Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

Μακεδονικό Zήτημα: Το Ελληνομακεδονικόν Κομιτάτον και η Βουλγαρική οργάνωση ΕΜΕΟ- VMRO


DOUGLAS DAKIN

"Η ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 1770-1923"

ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.

Ο τρίτος απελευθερωτικός αγώνας: 
το Μακεδονικό ζήτημα 1897-1908

Μακεδονία

O,τι  και να σήμαινε η λέξη Μακεδονία στους παλαιότερους χρόνους, κατά τα τέλη του 19 ου αιώνα δήλωνε την περιοχή που εκτεινόταν από τις λίμνες Οχρίδα  και Πρέσπα στα δυτικά  ως τον ποταμό Νέστο ανατολικά,  και από τα βουνά του Σάρ, της Ρίλας  και της Ροδόπης στο βορρά  ως την Πίνδο, τον ‘Όλυμπο  και το Αιγαίο στο νότο.

Συνδυασμός από οροσειρές, λίμνες  και ποταμούς, η Μακεδονία διασχιζόταν από τρεις κύριες οδικές αρτηρίες —τις κοιλάδες του Άξιου  και του Στρυμόνα, που συνέδεαν την κεντρική Ευρώπη με το Αιγαίο,  και τη ρωμαϊκή Εγνατία Οδό, που περνούσε από το Μοναστήρι  και τη Θεσσαλονίκη  και έφτανε στην Κωνσταντινούπολη.

 Ήταν λοιπόν επόμενο πολλοί λαοί —οι Πέρσες, οι Ρωμαίοι, οι Βυζαντινοί, οι Βούλγαροι, οι Σέρβοι  και οι Τούρκοι— να προσπαθήσουν ο ένας μετά τον άλλον να κυριαρχήσουν στην περιοχή.

'Όταν κατά το τέλος του 19ου αιώνα η οθωμανική αυτοκρατορία φαινόταν έτοιμη να καταρρεύσει, οι Δυνάμεις της εποχής, η Αυστρία  η Ρωσία, η Γερμανία  και η Ιταλία, συνειδητοποίησαν τα παραμελημένα συμφέροντά τους στη Μακεδονία, η όποια στον αιώνα του σιδηροδρόμου αποκτούσε μεγάλη σπουδαιότητα. εξαιτίας όμως των διεθνών αντιζηλιών καμιά μεμονωμένη Δύναμη δεν ήταν σε θέση να προσαρτήσει την επαρχία αυτή.

 Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν οι μεγάλες Δυνάμεις ήταν να διατηρήσουν την επιρροή που διέθεταν στην Κωνσταντινούπολη, όσο υπήρχε ακόμα η Τουρκία,  και να είναι έτοιμες να υποστηρίξουν έναν η περισσότερους από τους πιθανούς διαδόχους του τουρκικού καθεστώτος —
τούς Σέρβους, τους 'Έλληνες, τους Βουλγάρους, τους Αλβανούς η ακόμα  και τους Μακεδόνες, που οι πιθανότητές τους να ιδρύσουν ανεξάρτητο έθνος δεν ήταν εντελώς ανύπαρκτες.

Όλοι αυτοί οι λαοί μπορούσαν να προβάλουν αξιώσεις  βασισμένες σε ιστορικούς, εθνικούς, κοινωνιολογικούς, γλωσσολογικούς, πολιτιστικούς  και θρησκευτικούς λόγους, είτε για ολόκληρη τη Μακεδονία είτε τουλάχιστον για εκτεταμένα τμήματά της.

Η περιοχή αυτή ήταν ένα από τα θέματα που συζητήθηκαν το l866-67 1 κατά τις ελληνοσερβικές διαπραγματεύσεις και,  όπως είδαμε, όλες οι βαλκανικές χώρες, μετά τη συνθήκη του Βερολίνου  και την προσάρτηση της Θεσσαλίας από την Ελλάδα, είχαν φτάσει στο σημείο να διεκδικούν τη Μακεδονία  και να ισχυρίζονται ότι οι Μακεδόνες ήταν τα αδέλφια τους που είχαν χαθεί από καιρό.

 Οι Σέρβοι  και οι Βούλγαροι είχαν ορισμένους φυλετικούς, γλωσσικούς  και πολιτιστικούς δεσμούς με τους Σλάβους της Μακεδονίας, αλλά  και οι δυο διαφωνούσαν βίαια στο ζήτημα του βαθμού συγγενείας.

Οι Έλληνες μπορούσαν να προβάλουν τη μεγαλύτερη αρχαιότητα των ιστορικών τους αξιώσεων.

Υπήρχαν επίσης πολυάριθμα χωριά, ιδιαίτερα στα νότια μέρη, που από γλωσσική άποψη ήταν ελληνικά  και έτσι παρά την εξάπλωση της Βουλγαρικής Εξαρχίας η ελληνική Εκκλησία συνέχισε να κυριαρχεί σε σημαντικό μέρος των καθαρά σλαβόφωνων περιοχών.2

Κατά τη διάρκεια του 19 ου αιώνα οι Έλληνες ίδρυσαν στη Μακεδονία μια « εθνική» οργάνωση που άρχισε να διαδραματίζει κάποιο ρόλο την εποχή του πολέμου της Κριμαίας  και εμφανίστηκε πάλι τον καιρό της συνθήκης του Βερολίνου.

Βλέποντας την εξάπλωση της Εξαρχίας  και την ίδρυση του βουλγαρικού κράτους, άρχισαν να βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα της οργάνωσης αυτής  και να την προσαρμόζουν, για να είναι σε θέση να αντισταθεί καλύτερα στο συναγωνισμό του σλαβιστικού κινήματος. Τόσο το Πατριαρχείο όσο  και το εθνικό βασίλειο άρχισαν να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στο ζήτημα των ελληνικών σχολείων. Τα σχολεία αυτά ήταν ήδη αρκετά, χάρη στη φροντίδα των κοινοτήτων  και των πλούσιων ευεργετών  έπρεπε όμως να γίνουν περισσότερα,  και μολονότι οι προσπάθειες που έγιναν δεν κατόρθωσαν να ανταποκριθούν απόλυτα στις ανάγκες  το 1902 υπήρχαν στη Μακεδονία παραπάνω από χίλια ελληνικά σχολεία με 70.000 μαθητές, καθ ως  και μερικά ιδιωτικά εκπαιδευτήρια όπου φοιτούσαν άλλοι 8.000 μαθητές.3

Τα σχολεία της Εξαρχίας, που είχαν ιδρυθεί  και λειτουργούσαν με χρήματα που έστελναν η Ρωσία  και η Βουλγαρία, έφταναν τα 592  και είχαν συνολικά περίπου 30.000 μαθητές.

Αλλά  και οι Σέρβοι είχαν ακολουθήσει το δρόμο των εκπαιδευτηρίων.
Το 1886 ίδρυσαν την εκπαιδευτική εταιρεία του 'Αγίου Σάββα  και διέθεταν το 1901, εκτός από τέσσερα λύκεια για αγόρια  και τρία για κορίτσια, 226 σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι οι αριθμοί αυτοί ανταποκρίνονταν περίπου στα στοιχεία του πληθυσμού που προέκυπταν με βάση την τουρκική απογραφή του 1905  σύμφωνα με αυτήν ο αριθμός των ατόμων που υπάγονταν
στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου ανερχόταν  στη Μακεδονία σε 647.962 άτομα, 
ενώ εκείνοι που ελέγχονταν από την Εξαρχία ήταν 557.734 άτομα.

 Γενικά όμως είχε γίνει παραδεκτό ότι πολλοί από τους κατοίκους είχαν προσχωρήσει στην Εξαρχία επειδή εξαναγκάστηκαν,  και όχι επειδή αυτή ήταν η πεποίθησή τους.

Στις περιοχές όπου τα ελληνικά σχολεία ήταν πολυάριθμα, ο Ελληνισμός διέθετε τη μεγαλύτερή του δύναμη, ενώ στα μέρη όπου ήταν αριθμητικά ισοδύναμοι όσοι πήγαιναν στα σχολεία της Εξαρχίας  και του Πατριαρχείου, η διαμάχη ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες είχε πάρει οξύτατη μορφή.

Τόσο η αδυναμία όσο και ή δύναμη του ελληνικού στοιχείου στη Μακεδονία συμβάδιζαν απόλυτα με τη θέση της ελληνικής εκπαίδευσης. Πολλοί δυτικοευρωπαίοι αμφέβαλλαν κατά πόσο υπήρχε πραγματικά Ελληνισμός στη Μακεδονία  και έβλεπαν το όλο θέμα ως εφεύρεση των εφημερίδων της κυρίως Ελλάδας.

Αποδείχτηκε όμως ότι είχαν άδικο.
Το ελληνικό στοιχείο κατόρθωσε να επιβιώσει παρά τις δριμύτατες επιθέσεις που δεχόταν. 
Και δεν θα είχε βέβαια επιζήσει αν δεν υπήρχε.

Τη δύναμή του την όφειλε κατά ένα μέρος στην ελληνική εκπαίδευση  και κατά ένα άλλο μέρος στον έμφυτο συντηρητισμό της πλειοψηφίας των Μακεδόνων, είτε σλαβικά μιλούσαν αϊτοί είτε βλάχικα, είτε ελληνικά.

Η εκπαίδευση που δινόταν στα σχολεία της Εξαρχίας είχε ένα πλεονέκτημα:
 ήταν δωρεάν,  
και διέθετε μερικά οικοτροφεία που έδιναν υποτροφίες στους μαθητές τους.

 Επιπλέον, μολονότι ήταν λιγότερο άρτια, έδινε ιδιαίτερο βάρος στις γλώσσες  και στις χρήσιμες γνώσεις  και γι΄ αυτό ασκούσε κάποια έλξη.
Ή εκπαίδευση όμως που δινόταν στα ελληνικά σχολεία, αν  και κάπως ξεπερασμένη, άντανακλούσε κάποιο κοινωνικό επίπεδο  και οι πιο εύποροι Σλάβοι την προτιμούσαν γι αύτόν το λόγο.

 Οί απόφοιτοι των σχολείων της Εξαρχίας δεν είχαν παρά ελάχιστες δυνατότητες.
Τα επαγγέλματα  και οι έμπορικές ασχολίες έμεναν στα χέρια των Ελλήνων, των Βλάχων  και των Εβραίων.
Μόλις διαμορφωνόταν μια τάξη διανοουμένων από τους άποφοίτους των σχολείων, μετανάστευε στη Βουλγαρία ή σε μακρινές χώρες.

Έτσι δεν επαληθεύτηκε το όνειρο  των Εξαρχικών ότι θα μπορούσαν να κερδίσουν τη Μακεδονία διαμέσου της εκπαίδευσης. 
Το μόνο που τα εξαρχικά σχολεία κατόρθωσαν να πετύχουν ήταν να δημιουργήσουν σφήνες στούς ακριτικούς χώρους του Ελληνισμού, πληρώνοντας γι  αυτό υπέρογκο αντίτιμο, καθ ως δημιούργησαν μια τάξη ατόμων που έμελλε να τηρήσει εχθρική στάση απέναντι στη βουλγαρική Εκκλησία.

Η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση

Με το πέρασμα του χρόνου το εκπαιδευτικό σύστημα της Εξαρχίας έπεσε κατά μεγάλο μέρος στα χέρια άθρησκων στοιχείων που επιδίωκαν την ανατροπή του κοινωνικού καθεστώτος,  και το ίδιο το εξαρχικό κίνημα διοχετεύτηκε σε δύο αντίπαλα ρεύματα —τον βουλγαρικό εθνικισμό από τη μια  και το κίνημα για την αυτονομία της Μακεδονίας από την άλλη.

'Όσον καιρό είχε την εξουσία στη Σόφια ο Stepan Stambulov (1887-94) η πολιτική της Βουλγαρίας είχε στόχο να συνεργαστεί με τους Τούρκους, που ήταν εχθροί του Ελληνισμού,  και να κερδίσει κι άλλες μητροπόλεις για λογαριασμό της Εξαρχίας.

 Οι διάδοχοι όμως του Stambulov άρχισαν, κάπως δειλά είναι αλήθεια  να ενθαρρύνουν το κίνημα για την αυτονομία της Μακεδονίας, με την ελπίδα ότι μόλις εξασφαλιζόταν καθεστώς αυτονομίας τότε η υπόθεση της Μακεδονίας θα είχε κερδηθεί για τη Βουλγαρία, όπως είχε γίνει  και στην περίπτωση της Ανατολικής Ρωμυλίας

Παρ’ όλα αυτά η κίνηση για την αυτονομία της Μακεδονίας είχε τη δική της ζωή  και αφοσιωμένους οπαδούς οι όποιοι, όσο  και να τους ικανοποιούσε το γεγονός ότι τους υποστήριζαν χρηματικά η Βουλγαρία  και η Εξαρχία, επιθυμούσαν να ιδρύσουν ένα χωριστό κράτος βασισμένο σε πολιτικές  και κοινωνικές αρχές εντελώς διαφορετικές από εκείνες που επικρατούσαν στο εσωτερικό της βουλγαρικής ηγεμονίας.

'Η λαϊκή κίνηση για την αυτονομία της Μακεδονίας υπήρχε πριν από την καθιέρωση της Εξαρχίας  και αυτή η κίνηση οργάνωσε αργότερα επαναστατικές ένοπλες ομάδες στα 1879-81  και 1885-86.

Στη Μακεδονία οι Τούρκοι μπέηδες, που ήταν κυρίως αλβανικής καταγωγής, υπό τη διπλή τους ιδιότητα (ως φεουδάρχες  και  ως φοροεισπράκτορες) καταλήστευαν τόσο τους αγρότες όσο  και το τουρκικό δημόσιο ταμείο. Οι εξαθλιωμένοι χωρικοί πάλι αναγκάζονταν να συνεργάζονται με ληστές για να προστατευθούν από τους άλλους ληστές  και τους ασυνείδητους αξιωματούχους —μέθοδος πολυδάπανη αλλά αποτελεσματική.
Επιπλέον, υπέφεραν τα πάνδεινα αν είχαν την ατυχία να δικαστούν από τουρκικά δικαστήρια.

 Η Μακεδονία είχε όλες τις κοινωνικές δυστυχίες που θα μπορούσαν να σπρώξουν τον κόσμο να ασπασθεί ένα επαναστατικό κίνημα.

 Το 1893 εμφανίστηκε μια ανατρεπτική κίνηση με κάποια βαρύτητα, όταν ο Gruev  και ο Tatarchev ίδρυσαν την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική  Οργάνωση (ΕΜΕΟ). 

Ή οργάνωση αυτή, που θεωρητικά θα περιλάμβανε στους κόλπους της Μακεδόνες όλων των δογμάτων, υιοθέτησε το σύνθημα "ή Μακεδονία στούς Μακεδόνες"  και μολονότι ήταν θεμελιακά αντίθετη με την κίνηση της Εξαρχίας, εργάστηκε παράλληλα με αυτήν.

Τούτο οφειλόταν στο ότι η  Οργάνωση βρήκε ότι ήταν πιο εύκολο να δημιουργήσει ομάδες σε χωριά που υπάγονταν στην Εξαρχία η στα όποια ζούσαν οπαδοί της Εξαρχίας, παρά στις κοινότητες που ελέγχονταν σταθερά από το Πατριαρχείο.

Το 1895 ιδρύθηκε στη Σόφια ένα ανώτατο μακεδονικό κομιτάτο.
Στόχος του ήταν να ενισχύσει —ή  και να υποκαταστήσει ακόμα— την Εσωτερική Όργάνωση στέλνοντας στη Μακεδονία ένοπλες ομάδες που θα επανδρώνονταν κυρίως από Μακεδόνες μετανάστες.

 Επίσης οργανώθηκαν ομάδες ανταρτών στη Βουλγαρία από την Εσωτερική Οργάνωση η οποία, καθ ως μεγάλωνε μέσα στη Μακεδονία, είχε αρχίσει να προσεταιρίζεται τους τοπικούς χαϊδούκους.

Αυτή η κάπως συγκεχυμένη δράση των ένοπλων ομάδων αύξήθηκε σημαντικά μετά την ήττα της Ελλάδας το 1897  και δεν άργησε να πάρει ανθελληνικό χαρακτήρα, όπως εξάλλου  και αντιτουρκικό.

Στόχος τους ήταν να βοηθήσουν τη μερίδα που υποστήριζε την Εξαρχία στα διάφορα χωριά για να αναγκάσουν έτσι τις κοινότητες αυτές να πάρουν θέση υπέρ της βουλγαρικής Εκκλησίας. 

Οι τουρκικές φρουρές  και οι χωροφύλακες (πού στρατολογούνταν κυρίως από Αλβανούς γκέκηδες) άρχισαν να δρουν για την καταστολή των άναταραχών αύτών  και εύθύνονταν οπωσδήποτε για το κύμα της καταπίεσης που εξαπολύθηκε. Οί ειδήσεις που έφταναν στην Εύρώπη για τα καταπιεστικά μέτρα έγιναν αίτια να κερδίσουν οι επαναστάτες πολλές συμπάθειες. Ή ιδέα της «Μακεδονίας στούς Μακεδόνες» είχε ήδη αποκτήσει σημαντική υποστήριξη στην Εύρώπη, κυρίως στο χώρο των κακοπληροφορημένων φιλελεύθερων, οι όποιοι μέσα στην άγνοιά τους φαντάζονταν ότι υπήρχε μακεδονική εθνότητα.

Στα χωριά οι γραικομάνες (όπως  λέγονταν οι φανατικοί οπαδοί του Πατριαρχείου) έπαιζαν το ρόλο του πληροφοριοδότη των Τούρκων.
Συγχρόνως οι ελληνικές οργανώσεις άρχισαν  κάπως αργοπορημένα, να υπερασπίζουν τον Ελληνισμό άπέναντι στα επαναστατικά σλαβικά στοιχεία.

Το έργο που είχαν να εκτελέσουν  αν  και ήταν πολύ σημαντικό, δεν ήταν παρ  όλα αύτά τόσο τεράστιο όσο φάνηκε αρχικά.

 Το βουλγαρομακεδονικό κίνημα είχε κατακερματιστεί σε χίλια κομμάτια: 
είχαν κάνει την εμφάνισή τους άντιζηλίες  και διχογνωμίες στο εσωτερικό των σωμάτων που συναγωνίζονταν για την καθοδήγησή του και,  σε τοπικό επίπεδο, δεν ήταν παρά ένα παράξενο συνονθύλευμα ληστοσυμμοριτισμού, τοπικής βεντέτας, κοινωνικής αναταραχής, θρησκευτικής διαμάχης  και μιας σχεδόν ακατανόητης πάλης μεταξύ των τοπικών ήγετών.

Ηταν πολύ δύσκολο να βρεθούν χρήματα  και όπλα  και η μεγάλη πλειοψηφία των χωρικών έμενε άδρανής.
Παρ  όλα αυτά η αντίπαλη ελληνική οργάνωση αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες για να προστατεύσει τους Έλληνες ιερείς, δασκάλους  και επισήμους του Πατριαρχείου στις πόλεις  και στα χωριά όπου η πάλη είχε πάρει οξύτατη μορφή. 

Οι  κοινότητες αυτές τοποθετούνταν κυρίως στην πλατιά λωρίδα της γεωγραφικής περιοχής που την αποτελούσαν οι περιφέρειες (καζάδες) του Μοναστηριού  και της Φλώρινας στη δύση, της Γευγελής, των Βοδενών (Έδεσσας)  και των Γιανιτσών στο κεντρικό τμήμα  και οι Σέρρες  και η Ζίχνα στο άνατολικό κομμάτι (άπό την περιοχή αυτή πέρασαν έπειτα τα σύνορα).

Η Ελληνική  Οργάνωση


Εξέχουσα μορφή ανάμεσα στους υπερασπιστές του Ελληνισμού στη Μακεδονία ήταν ο μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης, ο όποιος είχε διοριστεί το 1900 από τον πατριάρχη Κωνσταντίνο Ε' στη μητρόπολη της Καστοριάς. 
Ο Γερμανός κατάλαβε γρήγορα ότι ήταν ανάγκη να οργανωθούν ανταρτικές ομάδες για να προστατεύσουν τα χωριά  και για να βοηθήσουν τους Τούρκους να κατατροπώσουν την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Όργάνωση (ΕΜΕΟ)  και τις βουλγαρομακεδονικές συμμορίες.

Στήν αρχή διάλεξε για το έργο αύτο τον Χρίστο Κώττα από τη Ρούλια, σλαβόφωνο κλέφτη που είχε διαφωνήσει με τους νεαρούς γραμματισμένους ηγέτες της ΕΜΕΟ.

Αργότερα στρατολόγησε τον Βαγγέλη από το Στρέμπενο  και τον Guelev από τα Τύρσια ( και τους δυο είχε προσπαθήσει να πάρει με το μέρος της η ΕΜΕΟ)  και αργότερα ακόμα κέρδισε την υποστήριξη των κλεφτών Γεώργη από το Νεγκοβάνι, Νίκου από το Νερέτι, Καραλίβανου  και άλλων. 

Επιπλέον χρησιμοποιούσε πληρωμένους κατασκόπους  και πράκτορες που δούλευαν μέσα στην ΕΜΕΟ, καθ ως  και Τούρκους δολοφόνους.

Είναι βέβαια περιττό να τονίσουμε ότι ενημέρωνε πάντα τους Τούρκους της περιοχής για τις κινήσεις του.
Αυτοί σε αντάλλαγμα του είχαν διαθέσει σωματοφύλακες που τον συνόδευαν όταν περιόδευε στα χωριά της μητρόπολής του για να τελέσει τη λειτουργία ή νά προωθήσει τις πολιτικές του δραστηριότητες.

'Όταν η ΕΜΕΟ οργάνωσε την αποτυχημένη έξέγερση του ’Ίλιντεν τον Αύγουστο του 1903, ο Καραβαγγέλης  και η ακολουθία του ήταν κυρίως υπεύθυνοι για τη αποτυχία της. 

Ο Κώττας πολεμούσε με μια μεγάλη συμμορία 600 άνδρών.
Ή άλήθεια είναι ότι πολεμούσε κυρίως για δικό του λογαριασμό, γιατί ποτέ του δεν ήταν πρόθυμος να συνεργαστεί με τους Τούρκους. 

Αλλά τόσο οι δικές του ενέργειες, όσο  και η δράση του Βαγγέλη  ο όποιος κατέστρεψε πολλές συμμορίες της ΕΜΕΟ, διευκόλυναν πολύ τους Τούρκους να εκμηδενίσουν την ΕΜΕΟ, που δεν μπόρεσε ποτέ να συνέλθει από την ήττα της. ο Καραβαγγέλης δεν ήταν ο μόνος που έργάστηκε για την Εκκλησία στη Μακεδονία.

Οί επίσκοποι Φλωρίνης  Άνθιμος, 
Μοναστηριού Φορόπουλος, 
ο Αλεξανδρος, μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, 
ο Δράμας Χρυσόστομος  και 
ο Βοδενών Στέφανος διαδραμάτισαν όλοι ξεχωριστο ρόλο στον μακεδονικό αγώνα. 

Είναι δύσκολο να πούμε κατά πόσο έργάζονταν απλως για το Πατριαρχείο η για τον Ελληνισμό της Αθήνας (αύτά τα δύο δεν βρίσκονταν σε άπόλυτη ρήξη).

Ένώ πρόσεχαν να διατηρούν όσο μπορούσαν καλύτερες σχέσεις με τους Τούρκους, δεν άπέκρουαν  και τη βοήθεια από την Ελλάδα  ακόμα και για τους ίδιους τους Τούρκους η βοήθεια που έστελνε η Αθήνα δεν ήταν κακό αμιγές καλού.

Ό Καραβαγγέλης έπαιρνε χρήματα από την Αθήνα αφότου άρχισε τη δράση του  και έστελνε εκθέσεις στον Ζαιμη  και στον Δεληγιάννη.
Όταν έδωσε την είδηση ότι στρατολόγησε τον Guelev, ζήτησε από τον Ζαιμη να του στείλει πενήντα Κρητικούς. ο Ζαίμης όμως δήλωσε στούς συναδέλφους του, έχοντας στο μυαλό του το παράδειγμα των συμμοριών του 1896  και της ήττας του 1897:
«Άς ξεφορτωθούμε τον Καραβαγγέλη, γιατί είναι ικανός να μάς προξενήσει μεγάλη ζημιά». 

Οί διάδοχοι του Ζαιμη δεν φάνηκαν τόσο διστακτικοί. Άπό το 1903  και έπειτα διοχετεύονταν στη Μακεδονία σημαντικά κρατικά κονδύλια, καλυμμένα στον προϋπολογισμό με τον τίτλο «δαπάνες εξωτερικού».
Υπήρχαν οπωσδήποτε  και «ιδιωτικές» έπιχειρήσεις που διέθεταν τους δικούς τους χρηματικούς πόρους  και οι επιχειρήσεις αύτές έφεραν, όπως φαίνεται, το μεγαλύτερο βάρος της Οργάνωσης στη Μακεδονία για λογαριασμό της κυβέρνησης.

Και τούτο γιατί παρά τη συνθήκη με την Τουρκία  και την τυπική εξαφάνιση της περιβόητης Εθνικής Εταιρείας, η οργάνωση αυτή εξακολουθούσε να υπάρχει
  μόνο το ονομά της είχε εξαφανιστεί. 

Στα μέλη της συγκαταλέγονταν  και μερικοί νέοι αξιωματικοί που ακόμα υπέφεραν για την ήττα του 1897.

 Αυτοί οι αξιωματικοί —ο Παύλος Μελάς, οι αδερφοί Μαζαράκη  και άλλοι— διατηρούσαν επαφές τον Στέφανο Δραγούμη  (1842-1923) του όποιου η οικογένεια καταγόταν από τη Μακεδονία  και ο όποιος ειχε διατελέσει υπουργός Εξωτερικών στην πέμπτη  και στην έκτη κυβέρνηση Τρικούπη.

Βρίσκονταν επίσης σε επαφή με τον Καραβαγγέλη  και τους άλλους επισκόπους  και χρησιμοποιούσαν τη χαρτογραφική υπηρεσία του ελληνικού στρατού για να διοχετεύουν όπλα στη Μακεδονία.

Τον Νοέμβριο του 1902, ένας από τους φίλους τους, ο νεαρός ’Ίων Δραγούμης, γιος του Στέφανου, τοποθετήθηκε  ως υποπρόξενος στο Μοναστήρι,  και από τη θέση αυτή έβαλε τις βάσεις μιας άμυντικής οργάνωσης που ήταν πιο καλοστημένη από εκείνη του Καραβαγγέλη. 

Οί αξιωματικοί έστειλαν στον Δραγούμη χρήματα  και στον Καραβαγγέλη, τον Μάιο του 1903, μια άνταρτική ομάδα από Κρητικούς.

Στο μεταξύ είχε σχηματιστεί στην Αθήνα το Μακεδονικό Κομιτάτο, μέ πρόεδρο τον Δημήτριο Καλαποθάκη, ιδιοκτήτη της εφημερίδας Εμπρός. ο Θεοτόκης, που ειχε γίνει πρωθυπουργός για δεύτερη φορά τον Ιούνιο του 1903, ανέχτηκε τις δραστηριότητες του Κομιτάτου.

Το 1904, με την πίεση της κοινής γνώμης  και των γεγονότων, άρχισε να στέλνει στη Μακεδονία έναν νέο τύπο προξενικών υπαλλήλων για να αντικαταστήσει τους κάπως αδιάφορους  και αποκαρδιωμένους αξιωματούχους που είχαν την τάση να αφήνουν τα πράγματα στην τύχη τους. Γενικό πρόξενο στη Θεσσαλονίκη έστειλε τον Λάμπρο Κορομηλά, ο όποιος σύντομα αξίωσε να αποσπαστούν αξιωματικοί του στρατού στο Προξενείο  ως κατάσκοποι. 

Το σχέδιο αυτό το ευνοούσε  και ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος.
 Η ελληνική κυβέρνηση ικανοποίησε το αίτημα  και προτού περάσει πολύς καιρός υπήρχαν στη Μακεδονία κάπου εξήντα αξιωματικοί που εμφανίζονταν  ως δάσκαλοι, πράκτορες ασφαλιστικών εταιρειών, ζωέμποροι, διευθυντές εργοστασίων  και ούτω καθεξής.
(Ένας μάλιστα από αυτούς έγινε ηγούμενος ενός μοναστηριού που βρισκόταν σε σπουδαία στρατηγική θέση.)

Τον ίδιο χρόνο η ελληνική κυβέρνηση έστειλε τετραμελή επιτροπή αξιωματικών στη δυτική Μακεδονία με σκοπό να μελετήσει το πρόβλημα  και να αποφασίσει αν επαρκούσε η τοπική προσπάθεια που είχε αναληφθεί η αν θα χρειαζόταν να σταλούν ομάδες από την Ελλάδα.

Με κάποιο δισταγμό (γιατί η έπιτροπή στην άναφορά της περιείχε δύο άπόψεις) η κυβέρνηση άποφάσισε να δράσει, όχι όμως όσο θα επιθυμούσαν ο Δραγούμης  και οι φίλοι του η το Μακεδονικό Κομιτάτο.

Οπωσδήποτε, μολονότι αρχικά η κυβέρνηση ύπολόγιζε να διατηρήσει άμεσο έλεγχο στις δραστηριότητες των άνταρτικών ομάδων, τελικά μεταβίβασε τις υποθέσεις της δυτικής Μακεδονίας στο Μακεδονικό Κομιτάτο, θέλοντας να έχει μια δικαιολογία απέναντι στις μεγάλες Δυνάμεις.

 Οι επιχειρήσεις που γίνονταν στην επαρχία (βιλαέτι) της Θεσσαλονίκης τέθηκαν υπό τον έλεγχο του Κορομηλά, ο όποιος κατάφερε τελικά να πείσει την κυβέρνηση να αναθέσει στο προξενείο του τον στρατηγικό έλεγχο του αγώνα σε όλη τη Μακεδονία.

Παύλος Μελάς
Στον Παύλο Μελά, που είχε διοριστεί αρχηγός των δυνάμεων της δυτικής Μακεδονίας, έλαχε ο κλήρος να οδηγήσει την πρώτη από αυτές τις ανταρτοομάδες πέρα από τα σύνορα.

 Ωσότου φτάσει είχε σκοτωθεί ο Βαγγέλης (Μάιος 1904)  και ο Κώττας είχε πιαστεί αιχμάλωτος (Ιούνιος 1904).
Και ο Μελάς ήταν γραφτό να χαθεί σύντομα (Οκτώβριος 1904).

Υπαίτιοι του φόνου του ήταν οι Τούρκοι που κυνηγούσαν να πιάσουν οχι αύτόν άλλα τον περίφημο ήγέτη της ΕΜΕΟ Μήτρο Βλάχο.

Ή τραγική του τύχη έκανε τον Παύλο Μελά Βύρωνα του τρίτου απελευθερωτικού αγώνα.

Ο θάνατός του πέτυχε ό,τι δεν είχε καταφέρει ούτε ο σοβινιστικός τύπος της Αθήνας
έκανε τους Έλληνες να συνειδητοποιήσουν ότι η Ελλάδα είχε ζωτικά συμφέροντα στη Μακεδονία  και ότι αν δεν προασπιζόταν αύτά τα συμφέροντα θα επισκιαζόταν από έναν ισχυρότερο βόρειο γείτονα. 

Τους έκανε επίσης να καταλάβουν ότι θα έχαναν τα αλύτρωτα νησιά  και ότι η υπόθεση του Ελληνισμού που βρισκόταν έξω από τα όρια του εθνικού βασιλείου θα χανόταν μια για πάντα.

Το Μακεδονικό ζήτημα δεν είχε απασχολήσει  ως τότε παρά μόνο ένα μικρό τμήμα του ελληνικού λαού.
Τώρα έπαιρνε τις διαστάσεις σημαντικού εθνικού ζητήματος. 
Πολλοί εθελοντές παρουσιάζονταν για να εκδικηθούν το θάνατο ενός γενναίου αξιωματικού.

Ύστερα από αυτές τις εξελίξεις σχηματίστηκαν στην Ελλάδα πολλές ομάδες ενόπλων (με τη συμμετοχή Κρητικών  και Μακεδόνων)  και έκαναν το επικίνδυνο ταξίδι από τα ελληνικά σύνορα  ως το πεδίο της δράσης.

Οί Έλληνες γρήγορα κατάλαβαν ότι μόνο σχετικά μικρές ανταρτικές ομάδες είχαν κάποια πιθανότητα να επιβιώσουν στη Μακεδονία.
Αλλά  και αυτές οι μικροομάδες δεν θα είχαν ποτέ μπορέσει να έπιζήσουν χωρίς την καλοστημένη Οργάνωση που δημιούργησαν ο Κορομηλάς  και οι αξιωματικοί του, οι όποιοι — περιττό βέβαια να λεχθεί— χρησιμοποίησαν καλά τις οργανώσεις που υπήρχαν ήδη. Ποτέ δεν βρίσκονταν περισσότεροι από 2.000 Έλληνες στο πεδίο της μάχης, πίσω τους όμως δούλευαν χιλιάδες Έλληνες σε πολιτικές υπηρεσίες που έδιναν στις ανταρτοομάδες αυτές τη δυνατότητα να δράσουν —πολίτες που έδιναν πληροφορίες, που φρόντιζαν για τη μεταφορά των όπλων, των τροφίμων  και των πυρομαχικών, που μετέφεραν μηνύματα  και τα λοιπά.

Ή οργάνωση αυτή δούλευε μυστικά  και αθόρυβα. Άν  και οι σημαντικότεροι πράκτορες επισκέπτονταν συχνά το Γενικό Προξενείο (έμπαιναν από μια μικρή πόρτα που οδηγούσε από τη Μητρόπολη στο Προξενείο), ο Κορομηλάς είχε βάλει στόχο του να δημιουργήσει μια οργάνωση που θα ήταν σε θέση να λειτουργεί ανεξάρτητα από το Προξενείο, το όποιο δεν έπρεπε να φαίνεται  και πολύ, για πολιτικούς λόγους.

Αθανάσιος Σουλιώτης
Στη Θεσσαλονίκη την ευθύνη της Οργάνωσης την είχε ο Σουλιώτης, που για να καλύπτεται εμφανιζόταν με τη μορφή εμπορικής επιχείρησης.

Αυτός μύησε στην οργάνωση πράκτορες που ανέλαβαν τους έξι τομείς στους όποιους ήταν διαιρεμένη η πόλη,  και αυτοί μύησαν με τη σειρά τους δέκα βοηθούς ο καθένας.

Τα χρήματα συγκεντρώνονταν με τη μορφή ασφαλιστικών εισφορών  και σε περίπτωση ασυνέπειας στην καταβολή των ποσών το λεγόμενο Εκτελεστικό της Όργάνωσης (μιά επίλεκτη ομάδα νέων ανθρώπων) επέβαλε αυστηρότατες ποινές.

Το εκτελεστικό αυτό σώμα είχε επίσης αναλάβει τη δολοφονία όλων των σπουδαίων προσώπων που δούλευαν για την ΕΜΕΟ ή για τους εξαρχικούς. 

Στα κύρια καθήκοντα της Όργάνωσης ανήκε  και η επιβολή οικονομικών αντιποίνων εναντίον των οπαδών της Εξαρχίας, που είχαν αύξηθεΐ τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη.

'Ιδρύθηκαν ελληνικές επιχειρήσεις  και μεταφέρθηκαν χτίστες από την   Ήπειρο για να άποκλείσουν τους εξαρχικούς από αυτό τον κλάδο.

 Ένθαρρύνθηκαν διάφοροι Έλληνες  και τους δόθηκε οικονομική βοήθεια για να εξαγοράσουν τις περιουσίες των Εξαρχικών  και επιβλήθηκε γενικός εμπορικός αποκλεισμός σε όλους τους σχισματικούς.

 Το αποτέλεσμα, ήταν να παίρνει η Θεσσαλονίκη όλο  και πιο πολύ την όψη ελληνικής πόλης. Γεγονός είναι βέβαια ότι οι Έλληνες ήταν λιγότεροι από τους Εβραίους  και τους Τούρκους, κατόρθωσαν όμως να περιορίσουν τον άριθμό των Σλάβων  και εμπόδισαν την εμφάνιση έχθρικών ομάδων στην πόλη.

Ο οικονομικός αυτός πόλεμος μεταφέρθηκε αργότερα σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας, στις όποιες δημιουργήθηκαν τελικά οργανώσεις παρόμοιες με εκείνη της Θεσσαλονίκης.

Η στρατιωτική δράση των ανταρτικών ομάδων

Κύρια καθήκοντα των ελληνικών ανταρτικών ομάδων ήταν να ανακαλύπτουν  και να εξοντώνουν τις ομάδες της ΕΜΕΟ  και των Εξαρχικών (πού αποτελούνταν κυρίως από Μακεδόνες), να προστατεύουν τα χωριά  και τις κωμοπόλεις, να επαναφέρουν στο Πατριαρχείο τις, κοινότητες εκείνες πού είχαν εξαναγκαστεί να προσχωρήσουν στην Εξαρχία, να ιδρύουν μικρές τοπικές ομάδες για την περιφρούρηση των περιοχών που είχαν κερδηθεί,  και τέλος να διατηρούν ανοιχτές τις οδούς άνεφοδιασμού. 

Γιά να εφαρμοστούν όλα αύτά τα σχέδια, ήταν ζωτικό να μπορέσουν οι ομάδες να έπιζήσουν, να άποφεύγουν τις συγκρούσεις με τις τουρκικές δυνάμεις που ενδιαφέρονταν πρωταρχικά να χτυπήσουν την ΕΜΕΟ, να μπορούν να τριγυρίζουν ανενόχλητα από δώ  και από κεί  και να έπισκέπτονται συχνά τα χωριά.

Σπουδαιότερο από τις θεαματικές συγκρούσεις ήταν η διατήρηση της έλευθερίας των κινήσεων, αν  και οι ομάδες δεν κατόρθωναν πάντα να άποφύγουν την έμπλοκή σε μάχες, καθ ως πότε πότε περικυκλώνονταν η έπεφταν σε ένέδρα μέσα η  και κοντά σε χωριά.

Συχνά αντιμετώπιζαν τουρκικές δυνάμεις που δεν ήξεραν ποτέ με βεβαιότητα αν είχαν μπροστά τους ομάδες Ελλήνων η της ΕΜΕΟ.

Περιττό λοιπόν να πούμε ότι πολλά χωριά έπαθαν μεγάλες καταστροφές η είχαν άπώλειες.
Οί Έλληνες κατάλαβαν ότι για να επιτύχουν τους στόχους αυτούς έπρεπε να συμμετέχουν στις ομάδες αρκετοί ντόπιοι που όχι μόνο γνώριζαν τις λεπτομέρειες του εδάφους αλλά ήξεραν  και τα εχθρικά στοιχεία που έπρεπε να αναζητηθούν.

Χωρίς τη βοήθεια αυτών των ντόπιων, πολλοί από τούς-οποίους ζούσαν ακόμα σαν κλέφτες στο τουρκικό τμήμα της Μακεδονίας, δεν θα είχαν μπορέσει να επιζήσουν ούτε οι Έλληνες αξιωματικοί  και υπαξιωματικοί που πήγαν εκεί, ούτε οι Κρητικοί (πολλοί από τους όποιους είχαν πάει στη Μακεδονία αφού έσβησαν οι μάχες στην Κρήτη).

Τους κλέφτες αυτούς  τους χαϊδούκους (σλαβικά haiduk), τους συναντούσε κανείς  και στις δυο πλευρές είτε  ως μέλη μεγαλύτερων άνταρτοομάδων είτε  ως ηγέτες των δικών τους μικρών σωμάτων. 

Εντάσσονταν στη μια η στην άλλη παράταξη άνάλογα με τις παλιές έχθρες  και φιλίες τους, τη συμπάθειά τους πρός την πατριαρχική η την εξαρχική Εκκλησία, με τις συγκεχυμένες αντιλήψεις τους για τις πολιτικές δυνατότητες, ανάλογα ακόμα  και με την έλξη που ασκούσε ο μισθός που προσφερόταν, σημείο στο οποίο οι Ελληνες δείχνονταν πιο γενναιόδωροι από τους έχθρούς τους.

Τα ντόπια αυτά στοιχεία, καθως  και οι Κρητικοί, δημιουργούσαν μερικές φορές δυσχέρειες στούς Έλληνες ήγέτες, γιατί ήταν συχνά άπειθαρχητοι, τηρούσαν σκληρή στάση άπέναντι στα χωριά,  και δεν έχαναν εύκαιρία να επιτίθενται στούς Τούρκους.

Το σχέδιο της έκστρατείας το ειχε καταστρώσει ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης στη Θεσσαλονίκη.

Δέν εφαρμόστηκε  ως την τελευταία του λεπτομέρεια, αλλά αν το μελετήσει κανείς θα καταλάβει τις φαινομενικά συγκεχυμένες έπιχειρήσεις των ελληνικών τμημάτων.

Το σχέδιο πρόβλεπε τη συγκέντρωση δυνάμεων στο Μορίχοβο, νοτιοανατολικά του Μοναστηριού,  και τη δημιουργία προγεφυρώματος για τις μελλοντικές επιχειρήσεις. 

Γιά να κερδίσει κανείς τον έλεγχο αυτής της περιοχής, έπρεπε να εξουσιάζει μια πλατιά λωρίδα γής που εκτεινόταν από την Καστοριά  και το Μοναστήρι  ως τη Γραδεσνίτσα  και τα Βοδενά (Έδεσσα), την περιοχή στα βόρεια των Γιανιτσών, την κοιλάδα  και τη λίμνη των Γιανιτσών (Ρουμλούκι), τη Νάουσα,  και ανατολικά από τον   Αξιό πρός την κατεύθυνση της Δοϊράνης, των Σερρών  και τής. Δράμας.

Γιά τις επιχειρήσεις χρειάζονταν περίπου έντεκα μεγάλες ανταρτικές ομάδες (πού μπορούσαν να χωριστούν σε μικρότερες ομάδες αν ήταν ανάγκη ,  και αυτές έπρεπε να προσπαθήσουν με κάθε τρόπο να διατηρήσουν μια αδιάκοπη γραμμή επικοινωνίας.

Όσο για τα κάπως πιο απομονωμένα ελληνικά κέντρα που βρίσκονταν στα βόρεια της περιοχής των επιχειρήσεων (το Κρούσεβο  και το Μελένικο λόγου χάρη), αυτά έπρεπε προς το παρόν να φροντίσουν να προφυλαχτούν μόνα τους.

Στήν τετραετία 1905-08 οι ελληνικές ανταρτικές ομάδες γύριζαν τα βουνά  και τα χωριά, πολλές μάλιστα έμεναν στη Μακεδονία  και είχαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της βαρυχειμωνιάς.

Με τη δράση τους προκαλούσαν βαριές άπώλειες στις συμμορίες της ΕΜΕΟ  και των Εξαρχικών, στους προκρίτους  και στους πράκτορες, πότε πότε μάλιστα  και στους Τούρκους.

Σταδιακά επιβλήθηκαν  και οι επιχειρήσεις του εχθρού περιορίστηκαν. Στη διάρκεια του αγώνα έχασαν κάπου 640 μαχητές  και πράκτορες (αριθμός που αφήνει απέξω τα πολυάριθμα θύματα, ανάμεσά τους γυναίκες  και παιδιά, πού, αν  και δεν είχαν γίνει επίσημα μέλη της ελληνικής οργάνωσης, έχασαν τη ζωή τους σε μάχες που δόθηκαν στα χωριά).

Δεν διαθέτουμε ακριβή στοιχεία για τις απώλειες της ΕΜΕΟ  και των εξαρχικών, σίγουρα όμως ήταν πολλαπλάσιες από τις ελληνικές.

Έπτά ολόκληρα χρόνια τα τουρκικά στρατεύματα προξένησαν μεγάλα πλήγματα στούς λεγόμενους κομιτατζήδες (άνθρώπους του [βουλγαρικού] κομιτάτου).

 Ή ΈΜΕΟ έπαθε επίσης μεγάλες καταστροφές από τη δράση όχι μόνο των Ελλήνων αλλά  και των Σέρβων, οι οποίοι 'ίδρυσαν στο βορρά τη δική τους μακεδονική οργάνωση  και έστειλαν πολυάριθμες ανταρτικές ομάδες από το άλλο μέρος των συνόρων.

Ή νίκη της Ελλάδας ( και της Σερβίας) στον ένοπλο αγώνα της Μακεδονίας δεν είχε  ως αποτέλεσμα να κερδίσουν τη Μακεδονία, η έστω ένα τμήμα της, η Ελλάδα η ή Σερβία. 

Εμπόδισε όμως την απώλειαεκείνων των περιοχών που αργότερα αποτέλεσαν την ελληνική  και τη σέρβική Μακεδονία.

Οι Έλληνες χρωστούσαν τη νίκη τους στην ανωτερότητα τής στρατιωτικής  και διοικητικής τους οργάνωσης, στην εσωτερική δύναμη του Ελληνισμού στη Μακεδονία, στη σχετική άνεκτικότητα που έδειξαν οι Τούρκοι
και στη διάσπαση που υπήρχε στο χώρο του βουλγαρομακεδονικού κινήματος με τους συγκεχυμένους  και αντικρουόμενους σκοπούς του  και τον παράξενο συνδυασμό καθαρής τρομοκρατίας, κοινωνικής επανάστασης  και θρησκευτικής προπαγάνδας.

 Βέβαια είναι αλήθεια ότι ο Ελληνισμός της Αθήνας  και ο Ελληνισμός της Μακεδονίας δεν ήταν πάντα ένα  και το αύτό, άλλά οι αντιτιθέμενοι σκοποί δεν εξασθένισαν ουσιαστικά το έλληνικό μακεδονικό κίνημα.

Στη Μακεδονία οι δυο δυνάμεις συνεργάζονταν κατά κάποιον τρόπο άρμονικά: 
η ήγεσία  και τα εφόδια που έρχονταν από την Ελλάδα είχαν ζωτική σημασία για τον Ελληνισμό της Μακεδονίας,  και αυτό οι Τούρκοι το ανέχονταν  κάνοντας έτσι το συνδυασμένο κίνημα να φαίνεται πολύ λιγότερο καταδικαστέο παρά αν ήταν είδος σταυροφορίας κατευθυνόμενης μόνο από την Αθήνα.

Επιπλέον οι Έλληνες αξιωματικοί που ύπηρετούσαν στη Μακεδονία διατηρούσαν ενα βαθμό πειθαρχίας που έλειπε σε άλλες περιοχές.

Αν  και πολεμούσαν με μεγάλη θηριωδία  και εξαφάνιζαν τους γνωστούς εχθρούς με άνελέητη αποτελεσματικότητα, φέρθηκαν σε γενικές γραμμές πολύ ήπια στα χωριά. 

Είχαν μεγάλα ποσά στη διάθεσή τους  και πλήρωναν καλά τις υπηρεσίες που τους παρέχονταν (ακόμα  και εκείνες που τους πρόσφεραν φτωχοί Τούρκοι).

Το αποτέλεσμα. ήταν πολλά χωριά να πάρουν το μέρος του Ελληνισμού,
όχι τόσο έπειδή προτιμούσαν το Πατριαρχείο, 
όσο γιατί αντιπαθούσαν τις υπερβολές της ΕΜΕΟ, για την παρέμβαση της όποίας ο εξαρχος είχε κάθε λόγο να δυσφορεί.

 Η εξωτερική πολιτική της 'Ελλάδας κατά τον μακεδονικό αγώνα

Καθως η ένταση στις σχέσεις Βουλγαρίας-Τουρκίας δεν είχε σταματήσει να μεγαλώνει  και καθ ως οι επιθέσεις κατά του ελληνικού στοιχείου στη Μακεδονία πολλαπλασιάζονταν, η Ελλάδα οχι μόνο προσπάθησε να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Πύλη αλλά άρχισε  και πάλι τον Μάιο του 1899 διαπραγματεύσεις με τη Σερβία.

Και αυτές όμως ναυάγησαν, όπως  και οι διαπραγματεύσεις των ετών 1890-93, εξαιτίας του Μακεδονικού.



Ή Ελλάδα είχε προβάλει την αξίωση η σφαίρα επιρροής της να εκτείνεται βόρεια  ως το Νευροκόπι (σημ Yauna το σημερινό Goce Deltsev της Βουλγαρίας), τη Στρώμνιτσα  και το Κρούσεβο σε άντάλλαγμα η Ελλάδα θα αναγνώριζε  ως σφαίρα σερβικής έπιρροής την περιοχή πρός τη Δίβρη, το Βέλεζ  και τη Ραδοβίστα  και θα υποστήριζε το θέμα του διορισμού τριών Σέρβων επισκόπων στα Σκόπια, στην Πρισρένη  και στή Βέλεζ-Δίβρη  (σημ Yauna δηλαδή η Ελλάδα να πάρει το βιλαέτι Θεσσαλονίκης και το Βιλαέτι Μοναστηρίου εκτός του Καζά Δίβρης, η δε Σερβία το βιλαέτι Κοσόβου).

Ουσιαστικότερη ήταν η βελτίωση των σχέσεων με την Τουρκία που είχε ως ένα βαθμό συμφιλιωθεί με την ουσιαστική απώλεια της Κρήτης  και φοβόταν τη βουλγαρομακεδονική προπαγάνδα πολύ περισσότερο από τον Ελληνισμό.

 Οί Έλληνες είχαν άπο την πλευρά τους άντιληφθεΐ ότι η άμυνα του Ελληνισμού εξαρτιόταν πρός το παρόν από την καλή θέληση των Τούρκων  και τη συνέχιση της τουρκικής κυριαρχίας.

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο χαιρέτισαν τις προσπάθειες των Δυνάμεων να περιορίσουν τη Σόφια  και να επιβάλουν στους Τούρκους να φροντίσουν για την τήρηση της τάξης  και να θεσπίσουν μεταρρυθμιστικά μέτρα στη Μακεδονία.

Επιπλέον βελτίωσαν τις σχέσεις τους με τη Γερμανία, που επηρέαζε την Κωνσταντινούπολη,  και αρχισαν να εκδηλώνουν αυξανόμενη αποστροφή για τη Ρωσία, την όποια ύποψιάζονταν ότι ένθάρρυνε τις βουλγαρικές βλέψεις.

 'Υποψιάζονταν έπίσης τη ρωσοαυστριακή συμφωνία που πρόβλεπε πιθανόν ενα διακανονισμό των βαλκανικών θεμάτων εις βάρος των έλληνικών συμφερόντων.

Οσο για τη Μεγάλη Βρετανία, παρ’όλη την εύγνωμοσύνη για τις υπηρεσίες που τους είχε προσφέρει στο παρελθόν, είχαν άμφιβολίες για τη στάση που θα κρατούσε μελλοντικά,  και η γνώμη τους ήταν ότι ο Lansdowne, ο ύπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, παραμελούσε υπερβολικά τα συμφέροντα της Ελλάδας  και δειχνόταν ύπερβολικά εύπιστος άπέναντι στη βουλγαρική προπαγάνδα.

Υπέρ αύτού συνηγορούσε όμως το γεγονός ότι φαινόταν να συγκρατεί τη Ρωσία  και να ενθαρρύνει τους Τούρκους να φροντίζουν για την τήρηση της τάξης στη Μακεδονία.
Στήν πρωτοβουλία της Βρετανίας όφείλεται κυρίως ότι η Αύστρία  και η Ρωσία παρακινήθηκαν, μετά την εξέγερση που εγινε στο Razlog, στη βορειοανατολική Μακεδονία, τον Οκτώβριο του 1902,  να άναλάβουν  και να έπιβλέψουν για λογαριασμό της Εύρωπαϊκής Συμφωνίας την εφαρμογή του σχεδίου που έμεινε γνωστο με το ονομα Μεταρρυθμιστικό Σχέδιο της Βιέννης  και υποβλήθηκε στην Πύλη τον Φεβρουάριο του 1903.

Το σχέδιο πρόβλεπε την καθιέρωση γενικού επιθεωρητή για τα βιλαέτια της Μακεδονίας, τη χρησιμοποίηση ξένων ειδικών για την άστυνομία  και τη χωροφυλακή, σώματα στα όποια έ'πρεπε να γίνονται δεκτοί χριστιανοί, ορισμένα μεταρρυθμιστικά μέτρα σε θέματα του προϋπολογισμού  και της δικαιοσύνης,  και την παροχή άμνηστίας.

 Οί "Ελληνες χαιρέτισαν το πρόγραμμα αύτο επειδή διατηρούσε το εδαφικό καθεστώς, έπειδή δεν περιείχε διατάξεις για την αυτονομία της Μακεδονίας (λύση που ήταν γνωστο ότι εύνοούσε ο Lansdowne),  και επειδή ο γενικός επιθεωρητής, ο Χιλμί πασάς, που ήταν φίλος του Ελληνισμού, φαινόταν πρόθυμος να περιορίσει την εξαρχική επιρροή.

Αλλά το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα δεν πραγματοποιήθηκε.
Συναντούσε τη σφοδρή άντίδραση των Αλβανών, οι όποιοι είχαν ήδη έξεγερθεί  και άπασχολούσαν δυνάμεις 50.000 Τούρκων που ήταν άπαραίτητοι στη Μακεδονία όπου η ΕΜΕΟ είχε οργανώσει την άνοιξη του 1903 κάπου ενενήντα κύρια άνταρτικά σώματα με 2.700 άνδρες συνολικά/Όπως είδαμε, τον Αύγουστο η ΕΜΕΟ ειχε εξαπολύσει τη λεγόμενη εξέγερση του Ίλιντεν στη δυτική Μακεδονία, που οι Τούρκοι, με κάποια βοήθεια από τους 'Έλληνες, την κατέστειλαν άποτελεσματικά  και άγρια. Το επόμενο βήμα ήταν να συνεχίσουν τη δράση τους εναντίον των ομάδων της ΕΜΕΟ.

Σέ 150 περίπου συμπλοκές εξουδετέρωσαν  ως το τέλος Νοεμβρίου κάπου 750 κομιτατζήδες.


Ή έξέγερση του Ίλιντεν είχε βρει απροετοίμαστη τη βουλγαρική κυβέρνηση.

 Τήν εποχή εκείνη ο στρατηγός Petroy, πρωθυπουργός της Βουλγαρίας, προσπαθούσε να βελτιώσει τις σχέσεις με την Τουρκία  και είχε κλείσει τα γραφεία των μακεδονικών κομιτάτων.

Ύποκύπτοντας όμως στη λαϊκή πίεση άναγκάστηκε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση που δημιουργήθηκε από την έξέγερση του ’Ίλιντεν κάνοντας διαβήματα διαμαρτυρίας, δίνοντας υπερβολικές περιγραφές των τουρκικών θηριωδιών  και διατάζοντας επιστράτευση.

 Εντούτοις δεν πέτυχε παρά να πείσει τις Δυνάμεις ότι ήταν ανάγκη να ληφθούν  και άλλα μεταρρυθμιστικά μέτρα  και οχι, όπως έλπιζόταν, να δοθεί ριζική λύση στο Μακεδονικό.

Το νέο μεταρρυθμιστικό σχέδιο του Όκτωβρίου 1903, γνωστό  ως πρόγραμμα του Murzsteg, ήταν, όπως  και το προηγούμενο, κυρίως αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας των Βρετανών,  και άπέρριπτε, όπως  και το προηγούμενο, την ιδέα ενός χριστιανού κυβερνήτη, ιδέα που την είχε προτείνει ο Lansdowne.

 Στη θέση του θα διορίζονταν δυο πολιτικά πρόσωπα, ένας Αύστριακός  και ένας Ρώσος, βοηθοί του Χιλμί πασα για δύο χρόνια έργο τους θα ήταν να του έφιστούν την προσοχή στις αγριότητες  και να κρατούν ενήμερες τις δικές τους κυβερνήσεις.

Τήν άναδιοργάνωση της οθωμανικής χωροφυλακής θα την ανέθεταν σε ξένο στρατηγό που θα ήταν στην υπηρεσία της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Στο έργο του θα είχε τη συμπαράσταση ξένων αξιωματικών των πέντε Δυνάμεων  κάθε εθνικότητα θα είχε την ευθύνη για ορισμένη περιοχή. Προτάθηκαν  και διάφορα άλλα μεταρρυθμιστικά μέτρα, το πιο σπουδαίο όμως άρθρο του προγράμματος ή ταν εκείνο που έλεγε ότι μόλις εφαρμοζόταν τελικά κάποιο ειρηνευτικό μέτρο οι Δυνάμεις θα ζητούσαν από την οθωμανική κυβέρνηση ((τήν τροποποίηση των εδαφικών ορίων  και των διοικητικών ενοτήτων με στόχο την χανονικότερη κατανομή των διαφόρων εθνικοτήτων)).

Το άρθρο αύτο ήταν σημαντικό επειδή το παρεξήγησαν εντελ ως οι Βούλγαροι, οι Σέρβοι  και οι Έλληνες, οι όποιοι δεν θεώρησαν ότι άποσκοπούσε στην εφαρμογή περιορισμένης κλίμακας τοπικών διορθώσεων στα διοικητικά διαμερίσματα, άλλά το νόμισαν  ως πρόσκληση να υποβάλουν τις άξιώσεις τους σε περίπτωση διαμελισμοΰ της Μακεδονίας.

Ή έλληνική κυβέρνηση έδινε οπωσδήποτε αυτή την ερμηνεία στο άρθρο  και αυτή η ερμηνεία ήταν ένας σημαντικός παράγοντας στην άπόφασή της να έπέμβει στη Μακεδονία.

Οι Έλληνες είχαν κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένοι με το πρόγραμμα του Murzsteg, όπως ακριβώς  και με το πρόγραμμα της Βιέννης,  και ήταν ευτύχημα γι  αυτούς ότι ο Lansdowne  και η Βαλκανική Επιτροπή του Λονδίνου, που είχε μεγάλη επιρροή αλλά ήταν κακά πληροφορημένη, δεν είχαν φανεί ικανοί να προωθήσουν στις συνεργαζόμενες Δυνάμεις σχέδια για την αυτονομία της Μακεδονίας.

Εύτύχημα ήταν επίσης για τους Έλληνες ότι τα μεταρρυθμιστικά προγράμματα έπεσαν όλα στο κενό, γιατί η αποτυχία αυτή έδωσε μια πολύ πιστευτή δικαιολογία για τη συνέχιση του μακεδονικού αγώνα, που το νέο σώμα χωροφυλακής (παρά την επιφανειακή του άποτελεσματικότητα) ήταν εντελώς ανίκανο να τον τερματίσει.

'Όταν τον Νοέμβριο του 1905 η Αύστρία  και η Ρωσία διαμαρτυρήθηκαν με διαβήματά τους στην Αθήνα, στο Βελιγράδι  και στη Σόφια για τις πολεμικές έπιχειρήσεις των άνταρ,τικών σωμάτων, ο Σκουζές, ο 'Έλληνας υπουργός των Εξωτερικών, ήταν σε θέση να τους άπαντήσει ότι οι Έλληνες της Μακεδονίας δρούσαν άποκλειστικά για λόγους αύτοάμυνας. Τήν άπάντηση αυτή την επαναλάμβανε σταθερά  και μονότονα:  και όταν του έλεγαν ότι άνταρτικές ομάδες οργανώνονταν στην Ελλάδα η ότι είχε μαθευτεί π ως μια έλληνική ομάδα είχε διαβεί τα σύνορα, αύτός —μάστορας σε άσχετες, άσύνδετες  και διασκεδαστικές συζητήσεις— έθετε ύπό άμφισβήτηση τα στοιχεία, έκανε λόγο για λαθρέμπορους που μετακινούνταν, ύπογράμμιζε τις ελλείψεις της έλληνικής άστυνομίας  και των δυνάμεων στα σύνορα, τόνιζε ότι οι Κρήτες  και οι Μακεδόνες ήταν Τούρκοι ύπήκοοι  και κατέληγε στερεότυπα άπαριθμώντας μια άτέλειωτη σειρά εγκλημάτων που είχαν διαπραχθεί στη Μακεδονία έναντίον του Ελληνισμού.

Δέν μπόρεσε όμως ποτέ με την ίδια ευκολία να δώσει ικανοποιητικές έξηγήσεις για τα μνημόσυνα που γίνονταν κάθε τόσο στην Αθήνα για Έλληνες αξιωματικούς που είχαν χαθεί πολεμώντας με τις ομάδες των άνταρτών.
Το μόνο πού μπορούσε να κάνει, ήταν να υπόσχεται, ότι θα συγκεντρώσει την προσοχή του στις ένέργειες των ελληνικών ένοπλων δυνάμεων  και οτι θα τιμωρούσε όσους έπιανε να περνούν τα σύνορα.
 Η χλιαρή στάση του εδειχνε καθαρά ότι οι κίνδυνοι που διέτρεχε η Ελλάδα ήταν λιγότεροι από δ,τι το 1897.

Οι Τούρκοι δεν έβλεπαν με κακό μάτι τη δράση των ελληνικών άνταρτικών σωμάτων:
 οχι μόνο βοηθούσαν να εξουδετερωθεί το σλαβικό κίνημα, άλλά  και ένίσχυαν πολύ την άποψη των Τούρκων ότι οι ταραχές στη Μακεδονία δεν ήταν συνέπεια της τουρκικής τυραννίας άλλά η έκδήλωση του μίσους που χώριζε τους χριστιανικούς πληθυσμούς καθ ως  και των μηχανορραφιών των βαλκανικών δυνάμεων.

Κατά το 1906, όταν τα ελληνικά άνταρτικά σώματα είχαν εδραιώσει την κυρίαρχη θέση τους  και ο κίνδυνος από την ΕΜΕΟ είχε υποχωρήσει, οι Τούρκοι άρχισαν να φέρονται πιο εχθρικά άπέναντι στην έλληνική κυβέρνηση  και στο Πατριαρχείο. 

Τον Μάιο του 1906 ο Μεγάλος Βεζίρης αξίωσε από τον Πατριαρχη την άπομάκρυνση του μητροπολίτη του Μοναστηριού  και αργότερα τον ϊδιο χρόνο, έπειτα από διαβήματα του Βρετανού πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, επέστη σε την προσοχή του Πατριαρχη στις άνατρεπτικές δραστηριότητες των έπισκόπων Γρεβενών, Δράμας  και Καστοριάς.

Οί Βρετανοί είχαν ήδη διαμαρτυρηθεΊΐ στην Αθήνα γι’αύτές τις δραστηριότητες,  και παράλληλα έφιστοΰσαν την προσοχή στο γεγονός ότι ο άριθμός των πολιτικών φόνων που όφείλονταν στη δράση των 'Ελλήνων ήταν σαφως μεγαλύτερος από έκείνους για τους όποιους εύθυνόταν η ΕΜΕΟ.

Στην απάντησή του ο Σκουζές ειχε ισχυρά έπιχειρήματα.

Ήταν σε θέση να κατονομάσει πάνω από 800 θύματα που ανήκαν στούς πατριαρχικούς, τονίζοντας για μια ακόμα φορά ότι η τρομοκρατική δράση στη Μακεδονία ξεκίνησε από τις ένοπλες ομάδες της ΕΜΕΟ  και ότι υπήρχαν ακόμα εκατοντάδες χωριά που κατοικοΰνταν από οπαδούς του Πατριαρχείου τα όποια έπρεπε να έλευθερωθοΰν από τον έλεγχο των Εξαρχικών. 

Εντούτοις η έλληνική κυβέρνηση, άπαντώντας στις διαμαρτυρίες, άνακάλεσε τον Κορομηλά από τη θέση του Γενικού Προξένου στη Θεσσαλονίκη γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η οργάνωση που είχε δημιουργήσει μπορούσε να συνεχίσει να δουλεύει  και χωρίς την έποπτεία του.

 Καί ο Πατριαρχης άπέσυρε τους κληρικούς που είχαν αναπτύξει δράση, απλως επειδή αύτο τό μέτρο ήταν πολιτικά σκόπιμο.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. ’Έγινε επίσης αντικείμενο συζητήσεων κατά τις έλληνοσερβικές διαπραγματεύσεις του 1890-93. Οί Σέρβοι πρόβαλαν άξιώσεις για το μεγαλύτερο τμήμα της Μακεδονίας. Οί Έλληνες άπέρριψαν τότε την προσφορά της Σερβίας για συμμαχία των δύο χωρών* υπολογίζοντας οτι οι Βούλγαροι  και οι Σέρβοι δεν θα κατόρθωναν ποτέ να συμφωνήσουν  και ότι η συμμαχία Σερβίας-Έλλάδας θα οδηγούσε άπλ ως σε εύθυγράμμιση Βουλγαρίας-Τουρκίας, που θα ήταν καταστροφική για τον Ελληνισμό της Μακεδονίας.
2. Βλ. παραπάνω σελ. 188-190. Το 1904 υπήρχαν εξι επισκοπές της Εξαρχίας» από τις όποιες οι δύο ήταν στη Σερβία. Σέ μερικές περιοχές δμως οι Βούλγαροι.είχαν διορίσει protojereji (αρχιμανδρίτες σε άγροτικές περιφέρειες) που ήταν έπίσκοποι καθ’ δλα έκτος από τον τίτλο.
3. Πρβλ. τα στοιχεία για το έθνικό βασίλειο: 3.123 σχολεία με 190.000 μαθητές περίπου.
4. Ό Βαγγέλης είχε πάρει από τους Τούρκους έπίσημη αδειανά διατηρεί ένοπλη ομάδα.
5. Το ποσό έφτανε ΐσως τα 3-4 περίπου έκατομμύρια δραχμές το χρόνο. "Ενα μέρος από αύτά στελνόταν στην Κρήτη  και την Ήπειρο.
6.              Ειχε στείλει οπλα στη Μακεδονία το 1871  και το 1878.
7.             Δέν έπρόκειτο για εξέγερση άλλα για εισβολή βουλγαρικών ομάδων που υπάγονταν στις εξωτερικές οργανώσεις. Ή ΕΜΕΟ ήταν άντίθετη με αύτο το μέτρο. Οί Τούρκοι κατέστειλαν την έξέγερση δείχνοντας κάποια αύστηρότητα που τονίστηκε υπερβολικά στόν τύπο της Εύρώπης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: