Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία: Ο Ελληνο-βουλγαρικός εκπαιδευτικός και εκκλησιαστικός ανταγωνισμός

Χάρτης Χριστιανικών σχολείων και εκκλησιών το 1903
 στην Ιστορική Μακεδονία (Βιλαέτι Θεσσαλονίκης).
Η Ελληνική και η 
Βουλγαρική παιδεία.

Η βουλγαρική έχει παρουσία 25 χρόνια, η ελληνική 25 αιώνες.
Συλλογή Μαζαράκη, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
 Γεωργίου Μόδη.

"Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ 
ΚΑΙ ΝΕΟΤΕΡΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ"
 ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ.
(οι φωτογραφίες επιλογή Yauna)

Στο τοπικά γλωσσικό ιδίωμα, όπου κρεμάστηκαν οι Βούλγαροι και κρέμασαν τις ελπίδες και όλους  τους νόμους και προφήτες, βρήκαν αντίπαλους τους Σέρβους. 
΄Εχουν και αυτοί  κάποια γλωσσική συγγένεια μακρινότερη.
 ’Έχουν κοινή όμως την «οικογενειακή εορτή» (σλάβα η σλούσμπα), που είναι άγνωστη στη Βουλγαρία.

Δεν κατάφεραν όμως μεγάλα πράγματα στην πραγματική Μακεδονία παρ’ όλες τις προσπάθειες, την προπαγάνδα, τις οικονομικές θυσίες. Στο Μοναστήρι π.χ. μετριόνταν οι Σέρβοι στα δάχτυλα. Ο ένας μάλιστα ήταν καθαρής ηπειρωτικής κατωγωγής (Πανταζίεβιτς) και ο άλλος Αλβανόφωνος (Λεσναροβίκ).

Δεν σημείωσαν μεγαλύτερη πρόοδο στη Γευγελή, τη Στρώμνιτσα και τις Σέρρες, όπου επίσης ίδρυσαν σχολείο.
Επιχείρησαν να ιδρύσουν σχολείο και στη Φλώρινα το 1898, μα δεν βρήκαν οπαδό, παρά μόνον ένα Βούλγαρο, όπως γράφει στα απομνημονεύματά του ο Λάκης Πίρζας.

Μέσα στα ίδια τα Σκόπια η Ελληνική κοινότητα, που την αποτελούσαν  κυρίως Κρουσοβίτες, ήταν ασύγκριτα πολυαριθμότερη, πλουσιότερη, σημαντικότερη από τη Σέρβική, μολονότι τα τελευταία χρόνια ο ΄Ελληνας μητροπολίτης είχε αντικατασταθή από Σέρβο.
Τούς περιποιήθηκαν και αυτούς οι Βούλγαροι με το μαχαίρι των κομιτατζήδων. ΄Οταν όμως αναγκάστηκαν και οι Σέρβοι να καταρτίσουν ανταρτικά σώματα, οι Βούλγαροι αντιμετώπισαν οχληρό και σοβαρό εχθρό στην περιοχή των Σκοπίων και ένα πρόσθετο εμπόδιο στα σχέδιά τους.

Είχαν όμως αντίρροπο τη βοήθεια και συνεργασία της Ρουμανικής προπαγάνδας.
Βουλγαρικές μητροπόλεις απόκτησαν από νωρίς τα Σκόπια και η Αχρίδα. Κέρδισαν και άλλες μητροπόλεις οι Βούλγαροι με σουλτανικά «βεράτια», και το 1892, όταν πρόδωσαν στην Τουρκία τις προτάσεις του Χαριλάου Τρικούπη, πρωθυπουργού τότε, για συμμαχία, και το 1897, όταν έμειναν ουδέτεροι και αδιάφοροι στον Έλληνο-τουρκικό πόλεμο.

Οι μητροπόλεις Μοναστηριού και Στρώμνιτσας Ντίμπρας ήταν το κύριο έπαθλο τότε.
 Έτσι απόκτησαν 7 συνολικά Μητροπόλεις.
Ο Σαλάροφ, ανώτερος αξιωματικός του Βουλγαρικού Επιτελείου, λέγει ότι το 1897 η Βουλγαρία πρότεινε συμμαχία στη Τουρκία —εναντίον της 'Ελλάδας βέβαια— και ζήτησε για αντίτιμο της προδοσίας πέντε μητροπολιτικά «βεράτια».

Εκμεταλλεύτηκαν όμως με περισσή εξυπνάδα την εσωτερική διάσταση πολλών χωριών. Μιά μερίδα π.χ. τα χαλνούσε με τον εφημέριο του χωριού και ζητούσε την αντικατάστασή του η τη χειροτονία και ενός άλλου.
 'Ο μητροπολίτης έφερνε αντιρρήσεις.
Καί η αντίθεση των δύο μερίδων ολοένα μεγάλωνε σαν φωτιά που απλώνεται, και έπαιρνε μορφή άλληλοσπαραγμού.
Εμφανίζονται τότε «από μηχανής» σωτήρες οι Βούλγαροι και χειροτονούσαν αμέσως τον υποψήφιο λειτουργό του 'Υψίστου, χωρίς να εξετάσουν καθόλου τα προσόντα και το παρελθόν του.
 Δεν τους πείραζε αν δεν ήξερε τα Βουλγαρικά γράμματα. Ήταν καλός Βούλγαρος λευίτης, έστω και αν έκαμνε την λειτουργία ελληνικά .
Μερικοί νεοφώτιστοι Βούλγαροι παπάδες έγραφαν με ελληνικά  γράμματα τα λόγια της Βουλγαρικής ακολουθίας, και αν κάποιος τους έκλεβε το χαρακτηριστικό βοήθημα, όπως γινόταν κάποτε, ήταν χαμένοι... 'Ωστόσο τους ακολουθούσαν πιστά όλοι, όσοι ανήκαν στη μερίδα του. 

Αυτοχειροτονούνταν αμέσως Βούλγαροι και «σχισματικοί».  
Ένα αβυσσαλέο χάσμα άνοιγε τότε στο ταλαίπωρο χωριό. Συνηθέστατα οι νοικοκυραίοι αποτελούσαν  την δίκιά μας μερίδα.
Ενθυμούμαι απ’ τα μικρά χρόνια ένα μικρό χωριό κοντά στο Μοναστήρι, το Μπρούσνικ, και τις συγκρούσεις του.
Είχε χωριστή σε δυο αντίπαλα και λυσσαλέα αλληλομισούμένα στρατόπεδα.
Οι δικοί μας, σωστοί αλευροβιομήχανοι με νερόμυλους μεγάλους σαν εργοστάσια (τις έλεγαν «φάμπρικες» ), ήταν πρόθυμοι να θυσιάσουν ακόμα και τα παιδιά τους  έφτανε να εξοντώσουν τους αντιπάλους, έστω και στενούς συγγενείς !
'Ένας Βέλιος, που σύχναζε τακτικά στο κατάστημα του θείου μου, έλεγε και ξανάλεγε πάντοτε: «Πρέπει να πέση μαχαίρι. Αλλιώς δεν γίνεται».

Παραστατική εικόνα μας δίνει και η ιστορία της Ξυλόπολης (παλιά Λιγκόβανη) του Λαγκαδά, στον δρόμο για τις Σέρρες, που την έγραψε ο κ. Αθανάσιος Πάσχος:

Οι ΄Ελληνες καθαίρεσαν τον μουχτάρη (πρόεδρο) Στογιάννη Τούγια, γιατί δε δέχθηκε τις 10 λίρες που του πρόσφερε μία Βουλγαρική Επιτροπή, για να της παραδώση τη σφραγίδα, και χτύπησε κάποιο μέλος, αλλά δεν επωφελήθηκε απ’ την ευκαιρία να τους αφήση όλους  στον τόπο!
Τα χρήματα προέρχονταν χωρίς αμφιβολία από κάποια πηγή πολύ μακρινή, την Πανσλαβιστική 'Εταιρεία.
Το 1875 ο εφημέριος του χωριού Παπαγιώργης, αγράμματος και ανεμάνθρωπος, λιποτάκτησε ξαφνικά και έγινε Βούλγαρος για 10 μετζήτια (δύο σχεδόν λίρες). Τον έστειλαν οι Βούλγαροι σε κάποιο φροντιστήριο να μάθη και τα βουλγαρικά γράμματα. 
Φωτίστηκε όμως εκεί τόσο δυνατά, που έχασε και το δικό του φως... 

Γύρισε στο χωριό θεότυφλος ! Οι χωρικοί που είδαν στο πάθημά του τη θεία δίκη, τον υποδέχτηκαν με γιουχαισμούς. 
Σε λίγες μέρες πέθανε. Ο νέος μουχτάρης και διάδοχός του Γιώργος Χαριζάνης έγραψε στον τάφο του: «Έδώ σαπίζει ο Ιούδας Παπαγιώργης, που πρόδωσε για δέκα μετζήτια»...

Σε λίγο όμως ο Τούρκος αστυνομικός σταθμάρχης και ο Βούλγαρος μουχτάρης κέρασαν τον Χαριζάνη ρακή, που τον ξάπλωσε νεκρό !
Ήταν δηλητηριασμένη !
Επειδή οι δικοί μας είχαν μείνει χωρίς παπά, ο τσέλιγκας Βασίλης Βαγγέλης κάλεσε τον εφημέριο της Μπέροβας Παπαβαγγέλη να του βάφτιση τα δίδυμα παιδιά του.
Την ώρα όμως που γινόταν το μυστήριο, του ρίχτηκαν ξαφνικά του παπά μερικοί Βούλγαροι και του ξέσχισαν άμφια και του ξερίζωσαν τα γένια ! 
Ξέσπασε άγρια συμπλοκή. Στο μεταξύ τα δίδυμα πνίγηκαν στην κολυμβήθρα!
Σοφώτερος ο Δήμος Μπάλιος προτίμησε να πάη, όπως ο Μωάμεθ, στο βουνό, δηλ. στη Μπέροβα, και να βαφτίση εκεί το μωρό του. 
Μα στο δρόμο οι Βούλγαροι του έστησαν ενέδρα, τον  πυροβόλησαν και τον κυνήγησαν. Σπιρουνιάζει και αυτός το άλογο, σφίγγει στην αγκαλιά του το παιδί και καλπάζει. Μα όταν έφθασε στη Μπέροβα το μωρό απ’ το σφίξιμο και το τράνταγμα είχε ξεψυχήσει!
Σε αντίποινα πήγε ο Τάντωφ στη Νιγρίτα και δε γύρισε...
Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ',
ο Μεγαλοπρεπής.

Ο τότε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και μεγαλεπήβολος έπειτα Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ', πήγε στο χωριό να ιερουργήση. 

Μερικοί Βούλγαροι όμως, που είχαν έλθει στην εκκλησία, πετάχτηκαν ξαφνικά και του λέρωσαν τα γένια. 

Ακολούθησε μεγάλη αντεπίθεση και συμπλοκή και τα κεφάλια τους έσπασαν...

Την 25 Μαρτίου 1883 ήταν η σειρά των Βουλγάρων να ιερουργήσουν στην εκκλησία. Είχαν μάλιστα εγκατασταθή εκεί απ’ τα μεσάνυχτα!
Οι δικοί μας με αρχηγό τον Χρήστο Μόσχο ζήτησαν να λειτουργήσουν αυτοί , γιατί η γιορτή ήταν ελληνική. 
Νέα πάλι σύγκρουση ξέσπασε.
 Η εκκλησία έμεινε στα χέρια των 'Ελλήνων, μα και ο Μόσχος έμεινε νεκρός ! Τον άφησαν ξαπλωμένο σε μιάν άκρη και συνέχισαν ως το τέλος τη λειτουργία!

΄Αλλη συμπλοκή την ημέρα του Πάσχα με νεκρούς και τραυματίες και τα γένια και τα μαλλιά του Παπαχριστοφόρου λάφυρα στα χέρια των Βουλγάρων. Του φτωχού αυτού λευίτη έκλεψαν σε λίγο οι Βούλγαροι τα άμφια. 
Επειδή δεν είχε χρήματα ν’ αγοράση άλλα, αναγκάσθηκε να μετατρέψη το ζουνάρι του σε πετραχήλι!
 Οι Βούλγαροι είχαν στείλει εφημέριο τον Παπαηλία, που ήξερε και Ελληνικά και καλά Γαλλικά.

Ο νεαρός Στόιος Κίνης, που φοιτούσε στο Γυμνάσιο Σερρών, άφησε τα μαθητικά θρανία και άνοιξε το κλειστό Ελληνικό σχολείο του χωριού.

Οι Βούλγαροι όμως τον συκοφάντησαν στους Τούρκους αστυνομικούς, που τους είχαν τότε μη στάξη και μη βρέξη και χαιδεμένα παιδιά, πως έβρισε το Σουλτάνο, ετοίμαζε επανάσταση κλπ.
Και ο νεαρός δάσκαλος εξορίστηκε απ’ τους Τούρκους και έπειτα δολοφονήθηκε απ’ τους Βουλγάρους!

Με την επανάσταση στην Κρήτη το 1896 και την ανταρτική δράση στη Μακεδονία η ανθελληνική μανία των Τούρκων πολλαπλασιάστηκε. 

΄Εκαμε τότε μία μέρα το τόλμημα ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Αθανάσιος να παραβιάση την κλεισμένη και σφραγισμένη εξ αιτίας των συγκρούσεων εκκλησία και να ιερουργήση. 
Πλήρωσαν όμως την άλλη μέρα γι’ αυτόν οι πρόκριτοι της ελληνικής μερίδας. 
Οι Τούρκοι βαλμένοι απ’ τους Βουλγάρους φυλάκισαν τους Πάσχο, Χαιδάνη και Μόσχο και βασάνισαν σκληρά τους Σίμηνα και Αλάγιο.
 Ο οπλαρχηγός τότε Κόρακας πιάνει τρεις αρχηγούς των Βουλγάρων, που γύριζαν απ’ τον Λαγκαδά, και μηνάει στο χωριό ότι σε τρεις μέρες θα τους ξέκαμνε, αν δε φρόντιζαν οι Βούλγαροι ν’ απολυθούν οι φυλακισμένοι ΄Ελληνες χωριανοί τους.
Και αποφυλακίστηκαν.

'Η περιμάχητη αυτή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου χτίστηκε μεγάλη και όμορφη το 1802 στην ίδια θέση, όπου είχε φιάξει μικρή εκκλησίτσα ο αρχηγός και ιδρυτής — τον 15ο η 16ο αιώνα — του χωριού.
 Σύμφωνα με την παράδοση ήταν κάποιος ξένος αρματωλός, που είχε σχέση με τους ευγενείς του Βυζαντίου.
 Πάνω στη πλάκα του τάφου του είναι χαραγμένος ένας δικέφαλος αετός
Το κυρτό σπαθί του, στολισμένο με πετράδια και άσήμι, και το βαρύ καρυοφίλι σώζονταν στο σπίτι του Ήλία Πάσχου έως το 1913, οπότε το πλιατσικολόγησε μ’ όλο το περιεχόμενο του σπιτιού ο Βούλγαρος συνταγματάρχης Πετίεφ.

Τα ’βγαλαν πέρα οι δικοί μας της Ξυλόπολης και με τους κομιτατζήδες.
Σκότωσαν τους Δαυίδ ΄Αγγελο και Χρηστό Τράκα.
Σ’ απάντηση οι δικοί μας ξέκαμαν με πέτρες τον βοεβόδα Λίτσωφ, που έφευγε άοπλος, μεταμφιεσμένος σε γυναίκα, και φρόντισαν να διαλυθή η συμμορία του. Κατάπιε η γης τον άμοιρο, πρώην δάσκαλο Κίνη, μα το ίδιο ευθύς έπαθε και ο νεαρός επίσης Χατζημάρκωφ, που είχε γυρίσει σπουδαγμένος απ’ τη Σόφια.

Τον Ιούνιο 1913 οι Βούλγαροι του χωριού ετοιμάστηκαν ν’ ακολουθήσουν τον βουλγαρικό στρατό στη θριαμβευτική εισοδό του στη Θεσσαλονίκη. Και τον ακολούθησαν στην ηρωική φυγή του προς τη Σόφια... 
Πρόλαβαν ώστόσο να σκοτώσουν τρεις γυναίκες (Πασχαλινή Άγγελιάτσου, Μαγδαληνή Δ. Χαιντα, Πασχαλινή Δανιηλίδου), που είχαν την κακή τύχη να βρεθούν εκείνην την ώρα μπροστά τους (Μακεδονικές Ιστορίες. Δύο Στρατόπεδα, σελ. 17-22 και Χωριά-Φρούρια Μακεδονίας, σελ. 153-159).

Επωφελήθηκαν οι Βούλγαροι και απ’ την απληστία μερικών μητροπολιτών, που ζητούσαν πολλές λίρες για τη χειροτονία ενός παπά.

Εκμεταλλεύτηκαν επίσης και τα «στεφανιάτικα», 5-10 γρόσια το χρόνο, που πλήρωνε κάθε ορθόδοξο ζευγάρι. Ήταν μια μεγάλη πληγή.
Αναγκάστηκε το Πατριαρχείο να πληρώνη στους μητροπολίτες των επίμαχων επαρχιών πάγιο επίδομα, για να τους άπαλλάξη από το μισητό χαράτσι. 

'Η εφημερίδα «Ζαρά» της Σόφιας της 6 Μαίου 1944 αναδημοσίευσε απ’ τη «Μακεντόνια» του Σλαβέικωφ, που έβγαινε στην Πόλη βουλγαρικά και ελληνικά και απ’ τον αριθμό 48 του 1869, επιστολή από ένα χωριό της Καστοριάς, που έλεγε ότι
ο Μητροπολίτης Νικηφόρος έκλεισε την εκκλησία και απαγόρευσε τη λειτουργία, γιατί λίγοι απ’ τους κατοίκους του — οι φτωχότεροι — καθυστέρησαν στην πληρωμή του φόρου. 
Τη βουλγαρική εφημερίδα της Σόφιας έχει ο στρατηγός Άθαν. Χρυσοχόου.

'Ωστόσο δεν σημείωσαν σημαντική πρόοδο.
΄Οπως γράφει ο αρχικομιτατζής Πάντο Κλιάσεφ στα από μνημονεύματά του,
όλα τα χωριά της Καστοριάς Φλώρινας, εκτός από δύο,
ήταν «γραικομανικά» το 1900 που πρωτοφάνηκαν οι κομιτατζήδες.

Υπάρχει και η από 5-1-1878 έκθεση του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηριού με αριθμό έμπιστου πρωτοκόλλου 8 και υπογραφή Γ. Σκωτίδη,
που λέγει ότι απ’ τα 90 χωριά της περιοχής Περλεπέ, που είχαν κηρυχθή Βουλγαρικά και Έξαρχικά, τα 70 γύρισαν στο Πατριαρχείο και τον Ελληνισμό με μία περιοδεία,
 που έκαμε σ’ αυτά ο μητροπολίτης Πελαγονίας Μοναστηρίου. 
Θα γύριζαν και τα άλλα 20, εάν προλάβαινε να τα επισκεφθή.
 Ήταν ο μητροπολίτης Ματθαίος, ενθουσιώδης πατριώτης και φλογερός ρήτορας, όπως άκουα απ’ τη μικρή μου ηλικία.
’Έχει σημειωθή και ένα πρωτάκουστο και χαρακτηριστικό επεισόδιο:
'Ο οπλαρχηγός Γεώργιος Δικώνυμος Μακρής με το σώμα του μεταμφιεσμένο σε τουρκικό απόσπασμα μπήκε μια μέρα του 1906 στο χωριό Λισολάι, που βρίσκεται ανάμεσα Μοναστήρι Περλεπέ, και ξέκαμε τους πράκτορες του Κομιτάτου. 
Οι Τούρκοι σύμφωνα με τη συνήθεια τους φυλάκισαν ως ηθικούς αυτουργούς δέκα χωρικούς, που ήταν για τον φόβο των κομιτατζήδων κρυφοί δικοί μας. Στο «'Έκτακτο Δικαστήριο» Μοναστηριού ο πρόεδρος τους ρώτησε ευθύς απ’ την αρχή τι ήταν: 
Ούρούμ (΄Ελληνες) η Μπολγκάρ. 

Εκείνοι παριστάνοντας τον κακόμοιρο σήκωσαν τους ώμους και απάντησαν:
 «Δεν ξέρομε». 
Ο πρόεδρος τα έχασε. ΄Ένας ντόπιος δικαστής και μπέης, που ήξερε το τοπικό ιδίωμα, τους ρώτησε τι παπά και δάσκαλο είχαν τώρα.
Άποκρίθηκαν ότι ο παλιός παπάς ήταν φυλακή και ο νέος δάσκαλος ήταν Βούλγαρος.
«Τότε Βούλγαροι είστε», αποφάνθηκε αποφασιστικά. «Βούλγαροι είμαστε», απάντησαν και εκείνοι.
Διαμαρτυρήθηκε όμως ο πέμπτος αριστερά Βούλγαρος δικαστής Ντημητρώφ με κατάμαυρη μεγάλη γενειάδα και είπε: 

«Είναι φανατικοί Γραικομάνοι. Αυτοί  έφεραν στο χωριό τους άντάρτες». 

Του παρατήρησε τότε ο ΄Ελληνας δικαστής, αγαθός ανατολίτης, ότι διαμαρτύρεται, όταν του έλεγαν ότι δεν υπάρχουν Βούλγαροι, στη Μακεδονία και διαμαρτύρεται ζωηρότερα, όταν μερικοί κατηγορούμενοι λένε ότι είναι Βούλγαροι.
Το δικαστήριο ασχολήθηκε πολλήν ώρα με την εξακρίβωση της εθνικότητας των κατηγορουμένων και τελικά τους αθώωσε.

Οι Βούλγαροι έρριξαν το κύριο βάρος στα σχολεία και τα χρηματοδότησαν απ’ τον κρατικά προυπολογισμό μέσω της Βουλγαρικής Εξαρχίας με τη μεγαλύτερη γενναιότητα και χωρίς καμιά τσιγκουνιά.

Ο Μπράγκωφ στο «La Macédoine et sa population chrétienne» παραδέχεται ότι λειτουργούσαν ελληνικά  σχολεία απ’ το 1760 στην Κοζάνη, Θεσσαλονίκη, Μοσχόπολη, ΄Αγιον ΄Ορος.

 Αναφέρει και τον Γεώργιο Κωνσταντίνου, που τον μνημονεύει ο Χασιώτης, και γράφει ότι υπήρχαν από το 1757 ελληνικά  «Κολλέγια» και στην Καστοριά, Βέροια, Σιάτιστα και δύο στη Θεσσαλονίκη.

Μπορεί να θεωρηθή βέβαιο ότι υπήρχαν και παλιότερα ελληνικά  σχολεία σε περισσότερα μέρη της Μακεδονίας.

Τα εμπορικά γράμματα του 17ου αιώνα, που βρήκε ο κ. Μέρτζος στα αρχεία της Βενετίας, από τη Μοσχόπολη, Αχρίδα, Καστοριά, Σιάτιστα, Μηλοβίστα, Θεσσαλονίκη κλπ., δεν έχουν ορθογραφικά και άλλα λάθη. 
΄Εμαθαν να γράφουν καλά τη δύσκολη ελληνική γλώσσα με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος;
Ακόμα και Τουρκαλβανοί του Δυρραχίου και της άλλης Αλβανίας έγραφαν ελληνικά  την εμπορική τους αλληλογραφία με τη βοήθεια βέβαια κάποιου ΄Ελληνα γραμματικού, που θα φοίτησε σίγουρα σε κάποιο σχολείο.

Το 1833 οι χριστιανοί της Φλώρινας, που ήταν τότε λίγοι, άρχισαν να κτίζουν την εκκλησία του 'Αγίου Γεωργίου έξω απ’ την πόλη με την άδεια κάποιου καλού  Αλβανού πασά.
 Οι Τούρκοι όμως που ήταν πολλοί, διαμαρτυρήθηκαν στον πασά. Εκείνος τους ρώτησε αν έχουν οι γκιαούρηδες σχολεία, που είναι περισσότερο επικίνδυνα απ’ τις εκκλησίες. 
Στην καταφατική τους απάντηση τους ρώτησε γιατί δεν τα χάλασαν και αυτά. 

«Μα υπάρχουν τα σχολεία από πολύ παλιά χρόνια», του αποκρίθηκαν. Εάν λοιπόν οι λίγοι Χριστιανοί της Φλώρινας είχαν ελληνικά  σχολεία από τον 18ο τουλάχιστον αιώνα, είναι φανερό ότι άλλες πολύ μεγαλύτερες και πλουσιότερες πόλεις και κοινότητες της Μακεδονίας δε θα έμειναν ποτέ σχεδόν χωρίς σχολεία (Περιοδικό «Αριστοτέλης» της Φλώρινας, τεύχος 20 του 1960).

Δικαιολογούν την ανυπαρξία τότε βουλγαρικών σχολείων με τον ισχυρισμό ότι τα σχολεία δεν είναι πάντοτε εθνικό κριτήριο — και έφεραν παράδειγμα την Γερμανοκρατούμενη Αλσατία — και ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε κηρύξει άγριο διωγμό των Βουλγάρων. 

΄Εκλεισε, λένε, τα βουλγαρικά σχολεία, κατέστρεψε την βουλγαρική λογοτεχνία και εξόντωσε τους Βουλγάρους προκρίτους !

Eίχε, φαίνεται, το άμοιρο αυτό Πατριαρχείο στη διάθεσή του ορτάδες γενιτσάρων και μπουλούκια μπασιμπουζούκων...
Και όταν όλοι οι χριστιανοί σφάζονταν, ληστεύονταν, εκβιάζονταν να γίνουν Μουσουλμάνοι, και μαρτυρούσαν, είχε τον καιρό ν’ ασχοληθή με την ανύπαρκτη λογοτεχνία των Βουλγάρων και τα σχολεία τους! 

Είναι αλήθεια ότι καταργήθηκαν απ’ την τουρκική κυβέρνηση το 1767, ίσως με υπόδειξη του Οικουμενικού Πατριάρχη Σαμουήλ, τα Πατριαρχεία της Άχρίδος και του Ιπέκ. 
Άλλα το πρώτο βρισκόταν σε μια άσημη εσχατιά κοντά στη μουσουλμανική Αλβανία και ήταν... ελληνικότατο.
 Το Ίπέκ πάλι και όλο το Κόσσοβο είχε κατακλυστή από μουσουλμάνους Γκέκηδες και ο Πατριάρχης με μεγάλο μέρος του Σέρβικου πληθυσμού είχε ήδη καταφύγει στην Αύστρουγγαρία.

Αναφέρουν τον Ρώσο ιστορικό Γκολουμπίνσκυ, που έγραψε το 1830 ότι όλοι οι κάπως πολιτισμένοι Βούλγαροι είχαν εξελληνιστή και περιφρονούσαν και μισούσαν κάθε τι το βουλγαρικό και σλαβικό, και τον επίσης Ρώσο Γκρεγκόροβιτς, που περιηγήθηκε το 1840 τη Μακεδονία και άλλα τουρκικά μέρη και βρήκε παντού ελληνικά  σχολεία στην 


΄Εδεσσα,
 Στρώμνιτσα, 
Πετρίτσι, 
Σιδηρόκαστρο, 
Μελένικο. 

Στα Βελεσσά προσπάθησαν μερικοί να μπάσουν τη διδασκαλία και της βουλγαρικής στο ελληνικό σχολείο. 

Ο ξεναγός του στην Αχρίδα ήξερε και αρχαία ελληνικά  αποφθέγματα και καθόλου βουλγαρικά γράμματα.

Ο Μπράγκωφ όμως υποστηρίζει ότι απ’ το 1832 είχαν ιδρυθή βουλγαρικά σχολεία στο Κιουστετίλ, Ντούπνιτσα, Ραζλόκ, Τζουμαγιά, Βέλες, Ρίλο. 

Είναι περίεργο πως δεν τα είδε το 1840 ο Γκρεγκόροβιτς.

 Πάντως, και αν ύπηρχαν, βρίσκονται εξω απ’ τα σύνορα της πραγματικής Μακεδονίας.

Οι ΄Αγγλοι, που μνημονεύει ο Μπράγκωφ, είδαν το 1863 στον Περλεπέ δύο βουλγαρικά σχολεία και ένα ελληνικό, που το συντηρούσαν οι Κουτσόβλαχοι, και στην Αχρίδα,
όπου δίδασκε ο Παρλίτσεφ, που είχε σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας.

Αναγράφει επίσης ότι λειτουργούσαν ελληνικά  σχολεία σε
 16 «βουλγαρικά» χωριά της Θεσσαλονίκης, 
17 των Σερρών, 
8 του Σιδηροκάστρου, 
9 της Στρώμνιτσας, 
9 των Γιαννιτσών και της Γευγελής, 
19 της ΄Εδεσσας, 
35 του Μοναστηριού, 
20 της Φλώρινας, 
24 της Καστοριάς.

Στο Μοναστήρι πρωτοεμφανίστηκαν οι Βούλγαροι το 1867 και ζήτησαν με την υποστήριξη των Τούρκων — ήταν τότε η μεγάλη Κρητική επανάσταση σ’ όλη την έντασή της — να εκκλησιάζωνται σλαβικά κάθε δεύτερη εβδομάδα στην εκκλησία του 'Αγ. Δημητρίου, να πάρουν αρκετές αίθουσες του σχολείου και να πληρώνωνται οι Βουλγαροδάσκαλοι απ’ το ...κοινοτικό ταμείο!
Τούς έγιναν μικρές παραχωρήσεις. Το 1869 ζήτησαν γενικό χωρισμό. 
Τούς δόθηκαν τότε η εκκλησία του νεκροταφείου της  Αγίας Κυριακής, ένα κοινοτικό μαγαζί και ένα οικόπεδο. 

Солунска българска мъжка гимназия,
 Βουλγαρικό Γυμνάσιο Αρρένων "Κύριλλος και Μεθόδιος"
Θεσσαλονίκη (1880-1913)
Πρωτοστάτησαν οι Ρίζωφ, Ράντεφ και η οικογένεια Ρόμπη, που μιλούσε ελληνικά στα σπίτια της.

Μόλις όμως δημιουργήθηκε το βουλγαρικό κράτος, φρόντισαν αμέσως οι Βούλγαροι να ιδρύσουν βουλγαρικά γυμνάσια και παρθεναγωγείο στο Μοναστήρι, στη Θεσσαλονίκη και σ' άλλες πόλεις, με το απαραίτητο οικοτροφείο. Μάζευαν εκεί φτωχά παιδιά και κορίτσια απ’ τα χωριά, τα έτρεφαν, τα έντυναν και τα μόρφωναν ολότελα δωρεάν. 

Πολλούς έστελναν για ανώτερες σπουδές στη Σόφια, επίσης δωρεάν.

Ο Μπράγκωφ ονόμαζε προπαγανδιστικά τα ελληνικά  σχολεία, που τα συντηρούσαν με τον όβολό τους οι ίδιοι οι κάτοικοι.

Και δεν λέει τίποτε για τα δικά τους γυμνάσια-οικοτροφεία, που βάρυναν αποκλειστικά τον βουλγαρικό προϋπολογισμό και ενσάρκωναν την κλασικότερη μορφή της συστηματικής προπαγάνδας και του προσηλυτισμού.

Το παράδειγμά τους μιμήθηκαν και Σέρβοι και Ρουμάνοι, που ίδρυσαν επίσης γυμνάσια και σχολεία, με τα αχώριστα οικοτροφεία πάντοτε. 
Οι Ρουμάνοι μάλιστα πλήρωναν και επίδομα στους πατέρες των υποτρόφων, που τους έντυναν και τάιζαν πλουσιότερα!

Εμείς μόλις το 1904-1905 άρχισαμε να ιδρύουμε οικοτροφεία, για να περιμάσωμε τα παιδιά κυρίως των θυμάτων των κομιτατζήδων, και κάναμε το λάθος να τα καταργήσουμε ευθύς το 1913.
Υποτροφίες για ανώτερες σπουδές δεν υπήρχαν παρά μόνο των κληροδοτημάτων.

Στο Μοναστήρι π.χ. ήταν των αδελφών Δημητρίου η Πινίκα, που μόρφωνε δύο νέους φιλολόγους, του Μοδέστου, 'Αγιοταφίτη αρχιμανδρίτη απ’ το Πισοδέρι, για δύο νέους επίσης, Πισοδερίτες, του Βέλιου για το Μπλάτσι κλπ.

Τα βουλγαρο-ρουμανο-σερβικά οικοτροφεία και τα άλλα τους σχολεία στεγάζονταν όλα σε ιδιωτικά σπίτια με ενοίκιο, σα νά θελαν ν’ αποδείξουν ότι δεν είχαν ρίζες στον τόπο. 

Τα περισσότερα σπίτια ήταν ελληνικά . 

Στις Σέρρες το 1905 αναστατώθηκαν οι δικοί μας, γιατί ένας πλούσιος ΄Ελληνας νοίκιαζε το σπίτι του, για να ίδρυθή βουλγαρικό σχολείο με παιδιά απ’ τα χωριά.
Τη λύση τη βρήκε ένα αδύνατο παιδί απ’ το χωριό Ράμνα, που δεν ήξερε πολλά ελληνικά.
Χωρίς να συνεννοηθή με κανέναν και με δική του μονάχα πρωτοβουλία μαχαίρωσε τον κακό εκείνο ΄Ελληνα. 
΄Εγινε έπειτα ο λαμπρός οπλαρχηγός Γιάννης Ράμναλης.

То 1901 ήρθε στο Μοναστήρι απ’ τη Σόφια ο ανώτερος υπάλληλος του Βουλγαρικού 'Υπουργείου των Εξωτερικών Ράντεφ, για να πουλήση στη βουλγαρική κοινότητα ένα μεγάλο παμπάλαιο πατρικό σπίτι. 
Θ’ αποκτούσαν επιτέλους οι Βούλγαροι ιδιόκτητη στέγη για το γυμνάσιό τους, έστω και σαραβαλιασμένη.
 Είχε συμφωνηθή να του πληρώση η κοινότητα 500 λίρες σε τρεις ετήσιες δόσεις.
Δεν έμενε παρά η υπογραφή του σχετικού εγγράφου στο τουρκικό κτηματολόγιο (Ταπού Νταιρεσί — το ταπού προέρχεται απ’ το ελληνικό τόπος).
Την τελευταία όμως στιγμή παρουσιάστηκε η Ελληνική δημογεροντία και πρόσφερε διπλάσιο ποσό, όλο τοις μετρητοίς.
 Καί ο Βούλγαρος διπλωμάτης την προτίμησε... 
Πάνω στο οικόπεδο του Βουλγαρικού σπιτιού, που θα στέγαζε το Βουλγαρικό Γυμνάσιο, έκτισε η Ελληνική κοινότητα δύο ωραία μέγαρα, που τα νοίκιασε το ένα για Ελληνικό προξενείο και το άλλο για Γαλλικό !

΄Ολα γενικά τα Ελληνικά σχολεία της Μακεδονίας στεγάζονταν σε ιδιόκτητα κοινοτικά κτίρια, τα περισσότερα αληθινά μέγαρα. 

Στο Μοναστήρι π.χ. το Γυμνάσιο ήταν ένα βαρύ και επιβλητικό πέτρινο κτίριο, με απέραντη σάλα στο πάνω πάτωμα για τελετές, ομιλίες, συγκεντρώσεις, θεατρικές παραστάσεις κλπ. 

Είχε και πλουσιώτατη συλλογή οργάνων φυσικής και χημείας, δωρεά του Δούμπα της Βιέννης. 

Πλάι του ήταν η Μουσίκειος Αστική Σχολή, μεγάλο και ωραίο επίσης οικοδόμημα. 

Πήρε το όνομα από τον «δωρητή και ευεργέτη» Μουσίκο, που έζησε και πέθανε στη Ρουμανία. Είχαν και μια τεράστια αυλή με μια σειρά πελώριες λεύκες. Στο βάθος ήταν το γυμναστήριο. Τα τελευταία χρόνια είχε ανεγερθή και κλειστό, χειμωνιάτικο, σουηδικό γυμναστήριο.
 Επίσης, αντίκρυ στην Αστική Σχολή χτίστηκε το Διδασκαλείο.

Ακόμα ωραιότερο ήταν το Παρθεναγωγείο. 
Είχε και αυτό απέραντη αυλή με το νηπιαγωγείο στο βάθος. 
Κόστισε στους αδελφούς Δημητρίου η Πινίκα, μεγαλεμπόρους στην Αίγυπτο, 3.000 χρυσές Αγγλικές λίρες της έποχής έκείνης. Είχαν άφήσει και κληροδότημα να προικίζωνται κάθε χρόνο, με 100 η 200 χρυσές Αγγλικές λίρες το καθένα, δύο φτωχά κορίτσια, που αποφοιτούσαν απ’ το Παρθεναγωγείο.

Κοινοτικά κτίρια στέγαζαν και τα 18 δημοτικά σχολεία των συνοικιών.

Οι αδελφοί Δημητρίου έχτισαν τα δημοτικά σχολεία και τα προίκισαν με κληροδοτήματα των δύο ακραίων μαχαλάδων Γενημαλέ και Άρναουτμαλέ, ο έμπορος στο Κισνόβιο της Ρωσίας Ιωάννης Κοντούλης, το σχολείο του Μπαιρμαλέ και η χήρα 'Ελένη Θεοχάρους Δημητρίου το πρώτο Νηπιαγωγείο.

Λειτούργησε ένα διάστημα στο Μοναστήρι και 'Ιερατική Σχολή κατά το 1881 και 1889.

To ίδιο γινόταν παντού:
 Στη Σιάτιστα το Τραμάτζειο Γυμνάσιο,
 στηνν Κοζάνη, 
Καστοριά, 
Κρούσοβο, 
Μεγάροβο, '
Έδεσσα, 
Θεσσαλονίκη κλπ.

Στη Φλώρινα είχαν ανεγερθή δύο μεγάλα δημοτικά σχολεία στο οικόπεδο του Ίζέτ πασά.

Ο Ιταλός Ντεκουμπερνάτις, που κυκλοφόρησε το 1895 σύντομα βιβλία για τις Βαλκανικές χώρες, έγραψε για τη Βουλγαρία ότι τα κτίρια που φαίνονταν από μακρυά ήταν σχολεία. 
Δε θάγραφε διαφορετικά αν έβλεπε και τα Ελληνικά σχολεία της Μακεδονίας.

 ΙΙολλές φορές άρχιζε συναγωνισμός μεταξύ των Ελληνικών κοινοτήτων ποιά θα έκτιζε μεγαλύτερο και επιβλητικότερο σχολείο.
Στο βιλαέτι Μοναστηριού οι Βούλγαροι είχαν μόνο το Γυμνάσιο Μοναστηριού. 

Υπήρχαν όμως και τα Ελληνικά  Γυμνάσια της Κορυτσάς, Κοζάνης, Σιάτιστας, Τσοτυλίου και το ήμιγυμνάσιο της Καστοριάς. 

Στη Θεσσαλονίκη λειτουργούσαν και δύο ιδιωτικά Λύκεια, του Νούκα και του Κωνσταντινίδη, και το ιδιωτικό Παρθεναγωγείο της Αγλαίας Σχινα.

Τα γυμνάσια και όλα τα άλλα σχολεία συντηρούνταν απ’ τις κοινότητες, που είχαν πόρους απ’ τις τακτικές εισφορές των μελών, τις δωρεές, τα ενοίκια των κοινοτικών κτημάτων και τα κληροδοτήματα. 

Η κοινότητα π.χ. Θεσσαλονίκης είχεν εκτός από άλλα και όλη τη Στοά του 'Αγίου Μηνά. 'Η κοινότητα της Φλώρινας είχε μια διπλή σειρά από καινούργια μαγαζιά, ξενοδοχεία με καφενείο και εστιατόριο και άλλα μαγαζιά κλπ.
Η κοινότητα επίσης Μοναστηριού είχε, εκτός απ’ τα δύο Προξενεία, και πολλά άλλα ακίνητα.

Επειδή η τουρκική νομοθεσία αγνοούσε τα νομικά πρόσωπα, αναγράφονταν στο κτηματολόγιο τα κτήματα στο όνομα ενός η και περισσοτέρων εφοροεπιτρόπων. Δεν παρουσιάσθηκε όμως ούτε μία περίπτωση να τα διεκδικήσουν οι κληρονόμοι των τυπικών ιδιοκτητών.

Ήταν και τα κληροδοτήματα. 

΄Ολες οι πόλεις και τα μεγάλα χωριά είχαν πολλά.

Στο Μοναστήρι την ημέρα της Κυριακής της 'Ορθοδοξίας, που είχε καθιερωθή για την εορτή των σχολείων αντί των «Τριών 'Ιεραρχών» — σύμφωνα με μία παλιά Μοσχοπολίτικη παράδοση — ο γηραιός δημοδιδάσκαλος Κτένας, ανεβασμένος σε μια καρέκλα, διάβαζε κοντά μιαν ώρα ένα ατελείωτο κατάλογο «δωρητών και ευεργετών». 

Και άκουε κανείς όλων των λογιών τα νομίσματα, από τις Αγγλικές και Τουρκικές λίρες — όλες τότε χρυσές—τα φράγκα και τα ρούβλια, έως τα φιορίνια, τα μίντσια, τις κορώνες, τα δουκάτα κλπ.

Οι αδελφοί Δημητρίου ή Πινίκα ήταν οι «μεγάλοι ευεργέτες». 

Είχαν διαθέσει πάρα πολλές χιλιάδες Αγγλικές λίρες.

Σημαντικά κληροδοτήματα απ’ το εξωτερικό είχαν και το Κρούσοβο  και τα μεγάλα Βλαχοχώρια Μεγάροβο, Τύρνοβο, Νιζόπολις και άλλα. Η Κοζάνη είχε και τα παλιά κληροδοτήματα της Ουγγαρίας, που σπούδαζαν δύο νέους στη Βουδαπέστη και συντηρούσαν Γεωργική Σχολή στην Κοζάνη.

Η διαχείριση των κοινοτικών χρημάτων και κτημάτων ήταν πάντοτε ιδανική. Ποτέ πουθενά δεν πέρασε ούτε σκιά υπονοίας η κακογλωσσιάς για έναν έφορο, που διαχειρίστηκε μεγάλα ποσά η επιστάτησε στην ανέγερση σχολείων, νοσοκομείων η άλλου κοινοτικού κτιρίου. 
Και λειτουργούσαν τα κοινοτικά σχολεία πολύ καλύτερα απ’ τα κρατικά. 

Την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου άρχιζαν στο Μοναστήρι τα μαθήματα. Διόριζαν οι «έφοροι» το διδακτικό προσωπικό. 
Και οι καλοί διδάσκαλοι ήταν περιζήτητοι.
Βοηθούσαν τις κοινότητες και οι συντεχνίες (εσνάφια ) και οι συνοικιακοί «Σταυροί», μια παληά και Ιδιότυπη οργάνωση στο Μοναστήρι, που μάζευε με το σταυρό των θεοφανείων χρήματα για εκπαιδευτικούς σκοπούς.

Η μεγάλη εκκλησία τού Αγίου Δημητρίου στο Μοναστήρι έκανε και... τραπεζιτικές δουλειές. 
Δέχονταν καταθέσεις και τις δάνειζε στους δικούς μας εμπόρους. Ποτέ δεν έχασε ούτε ένα γρόσι. Γι’ αυτό και βρήκε αμέσως η δημογεροντία τις λίρες, που χρειάστηκε για την αγορά του σπιτιού του Βουλγάρου διπλωματικού υπαλλήλου. 

Είχε και το προνόμιο να εκδίδη το μοναδικό τότε χαρτονόμισμα της Τουρκίας, τους «καύμέδες». 
Ηταν των 5 παράδων. Μπορούσε όμως κανείς να χορτάση ψωμί μ’ εναν «καύμέ». Κυκλοφορούσαν και στους Τούρκους και στους 'Εβραίους.

Για το κτίσιμο της εκκλησίας αυτής δούλεψαν οι Μοναστηριώτες, μεγάλοι και μικροί, μέρα και νύχτα, γιατί θα έφευγε ο πασάς που τους είχε δώσει την άδεια. 
Επειδή όμως οι Τούρκοι δεν άφηναν να υψωθή πολύ, αναγκάσθηκε ο λαός να σκάψη και να την προχωρήση προς το βάθος... Δεν είχαν επίσης επιτρέψει την καμπάνα.

Τα Ελληνικά  γυμνάσια και σχολεία δεν υπερείχαν μόνο στην έξωτερική έμφάνιση. 
Ήταν γενικά και απ’ τους ξένους αναγνωρισμένα ως τα καλύτερα.
Στο γυμνάσιο Μοναστηριού φοίτησαν και παιδιά Ευρωπαίων και 'Εβραίων και ακόμα και Βουλγάρων (Αλέξανδρος Άλτιπαρμάκωφ).
 Μαθαίναμε και άρκετά λατινικά, γαλλικά και τουρκικά. 
Οι Εβραίοι είχαν πάντοτε και ΄Ελληνα δάσκαλο και δασκάλα στα σχολεία τους. 
Είχα και έγώ συμμαθητή στην Αστική Σχολή ένα καλό Βουλγαρόπαιδο και λαμπρό μαθητή, τον Ευθύμιο Ρόμπεφ. Τον έδιωξαν στην τελευταία τάξη.

Ο Μπράγκωφ, με την επικουρία και του Γάλλου φιλολόγου Βίκτωρος Μπεράρ, που έγινε στα γεράματα θαυμαστής των Βουλγάρων και των κομιτατζήδων, λέγει ότι τα Βουλγαρικά γυμνάσια ήταν ανώτερα απ’ τα Ελληνικά .

'Υπερείχαν αληθινά σ’ ένα σημείο: 
Τα ιδρυτικά μέλη της ΒΜΡΟ,
"οι Παλιοδάσκαλοι" κατά τον Καπετάν Κώττα.

Οι Ντάμιαν Γκρούεφ και Γκότσε Ντέλτσε, που ίδρυσαν και διοίκησαν το Βουλγαρικό Κομιτάτο (την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική 'Οργάνωση ), ο Μπορίς Σαράφωφ,
 καθώς και πολλοί αρχικομιτατζήδες και βοεβόδες ήταν...
 καθηγητές των Βουλγαρικών Γυμνασίων Μοναστηριού και Θεσσαλονίκης και των άλλων σχολείων. 

Επίσης τρόφιμοί τους ήταν και πολλοί άλλοι αρχικομιτατζήδες, όπως ο Πάντο Κλιάσεφ και λοιποί. 

«Παλιοδασκάλους», έλεγε ο Κώττας τους αρχηγούς του Κομιτάτου και των Βουλγαρικών συμμοριών στην περιοχή Καστοριάς και Φλώρινας.
Η υπερβολή όμως της προπαγανδιστικής στοργής έκρυβε μέσα της και τα σπέρματα της αποτυχίας.

Τα χωριατόπαιδα, που εμόρφωναν οι Βούλγαροι στα γυμνάσια-οίκοτροφεία και έπειτα στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας, για να τα έχουν στηρίγματα στη Μακεδονία, στρογγυλοκάθησαν στη Βουλγαρία.
Βρήκαν προσφορώτερο το βουλγαρικό έδαφος για την ευδόκιμη σταδιοδρομία τους. Εκατοντάδες πολλές έγιναν ελεύθεροι επιστήμονες, δημόσιοι υπάλληλοι, αξιωματικοί κλπ. 

Τόσο μάλιστα το παράκαναν, ώστε προκάλεσαν την ζήλεια, το μίσος και την αντίδραση των ντόπιων Βουλγάρων. 

΄Οπως γράφει και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου Dakin στο πρόσφατο έργο του, το ένα τρίτο των Βουλγάρων αξιωματικών και παπάδων και το μισό σχεδόν των δημοσίων υπαλλήλων ήταν η λέγονταν «Μακεδόνες».

 Περιλαμβάνονται βέβαια σ’ αυτούς και όλοι, όσοι είχαν καταγωγή απ’ το βιλαέτι των Σκοπίων, τα συνοριακά με τη Βουλγαρία μέρη και όλα τα άλλα, που δεν είχαν καμιά σχέση με την πραγματική Μακεδονία.
Ο Μπράγκωφ προσπαθεί να τους δικαιολογήση με τον ισχυρισμό ότι οι Τούρκοι τους εμπόδιζαν να γυρίσουν στη γενέτειρά τους, πράγμα που είναι αναληθέστατο. 
Πριν από το 1900 μάλιστα οι Βούλγαροι ήταν τα χαιδεμένα παιδιά των Τούρκων. 
Και αργότερα είχε έλθει στο Μοναστήρι ένας Βούλγαρος αξιωματικός της οικογένειας Ράμπεφ, που γύριζε στους δρόμους μ’ όλη τη στολή του.

Ωστόσο υπερηφανεύεται ο Μπράγκωφ,
γιατι ύπηρχαν το 1905 σ’ όλη την Εύρωπαική Τουρκία (Μακεδονία, Θράκη, Κωνσταντινούπολη)
 12 Βούλγαροι γιατροί και 6 δικηγόροι ! 

Άλλα μόνο στο Μοναστήρι ύπηρχαν τότε
22 γιατροί και 20 δικηγόροι ΄Ελληνες.

Παντού στους δικούς μας γιατρούς και δικηγόρους κατάφευγαν και οι Βούλγαροι. ‘Ο χειρούργος Σταύρος Νάλης, απ’ τους πρώτους που ίδρυσαν την ‘Ελληνική 'Οργάνωση Μοναστηριού, είχε πολλούς Βουλγάρους πελάτες και πολύτιμους ακόμα πληροφοριοδότες ! 

Είχε πάρει μέρος ως γιατρός και στον πόλεμο του 1897, χωρίς «να εμποδιστή» γι  αυτό από τους Τούρκους να ξαναρθή στην πατρίδα. Ο Χρηστίδης ήταν ο μοναδικός Οφθαλμίατρος στην πόλη και σ’ όλη την περιοχή. 
Οι ΄Ελληνες, που σπούδασαν στα Πανεπιστήμια της Ευρώπης η της Αθήνας, γύριζαν αναγκαστικά στον τόπο τους, γιατί δεν τους σήκωνε  το... κλίμα της ελεύθερης Ελλάδας. 

Καμιά υποστήριξη δεν ευρίσκαν εκεί και αντιμετώπιζαν πολύ μεγάλο συναγωνισμό... Έχουν πει ότι ο Χαρίλαος Τρικούπης στην πρώτη και μεγάλη πρωθυπουργία του είχε αποφασίσει να βάλη στη Σχολή των Ευελπιδων τους περισσότερους αποφοίτους του Γυμνασίου Μοναστηριού της χρονιάς εκείνης.
 Μα τίποτε δεν έγινε... 
΄Εως το 1904 ούτε ένας Μακεδόνας δεν είχε μπη σε οίανδήποτε στρατιωτική σχολή (Εύελπίδων, Ύπαξιωματικών, Δοκίμων).

Δεν μπορεί δυστυχώς να λεχθή ότι και τα σχολεία των σλαβόφωνων χωριών είχαν υπεροχή η και κάποια αξία.

Δεν είχαμε καν δημοδιδασκάλους.
Είχε λειτουργήσει παλιότερα διδασκαλείο στη Θεσσαλονίκη με τον Παπαμάρκο, νομίζω, που είχε βγάλει λαμπρούς δημοδιδασκάλους. 
Μα έκλεισε γρήγορα και οι περισσότεροι απόφοιτοι του απορροφήθηκαν απ’ τα σχολεία της Μικράς Άσίας, της Κωνσταντινούπολης, της Νότιας Ρωσίας κλπ., όπου πλήρωναν πλουσιότερους μισθούς. 

Διδασκαλείο τριτάξιο με προπαρασκευαστικό τμήμα ιδρύθηκε και στις Σέρρες το 1872 από τον Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο, με διευθυντή τον Δημήτριο Μαρούλη.

Ήταν ένας μορφωμένος και παράξενος τύπος, απόφοιτος της Ριζαρείου. 
Ανακηρύχτηκε διδάκτωρ της φιλοσοφικής το 1869 και διορίστηκε το 1870 Γυμνασιάρχης Θεσσαλονίκης. Τα χάλασε ευθύς με τους άλλους συναδέλφους και έφυγε στις Σέρρες, διευθυντής του Ημιγυμνασίου, που τα χάλασε και έκει με την εφορεία, τάχθηκε με τον Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο και μαζί του ίδρυσε το Διδασκαλείο. Μα και με το Προεδρείο του Συλλόγου τα χάλασε και 'ίδρυσε... δεύτερο Διδασκαλείο στις Σέρρες !

΄Οπως ήταν φυσικό, τα δυο Διδασκαλεία δεν είχαν μακρόχρονη ζωή.

 Το ένα διαλύθηκε το 1881 και το άλλο το 1885 (βλ. Π. Πέννα, 'Ιστορία των Σερρών, σελ. 137 138).
Ανασυστήθηκε αργότερα το διδασκαλείο της Θεσσαλονίκης και μόλις το 1906-1907 ιδρύθηκε και στο Μοναστήρι. Ήταν και τα δύο κάπως κατώτερα. Χρέη δημοδιδασκάλων εκτελούσαν έως τότε οι απόφοιτοι του γυμνασίου και του Παρθεναγωγείου. Μα και αυτοί  δεν καταδέχονταν να υπηρετήσουν στα μικρά σλαβόφωνα χωριά και έκαναν το δάσκαλο σ’ αυτά όσοι δεν κατάφεραν να βρουν άλλη καλύτερη δουλειά... 

΄Ηξεραν μόνο ανάγνωση και γραφή. Πολλοί ήταν και ανάπηροι.

Ο Παύλος Μελάς, όπως φαίνεται απ’ τα γράμματα προς τη σύζυγό του, βρήκε στα χωριά των Κορεστίων την άνοιξη του 1904, όταν τα περιηγήθηκε με τους Κοντούλη, Παπούλα, Κολοκοτρώνη και τον Κώττα, δασκάλους κουτσούς και καμπούρηδες. 

Εγνώρισα το 1909 στη Φλώρινα δάσκαλο χωριού, που για Γεωγραφία είχε το «Μαύρ’ ειν’ η νύχτα στα βουνά» και για Θρησκευτικά το «Ω λιγερόν και κυπτερόν σπαθί μου» !

Είδα και απόδειξη πληρωμής δασκάλου που έλεγε: «διά τον αγράμματον διδάσκαλον δύο μάρτυρες» !
Ανάλογος ήταν και ο μισθός τους.

Κάπου 7-10 λίρες το χρόνο. 'Όταν ήταν ευχαριστημένοι η φιλότιμοι, ο παπάς, ο μουχτάρης, οι «έφοροι» τους έδιναν και λίγες οκάδες τυρί, βούτυρο, μαλλί κλπ. 
Τα παιδιά φοιτούσαν στα «σχολεία» το χειμώνα που δεν είχαν αγροτικές δουλειές. Τάστελναν και τα νήπια οι μάνες για να τα ξεφορτωθούν...

 Μάθαιναν οι περισσότεροι χωρικοί να γράφουν με ελληνικά  γράμματα το τοπικό ιδίωμα !

Πολλοί απ’ τους γραμματοδιδασκάλους αυτούς εξελίχτηκαν, αυτοδιδάχθηκαν και έγιναν οι κατάλληλοι άνθρωποι στην κατάλληλη θέση. ΄Αν και τους έλειπαν γνώσεις και σοφία, είχαν όμως φλόγα, ενθουσιασμό, πίστη και ψυχή.

Πλείστοι θυσίαζαν τη ζωή τους, γίνονταν θύματα των κομιτατζήδων.
Βασ. Μεγαλάνος, διδάσκαλος 
δολοφονηθείς από την ΕΜΕΟ-VMRO

Προτίμησαν να κινδυνεύσουν τον έσχατο κίνδυνο παρά να υπακούσουν στην επιταγή των άγριων οπλοφόρων και να εγκαταλείψουν τη θέση τους. Εθνομάρτυρες για ένα αστείο μισθό !

Δεν ήξεραν πολλά γράμματα και οι Απόστολοι του Χριστού.

Είχαμε και την κατάρα της διγλωσσίας και γλωσσικής αάναρχίας. 
Τα ξενόφωνα παιδιά μπερδεύονταν με την καθαρεύουσα, που διδάσκονταν και με τη δημοτική, που μιλούσαν, και τα έχαναν. 

Ένα παιδάκι απ’ το Μπούκοβο, μεγάλο και Έλληνικώτατο σλαβόφωνο χωριό κοντά στο Μοναστήρι, νόμιζε ότι «άρτος» είναι το άσπρο ψωμί των φούρνων της πολιτείας και «ψωμί» το μαύρο σπιτικό τους.

Βούλγαροι, Σέρβοι, Ρουμάνοι δεν βαρύνονταν με παρόμοιο προπατορικό αμάρτημα. 
΄Εγραφαν τη γλώσσα τους, όπως την μιλούσαν.

Οι Βούλγαροι κατάφεραν τα τελευταία χρόνια ν’ ανεγείρουν σε μερικά χωριά μεγάλα σχολεία με εράνους, που τους ευλογούσαν τα μαχαίρια των κομιτατζήδων. 

Βελτιώθηκε και η δική μας σχολική κατάσταση στα χωριά. 
Τον λόγο όμως είχαν τώρα οι αντάρτες και οι κομιτατζήδες.
 Πολλοί χωρικοί έμαθαν να μιλούν καλά 'Ελληνικά με Κρητική προφορά ! Χόρευαν και τον πεντοζάλι, τον γνωστό, Κρητικό χορό !

'Ο Μπράγκωφ γράφει και τερατολογίες, αν μη χονδροκομένους αστεισμούς.

 Οι Βούλγαροί του ήταν και μεγάλοι έμποροι, ανώτεροι και από τους Εβραίους. 
Οι έμποροι των Βελεσών, γράφει, αλληλογραφούσαν παλαιότερα και με τη Βιέννη και τη Βουδαπέστη. 
Ξεχνάει όμως ότι στα Βελεσά είχαν εγκατασταθή έπειτα απ’ την καταστροφή της Μοσχόπολης το 1769 κάπου 200 Μοσχοπολίτες με τις οικογένειες, όπως γράφει και ο Ντούσιαν Πόποβιτς, που ήταν γεννημένος έμπορος και αλληλογραφούσε φυσικά με τους Μοσχοπολίτες μεγαλεμπόρους και μεγαλοεπιχειρηματίες της Βιέννης, Βουδαπέστης και της άλλης Κεντρικής Εύρώπης. 

Ήταν επίσης, γράφει, και μεγάλοι βιομήχανοι.
 Οι Βούλγαροι διακρίνονται αληθινά στη βιομηχανία της γιαούρτης και της «μπάζα», ενός ποτού από κεχρί, οπού όμως αντιμετώπιζαν τον συναγωνισμό των Γκέκηδων,..
Σύμφωνα με το Δελτίο, που έβγάλε για τα πενήντα χρόνια του το 1964 ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων Μακεδονίας Θράκης, το 1912 υπήρχαν 4 νηματουργεία στη Νάουσα, 3 στην ΄Εδεσσα, 2 στη Βέροια και κλωστούφαντήρια 5 στη Νάουσα, 2 στην Έδεσσα και 1 στη Βέροια. 
΄Ολα ύδροκίνητα, όλα ήταν ελληνικά . 

'Υπήρχαν και στη Θεσσαλονίκη άλλες βιομηχανίες, οι περισσότερες ελληνικές.

 Εβραϊκός ήταν ο μύλος του Άλατίνη με το κεραμοποιείο.

 Πουθενά ούτε ίχνος βουλγαρικής βιομηχανίας! 

Και στο Μοναστήρι, στο Ντίχοβο είχε ιδρυθή μεγάλο υφαντήριο ολόκληρο ελληνικό, που δεν ευδοκίμησε. 
Υπήρχαν μικρότερα υφαντήρια και γαιτανοποιεία, επίσης ύδροκίνητα, στο Μεγάροβο (των Καζάση, Πικούλη και άλλων).

Είχαν αρχίσει απ’ το 1874 οι Ναουσαίοι την θαυμαστή τους βιομηχανική εξόρμηση. 

΄Ιδρυσαν το ένα μεγάλο εργοστάσιο έπειτα απ’ το άλλο στην Νάουσα, την ΄Εδεσσα, τη Βέροια, τη Θεσσαλονίκη, χωρίς καμιά από πουθενά τραπεζική η άλλη ύποστήριξη. 
Ο τελωνειακός δασμός ήταν μόνο 8%, γιατί η Τουρκία με τις «Διομολογήσεις» (Capitulations) δεν είχε δικαίωμα να βάλη μεγαλύτερους δασμούς. 
Την άνοιξη του 1912 πήγε ο Κύρος Κίρτσης στην Κωνσταντινούπολη να πάρη απ’ το αρμόδιο 'Υπουργείο την άδεια να εκμεταλλευτή και τις ύδατοπτώσεις του ΄Αγρα (Βλαντόβου), που του άνηκαν. 
Ηρθαν όμως οι Βαλκανικοί και άλλοι πόλεμοι...

Ο σλαβόφωνος χωρικός άκουε την ακούραστη βουλγαρική προπαγάνδα:

«Μην άφήνετε, μην προδίνετε τη μητρική σας γλώσσα. Είστε Βούλγαροι».

 Έβλεπε όμως ότι ελληνική ετικέττα είχαν τα βαμβακερά νήματα και πανιά, που αγόραζε, ΄Ελληνας ήταν ο γιατρός, ο φαρμακοποιός, ο δικηγόρος, όπου αναγκαζόταν να προσφεύγη, ΄Ελληνας ο έμπορος, όπου ψώνιζε η δανειζόταν, ΄Ελληνας ο σιδηροδρομικός και ο τραπεζιτικός υπάλληλος και είχε να θαυμάση και να καμαρώση τα κτίρια μόνο των Ελληνικών σχολείων και ιδρυμάτων.
 Εάν πάλι είχε ανάγκη από νοσοκομειακή περίθαλψη η χειρουργική επέμβαση, δεν είχε άλλο καταφύγιο απ’ το Ελληνικό κοινοτικό νοσοκομείο. Υπήρχαν νοσοκομεία και σε άλλες πόλεις. 

Στο Μοναστήρι πρωτοιδρύθηκε το νοσοκομείο ο «Ευαγγελισμός», το 1829.

 Άνοικοδομήθηκε καινούργιο, μεγαλόπρεπο, το 1900, με δαπάνη χιλιάδων λιρών των αδελφών Δημητρίου. 
Δέχονταν όλους  δωρεάν, όπως δωρεάν δούλευαν σ’ αυτό με τη σειρά και οι γιατροί.

Εκτός δηλ. απ’ την μακραίωνα παράδοση και την εκκλησιαστική επιρροή, αντίκρυζε ο χωρικός παντού την αδιαφιλονίκητη ελληνική υπεροχή, που την θεωρούσε και δική του. 

΄Ηξερε εξ άλλου ότι οι ΄Ελληνες επιστήμονες, 
οι έμποροι, 
οι πρόκριτοι πολλών πόλεων,
 όπως στο Μοναστήρι, 
στην ΄Εδεσσα, 
τη Φλώρινα, 
τη Στρώμνιτσα, 
τη Γευγελή κλπ., 
δεν είχαν μητρική τους γλώσσα την Ελληνική, 
απαράλλακτα όπως και αυτός.

 Δεν είναι λοιπόν παράξενο αν η Βουλγαρική και οι άλλες προπαγάνδες, χωρίς να εξαιρούνται και η προτεσταντική (Αμερικανική) και η καθολική, που είχαν επίσης τον Ελληνισμό κύριο στόχο, «προς κέντρα ελάκτιζαν». 

΄Εδειχνε ο Ελληνισμός ζωτικότητα και δύναμη, που οι εχθροί του καθόλου δεν φαντάζονταν ούτε περίμεναν.

Το 1898 ο βαλής Μοναστηριού, που ήθελε, σύμφωνα και με τη θέληση της Υψηλής Πύλης, να δώση στους Βουλγάρους το μοναστήρι της Μπαρεσάνης, 2 ώρες απ’ το Μοναστήρι, προκάλεσε απόφαση του «Συμβουλίου του Βιλαετιού» να λειτουργήσουν και οι Βούλγαροι, έπειτα από εμάς, στην έκκλησία του την ημέρα της Άναλήψεως, που γιόρταζε.
 Όλη τη νύχτα όμως εκατοντάδες πολλές Μοναστηριώτες έτρεξαν στο μοναστήρι αποφασισμένοι να το κρατήσουν με κάθε θυσία. 
΄Αρχισε το πρωί η ελληνική λειτουργία και με τη βοήθεια των αμανέδων των ψαλτάδων παρατάθηκε ώρες πολλές κοντά σχεδόν το μεσημέρι... 
Μα κάποτε τελείωσε, και ο Μητροπολίτης με τους παπάδες αποσύρθηκαν.

Οι Βούλγαροι, που περίμεναν έξω, νόμισαν ότι ήρθε επιτέλους και η δική τους σειρά να λειτουργήσουν. 

Το πλήθος όμως, που γέμιζε την εκκλησία, δεν εννοούσε να το κουνήση. 
Του κάκου ο «μπας πολίτς» (αρχιαστυνόμος ) επιχείρησε να το βγάλη εξω με τους «πολίτσηδες» και «ζαπτιέδες» (αστυνομικούς και χωροφύλακες). 
Ανακατώθηκαν και οι Βούλγαροι και ξέσπασε τότε μία άγρια έλληνο-βουλγαρική συμπλοκή με πολλά κεφάλια σπασμένα.

Το μοναστήρι έμεινε ως το τέλος πια ελληνικό. 
Αργότερα ιδρύθηκε εκεί και ορφανοτροφείο.
Η βουλγαρική εκπαιδευτική και εκκλησιαστική προσπάθεια στην πραγματική Μακεδονία αποτελματώθηκε. 
Bulgarian Secret Central Revolutionary Committee:
Kosta Panitsa, Ivan Stoyanovich, 
Zahari Stoyanov
, Ivan Andonov, and Dimitar Rizov

Και εξαναγκάστηκαν οι Βούλγαροι ν’ αρχίσουν άλλη τακτική, αποδοτικότερη.

Ο Βούλγαρος διπλωμάτης Ρίζωφ σε ανοικτή του επιστολή προς τον ηγεμόνα Φερδινάνδο τόνισε, στις 26 Απριλίου 1899,

ότι δεν είχαν να περιμένουν τίποτε πια απ’ τα σχολεία και την εκκλησία 
και έπρεπε ν’ αρχίσουν άλλη δράση. 

Και άρχισαν έντονη την κομιτατζήδικη δράση...

Δεν υπάρχουν σχόλια: