Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑΣ: ΑΡΧΗΓΟΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ



1821: Η Ελληνική Επανάσταση στη Χαλκιδική 

του Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου
"ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑΣ"
ΑΡΧΗΓΟΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΚΕΤΩΝ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΤΟΥ ΑΙΜΟΥ





1.  ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑ

Την προσωπικότητα του Έμμ. Παπά έξεικονίζω εδώ με βάση κυρίως τα στοιχεία του οικογενειακού του άρχείου. 
Aπό τα έγγραφά του θα ξεχωρίσω πρώτα όσα άναφέρονται στή λιγότερο γνωστή προεπαναστατική δράση του. το πιο παλιό έγγραφο της συλλογής της ΙΕΕ είναι ένα μονόφυλλο, γεμάτο ορθογραφικά λάθη, με ημερομηνία 1 Μαίου 1793 , στο όποιο ο Έμμ. Παπάς καταγράφει, όπως συνήθιζαν τότε πολλοί 'Έλληνες, τα ονόματα τών 11 παιδιών του κατά σειρά γεννήσεως:  

1) Άθανασάκης, 25 Αύγούστου 1794 
2) Άναστασάκης, 13 ’Ιουνίου 1796 
3) Γιαννάκης, 29 Σεπτεμβρίου 1798  
4) Νερατζή, 13 ’Απριλίου 1801 
5) Νικολάκης, 7 Μαρτίου 1803 
6) Μιχαήλος, 24 Μαί ου 1805 
7) Γιώργης, 25 Αύγούστου 1807 
8) Ελένη, 19 Μαί ου 1809 
9) ’Αλέξανδρος, 23 ’Οκτωβρίου 1811 
10) Εύφροσύνη, 23 ’Οκτωβρίου 1813 
11) Κωστάκης, 26 Αύγούστου 1816 . 

’Έτσι λοιπόν ο Έμμ. Παπάς μέσα σε 22 χρόνια γίνεται ο αρχηγός μιας πολυμελούς, μιας πατριαρχικής οικογένειας, πού άποτελεί ται από 8 άγόρια και 3 κορίτσια.
Σχεδόν σε κάθε 2 χρόνια αναλογεί  και ενα παιδί.

’Ανάμεσα στα πρώτα έγγραφα βρίσκεται και ενα πωλητήριο ενός μπακάλικου της Δοβίστας στα 1800 από δύο άδελφούς, τον Χατζή Στέργιο και Άναστάση, Θεσσαλούς από την περιοχή Καλαμπάκας, στον Γιωργάκη Οικονόμου.

Τι σημαίνει το έγγραφο αυτό; 

Νομίζω ότι  ο φερόμενος ως άγοραστής Γιωργάκης Οικονόμου πρέπει να είναι άδελφός τού ’Εμμανουήλ, γιατί το επώνυμο Οικονόμου δηλώνει το εκκλησιαστικό άξίωμα τού ιερέα πατέρα τους, τού Παπα.

Το έγγραφο άκόμη μάς βεβαιώνει για εγκατάσταση Ελλήνων από τή Θεσσαλία στήν περιοχή Σερρών, οί όποιοι έχουν καταφύγει εκεί, για να άποφύγουν, όπως πολλοί άλλοι, τις καταπιέσεις και την τρομοκρατία τού Άλή Πασά τών Ίωαννίνων.

'Η πιθανότητα της ύποθέσεώς μου αύτής ένισχύεται και από την καταγωγή το  παραπάνω μνημονευόμενου ’Ιωάννη Θεοδώρου Θεοδωρίδη από την Τσαρίτσανη.

Ό Έμμ. Παπάς (1772-1821) ξεκίνησε από τή Δοβίστα με πολύ λίγες γραμματικές γνώσεις, όπως φαίνεται από τις ιδιόχειρες σημειώσεις του, δηλαδή τις χρονολογίες του γάμου και της γεννήσεως των παιδιών του, καθώς και με λίγα χρηματικά μέσα, όπως όλοι γενικά οί 'Έλληνες της έποχής ίσως η πρώτη αρχή να ήταν το μπακάλικο της Δοβίστας πού είχε άγοράσει ο άδελφός του Γιωργάκης Οικονόμου.

Εύφυής όμως και τολμηρός δεν άργησε άρχίζοντας από μικρέμπορος να έξελιχθεί  σε μεγαλέμπορο τών Σερρών, με καταστήματα στήν Κωνσταντινούπολη και στή Βιέννη,
 ν΄ άποκτήσει σημαντική περιουσία, κινητή και άκίνητη, έπάνω από 300.000 τάλιρα,
 να γίνει δανειστής τών Τούρκων άγάδων και μπέηδων της περιοχής,
να συνάψει στενές σχέσεις μαζί τους και να τους επηρεάζει πολύ, προπάντων τον πανίσχυρο τοπάρχη Ισμαήλ μπέη, πού ήταν στη Μακεδονία ο άντίποδας του ’Αλή πασά της ’Ηπείρου.

Με τή θερμή υποστήριξη και προστασία τού Παπά πολλά ώφελήθηκε η ελληνική κοινότητα τών Σερρών.
 Μετά τον θάνατο όμως τού ’Ισμαήλ (1814), ο σπάταλος και άσωτος γιος του, άλλά γενναίος πολεμιστής, Γιουσούφ μπέης δημιούργησε τόσο μεγάλα χρέη, 40.000 μαχμουτιέδες (ενα περίπου έκατομμύριο χρυσές δραχμές), ώστε ήταν άδύνατο να τα ξεπληρώσει.

Ο Πέννας, έχοντας προφανώς ύπόψη του τή μονογραφία τού Εύαγγ. Στράτη, Έμμ. Παπάς, πού δεν μπόρεσα να βρώ και να χρησιμοποιήσω, γράφει ότι  εκείνος πού τον άπείλησε ήταν ο Κιαζίμ μπέης τών Σερρών, άλλ’ αύτό δεν είναι άκριβές, άφού στο «άφιερωτικόν» τού Έμμ. Παπά πρός τον μητροπολίτη Σερρών Χρύσανθο, όταν μυεί ται στή Φιλική Εταιρεία, μνημονεύεται ρητά ώς διώκτης του ο "αισχροκερδής διοικητής".

Έκεί  άναφέρεται άκόμη ότι  όταν ο Παπάς ζήτησε με επιμονή να τού εξοφλήσει μέρος τουλάχιστο τού δανείου, ο Γιουσούφ τού έδωσε μόνο το μισό τού χρέους και τον άπείλησε ότι  θα τον σκοτώσει.
Τότε ο Παπάς άναγκάστηκε, τον ’Οκτώβριο τού 1817, να φύγει κρυφά στήν Κωνσταντινούπολη, όπως άφηγεί ται στον Χρύσανθο, τον όποιο παρακαλεί  να προστατεύει την οίκογένειά του, κατά την διάρκεια τής απουσίας του, από τις επιβουλές τού Γιουσούφ, ο όποιος είχε βάλει άνθρώπους να τού κάψουν το σπίτι.

Εννοεί λοιπόν κανείς εύκολα το μίσος πού έτρεφε ο Εμμανουήλ Παπάς εναντίον τού τυράννου. Φοβάται όμως ο Παπάς να μεταφέρει την οίκογένειά του στήν Πόλη, μήπως ο Γιουσούφ, κατά την μεταφορά της, βάλει άνθρώπους και σκοτώσουν τα παιδιά του.

Λυπάται επίσης πού άφησε τούς συμπολίτες του χωρίς την προστασία του «καί ο αισχροκερδής διοικητής τώρα θέλει εύρει τον καιρόν να τους τυραννή και να τους γυμνώνη, έπειδή μόνη η νουθεσία και η σκέψις μου έμπόδιζε τάς σκευωρίας και ένεδρεύματά του».

 Στήν Κωνσταντινούπολη γνωρίζεται και συνδέεται με τον φιλικό Κωνστ. Παπαδάτο, ο όποιος του κάνει τις προκαταρκτικές κρούσεις για ένδεχόμενη μύησή του στή Φιλική Εταιρεία, στις όποιες άνταποκρίνεται με ένθουσιασμό ο Σερραίος πατριώτης.

 Έκεί, υστέρα από δύο χρόνια, στις 21 Δεκεμβρίου 1819, σε ήλικία 47 χρόνων, μυεί ται σ’ αύτήν και με το «άφιερωτικόν» του πρός τον έπίσκοπο Σερρών Χρύσανθο υπόσχεται να καταθέσει στο ταμείο της 1.000 γρόσια «ως προοφειλομένην συνδρομήν βοηθητικήν» για «τήν δημιουργουμένην και μάλλον ήδη ένεργουμένην Σχολήν της πατρίδος» (όπως συνήθως γινόταν λόγος στα σχετικά έγγραφα της Φιλικής Εταιρείας), η όποια σχολή λίγες γραμμές παρακάτω άναφέρεται χαρακτηριστικά ως «Σχολή του Πανελληνίου».

Ο Παπάς υπόσχεται στο τέλος ότι , όταν βεβαιωθεί ότι  η σχολή προκόβει, θα συνεισφέρει και άλλα, «τό κατά δύναμιν δλην ... πρός καταρτισμόν και βελτίωσιν αύτής».

Η μύηση του Έμμ. Παπά σημειώνεται με τον εξής άριθμό και χαρακτηριστικά:

«Εμμανουήλ Παπάς, Σέρραλης. Χρόνων 47. Δια Κωνσταντίνου Παπαδάτου. 1819 Δεκεμβρίου 21, Κωνσταντινούπολή. Τώ Άγίω Σερρών Χρυσάνθω εις Σέρρας Γρ. 1.000».

Στήν Κωνσταντινούπολη κατορθώνει ο Παπάς να είσπράξει το χρέος του Γιουσούφ μέσω της Πύλης και είναι πολύ πιθανόν ότι  μαζί με τον Κ. Κουμπάρη και τον Γ. Σταματά προχώρησε πολύ στή μύηση και άλλων μελών στήν Κωνσταντινούπολη και στήν είσπραξη τών άντίστοιχων ποσών, με τα οποία έσκόπευε ο Υψηλάντης να οργανώσει «Κάσα» για τή χρηματοδότηση του Αγώνα.

Τον Εμμανουήλ Παπά, άπομακρυσμένο από τις Σέρρες, τον άντικαθιστά στις έργασίες του ο μεγαλύτερος γιος του, ο ’Αθανάσιος, ο όποιος στις 12 Δεκεμβρίου 1820, δηλαδή σε ήλικία 26 έτών, δανείζει άτοκα στους κατοίκους τού πατρικού χωρίου Δοβίστα το μεγάλο ποσό τών 9.843 γρ. και 14 παράδων με τον δρο να του τα ξεπληρώσουν υστερ’ από 4 περίπου μήνες, δηλαδή την ήμέρα του Άγ. Γεωργίου, όπως συνήθιζαν τότε.

 Μετά την έκπνοή της προθεσμίας αύτής θα πλήρωναν 20% τόκο τον χρόνο .

Οί Δοβιστινοί δανείστηκαν τα χρήματα αύτά για ορισμένες άνάγκες του χωρίου, οί όποιες όμως δεν κατονομάζονται.

’Ίσως με τα χρήματα αύτά σκόπευαν να έξοφλήσουν κοινοτικά χρέη, δηλαδή τα λεγόμενα μπόρτζία.
 Πάντως έντύπωση κάνει το γεγονός ότι  για το διάστημα τών 4 μηνών το ποσό το δίνει ο ’Αθανάσιος άτοκα και ότι  μόνο μετά την 23 ’Απριλίου του 1821, αν οί Δοβιστινοί ήταν άσυνεπείς, θα πλήρωναν 20% τόκο, ο όποιος με τα μέτρα της εποχής έκείνης, κατά την όποια οργίαζε η τοκογλυφία, θεωρείται μάλλον χαμηλός.

Έτσι ίσως μπορεί  να εξηγηθεί και η άγάπη και εκτίμηση τών Δοβιστινών πρός τον Έμμ. Παπά και την οίκογένειά του. 

Φαίνεται ότι  τα χρήματα αύτά δεν τα πήρε πίσω ο ’Αθανάσιος, γιατί από τα μέσα Μαρτίου 1821 άρχισαν οί πράξεις άνταρσίας στήν Πελοπόννησο.

Έπειτα πώς να εξηγηθεί ότι  το έγγραφο του δανεισμού έμεινε στα χέρια της οικογένειας Παπά;

Ό Έμμ. Παπάς είχε μέτριο άνάστημα. το πρόσωπό του, στηριγμένο σ’ ενα μακρύ λαιμό, ήταν πράο, άλλά γεμάτο ζωή και δραστηριότητα.
 Ήταν λιγόλογος, μιλούσε με μειλιχιότητα και πρόφερε τις λέξεις άργά και καθαρά.
’Έπαιρνε τον λόγο πάντοτε τελευταίος και επιβαλλόταν με τή λογική διατύπωση τών γνωμών του.

Ο ζήλος του για την άπελευθέρωση της Ελλάδας ήταν μεγάλος και η φιλοτιμία του άπέραντη.
Το Λάβαρο των Μακεδονικών δυνάμεων

 της Ελληνικής Επανάστασης του 1821,
 που υψώθηκε στη μάχη της Ρεντίνας, στις 17 Ιουνίου1821, 
στη Μακεδονία υπό την αρχηγία του Αρχιστράτηγου Εμμανουήλ Παπά. 
Φυλάσσεται στην Ι. Μ. Εσφιγμένου στο Άγιον Όρος



2. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ

Ό Παπάς, ένεργώντας σύμφωνα με την εντολή τού ’Αλεξ. Υψηλάντη να προετοιμάσει το έδαφος και να ξεσηκώσει τους κατοίκους της Μακεδονίας σε επανάσταση, άγοράζει στήν Κωνσταντινούπολη με τα χρήματα τού χρέους τού Γιουσούφ, με τους 20.000 μαχμουτιέδες, δηλαδή με τις 500.000 άργυρές δρχ., όπλα και πολεμοφόδια και στις 23 Μαρτίου τού 1821, αφού τα φόρτωσε στο καράβι τού Αίνίτη Χατζή Βισβίζη, με πλοίαρχο τον καπετάν Νικ. Λυκιαρδόπουλο  άναχώρησε για τον 'Άγιον ’Όρος, συνοδευόμενος από τον υπασπιστή του Ιωάννη Χατζή Πέτρου και τον γραμματικό του Δημ. Οικονόμου.

Τό Αγιον ’Όρος θεωρούνταν — κακώς βέβαια— ως το καταλληλότερο ορμητήριο για την εξέγερση της Μακεδονίας, όχι μόνο γιατί η χερσόνησος είναι φυσικά οχυρή, άλλ’ άκόμη γιατί οί 3.000 περίπου άνδρες, πού μόναζαν στά 20 μοναστήρια και στα 300 περίπου κελιά, σκήτες, καθίσματα και ήσυχαστήρια, θα μπορούσαν ν’ άποτελέσουν αξιόλογη στρατιά. το έδαφος παρουσιαζόταν ώριμο για την έξέγερση, γιατί δυο χρόνια τώρα οί μοναχοί είχαν υποφέρει πολλά από τις αύθαιρεσίες και άργυρολογίες του Τούρκου διοικητή.

’Έπειτα ορισμένοι φαίνεται ότι  είχαν μυηθεί  στή Φιλική Εταιρεία.
Στήν πραγματικότητα όμως ουτε η κατάλληλη προετοιμασία είχε γίνει ουτε και οί έπαναστατικές ιδέες συμβιβάζονταν με τον ιδεολογικό κόσμο τών μοναχών και με το άγιορειτικό καθεστώς.

Έπειτα η οικονομική κατάσταση τών περισσότερων μονών είχε άρχίσει να χειροτερεύει από τις άρχές του 19ου αί., ιδίως από το 1810, ενώ από το άλλο μέρος οί εριδές τους για κτηματικές διαφορές τις έφερναν σε συνεχείς προστριβές μεταξύ τους με άποτέλεσμα να χαλαρώνεται η συνοχή της μελών της κοινοτικής πολιτείας.

Ό Παπάς άποβιβάζεται στή μονή Έσφιγμένου, της όποίας ο ήγούμενος ήταν φιλικός.

 Άπ’ έκεί  δίνει το εναυσμα για την επανάσταση στή Μακεδονία και αίσιοδοξώντας για την έκβαση του άγώνα γράφει στις 7 Μαίου στήν κοινότητα της 'Ύδρας να στείλουν μοίρα στόλου, για να προσβάλουν τή Θεσσαλονίκη από ξηρά και θάλασσα.

Πρώτα ξεσηκώνονται τα χωριά της Κασσάνδρας και την Πέμπτη, 29 Μαίου, τα χωριά Παρθενώνας, ’Ορμύλια και Νικήτη της Σιθωνίας .

Η επανάσταση κατόπιν γενικεύεται σε όλα τα άλλα χωριά της Σιθωνίας, ιδίως όταν μαθαίνουν ότι  οί Πολυγυρινοί άντέκρουσαν τον άρχηγό της πολιτοφυλακής (τσερίμπαση) της Παζαρούδας.
Ο 'Ιερισσου μάλιστα και Άγ. ’Όρους ’Ιγνάτιος, καθώς και ο Μαρωνείας, με ιδιαίτερο γράμμα της 1 ’Ιουνίου, επιβεβαιώνουν τή γενναιότητα του Έμμ. Παπά έναντίον τών Τούρκων και τή φιλάνθρωπη στάση του άπέναντι τών κατοίκων της Χαλκιδικής.

Επαναστατούν βέβαια και όλα τα μοναστήρια, άλλα ζητούν πολεμοφόδια από τα ναυτικά νησιά και τή βοήθεια του ελληνικού στόλου για να υπερασπιστούν το  Αγιον ’Όρος.

Ταυτόχρονα σχεδόν, στις 2 ’Ιουνίου, οί κάτοικοι της δυτικής Χαλκιδικής, δηλαδή της Καλαμαρίας, κυριεύουν τα περισσότερα τουρκικά χωριά της και προχωρούν πρός την κατεύθυνση της Θεσσαλονίκης, άλλα ζητούν καί αύτοί από τον Παπά πολεμοφόδια, άφου οί περισσότεροι, δεν έχουν παρά ξύλα στα χέρια τους .

Η προέλαση τών ελληνικών αύτών δυνάμεων ως κοντά στή Θεσσαλονίκη, ως τρεις ώρες μακριά, έπιβεβαιώνεται από το γράμμα του ’Αγγέλου Βασιλικού, ο όποιος μας πληροφορεί ότι  έκεί  σταμάτησαν περιμένοντας «τον καλόν έρχομόν» του Έμμ. Παπα, άλλά και καταγγέλλει τις αύθαίρετες πράξεις του Κασσανδρινου κύρ Γιαννιου.

Ή άνταρσία ξαπλώνεται και στα Μαντεμοχώρια με συμπλοκές με τους Τούρκους και με τή λεηλασία τών περιουσιών τους.

Οί κάτοικοι και έδώ ζητουν έπίσης την παρουσία του άρχηγου με όλο το άγιορείτικο στράτευμα και τών καραβιών του έλληνικου στόλου.

Οί έπαναστάτες, πού προχωρούσαν από την Καλαμαριά πρός τή Θεσσαλονίκη, μετά τις πρώτες έπιτυχίες τους στις 5-6 συγκρούσεις, «πολέμους», όπως τους ονομάζουν υπερβολικά οί άρχηγοί τους, διαπιστώνουν ότι  δεν έχουν καμιά προετοιμασία και τάξη, ζητουν από τον Παπά να τους στείλει ένα «εύγενικόν γράμμα να παρηγορήσωμεν και το άσκέρι» και στο τέλος της έπιστολής τον παρακαλουν να στείλει ένα δικό του άνθρωπο, «διά να κάμη ένα κουμάντο άπάνω εις το άσκέρι, έπειδή σε ρέπελο εύρισκόμασθε», ένώ οί προϊστάμενοι τών 20 μονών, έκτος από τα άπαραίτητα έφόδια, ζητουν και την παρουσία του ϊδιου του Παπά.

Τα πλοία όμως πού ζητουν όλοι δεν είναι εύκολο να σταλουν, γιατί υπάρχει ο φόβος ν' άποδυναμωθεί  ο στόλος, όπως γράφει στον Έμμ. Παπά ο Δημ. Ύψηλάντης, μόλις φθάνει στήν 'Ύδρα.
 Μολαταύτα ορισμένα καράβια φθάνουν στα παράλια της Χαλκιδικής και ο Παπάς καλεί  τους πλοιάρχους να κινήσουν κατά της Θεσσαλονίκης, για να «κατατροπώσουν» τους έχθρούς πού υπό τον Άχμέτ μπέη τών Γενιτσών προχωρουν πρός τή Χαλκιδική και να σώσουν τους κατοίκους από τή σφαγή και τή λεηλασία και καταστροφή τών χωριών τους.

Άλλά και η κατάσταση στο στράτευμα στήν Ανατολική Χαλκιδική κατά το τρίτο δεκαήμερο του Ιουνίου δεν είναι καθόλου εύχάριστη.

Οί έχθροί υπό τον Χατζή Μεχμέτ Μπαϊράμ πασά καίοντας και λεηλατώντας τα ελληνικά χωριά είχαν φθάσει ως την Κομίτζα, έξω από τή χερσόνησο του Άθω, ένώ έντρομοι οί κάτοικοι με τα γυναικόπαιδα είχαν βρει καταφύγιο μέσα στο άβατο έδαφος του Άγ. ’Όρους, και μέσα στή χερσόνησο της Κασσάνδρας, με την προστασία του ιδιου του Έμμ. Παπά, ο όποιος φθάνει έκεί  με τα άπαραίτητα πολεμικά έφόδια και οχυρώνεται στον ισθμό με χαράκωμα.
Η έλλειψη σιταριου γίνεται αισθητή.

Καί στα δύο έλληνικά στρατόπεδα αισθητή ήταν η έλλειψη ισχυρής ηγεσίας.
Εκείνες τις ήμέρες ο Παπάς βρισκόταν στον Πολύγυρο.

Από έδώ και πέρα αρχίζουν οί συνεχείς αιτήσεις στρατιωτικών ενισχύσεων, πολεμοφοδίων και σιταριού, οί δυσαρέσκειες, οί φόβοι και οί δυστροπίες τών μοναχών, ένώ έρχονται τα δυσάρεστα νέα ότι  οί άρματολοί του Βερμίου δεν κινούνται, μολονότι ο αρματολός του Όλύμπου Διαμαντής Νικολάου εί ναι πρόθυμος και στέλνει στήν Κασσάνδρα σώμα άνδρών του.

Ή επανάσταση στή Χαλκιδική περιορίζεται στις χερσονήσους Άγ. ’Όρους και Κασσάνδρας και η άμυνα των Ελλήνων έντοπίζεται πίσω από τους λεπτούς ισθμούς των.

Εκεί έχουν σταθεροποιηθεί πια τα νέα μέτωπα κατά τα μέσα Ιουλίου. Τους έπόμενους 4,5 μήνες από τα μέσα ’Ιουνίου ως τα τέλη ’Οκτωβρίου, τους περνούν οί επαναστάτες άποκλεισμένοι στις δύο χερσονήσους με προσπάθειες για τή συναγωγή σταριού και πολεμοφοδίων, για τή μίσθωση  ύδραικών καραβιών με 12.000 γρόσια τον μήνα για να περιπολούν έξω από τα παράλια τών χερσονήσων, για την έξεύρεση χρημάτων κ.λ., ένώ οί εχθροί προετοιμάζονται και αύτοί με συγκεντρώσεις στρατευμάτων και έφοδίων.

 Πάρα πολλά βέβαια δαπανά ο Έμμ. Παπάς από την περιουσία του.

Στο έγγραφο Α', ύπ΄ άρ. 48 άναφέρεται άπόβαση Θασιτών στήν ’Ίμβρο και διαρπαγή σιταριού, η οποία άναγκάζει τους Τούρκους να στείλουν εκεί φρουρά 700 άνδρών.
Και ο Δημ. Υψηλάντης στις στιγμές αύτές της κρίσης, για να προσδώσει στον Έμμ. Παπά επισημότητα και κύρος, τον ονομάζει "πληρεξούσιον άρχηγόν και διοικητήν τών στρατιωτικών δυνάμεων τού Άγιου ’Όρους, της Κασσάνδρας και της Θεσσαλονίκης".

 Αξιόπιστες και ένδιαφέρουσες είναι οί ειδήσεις τού μοναχού Νικηφόρου, πού κατόρθωσε να τις άντλήσει από έναν έξασθενημένο φυγάδα από τή Θεσσαλονίκη για την κατάσταση μέσα στήν πόλη, για τή θανάτωση τού Κίτρους Μελετίου, διαφόρων αρχόντων, Μενεξέ, Μπαλάνου, για τή φυλάκιση άλλων, για τον έγκλεισμό πολλών χριστιανών στή μητρόπολη τού Άγ. Δημητρίου κοντά στα παραθαλάσσια τείχη, δηλαδή στον σημερινό Γρηγόριο τον Παλαμά επίσης γίνεται λόγος για τή διάνοιξη τού Πρόβλακα (χαντακιού), για την κοπή τουρκικών νομισμάτων από επιδέξιο παραχαράκτη κ.ά..

Ταυτόχρονα ο Έμμ. Παπάς δεν παύει να ενεργεί
 για να ξεσηκώσει σε άνταρσία
 και τους Έλληνες 
της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας.

Φαίνεται μάλιστα ότι  πετάχθηκε ως τή Σκάλα Λιτοχώρου και ειχε συνάντηση με τους άντιπροσώπους των, όπως άφήνει να υπονοηθεί το έγγραφο 53, άλλά οί κλεφταρματολοί τού Όλύμπου Διαμαντής Νικολάου και Γούλας Ντράσκου συζητούν με τους Ψαριανούς και μένουν σύμφωνοι να έφοδιαστουν πρώτα με τα απαραίτητα έφόδια και γι΄ αύτό στέλνουν στή Νότια Ελλάδα
τον Κοζανίτη Νικόλαο Κασομούλη,
ο όποιος πράγματι συναντά τον Ύψηλάντη και συζητεί  μαζί του τα προβλήματα της Μακεδονίας.

Τόσον αύτός, όσο και ο απεσταλμένος του Έμμ. Παπα, ο μοναχός Παρθένιος ο Ξενοφωντινός, γράφουν στον Μακεδόνα αρχηγό τις εντυπώσεις από τις συνομιλίες τους με τον Δημ. Ύψηλάντη και από την κατάσταση στήν Πελοπόννησο.

Ο Διαμαντής Νικολάου, άνταποκρινόμενος στις έπικλήσεις όλων, ετοιμάζεται να συμπράξει με τον Έμμ. Παπά , τον οποίον όμως άντιπολιτεύονται «κακοήθεις τινές και άχρείοι άνθρωποι» πού έρχονται σε προστριβές και φιλονικούν μαζί του.
Είναι οί παραμονές της καταρρεύσεως. 
Υπάρχουν όμως και οί πιστοί οπαδοί του και πρόσφυγες πού του εκδηλώνουν την άφοσίωσή τους με εύχαριστήριο έγγραφο πού το έπικυρώνει ο Κασσανδρείας 'Ιγνάτιος στις 24 'Οκτωβρίου, δηλαδή 6 ήμέρες προτου ο Μεχμέτ Έμίν πασάς της Θεσσαλονίκης διασπάσει την άμυνα του ίσθμου και εισβάλλει έπειτα άκάθεκτος στήν Κασσάνδρα.

 Ποιοι είναι οί «κακοήθεις»;

Ασφαλώς ορισμένοι μοναχοί, πρόκριτοι και άλλοι κάτοικοι, πού είχαν καταπονηθεί από την προσφυγιά και την αγωνία για το αύριο και είχαν χάσει κάθε ελπίδα για τή βελτίωση τών πραγμάτων.

Μετά την πτώση της Κασσάνδρας η επανάσταση της Χαλκιδικής έχει ούσιαστικά κριθεί . 

Η άντιδραστική στάση τών μοναχών φαίνεται και από σωζόμενο έγγραφο του άρχιμανδρίτη 'Ιακώβου Βατοπεδινου της 8 Νοεμβρίου, ο οποίος προβάλλοντας λόγους υγείας δεν έρχεται στις Καρυές, όπου βρισκόταν την ήμέρα έκείνη ο Έμμ. Παπάς, καθώς και από άλλο έγγραφο, της 10 Νοεμβρίου, της μονής Ξενοφώντος, με το όποιο ο ηγούμενός της άρνεί ται να παραδώσει το άποθηκευμένο στή μονή σιτάρι, πού του ζητουσε με γράμμα του ο Έμμ. Παπάς .

 Μιά μέρα κιόλας νωρίτερα, στις 9 του μηνός, οί προϊστάμενοι της Ιεράς Συνάξεως άπελευθερώνουν τον φυλακισμένο ως τότε στις Καρυές Τούρκο διοικητή του Άγ. ’Όρους Χασεκή Χαλίλ μπέη, και αύτός την ίδια μέρα με μονραόελέ (δικαστική άπόφαση) πρός τους μοναχούς της έπαναστατικής εστίας, της μονής Έσφιγμένου, τους καλεί  να πιάσουν τον Έμμ. Παπά και τον πιστόν του Νικηφόρο Ιβηρίτη πού είχαν καταφύγει εκεί .

Το έγγραφο αύτό το συνοδεύει και άλλο τών έκπροσώπων τών 19 μονών (εκτός από της μονής Έσφιγμένου) με το ϊδιο περιεχόμενο.Το ότι  τα δύο αύτά έγγραφα χρησιμοποιήθηκαν και δημοσιεύτηκαν από τον Φιλήμονα, Δοκίμων 4, σ. 489-490, σημαίνει ότι  οί γραμματοκομιστές όχι μόνο έφεραν σέ πέρας την αποστολή τους, άλλα και ότι  οί μοναχοί δεν θέλησαν να συμμορφωθούν με τα έντελλόμενα και έτσι τα σχετικά έγγραφα έπεσαν στα χέρια του Έμμ. Παπά. Πάντως ο αρχηγός της έπαναστάσεως, κινδυνεύοντας να συλληφθεί , φεύγει από τή μονή Έσφιγμένου με άλλους κοσμικούς και μοναχούς πρός την ελεύθερη Ελλάδα μαζί με το άρχείο του και τον γιο του Γιαννάκη,
 άλλά στο καράβι παθαίνει καρδιακή προσβολή και φθάνει νεκρός στήν 'Ύδρα, όπου και θάβεται στις 5 Δεκεμβρίου 1821.

Είκοσι μέρες άργότερα, την πρώτη ήμέρα τών Χριστουγέννων, ο Δημ. Ύψηλάντης δίνει στους γιους του Έμμ. Παπά άποδεικτικό τών άγώνων και τών εύεργεσιών του πρός το έθνος.

Το έγγραφο αύτό είναι ο επίλογος της ιστορίας του Έμμ. Παπά, πού θυσίασε τα πάντα, οικογένεια, πλούτη, γαλήνη και τέλος την ι'δια του τή ζωή στον βωμό της ελευθερίας.


2 σχόλια:

Dimitri from Athens είπε...

Θαυμάσιο άρθρο για τον Ήρωα Εμμ. Παπά, τους Έλληνες της Μακεδονίας και τις επαναστατικές τους ενέργειες κατά το 1821.
Νομίζω ότι αξίζει να ειπωθεί ότι ο γιος του Εμμανουήλ Παπά, ο Γιαννάκης πολέμησε στην Επανάσταση του 21 και τέλος έπεσε μαχόμενος στο Μανιάκι δίπλα στον Παπαφλέσσα.
Ο γιός του Μακεδόνα Ήρωα, Ήρωας κι αυτός, βρίσκεται φρουρός παντοτινός και “φυλάττει Θερμοπύλες” στη Νότια Ελλάδα, εδώ κάτω στα δικά μας μέρη.

cummulus είπε...

Κάπου στά μέρα τοῦ '90 -ἄν δέν μέ ἀπατάει ἠ μνήμη μου -οἰ Σερραῖοι ἀνήγειραν στήν Θεσσαλονίκη ἕνα θαυμάσιο μνημεῖο σ΄την μνήμη τοῦ ἥρωα.