Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Μακεδονική Γη: η ΕΛΙΜΙΩΤΙΔΑ. Διαπιστώσεις σχετικά με την ιστορική τοπογραφία της.

του Δημητρίου Κ. Σάμσαρη 
Μακεδονική Λαική Βιβλιοθήκη
Δημοσιεύματα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1983
                                                                                                                                                                                                                      (οι φωτογραφίες επιλογές Yauna)

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ 
ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
 ΚΑΤΑ ΤΗΝ 
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΡΩΜΑΪΚΗ 
ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ.


Όπως μνημονεύτηκε ήδη αρκετές φορές στο περιοδικό σύγγραμμα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών «Μακεδονικά»,
το Τμήμα ’Αρχαιολογικών Ερευνών από την αρχή της ίδρυσής του έθεσε  ως  κύριους στόχους την έπιγραφική και ίστορικογεωγραφική ερευνά της Μακεδονίας, δίνοντας μάλιστα προτεραιότητα στο ερευνητικό πρόγραμμα της Δυτικής Μακεδονίας.

Αρχαιολογικό Μουσείο Αιανής
 Δυστυχώς όμως η έπιγραφική ερευνά της Δυτικής Μακεδονίας, που θα κατέληγε στην έκδοση ένός «Corpus αρχαίων έπιγραφών» της περιοχής αύτης στάθηκε  άδύνατο να  ολοκληρωθεί κι αυτό έξαιτίας της παρέμβασης της Διεύθυνσης του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος του ΕΙΕ, που παράβλεψε τη σχετική έξαγγελία μας για την έκδοση αύτούτου Corpus και δέσμευσε εκ των υστέρων (συγκεκριμένα το 1981) το επιγραφικό ύλικό της Δυτικής Μακεδονίας.

Γι αύτό, τα τελευταία χρόνια η προσοχή μας στράφηκε περισσότερο στην ερευνά της αρχαίας ιστορικής γεωγραφίας της Δυτικής Μακεδονίας, όπου λιγότερα εμπόδια θα μπορούσε να  μας φέρει η Διεύθυνση του παραπάνω Κέντρου Ερευνών (ΚΕΡΑ).

Τό κενό που ύπήρχε στην ερευνά της αρχαίας ιστορικής γεωγραφίας της Δυτικής Μακεδονίας δυστυχώς δεν μπόρεσε να  το καλύψει έπαρκώς το γνωστό βιβλίο του Hammond, όπου εύκολα διαπιστώνει κάνεις ότι ό συγγραφέας δεν φαίνεται να κατέχει πολύ καλά την τοπογραφία της περιοχής.
Υποδειγματικές στάθηκαν μόνο οι τοπογραφικές έρευνες που είχε κάνει παλιότερα στην περιοχή της Κοζάνης ό Κεραμόπουλλος, καθώς και οί σύγχρονες έρευνες που κάνει στην περιοχή των Γρεβενών o Εφορος Αρχαιοτήτων Α. Βαβρίτσας, προϊστάμενος τώρα του Τμήματος ’Αρχαιολογικών Ερευνών της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Λαμβάνοντας ύπόψη το κενό αύτό στην ίστορικογεωγραφική έρευνα και βλέποντας τον όγκο του ύλικούπου έχει ήδη συγκεντρώσει από την επιτόπια έρευνά του ό ύποφαινόμενος, η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών αποφάσισε να  προχωρήσει στην έκδοση μιας συνθετικής και ολοκληρωμένης μελέτης με τίτλο «Ιστορική γεωγραφία της Δυτικής Μακεδονίας κατά την έλληνική και ρωμαϊκή άρχαιότητα», που θα είναι παρόμοια με την Ιστορική μου γεωγραφία της ’Ανατολικής Μακεδονίας.

Όπως είναι γνωστό, η σημερινή Δυτική Μακεδονία, που άποτελοϋσε τμήμα της άρχαίας Ανω Μακεδονίας και αργότερα της ρωμαϊκής Δ'  μερίδας των Μακεδόνων, περιλάμβανε κατά την αρχαιότητα τέσσερις αύτόνομες επαρχίες («χώρες»):

την Έλιμιώτιδα, 
την Όρεστίδα, 
την Έορδαία 
και το νότιο τμήμα της Λυγκηστίδας

Σήμερα θα προσπαθήσω μέσα στά στενά χρονικά πλαίσια της ανακοίνωσής μου να  σάς δώσω, με βάση το υλικό που έχουμε συγκεντρώσει,
μιά εικόνα της ιστορικής τοπογραφίας της  Έ λ ι μ ι ώ τ ιδ α ς.

Ή Έλιμιώτιδα εκτεινόταν από τις δυο μεριές του μέσου ρούτου 'Αλιάκμονα, ανάμεσα στά βουνά Πίνδος, Βόιο, Χάσια, Καμβούνια και "Ασκιο, και περιλάμβανε την περιοχή όπου σήμερα έκτείνεται ό νομός Γρεβενών και οί έπαρχίες Κοζάνης και Βοΐου.

Δηλαδή με άλλα λόγια περιλάμβανε μέσα στά δριά της σχεδόν τη μισή έκταση της Δυτικής Μακεδονίας.
Από άποψη μορφολογίας του έδάφους της το κυριότερο χαρακτηριστικό της Έλιμιώτιδας είναι το γεγονός ότι η μεγαλύτερη έκτασή της καλύπτεται από βουνά είναι το πιο ορεινό τμήμα της Δυτικής Μακεδονίας.
 Μόνο στο νότιο τμήμα της σχηματίζεται ένα άρκετά εύφορο λεκανοπέδιο και στο ανατολικό τμήμα της ύπάρχει αρκετή πεδινή έκταση.

 Από γεωπολιτική και γεωστρατηγική όμως άποψη η θέση της ήταν πολύ σπουδαία, γιατί συνόρευε με τη Θεσσαλία και την ’Ήπειρο και άσκοΰσε τον έλεγχο τών δρόμων που οδηγούσαν σε αυτές.

Οί φιλολογικές καί επιγραφικές πηγές μάς διέσωσαν τα ονόματα έξι (6) πόλεων της Έλιμιώτιδας.

Οι πόλεις αυτές είναι η Έ λ ί μ ε ι α (ή Έ λ ι μ ί α),
 άρχαία πρωτεύουσα της χώρας,

η Α ί α ν η (κατοπινή Καισάρεια),

η Έ ρ ά τ υρ α και μια άλλη πόλη που μνημονεύεται σε επιγραφή της Κοζάνης και που, σύμφωνα με την άνάγνωση που πρότεινε η Papazoglou, πρέπει να  λεγόταν Μ ά λ ε ι α.

 Επίσης έλιμιωτικές κι όχι πιερικές πιστεύουμε άτι ήταν και οι πόλεις Β ά λ λ α (Volustana)
καί Φ υ λ α κ έ ς (Servia)
γιατί η περιοχή όπου βρίσκονταν οι πόλεις αυτές άνήκε στην Έλιμιώτιδα, όπως διαπιστώνει κανείς από μιά όροθετική επιγραφή που ορίζει τα σύνορα των Έλιμιωτών καί Δολιχηνών.

 Τέλος, σύμφωνα με τις έτυμολογικές συσχετίσεις που πρότειναν οί γλωσσολόγοι, πρέπει να  ύπήρχε καί ένα άλλο πόλισμα, το V e n e y e n t u m, που το δνομά του διέσωσε παραφθαρμένο το σημερινό Βελβεντό Κοζάνης.

Από τις πόλεις αύτές έχει έντοπιστει με απόλυτη ασφάλεια η θέση της Α ί α ν η ς στο σημερινό χωριό της Κοζάνης χάρη στην ανεύρεση έκει επιγραφών που μνημονεύουν το δνομα της πόλης.

Αν κρίνει κανείς από την έκταση τών έρειπίων της, θα πρέπει η Αίανή να  ήταν μιά από τις άξιόλογες πόλεις της Έλιμιώτιδας.

Πάντως, κατά τη ρωμαϊκή εποχή, για να  είναι έδρα του «κοινού τών Έλιμιωτών», θα ήταν η πιο σπουδαία έλιμιωτική πόλη.
Εξάλλου, όπως συμπεραίνει κανείς από το πλήθος τών ιερών που ύπήρχαν σε αύτή, η πόλη δεν ήταν μόνο διοικητικό άλλά καί θρησκευτικό κέντρο της επαρχίας.
 Κατά την ύστερορωμαϊκή εποχή (πιθανώς από την εποχή του Διοκλητιανοϋ) η πόλη μετονομάστηκε σε Καισάρεια (Καισάρων πόλις),
 ονομασία που δεν πρέπει να  είναι άσχετη με τη μεγάλη άκμή της αύτοκρατορολατρείας στην πόλη αύτή.

Γιά την ταύτιση της θέσης της άλλης έλιμιωτικής πόλης, της Μ ά λ ε ι α ς, δεν ύπάρχει πρόβλημα.
Θα βρισκόταν, χωρίς άμφιβολία, στη σημερινή Κοζάνη, όπου βρέθηκε το ψήφισμα που μνημονεύει το εθνικό της.

 Εξάλλου τα άρχαιολογικά εύρήματα που έχουμε ως τώρα από την Κοζάνη δικαιολογούν την ύπαρξη έκεΐ κάποιας σημαντικής άρχαίας πόλης.
 Από τις ύπόλοιπες έλιμιωτικές πόλεις η Έ ρ άτ υ ρ α ταυτίζεται με τα άρχαια ερείπια που έντοπίστηκαν από παλιά κοντά στο σημερινό ομώνυμο χωριό της επαρχίας Βοΐου. η Β ά λ λ α, που στη ρωμαϊκή εποχή ονομαζόταν Volustana (Βάλλας-στενά > Volu-stana) βρισκόταν κάπου στά στενά του Σαραντάπορου.
 Οί Φυλακές θά βρίσκονταν στά Σέρβια, που κατά την επικρατέστερη άποψη διέσωσαν στο όνομά τους τη λατινική μετάφραση του τοπωνυμίου (από το λατινικό ρήμα servo — φυλάσσω).

Τέλος, η θέση της κυριότερης —κατά την προρωμαϊκή τουλάχιστον εποχή— έλιμιωτικής πόλης, της Έ λ ί μ ε ι α ς, δεν στάθηκε ακόμη δυνατό να  ταυτιστεί με κάποια βεβαιότητα.
Έχουν προταθει  ως  τώρα ένα σωρό ύποθετικές ταυτίσεις της, άλλες λιγότερο κι άλλες περισσότερο πιθανές, ώστόσο καμιά από αυτές δεν είναι τόσο πειστική, ώστε να  πάψει το πρόβλημα αύτό να  βασανίζει τούς μελετητές της άρχαίας τοπογραφίας.
Ετσι άναπόφευκτα καταλήγει κανείς στη συνηθισμένη ευχή για την άνεύρεση κάποιας έπιγραφής που θα λύσει οριστικά το πρόβλημα.

Έκτος από τις παραπάνω έλιμιωτικές πόλεις, που τα όνόματά τους μάς διέσωσαν οί πηγές, θα μπορούσε κανείς, κατά τη γνώμη μας, να  τοποθετήσει στην Έλιμιώτιδα και ορισμένες από τις μακεδονικές πόλεις (ή πολίσματα) που μνημονεύονται από τις φιλολογικές πηγές χωρίς καμιά άπολύτως τοπογραφική ένδειξη για τη θέση τους.
Μιά τέτοια πόλη είναι το Δ έ ρ δ ι ο ν (ή Δ ε ρ δ ί α), που η τοποθέτησή της στην Έλιμιώτιδα συμπεραίνεται από το γεγονός ότι μάς είναι γνωστός βασιλικός οίκος των Έλιμιωτών που μέλη της είχαν το όνομα Δέρδας, από τον όποιο θα πήρε το όνομά της και η πόλη  ως  πρωτεύουσα της χώρας τους η  ως  γενέτειρά τους.

Επίσης στην Έλιμιώτιδα θα βρισκόταν πιθανώς το χωριό της Πίνδου «Μ α κ ε δ ν ό ν».

Τέλος, θα μπορούσε, κατά τη γνώμη μας, να  επιχειρήσει κανείς μιά πιθανή άποκατάσταση της τοπωνυμιολογίας της Έλιμιώτιδας λαμβάνοντας ύπόψη:

1) τις συνήθειες, την ψυχολογία και γενικά το μηχανισμό ονοματοθεσίας τόσο στην αρχαιότητα όσο καί στην εποχή μας
2) τα γνωστά ήδη όρεωνύμια και ύδρωνύμια και
3) τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μορφολογίας του έδάφους.

 Βέβαια η μέθοδος αύτή, που θα μπορούσε να  έφαρμοστει καί σε άλλες γεωγραφικές περιοχές, ξέρω ότι είναι πολύ τολμηρή καί εγκυμονεί πολλούς κινδύνους.

'Ωστόσο νομίζω ότι, πρός το παρόν τουλάχιστον, είναι η τελευταία μας ελπίδα μέσα στο απελπιστικά βαθύ σκοτάδι που καλύπτει τις γνώσεις μας σχετικά με την τοπωνυμιολογία της Έλιμιώτιδας.

Μέ βάση λοιπόν τη μέθοδο αύτή ύποθέτουμε την ύπαρξη οικισμού ομώνυμου με το βουνό Β ό ϊ ο της Έλιμιώτιδας.
 Έχουμε από άλλου παρόμοια παραδείγματα παραγωγής τοπωνυμίων από όρεωνύμια.
 Εξάλλου η ύπόθεσή μας για το πόλισμα Βόϊο ένισχύεται κι από το γεγονός δτι μιά από τις πόλεις της δωρικής τετράπολης στον Παρνασσό ονομαζόταν Βοιόν (ή Β ο ι ο ν).

 Επίσης, μιά άλλη από τις δωρικές αύτές πόλεις ονομαζόταν Π ί ν δ ο ς και ϊσως όφειλε την ονομασία της σε κάποια ομώνυμη πόλη που θα ύπήρχε στον προηγούμενο τόπο κατοικίας τών Δωριέων.

Ακόμη, μπορει κανείς να  ύποθέσει την ύπαρξη οικισμού με όνομα παράγωγο από τον ποταμό Αλιάκμονα, ό όποιος διέσχιζε την Έλιμιώτιδα από το ένα  ως  το άλλο άκρο της και συνεπώς έπαιζε σπουδαίο ρόλο στη ζωή των κατοίκων της.

Τα παραδείγματα μάλιστα παραγωγής τοπωνυμίων από ύδρωνύμια —ή καί το άντίστροφο— είναι άκόμη περισσότερα.

Επιπλέον, θα μπορούσε κανείς να  ύποθέσει την ύπαρξη οικισμού η απλού ίσως τοπωνυμίου       Π ό ρ ο ς, άφού ό 'Αλιάκμονας χώριζε στά δύο την Έλιμιώτιδα καί τα περάσματα έπαιζαν σπουδαίο ρόλο στην επικοινωνία των Έλιμιωτών.

Η θέση ένός τέτοιου τοπωνυμίου θα πρέπει να  άναζητηθει σε κάποιο από τα πλατύτερα καί πιο άθαβή μέρη του 'Αλιάκμονα.
Τέλος, με βάση το πλήθος των κάστρων, την άφθονία του δασικού πλούτου, το ορεινό της περιοχής καί την παρουσία ορεινών διαβάσεων στρατηγικής σημασίας, ύποθέτουμε την ύπαρξη τοπωνυμίων, όπως είναι:
Π α ρ ε μ β ο λ ή (μακεδονική λέξη που σημαίνει στρατόπεδο),
Κ ά σ τ ρ ο ν (ή C a s t e l l u m), Ξ υ λ ό π ο λ η, Π έ τ ρ α (ή μακεδονική Π έ λ λ α ) κ.ά.

Οι ερευνητές της άρχαίας τοπογραφίας,  ως  τα τελευταία άκόμη χρόνια, άσχολοϋνταν κυρίως με προβλήματα που άφοροϋσαν την ταύτιση των θέσεων πόλεων που τα όνόματά τους μάς είναι γνωστά από τις πηγές. στην ιστορική μου όμως γεωγραφία της ’Ανατολικής Μακεδονίας προσπάθησα να  δείξω πόση σημασία έχει για την τοπογραφική έρευνα, κοντά στά άλλα, καί ό έντοπισμός διαφόρων θέσεων οικισμών με άγνωστο —-πρός το παρόν τουλάχιστον— όνομα.

Έτσι, καί για την άρχαία τοπογραφία της Δυτικής Μακεδονίας το κύριο βάρος της ερευνάς μου συγκεντρώθηκε στον έντοπισμό καί καταρτισμό ένός καταλόγου με τις θέσεις των οικισμών άγνωστου ονόματος.

Στήν περιοχή λοιπόν της Έλιμιώτιδας, στην όποια άναφέρεται η ανακοίνωσή μου, έχουν εντοπιστεί  ως  τώρα 27 θέσεις οικισμών με άγνωστο όνομα.
Με βάση τη σύγχρονη διοικητική διαίρεση της περιοχής παρατηρεί κανείς δτι οί οκτώ από τις θέσεις των άρχαΐων αύτών οικισμών βρίσκονται στην επαρχία Κοζάνης, οί δέκα στην έπαρχία Βοΐου καί οί εννιά στο νομό Γρεβενών.

Επίσης, έχουν έντοπιστει 16 κάστρα, από τα όποια τα επτά βρίσκονται στην έπαρχία Κοζάνης, τα πέντε στην έπαρχία Βοΐου καί τα τέσσερα στο νομό Γρεβενών.

 Τέλος, έχει διαπιστωθεί στην περιοχή της Έλιμιώτιδας η ύπαρξη άρκετών άρχαίων ιερών, για τα όποια μίλησα με λεπτομέρειες στην περσινή μου ανακοίνωση από το βήμα αύτό.
Αντί να  παραθέσω ένα ξηρό καί άνιαρό κατάλογο των σημερινών χωριών, κοντά στά όποια έχουν έντοπιστει άρχαΐοι οικισμοί η κάστρα, θα προσπαθήσω να  σημειώσω μερικές γενικές διαπιστώσεις σχετικά με την ιστορική τοπογραφία της περιοχής.

Καί πρώτα πρώτα θα ήθελα να  παρατηρήσω ότι οί περισσότεροι οικισμοί χρονολογούνται στη ρωμαϊκή έποχή,ένώ άρκετοί από αύτούς παρουσιάζουν συνεχή ζωή από την έλληνική  ως  το τέλος της ρωμαϊκής άρχαιότητας.

Όσον άφορά πάλι τα κάστρα, που άναφέραμε παραπάνω, έλάχιστα μόνο από αύτά μπορούν να  χρονολογηθούν στην προρωμαϊκή έποχή.
Τα περισσότερα έχουν χτιστεί στην ύστερη ρωμαϊκή άρχαιότητα η στη βυζαντινή έποχή, πιθανώς στις θέσεις άρχαιότερων κάστρων, δπως τουλάχιστον μάς έπιτρέπουν να  ύποθέσουμε ορισμένες ένδείξεις.
’Από άποψη μεγέθους τρεις μόνο από τούς παραπάνοο ερειπιώνες θα μπορούσαν, λόγω της έκτασής τους, να  διεκδικήσουν στην οικιστική κλίμακα τη βαθμίδα της «πόλης».

Πρόκειται για τούς έρειπιώνες που έντοπίστηκαν κοντά στά , σημερινά χωριά Α π ι δ έ α (Μπουφάρι) και Λ ι κ ν ά δ ε ς Βοΐου και κοντά στο σημερινό Α γ ι ο  Γ ε ώ ρ γ ι ο (Τσούρχλι) Γρεβενών.

 Έτσι, αν ύπολογίσει κάνεις και τις πόλεις που τα όνόματά τους μνημονεύονται από τις πηγές, έχουμε συνολικά έννιά πόλεις σε ολόκληρη την Έλιμιώτιδα.

Δεδομένου ότι η Ανω Μακεδονία,  ως  την εποχή τουλάχιστον του Φιλίππου Β', κατοικούνταν «κωμηδόν», εύκολα άντιλαμβάνεται κάνεις οτι η άστικοποίηση της Έλιμιώτιδας θα πρέπει να  άρχισε στά ελληνιστικά χρόνια και θα σημείωσε έξαιρετική πρόοδο κατά τη ρωμαϊκή έποχή, χάρη στην ιδιαίτερη μεταχείριση που έτυχε από τούς Ρωμαίους κατακτητές.

Βέβαια θα πρέπει να  σημειωθεί ότι στην Έλιμιώτιδα, όπως και στο ύπόλοιπο εξάλλου έλληνικό τμήμα της Ανω Μακεδονίας, δεν εμφανίζονται, ούτε και στη ρωμαϊκή άκόμη έποχή, μεγάλες πόλεις σάν τη Θεσσαλονίκη, τη Βέροια, την Άμφίπολη, τούς Φιλίππους και άλλες παρόμοιες που συναντούμε στην Κεντρική καί Ανατολική Μακεδονία.

 Έτσι, η μεγαλύτερη έλιμιωτική πόλη, η Αΐανή, πρωτεύουσα της επαρχίας και έδρα του «κοινού τών Έλιμιωτών», δεν πρέπει να  ξεπερνοϋσε στο μέγεθος άκόμη καί τις μικρότερες πόλεις της Κεντρικής καί 'Ανατολικής Μακεδονίας.

Σχετικά με την κατανομή τών οικισμών καί τών κάστρων στον έλιμιωτικό χώρο διαπιστώνει κανείς ότι όλοι σχεδόν οι οικισμοί ήταν χτισμένοι πάνω σε οχυρούς λόφους που είχαν στρατηγικό έλεγχο σε μιά άκτίνα πολλών χιλιομέτρων καί οι όποιοι βρίσκονταν συνήθως στις μικρές κοιλάδες καί τα πεδινά τμήματα της περιοχής που προσφέρονταν για διάφορες γεωργικές καλλιέργειες ένώ οι κοντινές βουνοπλαγιές πρόσφεραν πλούσια βοσκοτόπια.

 Επίσης, οι περισσότεροι οικισμοί βρίσκονταν κατά μήκος τών μεγάλων οδικών άρτηριών που διέσχιζαν την Έλιμιώτιδα και έξασφάλιζαν την έπικοινωνία της με την ύπόλοιπη Ανω Μακεδονία, τη Θεσσαλία καί την Ήπειρο.

Από τα κάστρα πάλι τα περισσότερα είναι χτισμένα στά σύνορα της Έλιμιώτιδας και συγκεκριμένα στις κλεισούρες και στις ορεινές διαβάσεις του Ασκιού (Σινιάτσικου), του Βόιου, της Πίνδου και των Καμβουνίων.

 Συναντά όμως κάνεις και ορισμένα κάστρα στο εσωτερικό, κατά μήκος σπουδαίων οδικών αρτηριών.

Τέλος, από την επιλογή της θέσης των οικισμών όδηγειται κανείς στο συμπέρασμα ότι αυτοί είχαν κυρίως γεωργοκτηνοτροφικό χαρακτήρα.

Οί μικρές λοφώδεις κοιλάδες, στις όποιες ήταν συνήθως χτισμένοι οί οικισμοί, προσφέρονταν κυρίως για αμπελοκαλλιέργεια.

Την ανάπτυξη της αμπελοκαλλιέργειας μαρτυρεί καί η μεγάλη διάδοση της λατρείας τούΔιονύσου στην περιοχή αύτή.
 Εξάλλου σε επιγραφή της Κοζάνης μνημονεύονται ρητά αμπελώνες.

 Επίσης, αν είναι σωστή η έτυμολογική συσχέτιση τού ονόματος Έλίμεια (ή Έλιμιώτιδα) με το φυτό έλυμος, θα πρέπει η χώρα να  ήταν περίφημη στην άρχαιότητα για την καλλιέργεια αυτού τού φυτού, που ήταν σάν το κεχρί καί χρησίμευε κυρίως  ως  κτηνοτροφή.

Τα απέραντα πάλι βοσκοτόπια ευνοούσαν την άνάπτυξη της κτηνοτροφίας ενώ τα μεγάλα καί πυκνά δάση πρόσφεραν πλούσια θηράματα στούς κυνηγούς.

Οπως δείχνει καί η μεγάλη διάδοση της λατρείας της Αρτεμης καί τού Ηρακλή Κυναγίδα, το κυνήγι ήταν μιά από τις κυριότερες άσχολίες τών βουνίσιων κατοίκων της Έλιμιώτιδας.

 Ήταν γι αύτούς μιά οικονομική διέξοδος για την εξασφάλιση ένός πολύτιμου είδους διατροφής καί συγχρόνως ένας τρόπος συχνής άσκησης στην πολεμική τέχνη, σύμφωνα με τις μακεδονικές συνήθειες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: