Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ

Διάλεξη που εδωσε η κ. Αρβελέρ
 στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών 
στις 8 Μαίου 1981.

Αγαπητοί συνάδελφοι.,
Κυρίες καί Κύριοι,
Κύριε Πρόξενε,
Κύριε Πρόεδρε,

Θά ήθελα μέ μεγάλη συγκίνηση καί πολύ άπλά νά εύχαριστήσω τον κ. Βαβούσκο καί την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών γιά την τιμή πού μου κάνει σήμερα νά μπορώ νά μιλήσω γιά πρώτη φορά σέ άκροατήριο τής Θεσσαλονίκης, πού δέν είναι μόνο βυζαντινολόγοι.

Καταλαβαίνετε ότι δέν πρόκειται νά φέρω Δημήτριον εις Θεσσαλονίκην, όπως δέν πανε γλαύκα εις ’Αθήνας.
Δέν πρόκειται νά διδάξω κάτι καινούργιο γιά τή μαρτυροφύλακτο πόλη, όπως λένε τά κείμενα. Θά ήθελα άπλώς νά ύπενθυμίσω αύτό πού όλοι ξέρετε,
ούκ αγνοείτε οποία και πηλίκη τυγχάνει ή Θεσσαλονικέων μητρόπολις καί ισως δείχνοντας τό τί ή γαλλική έπιστήμη προσφέρει γιά τή γνώση τής Θεσσαλονίκης νά τονίσω άκόμη μιά φορά ότι ή πόλη σας είναι καί πόλη μας.

’Έτσι θά ήθελα νά άναφερθώ ιδιαίτερα στήν περιοχή
 του ελληνικού βυζαντινού χώρου
πού είναι ισως ό πιο ένδοξος καί γιά τήν πιο ένδοξη έποχή, 
τή βυζαντινή δηλαδή, τής Θεσσαλονίκης τήν έποχή πού ή πόλη έδώ άπό τά κείμενα τής έποχής 
ήταν κιόλας όπως είναι σήμερα μήτηρ πάσης Μακεδονίας, 
εύανδρος καί περιφανής,
 τών άλλων ύπερτερούσα άσυγκρίτως, 
ή πάνυ λαμπρόν φαίνουσα υπό ούρανόν, 
ή μεγίστη καί πολυάνθρωπος, 
ή μεγαλούπολις, ή πρεσβυτάτη καί λαμπροτάτη, ή θεόσωστος, ή μαρτυροφύλακτος, ή άγιοφύλακτος πόλις, ή καλή Θεσσαλονίκη, 
ή άρχαιοτέρα τής Κωνσταντινουπόλεως έχουσα τά πρεσβεία άπέναντι στή Βασιλεύουσα.

Άς συγκρατήσουμε άπό όλα τά ήχηρά καί μεγαλόστομα ονόματα τό ότι ή πόλις Θεσσαλονίκη είχε θέση πραγματικά αύτοκρατορική άνάμεσα στις άλλες πόλεις του Βυζαντίου.

Τό μαρτυρούν οί συχνές διαμονές έδώ των βυζαντινών αύτοκρατόρων, πού άκολούθησαν σ’ αύτό τη ρωμαι κή παράδοση, όπως καί σέ τόσα άλλα τό μαρτυρεί έπίσης καί ή ύπαρξη άνακτόρων πού βρίσκονταν, όπως και στην Κωνσταντινούπολη, σέ σχέση τοπογραφική μέ τον ιππόδρομο.

Η άρχαιολογική σκαπάνη πού πλούτισε σημαντικά στά τελευταία χρόνια τις γνώσεις μας γιά τή Θεσσαλονίκη —οί έργασίες του κ. Μπακιρτζή τό έπιβεβαιώνουν— δέν έφερε άκόμη σέ φώς τά άδιάψευστα παλατινά κατάλοιπα. ’Έτσι ή υπόθεση του συναδέλφου μου κ. Spieser, πού νομίζει ότι ή άψίδα του Γαλερίου καί τό ’ Οκτάγωνο πρέπει νά θεωρηθούν τμήματα του άνακτορικού χώρου, μου φαίνεται άξια προσοχής, άκόμη καί άν αύτή τή στιγμή λείπουν τά άποδεικτικά στοιχεία πού άπαιτεί ή έπιστημονική κριτική, καί πού οπωσδήποτε μας παρέχει ή γραπτή παράδοση.

’Άς θυμηθούμε ότι στο βίο του 'Αγίου Δομνίνου άναφέρεται ό αύτοκράτορας Μαξιμιανός ώς κτίζων βασίλεια έν Θεσσαλονίκη.
Οπωσδήποτε ή μνεία του Spieser, άρχαιολόγου, επιγραφικού καί ιστορικού, μέ οδηγεί νά μιλήσω γιά τήν παράδοση των μακεδονικών σπουδών στή Γαλλία, πού άπό χρόνια τώρα, όπως ξέρετε, γνωρίζει καί άνθιση καί πρόγραμμα.
Η διδακτορική διατριβή του Jean Michel Spieser γιά τή Θεσσαλονίκη τών πρώτων χριστιανικών χρόνων, δηλαδή άπό τήν τετραρχία ώς τήν είκονομαχία, καθώς καί τό μνημειώδες έργο του Paul Lemerle σχετικά μέ τά θαύματα του 'Αγίου Δημητρίου —ό δεύτερος τόμος μόλις κυκλοφόρησε, καί δυστυχώς ό Lemerle δέν είχε τήν εύκαιρία νά συμπεριλάβει τά συμπεράσματα τής νέας έρευνήτριας κυρίας Γρηγορίου γιά τά ίδια θέματα —ή δουλειά λοιπόν του κ. Lemerle καί του κ. Spieser ξαναζωντάνεψαν στή Γαλλία τό ένδιαφέρον γιά τή μελέτη τής Θεσσαλονίκης πού είχε πρωτοδημιουργηθεί μέ τό έργο του Tafrali στά χρόνια του α' παγκοσμίου πολέμου, όταν  δηλαδή ή Θεσσαλονίκη ήταν τό κέντρο τών εύρωπαικών πραγμάτων καί ιδιαίτερα τών γαλλικών.

Εξάλλου, οί προσπάθειες πού χαρακτηρίζουν τήν εποχή μας γιά τή δημιουργία κάποιας εύρωπαικής ένότητας —δέ θά έλεγα κοινότητας, καί αύτό άσχετα άπό τά πολιτικά συστήματα τών λαών πού θά τήν συγκροτήσουν— ένθάρρυναν τις έρευνες τής ιστορικής γεωγραφίας γενικά καί πιο ειδικά τής ιστορικής γεωγραφίας τής μεσαιωνικής έποχής, πού βρίσκεται στήν άρχή τής δημιουργίας των έθνοτήτων καί βέβαια στην άρχή τής δημιουργίας των εδαφικών δικαιωμάτων καί των εδαφικών διαμφισβητήσεων καί άπαιτήσεων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στά πλαίσια τής European Science Foundation πάνω άπό δέκα εύρωπαικά κράτη δέχθηκαν νά χρηματοδοτήσουν σ ’ αύτούς τούς δύσκολους καιρούς τη μελέτη τής ιστορικής γεωγραφίας του βυζαντινού κόσμου.
Είναι λογικό ή μελέτη αύτή νά γίνει άπό τά ειδικά έρευνητικά κέντρα τών κρατών, πού τά έδάφη τους άνήκαν κάποτε στο βυζαντινό χώρο.

Είναι φυσικό νά προτιμηθούν γιά τη μελέτη περιοχές πού βρίσκονται στο σταυροδρόμι τών πολιτικών καί πολιτιστικών ζυμώσεων, ό αίγαιακός κόσμος ή πιο γενικά τά παράλια καί τά νησιά παρουσιάζουν τις συνθήκες ιστορικότητας τις πιο εύμενείς γιά την κατανόηση του Βυζαντίου σάν κράτους καί γιά την κατανόηση τών ένδιαφερόντων τών πληθυσμών πού τό συγκροτουν.

Στά πλαίσια αύτής τής ερευνάς πού έχω την τιμή νά διευθύνω, καί γιά την όποια ή συμπαράσταση του Κέντρου Βυζαντινών Σπουδών τής Θεσσαλονίκης, ιδιαίτερα του κ. Καραγιαννόπουλου καί τής ομάδας μου είναι πολύτιμη, ή Θεσσαλονίκη καί ό έκάστοτε γεωιστορικός της χώρος βρίσκονται στο κέντρο τής προσοχής τών ερευνητών καί αύτό έξαιτίας βέβαια τής νευραλγικής θέσης τής πόλεως άλλά κυρίως χάρη στο ρόλο πού ή πόλη έπαιξε στη διαμόρφωση καί στη συγκρότηση τής βαλκανικής πραγματικότητας, ή καλύτερα χάρη στη θέση πού κατέχει στην καθολική, θά έλεγα, ιστορία τής χερσονήσου του Αίμου καί βέβαια τής ’Ανατολικής καί τής Κεντρικής άκόμα Εύρώπης.

Είναι βέβαια γνωστή ή έξέχουσα θέση πού άνήκει στη Θεσσαλονίκη γιά ό,τι  άφορα τά πράγματα του δυτικού βυζαντινού κόσμου. 
Δέν θά σταθώ λοιπόν σ’ αύτό τό κεφάλαιο παρά μόνο γιά νά τονίσω ακόμη μιά φορά κάτι πού συχνά έμείς οί βυζαντινολόγοι ξεχνάμε τη βαθειά δηλαδή διαφοροποίηση μεταξύ τής βυζαντινής ’Ανατολής καί τής βυζαντινής Δύσεως, διαφοροποίηση πού βρίσκουμε οχι μόνο στούς διοικητικούς θεσμούς καί στην καθόλου κρατική οργάνωση, άλλά κυρίως, θά έλεγα, στις πολιτιστικές παραδόσεις, στις καλλιτεχνικές καί πνευματικές γενικά πραγματώσεις, καί βέβαια στις οικονομικές καί κοινωνικές δομές καί υποδομές. 
Καί αύτό γιά νά μη μιλήσω γιά τά πολυεθνικά ρεύματα, την πολυεθνική καταγωγή τών πληθυσμών, πράγμα πού τουλάχιστον στο Βυζάντιο δέν άποτελεί έμπόδιο γιά τήν πλήρη συμμετοχή στά ρωμαι κά έκπολιτιστικά πρότυπα καί έπιτεύγματα. ’Άς θυμηθούμε ότι μέ περηφάνεια ό Τζέτζης, συγγραφέας του 12ου αιώνα, τονίζει τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα τής Κωνσταντινούπολης καί του Βυζαντίου:
εισιν έθνους του σύμπαντος οι νέοντες τήν πόλιν Κωνσταντίνου.

 ' Η διάκριση λοιπόν μεταξύ βυζαντινής ’Ανατολής καί βυζαντινής Δύσεως θά μας έπιτρέψει νά τοποθετήσουμε τή Θεσσαλονίκη παράλληλα καί άπέναντι στήν Κωνσταντινούπολη, άπέναντι δηλαδή στό κατεξοχήν κέντρο του βυζαντινού κόσμου καί βέβαια στό χώρο καί στό σημείο όπου τά πάντα συγκλίνουν καί στό όποιο τά πάντα άναφέρονται.

' Η Θεσσαλονίκη μέσα σ’αύτά τά ίστορικογεωγραφικά δεδομένα, άπέναντι δηλαδή στήν Πόλη, τό περισσότερο πού μπορεί νά ονειρευτεί καί νά διεκδικήσει ει ναι ό δεύτερος ρόλος, νά ειναι δηλαδή ή πρώτη μετά τήν μεγάλη, όπως λέει ό Καντακουζηνός καί έπαναλαμβάνει άργότερα ό ’Αναγνώστης, χωρίς έντούτοις ή διεκδίκηση αύτή νά ει ναι σύμφωνη, τουλάχιστον σ’όλες τις εποχές, μέ τά ιστορικά πράγματα.

’Άλλες σημαίνουσες πόλεις κυρίως τής βυζαντινής ’Ανατολής διεκδικούσαν τά δευτερεία καί μάλιστα, θά ελεγα, καί τά πρωτεία άπέναντι στήν Πόλη, όπως π.χ. ή ’Αλεξάνδρεια, καί αύτό παρόλο πού ή δραματική ιστορία τής βυζαντινής ’Ανατολής κατά τά μεταβυζαντινά χρόνια ώς σήμερα οδήγησε λίγο βιαστικά τούς ιστορικούς νά δεχθούν άσυζητητί τή διαπίστωση:

Θεσσαλονίκη, δεύτερη πόλις τής βυζαντινής Αύτοκρατορίας. 

 Η θέση αύτή τής Θεσσαλονίκης σάν δεύτερης πόλης τής Αύτοκρατορίας ειναι άναμφισβήτητη γιά τούς υστέρους βυζαντινούς χρόνους καί όταν ή βυζαντινή ’Ανατολή άντιμετώπιζε πιά τήν ίσλαμική πρόοδο.

Οπωσδήποτε δέν μου φαίνεται ή σύγκριση μέ τήν Κωνσταντινούπολη νά προσθέτει κάτι τό ούσιαστικό στή γνώση τής θεσσαλονίκιας πραγματικότητας.
 Η σπουδαιότητα του χώρου καί του άστικού κέντρου τής Θεσσαλονίκης πρέπει νομίζω νά έρευνηθεί άσχετα άπό τήν κατάσταση τής βυζαντινής πρωτεύουσας, ή μάλλον θά επρεπε νά έρευνηθεί άπό τή σκοπιά του άνοίγματος νέων οριζόντων δράσεως, πού προσφέρει ή Θεσσαλονίκη στό Βυζάντιο καί στήν πρωτεύουσά του γενικά.

Νέες δυνατότητες σέ πεδία καί σέ κλάδους νέους πού χωρίς τό θεσσαλονίκιο εργο θά εμεναν άπροσπέλαστες γιά τό βυζαντινό κόσμο ειναι ισως οί πιο ένδιαφέρουσες μελέτες γιά τήν ιστορική βιογραφία τής Θεσσαλονίκης καί του χώρου της. ’Έτσι, μιά καί ή ομιλία αύτή εχει γιά τίτλο:

"Θεσσαλονίκη σταυροδρόμι του βυζαντινού κόσμου",
θά προσπαθήσω, άφού πρώτα τοποθετήσω τή Θεσσαλονίκη στά πλαίσια του χώρου πού κοίτα τήν Κωνσταντινούπολη, στά πλαίσια δηλαδή τής βυζαντινής Δύσεως, θά προσπαθήσω νά σταθώ πιο διεξοδικά στό ρόλο πού επαιξε ή Θεσσαλονίκη στήν έπιμήκυνση τής άκτίνας δράσεως τών Βυζαντινών πρός λαούς καί πρός χώρον πού ή Κωνσταντινούπολη δέν θά μπορούσε νά έπηρεάσει διαφορετικά.

Μόνο μέ τον τρόπο αύτό μπορεί κανείς νά δείξει πώς κάποτε ή Θεσσαλονίκη έπαιξε αύτόνομο ρόλο στην έπαφή τών διαφόρων περιοχών του ρωμαι κού κόσμου, κυρίως όταν  οί τύχες τής Κωνσταντινουπόλεως βρίσκονταν σέ ξένα χέρια, π.χ. τήν έποχή τών σταυροφοριών ή όταν  οί στρατιωτικές συνθήκες, οί διοικητικές υποχρεώσεις, οί φορολογικές θά έλεγα έπιβαρύνσεις, άνάγκαζαν αύτούς πού είχαν γιά μέλημα τις κάθε είδους άνταλλαγές νά άναζητήσουν δρομολόγια πού άγνοούσαν ή πού άπόφευγαν τή βυζαντινή πρωτεύουσα μέ τούς υπαλλήλους της, μέ τον άποσκληρωμένο άπομυζώντα κρατικό μηχανισμό της.

Μερικά παραδείγματα θά μάς έπιτρέψουν ίσως νά φωτίσουμε καλύτερα αύτή τή διαπίστωση. Θά τά γυρέψω στις πηγές πού μάς δίνουν πληροφορίες σχετικά μέ δρομολόγια καί μέ κίνηση άνθρώπων καί εμπορευμάτων, σχετικά δηλαδή μέ τήν κίνηση τών φορέων του πλούτου καί τών ιδεών, άλλά καί τών στρατευμάτων τών αύτοκρατορικών ή τών πνευματικών —σ’αύτή τήν κατηγορία έντάσσω, όπως φαντάζεστε, τούς μοναχούς καί τούς άλλους έκκλησιαστικούς.

Άλλά άς δούμε πρώτα τή φυσική θέση τής Θεσσαλονίκης στά πλαίσια του βυζαντινού κόσμου, τήν πρωτοκαθεδρία δηλαδή τής πόλης αύτής γιά ό,τι  σχετίζεται μέ τά πράγματα τής βυζαντινής Δύσεως, πρωτοκαθεδρία πού έκανε τό βιογράφο τής Άγιας Θεοδώρας νά πει τή Θεσσαλονίκη μητέρα τών  Εσπεριών, μητέρα τής ήγεμονίας τής Δύσεως. 'Ένα βασικό χαρακτηριστικό του βυζαντινού κόσμου άποτελεί σίγουρα ή διαμόρφωση στά πλαίσια τής διοικήσεώς του μιάς ένότητας άνατολικής καί μιάς ένότητας δυτικής.
Βρίσκουμε, όπως άλλωστε καί κατά τούς υστέρους ρωμαι κούς χρόνους τής τετραρχίας, μιά νέα προσπάθεια διαίρεσης πού άποβλέπει στο νά δώσει στο διοικητικό οργανισμό γεωγραφικές ιδιότητες μεγέθους προσιτού στις υπηρεσίες πού τις διακυβερνούν. Κάθε διαίρεση διοικητική έχει γιά σκοπό —αύτό είναι γνωστό— νά έξασφαλίσει στή δημόσια ζωή γεωγραφικά πλαίσια πού έπιτρέπουν σέ κυβερνώντες καί κυβερνωμένους νά ρυθμίζουν τά προβλήματα του χώρου σύμφωνα μέ τις ύπάρχουσες κάθε φορά δυνατότητες, άλλά καί σύμφωνα —αύτό μου φαίνεται σπουδαιότερο— μέ τίς περαιτέρω έξελίξεις πού ή πολιτική του κράτους προβλέπει γιά τό μέλλον καί γιά τό χώρο.

Μιά πρόσφατη μελέτη τής κυρίας Frangoise Otran τονίζει τό γεγονός ότι ή διαμόρφωση τών διοικητικών υποδιαιρέσεων υπακούει στή μεσαιωνική Γαλλία σέ ιδεολογικούς προγραμματισμούς καί βέβαια σέ πολιτικές σκοπιμότητες.


’Από τίς βυζαντινές πηγές ξέρουμε ότι ή έπαρχιακή πολιτική τής αύτοκρατορίας άποτελούσε πάντα εικόνα τών στρατιωτικών καί βέβαια τών έθνικών έπιδιώξεων του Βυζαντίου. Άς τονίσουμε λοιπόν εκ τών πραγμάτων ότι ή διαίρεση του Βυζαντινού κράτους σέ διοικητική μονάδα τής Δύσεως, δηλαδή τής βυζαντινής Εύρώπης, καί σέ διοικητική μονάδα τής Ανατολής, δηλαδή τής βυζαντινής ’Ασίας, όπως τονίζει ό Κωνστ. Πορφυρογέννητος, περιγράφει καί άποκρυσταλλώνει τή διαφοροποίηση τών δύο γεωγραφικών οντοτήτων, τής διοικήσεως δηλαδή ’Ανατολής καί τής διοικήσεως Δύσεως, πού ή ορθόδοξος έκκλησία γνώριζε ήδη άπό παλιά.

 ' Η διαίρεση αύτή μπορεί νά άπαλύνει, άλλά —καί αύτό έξαρταται άπό τήν έκάστοτε πολιτική κατάσταση— μπορεί καί νά οξύνει τίς άντιθέσεις πού πιθανώς χωρίζουν ή άντικρούουν τούς δυτικούς καί τούς άνατολικούς πληθυσμούς τού κράτους.

  Οπωσδήποτε, ό ρόλος τής Κωνσταντινούπολης ώς γεωγραφικό καί ώς πολιτικό κέντρο ήταν νά συντονίσει τή δημόσια ζωή όλων τών μερών τού βυζαντινού χώρου καί βέβαια νά τούς έξασφαλίσει τήν ομαλή καί ειρηνική διαβίωση.
Ο ρόλος τού διαιτητού, πού κλήθηκε νά παίξει ή Κωνσταντινούπολη, ίσως βοήθησε στή διαμόρφωση άλλων κέντρων πού στάθηκαν οι βασικοί φορείς τών έλπίδων καί τών κατορθωμάτων τών πληθυσμών τών διαφόρων έπαρχιών.
Πόλεις τής Δύσης καί τής ’Ανατολής άναγνωρίστηκαν άπό τούς τοπικούς πληθυσμούς σάν άμύντορες, θά έλεγα, τών συμφερόντων τους μπρος στή Βασιλεύουσα καί αύτό ώσπου άποκαρδιωμένες οί έπαρχίες άπό τήν άτασθαλία τής κωνσταντινοπολιτι- κής διοίκησης έθρεψαν τάσεις αύτονομίας μέ πόλο πάντοτε τό άστικό κέντρο, πού στούς κόλπους του έκλεινε τό μηχανισμό τής δημόσιας ζωής.

Η Θεσσαλονίκη δέν άπέφυγε τον πειρασμό τής άνεξαρτητοποίησής της άπό τήν Κωνσταντινούπολη. Η Βασιλεύουσα όμως δέν ξέχασε τον πρωτεύοντα ρόλο τής Θεσσαλονίκης στή Δύση, παρ ’ όλους τούς άναβρασμούς πού γνώρισε ή Μακεδονία στις δυναστικές κρίσεις τού 14ου αιώνα. Είναι έτσι άναμφισβήτητο οπωσδήποτε ότι ή Θεσσαλονίκη έγινε στά πλαίσια τού βυζαντινού κόσμου τό κέντρο τής Δύσης, τό κέντρο τής βυζαντινής Εύρώπης, πού είδε τόσο τά στρατιωτικά της συμφέροντα, τήν άσφάλεια, τήν άμυνα, τήν υπεράσπισή της γενικά, δσο καί τά οικονομικά της ενδιαφέροντα νά βρίσκουν στην πόλη τής Θεσσαλονίκης οχι μόνο τό κέντρο τών διοικητικών άποφάσεων, άλλά κυρίως, θά έλεγα, τή βάση γιά νέα ξεκινήματα έθνικού, κοινωνικού καί οίκονομικού περιεχομένου.

'Η εύανδρος καί καλή Θεσσαλονίκη είχε τό άνθρώπινο δυναμικό, τό υλικό  υπόβαθρο, κυρίως υστέρα άπό τον έκχριστιανισμό καί τον έκβυζαντινισμό των γύρω σλαβικών ομάδων, είχε λοιπόν τό υπόβαθρο πού τής έδιναν τά μέσα νά παίξει όλο καί πιο δυναμικά καί σίγουρα τό ρόλο μιας δεύτερης πραγματικής πρωτεύουσας. 

Νά θυμίσω ότι ό Μιχαήλ ό Σύρος θεωρεί τή Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα τής Ιταλίας, κάτι πού δείχνει, μου φαίνεται, άδιάψευστα τή θέση της Θεσσαλονίκης στό μεσαιωνικό κόσμο σέ μιά έποχή δπου τό Βυζάντιο έβλεπε άκόμη μέ έλπίδες πρός τήν εύρωπαική Δύση.

Σύμφωνα μέ τό άρχέτυπό της, τήν Κωνσταντινούπολη, καί όπως έκανε καί ή ομόλογός της στήν ’Ανατολή ’Αντιόχεια, γιά νά μή μιλήσω γιά τήν Έφεσσο, τή Σμύρνη καί τις άλλες μεγάλες μικρασιατικές πόλεις, ή Θεσσαλονίκη άπέκτησε γρήγορα όψη κοσμοπολίτικου κέντρου, πού άπό κόμβος του οδικού δικτύου πού συνέδεε τις εύρωπαι'κές περιοχές μεταξύ τους —εννοώ όπως καταλαβαίνετε τήν Έγνατία οδό— έγινε γρήγορα τό πραγματικό σταυροδρόμι ολοκλήρου του βυζαντινού κόσμου καί άκόμα περισσότερο έγινε σταθμός καί τέρμα τών έπικοινωνιών μέ τον έξω βυζαντινό χώρο, τή Δυτική Εύρώπη, τις σλαβικές χώρες, χωρίς νά έξαιρεθεί ή Ρωσία, καί τον άραβικό κόσμο, κυρίως τον βορειοαφρικανικό.

Βέβαια παρουσιάζω έδώ τήν κατάσταση πού βρίσκει ή βυζαντινή Θεσσαλονίκη στήν κορυφή τής εξέλιξής της, όταν , όπως διαβάζουμε στον Τιμαρίωνα, τό κείμενο τού 12ου αιώνα, συνέρρεαν στά Δημήτρια, στήν δεκαήμερη δηλαδή έμποροπανήγυρη, πού γινόταν στό τέλος τού Δεκέμβρη μαζί μέ τή γιορτή τού Άγιου, ου μόνον αύτόχθων όχλος, άλλα πάντοθεν και παντοίως Ελλήνων τών απανταχού (είναι ή πρώτη φορά πού ό δρος Έλλην δέν σημαίνει ειδωλολάτρης), Βυσσών (δηλαδή τών Βουλγάρων) των παροικούντων γένη παντοδαπά ’Ίστρων μέχρι και Σκυθικής (δηλαδή Ρωσίας), Καμπανών, ’Ιταλών, Ίβήρων, Αισητανών και Κελτών τών επέκεινα τών Άλπεων.

 Άλλά ας πάμε λίγους αιώνες πίσω, στις άρχές δηλαδή τού 10ου αιώνα ό Καμενιάτης μιλά ήδη γιά τό πρός τούς Σκύθας διά τών έμπορικών μεθόδων συμμείγνυσθαι καί κυρίως μιλά γιά τον παμμιγή οχλον τών τε αύτοχθόνων καί τών άλλων έπιξενουμένων, όχλος παμμιγής πού διοδεύει τήν άγορά καί τούς δρόμους τής Θεσσαλονίκης γιά τίς εμπορικές του συναλλαγές.

Η πλούσια άγορά τής Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκει κανείς πραγματείες κάθε είδους, άφθονίες τής γεωργίας, λέει ό συγγραφέας, καί χορηγίες τής έμπορίας, υφάσματα σηρικά (δηλαδή μεταξωτά) καί έξ έρίων (δηλαδή μάλλινα), χρυσίων καί αργυρίου καί λίθων τιμίων παμπληθείς θησαυρούς ή άγορά λοιπόν αύτή τής πόλης συνδυασμένη μέ τή χάρη τού Μεγαλομάρτυρα τραβά προσκυνητές εμπόρους άπό όλο τον κόσμο.

Ο 'Άγιος Φαντίνος θά φτάσει άπό τήν Καλαβρία τής ’Ιταλίας στή Θεσσαλονίκη μέσω Αθηνών καί Λαρίσης δέν άκολούθησε τήν Έγνατία οδό.
Ο επίσκοπος Θηβών τής Αφρικής θά καταφύγει άπό τήν Ελλάδα στή Θεσσαλονίκη θαυματοσωσμένος άπό τον 'Άγιο Δημήτριο, ένώ άργότερα ό Θεόδωρος Στουδίτης καί ό Γρηγόριος Δεκαπολίτης θά φτάσουν στή Θεσσαλονίκη άπό τήν Άσία καί αύτό μέ φόβο νά γνωρίσουν τον κίνδυνο τών όδοστατών Σκλαβηνών τού Στρυμόνος, Σκλαβηνούς πού άναφέρει καί ό πολύς Λουιτράνδος.


Νά συμπεράνουμε ότι ή επικοινωνία τής Θεσσαλονίκης μέ τον έξω κόσμο ύπόκειται στις διακυμάνσεις τών πολιτικών καί στρατιωτικών καταστάσεων, δχι μόνο τής άμεσης περιοχής τής Θεσσαλονίκης, άλλά καί όλων τών ιστορικών γεγονότων πού διαδραματίζονται στή βυζαντινή Δύση;

Η ιστορία τού συγκοινωνιακού δικτύου τής περιοχής θεμελιώνει τή διαπίστωση αύτή.
Μού φαίνεται πραγματικά έπείγουσα ή σύνταξη μελέτης γιά τήν Έγνατία οδό, τής δημόσιας δηλαδή λεωφόρου πού ένώνει μέσω Θεσσαλονίκης —περνά έξω άπό τήν πόλη καί όχι άπό μέσα, όπως νομίζαμε μέχρι τώρα— τό Δυρράχιο μέ τήν Κωνσταντινούπολη.
Ο σκοπός αύτής τής μελέτης θά είναι πρώτα νά διαγράψουμε βέβαια τήν τοπογραφική της πορεία μέ άκρίβεια, πού νέα άρχαιολογικά στοιχεία, δπως τά οροθέσια καί άλλα στοιχεία φωτίζουν κάθε μέρα καλύτερα, άλλά κυρίως μέ τή μελέτη αύτή θά έπρεπε πρώτα άπ ’ όλα νά καθοριστεί ή συχνότητα καί ή πυκνότητα τών έπικοινωνιών στά διάφορα κομμάτια τής Έγνατίας όδού.

Δέν πρέπει δηλαδή νά νομίζουμε ότι ή κίνηση στήν Έγνατία οδό είναι ή ίδια άπό τή μιά άκρη ώς τήν άλλη. Μού φαίνεται χαρακτηριστικό ότι τό δρομολόγιο μέ τήν Άσία γίνεται τον 9ο αιώνα μέσω Λήμνου, τον 14ο αιώνα μέσω Μυτιλήνης, καί νομίζω σίγουρη έτσι τήν άπονέκρωση γιά ένα μακρόχρονο διάστημα τής περιοχής πού βρισκόταν άνοιχτή στις ληστρικές έπιθέσεις —ό όρος είναι τής έποχής— τών Σκλαβηνών τού Στρυμόνος.

'Οπωσδήποτε, φαίνεται άναμφισβήτητο ότι υστέρα άπό τή μεγάλη άνθιση πού γνώρισε ή Θεσσαλονίκη κατά τούς πρωτοχριστιανικούς χρόνους— είναι χαραχτηριστικό ότι όλα τά περιφανή μνημεία της χρονολογούνται πρίν άπό τά τέλη τού 6ου αιώνα— ή πόλη γνωρίζει μιά περίοδο παρακμής καί έγκατάλειψης πού εξηγείται άπό τήν περίσφιξη τού σλαβικού κλοιού.

Θά πρέπει νά περιμένουμε τίς νίκες του  Ιουστινιανού Β ' κατά τών Σκλαβηνών, όπως μεταξύ άλλων μαρτυρεί καί ή περίφημη έπιγραφή γιά τή δωρεά τής άλυκής στο ναό του Άγ. Δημητρίου στο τέλος του 7ου αιώνα, θά πρέπει μετά τίς νίκες του Σταυρακίου στο τέλος του 8ου αιώνα νά δυναμώσει ό Νικηφόρος A' μέ τίς μετακινήσεις πληθυσμών τό ελληνικό στοιχείο στή Μακεδονία στις άρχές του 9ου αιώνα, καί κυρίως θά πρέπει λίγο άργότερα νά θεμελιώσει τον έκβυζαντινισμό τών Σκλαβηνών ό Μιχαήλ Γ .

Στο «περί Βασιλείου τάξεως» μαθαίνουμε τήν υποταγή τών Σλάβων τής περιοχής τής Θεσσαλονίκης χάρη στο έργο του άδικουμένου άπό τήν ιστορία αύτοκράτορα Μιχαήλ Γ' του Μέθυσου. 

Θά πρέπει δηλαδή νά περιμένουμε τό τέλος του 9ου αιώνα γιά νά ξαναδουμε τή Θεσσαλονίκη ύπερηφανευομένην διά τήν τών οικημάτων λαμπρότητα, διά τήν περι  λόγους αύχησιν και άπολαύουσαν πάσαν αφορμήν ευζωίας.

 Είμαστε άκριβώς στήν έποχή πού καί ή γειτονική Βέροια, έχοντας άφήσει κάθε παλιά άντιζηλία μέ τήν άσύγκριτη πιά Θεσσαλονίκη, άναφέρεται στά κείμενα σάν πόλις και αυτή περιφανεστάτη τοις οικήτορσί τε και πάσης άλλης ής αύχεί  πόλις τήν σύστασιν.

Είναι σίγουρο ότι τό Βυζάντιο άποκαθιστα μεθοδικά καί σιγά σιγά τήν κυκλοφορία άπό τή Θεσσαλονίκη ώς τό Δυρράχιο, πού τό Τακτικό του Ούσπένσκι (1843) παρουσιάζει κιόλας ώς θέμα Δυρραχίου άμέσως μετά άπό τό θέμα Θεσσαλονίκης, ένώ άντίθετα ό Στρυμόνας, πρώτα Κλεισούρα, δέν θά γίνει θέμα παρά στο τέλος του 9ου αιώνα, μόλις λίγα χρόνια πριν άπό τήν άλωση τής Θεσσαλονίκης άπό τούς ’Άραβες, τό 904.

Η φιλοαραβική στάση τών σλαβικών βυζαντινών φύλων του Στρυμόνος στο 904 δείχνει τό πρόσφατο τής υποταγής τους στήν αύτοκρατορία, πράγμα πού έξηγεί έπίσης τό άβέβαιο τών συγκοινωνιών μεταξύ Στρυμόνος καί 'Έβρου σχεδόν κατά τον 9ο αιώνα.

' Η καταστροφή πού επαθε ή Θεσσαλονίκη στο 904 άνέκοψε γιά λίγο τήν άνάπτυξη τής πόλης καί τής περιοχής της, άλλά ίσως καί έπέσπευσε τήν άπόφαση τής Κωνσταντινούπολης νά δημιουργήσει ένα πραγματικό στρατιωτικό καί πολιτικό κέντρο στά Βαλκάνια πού διατάρασσαν οί Σλάβοι, πού διεκδικούσαν οί Βούλγαροι καί πού περιέβαλλαν στήν άκτίνα δράσης τους οί πειρατές τών άραβικών στόλων.
 Πρόβλημα παραμένει άκόμη γιά τήν έπιστημονική έρευνα τό πότε άκριβώς ή Θεσσαλονίκη γίνεται άναμφισβήτητα τό δεύτερο βυζαντινό κέντρο μετά τήν Βασιλεύουσα. ’Ίσως ή σωστή άπάντηση στήν έρώτηση αύτή νά έξαρτάται περισ¬σότερο άπό τήν ιστορία του διαμετακομιστικού διεθνούς έμπορίου καί τών έπικοινωνιών.

Μιά άντανάκλαση τών οικονομικών άνταγωνισμών βρίσκομε καί στά αίτια τού βυζαντινοβουλγαρικού πολέμου στά χρόνια τού Συμεών καί τού Λέοντα ΣΤ' τού Σοφού.

' Η άνάλυση τών γεγονότων έπιτρέπει ίσως νά καθορίσουμε τή βυζαντινή πολιτική άπέναντι στή Μακεδονία καί ειδικότερα άπέναντι στή Θεσσαλονίκη στο τέλος τού 9ου αιώνα.

 Άπό όλους τούς ιστορικούς τής έποχής ξέρουμε ότι ό Ζαουτσάς, πεθερός τού Λέοντα τού Σοφού, έπηρεασμένος άπό τον ύπηρέτη του Μουσικό —αύτό ήταν τό δνομά του— πού καί αύτός μέ τήν σειρά του ήθελε νά έξυπηρετήσει δύο φίλους του έμπορευόμενους άπό τά έλλαδικά μέρη, ό Ζαουτσάς λοιπόν τάς έκ τής Βουλγαρίας εισαγομένας πραγματείας... εις Κωνσταντινούπολή μετέστησεν (μετέφερε δηλαδή) εις Θεσσαλονίκην και τούς ειρημένους έμπορους (τούς φίλους δηλαδή τού Μουσικού) τελώνας έκει σε κατέστησεν.
 Πρόκειται γιά τον Σταυράκιο καί τον Κοσμά, πού όπως μάς λέει ό Θεοδόσιος τής Μελιτηνής, οι δύο φίλοι τού Μουσικού ήταν φιλόχρυσοι καί αισχροκερδείς κακώς διοικούντες τούς Βουλγάρους εν τώ κομερκέβειν (δηλαδή στις πραγμάτειες καί στούς φόρους γιά τό έμπόριο).

Μού φαίνεται σίγουρο, καί αύτό άσχετα άπό τό περιστατικό τής άμοιβαίας εξυπηρέτησης μεταξύ φίλων, ότι στο τέλος τού 9ου αιώνα, στήν έποχή τού Λέοντα τού Σοφού, οι Βυζαντινοί, έχοντας κιόλας άποκαταστήσει τήν κυκλοφορία στήν Έγνατία όδό μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως καί Θεσσαλονίκης —ή δημιουργία τού θέματος Στρυμόνος μάς τό δείχνει—, παίρνουν μέτρα:

α) γιά τήν άποσυμφόρηση τής Κωνσταντινούπολης καί
β) γιά τήν οικονομική άνάπτυξη καί άρωγή τής Θεσσαλονίκης, πού ει ναι πιά σέ θέση νά δεχτεί καί νά διοχετεύσει τά έμπορεύματα τού βορείου βαλκανικού καί παραδουνάβιου χώρου.

Άς θυμηθούμε ότι ένα άπό τά σπάνια γεωγραφικά βυζαντινά κείμενα, πού διέσωσε χάρη στήν άρχαιομανία του, θά έλεγα, ό Κωνστ. ό Πορφυρογέννητος, μάς παραδίδει άκριβώς δρομολόγιο οκταήμερο μεταξύ Θεσσαλονίκης καί Βελιγραδιού, καί άπό εκεί διά τού Δούναβη τούς σταθμούς του ταξιδιού όχι μόνο πρός τή Ρωσία τού Κιέβου άλλά καί πρός τήν Κριμαία Χερσόνησο καί τίς χώρες τού Καυκάσου.
 Στο άνοιγμα δηλαδή τής Έγνατίας όδού πού συνδέει τήν Ανατολή μέ τή Δύση, τής οριζόντιας Έγνατίας όδού, προστίθεται τό κάθετο άνοιγμα, τά κάθετα δρομολόγια πρός τό Βελιγράδι καί βέβαια καί πρός τή Σαρδική, Σόφια, έφόσον οι Βυζαντινοί μεταθέτουν αύτή τή στιγμή τό βουλγαρικό έμπόριο άπό τήν Κωνσταντινούπολη στή Θεσσαλονίκη.

 Μπορούμε νά πούμε έτσι ότι άπό τό τέλος τού 9ου αιώνα καί παρ ’ όλη τήν άραβική νίκη
τού 904 ή Θεσσαλονίκη γίνεται άναμφισβήτητα κόμβος έμπορικός καί οδικός, πραγματικό σταυροδρόμι τού βυζαντινού κόσμου  άλλωστε αύτήν άκριβώς τήν έποχή χρονολογούνται οι σφραγίδες τών άβυδικών τής Θεσσαλονίκης —ό όρος καί ό τίτλος δείχνει τή θέση πού είχε ή Θεσσαλονίκη σάν κέντρο έλέγχου τού διεθνούς έμπορίου— ό άλλος άβυδικός βρίσκεται στήν Άβυδο.

Καταλαβαίνει κανείς εύκολα τήν άντίδραση τών Βουλγάρων στά μέτρα τού Ζαουτσά. 

Симеон I Τσαρ Συμεών


 Ο Συμεών κίνησε άμέσως πόλεμο κατά τού Βυζαντίου γιά νά άποκαταστήσει δήθεν τά συμφέροντα τών Βουλγάρων έμπορων  στήν πραγματικότητα γιά νά προσαρτήσει τή Θεσσαλονίκη καί τήν περιοχή της.

Τό πράγμα δέν διέφυγε άπό τον διορατικότατο Νικόλαο Μυστικό, πού σ’ ένα γράμμα του πρός τον Συμεών τον προτρέπει νά μήν πάει άντίθετα άπό τή θέληση τής θείας οικονομίας, θεία οικονομία πού κληροδότησε τήν κυριότητα πάσης τής Δύσεως στή Ρωμαι κή βασιλεία.
Είμαστε άκριβώς τή στιγμή πού ή Θεσσαλονίκη φέρεται σάν μητέρα τών Έσπερίων, σάν μητέρα τής Δύσεως.

Είναι σίγουρο ότι άπό τον 10ο αιώνα καί πέρα ή πόλη γίνεται ή άρχουσα τών δυτικών θεμάτων, τών δυτικών δηλαδή έπαρχιών.
’Εδώ θά έγκαταστήσει τό πραιτόριό του ό μονοστράτηγος τών δυτικών, ό κατοπινός δούξ καί κατεπάνω Θεσσαλονίκης καί βέβαια καί ό δομέστικος τών σχολών τής Δύσεως, μολονότι τά στρατεύματα τών ταγμάτων καί οχι τών θεμάτων, πού βρίσκονται υπό τον δομέστικο τής Δύσεως, πού σταθμεύουν δηλαδή στις εύρωπαι κές έπαρχίες είναι έτοιμα πάντα, όπως τονίζει ό Μαυρόπους, συγγραφέας τών μέσων τού 11ου αιώνα, νά δράσουν έκεί πού ή άμυνα τού Βυζαντίου τά καλεί, σέ ’Ανατολή δηλαδή ή σέ Δύση.

Απ’αύτή τή στιγμή είναι λογικό νά θεωρήσουμε ότι οι πιο τραχείς βουλγαροβυζαντινοί πόλεμοι έχουν καί άπό τις δυο μεριές γιά στόχο τήν κυριαρχία τής Θεσσαλονίκης, κι αύτό παρ’ όλη τήν κομπορρημοσύνη τού Συμεών καί ύστερα τού Σαμουήλ, πού ονειρεύονται Κωνσταντινούπολη καί αύτοκρατορικούς ρωμαικούς θρόνους.

’Έτσι άπό τον 11ο αιώνα, τον αιώνα δηλαδή πού είδε τήν προσάρτηση τής Βουλγαρίας, καί πού στήν ’Ανατολή έφερε τά σύνορα τού Βυζαντίου, έστω γιά λίγο, ως τόν Εύφράτη, τον Καύκασο καί πέρα άπό τήν ’Αντιόχεια, άπό τόν 11ο λοιπόν αιώνα ή Θεσσαλονίκη γνωρίζει τήν άνθιση καί τήν άνάπτυξη πού θά έπισκίαζε κι αύτή τήν Κωνσταντινούπολη, αν δέν είχαμε τή νορμανδική άλωση στά τέλη τού 12ου αιώνα, πού, όπως γράφει ό μητροπολίτης Εύστάθιος, ή νορμανδική αύτή άλωση δέν άφησε στήν πόλη μηδέ λείψανον τής παλαιάς καλλονής, εύκαιρία γιά τον μητροπολίτη τής Θεσσαλονίκης νά μεμφθεί τήν άμφίβολη στάση τών Λατίνων καί τών ’Αρμενίων πού κατοικούσαν τήν πόλη καί τά περίχωρά της.

Η Δ ' σταυροφορία θά κτυπήσει καίρια λίγα χρόνια μετά τήν ίδια τήν Κωνσταντινούπολη.
Άλωση Κωνσταντινουπολης 1204
Delacroix
’Από τό 1204 μπαίνουμε στον αιώνα τής πρώτης αιχμαλωσίας του Γένους.

Τό βασίλειο πού έγκαταστάθηκε στή Θεσσαλονίκη στά 1224, παρόλο τον σεβάσμιο τίτλο του, παρ’ όλα τά πάτρια πού ξαναζωντάνεψε, παρ’ όλα τά συγκλητικά βουλευτήρια καί άργυρά νομίσματά του πού είκονίζουν άθρονους τον 'Άγιο Δημήτριο καί τον αύτοκράτορα τής Θεσσαλο-’Ηπείρου Μανουήλ μέ άνάμεσά τους πύργωμα μέ τήν έπιγραφή Πόλις Θεσσαλονίκη, τό θεσσαλονίκιο λοιπόν βασίλειο δέν θά δώσει στήν πόλη καί στήν περιοχή της τίποτε άπό τήν παλιά τους αίγλη.

Υποταγμένο ούσιαστικά στούς Βουλγάρους, πού είχαν στο τέλος του 12ου αιώνα ξαναζωντανέψει τό κράτος τους, τό θεσσαλονίκιο βασίλειο θά υποταχθεί στά πλαίσια τής αύτοκρατορίας τής Νίκαιας καί ή Θεσσαλονίκη θά ξαναγίνει τό πολιτικό καί τό στρατιωτικό κέντρο, άπό όπου ό Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος θά άνακτήσει μετά τήν Κωνσταντινούπολη τίς άλλες χαμένες πατρίδες, πάντως γιά τελευταία φορά, ώς τό Δυρράχιο.

Νά πούμε ότι ή Έγνατία, τό σύμβολο τής άκμής του θεσσαλονίκιου χώρου, βρήκε άκόμη μιά φορά καί σ’ όλο τό μήκος της τήν κίνηση πού ξανάδωσε στή Θεσσαλονίκη τήν πρωτινή της θέση; ' Η πόλη θά γίνει πάλι «τό πρόσχημα (τό στολίδι δηλαδή) τής Εύρώπης».

Αίγλη παλιά μέσα σέ νέα πλαίσια.

Ο βαλκανικός κόσμος του τέλους του 13ου καί του 14ου αιώνα θά οργανωθεί μέ τον καιρό γύρω σέ νέους άξονες.

' Η Θεσσαλονίκη, έδρα δεσποτών καί αύτοκρατόρων, στόχος Βυζαντινών καί ξένων δυναστών καί βασιλίσκων, κλυδονούμενη, όπως λέν τά κείμενα, άπό τον σάλο τών λαικών έπαναστάσεων τών Ζηλωτών καί βουτηγμένη μέσα στις δυναστικές έριδες, πουλημένη άπό τούς κυβερνήτες καί έγκαταλελειμμένη άπό τον προστάτη της 'Άγιο θά γνωρίσει τίς δύσκολες τύχες του 14ου αιώνα, πού θά σημάνει τό τέλος του μεγαλείου της.

Αύτήν τήν περήφανη πόλη θά περιγράψει ό Αναγνώστης, όταν  ταπεινωμένη γίνεται πιά λεία τών Τούρκων, όπως είχαν κάνει προηγούμενα ό Καμενιάτης γιά τήν άραβική άλωση καί ό Εύστάθιος γιά τή νορμανδική. Καί οί τρεις, ό καθένας μέ τον τρόπο του, θά θυμίσουν ότι πάσαι αι πολυάνθρωποι φθοραι διά τών ύπολειπομένων σωφρονισμόν γίνονται.

Η ιστορία τής σύγχρονης Θεσσαλονίκης δείχνει άδιάψευστα τή σωφροσύνη αύτών πού έχουν τήν τύχη νά τήν έχουν πατρίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: