Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Απομνημονεύματα Καραβαγγέλη: Το επεισόδιο με τους εξαρχικούς στη Ζαγορίτσιανη (Χριστούγεννα 1901).

Γερμανός Καραβαγγέλης
Μητροπολίτης Καστοριάς
ΑΡΧΕΙΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ
ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΔΕΛΤΑ
ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΚΑΡΑΒΑΓΓΕΛΗ
"Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ"
(ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ)
ΘΕΣ/ΝΙΚΗ 1959

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Εγεννήθηκα στο χωριό Στύψη τής Λέσβου στα 1866.

Και οι γονείς μου ήταν από τη Στύψη.

Ο  παππούς μου όμως, φαίνεται, του πατέρα μου ο πατέρας, βρέθηκε στην καταστροφή των Ψαρών, γιατί θυμούμαι πως κάπνιζε τσιμπούκι κι εγώ, μικρό παιδί, πήγαινα να του ανάψω το τσιμπούκι με καρβουνάκι, που τώπιανα με μια τσιμπίδα.


Εκείνος τότε μου έλεγε γελώντας
«Στάσου, εγώ μια φορά κάηκα στα Ψαρά». 

Κι έπαιρνε με το χέρι του το αναμμένο κάρβουνο και άναβε το τσιμπούκι του.
Μου έλεγε ένα σωρό ιστορίες.
Μα ήμουν πολύ μικρός και δεν τα θυμούμαι καλά.

Μου φαίνεται πως πολέμησε με τον Κανάρη και τον Μιαούλη.

Οι γονείς του Γ. Καραβαγγέλη,
Χρυσόστομος Καραβαγγέλης
και Μαρία Κουτσουβέλη
 με δύο από τις αδελφές του

1) Αδελφός Ευριπίδης Καραβαγγέλης 
2) Αδελφή Αφροδίτη Χσρισιάδου
3) Αδελφή Πηνελόπη Στυλιανοπούλου 
4) Αδελφή Δέσποινα Αψή
5) Αδελφή Κλεονiκη Ρόμπαπα 
6) Αδελφή Ευριδίκη χήρα ιατρού
Ο  πατέρας μου ήταν έμπορος.
Νέος ακόμη πήγε απέναντι, στο Αδραμύττι, και άνοιξε κατάστημα.
Όταν όμως έφθασε όμως ώρα γάμου, ήρθε πάλι στη Στύψη και παντρεύτηκε. Και πάλι ξαναγύρισε στο Αδραμύττι  Μα ερχόταν στις γιορτές. Όταν έγινα εγώ δυο χρόνων, ήρθε και μας πήρε όλους στο Αδραμύττι  Έκει γεννήθηκαν οι εξι αδελφές μου, ή μια πέθανε πολύ μικρή, και τελευταίος ο αδελφός μου Ευριπίδης, που κι αυτός πέθανε νέος.

Στο Αδραμύττι ελείωσα το ελληνικό σχολείο. Ένα χρόνο πριν τελειώσω, είχε έρθει στο Αδραμύττι και παρευρέθηκε στις εξετάσεις μας τις προφορικές ο φιλόμουσος μητροπολίτης Εφέσου Άγαθάγγελος.

Οταν τελείωσαν οι εξετάσεις μας, προσκάλεσε τον πατέρα μου και του ειπε
«Τό παιδί σου πρέπει να το στείλης να σπουδάση στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης»
(Ή Σχολή της Χάλκης είχε γυμνάσιο και πανεπιστήμιο, δηλ. εν όλω φοίτησις 7 ή 8 ετών).

Και τον άλλο χρόνο, τον Σεπτέμβριο του 1882, με πήρε ο πατέρας μου και με πήγε στη Σχολή. Κατατάχτηκα αμέσως στη β' γυμνασίου, δηλ. πήδηξα μια τάξι.
'Έμεινα λοιπόν έξι χρόνια κι άκουσα διάφορους επιφανείς καθηγητάς, μέσα στους όποιους ξεχώριζε ο Λέανδρος Άρβανιτάκης, καθηγητής της άρχ. ελληνικής φιλολογίας, καθώς και ο Γεώργιος Λιανόπουλος, καθηγητής τών Μαθηματικών, και ο αρχιμανδρίτης Γερμανός Γρηγοράς, διευθυντής της Σχολής, που ξεχωριστά μ'  αγαπούσε.

Οταν πέθανε ο Ζαννής Σκυλίτσης Στεφάνοβικ (παππούς της Κας Βενιζέλου), ο γυιός του Παύλος Στεφάνοβικ (θειος της Κας Βενιζέλου) ήρθε στη Θεολογική Σχολή τη Μεγάλη Εβδομάδα να πέραση λίγες μέρες και να ξεχάση τη θλίψι του, γιατί ήταν φίλος του αρχιμανδρίτη Γρηγορά.

 Εγώ ήμουν ακόμα νέο παιδί αμούστακο κι έψελνα στην εκκλησία τέταρτος ψάλτης.
Γερμανός Καραβαγγέλης
Φοιτητής στην Ι.Θ.Σ.Χάλκης
.

Φαίνεται λοιπόν πως του Παύλου του έκαμα εντύπωσι και με το παρουσιαστικό μου και με την ψαλτική μου, γιατί, άμα μετά την εκκλησία ανέβηκαν στο Διευθυντήριο, ρώτησε το Γρηγορά, ποιο είναι αυτό το παιδί.

 Ο  διευθυντής του είπε ό,τι ήξερε για μένα. Αυτό έγινε αφορμή να πάω αργότερα να σπουδάσω στην Ευρώπη.

Στά 1888 τελείωσα τις σπουδές μου στη Χάλκη.

Την ημέρα της επιδόσεως των διπλωμάτων ελειτούργησε στην εκκλησία της Θεολογικής Σχολής ο πατριάρχης Διονύσιος με τη Συνοδό του και με χειροτόνησε όμως διάκονο. 

Κι υστέρα από τη χειροτονία μου είπε ότι θα με προσελάμβανε στο Πατριαρχείο και να μη ζητήσω άλλου θέσι.

Οι θέσεις στο Πατριαρχείο ήταν περιζήτητες, γιατί αμέσως έμπαινες στον ανώτερο κλήρο. 

Ο  Γρηγοράς όμως που μ΄  αγαπούσε πολύ και που είχε κρατήσει υπό σημείωσι το ενδιαφέρον του Σκυλίτση για μένα, πήγε χωρίς να μου πή τίποτα στον Σκυλίτση, του ξαναθύμισε το επεισόδιο της εκκλησίας και του είπε ότι χρειάζεται διάδοχό του στη Σχολή, γιατί αυτός ήταν πια πολύ γέρος, και ότι τέτοιον προορίζει εμένα.

Του είπε λοιπόν ότι πρέπει να πάω να σπουδάσω στην Ευρώπη και του επρότεινε να με στείλη δι΄ εξόδων του. 
Ο  Σκυλίτσης δέχτηκε αμέσως κι ο Γρηγοράς γεμάτος χαρά ήρθε στη Σχολή και μου το ανεκοίνωσε. Έγώ όμως του άπήντησα ότι είχα δώσει πια τον λόγο μου στον Πατριάρχη να πάω στο Πατριαρχείο.

Τότε ο Γρηγοράς με ρώτησε τι προτιμώ, το Πατριαρχείο ή την Ευρώπη.
Του απήντησα το δεύτερο.

Τότε ο Γρηγοράς πήγε και τα κανόνισε με τον Πατριάρχη.
Έπειτα με πήρε και πήγαμε μαζί στον Σκυλίτση.

Τον ευχαρίστησα και όμως λίγο έφυγα για την Λειψία, όπου έμεινα δυόμιση χρόνια.

Έκει ενεγράφηκα στη Φιλοσοφική Σχολή κι άκουσα μεταξύ άλλων και τον περίφημο Γερμανό φιλόσοφο Wundt.

 Τον ’Ιανουάριο του 1891 ανακηρύχθηκα διδάκτωρ της φιλοσοφίας.

 Στο μεταξύ όμως άκουγα και θεολογικά μαθήματα από τον περίφημο Luthard, που δίδασκε δογματική θεολογία, απολογητική του Χριστιανισμού, ερμηνεία της Καινής Διαθήκης κ.τ.λ. το δεύτερο εξάμηνο πήγα στη Βόννη του Ρήνου, όπου άκουσα εκκλησιαστική ιστορία από καθηγητάς παλαιοκαθολικούς, προτεστάντας και καθολικούς, κι εκαμα μια συγκριτική μελέτη, τι ελεγαν δηλαδή για το ίδιο ζήτημα αυτοί οι καθηγηταί, και κατέληξα στο συμπέρασμα, ότι οι περισσότερο μελετημένοι από όλους ήταν οι παλαιοκαθολικοί, μέσα στούς οποίους διακρινόταν κυρίως ο ιστορικός Langen.

Στο μεταξύ είχα ειδοποιήσει το Πατριαρχείο ότι επήρα το δίπλωμά μου και στο τέλος της δευτέρας εξαμηνίας (τής έκτης δηλ. των όλων στη Γερμανία σπουδών μου) έλαβα τηλεγράφημά του πατριάρχου Διονυσίου που με προσκαλούσε να επιστρέψω, 
διότι είχα διορισθή καθηγητής της εκκλησιαστικής ιστορίας και άλλων θεολογικών μαθημάτων στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. 

Το Σεπτέμβριο του 1891 ανέλαβα τα καθήκοντα μου στη Σχολή κι έδίδαξα εκεί ως τα 1896.

Κατόπιν συνοδικής αποφάσεως ο πατριάρχης Άνθιμος ο Ζ' ανέθεσε όμως μένα ως καθηγητή της εκκλησιαστικής ιστορίας τη σύνταξι της πατριαρχικής εγκυκλίου ως απάντησι στην εγκύκλιο του πάπα Λέοντος του ΙΓ', που καλούσε τις ανατολικές εκκλησίες σ’ενωσι.

Ή πατριαρχική αυτή εγκύκλιος μεταφράστηκε όμως όλες τις ευρωπαϊκές και σλαβικές γλώσσες και έσχολιάζετο ευνοϊκά για μήνες στα θεολογικά περιοδικά τών ορθοδόξων εκκλησιών, τών προτεσταντών και της άγγλικανικής εκκλησίας, ενώ αντιθέτως με πικρία στούς επιστημονικούς κύκλους του Βατικανού.

'Ύστερα απ’αυτό το θόρυβο που έγινε δημοσίευσα και επιστημονική πραγματεία, που αναιρούσε ιστορικώς όλες τις πλάνες της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. 

Το 1895 εδημοσίευσα όμως ιδιαίτερο τόμο την ιστορία του Πάσχα και του Πασχαλίου από της εποχής του Χριστού μέχρι τών ημερών μας.
Εκτός από διάφορα άρθρα και εκκλησιαστικούς λόγους, που εδημοσιεύθηκαν ή έξεφωνήθησαν, εχω ακόμα και ανέκδοτες συγγραφές, εγκυκλοπαίδεια της θεολογίας, εκκλησιαστική ρητορική και μερικές εκατονταετηρίδες της εκκλησιαστικής ιστορίας.

ΧΩΡΟΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΑΝ

Τό Φεβρουάριο του 1896 έψηφίσθηκα χωροεπίσκοπος Πέραν.
Το Πέραν ήταν γεμάτο από προπαγανδιστικά σχολεία και όλοι τους σχεδόν οι τρόφιμοι ήσαν Έλληνόπαιδα, που φοιτούσαν σ’ αυτά, για να μάθουν τη γαλλική γλώσσα.
Στα σχολεία αυτά εστρεβλώνετο το πνεύμα των μαθητών, η ελληνική γλώσσα και η ελληνική ιστορία ήσαν άγνωστες, και τα παιδιά καθώς βρίσκονταν όμως ξένο και εχθρικό περιβάλλον έξεφυλλίζοντο και μεταβάλλοντο όμως κοσμοπολίτες αδιάφορους προς τα εθνικά ιδεώδη και ψυχρούς στάς παραδόσεις των, αφού όλη τους ή μόρφωσις είχε σκοπό προπαγανδιστικό.

Άπεκαλύφθησαν μάλιστα και ένα σωρό προσηλυστικά σκάνδαλα, ιδίως κοριτσιών αρίστων οικογενειών.

Έπρεπε λοιπόν να γίνη μια συστηματική αντίδρασις εναντίον αυτού του ρεύματος. 

Ή πρώτη μου ενέργεια ήταν να διορίσω ως επίσκοπος του Πέραν διπλωματούχους εφημερίους και ιεροκήρυκας του Πέραν, τον Κ. Καλλίνικον, το Νέστορα Σεπολίδη, καθηγητή της Εμπορικής Σχολής, το Ζώτο, το Στέφανο Αθανασιάδη, καθηγητή του Ζαππείου και έπειτα Μέγαν  Ιεροκήρυκα των Πατριαρχείων, και άλλους. με τους ιεροκήρυκας αυτούς και με δικά μου τακτικά κηρύγματα εδημιουργήθηκε μια δυνατή αντίδρασις δχι μόνον στο Πέραν αλλά και όμως όλα τα κέντρα της Πόλης, όπου στις εκκλησίες εκήρυσσαν οι ιεροκήρυκες που ανέφερα.

 Αφού ετοιμάστηκε το έδαφος, οι μαθηταί της προπαγανδιστικής σχολής ΙΙαπάζ-Κιοπρού του pere Andre που είχαν αθορύβως και καταλλήλως κατηχηθή, μια Δευτέρα ως εκ συνθήματος εγκατέλειψαν τα μαθητικά θρανία και έσπευσαν στην εκεί κοντά Ελληνική εκκλησία, όπου τους περίμενα.

Εκατόν πενήντα μαθητάς όμως δυο στίχους παρατεταγμένους τους μετέφερα την ίδια στιγμή και τους κατέταξα στις αστικές σχολές και στο Ζωγράφειον.
Μέσα στην ίδια εβδομάδα έφυγαν και οι υπόλοιποι μαθηταί κι ετσι κλείστηκε μια για πάντα ή φωλιά αυτή και στη θέσι της εμπήκε ή ιδιωτική Σχολή του Μουμτζή. το παράδειγμα αυτό των μαθητών, που διασαλπίστηκε από τη δημοσιογραφία, εμιμήθηκαν και των άλλων προπαγανδιστικών σχολών οι μαθηταί όμως τρόπο που υπερπληρώθηκαν οι ελληνικές σχολές του Πέραν και τών άλλων ενοριών. Και για τα αγόρια το πράγμα ήταν εύκολο, γιατί υπήρχαν άρρεναγωγεια, όπου εδιδάσκέτο αρκετά ή γαλλική γλώσσα, όπως το Λύκειο Χατζηχρήστου και το Ζωγράφειον.

Για τα κορίτσια όμως δεν υπήρχε ελληνογαλλικό παρθεναγωγείο, και το Ζάππειο, προωρισμένο να μορφώνη δασκάλες, μόλις διέθετε 2-3 ώρες την εβδομάδα για τα γαλλικά. Τότε, βλέποντας ότι τα οικονομικά της κοινότητας δεν έπαρκούσαν, ίδρυσα εξ ιδίων μου το Έλληνογαλλικό Παρθεναγωγείο Πέραν, που μετωνομάσθηκε από το λαό «Παρθεναγωγείο του Καραβαγγέλη».

Ενοίκιασα ένα μεγάλο σπίτι, το εφωδίασα με έπιπλα, θρανία, πιάνο κλπ. και κατήρτισα ετσι το άντιπροπαγανδιστικό φυτώριο των κοριτσιών, όπου εδιδάσκοντο το πρωί τα ελληνικά και το απόγευμα αποκλειστικώς τα γαλλικά κατά το πρόγραμμα του λυκείου.

Έδώ εδίδασκαν οι καθηγηταί της Μεγάλης Σχολής του Γένους Αύθεντόπουλος. Μοστράτος, Φ. Δημητριάδης, Παχτικος, Καλλίνικος, οι αδελφές Σαντοριναίου και πολλές γαλλοδιδασκάλισσες, όμως τρόπο που ή Σχολή όμως λίγο διάστημα είχε 450 μαθήτριες, που άποσπάσθηκαν από τις προπαγανδιστικές σχολές και που ανήκαν όμως ολες τις κοινωνικές τάξεις. "Ήσαν δηλ. κορίτσια επιστημόνων, καθηγητών, εμπόρων, αλλά και βιοπαλαιστών, όπως ή φτωχή μαθήτρια Ελπίς Καλογεροπούλου, που ή φωνή της τράβηξε την προσοχή του σοφοί) μουσικοδιδασκάλου Παχτίκου, κι έτσι έβαλε τις πρώτες βάσεις στη μουσική έξέλιξι της διάσημης καλλιτέχνιδος του τραγουδιού, της γνωστής με τ’όνομα Σπεράντσα Καλό.

2. Μ’ αυτό τον τρόπο και με τα σχολεία και με το κήρυγμα εκλονίσθηκαν σοβαρά τα θεμέλια της προπαγάνδας.
Στο μεταξύ συνέβη και το εξής επεισόδιο.

Στην κλεισμένη πια Σχολή του pere Andre εξακολουθούσε νά μένη μαζύ με τους καλογέρους κι ένας αλήτης Ίλαρίων Δόντης, άλλοτε ίερεύς ορθόδοξος, που είχε προσχωρήσει από χρόνια στην Ουνία

Αυτός, καπηλευόμενος τη θέσι του για να χρηματίζεται, εκτελούσε γάμους όρθοδόξων εμποδισμένους, αντί γενναίας αμοιβής, δηλ. γάμους συγγενών μεταξύ τους ή και εγγάμων. το Πατριαρχείο, επειδή δέν μπορούσε με τις αρχές νά πιάση τον αποστάτη, είχε προβή από χρόνια στην καί)αίρεσί του.

Αυτός όμως ύποστηριζόμενος από τους ισχυρούς καλογήρους εξακολουθούσε να φέρη το ορθόδοξο σχήμα και να το εμπορεύεται.

Τότε συνεννοήθηκα με τον κ. Δ. Γιαννακόπουλο.

Τον παρεκάλεσα να πάη στο σπίτι του ψευτοϊλαρίωνος και να προσποιηθή ότι θέλει να παντρευθή μια νέα από το Μπαλατά και το Πατριαρχείο δέν του δίνει άδεια εξ αίτιας συγγενικού εμποδίου.

Πράγματι ο Γιαννακόπουλος επήγε και αφού του εδωσε μερικά χρυσά νομίσματα έμειναν σύμφωνοι. την ώρισμένη μέρα και ώρα πήγε πάλι ο Γιαννακόπουλος με κλειστό αμάξι στο σπίτι του και τον πήρε να πάνε μαζύ στην ενορία, όπου θα γινόταν ο γάμος.
Ή ενορία του Μπαλατά βρίσκεται πέρα από το Φανάρι, άπ  όπου αναγκαστικά θα περνούσε το αμάξι. Κι ο άμαξας, που ήταν κι αυτός συνεννοημένος, τη στιγμή που τ΄ αμάξι περνούσε μπρος από το Πατριαρχείο σταμάτησε ξαφνικά στη θύρα του Γρηγορίου του Ε΄,

Εκεί τους περίμενα εγώ με δυο κλητήρες, που επιασαν τον αποστάτη και τον έσυραν στην αυλή των Πατριαρχείων.
Ο  σοφός πατριάρχης Κωνσταντίνος στενοχωρέθηκε με το επεισόδιο.

Εγώ όμως μαζί με τον τότε μεγάλο πρωτοσύγκελο και τελευταίως μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο, τον ιερομάρτυρα, που ήταν κι εκείνος νέος σαν και μένα, φωνάξαμε κρυφά έναν κουρέα, κι άφού του ξούρισε τη λευκή γενειάδα και τα μαλλιά του, του φορέσαμε ένα  φέσι και τον αφήσαμε επειτα να φύγη ως κύριος Ίλάριος, όμοιος με μπακάλη του Φαναριού, υπό τους γιουχαϊσμούς των χαμινιών. 

Δυστυχώς ο Χρυσόστομος κι εγώ δέν κατωρθώσαμε να πείσωμε τον Πατριάρχη να τον άπελάση κρυφά στο Αγιον ’Ορος, κι ετσι ο κύριος Ίλάριος φόρεσε μια ψεύτικη γενειάδα και περούκα κι εξακολουθούσε τη δουλειά του.
Συνέπεια του έξευτελισμού που έκανα στον ουνίτη ιερέα και του κλεισίματος της προπαγανδιστικής σχολής ήταν να με καταγγείλουν στην αυλή του σουλτάνου Χαμίτ ότι επάτησα τη γαλλική σημαία, υπό την σκιά της οποίας ελειτουργούσε ή σχολή.
Έπενέβησαν όμως οι πρέσβεις Ελλάδος και Ρωσσίας και διώρθωσαν το ζήτημα.


ΚΑΣΤΟΡΙΑ
Το 1900 πέθανε ο μητροπολίτης Καστορίας και χήρευσε ή έδρα της.

Ήταν εποχή που οι Βούλγαροι είχαν αρχίσει να χτυπούν. το Κομιτάτο τους είχε εκδηλωθή αμέσως μετά το 97.

Αλλά το 1900 εκδηλώθηκε πια φανερά, και ιδίως στην επαρχία Καστορίας, που εθεωρείτο το τελευταίο όριο της βουλγαρικής προπαγάνδας ως τον 'Αλιάκμονα.

Σκότωσαν τον παπά Κωνσταντίνο από το Νερέτι της Φλώρινας (επαρχία Καστοριάς), το δάσκαλο Σίστέβου  Αθανάσιο και άλλους προκρίτους.

Αυτή λοιπόν τη θέσι μου πρότειναν.

 Έγώ όμως δεν ήθελα να δεχθώ, γιατί από το Σταυροδρόμι στά βουνά της Καστοριάς μου ’ρχόταν λίγο δύσκολο.

Ερχεται τότε ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος, πρεσβευτής της Ελλάδος, στο κελλί μου και μου λέει
«Θα γίνης επίσκοπος Καστορίας».

«Μά είμαι ακόμα νέος» του απαντώ. 
«'Ακριβώς γι  αυτό θα γίνης» επιμένει εκείνος.

 «Τό Βουλγαρικό Κομιτάτο λυμαίνεται τον τόπο και πρέπει να πάη ίερεύς άξιος της αποστολής του. Κι έπειτα είναι θέλησις της Κυβερνήσεως». 

Τότε δέχτηκα κι έγινα Καστορίας.
 Ή ϊδρυσις όμως και διατήρησις του Παρθεναγωγείου με είχε βυθίσει όμως μεγάλα χρέη, διότι είχα συνάψει δάνεια από διαφόρους φίλους μου.
Κι επειδή τώρα εχρειάζοντο κι έξοδα του ταξιδιού, τα εξοικονόμησα από τοκογλύφους επί υποθήκη των πολυτίμων αμφίων μου.

Πριν φύγω ασφάλισα και τη ζωή μου αντί ποσού ίσου προς τα χρέη μου, που τα πλήρωσα, όταν εγινα Άμασείας.

Πολλοί από τους φίλους μου αρνήθηκαν μ΄ επιμονή να πάρουν τους τόκους, όπως ο Ίβάκης και ο Σπυρίδωνος.
 Αλλά οι τοκογλύφοι επήραν τα υποθηκευμένα, όπως ο Ν. Μέτσης, που πούλησε αντί πινακίου φακής ύστερα από ένα  χρόνο τον βαρύτιμο μανδύα και την αρχιερατική μου μίτρα.
 Άφού λοιπόν ετοιμάστηκα και παρέδωσα το παρθεναγωγείο μου, που ήταν πια αύταρκες, στη διευθύντρια Σαντοριναίου, υπό το όνομα «Έλικών», έφυγα για την Καστοριά.

Όταν εφθασα εκεί, βρήκα τον τόπο όμως άθλια κατάστασι.

 Ο  πόλεμος του 97 ήταν ακόμα πρόσφατος. οι Τούρκοι από μίσος για την Ελλάδα υπεστήριζαν τας εξαρχικάς αξιώσεις, οι Βούλγαροι επωφελούντο της ψυχολογικής καταστάσεως και ήταν κύριοι του τόπου. οι βλέψεις του Βουλγαρικού Κομιτάτου έφθαναν ώς τον 'Αλιάκμονα και τα Καστανοχώρια, και γι  αυτό το στρατόπεδο των συμμοριών στήθηκε στά Κορέστια της Καστοριάς, για ν΄ αποδείξουν μια μέρα στην ευρωπαϊκή διπλωματία ότι στην Καστοριά επρεπε 
να χαραχθούν τα σύνορα της ονειροπολουμένης Μεγάλης Βουλγαρίας. 


Στην αρχή συγκροτήθηκαν εκεί δυο συμμορίες, ή μια υπό τον Πετρώφ από το Σίστεβο για τα Κορέστια, ή άλλη υπό τον Μαρκώφ από το χωριό Πάτελι για την περιφέρεια Φλωρίνης. τα πρώτα αιματηρά κρούσματα παρουσιάστηκαν στην επαρχία Καστοριάς.

Το Βουλγαρικό Κομιτάτο εκτελώντας το ανθελληνικό του σχέδιο άρχισε να ρίχνη τον ένα υστέρα από τον άλλο τους στύλους των ελληνικών κοινοτήτων, για να έμπνευση τον πανικό και να υποτάξη τον πληθυσμό στη βουλγαρική Εξαρχία.

Το ελληνικό αίμα άρχισε να βάφη τη γη της Μακεδονίας. 

Η Τσέτα του Τσακαλάρωφ.
Τα σλαβόφωνα χωριά μπρος στο τραγικό δίλημμα «Εξαρχία ή θάνατος» αποσκιρτούσαν στην Εξαρχία και μάλιστα καθώς με τον καιρό επληθύνοντο κι οι συμμορίες με την εμφάνηση νέων οπλαρχηγών,
όπως ήταν

ο Τσακαλάρωφ από το Σμαρδέσι, 
ο Κόλες από τη Μόκραινα, 
ο Κώτας από τη Ρούλια, 

ο Μήτρος Βλάχος από το Κονομπλάτι, 
ο Καρσάκωφ από το Κοστενέτσι, 

Η Τσέτα του Μήτρο Βλάχο και Καρσάκωφ
(Четите на Атанас Кършаков и Митре Влаха)
ο Κωνστάντωφ από τα Καστανοχώρια, 
ο Γκέλεφ από την Τύρσια, 
άλλος Κόλες από τη Ντομπρόλιτσα, 
Οι κομιτατζήδες του συνταγματάρχη  Γιαγκώφ
ο Νικόλας από το Κονομπλάτι, 
ο Άλέξης από το Έξι Σού (πού τουρκικά σημαίνει Ξυνό Νερό), 
ο Παντελής από τη Μπάνιτσα, 
ο Λάζος παπά-Τράϊκωφ από τη Ντύμπενη, 
ο Κούζος, βουλγαροδιδάσκαλος του Μπλάτη, 
ο Χρήστωφ από τη Σταρίτσανη, 


ο συνταγματάρχης Γιαγκώφ από τη Ζαγορίτσανη, 
ο Γκουράνωφ από τη Βουλγαρία, 
ο Λουκάς, που ήταν Βλάχος, από την Καστοριά, 

κι ένα σωρό άλλοι που ωπλίζοντο στη Σόφια και τους έστελναν στα Κορέστια.
Αρχείο:582px-Koreshta-karta.jpg

Ή κατάστασι γινόταν απελπιστική. 
Οι συμμορίες συγκαλούσαν τη νύχτα τους χωρικούς μέσα σ΄ εκκλησίες 
και αφού τους ώρκιζαν στο Κομιτάτο, 
τους αποσπούσαν υπό την απειλή των όπλων 
αναφορές προς την Εξαρχία και την Κυβέρνησι,
 όπου εδήλωναν ότι αποσκιρτούν στην  Εξαρχία. 

Όσοι από τους χωρικούς εκινδύνευαν ως ύποπτοι στους Βουλγάρους κατέφευγαν στην Καστοριά, οι δάσκαλοι εγκαταλείπανε τις θέσεις τους,


Βασ. Μαλιγγάνος, διδάσκαλος 
δολοφονηθείς από την ΕΜΕΟ
ιδίως μετά τον τραγικό θάνατο του δασκάλου Σετόμου Μαλιγγάνου, 
που έφερε τριάντα λογχισμούς, 
και οι ιερείς ύστερα από την δολοφονία 
τών ιερέων 
Νερετίου, 
Στρεμπένου, 
Προκοπάνας και 
Μποσδίβιστας, 
άλλοι κατέφυγαν στην Καστοριά, 
όπως οι ιερείς 
της Ζορμπάνιστας, 
του Άπόσκεπου, 
της Λαμπάνιτσας, 
της Ζαγορίτσανης, 
της Κολίστας, 
της Τεχτόλιτσας, 
και άλλοι έμεναν στά χωριά τους σιωπώντας και περιμένοντας την ήμερα της άπελευθερώσεώς των από την τυραννία του Βουλγαρικού Κομιτάτου.


 Αφού μελέτησα την κατάστασι, πήγα στο προξενείο του Μοναστηριού να συνεννοηθώ με τον Πεζά, τον πρόξενο.

Του εξέθεσα τα πράγματα,τού είπα ότι ή προπαγάνδα ή βουλγαρική κερδίζει έδαφος, ότι κάθε μέρα γίνονται φόνοι κι εκβιασμοί.
Οι Βούλγαροι κομιτατζήδες έλεγαν στους δικούς μας 
«Δέ θα πάτε στη Μητρόπολι». 
Κι αν πήγαιναν, τους σκότωναν.

Ο  Πεζάς μου είπε ότι η κατάστασις αυτή είναι κι εδώ κι άλλου.

Εδώ οι πιέσεις είναι τόσο μεγάλες, γιατί θέλουν να δείξουν ότι ως τον Αλιάκμονα είναι Βουλγαρία

Μου είπε όμως ο ΙΙεζάς να κάνω μιάν εκθεσι προς την Κυβέρνησι. Κι έκαμα μια και την έστειλε ο ίδιος ο πρόξενος στο Υπουργείο.

 Σ΄ αυτή τους υπεδείκνυα ότι ήταν αδύνατο να κρατηθή ο αγών χωρίς ελληνικά σώματα.

Ή έκθεσις στάλθηκε, μα χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Σε λίγες εβδομάδες πήγα πάλι στο προξενείο και ο πρόξενος μου είπε ότι όχι μόνον δέν μάς στέλναν βοήθεια, αλλά και μας εμπόδιζαν. 

«Δέν μπορούμε να κάνωμε τίποτα» μου λέει.

 «Μά καλά» του απαντώ «κάθε μέρα χύνεται το αΐμα το ελληνικό. Κάθε μέρα οι ορθόδοξοι άποσκιρτουν. 
Αυτοί σκοτώνουν. 
Το Κομιτάτο τους δυναμώνει.
Θα μείνω λοιπόν με χέρια δεμένα; 
Τότε χάθηκε ή Μακεδονία». 
Κι αυτός ήταν σύμφωνος.

Γύρισα απελπισμένος στην Καστοριά και αποφάσισα να ενεργήσω όπως μπορούσα μόνος μου.
Με όλους τους παράγοντας των χωριών, κληρικούς και λαϊκούς, βρισκόμουν όμως μυστική αλληλογραφία και τους ενεθάρρυνα και τους υποσχόμουν ότι γρήγορα θα έχουν βοήθεια από την 'Ελλάδα.

Τώρα λοιπόν σκέφθηκα άλλο πράγμα.

Αφού δεν είχα πια να περιμένω βοήθεια από την Ελλάδα, έπρεπε να δοκιμάσω ν’ άποσπάσω κανένα βουλγαρόφωνο οπλαρχηγό και να τον πείσω και να τον μεταστρέψω και να τον κάνω   Έλληνα οπλαρχηγό. 

Καπετάν Κώτας
Κι έτσι αποφάσισα να συναντήσω τον Κώτα από τη Ρούλια. 

Αυτός ήταν και παλληκάρι και δεινός σκοπευτής και ως οπλαρχηγός στους Βουλγάρους είχε σκοτώσει τον Κασίμ Άγά.

Ήταν επομένως έκτος νόμου, καταδικασμένος όμως θάνατο.
Το χωριό του όμως Ρούλια προ ολίγων ακόμη χρόνων ήταν ελληνικό κι αυτός ο ίδιος πριν μπή στο Κομιτάτο ήταν ορθόδοξος, ώστε θα μου ήταν πιο εύκολο να τον προσηλυτίσω από οποιονδήποτε άλλο.

Έπειτα στο Κομιτάτο ακόμα έδειχνε σημεία συμπαθείας για τους δικούς μας και προ πάντων για κείνους που σκοτώναν. 

«Θα τον εύρω λοιπόν» είπα «καί ο,τι θέλει ας γίνη».

"Υστερα από πολλές ενέργειες κατώρθωσα να συνεννοηθούμε και μείναμε σύμφωνοι με γράμμα ν΄ ανταμώσουμε σ΄ ένα χωριό απέναντι στη Γουλιά, το Τύρνοβο.
Έπήγα εκεί μεσάνυχτα.

 Καθήσαμε μαζί όλ η τη νύχτα και μιλούσαμε.
Του έλεγα.
«Εσείς είσαστε Ελληνες από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και πέρασαν οι Σλάβοι και σάς έξεσλάβωσαν.
 Ή μορφή σας είναι ελληνική και ή γη που πατούμε είναι ελληνική. 
Το μαρτυρούνε τα αγάλματα που είναι κρυμμένα μέσα της. 
Και αυτά είναι ελληνικά, και τα νομίσματα που βρίσκομε είναι ελληνικά, κι οι επιγραφές είναι ελληνικές.
Έπειτα ή Εκκλησία μας και το Πατριαρχείο επρωτοστάτησαν πάντοτε στην ελευθερία.

Ένώ ή Βουλγαρία δέ στάθηκε ικανή ώστε ή ίδια να έλευθερωθή, παρά την ελευθέρωσε ή Ρωσσία. 

Και σύ περιμένεις τώρα να ελευθερώση και τη Μακεδονία; 

Και φαντάζεσαι πως είναι ποτέ δυνατον ή ευρωπαϊκή διπλωματία να κατακυρώση τη Μακεδονία στη Βουλγαρία και προπάντων τη Φλώρινα και την Καστοριά, που απέχουν μόλις δυο μέρες από τα ελληνικά σύνορα, ενώ από τα βουλγαρικά απέχουν επτά;»

Έπειτα του μίλησα και για τους φόνους, και του είπα ότι, αν αληθινά το Βουλγαρικό Κομιτάτο εργαζόταν για την ελευθερία, για ένα  τόσο ιερό σκοπό, δέ θα μπορούσε να κάνη τέτοια κακουργήματα, να παίρνη διά της βίας χρήματα από τους φτωχούς χωρικούς και να σκοτώνη αθώους.

«Από σήμερα» του είπα «Θα είσαι μαζί μας, θα είσαι ο πρώτος. θα σου στείλω κάτω να γνωρίσης τους Ελληνες βασιλείς και τα παιδιά σου θα τα στείλω στην Ελλάδα να σπουδάσουν».

Το παραδέχθηκε και μείναμε σύμφωνοι, αυτός ν΄ αναλάβη την υπεράσπισι των χωριών της περιφερείας του κι έγώ την ύποχρέωσι να συντηρώ το σώμα του. 

Μου έδωσε και ένα  γράμμα ότι στο εξής θα υπηρετήση το Ελληνικό Κομιτάτο.

Σε δυο τρεις μέρες μου έστειλε και τα παιδιά του, δυο αγοράκια, το ένα  επτά και τοό άλλο δώδεκα χρονών, που ήσαν τρόφιμοι του βουλγαρικού γυμνασίου Καστοριάς. Τα κράτησα μια εβδομάδα στη Μητρόπολι κι έπειτα τάστειλα στον Παύλο Μελά με το ιστορικό τους. 

Εδώ τα έβαλαν στο Λύκειο του Δέλιου κι έπειτα στη Σχολή των Εύελπίδων και σήμερα είναι αξιωματικοί του ελληνικού στρατού.

Στον Κώτα έστειλα αμέσως ένα  μηνιάτικο, δέκα λίρες γι΄ αυτόν και δύο για κάθε ένα  από τα παιδιά του, τα παλληκάρια του δηλαδή.

'Αργότερα τον έστειλα και τον ίδιο τον Κώτα στο Μελά στάς Αθήνας.
Από την Καστοριά ως τα ελληνικά σύνορα είχα αγγελιοφόρους χωρικούς κι ένας άπ΄ αυτούς τον συνώδευσε ως εδώ με δυο-τρία από τα παλληκάρια του, επειδή ήξερε και την Ελλάδα.
Σέ κάθε χωριό είχαμε ένα  αγγελιοφόρο, που έπρεπε να μας ειδοποιή για το κάθε τι. Εμείς ειδοποιούσαμε τον αγγελιοφόρο ότι θα έρθη την τάδε ώρα ένα  σώμα και θα το φιλοξενήσης.
Τα ΐδια την άλλη νύχτα σ’ άλλο χωριό. Περπατούσαν νύχτα όμως νύχτα και την ημέρα κοιμόντουσαν.

Έδώ στην Αθήνα τον Κώτα τον περιποιήθηκε ο Μελάς κι έπειτα επέστρεψε πάλι στην Μακεδονία. Οταν γύρισε, άρχισε ν΄ αντενεργή στο Βουλγαρικό Κομιτάτο  μα όχι φανερά, ώς μέλος ακόμα του Κομιτάτου.
Οι Βούλγαροι βέβαια το είχαν μάθει ότι πήγε στην  Αθήνα μα τον φοβόνταν πολύ.

 Κι ετσι εξακολούθησε να μένη στά Κορέστια, στην περιφέρεια του, που ήταν όλο βουλγαρόφωνα χωριά.


Στις αρχές του 1901 έκανα μια μεγάλη περιοδεία σ΄ όλα τα σλαβόφωνα χωριά των Κορεστίων.

 Κι ετσι ή Ρούλια και το Τύρνοβο, ή Τύρσια και η Δρανόβενη, το Γαμπρέσι και ή Τσαρνόβιστα ξαναγύρισαν στην ορθοδοξία.
Τ΄ άλλα χωριά, Κοστενέτσι, Σμαρδέσι, Πρέσνιτσα, Μπροδίβιτσα κτλ. ήταν μικτά.

 Σ’ όλα όμως ελειτούργησα με το ελληνικό κόμμα, που άρχισε να αναθαρρή.

Στο Κονομπλάτι, το χωριό του Μήτρου Βλάχου, οι Βούλγαροι δε θέλησαν να μας παραδώσουν τα κλειδιά της εκκλησίας. 

Τότε εγώ μαζί με τον καβάση μου Έμίν έχοντας κρεμασμένα στους ώμους μας τα όπλα μας, εγώ ένα  μάλιγχερ και κείνος ένα  γκρα, σπάσαμε με μπαλτάδες την πόρτα και μπήκαμε και λειτούργησα χωρίς κανείς να τολμήση να μ'  εμποδίση. 

Ένώ εξακολουθούσα την περιοδεία μου στά Κορέστια, μια μέρα πριν πάω στο Μπαψόρι με ειδοποίησαν ότι μια βουλγαρική συμμορία, του Τσακαλάρωφ, από εξήντα άτομα είχε πιάσει τα ψηλώματα γύρω στ'  αμπέλια, ανάμεσα από τη Δρανόβενη και το Μπαψόρι, και παραμόνευε.

 Επειδή ακόμα δεν είχα συνοδεία δικών μας, και δεν ήθελα να διακόψω την περιοδεία μου στα Κορέστια, ειδοποίησα τον τουρκικό στρατό, που ήταν στο Κονομπλάτι, και μου εστειλε εκατό άνδρες.

’Έτσι έφτασα ανενόχλητος στο Μπαψόρι, γιατί ο Τσακαλάρωφ, μόλις είδε το στρατό, τραβήχτηκε με το σώμα του και κρύφτηκε στο δάσος. 

Μπήκα λοιπόν στο Μπαψόρι και λειτούργησα μαζί με τους δυο Ελληνες ιερείς, τον παπά-Κώστα και τον παπά-Δημήτρη.

Οταν όμως έφυγα, οι κομιτατζήδες για να τρομοκρατήσουν τους δικούς μας σκότωσαν τρεις άντρες και μια γυναίκα, εκείνους που με φιλοξένησαν στο σπίτι τους.

Τα Χριστούγεννα του 1901 πήγα στη Ζαγορίτσανη. 

Εκεί είχαμε δυο παπάδες δικούς μας, ένα δάσκαλο και μερικούς άλλους, μα όλοι ήταν τρομοκρατημένοι.

 Φιλοξενήθηκα στο σπίτι του παπά Γιώργη και τα μεσάνυχτα θα κάναμε τη λειτουργία.

Γράφω στους Βουλγάρους να μου στείλουν τα κλειδιά της εκκλησίας.

Μου γράφουν
 «Πρώτα θα λειτουργήσωμε εμείς και ύστερα σεις».

τους απαντώ «Πρώτα εγώ και ύστερα σεις». 

Ήταν εκεί και ο Τσακαλάρωφ με το σώμα του και ο Μήτρος Βλάχος.

Εξήντα άντρες και χώρια οι χωρικοί.
 «Θα σπάσω» τους λέω «τήν πόρτα να μπώ μέσα». 

Ακόμα τότε δέν είχαν αποφασίσει να με σκοτώσουν.
 Ήταν ο πρώτος χρόνος που είχα πάει.

Μου στέλνουν λοιπόν επιτροπή από το χωριό να με πείση ότι είναι καλύτερα να λειτουργήσουν αυτοί πρώτα.

«Οχι» τους απαντώ «ή εκκλησία εγινε με Ελληνικό φιρμάνι από το Ελληνικό Πατριαρχείο και εγώ είμαι άρχιερεύς. Λοιπόν πρώτος θα λειτουργήσω». 

Τότε σηκώθηκαν και έφυγαν χωρίς να μου δώσουν τα κλειδιά.
 «Έμίν» φωνάζω στον καβάση μου «πήγαινε στον καϊμακάμη, να πής να μάς στείλη στρατό».

Αυτοί τάκουσαν και μου στειλαν τα κλειδιά.

Έτσι τα μεσάνυχτα πήγα συνοδευόμενος από δυο δικούς μας ανθρώπους με το ρεβόλβερ στο χέρι, και ο Εμίν με το γκρά.
Το όπλο του Καραβαγγέλη.
Κάθε φορά που είχαμε να στρίψωμε στο δρόμο, στη στροφή ο Έμίν γύριζε το γκρά κατά πάνω έτοιμος, σημαδεύοντας.

Στην εκκλησία έβαλα το ρεβόλβερ μου στην πέτσινη θήκη του και ξέχασα μάλιστα, θυμούμαι, τον πετεινό σηκωμένο.

 Μά ευτυχώς δεν συνέβη δυστύχημα.

 Πίσω από το θρόνο ήταν ένας δικός μας που στάθηκε όλη την ώρα με το πιστόλι στο χέρι. 

Έτσι λειτούργησα και φθάσαμε στά Αγια.

Τότε όμως ήρθαν οι Βούλγαροι κι άρχιζαν να φωνάζουν 
«Γρήγορα, οι Γραικομάνοι να τελειώσουν». 

Εγώ όμως λειτούργησα, έδωσα αντίδωρο κι έτσι φύγαμε.

Άμα φτάσαμε στο σπίτι ο παπά-Γιώργης έκανε το σταυρό του.

 «Ολοι οι κακούργοι ήταν εδώ» είπε. 

Ή πρώτη λειτουργία στη Ζαγορίτσανη αλήθεια άγρια. 

Μά ετσι επιβλήθηκα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: