,23 κ.έξ.
Εις τό άνω μέρος του πλαισίου άναβρυτήριον μέ δύο λαβάς έπί βάσεως. Εκατέρωθεν δύο παγώνια
κατευθυνόμενα πρός αύτό.



Φ. 168Γ. Έπίτιτλον όμοιου σχήματος (διαστ. 0,13 X 0,175 μ. Πίν. 13).
 Τό πλαίσιον κοσμείται μέ σχηματοποιημένα άνθη.
Εντός του πλαισίου ή επιγραφή:  +Μηνί Σεπτε( μβρίω) α΄. Άρχ(ή) τής Ινδ(ίκτου) κ(αι) μνήμ(η) του\όσ(ίου) Συμεών του στ(ν)λ(ίτ)ου.
 Γίνεται δέ και/σύναξις τής υπεραγίας Θ(εοτό)κου τ(ής;) τ(ών;) /Μιασινών έν τοϊς Χαλκοπρατείοις.
Εύρίσκεται ύπεράνω τής περικοπής του Λουκά 4,17 κ.έξ.

’Άνω του πλαισίου εις τό μέσον διπλοΰν άναβρυτήριον μέ λαβάς έπί χαμηλής στήλης. Εκατέρωθεν αύτοΰ ίέραξ(;) σπαράσσων λαγωόν καί δεξιά ίέραξ(;) εχων εις τούς πόδας του πέρδικα.
Ό,τι χαρακτηρίζει τά τέσσαρα αύτά έπίτιτλα είναι ή ζωηρότης τών χρωμάτων, ή χάρις καί ή κομψότης του σχεδίου, ιδίως εις τά πτηνά καί τά ζώα πού κοσμούν τό άνω μέρος του τετραπλεύρου.

 Τά χαρακτηριστικά ταΰτα μαρτυροΰν τήν έκ τής Πρωτευούσης προέλευσίν των, όπως δύναταί τις νά διαπιστώση άπό τήν σύγκρισιν πρός άλλα χειρόγραφα, κυρίως του 11ου αίώνος, εις τά όποια τά ζώα καί τά πτηνά κοσμούν τό άνω μέρος τών κανόνων άντιστοιχίας τών Εύαγγελίων.
Εις τούς κώδικας αύτούς παρατηρεΐται κάποια εξέλιξις άρκετά ενδιαφέρουσα.
Ουτω εις τον κώδ. 64 τής Εθνικής Βιβλιοθήκης τών Παρισίων άνήκοντα εις τάς άρχάς του 11ου αίώνος μερικαί άπό τάς μικράς αύτάς εικόνας άποτελοΰν ολόκληρον σύνθεσιν κυνηγίου ή παριστάνουν έξωτικά ζώα (καμήλους καί ελέφαντας όδηγουμένους υπό νεαρού νέγρου είς τό ΰδωρ άναβρυτηρίου).


 Τά εξωτικά αυτά ζώα ήσαν γνωστά είς τούς Βυζαντινούς άπό τάς επιδείξεις των είς τον Ιππόδρομον, όπως μάς επιτρέπουν νά διαπιστώσωμεν αί πασίγνωστοι τοιχογραφίαι είς τά κλιμακοστάσια τής Άγιας Σοφίας τοΰ Κιέβου.
 Άλλοΰ τέλος είκονίζεται τό παλαιότατον θέμα τών πάγων ίων πού σπεύδουν νά πιουν άπό τό είς τό μέσον εύρισκόμενον άναβρυτήριον.


Αί μικροσκοπικαί δμως αύταί εικόνες, παρά τήν άναμφισβήτητον κομψότητα καί τήν λεπτήν των τέχνην, είναι τόσον πυκναί ύπεάνω των Κανόνων αντιστοιχίας τών Εύαγγελίων, ώστε νά δίδουν
τήν έντύπωσιν ύπερβολικοΰ βάρους.

Άλλά διαρκοΰντος τοΰ 11ου αίώνος αί μικραί αύταί παραστάσεις γίνονται λιτότεραι καί ουτω έπέρχεται άρκετή ισορροπία και έλαφρότης είς τήν σύνθεσιν. Τά χαρακτηριστικά πραγματι ταΰτα ευρισκομεν εις τους ωραίους Κανόνας άντιστοιχίας τοΰ κώδ. 5 τής Παλατινής Βιβλιοθήκης τής Πάρμας, τον όποιον ό Β. Λαζαρεφ χρονολογεί άπό τοΰ τέλους τοΰ 11ου αίώνος.

’Εκεί μία Σειρήν παίζουσα λύραν καί εις Κένταυρος κρούων δύο κύμβαλα είκονίζονται εκατέρωθεν άναβρυτηρίου ευρισκομένου κάτωθεν κιβωρίου, δύο δε πτηνά πετώσι πρός τό ΰδωρ.

 Τέλος τον 12ον αιώνα τά άντιμέτωπα ζώα ή πτηνά εκατέρωθεν οχι πλέον άναβρυτηρίου, άλλά σχηματοποιημένου άνθεμίου, είναι δυσαναλόγως μεγάλα ώς πρός τάς διαστάσεις τοΰ Κανόνος, όπως είς τό σπάραγμα Εύαγγελίου τής Δημοσίας Βιβλιοθήκης τοΰ Λένινγκραδ  ή τοΰ έπιτίτλου, όπως είς τον κώδ. Coislin 193 τής Εθνικής Βιβλιοθήκης τών Παρισίων.
Άπό τήν πρόχειρον αύτήν επισκοπήσιν γίνεται φανερόν ότι τά έπίτιτλα τοΰ Εύαγγελίου τοΰ Μελενίκου, πού εδώ μας άπησχόλησαν, μέ τήν σχετικήν λιτότητα τών θεμάτων, τά οποία τά κοσμούν, πρέπει νά τοποθετηθοΰν είς τά τέλη περίπου τοΰ 11ου ή είς τάς άρχάς τοΰ 12ου αίώνος, είς τήν εποχήν δηλαδή όπου μάς οδηγεί καί ή γραφή τοΰ κώδικος.

Αί μικρογραφίαι καί τό χειρόγραφον

Οί Εύαγγελισταί καί ό Ίησοΰς, τών όποιων τάς εικόνας λεπτομερώς άνωτέρω έξητάσαμεν, δέον καί πάλιν έδώ νά μάς άπασχολήσουν άπό διαφορετικής όμως άπόψεως.

Πρόκειται δηλαδή νά έξετάσωμεν έδώ τάς μικρογραφίας ταύτας σχετικώς μέ τον κώδικα, τον όποιον κοσμοΰν. Είναι δηλαδή αύται σύγχρονοι μέ τό χειρόγραφον, είς τό όποιον τώρα εύρίσκονται;
Διά νά δοθή μία θετική οπωσδήποτε άπάντησις είς τό λίαν ένδιαφέρον ζήτημα τοΰτο είναι κατ’ αρχήν άνάγκη νά έξετασθή άν τά φύλλα, έπί τών όποιων αί εικόνες, συνδέονται όργανικώς μέ τον κώδικα.

Ή έξέτασις τοΰ κώδικος άπό τής άπόψεως αύτής άποδεικνύει τά εξής: Είκών τοΰ Ματθαίου (φ. 45ν). Είναι ζωγραφημένη έπί άνεξαρτήτου φύλλου παρεντεθειμένου είς τό μέσον τετραδίου τοΰ χειρογράφου (φφ. 44-46).

Είκών του Λουκά (φ. 67ν). Εύρίσκεται έπί διφύλλου παρεντεθειμένου μεταξύ δύο τετραδίων (φφ. 66-68).
Είκών του Μάρκου (φ. 93ν). Όμοίως έπί διφύλλου μεταξύ δύο τετραδίων (φφ. 92-94).

Είκών του Χρίστου (φ. 167ν). Έπί ένός παρενθέτου φύλλου μεταξύ δύο τετραδίων (φφ. 166-168).

Είναι ούτω φανερόν ότι αί τέσσαρες μικρογραφίαι δεν δύνανται νά θεωρηθούν σύγχρονοι μέ τον κώδικα, άφοΰ δέν συνδέονται όργανικώς μέ αύτόν, άλλ΄ εύρίσκονται εις φύλλα καί δίφυλλα παρεντεθειμένα άπλώς μεταξύ τών τετραδίων τών άποτελούντων τό χειρόγραφον.

Αί μικρογραφίαι λοιπόν προέρχονται άναμφιβόλως άπό χειρόγραφον παλαιότερον.

'Υπάρχουν όμως σαφείς ένδείξεις πείθουσαι κατά τρόπον άπολύτως θετικόν ότι τά δίφυλλα καί τά φύλλα μέ τάς εικόνας παρενεβλήθησαν εις τό χειρόγραφον όχι έκ τών υστέρων άλλ’ όταν τοΰτο έγράφετο λήγοντος του 11ου ή άρχομένου του 12ου αίώνος.
Τοΰτο προκύπτει σαφώς άπό τό γεγονός ότι εις τρεις μικρογραφίας έπί τής οπίσθιας οψεως του φύλλου, όπου αύται, περιέχεται συνέχεια τής εύαγγελικής περικοπής τής εύρισκομένης εις τήν προηγουμένην σελίδα.

Ουτω: Ματθαίος: 'Η οπίσθια οψις άγραφος.
Λουκάς: Έπί τής οπίσθιας δψεως Ματθαίου 15. 24-28.
Μάρκος: Έπί τής οπίσθιας οψεως Ματθαίου 6. 17-21.
 Χριστός: ’Όπισθεν Ίωάννου 20. 8-14.

Δέον τέλος νά σημειωθή ότι τό όπισθεν τών εικόνων κείμενον είναι τής ίδιας έντελώς γραφής μέ τήν του όλου κώδικος καί δτι συνεπώς έγράφη δταν τά δίφυλλα καί τά φύλλα μέ τάς μικρογραφίας είχον ένσωματωθή είς τό γραφόμενον χειρόγραφον.

 Τοΰτο σαφώς διδάσκει ότι αί εικόνες οχι μόνον δέν είναι σύγχρονοι μέ τον κώδικα, άλλα καί δτι δέν είναι δυνατόν νά παρενεβλήθησαν έκ τών υστέρων, όταν δηλαδή ούτος είχε πλέον γραφή.

Έξ όσων μέχρι τοΰδε έξεθέσαμεν προκύπτει τό σαφές, όπως νομίζω, συμπέρασμα, ότι αί τέσσαρες ολοσέλιδοι μικρογραφίαι αί είκονίζουσαι τούς τρεις Εύαγγελιστάς καί τον Χρίστον προέρχονται έκ χειρογράφου παλαιοτέρου.
 Τούτο δέν είναι βεβαίως μοναδική περίπτωσις είς τον άπασχολουντα ημάς κώδικα, καθ’ όσον ύπάρχουν πολλά άνάλογα παραδείγματα.
’Αναφέρω ένδεικτικώς τον κώδ. Garrett 6 τής Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης του Princeton, προερχόμενον άπό τήν άγιορειτικήν Σκήτην τοΰ Άγιου ’Ανδρέου.
 Είς τό χειρόγραφον αύτό, γραφέν κατά τον 12ον αιώνα, έχουν παρεντεθή πέντε ολοσέλιδοι μικρογραφίαι προερχόμεναι άπό κώδικα τοΰ δευτέρου ήμίσεος τοΰ 9ου αίώνος. ’Εκείνο όμως πού είς τον κώδικα τοΰ Μελενίκου άποτελεΐ σπανιωτάτην, άν μή μοναδικήν περίπτωσιν είναι τό γεγονός ότι ή παρεμβολή τών έκ παλαιοτέρου χειρογράφου προερχομένων εικόνων έγένετο κατά τον χρόνον, όπως εϊδομεν, τής γραφής τοΰ χειρογράφου.

Είς ποίαν όμως έποχήν άνήκουν αί μικρογραφίαι αί οΰτω ένσωματωθεΐσαι είς τό Εύαγγέλιον τοΰ Μελενίκου;
Προτοΰ δοθή άπάντησις είς τό έρώτημα είναι άνάγκη ν’ άσχοληθώμεν μέ τήν τεχνοτροπίαν των.

'Η τεχνοτροπία 


Τόσον αί μορφαί είς τάς μικρογραφίας τοΰ χειρογράφου, όσον καί τά οικοδομήματα τά είκονιζόμενα όπισθεν τών μορφών παρουσιάζουν μερικά ιδιαιτέρας σημασίας τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά, τά όποια πρέπει εδώ νά έξετάσωμεν.
 Άπό τήν έξέτασιν αύτήν θά προκόψουν τά άπαραίτητα στοιχεία διά τήν χρονολόγησιν τών μικρογραφιών.


Αί μορφαί

Ο,τι χαρακτηρίζει τάς εικόνας τών τριών Εύαγγελιστών —Ματθαίου, Λουκά και Μάρκου— είναι ή μνημειακή των έμφάνισις καί ό ολος κλασσικός των χαρακτήρ.

Εϊδομεν άνωτέρω (σ. 17) ότι, συμφώνως πρός τάς παρατηρήσεις τοΰ Friend καί κυρίως τοΰ Weitzmann, αί εικόνες τών Ευαγγελιστών σχετίζονται μέ αρχαίους άνδριάντας φιλοσόφων καί διανοουμένων. 

Τοΰτο είναι ιδίως φανερόν είς τάς μικρογραφίας τοΰ κώδικος 43 τής άγιορειτικής Μονής Σταυρονικήτα (Πίν. 14-17), άπό πρότυπον άνάλογον, άπό τάς όποίας άπορρέουν άναμφιβόλως, ώς εϊδομεν, αί τοΰ Εύαγγελίου του Μελενίκου.

Έκεΐθεν λοιπόν ό μνημειακός καί κλασσικός των χαρακτήρ, τον όποιον όμως σπανίως πλέον εύρίσκομεν είς τάς εικόνας τών Εύαγγελιστών πού κοσμοΰν τούς κώδικας τούς γραφέντας άπό τοΰ τέλους περίπου τοΰ 11ου αίώνος καί εξής.

Έκτος δηλαδή ολίγων εξαιρέσεων πού παρατηροΰνται είς χειρόγραφα έξελθόντα ίδιους άπό καλλιγραφικά εργαστήρια τής Κωνσταντινουπόλεως καί άντιγράφοντα παλαιότερα πρότυπα, οί Εύαγγελισταί παρουσιάζουν τήν σχηματοποιημένην μορφήν τήν έπικρατήσασαν είς τήν ζωγραφικήν τοΰ 12ου αίώνος, κατά τάς άρχάς τοΰ όποιου έγράφη τό Εύαγγέλιον τοΰ Μελενίκου.

Κάποιο πρόβλημα όμως παρουσιάζει ή είκών τοΰ Ίησοΰ.
'Όπως δηλαδή καί άνωτέρω παρετηρήσαμεν (σ. 22), ή όλη παράστασις του εύλογοΰντος Χρίστου προέρχεται βεβαίως άπό παλαιόν πρότυπον, τό όποιον λήγοντος του 10ου ή άρχομένου του 11ου αίώνος έχρησιμοποίησε καί ό ζωγραφήσας τον Προφήτην 'Ιερεμίαν εις τον κώδ. V. 9 τής Λαυρεντιανής Βιβλιοθήκης τής Φλωρεντίας. 
Ή εκτέλεσις όμως εις τήν μικρογραφίαν του Εύαγγελίου του Μελενίκου εμφανίζεται κάπως διάφορος άπό τήν εις τάς εικόνας τών τριών Ευαγγελιστών. 


Είναι δηλαδή εις αυτήν όλιγώτερον έμφανής ή κλασσικότης πού χαρακτηρίζει τούς τρεις Εύαγγελιστάς. Εις τό ζήτημα όμως αυτό θά έπανέλθωμεν κατά τήν έξέτασιν τής τεχνικής τών μικρογραφιών.
Οΰτω αί γενόμεναι έδώ παρατηρήσεις επιβεβαιώνουν τό γεγονός δτι αί τέσσαρες μικρογραφίαι προέρχονται άπό χειρόγραφον παλαιότερον.

'Η τεχνική μάς δίδει μίαν ακόμη, έπιβεβαίωσιν τών άνωτέρω ¦παρατηρήσεων.

Άξια ιδιαιτέρας προσοχής είναι ή άπαλή χρωματική κλίμαξ εις τά πρόσωπα καί εις τά ένδύματα τών Ευαγγελιστών.

Οί έλαφρώς γαλανοί, έρυθροί καί καστανόχροοι τόνοι εις τά ένδύματα καί αί άπαλαί σκιαί εις τάς πτυχάς δίδουν εις τάς εικόνας τήν έντύπωσιν ελληνιστικών τοιχογραφιών.

 Τήν έντύπωσιν δέ αύτήν επιτείνει τό ώχρόλευκον χρώμα του προσώπου μέ τό έλαφρώς ρόδινον πού τονίζει τάς παρειάς.
Τά χρωματικά αύτά χαρακτηριστικά μάς οδηγούν πρός τήν εικόνα του Μάρκου, τήν μόνην άπομείνασαν εις τον άπό τών αρχών πιθανώς του 10ου αίώνος κωδ. 33 τής άγιορειτικής Μονής Φιλοθέου.


Οι ίδιοι ελαφροί χρωματικοί τόνοι άς τό ένδυμα, τό ίδιον ώχρόλευκον χρώμα είς τό πρόσωπον, ή ίδια τέλος έντύπωσις τοιχογραφίας.

 Ή μόνη διαφορά μεταξύ τής μικρογραφίας αύτής καί τών είς τον κώδικα τοΰ Μελενίκου είναι ή άναμφισβητήτως άνωτέρα τεχνική έκτέλεσις τών τελευταίων τούτων.

Ή μικρογραφία τοΰ εύλογοΰντος Ίησοΰ είς τό Εύαγγέλιον τοΰ Μελενίκου δεν παρουσιάζει, όπως καί άνωτέρω έσημειώσαμεν, τόσον εμφανή τά χαρακτηριστικά πού ευρομεν είς τούς τρεις Εύαγγελιστάς.

Τά έντονα χρώματα καί αί ζωηραί μαΰραι γραμμαί πού τονίζουν τά περιγράμματα καί τάς πτυχάς τοΰ ενδύματος, εύρίσκονται είς άντίθεσιν μέ τήν άπαλότητα τών τόνων πού ευρομεν είς τούς Εύαγγελιστάς.
Κάποιαν διαφοράν εύρίσκομεν άκόμη καί είς τό χρώμα τοΰ προσώπου. Δεν δύναται βεβαίως νά ύπάρξη άμφιβολία ότι καί ή μικρογραφία αύτή προέρχεται άπό τό ίδιον παλαιόν χειρόγραφον, άπό τό όποιον καί οί τρεις Εύαγγελισταί.
Είναι όμως πολύ πιθανόν ή παρατηρουμένη διαφορά νά προέρχεται άπό τό γεγονός δτι ή μικρογραφία εγινε άπό άλλον ζωγράφον διαφόρου καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας.
Ποια όμως ήτο ή θέσις τοΰ εύλογοΰντος Ίησοΰ είς τό παλαιόν χειρόγραφον άπό τό όποιον προέρχεται, δεν είναι εΰκολον νά καθορίσωμεν. Κάποιαν ιδέαν δύναται ίσως νά μάς δώση ή είς δύο άπέναντι φύλλα είκών είς τον άπό τοΰ 11ου αίώνος κώδ. 756 τής Βιβλιοθήκης τοΰ Βατικανοΰ, όπου είς τήν άριστεράν σελίδα είκονίζονται οί τέσσαρες Εύαγγελισταί μέ τά Εύαγγέλιά των άνά χεΐρας, σπεύδοντες πρός τον είς τήν δεξιάν σελίδα παριστανόμενον καί εύλογοΰντα Τησοΰν .]
 Ό τύπος τέλος αύτός, όπως τον βλέπομεν είς τον κώδικα τοΰ Μελενίκου, έπανευρίσκεται καί εις μικρογραφίας του 11ου καί 12ου αίώνος, οχι πλέον μεμονωμένος, αλλά είς σκηνάς παριστανούσας βιβλικά καί εύαγγελικά θέματα .


Έξ όσων έλέχθησαν γίνεται άπολύτως φανερόν, όπως νομίζω, ότι ή μικρογραφία τοΰ εύλογοΰντος Ίησοΰ είναι τής αύτής εποχής μέ τάς εικόνας τών Έύαγγελιστών καί προέρχεται άπό τό ίδιον χειρόγραφον, άπό τό όποιον καί εκείνοι.

Τά οικοδομήματα

Είς τον κώδ. 43 τής Μονής Σταυρονικήτα, εντελώς άνάλογον τοΰ όποιου ειχεν ώς πρότυπον ο μικρογράφος τοΰ Εύαγγελίου τοΰ Μελενίκου, παρουσιάζονται άρτια μεγαλοπρεπή κτήρια ελληνιστικού τύπου.

 Δέν συμβαίνει όμως τό ίδιον καί μέ τά οικοδομήματα τά είκονιζόμενα όπισθεν τών Εύαγγελιστών είς τον κώδικα τοΰ Μελενίκου, πού έδώ μάς άπασχολεΐ.
'Όπως δηλαδή είδομεν άνωτέρω (σ. 18), τό υπό μορφήν συνδεομένων πύργων κτήριον όπισθεν τοΰ Λουκά εϊναι μικρόν μόνον τμήμα τών μνημειώδους μορφής οικοδομημάτων πού βλέπομεν είς τό βάθος τής είκόνος τοΰ ίδίου Εύαγγελιστοΰ είς τον κώδ. 43 τής Μονής Σταυρονικήτα (Πίν. 16).

 Ό ζωγράφος οΰτω τοΰ Εύαγγελίου τοΰ Μελενίκου παρέλειψε τό μεγαλύτερον μέρος τών οικοδομημάτων τοΰ προτύπου του καί διετήρησε μικρόν μόνον τμήμα τούτων εις τό άριστερόν άκρον τής μικρογραφίας.

Τέλος εις τον κώδ. 56 τής Εθνικής Βιβλιοθήκης τών Αθηνών, γραφέντα λήγοντος του 10ου αίώνος καί στενώς συνδεομένου, ώς πρός τήν παράστασιν τών Εύαγγελιστών, μέ τον κώδ. 43 τής Μ. Σταυρονικήτα, τά όπισθεν τών μορφών κτήρια έχουν εντελώς έκλείψει .
Κατά τον 11ον καί 12ον αιώνα συναντώμεν σποραδικώς πλέον τά οικοδομήματα, άλλ΄ υπό μορφήν πολύ παρανοημένην, καί πρέπει νά κατέλθωμεν εις τούς χρόνους τών Παλαιολόγων, οπότε οί ζωγράφοι επανέρχονται εις τά παλαιά πρότυπα.

Κατά ταΰτα, άπό τής άπόψεως τών οίκοδομημάτων, αί μικρογραφίαι τών Εύαγγελιστών εις τον άπασχολουντα ή μας κώδικα του Μελενίκου θά πρέπη νά τοποθετηθούν μεταξύ του κώδ. 43 τής Μ. Σταυρονικήτα καί του κώδ. 56 τής Εθνικής Βιβλιοθήκης τών Αθηνών.

Τέλος πρέπει δι΄ ολίγων νά μάς άπασχολήσουν τά εις τον κώδικα του Μελενίκου είκονιζόμενα όπισθεν του Ματθαίου καί του Μάρκου κτήρια.

Ταΰτα παριστάνουν ελληνιστικά οικοδομήματα εις μέν τήν εικόνα τοΰ Ματθαίου (Πίν. 1) υπό μορφήν βασιλικής, εις δε τήν τοΰ Μάρκου (Πίν. 5) υπό μορφήν άρχαίου ναοΰ μετά περιστυλίου εμπροσθεν τοΰ σηκοΰ.
 Τήν ιδίαν δέ μορφήν παρουσιάζει καί τό οικοδόμημα όπισθεν τοΰ Ματθαίου εις τον κώδ. 43 τής Μ. Σταυρονικήτα, πρότυπον άνάλογον τοΰ όποιου ειχεν, ώς εΐδομεν, ό ζωγράφος τοΰ Ευαγγελίου τοΰ Μελενίκου (Πίν. 14) .

 Άλλά τό περίεργον είναι ότι τόσον εις τόν κώδ. 43 τής Μ. Σταυρονικήτα, οσον καί είς τάς δύο μικρογραφίας του Εύαγγελίου τοΰ Μελενίκου, ενώ επί τοΰ επιστυλίου είκονίζεται τριγωνικόν άέτωμα δεν υπάρξει ή σαμαρωτή στέγη πού θά έδικαιολόγει τήν έκει παρουσίαν του.

 ’Άλλη επίσης περίεργος λεπτομέρεια είναι τά άγρια φυτά πού είκονί- ζονται είς τά επιστύλια καί τών δύο οικοδομημάτων.
 Τά άγρια δε αυτά φυτά βλέπομεν καί είς τά οικοδομήματα τοΰ κώδικος Σταυρονικήτα (Πίν. 16,17). Τά κτήρια ταΰτα καί είς τούς δύο κώδικας δίδουν πράγματι ζωηράν τήν έντύπωσιν έγκαταλείψεως καί έρημώσεως, είναι δε πολύ πιθανόν δτι συνεχίζουν παλαιοτέραν παράδοσιν ρωμαντικοΰ, θά έλεγε κανείς, χαρακτήρος, δπως τήν βλέπομεν είς τούς πλήρεις χάριτος άναγλύφους μαρμαρίνους πίνακας άλεξανδρινής πιθανώτατα προελεύσεως.

 Χαρακτήριστικόν επί τοΰ προκειμένου παράδειγμα τό γνωστόν άνάγλυφον τής Γλυπτοθήκης τοΰ Μονάχου τό είκονίζον χωρικόν μεταβαίνοντα μέ τήν άγελάδα του είς τήν άγοράν, όπισθεν τοΰ όποιου παριστάνεται έγκαταλελειμμένον καί ήμιερειπωμένον υπαίθριον κυκλικόν ίερόν, πού είς αύτό έχει εισβάλει πυκνή άγρια βλάστησις .

Άξια ιδιαιτέρας προσοχής είς τήν άπεικόνισιν τών οικοδομημάτων τών μικρογραφιών πού έξετάζομεν είναι ή παντελής ελλειψις έστω καί στοιχειώδους προοπτικής.

Πράγματι είς αύτά είκονίζονται «κατά παράταξιν» μία τών μακρών καί μία τών στενών πλευρών τοΰ κτηρίου.
Τοΰτο ιδίως τό βλέπομεν είς τό οικοδόμημα όπισθεν τοΰ Ματθαίου (Πίν. 1), άλλά καί είς τό περιστύλιον τοΰ ναοΰ όπισθεν τοΰ Μάρκου (Πίν. 5), μέ τήν σειράν τών κιόνων πού φέρουν κορινθιακά κιονόκρανα καί τοΰ τοίχου τοΰ σηκοΰ.
 Ό τρόπος αύτός της παραστάσεως τών πλευρών τοΰ κτηρίου «κατά παράταξιν» συνεχίζει πολύ παλαιοτέραν παράδοσιν.
Μέ τον τρόπον άκριβώς αύτόν εικονίζεται τον 3ον μ.Χ. αιώνα ο ναός τοΰ Σολομώντος είς τήν 'Ιερουσαλήμ μεταξύ τών πασιγνώστων τοιχογραφιών τής Συναγωγής τής Δούρας παρά τον Εύφράτην.


Κλείοντες τέλος τον περί τών οικοδομημάτων λόγον διατυπώνομεν τήν εικασίαν, μήπως μέ τήν εικόνα τής έγκαταλείψεως καί τής έρειπώσεως πού βλέπομεν είς τά οικοδομήματα τών έξεταζομένων μικρογραφιών ό ζωγράφος καί τό παλαιόν του πρότυπον ήθέλησαν νά τονίσουν τήν πτώσιν τής ειδωλολατρίας πού συμβοζουν τά είκονιζόμενα άρχαΐα ιερά.

Η χρονολογία

Αί άνωτέρω μακραί αναλύσεις μας όδηγοΰν είς τό συμπέρασμα, ότι αί τέσσαρες μικρογραφίαι τών Εύαγγελιστών καί τοΰ Ίησοΰ προέρχονται άπό Εύαγγέλιον άνήκον είς τά τέλη περίπου τοΰ 10ου ή τό πολύ είς τά πρώτα ετη τοΰ 11ου αίώνος.

Κατά ταΰτα αί μικρογραφίαι πού έξητάσαμεν άποτελοΰν μέρος μιας ομάδος εικονογραφημένων χειρογράφων, τά όποια συνεχίζουν τήν καλλιτεχνικήν παράδοσιν τών παλαιών προτύπων τών άντιγραφέντων κατά τούς χρόνους τών αύτοκρατόρων τής Μακεδονικής δυναστείας καί ιδίως τοΰ Κωνσταντίνου Ζ' τοΰ Πορφυρογεννήτου (913-959), τοΰ οποίου ή ιστορική σπουδαιότης, συμφώνως μέ τον ευστοχον χαρακτηρισμόν τοΰ G. Ostrogorsky , εγκειται όχι εις τήν άσήμαντον δράσιν του ώς πολιτικοΰ άνδρός, άλλά εις τήν εξοχον καί καρποφόρον δραστηριότητα πού άνέπτυξε διά τήν μόρφωσιν καί τήν επιστήμην. 
Ό Πορφυρογέννητος είναι ό κυρίως έργασθείς διά τήν άντιγραφήν τών παλαιών κωδίκων. 
Περί τούτου εχομεν τήν ρητήν μαρτυρίαν τοΰ άνωνύμου πού κατήρτισε, κατ’ έντολήν τοΰ αύτοκράτορος, τήν συλλογήν τών συνεχιστών τής Χρονογραφίας τοΰ Θεοφάνους.
 Ούτος πράγματι εις τον πρόλογον τοΰ έργου, άποτεινόμενος εις τον Πορφυρογέννητος γράφει μεταξύ άλλων:


 ...και τοϋτο πάντως τών σών, ώ φιλοσοφώτατε βασιλεύ, καλών, μετά γε πολλών άλλων τε και μεγάλων, το τά τώ χρόνω παραρρνέντα και κεχωρηκότα πρός τό μή ον πρός παλινζωιαν ανθις και παλιγγενεσίαν άναγαγεϊν... .


Τά άντίγραφα τά γενόμενα κατ’ έντολήν τοΰ Πορφυρογεννήτου βεβαίως ήσαν κατά τό πλειστον κείμενα πρακτικής χρησιμότητος .
 Παραλλήλως ομως πρός αύτά ήσαν καί λογοτεχνικά εργα τών κλασσικών συγγραφέων καί τών μεγάλων πατέρων τής Εκκλησίας, άλλά καί τών ιερών βιβλίων τής Παλαιας καί τής Καινής Διαθήκης.

 Άπό τά παλαιά αύτά χειρόγραφα δέν άντεγράφησαν μόνον τά κείμενα, άλλά καί αί εικόνες πού έκόσμουν μερικά άπ αύτά.
’Ολίγα πολύτιμα εικονογραφημένα χειρόγραφα άπό τά άντιγραφέντα κατά τούς χρόνους έκείνους διεσώθησαν, όπως είναι γνωστόν, μέχρις ημών.

’Αλλ’ άν δεν εχωμεν σήμερον πολλά άπό τά χειρόγραφα έκεΐνα τής εποχής τοΰ Πορφυρογεννήτου, εχομεν όμως κώδικας άπορρέοντας άπό έκεΐνα καί γενομένους άπό τοΰ 10ου αίώνος καί εφεξής, κώδικας είς τούς όποιους διασώζεται περισσότερον ή όλιγώτερον ή τεχνοτροπία τών άρχικών άντιγράφων.

Τινάς εκ τών κωδίκων αύτών έμνημονεύσαμεν ήδη άνωτέρω, παραβάλλοντες τάς εικόνας των μέ τάς μικρογραφίας τοΰ Εύαγγελίου τοΰ Μελενίκου.

'Η ομάς αύτή τών άντιγράφων τών γενομένων κατά τό δεύτερον ιδίως ήμισυ τοΰ 10ου καί κατά τάς άρχάς τοΰ 11ου αίώνος είναι άρκετά πολυάριθμος καί δεν θά είχε λόγον ή αναγραφή των είς τήν παροΰσαν μελέτην.
Εκείνο όμως πού πρέπει νά τονισθή είναι τό γεγονός ότι είς τήν ομάδα αύτήν άνήκει καί τό Εύαγγέλιον τοΰ Μελενίκου, αί μικρογραφίαι τοΰ οποίου τοΰ δίδουν έξαιρετικήν όλως θέσιν μεταξύ τών πολλών συγχρόνίον του κωδίκων τών άποκειμένων είς τήν Έθνικήν Βιβλιοθήκην τών ’Αθηνών.

Τελικά συμπεράσματα

Συνοψίζοντες όσα διά μακρών άνωτέρω έξετέθησαν, καταλήγομεν είς τά εξής συμπεράσματα:

Ό κώδ. 2645 τής ’Εθνικής Βιβλιοθήκης τών ’Αθηνών είναι Εύαγγελιστάριον προερχόμενον έκ Μελενίκου γραφέν περί τό τέλος τοΰ 11ου ή περί τάς άρχάς τοΰ 12ου αίώνος. 

Αί είς αύτό περιεχόμεναι τέσσαρες ολοσέλιδοι μικρογραφίαι αί είκονίζουσαι τούς Εύαγγελιστάς Ματθαίον, Λουκάν καί Μάρκον, καθώς καί τον εύλογοΰνταΊησοΰν, προέρχονται άπό παλαιότερον χειρόγραφον τοΰ τέλους τοΰ 10ου ή τών αρχών τοΰ 11ου αίώνος καί παρενεβλήθησαν είς τον κώδικα τοΰ Μελενίκου όταν ούτος έγράφετο. 


Αί μνημειώδεις αύταί μικρογραφίαι, χαρακτηρος καθαρώς έλληνιστικοΰ, συνεχίζουν τήν εικονογραφίαν καί τήν τεχνοτροπίαν τών προεικονομαχικών χρόνων, ως αύται διεσώθησαν διά τών άντιγράφων τών γενομένοον κατά τήν εποχήν ιδίως καί μέ τήν φροντίδα τοΰ αύτοκράτορος Κωνσταντίνου Ζ' τοΰ Πορφυρογεννήτου.


Τά έπίτιτλα τέλος τά κοσμοΰντα τον κώδικα, τό πρώτον τών όποιων παρουσιάζει ιδιαίτερον είκονογραφικόν ενδιαφέρον, αντιπροσωπεύουν τήν λεπτήν τέχνην τής Κωνσταντινουπόλεως τής εποχής πού έγράφη ό κώδιξ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: