Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Η ελληνική εκπαίδευση στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία.




ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ 
ΚΑΙ Ο ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΘΕΣΜΟΣ
 ΣΤΟΝ ΥΠΟΔΟΥΛΟ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ.
ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ 
ΝΕΟΥ ΘΕΣΜΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ 
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ 
ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΗΣ
 ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ 
ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΤΟ 1907

της Σοφίας ΗΛΙΑΔΟΥ-ΤΑΧΟΥ      
Λέκτορας ΠΤΔΕ ΦλώριναςΑΠΘ        
                                                                                                              (οι φωτογραφίες επιλογές Yauna)

Σημαντική αφετηρία για τη διαμόρφωση ενός θεσμικού πλαισίου που αφορά την εκπαίδευση του υπόδουλου ελληνισμού είναι το έτος 1856, όταν ο σουλτάνος εξέδωσε το χάρτη του Χάτ-ι-Χουμαγιούν και εγκαινίασε την περίοδο του Τανζιμάτ.

Στα πλαίσια του χάρτη αυτού ο σουλτάνος αναγνώριζε σ’ όλους τους Οθωμανούς υπηκόους, ανεξάρτητα από τη θρησκεία ή την εθνική τους καταγωγή, ισότητα δικαιωμάτων και παράλληλα διατηρούσε σε ισχύ όλα τα προνόμια που είχαν κατά καιρούς χορηγήσει οι σουλτάνοι στα μη μουσουλμανικά μιλέτια.

Το θεσμικό πλαίσιο της εκπαίδευσης, όπως διαμορφώνεται την περίοδο 1856-1902, είναι το εξής:

Η εποπτεία της Πύλης ως εξωτερικό πλαίσιο, η εποπτεία του Πατριαρχείου, οι επαρχιακές και οι κοινοτικές αρχές.

Αυτό το θεσμικό πλαίσιο ίσχυσε με παραλλαγές —μεγαλύτερες ή μικρότερες— ανάλογες με τις ιδιαιτερότητες και ανάγκες —ως το 1914, οπότε έχουμε την οριστική υποκατάσταση της κοινοτικής εκπαίδευσης από την κρατική.

Η εποπτεία της Πύλης είναι δυνατόν να αποδοθεί μέσα από τη μελέτη των επίσημων εγγράφων της περιόδου αυτής.
 Η μελέτη αυτή μας οδηγεί σε ορισμένα συμπεράσματα αναφορικά με την Εποπτεία της Πύλης στα εκπαιδευτικά ζητήματα.

Πρώτα-πρώτα το θεσμικό πλαίσιο της εκπαίδευσης δεν έχει αποσαφηνιστεί με τρόπο απόλυτο, κάτι που δίνει στην Πύλη το πλεονέκτημα των ελιγμών, σε περιπτώσεις που ο έλεγχος των μεγάλων δυνάμεων γίνεται πιεστικός.
 Έπειτα είναι εύλογο ότι η Πύλη θεωρεί την εκπαίδευση ως απόρροια των θρησκευτικών προνομίων του πατριάρχη σε μια περίοδο που όλος ο ορθόδοξος χριστιανικός κόσμος τον θεωρεί πνευματική του κεφαλή. Με γνώμονα αυτή την παραδοχή συντάσσονται τα σουλτανικά φιρμάνια και τα υπομνήματα των υπουργών του σουλτάνου. Σύμφωνα με όσα αναγράφονται στα έγγραφα αυτά παρέχεται από τη μεριά της Πύλης στους υπηκόους της η δυνατότητα της ίδρυσης «σχολείων, ναών και λοιπών εθνικών κτιρίων».
Τα δικαιώματα αυτά τα απολαμβάνει κάθε κοινότητα, πρέπει όμως να προηγηθεί αίτηση του Μητροπολίτη προς την Πύλη, η οποία ικανοποιείται, αν δεν υπάρχει «διοικητικό κώλυμα».

Και ενώ η Πύλη διατηρεί το δικαίωμα να αποφασίσει για την έγκριση της σχετικής αίτησης για άδεια ή για την αναίρεση της άδειας αυτής, καθορίζονται και άλλοι περιορισμοί οι οποίοι οριοθετούν το νομικό καθεστώς της εκπαίδευσης και προσδιορίζουν την εποπτεία της Πύλης. Οι περιορισμοί αυτοί σύμφωνα με το φιρμάνι του 18561 αφορούν στον τρόπο διδασκαλίας και στην εκλογή των καθηγητών.
 Όλα αυτά υπάγονται στη δικαιοδοσία του «Μικτού Συμβουλίου της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως», του οποίου τα μέλη διορίζονται από την Πύλη. Αυτός ο παρεμβατισμός της Πύλης γίνεται ηπιότερος στην «Εγκύκλιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Θρησκευμάτων» η οποία διαβιβάζεται από τον πρωθυπουργό Κιαμήλ πασά στο Πατριαρχείο στα 1891.

Σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις οι οποίες δεν αναιρέθηκαν από κάποιο μεταγενέστερο διάταγμα, τα προγράμματα των σχολείων και οι διορισμοί των δασκάλων θεωρήθηκαν αρμοδιότητες του Πατριαρχείου. Η Πύλη διατήρησε το δικαίωμα της υψηλής εποπτείας και του ελέγχου.

Οι παράγοντες που ορίστηκαν για να διενεργήσουν τον έλεγχο αυτό απ’ τη μεριά του τουρκικού κράτους είναι ο «διευθυντής της δημοσίας εκπαιδεύσεως» (μουδίρ) και ο επιθεωρητής (μουφτίς). Τόσο ο διευθυντής, όσο και ο επιθεωρητής δεν έχουν το δικαίωμα παρέμβασης στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Μόνο αν το Πατριαρχείο συναινέσει 
η παρέμβαση του 
διευθυντή και του επιθεωρητή 
είναι δυνατή.
 Ακόμα ο ρόλος του Πατριαρχείου στη διαμόρφωση των κατευθύνσεων και των εκλογών της κοινοτικής εκπαίδευσης είναι ιδιαίτερα σημαντικός.

 Με την εκδήλωση της εθνικιστικής αφύπνισης των Σλάβων
εντείνονται οι απόπειρες αποδέσμευσης 
των σλαβικών εθνοτήτων 
από την επιρροή του Πατριαρχείου
και αρχίζει η πολιτιστική αντεπίθεση της ελληνικής παιδείας, 
η οποία εκδηλώνεται με τη διείσδυση του σχολικού μηχανισμού 
στα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας. 

Η διείσδυση αυτή διευκολύνεται από την έκδοση του χάρτη του Χάττ-ι-Χουμαγιούν, καθώς και από την οικονομική χειραφέτηση της αστικής τάξης της διασποράς, η οποία συντρέχει ηθικά και υλικά την τεράστια αυτή προσπάθεια.

Το θεσμικό πλαίσιο της εκπαίδευσης αυτής διαμορφώνεται ουσιαστικά από το Πατριαρχείο με την ψήφιση στα 1860 των «Γενικών Κανονισμών περί διευθετήσεως των εκκλησιαστικών και εθνικών πραγμάτων των ορθοδόξων Χριστιανών, υπηκόων της Α. Μεγαλειότητος του Σουλτάνου» και με την έκδοση του «Θεμελιώδους Κανονισμού της εκλογής καθηκόντων των εν τω κλίματι του Οικουμενικού Θρόνου ενοριακών, κοινοτικών και επαρχιακών αρχών» στα 1902.

Κάτω από την επίδραση των διατάξεων αυτών ως παράγοντες που προσδιορίζουν την εκπαιδευτική διαδικασία μπορούν να οριστούν οι εξής:

Η εποπτεία του Πατριαρχείου εκπληρώνεται με δύο σώματα, τη Σύνοδο των Μητροπολιτών και το Διαρκές Μικτό Συμβούλιο. Σε επίπεδο επαρχίας η εκπαίδευση κατευθύνεται από τα Μικτά Εκκλησιαστικά Συμβούλια και τις Εκπαιδευτικές Επιτροπές.

Σε επίπεδο Κοινότητας εκπαιδευτικές αρμοδιότητες έχει ο Μητροπολίτης και η Εφορεία.
Όπως προαναφέρθηκε, το Πατριαρχείο κατευθύνει την εκπαίδευση με δύο σώματα, τη Σύνοδο των Μητροπολιτών και το Διαρκές Μικτό Συμβούλιο.

 «Η Σύνοδος των Μητροπολιτών αποτελείται από 12 Μητροπολίτες, τελεί υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη και θεωρείται η πνευματική αρχή όλων των υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη διατελούντων Χριστιανικών λαών» .

 Οι καθαρά εκπαιδευτικές αρμοδιότητες της Συνόδου των Μητροπολιτών, όπως αυτές ορίζονται στους Γενικούς Κανονισμούς, μπορούν να ομαδοποιηθούν ως εξής:

1. Η πρόνοια για ομοιόμορφη διδασκαλία σε όλα τα επαρχιακά και ενοριακά σχολεία.

2. Η φροντίδα για την επιλογή των σχολικών εγχειριδίων, τα οποία χρησιμοποιούνται στα σχολεία του υπόδουλου ελληνισμού μόνο αν εγκριθούν από τη Σύνοδο των Μητροπολιτών.

3. Η οργάνωση της φιλανθρωπίας. Η μέριμνα αυτή της Συνόδου των Μητροπολιτών σχετίζεται με την ίδρυση παρθεναγωγείου, ορφανοτροφείου, νοσοκομείων.

Εκπαιδευτικές αρμοδιότητες ανατίθενται σύμφωνα με τους Γενικούς Κανονισμούς και στο Διαρκές Μικτό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από 4 μέλη της Συνόδου των Μητροπολιτών και από 8 λαϊκούς, εκλεγμένους από τις ενορίες της Κωνσταντινούπολης.
 Οι αρμοδιότητες του Διαρκούς Μικτού Συμβουλίου είναι οικονομικές-διαχειριστικές.

Ο προϋπολογισμός των δαπανών για την εκπαίδευση και η διαχείριση των οικονομικών πόρων του Πατριαρχείου, έτσι ώστε να ευοδοθεί η εκπαιδευτική προσπάθεια, εγγράφονται στα καθήκοντα του Διαρκούς Μικτού Συμβουλίου.

 Αποτελεί αντικείμενο διερεύνησης, μια και δεν αποσαφηνίζεται στους Γενικούς Κανονισμούς, κατά πόσον ένα μέρος από τις εξελεγκτικές αυτές αρμοδιότητες εκχωρούνται σε φορείς επιφορτισμένους με τον έλεγχο της εκπαιδευτικής λειτουργίας σε επίπεδο επαρχίας ή κοινότητας.

Οι αρμοδιότητες των επαρχιακών οργάνων συνιστούν μια ακόμα παράμετρο του θεσμικού πλαισίου της κοινοτικής εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Θεμελιώδους Κανονισμού συγκεκριμένες εκπαιδευτικές λειτουργίες αναλαμβάνουν τα Μικτά Εκκλησιαστικά Συμβούλια και οι Εκπαιδευτικές Επιτροπές που συγκροτούνται στις πρωτεύουσες των βιλαετίων και τελούν υπό την αιγίδα του μητροπολίτη, του οποίου η έδρα βρίσκεται σε πρωτεύουσα επαρχίας.

Τα Μικτά Εκκλησιαστικά Συμβούλια είναι 8μελή, εκλέγονται κάθε οκτώ χρόνια και εποπτεύουν τις σχολές, ελέγχουν τη διαχείριση των εφόρων, ενώ παράλληλα διαχειρίζονται με τη σειρά τους κάθε επαρχιακή περιουσία.
Στα Μικτά Εκκλησιαστικά Συμβούλια αποφασίζουν ποιες δαπάνες είναι αναγκαίες και ποιες έχουν προτεραιότητα.

Οι Εκπαιδευτικές Επιτροπές εκλέγονται από τα Μικτά Εκκλησιαστικά Συμβούλια και κάθε χρόνο ανανεώνονται τα μισά από τα μέλη τους. Έργο των Επιτροπών είναι η εποπτεία και ο έλεγχος της λειτουργίας των σχολείων της επαρχίας.
Στα καθήκοντα τους συμπεριλαμβάνεται η επικύρωση των προγραμμάτων και των διορισμών των δασκάλων και η παρακολούθηση της εργασίας των σχολείων στα πλαίσια της επαρχίας.

Η συγκρότηση των δύο επαρχιακών σωμάτων, τα οποία συμπράττουν στον προσδιορισμό των κατευθύνσεων της εκπαιδευτικής πολιτικής, έχει ουσιαστικές επιπτώσεις.

Συνεπάγεται τη συγκέντρωση των εξουσιών αναφορικά με τα ζητήματα της εκπαίδευσης στα χέρια των μητροπολιτών, οι οποίοι εδρεύουν στις πρωτεύουσες των επαρχιών.
Αυτοί προεδρεύουν στα Μικτά Εκκλησιαστικά Συμβούλια και από αυτούς συγκαλείται η Εκπαιδευτική Επιτροπή, ενώ αποδυναμώνεται ο ρόλος των μητροπολιτών, οι οποίοι έχουν τις έδρες τους σε μικρότερες πόλεις των επαρχιών.
Οι τελευταίοι ως παράγοντες της κοινοτικής αυτοδιοίκησης υποχρεώνονται να λογοδοτούν για τις όποιες εκπαιδευτικές τους πρωτοβουλίες.
Τέλος, οι εκπαιδευτικές αρμοδιότητες της κοινότητας, οι οποίες καταγράφονται στους κοινοτικούς κανονισμούς, ολοκληρώνουν αυτό που ορίσαμε ως θεσμικό πλαίσιο της κοινοτικής εκπαίδευσης. Η εξελικτική πορεία του θεσμού της κοινότητας έχει ως αφετηρία της την καθιέρωση ενός ορισμένου (δημοσιονομικού) συστήματος, εκείνου της «κατ’ αποκοπήν καταβολής των φόρων», συστήματος το οποίο γενικεύεται την περίοδο του Τανζιμάτ.
 Με την εφαρμογή του (φορολογικού) συστήματος το κράτος ορίζει το σύνολο των χρημάτων που πρέπει να καταβληθεί από τους κατοίκους μιας περιοχής και όχι από τους κατοίκους μιας μικρότερης φορολογικής μονάδας όπως η κοινότητα. Έτσι η εκμίσθωση των φόρων γενικεύεται, οι δημόσιες πρόσοδοι μεταβάλλονται σε χώρο προνομιακής επένδυσης κεφαλαίων για ορισμένους, ενώ η κοινότητα υποχρεώνεται ως σύνολο να καταβάλλει το χρηματικό ποσό που της αναλογεί.

 Είναι επόμενο λοιπόν να επωμιστεί η κοινότητα αρμοδιότητες οι οποίες είναι κατ’ αρχήν δημοσιονομικές και έπειτα, καθώς ο θεσμός εξελίσσεται, εκπαιδευτικές, νομοθετικές, δικαστικές.

Οι αρμοδιότητες αυτές περιέρχονται στα χέρια μιας προυχοντικής ηγεσίας, συγκροτούμενης σε σώμα μετά από τη σύγκληση γενικής συνέλευσης, η οποία προβαίνει σ’ ένα σαφή καταμερισμό αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με όσα προβλέπονται τόσο από το Θεμελιώδη Κανονισμό, όσο και από τις διατάξεις των διασωθέντων κοινοτικών κανονισμών.
Οι τελευταίοι εξακολουθούν να εκδίδονται και μετά το 1902, παρά τον ορισμό του Θεμελιώδους Κανονισμού και παρουσιάζουν, παρά τις όποιες ομοιότητες, σημαντικές διαφορές και μεταξύ τους και με το πλαίσιο που οριοθετείται από το Θεμελιώδη Κανονισμό. Ο τελευταίος σύμφωνα με τη βούληση του νομοθέτη του στόχευε στη διαμόρφωση ενός ομοιόμορφου κανονισμού.

Παράλληλα οι Κοινοτικοί Κανονισμοί τους οποίους μελέτησα είναι:

Θεσσαλονίκης 1886, Θεσσαλονίκης 1904, Βιτωλίων 1896, Μοναστηριού 1905, Ασβεστοχωρίου 1906, Τυρνόβου 1901, Βερροίας 1892, Βερροίας 1903, Ναούσης 1912, Κρουσόβου 1907, Κρουσόβου 1912, Σιατίστης 1902, Καβάλας 1899, Καβάλας 1907, Βοδενών 1885, Βοδενών 1911, Κορυτσάς 1876, Κοζάνης 1895, Κοζάνης 1911, Πελαγονίας 1911, εις X. Παπαστάθη, ό.π., σσ. 147-394, καθώς και Δ. Λουκίδου Μαυρίδου, «Ο Κανονισμός της Ελλ. Ορθ. Κοινότητας Μοναστηριού 1896», Βαλκανικά Σύμμεικτα Α (1981) 117-133.

Στους κανονισμούς που προαναγράφτηκαν η διαδικασία επιλογής των μελών της Εφορείας, ο αριθμός τους και ο χρόνος της θητείας τους καθώς και το είδος της σχέσης ΕφορείαςΑντιπροσωπείας εμφανίζουν πολλές παραλλαγές, π.χ. στον Κανονισμό Θεσσαλονίκης 1904 (X. Παπαστάθη, ό.π., σ. 171), η Εφορεία υποβάλλει τον προϋπολογισμό στην Αντιπροσωπεία και λογοδοτεί για την οικονομική διαχείριση, ενώ στον Κανονισμό Βιτωλίων 1896 (εις X. Παπαστάθη, ό.π., σ. 227) η Εφορεία είναι ανεξάρτητη. Επιπλέον σε ορισμένους Κοινοτικούς Κανονισμούς εμφανίζονται ορισμοί αναφορικά με τα προσόντα του εκπαιδευτικού προσωπικού, (Κανονισμός Βιτωλίων 1896, εις X. Παπαστάθη, ό.π., σ. 187, και Κανονισμός Βερροίας, εις X. Παπαστάθη, ό.π., σ. 227) ή καταγράφεται με έμφαση η υποχρέωση υποβολής του προϋπολογισμού για έγκριση (Κανονισμός Βοδενών 1891, εις X. Παπαστάθη, ό.π., σ. 337) ή προσδιορίζεται η αναγκαιότητα επικύρωσης των διδακτικών εγχειριδίων από το Πατριαρχείο, το οποίο και ορίζει τα πλαίσια και ελέγχει τις επιλογές, οι οποίες επιβάλλεται να εντάσσονται μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια (Γενικός Κανονισμός Κρουσόβου 1907 και 1912, εις X. Παπαστάθη, ό.π., σ. 277).

 Παρ’ όλα αυτά η αντίφαση είναι  φαινομενική.

Ο Θεμελιώδης Κανονισμός δεν αναίρεσε τις επί μέρους ιδιαιτερότητες ούτε απέκλεισε τις μεταβολές επιχείρησε όμως και πέτυχε να διαμορφώσει ένα περίγραμμα με ορισμένες βασικές λειτουργίες και καθορισμένους προσανατολισμούς, στο οποίο μπορούσε να λειτουργήσει ο κοινοτικός θεσμός και να εκπληρώσει τις δημοσιονομικές, διοικητικές ή εκπαιδευτικές του αρμοδιότητες.
Οι εκπαιδευτικές μάλιστα αρμοδιότητες θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές τόσο από το Θεμελιώδη Κανονισμό, όσο και από τους επί μέρους κοινοτικούς κανονισμούς.

Στα κοινοτικά πλαίσια, το βάρος των εκπαιδευτικών λειτουργιών αναλαμβάνουν σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα δύο φορείς:
η Μητρόπολη και η 
Εφορεία. 

Οι δύο φορείς εμφανίζονται να συλλειτουργούν και να λαμβάνουν αποφάσεις εμφορούμενοι από τις ίδιες επιλογές, εκείνες της εθνικής εκπαιδευτικής προσπάθειας και της ύπαρξης συλλογικών στόχων που αποβλέπουν στην περιφρούρηση της εθνικής πολιτιστικής κληρονομιάς.
 Οι κυριότερες εκπαιδευτικές λειτουργίες που οι φορείς αυτοί επιτελούν είναι η διαχείριση της περιουσίας των σχολείων της κοινότητας και οι προσλήψεις των δασκάλων.

 Οι προσλήψεις βέβαια αυτές δε γίνονται ανεξέλεγκτα, αφού ελέγχονται από τις Εκπαιδευτικές Επιτροπές που εδρεύουν στην πρωτεύουσα της επαρχίας, όπως δεν αποφασίζονται αυθαίρετα τα της μισθοδοσίας των δασκάλων, μια και προτάσεις για το θέμα αυτό υποβάλλονται από τα Μικτά Εκκλησιαστικά Συμβούλια ή και το Διαρκές Μικτό Συμβούλιο.

Ακόμα οι δύο κοινοτικοί παράγοντες της εκπαιδευτικής διαδικασίας ελέγχουν την τήρηση των προγραμμάτων, ενώ αρμοδιότητες αναφορικά με τα αναλυτικά προγράμματα έχουν τόσο οι Εκπαιδευτικές Επιτροπές, όσο και η Σύνοδος των Μητροπολιτών. Στα καθήκοντά τους συμπεριλαμβάνονται ακόμα οι επισκέψεις στα σχολεία, η επιθεώρηση των δασκάλων, η επισκευή των κοινοτικών κτηρίων, η πρόνοια για το εποπτικό υλικό, η συμμετοχή στις εξετάσεις των σχολείων και ο καθορισμός της ημερομηνίας τέλεσής τους, η επιβολή ποινών σε μαθητές που παραβιάζουν τους σχολικούς κανονισμούς.

Την περίοδο κατά την οποία αναπτύσσεται ο σχολικός θεσμός των Ελλήνων στη Μακεδονία, η ατμόσφαιρα είναι ιδιαίτερα φορτισμένη από την αντιπαράθεση του ελληνικού στοιχείου με τους Βούλγαρους, Σέρβους και Ρουμάνους.

Ο προσδιορισμός των ελληνικών εδαφικών διεκδικήσεων στην περιοχή της Μακεδονίας σχετίζεται με την αναγνωρισμένη σήμερα θεωρία των τριών ζωνών, στις οποίες κατανέμεται ο χριστιανικός πληθυσμός της Μακεδονίας.

Η νότια ζώνη, κατοικούμενη από ελληνόφωνους, περιλαμβάνεται στις ελληνικές διεκδικήσεις, ενώ η βόρεια, κατοικούμενη από πληθυσμό ο οποίος εμφορείται από τη βουλγαρική εθνική ιδέα, θεωρείται απολεσθείσα για τον ελληνισμό.

Οι αμφισβητήσεις εγείρονται προκειμένου για τη μεσαία ζώνη, η οποία κατοικείται από σλαβόφωνους, ελληνόφωνους και βλαχόφωνους και η οποία συμπεριλαμβάνεται στις διεκδικήσεις τόσο της Ελλάδας, όσο και της Βουλγαρίας και της Σερβίας. Αποτυγχάνοντας το ελληνικό κράτος στην προσπάθειά του να βρει ξένους υποστηρικτές για να προβάλλει τις διεκδικήσεις του στη Μακεδονία, αφομοιώνει το δόγμα της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας, το οποίο έχουν προ πολλού ενστερνιστεί οι ομογενείς.

Επωφελούμενο λοιπόν το ελληνικό βασίλειο από την περίοδο του Τανζιμάτ επιχειρεί τη διείσδυσή του στη Μακεδονία με τη διάδοση της ελληνικής εκπαίδευσης.

Μια τέτοια προσπάθεια θα αυξήσει τα ερείσματα στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την εδαφική διανομή της Μακεδονίας, μια που η παιδεία παράλληλα με τη θρησκευτική ομολογία και τη γλώσσα θεωρείται παράγοντας προσδιοριστικός της εθνικής ταυτότητας του πληθυσμού.

Εμφορούμενο λοιπόν το ελληνικό κράτος από τέτοιες ιδέες αναθέτει στα 1869 τον εκπαιδευτικό τομέα των οθωμανικών περιοχών Θράκης, Μακεδονίας, Ηπείρου και Αλβανίας στο
 «Σύλλογο προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων».

Στο διοργανισμό του Συλλόγου αναφέρεται ως σκοπός η σύσταση σχολείων αρρένων και θηλέων, η εισαγωγή και η διάδοση χρήσιμων συγγραμμάτων και άλλων πρόσφορων μέσων.

Ο Σύλλογος είναι αυτοτελές ιδιωτικό σωματείο χρηματοδοτούμενο από ομογενείς και από το Υπουργείο Εξωτερικών.
Το Υπουργείο αναγνωρίζει το Σύλλογο ως φορέα που θα συντελέσει στην ειρηνική διάδοση των ελληνικών γραμμάτων, στέλνει συστατική εγκύκλιο στις προξενικές αρχές για την εξασφάλιση της συνδρομής τους στην εκπλήρωση των σκοπών του Συλλόγου και συμβουλεύει τις ελληνικές κοινότητες της Δύσης μέσω εγκυκλίων προς τα ελληνικά προξενεία να συσπειρωθούν γύρω από το Σύλλογο.

Ο Σύλλογος αναλαμβάνει σύμφωνα με εγκύκλιο του Υπουργείου Εξωτερικών προς τα ελληνικά προξενεία και την προστασία των ελληνικών αρχαιοτήτων της Μακεδονίας.

Τέλος, το Υπουργείο Εξωτερικών προτείνει τη σύσφιξη των σχέσεων των συλλόγων που ιδρύονται στη Μακεδονία με το «Σύλλογο προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων».

Καρπός της συνεργασίας αυτής υπήρξε το Συνέδριο των Ελληνικών Συλλόγων, το οποίο έλαβε χώρα στην Αθήνα στα 1879 σ’ αυτό αναπτύχθηκαν από τους εκπροσώπους του «Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων», παιδαγωγικοί προβληματισμοί, όπως «η ανάπτυξις καταλλήλου παιδαγωγικού συστήματος, εισακτέου εις όλας τας βαθμίδας χάριν της ηθικής διαπλάσεως της ελληνικής νεολαίας, διά το καλόν της πατρίδος», ή έγιναν προτάσεις αναφορικά με τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας μέσα από τη σύσταση νηπιαγωγείων.
Από τη μεριά του ο Σύλλογος στα έγγραφα που έστειλε κατά καιρούς θεωρεί την εκπαίδευση αποσυνδεδεμένη από κάθε αίτημα απελευθέρωσης, άρα απομακρύνεται από το πνεύμα και τις αρχές του διαφωτισμού και προσανατολίζεται προς το δόγμα της ειρηνικής συνύπαρξης Ελλήνων-Οθωμανών στα πλαίσια μιας αυτοκρατορίας, στην οποία οι Έλληνες θα έχουν προνόμια.

Οι ομογενειακές προτεραιότητες πρυτανεύουν στις επιλογές των σχολείων που χρηματοδοτούνται, ενώ ως στόχοι της χρηματοδότησης ορίζονται η ικανοποίηση των «εθνικών αναγκών», και των «συμφερόντων του ελληνισμού».

Στη δράση του Συλλόγου αυτής της περιόδου περιλαμβάνεται αρχικά σύμφωνα με την ομολογία του προξένου Λογοθέτη η δωρεάν επίδοση κιβωτίων με βιβλία σε ελληνίζουσες κοινότητες, καθώς και σε κοινότητες όπου ο ελληνισμός υφίσταται διώξεις.

Παράλληλα ο Σύλλογος προβληματίζεται για την ίδρυση διδασκαλείου, για τον καταρτισμό των δασκάλων, για την αποστολή υποτρόφων, για τη σύνταξη προγραμμάτων, για την αποστολή δασκάλων στις διάφορες περιοχές.

Στη συλλογική έκθεση πεπραγμένων, που επιχειρείται από το Σύλλογο στα 1879, μνημονεύεται η ίδρυση από το Σύλλογο Διδασκαλείου και προτύπου Δημοτικού Σχολείου με επικεφαλής το X. Παπαμάρκο στη Θεσσαλονίκη, η συντήρηση σχολείων σ’ όλες τις περιοχές της Μακεδονίας, η συγγραφή και η έκδοση βιβλίων χρήσιμων για τη δημοτική εκπαίδευση, η αγορά και η διανομή στις κοινότητες και στα σχολεία διδακτικών, αναγνωστικών και εκκλησιαστικών βιβλίων και η θέσπιση αγωνοθετημάτων για τη διδασκαλία και τη σπουδή της ελληνικής γλώσσας.

Στα 1883 ο Υπουργός Εξωτερικών Αλ. Κοντόσταυλος εκδήλωνε την πρόθεσή του να περιοριστούν οι αρμοδιότητες του Συλλόγου και να περιέλθουν στα χέρια των προξένων.

Πρόκειται για τη μη ομολογούμενη διάθεση του Υπουργείου να ασκήσει αμεσότερο έλεγχο στις εξωτερικές εθνικές υποθέσεις και να καθορίσει την οικονομική διαχείριση των εκπαιδευτικών πόρων.

 Η κρίση όμως στις σχέσεις Υπουργείου-Συλλόγου εκδηλώνεται έντονα στα 1885 με την καθυστερημένη απόδοση του κυβερνητικού επιδόματος προς το Σύλλογο, γεγονός που είχε ως συνέπεια τη σπατάληση των εσόδων του Συλλόγου για την κάλυψη του ποσού και ως κορύφωση την παραίτηση του Συλλόγου από τη δράση του στη Μακεδονία στα 1887.

Η ίδρυση της «Επιτροπής προς ενίσχυσιν της Ελληνικής Εκκλησίας και Παιδείας», δεν οδήγησε παρά σε περικοπή των χρημάτων, τα οποία έπρεπε να διατεθούν για την εκπαίδευση στη Μακεδονία, ενώ ο απροκάλυπτος παρεμβατισμός του ελληνικού κράτους φαίνεται ότι αντιμετωπίστηκε με πνεύμα εχθρότητας και από το Πατριαρχείο.

Οι παροχές προς τις κοινότητες της Μακεδονίας είναι αισθητά μειωμένες την περίοδο 1887-1897, ενώ στα 1900 έχομε άνοδο του επιπέδου των επιχορηγήσεων, η οποία θα καμφθεί στα 1904 με την απαρχή του Μακεδονικού Αγώνα.

Στα 1910 το Υπουργείο Εξωτερικών αναθέτει την άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής του ελληνικού κράτους στην «Επιτροπή επί των ευαγών σκοπών», η οποία και διαδέχεται την «Επιτροπή προς ενίσχυσιν της Ελληνικής Εκκλησίας και Παιδείας».

Παράλληλα με τους φορείς αυτούς το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ελέγχει συστηματικά την εκπαιδευτική διαδικασία οργανώνοντας ένα πυκνό δίκτυο συνεργατών και πρακτόρων, των οποίων η διασύνδεση με τα ελληνικά προξενεία Θεσσαλονίκης, Μοναστηριού και αργότερα Ελασσόνας επιτρέπει τη δημιουργία μιας σαφούς εικόνας αναφορικά με τις επιτόπιες ανάγκες ή τα επιμέρους προβλήματα.

Ο παρεμβατικός ρόλος του προξενείου δεν υπαγορεύεται από ένα καθιερωμένο πλαίσιο επιτελικού σχεδίου και δε διέπεται από σαψώς οριοθετημένους κανονισμούς, παρά το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις προτάθηκε η γενίκευση παρόμοιων κανονισμών-σχεδίων.

 Έτσι, όπως άλλωστε είναι φυσικό, η αποτελεσματικότητα των προξενικών παρεμβάσεων εξαρτάται από παράγοντες, όπως ο δυναμισμός των κατά καιρούς προξένων, η στελέχωση του προξενείου με το αναγκαίο για τη συνωμοτική δράση προσωπικό ή το ύψος των επιχορηγήσεων των προξενείων από το ελληνικό κράτος.

Η έλλειψη ενός θεσμοθετημένου πλαισίου εκπαιδευτικών αρμοδιοτήτων ή έστω παρεμβατικών δυνατοτήτων των Ελλήνων προξένων δε θα πρέπει να αποδοθεί ούτε στην έλλειψη διορατικότητας του ελληνικού κράτους ούτε αποκλειστικά και μόνο στη μικρόψυχη αντίδραση των Ελλήνων αρχιερέων, οι οποίοι έβλεπαν να διακυβεύονται με την επέκταση των εξουσιών των προξένων τα δικά τους προνόμια.

Γιατί όπως θα αποδειχτεί η δημιουργία νέων θεσμών, όπως αυτός του γενικού επιθεωρητού των ελληνικών σχολείων με το καθεστώς αρμοδιοτήτων που εκφράζεται στα προξενικά έγγραφα του έτους 1907, ο οποίος θα νομιμοποιούσε και θα συγκάλυπτε τη δράση του ελληνικού προξενείου, δεν έθετε σε αμφισβήτηση απλά το καθεστώς των πατριαρχικών προνομίων, αλλά έτεινε στη δημιουργία νέου θεσμικού καθεστώτος της εκπαίδευσης του υπόδουλου ελληνισμού με κύριο χαρακτηριστικό την εξάρτηση της εκπαιδευτικής λειτουργίας από το προξενείο και κατ’ επέκταση από το Ελληνικό Βασίλειο.

Η σκέψη για την καθιέρωση της Σχολικής Επιθεώρησης εμφανίζεται γύρω στα 1871 όπως αποδεικνύουν πρόσφατες προσεγγίσεις του αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών.

Ως ιδιότητα ενός προσώπου με συγκεκριμένες αρμοδιότητες δε συμπεριλαμβάνεται στο Θεμελιώδη Κανονισμό και δεν αποδίδεται σε κανένα από τα μέλη των Εκπαιδευτικών Επιτροπών ή του διμελούς Μικτού Εκκλησιαστικού Συμβουλίου.

Περιγράφεται όμως σε εγκύκλιο του Υπουργείου Εξωτερικών προς τους εν τη Ανατολή προξένους της 22ας Μαΐου 1871.
Στην εγκύκλιο ο Υπουργός Α. Κουμουνδούρος συστήνει την εξεύρεση τρόπων για την επιθεώρηση των υφιστάμενων σχολείων προβάλλοντας ως κύρια αιτία για τη συγκρότηση του θεσμού την επίτευξη του ομοιόμορφου χαρακτήρα της διδασκαλίας, τη στήριξη των εκπαιδευτικών φορέων και την αναπλήρωση αόρατων πολλές φορές για το κέντρο ελλείψεων των σχολών.
Πρόκειται για ένα θεσμό ο οποίος είναι δημιούργημα των πραγματικών αναγκών, των επιδράσεων του ελληνικού κράτους, αλλά οφείλεται και σε αντίστοιχα βουλγαρικά πρότυπα αυτής της περιόδου.

Ο θεσμός του Γενικού Επιθεωρητή εισάγεται ήδη με το νόμο της 6/2/1834, προτείνεται στις 23/11/1878 από τον Υπουργό Παιδείας Αυγερινό, ο οποίος υποβάλλει στη βουλή το νομοσχέδιο «περί επιθεωρήσεως των εν τω Βασιλείω δημοτικών σχολείων», υποβάλλεται επίσης στη Βουλή το Δεκέμβριο του 1889 από τον Θεοτόκη με ορισμένες διαφοροποιήσεις και θεσμοθετείται ως νόμος του κράτους στις 1 Ιανουαρίου 1896. 
Πρόκειται για το νόμο ΒΤΜΘ περί στοιχειώδους δημοτικής εκπαιδεύσεως. 
Ο νόμος προβλέπει τη σύσταση Εποπτικού Συμβουλίου στην πρωτεύουσα κάθε νομού. 
Στα 1899 τα νομοσχέδια του Ευταξία επιχείρησαν να αντικαταστήσουν το αποκεντρωτικό σύστημα διοίκησης της δημοτικής εκπαίδευσης από το αντίστοιχο συγκεντρωτικό, τοποθετώντας το Εποπτικό Συμβούλιο επικεφαλής, αποτελούμενο από τον τμηματάρχη της δημοτικής εκπαίδευσης του Υπουργείου και από 4 μέλη.
 Ο θεσμός των Επιθεωρητών διευρύνθηκε, όταν οι Επιθεωρητές διαχωρίστηκαν σε νομαρχιακούς και ανώτερους Επιθεωρητές. 
Στη συνέχεια τα νομοσχέδια του Στάη στα 1900 ανέθεταν τη διοίκηση της δημοτικής εκπαίδευσης στο εκπαιδευτικό συμβούλιο μέσης εκπαίδευσης, ενώ ο νόμος ΓΩΚ του 1911 ίδρυε κεντρικό Εποπτικό Συμβούλιο με γνωμοδοτικό έργο και πειθαρχική εξουσία (Χρ. Λέφας, ό.π., σσ. 282, 287, 294, 302, 303) και Α. Δημαράς Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. Β' Αθήνα 1986, σσ. 3 και 21).

Παρά την πρόθεση όμως του υπουργού να λειτουργήσει ο νέος θεσμός, η ανάθεση της Επιθεώρησης σε πολλούς φορείς (νομαρχιακές επιτροπές, απεσταλμένοι των επιτροπών, μητροπολίτες, πρόξενοι) οδηγεί αναπόφευκτα σε αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων και σε αναποτελεσματική λειτουργία του θεσμού.

Προς την κατεύθυνση της κάλυψης των ίδιων αναγκών κινείται και ο θεσμός του επόπτη, ο οποίος θα περιόδευε σ’ όλο το βιλαέτι και θα ενημέρωνε την προξενική αρχή για την κατάσταση των σχολών της επαρχίας θεσμός, ο οποίος εγκαταλείπεται τελικά, γιατί συγκρούεται με το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της εκπαίδευσης του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού, το οποίο αναγνωρίζει στους μητροπολίτες το δικαίωμα της εποπτείας των ελληνικών σχολείων.

Η εγκατάλειψη όμως του συγκεκριμένου θεσμού του γενικού επόπτη, δε σημαίνει και παραμερισμό της ιδέας της Σχολικής Επιθεώρησης. Αποφασίζεται λοιπόν στα 1882, με πρόταση του προξένου Γ. Δοκού, η απόσπαση ειδικού κονδυλίου από τον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό για την αμοιβή της επιπρόσθετης εποπτικής εργασίας δασκάλων-υπαλλήλων του προξενείου Μοναστηριού, οι οποίοι διορίστηκαν στα μεγαλύτερα κέντρα του βιλαετιού. Παράλληλα επιχορηγείται και ο διορισμός «ιεροκηρύκων» σε κάθε Μητρόπολη, για να μετριαστεί η ανεπαρκής άσκηση της σχολικής εποπτείας από τους κατά τόπους μητροπολίτες.

Στα 1892 μάλιστα η «Επιτροπή προς Ενίσχυσιν της Ελληνικής Εκκλησίας και Παιδείας» τονίζει σε εγκύκλιό της ότι πρέπει να συγκαλούν οι πρόξενοι τους δασκάλους με σκοπό την καθοδήγησή τους από πρόσωπα, τα οποία προτίθεται να διορίσει.

Είναι σίγουρο ότι το ζήτημα του διορισμού επιθεωρητών επανέρχεται ως προβληματισμός.

Ακολουθούν συγκεκριμένες προτάσεις των προξένων100 για την εφαρμογή του θεσμού της Επιθεώρησης με στόχο την εφαρμογή της ενιαίας εκπαιδευτικής πολιτικής και του εθνικού φρονηματισμού1.

Τα καθήκοντα των επιθεωρητών δε θα περιορίζονται στο καθαρά εκπαιδευτικό τους έργο. 

Οι επιθεωρητές καλούνται να γίνουν «απόστολοι» της εθνικής ιδέας και πράκτορες πληροφοριών για τα προξενεία.

Η διοργάνωση ενός συστηματικού φορέα επιθεώρησης των ελληνικών σχολείων των υπόδουλων περιοχών υλοποιείται στα 1904, με την επιλογή ως γενικού επιθεωρητή Θεσσαλονίκης του Δ. Σάρρου1, ως επιθεωρητή Μοναστηριού το Σεπτέμβριο του Αγοραστού και τον Οκτώβριο του Παπαζαχαρίου, ενώ ως επιθεωρητής Καστοριάς φέρεται στα 1906 ο Νάλτσας.

Στα 1906 γεν. επιθεωρητής διορίζεται ο Ευθ. Μπουντώνας.

Εκείνο που κυρίως παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η δημιουργία του νέου θεσμού, ο οποίος καθιερώνεται από το ελλαδικό κράτος, δεν αναγνωρίζεται αρχικά από την Πύλη, γιατί δεν καθίσταται δυνατόν να ενταχθεί, παρά τα αλλεπάλληλα προξενικά διαβήματα, στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο της εκπαίδευσης του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού.

Τα εμπόδια για μια νομιμοποίηση του θεσμού προέρχονται από πολλές κατευθύνσεις.

Πρώτα απ’ όλα μια αυθαίρετη τοποθέτηση γενικού επιθεωρητή προσέκρουε στον καθ’ ύλη αρμόδιο επιθεωρητή των τουρκικών σχολείων, ο οποίος ασκούσε την από μέρους της Πύλης εποπτεία των σχολείων και ο οποίος δήλωνε ότι αγνοούσε την ύπαρξη Επιθεωρήσεως των ελληνικών σχολείων.

 Η λύση που προτείνεται από το Λ. Κορομηλά στις 27 Μαΐου 1907 είναι να παρακαμφθεί ο εξαρτημένος από το Υπουργείο Παιδείας της Τουρκίας επιθεωρητής και να λυθεί το θέμα σε περιφερειακό επίπεδο με την έγκριση του Χιλμή πασά.

Το σημαντικότερο όμως εμπόδιο για την ένταξη του θεσμού του γενικού επιθεωρητή στο καθεστώς της εκπαίδευσης του υπόδουλου ελληνισμού προερχόταν από το συναρμόδιο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, καθώς και από τους αρμόδιους σε κοινοτικό επίπεδο φορείς, τους μητροπολίτες.

Σύμφωνα με τους νόμους του τουρκικού κράτους ένας πατριαρχικός διορισμός του γενικού επιθεωρητή είναι ο μόνος που μπορούσε να νομιμοποιήσει το θεσμό και να τον περιβάλει με κύρος.

Κι αυτό, γιατί ο πατριαρχικός διορισμός θα πιστοποιούσε ότι ο θεσμός της Σχολικής Επιθεώρησης είναι συνυφασμένος με το καθεστώς των πατριαρχικών προνομίων και επομένως άσχετος με τη συνωμοτική δράση των ελληνικών προξενείων.

Από την άλλη μεριά το Πατριαρχείο ήταν σε θέση να επιδώσει στο γενικό επιθεωρητή περιφέρεια δικαιοδοσίας μεγαλύτερη από αυτή των επί μέρους Μητροπόλεων ή και αυτών ακόμα των βιλαετίων, γεγονός που θα του πρόσφερε μια εξαιρετική ευχέρεια κινήσεων.

Οι οθωμανοί τέλος αξιωματούχοι θα εμφανίζονταν απαλλαγμένοι από κάθε υποχρέωση να ελέγξουν τη δράση του γενικού επιθεωρητή των ελληνικών σχολείων, αφού υπεύθυνος για τις κινήσεις του ήταν ο Πατριάρχης, στον οποίο η Υψηλή Πύλη είχε παραχωρήσει προνόμια αναφορικά με τη λειτουργία της εκπαίδευσης.

Η έκδοση μιας τέτοιας απόφασης από το Πατριαρχείο και τη Σύνοδο των μητροπολιτών θα σήμαινε στην πράξη κατάργηση της «κοινοτικής εκπαίδευσης», αφού θα οδηγούσε σε απομάκρυνση τόσο των κατά τόπους μητροπολιτών, όσο και των τοπικών εφορειών από τα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Η δημιουργία συγκεντρωτικών δομών ικανών να κατευθύνουν την εκπαιδευτική διαδικασία μέσα από ένα κέντρο ενιαίο για μια μεγάλη περιφέρεια, το οποίο θα ελεγχόταν από τα προξενεία και άρα από τα ελλαδικά πρότυπα, ήταν ο μη ομολογημένος αλλά οπωσδήποτε απώτερος στόχος των ενεργειών του προξενείου για την αναγνώριση του θεσμού του γενικού επιθεωρητή.

Οι προθέσεις αυτές διαφαίνονται στις εισηγήσεις τόσο των εν ενεργεία επιθεωρητών, όσο και των προξένων.

Στις εκθέσεις των πρώτων επιχειρείται η διατύπωση προτάσεων αναφορικά με το χαρακτήρα και την αποτελεσματικότητα της επιθεώρησης, η οποία εμφανίζεται ως προορισμένη όχι μόνο να οργανώσει και να προαγάγει την εκπαιδευτική εργασία αλλά και να κατευνάσει τα πάθη και τις αντιζηλίες των «ημετέρων κοινοτήτων», ενώ παράλληλα υποβάλλονται για έγκριση συγκεκριμένα μέτρα άσκησης εκπαιδευτικών, ίδρυσης σχολικών τύπων, συγκρότησης και οργάνωσης της εκπαίδευσης και επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, αύξησης των αποδοχών τους, δημιουργίας ενός φορέα χρηματοδότησής τους.

Όλες αυτές οι προτάσεις έχουν σαφέστατα τεχνοκρατικό χαρακτήρα, αποδεικνύουν πως οι καιροί είναι ώριμοι για μια «εκ του σύνεγγυς» μελέτη των εκπαιδευτικών προβλημάτων, προϋποθέτουν όμως την εκχώρηση εξουσιών από τους κοινοτικούς παράγοντες στους «ειδικούς», κάτι που αναπόφευκτα δημιουργεί ένταση και τριβές.

Αντίθετα με τις απερίφραστα διατυπωμένες προθέσεις των «ειδικών» οι πρόξενοι χρησιμοποιούν συχνά τη γλώσσα της διπλωματίας, ιδιαίτερα όταν αγωνίζονται να εξασφαλίσουν την υποστήριξη του Πατριάρχη ή της Συνόδου των μητροπολιτών αναφορικά με το θεσμό της Επιθεώρησης.

Έτσι, όταν στις 2/11/1906 ανακοινώνεται στο Προξενείο Θεσσαλονίκης η απόφαση της Συνόδου «όπως αφεθή εις τους κατά τόπους αρχιερείς της Μακεδονίας όπως συντηρούμενοι μετά των αρμοδίων χορηγήσωσι ετησίως διορισμόν εις τους εν λόγω Επιθεωρητάς και τούτο προς αποφυγήν συγκρούσεων μετά των Μητροπολιτών εν τη εξασκήσει της εποπτείας επί των εν ταις επαρχίαις αυτών σχολών» ο πρόξενος Λ. Κορομηλάς μόλις στις 22 Μαΐου 1907 αποφασίζει να επαναλάβει το ίδιο αίτημα προς την πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης και στις 27 Μαΐου του ίδιου έτους ζητά για το ίδιο θέμα τη μεσολάβηση του Υπουργείου Εξωτερικών.

Η επιχειρηματολογία σ’ αυτά τα δύο κείμενα επικεντρώνεται στην αναίρεση της απόφασης της Συνόδου.
Κύριοι άξονες της επιχειρηματολογίας είναι η επισήμανση πως δεν πρόκειται «περί αληθούς καταπατήσεως» των κυριαρχικών δικαιωμάτων των μητροπολιτών ... αλλά «περί τύπου αναγκαίου σήμερον δια την επιτόπιον λύσιν του ζητήματος».

Προσπαθώντας να πείσει για τον τυπικό χαρακτήρα της αναγνώρισης του θεσμού προχωρά στην ανάγκη της προσωπικής απ’ τη μεριά του Πατριάρχη διαβεβαίωσης στον κάθε συνοδικό μητροπολίτη ξεχωριστά πως όλοι είναι ελεύθεροι να δεχτούν ή να μη δεχτούν στην επαρχία τους τους επιθεωρητές.

Επιπλέον ο Λ. Κορομηλάς στα ίδια έγγραφα επικρίνει τη χρονοβόρο διαδικασία της έκδοσης είκοσι διορισμών από τους επί μέρους μητροπολίτες, οι οποίοι έπρεπε σύμφωνα με την απόφαση της Συνόδου του Νοεμβρίου 1906 να ανακοινώσουν το διορισμό του γ. επιθεωρητή στη Γενική Διοίκηση, γεγονός που συνεπάγεται απώλεια παραγωγικού χρόνου.

Η απόπειρα όμως, έστω και της «τύποις» αλλαγής του θεσμικού καθεστώτος της εκπαίδευσης δεν περνάει από τη Σύνοδο. Ο Φ. Κοντογούρης σε αναφορά του προς το Υπουργείο Εξωτερικών στηλιτεύει τη στάση των Μητροπολιτών τονίζοντας ότι αποφάσισαν «αναμασώντες το τετριμμένον ότι καταπατώνται τα κυριαρχικά δικαιώματά των».

Επειδή λοιπόν ο θεσμός παραμένει μετέωρος, η ευθύνη της νομιμοποίησής του παραπέμπεται με διαμεσολάβηση του ίδιου του Πατριάρχη στο «Γενικό Επόπτη Χιλμή πασά», ο οποίος λαμβάνει τη διαβεβαίωση ότι «εν ουδεμιά περιπτώσει συμβήσεται τι το απάδον».

Η έκβαση όμως της διαμάχης δεν έχει νικητές και ηττημένους. Ο θεσμός του γενικού επιθεωρητή υφίσταται πλέον, εξαρτημένος όμως από την αγαθή βούληση του Τούρκου διοικητή κι όχι ενεργά ενταγμένος στο θεσμικό καθεστώς της εκπαίδευσης του ελληνισμού.

Οι κατά τόπους μητροπολίτες διατηρούν κάθε δικαίωμα να υποβάλλουν στη δική τους κριτική όχι μόνο τους επιθεωρητές αλλά και τους δασκάλους που αυτοί προτείνουν.

Η Εφορεία στις τοπικές κοινωνίες είναι πανίσχυρη, ενώ η δικαιοδοσία του επιθεωρητή περιορίζεται στη Θεσσαλονίκη και στις επισκοπές Πολυανής, Καμπανίας, Κίτρους, Αρδαμερίου, και Ιερισσού. Μια νέα σταυροφορία αρχίζει για τους Έλληνες προξένους, οι οποίοι προσπαθούν να εκμαιεύσουν και από τους άλλους μητροπολίτες αιτήσεις για την επέκταση των ορίων δικαιοδοσίας του γενικού επιθεωρητή.

Η εγκαθίδρυση του νέου θεσμού με όλες τις ελπίδες που έχουν επενδυθεί σ’ αυτόν συναντά δυσχέρειες, γιατί τείνει στον επαναπροσδιορισμό των κατεστημένων δομών.

Από δω και στο εξής θα συνυπάρξει με τις παγιωμένες δομές χάνοντας ένα μέρος από τις αρμοδιότητές του ή το δυναμισμό του, ασκώντας όμως ευεργετική επίδραση προς την κατεύθυνση της εξέλιξης των σχολικών πραγμάτων, και της επικράτησης τεχνοκρατικών ή επιστημονικότερων επιλογών.


Δεν υπάρχουν σχόλια: