Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Μακεδονική Παράδοση: Διονυσιακά Δρώμενα Δωδεκαημέρου στο Παγονέρι Δράμας.

Από το βιβλιο του  Γ.Κ.Χατζόπουλου
" Η εμβρυακή Μορφή του Θεάτρου και η Λατρεία του Διόνυσου στη χώρα των Ηδώνων."


Το Παγονέρι με το παλιό όνομα Τσερέσοβο βρίσκεται στο βόρειο μέρος του νομού Δράμας, απέχει 20 περίπου χιλιόμετρα από το Κ. Νευροκόπι και 7 περίπου χιλιόμετρα από τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα.




Ο Στάθης Κουζούλης, γεννημένος στο Παγονέρι και ασχολούμενος με την τοπική ιστορία ανάγει την ίδρυση του οικισμού στις αρχές του 19ου αιώνα.
Ο ίδιος ο συγγραφέας του πονήματος « ΠΑΓΟΝΕΡΙ» αναφερόμενος στη σύνθεση του πληθυσμού τονίζει ότι αυτός σύγκειται από Βλαχόφωνους Ηπειρώτες, ελάχιστους Κρήτες και Πελοποννησίους, καθώς και πρόσφυγες από τη Θράκη, τη Μ. Ασία και τον Πόντο.
Από το 1983 το Παγονέρι με απόφαση της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού ανακηρύχθηκε ως διατηρητέος οικισμός ιογω της ιδιόμορφης αρχιτεκτονικής των κτισμάτων του.

Οι κάτοικοι του ασχολήθηκαν στο παρελθόν και εξακολουθούν να σήμερα να ασχολούνται με την κτηνοτροφία, τις οικοδομικές εργασίες και ελάχιστα με τη γεωργία, λόγω του ορεινού εδάφους.

Οι κάτοικοι του Παγονερίου, ακραιφνείς ορθόδοξοι χριστιανοί, δοκιμάσθηκαν σκληρά από τους εξαρχικούς. Παρά τις στυγερές δολοφονίες, στις οποίες προέβη το Βουλγαρικό Κομιτάτο υπερασπίστηκαν με αυταπάρνηση την παραμονή τους στους Πατριαρχικούς κόλπους.

Τη μαχητικότητά τους ενίσχυαν οι φωτισμένοι Ιεράρχες Θεοδώρητος Νευροκοπίου και Χρυσόστομος Δράμας Σμύρνης, ο ανακηρυχθείς ως Άγιος.

Οι Παγονερίτες δοκιμάσθηκαν σκληρά τόσο κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, κατά τον οποίο αναδείχθηκαν ως μορφές οι Γρηγόριος Βογέας, Δημήτριος Πέντσας, Αργύριος Παρασκευάς, Πέτρος Σίμος κ.ά.

Σκληρά δοκιμάσθηκαν οι Παγονερίτες και κατά τη διάρκεια των ετών 1912-1913, 1916-1918 και 1941-44 πληρώνοντας με βαρύ Φημα την προσήλωσή τους στον ελληνισμό και την Ορθοδοξία, δηλαδή με σφαγές, δημεύσεις περιουσιών, εξορίες, ομηρίες και βασανιστήρια από τους Βουλγάρους.

Όμως άντεξαν στις σκληρότατες δοκιμασίες χάρη στους τοπικούς ηγέτες τους και στους θρησκευτικούς ταγούς.

Δυστυχώς το ακμαίο αυτό μετερίζι του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας έχει αφυδατωθεί από τις νεανικές δυνάμεις και καθημερινά μεταβάλλεται σε κοινωνία υπερηλίκων.

Οι υφιστάμενες μικρές οικονομικές οάσεις, όπως η κτηνοτροφία και η παρουσία της Ταπητουργικής Σχολής, φοβούμεθα ότι δύσκολα θα αποτρέψουν τον μαρασμό του οικισμού.

Τα  Διονυσιακά δρώμενα του Δωδεκαημέρου.




Τα δρώμενα στο Παγονέρι τελούνταν κατά το τριήμερο 6-8 Ιανουαρίου.
Ξεκινούσαν το πρωί της ημέρας των Θεοφανείων, μετά το μεγάλο αγιασμό, και ολοκληρώνονταν στις 8 Ιανουαρίου με τη γιορτή της μαμής.

Ο όμιλος των δρώντων αποτελούνταν από τους αράπηδες, τη γύφτισσα, η οποία κρατούσε ομοίωμα μωρού κατασκευασμένο από ξύλο και το είχε τυλιγμένο με κουρέλια, τη νύφη, την οποία υποδυόταν άνδρας, και το γιατρό, που τον ονομάζανε «χατλή» (=atli = έφιππος, λ.τ.), γιατί ίππευε σε ξύλινο ομοίωμα αλόγου.

Οι αράπηδες έφεραν κεφαλοστολή, την οποία κατασκευάζανε από δέρματα προβάτου ή κατσίκας, με δύο τρύπες στην περιοχή των ματιών και μία του στόματος.
Στη μέση κρεμούσαν κουδούνια, τα οποία, κατά τις κινήσεις τους, παρήγαγαν έντονο και δαιμονιώδη ήχο.
Στο χέρι κρατούσαν ξύλινο ρόπαλο, το τοκμάκι, ενώ στα πόδια φορούσαν τσαρούχια κατασκευασμένα από δέρματα γουρουνιών.
Η γύφτισσα έβαφε το πρόσωπο της με καπνιά, ενώ η ενδυμασία της ήταν πολύχρωμη.
Η νύφη φορούσε άσπρο φόρεμα, ήταν προκλητικά βαμμένη και είχε ακάλυπτο το πρόσωπο της, ενώ φρόντιζε να έχει εικονικό στήθος.
Η στολή του γιατρού ήταν άσπρη, έφερε κεφαλοστολή από δέρμα χοίρου, ενώ στο χέρι κρατούσε ξύλινο ραβδί.
Είχε στον ώμο τσάντα από δέρμα ζώου, η οποία περιείχε τα ιατρικά σύνεργα.
Καλώδια για ακουστικά, ένα κομμάτι ξύλου για σύριγγα και φιαλίδια, τα οποία περιείχαν «φάρμακα».
Το πρωί της ημέρας των Θεοφανείων τα Μέλη του ομίλου των δρώντων συγκεντρώνονταν σε κάποιο σπίτι, όπου και μεταμφιέζονταν.
Αφού ολοκληρωνόταν η μεταμφίεση, μεταβαίνανε στην πλατεία, όπου συρρέανε οι κάτοικοι.
Εκεί κάτω από τους ήχους της γκάιντας και του ντααρέ χορεύανε τον τρανό χορό.

Νύφη και γύφτισσα ήταν υπό την επιτήρηση των αράπηδων, γιατί προμηνυόταν κίνδυνος αρπαγής του μωρού της γύφτισσας.
Ξαφνικά, και ενώ ο χορός καλά κρατούσε, κάποιος από το πλήθος προέβαινε στην αρπαγή του μωρού και χανόταν στα στενά.
Το κλάμα και το μοιρολόγι της γύφτισσας για την αρπαγή του παιδιού της «ράγιζε καρδιές».
Στην απεγνωσμένη έκκλησή της για βοήθεια προς ανεύρεση του παιδιού της, έσπευδαν οι αράπηδες πρόθυμα και επιδιδόταν στην καταδίωξη του απαγωγέα, τον οποίο τελικά συλλαμβάνανε.
Η ποινή που του επιβαλλόταν για την κολάσιμη πράξη του ήταν να καταβάλει κάποιο χρηματικό ποσό για ενίσχυση του εκκλησιαστικού ταμείου. Γι αυτό και η Εκκλησιαστική Επιτροπή είχε συμμετοχή στην επιλογή των Μελών του ομίλου των δρώντων.

Και ενώ το θέμα της απαγωγής είχε πάρει αίσιο τέλος, ξαφνικά ο κήρυκας ανακοίνωνε ότι την ώρα της καταδίωξης τραυματίστηκε σοβαρά ο απαγωγέας ή και κάποιος από τους διώκτες του, τους αράπηδες.
Ήταν πια η σειρά του γιατρού να επιτελέσει το λειτούργημά του.
Καλπάζοντας έφτανε στο σημείο του ατυχήματος, όπου και προσέφερε τις ιατρικές του υπηρεσίες στον τραυματία, ο οποίος, μετά τη θεραπεία του, προσέφερε εικονική αμοιβή στον εικονικό γιατρό.
Ικανοποίηση, επευφημίες, αλλά και παρατεταμένα γέλια επισφραγίζανε την επιτυχία του «γιατρού».
Γύρω στο μεσημέρι η δράση του ομίλου διακοπτόταν.
Κάποια από τις οικογένειες του χωριού τον καλούσε στο σπίτι της για γεύμα.
Η δράση επαναλαμβανόταν το απόγευμα και διαρκούσε μέχρι τη δύση του ηλίου.
Οι ίδιες εκδηλώσεις τελούνταν και την επομένη ημέρα.
Την 8η Ιανουαρίου είχε την τιμητική της η μαμή.
Αν λάβουμε υπ' όψη μας ότι η φροντίδα για την επίτοκο από την πλευρά της ιατρικής επιστήμης ήταν ανύπαρκτη κατά τους χρόνους εκείνους στην ελληνική ύπαιθρο, αντιλαμβανόμαστε με πόσο σεβασμό και εκτίμηση περιβάλλανε οι γυναίκες τη γριά εκείνη, που εμπειρικά τις ανακούφιζε από τις ωδίνες του τοκετού.
Γι αυτό και την ημέρα εκείνη προσέρχονταν στο σπίτι της και της προσφέρανε ως δώρο μια πετσέτα κι ένα σαπούνι. Της έπλυναν χέρια και της τα φιλούσαν, εκδηλώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο ευγνωμοσύνη και το σεβασμό τους.
Αλλά και η μαμή ανταπέδιδε την προσφορά με φρεσκοψημένη πίτα της, αλλά και με τα πειράγματά της, τα οποία σχετίζονταν με τη διαδικασία του τοκετού.

Ασφαλώς σήμερα η αποδιδόμενη τιμή στη μαμή είναι εντελως εικονική.
Απλούστατα αναβιώνεται μια εθιμική συμπεριφορά περισσότερο ως ψυχαγωγική έκφραση και καθόλου ως ουσιαστική και συνειδητή.
Η πρόοδος της ιατρικής επιστήμης και η κρατική κοινωνικότητα καταστήσανε την εμπειρία και την πρακτική απολιθώματα μιας μακρινής ζωής, που φιλοξενείται στις προθήκες τοιι νοερού μουσείου της παράδοσης.
Και ενώ δρώμενα λαϊκά αυτού του είδους εύλογα αποβάλανε τον πρακτικό τους χαρακτήρα, εξακολουθούν να διατηρούν τον ψυχαγωγικό τους, παρά την επινόηση της τεχνολογίας νέων και εντυπωσιακών μέσων της ψυχαγωγίας, η οποία μεταβάλλεται κατά τρόπο γοργό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: