Διάλεξη που εδωσε η κ. Αρβελέρ
στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών
στις 8 Μαίου 1981.
Αγαπητοί συνάδελφοι.,
Κυρίες καί Κύριοι,
Κύριε Πρόξενε,
Κύριε Πρόεδρε,
Θά ήθελα μέ μεγάλη συγκίνηση καί πολύ άπλά νά εύχαριστήσω τον κ. Βαβούσκο καί την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών γιά την τιμή πού μου κάνει σήμερα νά μπορώ νά μιλήσω γιά πρώτη φορά σέ άκροατήριο τής Θεσσαλονίκης, πού δέν είναι μόνο βυζαντινολόγοι.
Καταλαβαίνετε ότι δέν πρόκειται νά φέρω Δημήτριον εις Θεσσαλονίκην, όπως δέν πανε γλαύκα εις ’Αθήνας.
Δέν πρόκειται νά διδάξω κάτι καινούργιο γιά τή μαρτυροφύλακτο πόλη, όπως λένε τά κείμενα. Θά ήθελα άπλώς νά ύπενθυμίσω αύτό πού όλοι ξέρετε,
ούκ αγνοείτε οποία και πηλίκη τυγχάνει ή Θεσσαλονικέων μητρόπολις καί ισως δείχνοντας τό τί ή γαλλική έπιστήμη προσφέρει γιά τή γνώση τής Θεσσαλονίκης νά τονίσω άκόμη μιά φορά ότι ή πόλη σας είναι καί πόλη μας.
’Έτσι θά ήθελα νά άναφερθώ ιδιαίτερα στήν περιοχή
του ελληνικού βυζαντινού χώρου,
πού είναι ισως ό πιο ένδοξος καί γιά τήν πιο ένδοξη έποχή,
τή βυζαντινή δηλαδή, τής Θεσσαλονίκης τήν έποχή πού ή πόλη έδώ άπό τά κείμενα τής έποχής
ήταν κιόλας όπως είναι σήμερα μήτηρ πάσης Μακεδονίας,
εύανδρος καί περιφανής,
τών άλλων ύπερτερούσα άσυγκρίτως,
ή πάνυ λαμπρόν φαίνουσα υπό ούρανόν,
ή μεγίστη καί πολυάνθρωπος,
ή μεγαλούπολις, ή πρεσβυτάτη καί λαμπροτάτη, ή θεόσωστος, ή μαρτυροφύλακτος, ή άγιοφύλακτος πόλις, ή καλή Θεσσαλονίκη,
ή άρχαιοτέρα τής Κωνσταντινουπόλεως έχουσα τά πρεσβεία άπέναντι στή Βασιλεύουσα.






















