Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Μακεδονική Παράδοση: Διονυσιακά Δρώμενα Δωδεκαημέρου στο ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ Δράμας

Από το βιβλίο του  Γ.Κ.Χατζόπουλου
" Η εμβρυακή Μορφή του Θεάτρου και η Λατρεία του Διόνυσου στη χώρα των Ηδώνων."
 
 ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ




Σύντομη ιστορία.

Με διάταγμα της 3-3-1924, Φ.Ε.Κ. Α', 49/1924 έγινε η αρχική αγνώριση της Κοινότητας Δρανόβου, η οποία μετονομάστηκε σε κοινότητα Μοναστηρακίου με το Διάταγμα της 1-4-1927, Φ.Ε.Κ. Α', '6/1927. Σήμερα ανήκει στοΔήμο Δράμας (ν. 2539/97).

Ο Στ. Μερτζίδης αναφερόμενος στον οικισμό γράφει :
"Αρκτικώς της Δράμας (όπισθεν αυτής) εις απόστασιν 3/4 της ώρας και εις τας υπώρειας του Δυσύρου (Βοζ δαγ) εντός φάραγγος υπάρχει μικρά τις κώμη «Τράνοβο και Δράνοβο» καλουμένη.
Αύτη είναι το αρχαίον «Τρανίψι ή Τρανίψας» ονομασθέν ούτως υπό τίνος λαού της Θράκης, όστις είχεν αποικίαν ενταύθα και τον οποίον ο Ξενοφών αναφέρει. Αναμφιβόλως υπήρχεν ενταύθα αποικία του λαού τούτου (400 π.Χ.), το δε Τράνοβον μετά τον Η' μ.Χ. αιώνα ήτον αρκετά ηυξημένον, επί δε των υψωμάτων αυτού πολλά υπήρχον εκκλησίδια και προς το πεδινόν μέρος, το προς την Δράμαν πλησιάζον, υπάρχουσιν, ως υποτίθεται, αρχαιότητες, όπου και νομίσματα, αρχαία και βυζαντινής εποχής, ευρίσκοντα».

Ο Γ. Παπουτσής αναφερόμενος στο τοπωνύμιο Μοναστηράκι» γράφει:

«Για την προέλευση της ονομασίας του χωριού μας πολλά έχουν ειπωθεί. Όμως δύο φαίνονται να είναι οι επικρατέστερες εκδοχές.
Λένε πολλοί ότι παλιότερα, αλλά ακόμη και σήμερα, υπήρχαν πάρα πολλά εκκλησάκια στη γύρω περιοχή, αλλά και μέσα στο χωριό, όπως της Ζωοδόχου Πηγής (η σπηλιά της Παναγίας), της Αγίας Παρασκευής, του Αγίου Αντωνίου, του Αγίου Αθανασίου, του Αγίου Ιημητρίου, των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, του Αγίου Βλασίου, του Προφήτη Ηλία κ.ά.

Έτσι λοιπόν από τα πολλά εκκλησάκια, τα μοναστηράκια, πήρε το όνομα Μοναστηράκι.

Οι περισσότεροι όμως από τους γέρους του χωρίο υποστηρίζουν ότι στη θέση της παλιάς εκκλησίας του Αγίου Γεωργίοι υπήρχε στην εποχή της Τουρκοκρατίας ένα μοναστήρι.
Ο Σουλτάνο όμως την εποχή της Άλωσης έδωσε διαταγή στους μπέηδες τη περιοχής να το καταστρέψουν.
Η διαταγή όχι μόνο δεν εκτελέστηκε, αλλά αντίθετα στην ίδια τοποθεσία δημιουργήθηκε ένας συνοικισμός.
Από αυτό λοιπόν το παλιό μοναστήρι ο συνοικισμός πήρε το όνομα «Μοναστηράκι».

Αξιόλογη είναι η συμμετοχή των κατοίκων στον Μακεδονικό Αγώνα.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας λειτουργούσαν στον οικισμ αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο με τη φροντίδα τω Μουχταροδημογερόντων.

Οι κάτοικοι ασχολούνται με την εξόρυξη μαρμάρων2\, τη κτηνοτροφία και τις οικοδομικές εργασίες κυρίως.

Τα  Διονυσιακά δρώμενα του Δωδεκαημέρου.




Οι μεταμφιέσεις στο Μοναστηράκι είναι γνωστές ως «τσέτα». Οι ρίζες τους χάνονται στην ομίχλη του χρόνου.
Το δρώμενο διατηρείται και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Τώρα πια έχει διπλό ρόλο.
Κοντά στον ευετηρικό και γονιμικό του χαρακτήρα προστίθεται και ο εθνικός.

Η τέλεσή του, έστω και μια φορά το χρόνο, συγκαλύπτει έντεχνα τις μυστικές συναντήσεις των κατοίκων, που αποσκοπούσαν στη απελευθέρωση του τόπου από τον τουρκικό ζυγό.

Με το πρόσχημα της τέλεσης του εθίμου και για να μην κινήσουν τις υποψίες το δυνάστη κατόρθωναν να συγκεντρώνονται στα διάφορα σπίτια για ν ανταλλάξουν απόψεις και για περαιτέρω δραστηριοποίηση.

Ο θίασος των δρώντων στο Μοναστηράκι φέρει την ονομασία «τσέτα».

Σ' αυτόν συμμετέχουν μόνον άνδρες που η ηλικία του κυμαίνεται μεταξύ 18-35 ετών.
Βέβαια δε λείπει και η συμμετοχή ατόμων μικρότερης ηλικίας, που σκοπό έχει την εκμάθηση της όλη διαδικασίας, ώστε να συνεχιστεί στο μέλλον η παράσταση το δρωμένου, χωρίς παρέκκλιση από το καθιερωμένο τυπικό. Αισθητή είναι και η παρουσία των υπερηλίκων με σκοπό τη διδασκαλία για τη άψογη προετοιμασία και την προσφορά εθελούσιας υπηρεσίας για έν έργο, που απαιτεί γνώσεις, υπομονή και πάνω απ' όλα σεβασμό στη παράδοση.

Ο θίασος σύγκειται από τέσσερις υποθιάσους, που είναι ο «αράπης» , οι «γκελίγκες», ή «γκιλίγκες», τα «παππούδικα» και οι Εύζωνοι».

Η προετοιμασία ξεκινά από την παραμονή των Φώτων.

Παλιότερα η οργάνωση των δρωμένων ήταν έργο των υπερηλίκων. Λπό το 1977 όμως παριστάνονται από το δραστήριο Μορφωτικό και Πολιτιστικό Σύλλογο του Μοναστηρακίου.

Στο σημείο αυτό θεωρούμε πολύ χρήσιμο να παραθέσουμε την περιγραφή της σκευής που έκανε το 1992 στηΔίμηνη Εφημερίδα του Μορφωτικού και Πολιτιστικού Συλλόγου Μοναστηρακίου Δράμας Πολιτιστική Φωνή, το Μοναστηράκι», ο αγαπητός μου μαθητής Γιάννης Παπουτσής, που εδώ και χρόνια ασχολείται με ιδιαίτερη ευαισθησία με τον τοπικό πολιτισμό :

«Ώρα 6 π.μ., ανήμερα των Φώτων και οι συγχωριανοί άρχισαν να καταφθάνουν στα Γοαφεία του Συλλόγου, άλλοι για να φορέσουν τις στολές κι άλλοι να βοηθήσουν στο ντύσιμο.
Τα «καρναβάλια» φορούν τις μαύρες φλοκωτές κάπες που καλύπτουν όλο το σώμα και τις μαύρες ή άσπρες κωνικές μάσκες φτιαγμένες από γιδοπροβιές, που κρύβουν το πρόσωπο.
Στη συνέχεια κρεμούν γύρω από τη μέση τα μεγάλα κουδούνια.
Στα χέρια κρατούν τα ξύλινα σπαθιά.
Οι «παππούδες» φορούν τις παλιές γιορτινές ανδρικές τοπικές αγροτικές φορεσιές, δηλαδή μαύρη βράκα, άσπρο πουκάμισο, μαύρο υφασμάτινο ζωνάρι, τυλιγμένο στη μέση, που στο πάνω του μέρος διακρίνονται οι πούλιες μιας τσέβρας, μαύρο γιλέκο, μαύρο κοντό σακκάκι, μαύρες μακριές μέχρι το γόνατο πλεκτές κάλτσες και μαύρη τραγιάσκα στο κεφάλι. Στο χέρι κρατούν γκλίτσα ή κορδόνι .
Οι «γκιλίγκες», νεαρά αγόρια, ντύνονται με παραδοσιακές /υναικείες φορεσιές. Φορούν την άσπρη βράκα από πλάτνο, βαμβακερό υφαντό. Από πάνω περνούν το μακρύ άσπρο πουκάμισο, που στον ποδόγυρο του, που φτάνει στο γόνατο, διακρίνονται πολύχρωμα κεντίδια.
Πάνω από το πουκάμισο φορούν «αντερία», που είναι πιο κοντή απ'αυτό και με μανίκια και είναι φτιαγμένη από ύφασμα καππονέ με χασέ, σκούρο πράσινο ή ανοικτό κόκκινο, στις εξωτερικές επιφάνειες και ενισχυμένο ενδιάμεσα με βαμβάκι.
Το «κλασνίκι», το ξεμανίκωτο πανωφόρι, που φτάνει λίγο πάνω από την αντερία, είναι φτιαγμένο από χοντρή μαύρη τσόχα, κεντημένη γύρω γύρω στις άκρες της με γαϊτάνι.

Η πολύχρωμη με τα μεγάλα καρώ υφαντή μάλλινη ποδιά, αποτελεί μια χαρούμενη, γεμάτη ζωντάνια πινελιά σ' όλο το «ταμπλώ» της φορεσιάς. Στη μέση δένεται, με τη βοήθεια σκαλιστής χειροποίητης πόρπης, ζώνη τσόχινη που όμως είναι όλη κεντημένη με θαυμάσιο τρόπο, με μικρές πολύχρωμες χάντρες που σχηματίζουν λουλουδάκια. Οι πλεκτές άσπρες μάλλινες κάλτσες φτάνουν μέχρι το γόνατο και στο πάνω μέρος τους έχουν χρωματιστά λουλούδια.


Οι «γκιλίγκες» βάζουν στο κεφάλι χρωματιστή λουλουδάτη μαντήλα, την «τσερβέτα», που στις άκρες της έχει χρυσές ή ασημένιες πούλιες. Στο χέρι κρατούν άλλη μια τσερβέτα.

Τέλος οι τσολιάδες με τις πολύχρωμες τσέρβες τους και τη μαύρη μαντήλα  με τα κρόσσια είναι έτοιμοι να ενταχθούν εν πλήρει εξοπλισμώ στην τσέτα .

Αναφερόμενος ειδικά στον «τσολιά» σε άλλο φύλλο της ίδιας εφημερίδας  ο Γιάννης Παπουτσής γράφει :

«Οι τσολιάδες είναι ένα στοιχείο, το οποίο προστέθηκε σχετικά πρόσφατα σε σχέση με τη μακρόχρονη ιστορία του εθίμου. Είναι όμως εκείνο το στοιχείο που επισφραγίζει την ελληνική φυσιογνωμία, την ελληνική ταυτότητα του εθίμου, είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην αρχαία ελληνική παράδοση και τη νεώτερη».


Οι τσολιάδες ήταν εκείνοι που στα δύσκολα χρόνια της βίας, της καταπίεσης, της υποδούλωσης στους ξένους κατακτητές υπενθύμιζαν όχι μόνο στους Έλληνες, αλλά κύρια στους Τούρκους και στους Βουλγάρους ότι το Ελληνικό έθνος ζει, ότι η ψυχή των Ελλήνων παραμένει αδούλωτη.
Ήταν εκείνοι που με την παρουσία τους αναζωπύρωναν την εθνική συνείδηση και εμψύχωναν τους σκλαβωμένους Έλληνες.


Οι τσολιάδες χωριανοί, που φορούσαν τη στολή, έπρεπε να είναι νέοι, ψηλοί, ωραίοι, με λίγα λόγια λεβέντες και προπάντων χορευτές αντοχής, μια και χόρευαν διαρκώς, όχι μόνο στο χορό της πλατείας, αλλά και καθώς τριγύριζαν όλο το χωριό μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της «τσέτας».

Έπρεπε επίσης να είναι έξυπνοι, εύστροφοι μια και στόχος τους -ταν μέσα από το γλέντι, μέσα απ' τις ευχές, τα έξυπνα αστεία, τα πειράγματα, να ενισχύουν την εθνική συνείδηση των συμπατριωτών τους... Μάλιστα εκείνον τον τσολιά, που φορούσε τις περισσότερες τσέβρες , τον ονόμαζαν «πεφήφανο» κι έτσι ο συναγωνισμός στο ποιος να φοράει τις περισσότερες ήταν «μεγάλος».

Οι αράπηδες πέρα από τα κουδούνια με τα οποία είναι Ζωσμένοι, κρατούν στο χέρι τους από ένα ξύλινο σπαθί, που λέγεται    κιλίτσ' (λ.τ. kilic) και το κραδαίνουν βγάζοντας κραυγές. Ο τσολιάς ως Εκονικό όπλο κρατεί στο χέρι του ένα κορδόνι , το οποίο κατασκευάζεται από άσπρες, μπλε, χρυσές, κόκκινες και πράσινες μικρές χάντρες. Το μήκος του φτάνει τα 70 περίπου εκατοστά. Στη μια ζκρη του σχηματίζεται θηλειά, η οποία περνά στο δεξί χέρι .

Παλιότερα  η τσέτα ξεκινούσε τη δράση της από τα χαράματα. Ολα τα μέλη του θιάσου ξεκινούσαν από το χώρο της προετοιμασίας τους, ενώ σήμερα ξεκινούν από τα Γραφεία του Συλλόγου.

Από τους θορυβώδεις ήχους των κουδουνιών (μπατάλια και τσιάνουβε) και τις άναρθρες κραυγές που έβγαζαν, ξυπνούσαν οι κάτοικοι του χωριού. Γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και εύχονταν στους νοικοκύρηδες.
Ως σύνθημά τους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας είχαν τη συμβολική ευχή «Χρόνια Πολλά».
Στο σπίτι που θα ακουγόταν η ευχή αυτή θα αποτελούσε τον τόπο της συγκεντρώσεως τη νύχτα για συζητήσεις σχετικές με την κατάσταση.

Το μεσημέρι συγκεντρώνονταν στην πλατεία του χωριού και επιδίδονταν σε χορούς, όπως η τσέσκα, η ράμνα ή χασαπιά, η παϊτούσκα και τα συρτά, με τη συνοδεία της μακεδονικής λύρας και του ντααρέ.

Καθώς κατευθύνονταν προς την πλατεία του χωριού κυνηγούσαν με ουρλιαχτά όσους συναντούσαν μπροστά τους.

Στους χορούς έπαιρναν μέρος και οι θεατές. Μάλιστα, αν κάποιος επιθυμούσε να σύρει το χορό, τότε μια από τις γκελίγκες του έβαζε στον ώμο τη μαντήλα της και τότε εκείνος υποχρεωνόταν να τη φιλοδωρήσει.

Ο χορός διαρκούσε μέχρι που να νυχτώσει για τα καλά. Εκτός από το χορό, στην πλατεία γίνονταν και αυτοσχέδιες παραστάσεις, όπως εικονικός γάμος ή πόλεμος. Κατά την παράσταση του εικονικού γάμου μερικοί τσέτες επιχειρούσαν να κλέψουν μια από τις γκελίγκες.
Κατά την παράσταση του εικονικού πολέμου συμπλέκονταν μεταξύ τους δυο ή τρεις τσέτες χρησιμοποιώντας τα «κιλίτσια». Για την αποκατάσταση της τάξεως αρμόδιος ήταν ο αράπης που απειλούσε τους ταραχοποιούς με το μεγάλο ξύλινο ξίφος του και με το σακκούλι, που ήταν γεμάτο στάχτη καθώς και με τον τρόμο που προκαλούσε ο ήχος των μεγάλων κουδουνιών που είχε κρεμάσει στη μέση του.

Ας δούμε όμως τώρα πως περιγράφει την παράσταση του δρωμένου ο Γ. Παπουτσής:

«Ώρα 7 π.μ. η «τσέτα» μ' όλα της τα Μέλη σε απαρτία και συνοδευόμενη από τους οργανοπαίκτες ξεκινά από τα Γραφεία του Συλλόγου, προκειμένου να επισκεφθεί όλα τα σπίτια του χωριού. Ένα ενα τα σπίτια του χωριού ζωντανεύουν με τον ερχομό της τσέτας. Τραγούδια, ευχές, πειράγματα, κεράσματα και το γλέντι δεν αργεί να στηθεί.


Μέχρι το μεσημέρι η τσέτα έχει μεταφέρει τη γιορτινή ατμόσφαιρα σ' όλο το χωριό.

Ώρα 3 μ.μ. ο κόσμος έχει ήδη συγκεντρωθεί στην πλατεία και περιμένει την τσέτα και τους οργανοπαίκτες για να ξεκινήσει ο χορός της «πλατείας». Με τα δύο «όπλα», τα ξύλινα σπαθιά και τις σακκούλες με τη στάχτη πραγματοποιούν την είσοδο στην πλατεία.

Ακολουθούν οι τσολιάδες χορεύοντας επιβλητικά. Κυρίαρχη στην πλατεία η τσέτα, η οποία δεν επιτρέπει σε κανένα να καταλάβει το κέντρο της πλατείας. Σε λίγο ο χορός στήνεται με μπροστάρηδες τους ηλικιωμένους κατοίκους του χωριού.

Ο κύκλος του χορού είναι μόνο ένας.

Δεν επιτρέπεται δεύτερος.


Ακολουθούν οι νεώτεροι άνδρες, μετά οι ηλικιωμένες γυναίκες και τέλος οι νεώτερες. Το κέντρο του κύκλου ήταν στην απόλυτη δικαιοδοσία των «Καρναβαλιών», που έδειχναν ανοχή στην αρκούδα και στον αρκουδιάρη καθώς και στην καμήλα να πατήσει τον άβατο χώρο τους και να σκορπίσουν την ευθυμία στους πολυπληθείς παρευρισκομένους ντόπιους και ξένους».

Και μια και ο Λόγος για το χορό θεωρούμε απαραίτητο να παραθέσουμε ένα από τα τραγούδια του Μοναστηρακίου, και συγκεκριμένα αυτό που συνοδεύει τα βήματα του χορού της παϊτούσκας .


Κάτω στο ρόιδο στο ροϊδονήσι
Τούρκος κατέβηκε να κυνηγήσει.
Δεν κυνηγούσε λαγούς κι ελάφια
μόν' κυνηγούσε δυο μαύρα μάτια (δις).
-    Μαύρα μου μάτια, κόκκινα χείλη,
έβγα μικρούλα μου στο παραθύρι,
να δεις τον ήλιο και το φεγγάρι
να δεις τον άνδρα που θα σε πάρει (δις).
-    Δεν τονε θέλω, δεν τονε παίρνω,
πέρδικα γίνομαι στα όρη φεύγω (δις).
-    Πάρ' τονε, κόρη μ', τον Τούρκο γι' άνδρα,
θα σε φορέσει φλουριά σαράντα (ή και χάντρα) (δις).
-    Πάρ'τονε, κόρη μ', έχει βαπόρι,
θα ταξιδεύεις βουνά και όρη (δις).
-    Παρ'τονε, κόρη μ', έχει καΐκι,
θα ταξιδεύεις στη Σαλονίκη (δις).


Θα κλείσουμε την αναφορά μας στα δρώμενα του Μοναστηρακίου με την παράθεση δυο παραδόσεων, με τις οποίες οι Μοναστηρακιώτες δικαιολογούν την παρουσία των κουδουνιών στα δρώμενά τους :

«Το ίδιο, διηγούνται, έκανε και ο Μ. Αλέξανδρος, όταν πήγε στην Ασία.
Επειδή δεν μπορούσε να την καταλάβει αμέσως, χρησιμοποίησε στη μάχη κουδούνια».


Σύμφωνα με την άλλη παράδοση «τα κουδούνια είχαν έρθει στο χωριό σε ανάμνηση μιας μάχης που έκαμε ο Μ. Αλέξανδρος για να διαλύσει τους ελέφαντες (εν. του Δαρείου).
Βάλανε οι στρατιώτες του πολλά κουδούνια και μαύρα δέρματα, βάφτηκαν, και οι ελέφαντες τρόμαξαν και έφυγαν πίσω.
Έτσι οι Μακεδόνες στρατιώτες του Μ. Αλεξάνδρου κέρδισαν τη μάχη.
Για να θυμόμαστε εκείνο το περιστατικό κάνουμε τους αράπηδες».


Παρόμοια περίπου είναι και μια άλλη παράδοση μακεδονική συνδέει το Μ. Αλέξανδρο με τη χρήση των κουδουνιών.
Σύμφωνα μ' αυτήν ο Μ. Αλέξανδρος, διηγούνται, είχε την έμπνευση να εξοπλίσει τους στρατιώτες του σε κάποια μάχη, που ο αντίπαλός του πολεμούσε πάνω σε ελέφαντες. Ο δυνατός και συνεχής ήχος των κουδουνιών τρόμαξε τόσο τους ελέφαντες, ώστε τράπηκαν σε άτακτη φυγή ρίχνόντας κάτω τους αναβάτες τους.

Έτσι κέρδισε τη μάχη ο Μ. Αλέξανδρος.
Και για να θυμόμαστε αυτό του το τέχνασμα, που του έδωσε τη νίκη χρησιμοποιούμε τα κουδούνια στις διάφορες εκδηλώσεις μας .


Βέβαια κανείς από τους ιστορικούς, οι οποίοι ασχολήθηκαν με την εκπολιτιστική εκστρατεία του Μακεδόνα στρατηλάτη στην Ασία δεν αναφέρει κάτι τέτοιο. Ο Διόδωρος όμως ο Σικελιώτης γράφει  ότι οι πεζοί του Αλεξάνδρου κτυπούσαν με δύναμη τις σάρισές τους επάνω
στις ασπίδες, ώστε να τρομάξουν από τον παραγόμενο κρότο  οι ίπποι των αρμάτων, με αποτέλεσμα ορισμένοι από αυτούς να γυρίζουν πίσω και  να πέφτουν στην περσική παράταξη. Και αυτά συμβαίνουν στη μάχη των Γαυγαμήλων. Και ο Αρριανός περιγράφοντας την ίδια μάχη γράφει:

«Επανιών (ο Αλέξανδρος) κατά το διέχον και ώσπερ έμβολον ποιήσας της τε ίππου της εταιρικής και της φάλαγγος της ταύτη ταγμένης ήγε δρόμω και αλαλαγμώ ως επί αυτόν τονΔαρείον».

Είναι εύλογο να συνδέουν οι κάτοικοι της Μακεδονίας πτυχές των δρωμένων τους με τη στρατιωτική εκείνη μορφή, που έμεινε κορυφαία στην ανθρώπινη ιστορία για το απελευθερωτικό και εκπολιτιστικό της έργο, τη στιγμή που δοκιμάστηκαν σκληρά από ανηλεείς κατακτητές, όπως τους Σλάβους, τους Τούρκους και τους Βουλγάρους.

Η απεγνωσμένη προσπάθειά τους για να γευθούν το νέκταρ της ελευθερίας τους οδηγούσε στη σκέψη να εναποθέτουν την ελπίδα τους για την πραγματοποίηση του διακαούς αυτού πόθου νοερά στη μεγάλη μορφή του Μακεδόνα στρατηλάτη.
Είναι, θα λέγαμε, κάτι σαν την παράδοση για το μαρμαρωμένο βασιλιά, που έτρεφε για αιώνες γενιές Ελλήνων.

Αυτός ίσως ο ήχος που έβγαινε από το δυνατό χτύπημα της σάρισας επάνω στην ασπίδα και που τον ενίσχυαν οι κραυγές των πολεμιστών με την αποτελεσματικότητά του τη θετική να διατηρήθηκε ζωντανός στη μνήμη του λαού μας και να ταυτίστηκε με τον ήχο των κουδουνιών και τις άναρθρες κραυγές των μεταμφιεσμένων, που αποβλέπουν στην εκδίωξη των πονηρών πνευμάτων ή και στην καταπτόησή τους, ώστε να παύσουν να ενοχλούν τους ανθρώπους για να παρεμποδίσουν τη βλάστηση της γης, μοναδική ελπίδα των ανθρώπων του λαού για την επιβίωσή τους, όπως διαφαίνεται απ' όσα αρθρώνει γερόντισσα από το Μοναστηράκι :

«Τα κουδούνια και ο στάχτες του αράπη διώχνουν το κακό».

Νομίζουμε ότι δε θα ήταν παρακινδυνευμένο, αν τονίζαμε ότι η παρουσία των κουδουνιών και οι κραυγές των αράπηδων του Μοναστηρακίου στην παράσταση των δρωμένων συνδέονται άρρηκτα με τα επίθετα, τα οποία προσδόθηκαν στο θεό του οίνου, της αμπέλου και της ευθυμίας, δηλαδή στα «Εριβόας» και «Βρόμιος».

Δεν υπάρχουν σχόλια: